Δήμητρας Δημητρίου ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΜΥΝΑΣ κ.α., Αρ. Αίτησης: 255/12, 4/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:38 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Χρ. Νεοφύτου ) Φλ. Φλώρου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 255/12 Μεταξύ: Δήμητρας Δημητρίου Αιτήτριας και
- ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΜΥΝΑΣ
- ΑΡΧΗΓΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΚΑΙ/Η ΓΙΑ ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ Καθ΄ ών η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 21/2/2017 για τροποποίηση των γενικών λόγων της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς Ημερομηνία: 4 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Ο κ.Μιχαήλ. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Η κα Γεωργίου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εθνικής Φρουράς στις 22/6/1990 ως Eθελόντρια Υπαξιωματικός στον βαθμό του Λοχία με βάση σύμβαση απασχόλησης. Στις 1/7/1997 διορίστηκε ως Μόνιμη Υπαξιωματικός του Στρατού Ξηράς της Δημοκρατίας στον βαθμό του Λοχία. Την 1/10/2002 προάχθηκε στο βαθμό του Επιλοχία και στις 15/12/2010 προάχθηκε στο βαθμό του Αρχιλοχία. Στις 06/04/2012 καταχώρισε την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση εργατικής διαφοράς («η Αίτηση»), με την οποία εξαιτείται τις πιο κάτω θεραπείες εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: «Α. Ποσό εξ ευρώ 33.140,21 και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ως δίκαιη και/ή εύλογη και/ή ειδική αποζημίωση ένεκα θετικής και/ή πραγματικής και/ή υλικής ζημίας και/ή αναδρομικές αποζημιώσεις ένεκα απώλειας μισθών και/ή εισοδημάτων τις οποίες η Αιτήτρια έχει υποστεί συνεπεία διάκρισης φύλου και/ή παράνομης διάκρισης και/ή αποκλεισμού της από την διαδικασία προαγωγών και/ή ένεκα μη κανονικής και/ή έγκαιρης πρόσληψης και/ή διορισμού και/ή μονιμοποίησης της και/ή ένεκα εμποδισμού της σε ότι αφορά την θέση και/ή ανέλιξη της στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση και/ή ένεκα παράβασης της Αρχής της Ισότητας και/ή της ίσης μεταχείρισης στην εργασία και/ή της αρχής για ίση αμοιβή για ίσης αξίας εργασία μεταξύ των εργαζομένων ανδρών και/ή γυναικών και/ή ένεκα παραβίασης των αναφαίρετων και/ή συνταγματικά κατοχυρωμένων και/ή Διεθνών αναγνωρισμένων ατομικών δικαιωμάτων της Αιτήτριας ως εργαζομένης στην Υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή εξ υπαιτιότητας των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή την οποία η Αιτήτρια έχει υποστεί ένεκα των παράνομων και/ή αυθαίρετων πράξεων και/ή παραλείψεων των Καθ' ων η Αίτηση. Β. Περαιτέρω ειδικές και/ή άλλως αποζημιώσεις εξ ευρώ 4.407,74 ετησίως πλέον οι ανάλογες τιμαριθμικές και/ή κρατικές και/ή γενικές αυξήσεις και/ή ωφελήματα υπολογιζόμενες και πληρωτέες από σήμερα και/ή από κατά ή περί το έτος 2012 και κάθε έτος μέχρι τον χρόνο και/ή ημερομηνία συνταξιοδότησης της Αιτήτριας ως εργαζόμενης στην Υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 ως μελλοντική απώλεια εισοδημάτων και/ή μισθών και/ή απολαβών και/ή άλλως και/ή συνεπεία παρανόμων και/ή αυθαιρέτων πράξεων και/ή παραλείψεων των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή ένεκα παράβασης των νομίμων καθηκόντων αυτών και/ή ένεκα αδικαιολογήτου πλουτισμού εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση σε βάρος της Αιτήτριας και/ή ένεκα παραβίασης της Αρχής της Ισότητας και/ή της Αρχής της Ίσης μεταχείρισης και/ή της Ίσης αμοιβής μεταξύ των εργαζομένων σε βάρος της Αιτήτριας και/ή ένεκα διάκρισης φύλου σε βάρος της Αιτήτριας και/ή άλλως. ΚΑΙ/Ή Γ. Περαιτέρω αποζημιώσεις και/ή Γενικές αποζημιώσεις και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και/ή εύλογη αποζημίωση και/ή αποζημιώσεις για ηθική ζημιά και/ή βλάβη και/ή ταλαιπωρία την οποία η Αιτήτρια έχει υποστεί συνεπεία διάκρισης φύλου και/ή παράνομης διάκρισης και/ή αποκλεισμού της από την διαδικασία προαγωγών και/ή ένεκα μη κανονικής και/ή έγκαιρης πρόσληψης και διορισμού και/ή μονιμοποίησης και/ή ένεκα εμποδισμού της σε ότι αφορά την θέση και/ή ανέλιξη της στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση και/ή ένεκα παραβίασης της Αρχής της Ισότητας και/ή της ίσης μεταχείρισης στην εργασία και/ή της αρχής για ίση αμοιβή για ίσης αξίας εργασία μεταξύ των εργαζομένων ανδρών και/ή γυναικών και/ή ένεκα παραβίασης των αναφαίρετων και/ή συνταγματικά κατοχυρωμένων και/ή Διεθνών αναγνωρισμένων ατομικών δικαιωμάτων της Αιτήτριας ως εργαζομένης στην Υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή εξ υπαιτιότητας των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή την οποία η Αιτήτρια έχει υποστεί ένεκα των παράνομων και/ή αυθαίρετων πράξεων και/ή παραλείψεων των Καθ' ων η Αίτηση. Δ. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει και/ή διατάσσει ότι η Αιτήτρια δικαιούται άμεση προαγωγή στον βαθμό Λοχαγού και/ή του Αρχιλοχία και/ή δικαιούται αναδρομικής αποκατάστασης ως προς την θέση και/ή βαθμό και/ή εξέλιξη της υπηρεσιακής της κατάστασης στον Στρατό και/ή στην αντίστοιχη μισθολογική κλίμακα και/ή τις ανάλογες προσαυξήσεις και/ή ωφελήματα και/ή τιμαριθμική αναπροσαρμογή και/ή άλλως και/ή ως αυτά που συνδέονται με την υπηρεσιακή της και μισθολογική κατάσταση και/ή ανέλιξη από την αρχική πρόσληψη της και/ή τον διορισμό της σε μόνιμη θέση στον Στρατό μέχρι σήμερα. Ε. Δήλωση και/ή Απόφαση Δικαστηρίου ότι οι πιο κάτω διατάξεις Νόμου και/ή Κανονισμοί και/ή Κανονιστικές Πράξεις είναι αντίθετες με τις διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή του Ευρωπαϊκού Χάρτη προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και/ή ειδικότερα των Ευρωπαϊκών Οδηγιών 76/207/ΕΟκ και 2002/73 ΕΚ που επιτάσσουν στην Κυπριακή εσωτερική έννομη τάξη την επίτευξη ισότητας ανδρών και γυναικών στην απασχόληση και ως τέτοιες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή εστερούμενες νομικής ισχύος και/ή χρήζουν κατάργησης και/ή θεωρούνται ήδη ως καταργηθείσες και μη ισχύουσες και/ή μη εφαρμόσιμες από οποιαδήποτε Δικαστική, Νομοθετική και/ή Εκτελεστική εξουσία και/ή Αρχή: (α) Οι περί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας Κανονισμοί δυνάμει του άρθρου 27 του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου αρ.33/1990 και (β) οι περί Γυναικών Υπαξιωματικών της Δημοκρατίας Κανονισμοί του 1993 δυνάμει του άρθρου 27 του Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου 33/1990, 103/1991 και 25(Ι)/
- ΣΤ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογο και/ή δίκαιο όπως εκδοθεί. Ζ. Δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων (00687172J). Η. Νόμιμο Τόκο.» Σύμφωνα με τους Γενικούς Λόγους της Αίτησης, η Αιτήτρια παραμένει μέχρι σήμερα στον βαθμό του Αρχιλοχία παρά το ότι «οι Καθ΄ ων η αίτηση όφειλαν ήδη στην Αιτήτρια προαγωγή το 1995 στον βαθμό του Επιλοχία, το 2000 στον βαθμό του Αρχιλοχία, το 2002 στον βαθμό του Ανθυπολοχαγού, το 2006 στον βαθμό του Υπολοχαγού και το 2010 στον βαθμό του Λοχαγού». Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι λόγω διάκρισης εις βάρος της στη βάση του φύλου της δεν συμπεριλήφθηκε για προαγωγή και/ή δεν προάχθηκε ως θα έπρεπε. Πιο συγκεκριμένα, η θέση της είναι ότι λόγω διάκρισης που υπέστηκε στη βάση του φύλου της δεν συμπεριλήφθηκε για προαγωγή στους πίνακες προακτέων όπλων κατά (α) τις κρίσεις από τα αρμόδια Συμβούλια Κρίσεων για τις προαγωγές στον Στρατό της Δημοκρατίας και (β) την κατανομή των κενών θέσεων Υπαξιωματικών μετά από σχετικές αποφάσεις του Υπουργού Άμυνας. Υποστηρίζει ότι όλες οι προαγωγές του Στρατού Ξηράς (σχετικές διοικητικές πράξεις, παραλείψεις, ενδιάμεσες και προπαρασκευαστικές διοικητικές πράξεις, πράξεις, ενέργειες, αποφάσεις κ.λ.π.) είναι παράνομες καθ' ότι έγιναν κατά παράβαση των αρχών της ισότητας των φύλων αφού βασίζονται σε κριτήρια που έχουν σχέση με το φύλο των υποψήφιων Υπαξιωματικών και εισάγουν διάκριση λόγω φύλου εις βάρος των γυναικών Υπαξιωματικών. Εισηγείται ότι οι εν λόγω σχετικές ενέργειες με τις προαγωγές στον Στρατό που έγιναν στη βάση των περί Γυναικών Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1993 ως 2002 και των Περί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1990 ως 2006, έγιναν κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι οι συνθήκες, οι όροι πρόσληψης και μονιμοποίησης, οι προϋποθέσεις ανέλιξης, προαγωγής και/ή η μισθοδοσία της είναι κατά παράβαση του Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου (Ν.205(Ι)/2002)και του Περί Ίσης Αμοιβής μεταξύ Ανδρών και Γυναικών για την Ίδια Εργασία ή Εργασία Ίσης Αξίας Νόμου (Ν.177(Ι)/2002)και ότι παρά τις διαπιστώσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως και του Υπουργείου Εργασίας ότι οι κρίσεις και οι διαδικασίες προαγωγών στην Εθνική Φρουρά, με βάση τους σχετικούς Κανονισμούς του Στρατού της Δημοκρατίας για τις Γυναίκες Υπαξιωματικούς και τους Άνδρες Υπαξιωματικούς είναι κατά παράβαση του Ν.205(Ι)/2002 τόσο ο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, όσο και ο Υπουργός Άμυνας συνεχίζουν να ενεργούν με τον ίδιο τρόπο και να προβαίνουν σε προαγωγές στην Εθνική Φρουρά, βασιζόμενοι σε κριτήρια που θεμελιώνουν δυσμενή διάκριση εις βάρος των γυναικών Υπαξιωματικών. Ισχυρίζεται ότι με βάση τα πιο πάνω και της συνεχιζόμενης εις βάρος της διάκρισης, με κριτήριο το φύλο της, την οποία υφίσταται, όχι μόνο από τον διορισμό της αλλά ειδικότερα και σε χρόνο πριν, ήτοι από την πρόσληψή της ως Εθελόντρια και που εξακολουθεί να συντελείται εις βάρος της και «υπέρ των αντίστοιχων διορισθέντων και/ή μονίμων και/ή ισόβαθμων της ανδρών, οι οποίοι ευνοούνται ανεπίτρεπτα και κατά σειρά ετών σε θέματα μισθολογικής κλίμακας, αρχαιότητας, θέσης, διορισμού, ανέλιξης και προαγωγών... αδικείται κατ' επανάληψη και κατάφωρα και σαν εργαζόμενη και σαν προσωπικότητα καθημερινά και κατά την υπηρεσία της στην Εθνική Φρουρά και δη υφίσταται συνεχή μείωση και προσβολή της προσωπικότητας της ως ανθρώπου και/ή ως εργαζομένου». Στις παραγράφους 30, 31 και 32 των γενικών λόγων της Αίτησης αναφέρονται τ' ακόλουθα: «
- Περαιτέρω η Αιτήτρια εξακολουθεί να μην λαμβάνει και να μην αποκαθίσταται στη θέση και βαθμό κατά σειρά αρχαιότητας της και/ή βάσει των ειδικών ικανοτήτων της και/ή της εμπειρίας της και/ή των προσόντων και/ή όπως της αρμόζει με συνέπειες υλικές και ηθικές και/ή η Αιτήτρια υφίσταται απώλεια αναδρομικών μισθών και λοιπών τιμαριθμικών επιδομάτων και ωφελειών και/ή προσαυξήσεων αλλά και μελλοντικών εισοδημάτων και/ή ωφελημάτων.
- Η Αιτήτρια με βάση τα ανωτέρω γεγονότα υποστηρίζει ότι δικαιούται σε αποκατάσταση της ως εργαζομένη στην Υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση ως προς την εξέλιξη και ανέλιξη της υπηρεσιακής της κατάστασης και ως πρόσωπο που ανεξαρτήτως φύλου υπηρετεί στην Εθνική Φρουρά για σειρά ετών αλλά όσο και αποκατάστασής της ως προς τις χρηματικές απαιτήσεις της οι οποίες συνδέονται με την υπηρεσιακή της θέση και ανέλιξη και την ζημιά που έχει ήδη υποστεί και θα εξακολουθεί να υφίσταται στο μέλλον εφ' όσον η Καθ' ων η Αίτηση δεν συμμορφωθούν και/ή εφ' όσον η διάκριση σε βάρος της λόγω του φύλου της ειδικότερα συνεχίζεται.
- Η Αιτήτρια λέγει ότι, η εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση παραβίαση της Αρχής της Ισότητας στην εργασία και/ή των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων που διέπουν την εργασία των υπηρετούντων στην Εθνική Φρουρά είναι παράνομος και αδικαιολόγητος και έχουν σαν αποτέλεσμα, λαμβανομένων υπ' όψιν των πραγματικών συνθηκών υπό τις οποίες η Αιτήτρια παρέχει ως εργοδοτούμενη στον Στρατό της Δημοκρατίας τις υπηρεσίες της, ότι η Αιτήτρια έχει υποστεί και/ή εξακολουθεί να υφίσταται καταπάτηση των εργασιακών δικαιωμάτων και/ή ότι έχει απολέσει κάθε προοπτική για έγκαιρη και νόμιμη ανέλιξη και/ή αύξηση της μισθολογικής της κλίμακας και/ή περαιτέρω μειώθηκε η προοπτική σταδιοδρομίας της και η Αιτήτρια υπέστηκε ζημία και απώλεια για τις οποίες αξιώνει εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, αποκατάσταση και/ή αποζημιώσεις δυνάμει της παρούσας δικαστικής διαδικασίας.» Περαιτέρω η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η κατά πάντα ουσιώδη χρόνο παράλειψη προαγωγής της και καταβολής του αντίστοιχου μισθού και/ή ωφελημάτων της γίνεται παράνομα λόγω διάκρισης φύλου. Ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είναι συνυπεύθυνος μετά των Καθ' ων η Αίτηση 1 «καθ' ότι εξ αμέλειας και/ή κατά παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων τους και ενεργώντες από κοινού και/ή κεχωρισμένως δεν έλαβαν καθόλου και/ή κανένα και/ή τα δέοντα μέτρα και/ή διαβήματα και/ή αποφάσεις προστασίας και εφαρμογής των δικαιωμάτων των εργαζομένων και/ή ειδικότερα της Αιτήτριας ως εργαζομένης και/ή παραβίασαν τα πρωταρχικά και αναφαίρετα δικαιώματα της Αιτήτριας για ισότητα και/ή ίση μεταχείριση σε ό,τι αφορά την πρόσληψη, μονιμοποίηση και ανέλιξη της ίδιας και/ή τους όρους αντιμισθίας και της κλίμακας αμοιβής και/ή λοιπά ωφελήματα και γενικά τους όρους εργασίας της.» Πιο συγκεκριμένα η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 παρέλειψαν να λάβουν όλα τα αναγκαία νόμιμα μέτρα και/ή αποφάσεις για έγκαιρη και/ή νόμιμη και/ή κανονική πρόσληψη και/ή μονιμοποίηση και/ή προαγωγή της και/ή παραλείπουν να προβούν στα δέοντα μέτρα για εργασιακή αποκατάστασή της στον βαθμό που θα έπρεπε στη βάση της ισότητας, δηλαδή να την τοποθετήσουν σε ανάλογη θέση και/ή να της δώσουν τον ανάλογο μισθό με τους άνδρες εργαζόμενους στην Εθνική Φρουρά, με βάση τον χρόνο της αρχικής πρόσληψης, τα προσόντα, την αρχαιότητά της και/ή παρέλειψαν να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα «δυνάμει Υπουργικών Αποφάσεων» για την εξίσωση των εργαζομένων στον Στρατό. Επιπρόσθετα η Αιτήτρια στην παράγραφο 34 της Αίτησης υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ»): «επιφυλασσομένης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο του τόπου, δύναται και καλείται να κρίνει και αποφασίσει ως παρεμπίπτον και/ή ως ουσιώδες ζήτημα δια την πλήρη και τελεία διεκπεραίωση της παρούσας ενώπιον του διαδικασίας κατά πόσο έχουν καταργηθεί ως αντίθετες με το Σύνταγμα και τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης οι σχετικοί και αντίστοιχοι περί ανδρών και γυναικών κανονισμοί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας του 1990 και 1993 και να εκδώσει συγκεκριμένες προς τούτο Αποφάσεις και/ή Οδηγίες προς την Διοίκηση και/ή την Αρμόδια Εκτελεστική Εξουσία για άμεση και έμπρακτη κατάργηση και/ή μεταρρύθμιση και/ή τροποποίηση των κανονισμών και την λήψη νομοθετικών και διοικητικών μέτρων προς την κατεύθυνση της πλήρους εξίσωσης ανδρών και γυναικών κατά την εργασία τους στον Στρατό και/ή απάλειψη κάθε μορφής διάκρισης (άρθρου 16 του Νόμου 58(Ι)/2004).» Η Αιτήτρια στις 21/2/2017 καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται τα πιο κάτω: «Α. Την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λεμεσού το οποίο να επιτρέπει και/ή να διατάσσει την τροποποίηση των Γενικών Λόγων της Αιτήτριας στην υπό τον ως άνω αριθμό και Αίτηση της Αιτήτριας και των επακολουθούντων και/ή συναφών δικογράφων ως ακολούθως:
- Διά της προσθήκης τριών
(3)νέων παραγράφων αμέσως μετά την παράγραφο 29 και/ή την αρίθμηση αυτών ως 30, 31 και 32, και/ή ούτως ώστε οι αρχικές παράγραφοι 30, 31 και 32, αριθμούνται ως 33, 34 και 35 επί των Γενικών Λόγων της Αιτήτριας:
(30)Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι από την ημέρα πρόσληψής της στην υπηρεσία των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 μέχρι και σήμερα υφίσταται επί καθημερινής βάσης δυσμενείς διακρίσεις και/ή σεξιστική συμπεριφορά και/ή απαξίωση λόγω του φύλου της και/ή υποβιβασμό της προσωπικότητάς της ως εργαζόμενη και/ή ως γυναίκα, σε αντίθεση με τους άνδρες συναδέλφους της και της ανατίθενται τα ίδια και/ή περισσότερα και/ή δυσκολότερα καθήκοντα σε σχέση με τους άνδρες ισόβαθμους συνάδελφους της υπό άνισες συνθήκες και/ή διαφορετικούς και/ή δυσμενέστερους όρους και/ή οδηγίες και/ή λιγότερη αμοιβή σε σχέση με αυτούς.
(31)Η Αιτήτρια ισχυρίζεται κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ότι οι διαταγές των εκάστοτε ανωτέρων της οι οποίοι ακολουθούν τις κατευθυντήριες γραμμές και/ή διαταγές των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 κατά τη διάρκεια επίσημων τελετών και/ή εορτασμών και/ή εκδηλώσεων συνεπάγονται τη διάκριση και/ή άνιση και/ή δυσμενή και/ή φυλετική διαφοροποίηση και/ή διάκριση όσον αφορά την παρουσία και/ή τον ρόλο γυναίκας υπαξιωματικού κατά τρόπο υποτιμητικό και/ή υποβιβαστικό και/ή εξευτελιστικό και/ή απαξιωτικό προς την Αιτήτρια ως γυναίκα και ως εργαζόμενη και/ή ως στρατιωτικό.
(32)Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια άσκησης της υπηρεσίας και/ή εργασίας της υπό τους Καθ΄ ων Αίτηση 1 και 2 και/ή κατά πάντα ουσιώδη χρόνο έχει δεχθεί και/ή εξακολουθεί να υφίσταται επανειλημμένως μειωτική συμπεριφορά / επιπλήξεις / από ανωτέρους και/ή ισόβαθμούς της σε σχέση με την εργασία της και/ή τα καθήκοντά της και/ή την θέση της οι οποίες ουσιαστικά συντέλεσαν και/ή αποτελούν υποβιβασμό και/ή υποτίμηση της Αιτήτριας ως γυναίκα και/ή ως άτομο και/ή ως εργαζόμενη και/ή απαξίωση της προσωπικότητας και/ή της εργασίας της με βάση το φύλο της και/ή σε αντίθεση με άνδρες συνάδελφους και/ή ισόβαθμους συναδέλφους της και/ή τούτο αδικαιολογήτως και δίχως να υφίσταται λόγος. Η Αιτήτρια επιφυλάσσεται να προσκομίσει περαιτέρω λεπτομέρειες για τα περιστατικά αυτά κατά την ακροαματική διαδικασία. (Β) Οιανδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. (Γ) Έξοδα και ΦΠΑ επί των εξόδων και/ή Διάταγμα ότι τα έξοδα θ΄ ακολουθούν το αποτέλεσμα». Η αίτηση βασίζεται στον Διαδικαστικό Κανονισμό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, στις Δ.25 θ.1-5, Δ.33, Δ.39 και Δ.48 θ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο αρ.14/60, στη σύμφυτη εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στις αρχές της επιείκειας του Δικαστηρίου. Οι λόγοι πάνω στους οποίους βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, ημερ. 21/02/2017 που συνοδεύει την αίτηση η οποία αναφέρει ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητά να της επιτραπεί να προσθέσει τέσσερις παραγράφους στους Γενικούς Λόγους της Αίτησης με σκοπό να δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες που συνθέτουν τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η Αίτησή της. Αναφέρει ότι αν δεν εγκριθεί η αίτηση θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες στην παρουσίαση της υπόθεσής της κατά τρόπο καταστροφικό αφού θα της στερηθεί το δικαίωμα να ακουστούν όλα τα oυσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για σκοπούς πλήρης απονομής της δικαιοσύνης. Λέγει ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται καλόπιστα μετά την έκδοση της απόφασης του Δ.Ε.Δ στην Αίτηση με αρ.286/2012 και ότι η παράλειψη της συμπερίληψης των γεγονότων που αιτείται με την αίτηση να συμπεριληφθούν στους Γενικούς Λόγους της Αίτησής της «δεν αποτελεί περαιτέρω ελάττωμα ή αδικαιολόγητη αμέλεια αλλά βασίζεται σε εκ παραδρομής λάθος.». Ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν Έγγραφο Εμφάνισης στις 2/3/2017 με το οποίο απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις. Στην παράγραφο 1 των Γενικών Λόγων της Έγγραφου Εμφάνισής τους εγείρουν τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: «Α. Τα ζητήματα και/ή οι διαφορές και/ή οι ισχυρισμοί που εγείρονται από την Αιτήτρια στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν εμπίπτουν στην δικαιοδοσία και/ή αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών αλλά εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο εξετάζει αυτά στα πλαίσια προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ειδικότερα και κατά παραδοχή της ίδιας της Αιτήτριας στην παράγραφο 25 της αίτησής της, οι αναφερόμενες από την Αιτήτρια πράξεις και/ή αποφάσεις και/ή παραλείψεις συνιστούν διοικητικές πράξεις που αφορούν θέματα διορισμών και/ή προαγωγών και ως τέτοιες εμπίπτουν στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου και/ή η εξέτασή τους εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου χωρίς να είναι δυνατόν οποιοδήποτε άλλο Δικαστήριο πλην του Ανωτάτου να προβεί σε άμεσο ή έμμεσο ή παρεμπίπτων έλεγχο της νομιμότητας και/ή εγκυρότητας αυτών. Β. Τα ζητήματα και/ή οι διαφορές και/ή οι ισχυρισμοί που εγείρονται από την Αιτήτρια στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν εμπίπτουν στις διαφορές η διάγνωση και/ή η απόφαση επί των οποίων εμπίπτει, με βάση τις πρόνοιες του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67ως ετροποποιήθη), στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Γ. Η παρούσα αίτηση ηγέρθη εναντίον λανθασμένων προσώπων και/ή ο τίτλος της παρούσας αίτησης είναι λανθασμένος αφού δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60.» Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 17/05/2017 η οποία βασίζεται στον Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμό, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25, Δ.33, Δ.39 και Δ.48, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο αρ.14/60 , στον περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμο του 1967, στον Ν.205(Ι)/2002και στον Ν.177(Ι)/2002, στις συμφυείς εξουσίες και/ή τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και τις αρχές της επιείκειας. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται τα πιο κάτω: «
- Με βάση τους υφιστάμενους Γενικούς Λόγους το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας να εκδικάσει την κυρίως Αίτηση και η Αιτήτρια επιδιώκει μέσω της αίτησης τροποποίησης, να προσθέσει γεγονότα και/ή κατ΄ ισχυρισμό λεπτομέρειες γεγονότων έτσι ώστε να αποφύγει την απόρριψη της κυρίως Αίτησής της λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας.
- Σε κάθε περίπτωση οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν συνιστούν περαιτέρω λεπτομέρειες που συνθέτουν τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η κυρίως Αίτηση αλλά αποτελούν νέα γεγονότα και/ή ισχυρισμούς γεγονότων που δεν μπορούν να προστεθούν στην κυρίως αίτηση.
- Οι ισχυρισμοί, που εκτίθενται στις παραγράφους που αιτείται να προσθέσει η Αιτήτρια, είναι εκπρόθεσμοι και/ή εγείρονται κατά παράβαση των χρονικών περιορισμών και/ή χρόνων παραγραφής, που προνοούνται δια της σχετικής νομοθεσίας και/ή δια του περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου του 1967 [Ν.8/67] ως ετροποποιήθη.
- Η μεγάλη καθυστέρηση [laches] και/ή αργοπορία και/ή πάροδος αντικειμενικά μεγάλου χρονικού διαστήματος στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης τροποποίησης πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη της αίτησης καθ΄ ότι πλήττονται τα συμφέροντα των Καθ΄ ων η Αίτηση και/ή πλήττεται το δημόσιο συμφέρον σε ότι αφορά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και/ή σε σχέση με την ποιότητα της μαρτυρίας, που θα προσφερθεί από κάθε πλευρά και/ή καθιστούν δύσκολη και/ή αδύνατη τη δίκαιη δίκη και/ή επιδρούν καταλυτικά επί των δικαιωμάτων των Καθ΄ ων η Αίτηση.
- Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτησή της για τροποποίηση των Γενικών Λόγων, επιδιώκει την προσθήκη νέων Γενικών Λόγων εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση και όχι την τροποποίησή τους.
- Το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει όπως οι νέοι Γενικοί Λόγοι, που η Αιτήτρια επιδιώκει με την παρούσα αίτηση τροποποίησής της να εισάξει στην αίτησή της, εκδικαστούν στο πλαίσιο νέας αίτησης.
- Με βάση τους υφιστάμενους Γενικούς Λόγους, η κυρίως Αίτηση είναι ουσιωδώς διαφορετική και/ή δεν υπάρχει συνάφεια με τους Γενικούς Λόγους που επιχειρεί να εισάξει η Αιτήτρια με την αιτούμενη τροποποίηση.
- Με την παρούσα αίτησή της για τροποποίηση των Γενικών Λόγων, η Αιτήτρια επιδιώκει να περιλάβει στους Γενικούς Λόγους ισχυρισμούς γεγονότων και/ή γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή έπρεπε να ήταν γνωστά σ΄ αυτήν από την έγερση της κυρίως Αίτησης και σε κάθε περίπτωση σε προγενέστερο της παρούσας αίτησης τροποποίησης χρόνο.
- Η εισαγωγή ισχυρισμών για δυσμενείς διακρίνεις και/ή άνιση μεταχείριση και/ή σεξιστική συμπεριφορά και/ή μετάθεση και/ή οποιεσδήποτε κατ΄ ισχυρισμό ενέργειες των Καθ΄ ων η Αίτηση που έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης δεν είναι επιτρεπτή καθ΄ ότι η τροποποίηση δικογράφου ανατρέχει στον χρόνο καταχώρησης του αρχικού δικογράφου, το οποίο δεν καταργείται αλλά τροποποιείται.
- Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτησή της για τροποποίηση των Γενικών Λόγων, επιδιώξει να εισάξει γεγονότα και/ή ισχυρισμούς γεγονότων ουσιωδώς διαφορετικά από αυτά που ήδη περιέχονται στους υφιστάμενους Γενικούς Λόγους και/ή να εκτροχιάσει την πορεία της υπόθεσης, όπως μέχρι σήμερα έχει προσδιορισθεί και/ή να μεταβάλει τον χαρακτήρα της κυρίως Αίτησης.
- Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο επαρκούς και/ή οποιασδήποτε αιτιολόγησης της παρούσας αίτησης και/ή στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει οιοσδήποτε λόγος και/ή καλός λόγος για να επιτραπεί στην Αιτήτρια να προβεί στην αιτούμενη τροποποίηση των Γενικών Λόγων και/ή η παρούσα αίτηση είναι αναιτιολόγητη.
- Η παρούσα αίτηση τροποποίησης εγείρεται καταχρηστικά και/ή κακόπιστα, αφού εγείρεται εσκεμμένα σε στάδιο μετά την έκδοση της Απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λεμεσού στην Αίτηση αρ. 286/12 ημερ. 19/5/2016 με την οποία αποφασίσθηκε ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει τα θέματα που εγείρονται με την κυρίως Αίτηση.
- Τυχόν απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας για τροποποίηση, δε θα προκαλέσει καμία ζημιά στην Αιτήτρια, αφού αυτή εάν και εφόσον πιστεύει ότι έχει οποιοδήποτε δικαίωμα εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση μπορεί να το υποβάλει στο πλαίσιο νέας αίτησης.
- Τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης θα προκαλέσει αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ΄ ων η Αίτηση.
- Δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για έγκριση της παρούσας αίτησης και/ή το σύνολο των ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότων και το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλουν όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας και όπως η παρούσα αίτηση απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.
- Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των πιο πάνω και σε περίπτωση που το Σεβαστό Δικαστήριο, παρά την ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση, ήθελε εγκρίνει την πιο πάνω αίτηση τροποποίησης, τότε όλα τα έξοδα της αίτησης και όλα τα έξοδα που θα απωλεσθούν συνεπεία της τροποποίησης των Γενικών Λόγων, θα πρέπει να επιδικασθούν υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, καθότι είναι η Αιτήτρια που παρέλειψε να προβάλει εξ΄ αρχής συγκεκριμένους ισχυρισμούς γεγονότων και η παρούσα ένσταση εύλογα και σύμφωνα με τη νομολογία προβάλλεται». Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Ναυσικάς Πιρόκκα, η οποία είναι βοηθός γραμματειακός λειτουργός στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η κα Πιρόκκα αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους Καθ' ων η Αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση για λογαριασμό τους και τα γεγονότα επί των οποίων ορκίζεται τα γνωρίζει από έγγραφα που περιέχονται στον φάκελο της υπόθεσης και από πληροφορίες τις οποίες έχει λάβει από τη δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα Αίτηση. Λέγει ότι με βάση τους υφιστάμενους λόγους της Αίτησης το Δ.Ε.Δ. στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Αίτηση και η Αιτήτρια επιδιώκει μέσω της αίτησης τροποποίησης να προσθέσει γεγονότα ώστε να αποφύγει την απόρριψη της Αίτησης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Ότι το θέμα της έλλειψης δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. κρίθηκε με την απόφαση του Δ.Ε.Δ. στην Αίτηση με αρ. 286/12 ημερ. 19/5/2016 και ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και κακόπιστα μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης με την οποία κρίθηκε ότι το Δ.Ε.Δ. δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τα θέματα που εγείρονται με την Αίτηση. Ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν συνιστούν περαιτέρω λεπτομέρειες των γεγονότων που αναφέρονται στην Αίτηση αλλά αποτελούν νέα γεγονότα που διαφέρουν ουσιαστικά από τα υφιστάμενα μεταβάλλοντας τον χαρακτήρα της υπόθεσης. Ότι τα νέα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που θέλει η Αιτήτρια να εισάξει στην Αίτηση στηρίζουν αγώγιμα δικαιώματα τα οποία έχουν παραγραφεί βάσει των προνοιών του Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμο. Ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και οι Καθ' ων η Αίτηση θα δυσκολευτούν να προσκομίσουν μαρτυρία επί των ισχυρισμών που ζητά η Αιτήτρια να προσθέσει στην Αίτηση. Ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει όπως οι ισχυρισμοί τους οποίους η Αιτήτρια επιθυμεί να εισάξει στο δικόγραφό της να εκδικαστούν στο πλαίσιο νέας Αίτησης Εργατικής Διαφοράς. Υποστηρίζει ότι τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί τους οποίους επιθυμεί η Αιτήτρια να εισάξει στο δικόγραφό της της ήταν γνωστά και έπρεπε να της ήταν γνωστά από προηγουμένως και δεν προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση το υπόβαθρο που δικαιολογεί την αίτηση. Ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα - Κατάληξη Η διαδικασία ενώπιον του Δ.Ε.Δ. ρυθμίζεται από τις πρόνοιες των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999-2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της τροποποίησης) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τ΄ ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». H τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν τίθεται ενώπιόν του αίτημα για τροποποίηση δικογράφου υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ο χρόνος και το στάδιο που υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, η δυνατότητα που είχε το αιτών μέρος για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Οι εν λόγω παράγοντες ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης έχουν ποικίλλουσα βαρύτητα (βλέπε: Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 16, Αstor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A. G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 726[1], Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation
(2013)1 ΑΑΔ 543). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Cl.Preece v. Nάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138 λέχθηκε ότι: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου.» Στο Annual Practice 1958 στη σελ.621 αναφέρεται επιγραμματικά ο γενικός κανόνας αναφορικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων: «As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent. But if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused.» Η σύγχρονη τάση όπως ξεπροβάλλει από τη νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα αφού θεμελιακή αρχή της εν λόγω νομολογίας είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της διαφοράς[2]. (Βλέπε Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) ΑΑΔ 44, Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη
(2012)1 ΑΑΔ 817). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που (α) η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται κακόπιστα από τον αιτητή (Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 11), Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 (Ε) ΑΑΔ 704) και (β) οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως τη φύση και τη βάση της αξίωσης (Τσαγκάρη ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 156)). Στην Πολιτική Έφεση Αρ.51/2012 Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian, ν. 1. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α ημερομηνίας 11/2/2016 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα σχετικά με τις αρχές που διέπουν το θέμα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Άδεια για τροποποίηση μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ώστε όλα τα επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων για το ίδιο θέμα να εκδικαστούν σε μια διαδικασία. Με βάση τη λεγόμενη σύγχρονη τάξη της νομολογίας επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμη και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Τελικά με την πάροδο των χρόνων η προσέγγιση της νομολογίας στο θέμα της τροποποίησης έγινε αρκετά φιλελεύθερη ώστε να εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με βάση το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα (πιο πάνω) στη σελ.52 υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Bowen στην αγγλική υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch. D. 700: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . . It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right». Στην Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα σε σχέση με το πότε μια αίτηση τροποποίησης μπορεί να κριθεί ως κακόπιστη: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας , η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικού δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.». Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33, τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτηση τροποποίησης. Στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη». Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση παραπέμπουμε στο απόσπασμα στη σελ.707 στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά (πιο πάνω) όπου τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & Άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 All E.R. 38: "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence.''» Στην απόφαση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. Α.G. Leventis (Nigeria) Ltd κ.α. (πιο πάνω) λέχθηκε ότι ενώ ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. (Βλέπε επίσης Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη, (πιο πάνω)). Σημειώνουμε ότι τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης θα πρέπει να εξετάζεται με την έννοια όχι αφ΄ εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για τροποποίηση σε σχέση με το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης. (Βλέπε C & A Pelekanos Associates Ltd ν. Α. Πελεκάνου
(2001)1 AAΔ 2075). Όπως υποδείχτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013 IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α ημερ. 20/3/2014 η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Όσον αφορά τη δικαιολόγηση από απόψεως χρόνου του αιτήματος για τροποποίηση στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δώσει υπερβολική βαρύτητα στο ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης τροποποίησης πρόσθεσε ότι όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερήσει από τον διάδικο το δικαίωμα να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 στη σελ.624 γίνεται αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης όπως ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Before the Hearing - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position, than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 QB D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs...». Στη σελ. 627-628 σημειώνονται τ' ακόλουθα : "New Case.- The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch, 1 Ch.D.42; Hubbuck v. Helms, 56 L.J.Ch. P.539). But it will do so where amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action ( Raleigh v. Goshen, [1898] 1 Ch. p.81; cf. Edevain v Cohen, 41 Ch.D. p. 567, and Behn v.Bloom
(1911),132 L.T.J 87), or where the amendment will still leave the plaintiff without any title to sue at the date of the writ (Creed v. Creed, [1913] 1 Ir.R 48); or where the cause of action sought to be introduced by the amendment did not exist at the date of the writ ( Eshelby v. Federated European Bank, [1932] 1 K.B.254;on appeal, ib.429, C.A.); or where defendant' s position would be prejudiced by allowance of the amendment (Hilton v . Sutton Steam Laundry, [1946] 1 K.B.65, C.A.);or where a claim had been abandoned (Harries v. Ashford, [1950] 1 All E.R, 427)". "Rights Accrued, where.- Amendments which would prejudice the rights of the opposite party existing at date of proposed amendment are not, as a rule, admissible. Thus, a plaintiff will not be allowed to amend by setting up a fresh claim in respect of causes of action, which since the issue of the writ, have become barred by the Statute of Limitations (Weldon v Neal, 19 Q.B.D.394; Doyle v. Kaufman 3 Q.B.D.7; Lancaster v. Moss, 15 T.L.R. 476; Palmer v. Palmer ,[1923] 2 Ir.R.154; Marshall v. L.P.T.B., [1936] 3 All E.R.83; Batting v. L.P.T.B., [1941] 1 All E.R.228; Hilton v . Sutton Steam Laundry, [1946] 1 K.B.65, C.A) Amendments which may affect the position of the other persons, e.g. plaintiffs in similar actions may be refused (Forbes v. Samuel [1913]3 K.B.65,C.A.). Nor will a defendant be allowed to amend his defence six months after writ by alleging that a local authority, and not he, was liable, the period within which the local authority could have been sued having expired (Steward v. North Metropolitan Tramways Co, 16.Q.B.D.556..... ) ". Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th Edition, στις σελ. 131-133 αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Although the court will not refuse to allow an amendment simply because it will introduce a new case or a new ground of defence, yet leave will be refused where the amendment would change the action into one of a substantially different character which could one conveniently be made the subject of a fresh action. Leave to amend will also be refused where the cause of action sought to be introduced by the amendment arose after the date of the writ ......................., an amendment will not be allowed which will prejudice the rights of the opposite party as existing at the date of the proposed amendment, for such an amendment would do the opposite an injury which could not be compensated for by costs or otherwise,.......On this principle, ......, the plaintiff will not be allowed to reframe his case or claim by an amendment of the writ or the statement of claim which would deprive the defendant of the accrued right to rely on the Limitation Acts. Thus the plaintiff may not introduce by amendment, whether by addition or substitution, a new cause of action which, since the issue of the writ, has become barred by the Limitation Acts, although if the amendment sought does not constitute a new cause of action, but relies on the same or substantially the said facts already pleaded and constitutes no more than a different or additional approach to those facts, it will be allowed, even after the expiry of the relevant period of limitation .................... ... ». (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας ) Σύμφωνα με τις αρχές της αγγλικής νομολογίας όπως αυτές αναφέρονται στην υπόθεση Steward v. North Metropolitan Tramways Co (πιο πάνω) οι αιτούμενες τροποποιήσεις με σκοπό να διορθώσει ο διάδικος λάθη ή παραλείψεις στο δικόγραφο του κατά κανόνα επιτρέπονται αν με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης ο αντίδικος διάδικος θα βρεθεί στην ίδια θέση για σκοπούς απόδοσης δικαιοσύνης με αυτή που ήταν όταν το λάθος ή παράλειψη έλαβε χώρα ή όπως τέθηκε διαφορετικά, κατά κανόνα δεν επιτρέπονται τροποποιήσεις αν ο διάδικος με το λάθος ή με την παράλειψη του προκάλεσε ζημιά στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων ή άλλως πως. Ο Lord Keith στην απόφαση κατά πλειοψηφία (3 προς 2) της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 ALL E.R. 38 στην απόφασή του διευκρινίζει την έννοια «ζημιάς» στις αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα σημειώνει: «The sort of injury which is here in contemplation is something which places the other party in a worse position from the point of view of presentation of his case than he would have been if his opponent had plead the subject matter of the proposed amendment at the proper time. If he would suffer no prejudice from that point of view, then an award of cost is sufficient to prevent him from suffering injury and the amendment should be allowed. It is not a relevant type of prejudice that allowance of the amendment will or may deprive him of a success which he would achieve if the amendment were not to be allowed». Στην Πολιτική Έφεση Αρ.51/2012 Ανδριανή Αρακελιάν (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «..Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι εφικτή οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη περίπτωση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι εκεί που αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επέλθει βλάβη στον αντίδικο ή όπου είναι φανερό ότι ο Αιτητής ενεργεί με κακή πίστη. Η συνήθης βλάβη που μπορεί να επέλθει και η οποία δεν είναι εύκολο να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, είναι στις περιπτώσεις που εγείρεται θέμα παραγραφής, π.χ. όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί ή όπου ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να εγείρει συγκεκριμένη υπεράσπιση, λόγω νομοθετικής παραγραφής (βλ. Lancaster v. Moss [1899] 32
(2)Reissue, Digest 1575, Marshall v. L.P.T.D. [1936] 3 All ER 83 και Annual Practice 1959 σελ. 627).» Έχοντας υπόψη μας τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε την ουσία της αίτησης τροποποίησης, κατά πόσον δηλαδή τηρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για έγκριση του αιτήματος. Κατ' αρχάς παρατηρούμε ότι οι αξιώσεις της Αιτήτριας καθώς και οι βάσεις που τις θεμελιώνουν όπως αυτές εκτίθενται στους Γενικούς Λόγους και το Αιτητικό της Αίτησης στηρίζονται και εμπίπτουν στο πλαίσιο του Ν.205(Ι)/2002και του Ν.177(Ι)/2002. Πιο συγκεκριμένα η Αιτήτρια με την Αίτηση αξιώνει
(1)ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για υλική και ηθική ζημιά που υπέστηκε λόγω της κατ' ισχυρισμό δυσμενούς διάκρισης που υπέστηκε και υφίσταται ως εργοδοτούμενη στην Εθνική Φρουρά στη βάση του φύλου της, η οποία διάκριση είχε ως συνέπεια τον διορισμό και τη μονιμοποίησή της σε μεταγενέστερο στάδιο καθώς και τη μη προαγωγή της σε διάφορες χρονικές περιόδους,
(2)δήλωση του Δικαστηρίου για άμεση προαγωγή της στις θέσεις που θα προαγόταν αν δεν υπήρχε η κατ' ισχυρισμό δυσμενής διάκρισή της και αναδρομική αποκατάστασή της σε σχέση με τις απολαβές της και
(3)δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι περί Γυναικών Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμοί του 1993 ως 2002 και οι Περί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμοί του 1990 ως 2006 είναι άκυροι επειδή παραβιάζουν τον Ν.205(Ι)/2002. Εξετάζοντας προσεκτικά το περιεχόμενο των Γενικών Λόγων της Αίτησης διαπιστώνουμε ότι τα γεγονότα που στηρίζουν τις απαιτήσεις της Αιτήτριας αφορούν (
- i)τον μόνιμο διορισμό της στην Εθνική Φρουρά ως Υπαξιωματικός και τον χρόνο που έγινε αυτός, και (
- ii)τη μη προαγωγή της σε διάφορα χρονικά σημεία λόγω της μη συμπερίληψής της στους καταλόγους για προαγωγή κατά (α) την κατανομή των κενών θέσεων των Υπαξιωματικών από τον Υπουργό Άμυνας και (β) τις κρίσεις από τα αρμόδια Συμβούλια Κρίσεων της Εθνικής Φρουράς. Παρατηρούμε ότι είναι ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι όλες οι πράξεις των εργοδοτών της που συνδέονται με τα πιο πάνω είναι παράνομες καθότι έγιναν στη βάση των περί Γυναικών Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1993 ως 2002 και των Περί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1990 ως 2006 οι διατάξεις των οποίων παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όπως αυτή προβλέπεται στον Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμο (Ν.205(Ι)/2002)και στον Περί Ίσης Αμοιβής μεταξύ Ανδρών και Γυναικών για την Ίδια Εργασία ή Εργασία Ίσης Αξίας Νόμο (Ν.177(Ι)/2002). Ότι η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υφίσταται, λόγω του πιο πάνω πλαισίου που εφαρμόζεται στην απασχόλησή της, δυσμενή διάκριση λόγω του φύλου της σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας της, τους όρους πρόσληψης και μονιμοποίησής της, τις προϋποθέσεις ανέλιξης και προαγωγής της και τη μισθοδοσία της και ότι παρά τις διαπιστώσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως και του Υπουργείου Εργασίας ότι οι διαδικασίες προαγωγών στην Εθνική Φρουρά στη βάση των περί Γυναικών Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1993 ως 2002 και των Περί Υπαξιωματικών του Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις) Κανονισμών του 1990 ως 2006 παραβιάζουν τον Ν.205(Ι)/2002, οι προαγωγές στην Εθνική Φρουρά συνεχίζονται να γίνονται στη βάση των πιο πάνω αναφερομένων Κανονισμών που προβλέπουν κριτήρια που θεμελιώνουν δυσμενή διάκριση σε βάρος γυναικών Υπαξιωματικών και ότι λόγω αυτής της συνεχιζόμενης διάκρισης εις βάρος της λόγω του φύλου της «σε θέματα μισθολογικής κλίμακας, αρχαιότητας, θέσης, διορισμού, ανέλιξης και προαγωγών... αδικείται κατ' επανάληψη και κατάφωρα και σαν εργαζόμενη και σαν προσωπικότητα καθημερινά και κατά την υπηρεσία της στην Εθνική Φρουρά και δη υφίσταται συνεχή μείωση και προσβολή της προσωπικότητας της ως ανθρώπου και/ή ως εργαζομένου». Περαιτέρω ότι δεν πάρθηκαν οποιεσδήποτε αποφάσεις (α) για την αποκατάστασή της στη θέση και τον βαθμό που θα είχε σήμερα και (β) για τις μισθολογικές απολαβές που θα ελάμβανε σήμερα, αν δεν υφίστατο δυσμενή μεταχείριση λόγω του φύλου της κατά τη διαδικασία των μονιμοποιήσεων και των προαγωγών στην Εθνική Φρουρά. Το παράπονο της Αιτήτριας για δυσμενή διάκρισή της λόγω φύλου στρέφεται
(1)κατά των πράξεων των εργοδοτών της σε σχέση (
- i)με την κατανομή των κενών θέσεων των μόνιμων Υπαξιωματικών (οι οποίες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της στέρησαν (α) τον διορισμό της σε μόνιμη θέση σε προγενέστερο στάδιο από αυτό που διορίστηκε και (β) την προαγωγή της, μετά τη μονιμοποίησή της, σε πιο ψηλές βαθμίδες) και (
- ii)με τις κρίσεις και τις προαγωγές των μόνιμων Υπαξιωματικών από τα αρμόδια Συμβούλια Κρίσεων (οι οποίες της στέρησαν την προαγωγή της σε πιο ψηλές θέσεις) και
(2)κατά των παραλείψεων των αρμόδιων αρχών να λάβουν μέτρα ώστε να τροποποιηθεί το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησής της (σχετικά με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια μονιμοποίησης και προαγωγής) στο οποίο στηρίχθηκαν και στηρίζονται οι εργοδότες της για τους διορισμούς και τις προαγωγές στην Εθνική Φρουρά. Σημειώνουμε ότι το παράπονο της Αιτήτριας για τις μισθολογικές απολαβές της συνδέεται με τα πιο πάνω. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι δεν εντοπίζουμε στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Αιτήτριας οποιοδήποτε άλλο θέμα και/ή παράπονο αναφορικά με (α) την απασχόλησή της, τις συνθήκες και το περιβάλλον εργασίας της και (β) την αντιμετώπισή της ως εργοδοτουμένης στον χώρο εργασίας της για το οποίο ισχυρίζεται ότι συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος της λόγω του φύλου της. Εξετάζοντας με προσοχή τα όσα ζητούνται στην Αίτηση και τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και τα όσα προκύπτουν από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα, διαπιστώνουμε ότι με την αίτηση επιδιώκεται η προσθήκη νέων ισχυρισμών που αφορούν (α) τη συμπεριφορά των εργοδότων της Αιτήτριας προς το πρόσωπό της και (β) το περιβάλλον, τους όρους και τις συνθήκες εργασίας της Αιτήτριας που συνιστούν, σύμφωνα με την Αιτήτρια, δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος της λόγω του φύλου της. Κρίνουμε ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία αφού για να παρουσιάσει η Αιτήτρια σχετική μαρτυρία προς υποστήριξη και τεκμηρίωση των (νέων) θέσεών της για δυσμενή μεταχείριση όσον αφορά τις συνθήκες και το περιβάλλον της εργασίας της καθώς και τη θυματοποίηση και τη παρενόχλησή της λόγω του φύλου της που συνιστούν απαγορευμένες διακρίσεις λόγω φύλου βάσει των προνοιών του Ν.205(Ι)/2002 και τον Ν.177(Ι)/2002, οι εν λόγω θέσεις της θα πρέπει να είναι δικογραφημένες. Μη έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα της στερήσει το δικαίωμα να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της Αίτησης εργατικής διαφοράς τα γεγονότα που επικαλείται προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεών της. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα παρατηρούμε ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε τέσσερα χρόνια και οχτώ μήνες μετά την καταχώρηση της Αίτησης, μια μέρα πριν την ημερομηνία που ήταν ορισμένη για πρώτη φορά η υπόθεση για ακρόαση και μίαν εβδομάδα πριν την καταχώρηση του Έγγραφου Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται γενικά και αόριστα ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την έκδοση της απόφασης του Δ.Ε.Δ. στην αίτηση εργατικής διαφοράς με αρ. 286/2012 (χωρίς να αναφέρει πότε εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση και τι αφορούσε) και ότι η μη συμπερίληψη των αιτούμενων τροποποιήσεων στο αρχικό δικόγραφο της βασίζεται σε εκ παραδρομής λάθος (χωρίς να διευκρινίζει ποιο ήταν αυτό το λάθος) και όχι σε αδικαιολόγητη αμέλεια. Οι Καθ' ων η Αίτηση προέβαλαν χωρίς να αμφισβητηθεί από την Αιτήτρια ότι η εν λόγω απόφαση του Δ.Ε.Δ. εκδόθηκε στις 19/5/2016 και με την οποία αποφασίστηκε ότι το Δ.Ε.Δ. δεν έχει καθ' ύλην δικαιοδοσία να εκδικάσει θέματα που αφορούν τη μονιμοποίηση και τις προαγωγές γυναίκας Υπαξιωματικού στην Εθνική Φρουρά και στη βάση αυτού του ισχυρισμού τους ήταν η θέση τους ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, φαίνεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση ήταν δυνατό να γινόταν νωρίτερα (από τις 19/5/2016) και όντως υπάρχει κάποια καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Όμως ενόψει του ότι το Έγγραφο Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση καταχωρήθηκε μίαν εβδομάδα μετά την καταχώρηση της αίτησης και του ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει ο χρόνος της καθυστέρησης, κατά την άποψή μας, δεν είναι τόσο μεγάλος που να μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης για τον λόγο αυτό. Ούτε θεωρούμε ότι η καθυστέρηση είναι τόσο μεγάλη που θα δημιουργήσει προβλήματα στη δίκαιη παρουσίαση της υπόθεσης των Καθ' ων η Αίτηση. Η μη δικαιολόγηση της καθυστέρησης της υποβολής της αίτησης και το γεγονός ότι η Αιτήτρια γνώριζε από προηγουμένως όλα τα γεγονότα της διαφοράς της με τους Καθ' ων η Αίτηση και μπορούσε να τα περιλάβει στην αρχική Αίτησή της, με βάση την πιο πάνω νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν συνιστούν αιτίες για απόρριψη της αίτησης τροποποίησης στην περίπτωση που με την τροποποίηση δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Κατά τη γνώμη μας οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του Άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων. Σημειώνουμε ότι δεν διαπιστώσαμε ότι η Αιτήτρια είχε οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Μας προβληματίζει το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί τους οποίους η Αιτήτρια επιθυμεί να εισαγάγει στο δικόγραφό της τίθενται πολύ γενικά και αόριστα χωρίς κάποιες λεπτομέρειες που τους στηρίζουν αλλά αυτό από μόνο του δεν μπορεί να μας οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αληθείς και γίνονται με σκοπό όχι την απονομή δικαιοσύνης αλλά για άλλους λόγους. Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για απόδειξη κακοπιστίας βαρύνει τον διάδικο που τον επικαλείται και για να αποδειχθεί κακοπιστία χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα. Η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση δεν έθεσε ενώπιόν μας ξεκάθαρο μαρτυρικό υλικό που να καταδεικνύει ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητούνται τροποποιήσεις που δεν είναι αληθείς ή που είναι εντελώς αβάσιμες εντός του πλέγματος των διαφορών των διαδίκων μερών όπως παρουσιάζεται μέσα από τα δικόγραφα. Το γεγονός ότι η αίτηση υποβάλλεται μετά την έκδοση απόφασης του Δ.Ε.Δ. στην αίτηση με αρ. 286/2012 στην οποία αποφασίστηκε ότι το Δ.Ε.Δ. δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει αίτηση εργατικής διαφοράς που αφορά διάκριση λόγω φύλου στις διαδικασίες πρόσληψης και προαγωγής γυναίκας Υπαξιωματικού στην Εθνική Φρουρά και ο ισχυρισμός της πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση ότι με την αίτηση γίνεται προσπάθεια της Αιτήτριας να αποφύγει την ίδια κατάληξη και στην δική της Αίτηση δεν μπορούν, κατά την άποψή μας, να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα. Η Αιτήτρια με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιθυμεί να εισαγάγει νέους ισχυρισμούς και νέα γεγονότα τα οποία μεταβάλλουν μερικώς το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης υπό την έννοια ότι προστίθενται νέοι ισχυρισμοί γεγονότων που αφορούν τις συνθήκες και το περιβάλλον εργασίας της Αιτήτριας καθώς και την αντιμετώπιση/μεταχείριση (θυματοποίηση και παρενόχληση) της Αιτήτριας από τους εργοδότες της και/ή τους προϊσταμένους της στον χώρο εργασίας της και/ή στην εργασία της και όχι τις συνθήκες και τις διαδικασίες προαγωγών ως η υφιστάμενη Αίτηση. Τα γεγονότα που επιθυμεί η Αιτήτρια να εισαγάγει στο δικόγραφό της στηρίζουν αγώγιμα δικαιώματα που παρέχονται στην Αιτήτρια από τον Ν.205(Ι)/2002 και τον Ν.177(Ι)/2002 αλλά αυτά τα γεγονότα στηρίζουν διαφορετικά αγώγιμα δικαιώματα από τα αυτά που περιέχονται στην Αίτηση. Σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης θα πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο νέες βάσεις αγωγών εντός του πλαισίου των Ν.205(Ι)/2002και του Ν.177(Ι)/2002 οι οποίες στηρίζονται σε διαφορετικά γεγονότα από τα υφιστάμενα. Το εν λόγω γεγονός δεν αποτελεί από μόνο του κώλυμα στην έγκριση της αίτησης αλλά θα πρέπει να εξετάσουμε το εν λόγω γεγονός υπό το πρίσμα των αρχών ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και ότι κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Κρίνουμε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις παρόλο που συνιστούν στην ουσία νέες βάσεις αγωγής και προσθέτουν νέα επίδικα θέματα και μπορεί να περιπλέξουν τη διαδικασία δεν αλλάζουν τον χαρακτήρα της Αίτησης σε τέτοιο βαθμό που να την μεταβάλλουν ριζικά και ουσιαστικά και να την μετατρέπουν σε διαφορετικής φύσεως διαφορά αφού τόσο οι υφιστάμενοι ισχυρισμοί όσο και οι ισχυρισμοί τους οποίους επιθυμεί η Αιτήτρια να προσθέσει στο δικόγραφό της σχετίζονται με θέματα απαγορευμένων διακρίσεων κατά την απασχόληση της Αιτήτριας λόγω του φύλου της. Όμως οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν συνιστούν περαιτέρω λεπτομέρειες που συνθέτουν τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η Αίτηση αλλά νέα γεγονότα που στηρίζουν νέα (επιπρόσθετα) αγώγιμα δικαιώματα της Αιτήτριας. Ούτε οι αιτούμενες τροποποιήσεις μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν μια διαφορετική ή επιπρόσθετη προσέγγιση των γεγονότων που ήδη δικογραφούνται. Στη βάση των πιο πάνω σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης θα παραβιαστεί η αποκλειστική προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμου 1967 (Ν.8/67)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα για έγερση απαίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα[3]. Με τον τροποποιητικό Νόμο 169
(1)/2002 με τον οποίο εισήχθηκε το εδάφιο (10Α) στο άρθρο 12 του Νόμου, ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης στο Δ.Ε.Δ.. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α), οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. πρέπει να υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου όταν η υπόθεση αφορά πλεονασμό. Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας, η θεραπεία μέσω του Δ.Ε.Δ. για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη. Η Αιτήτρια επιζητεί την προσθήκη νέων γεγονότων που στηρίζουν νέες βάσεις αγωγής και/ ή νέα αγώγιμα δικαιώματα διαφορετικά και επιπρόσθετα από αυτά της Αίτησης τέσσερα χρόνια και οχτώ μήνες μετά την καταχώρηση της Αίτησης. Σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια δεν δίνει κανένα στοιχείο αναφορικά με το πότε συνέβησαν τα περιστατικά τα οποία επιθυμεί να εισαγάγει στην Αίτησή της (είτε με τις αιτούμενες τροποποιήσεις είτε με την ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την αίτηση) αλλά ακόμα και αν υπήρξε οποιοδήποτε περιστατικό δυσμενούς μεταχείρισης της Αιτήτριας λόγω του φύλου της στις 6/4/2012 ημερομηνία που καταχωρήθηκε η Αίτηση το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα παραγράφηκε στις 7/4/2013. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι αν αυτή εγκριθεί θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα αποστερηθούν δικαιώματος το οποίο απέκτησαν κατά τον χρόνο της αιτούμενης τροποποίησης (vested right) σχετικά με την παραγραφή των εν λόγω αγώγιμων δικαιωμάτων της Αιτήτριας. Η πιο πάνω διαπίστωσή μας σφραγίζει την τύχη της αίτησης η οποία δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εις βάρος της Αιτήτριας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............. Χρ. Νεοφύτου, Μέλος. Φλ. Φλώρου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης). [1] Στις σελίδες 730-731 της εν λόγω απόφασης σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «To ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». [2] Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α
(2007)1 ΑΑΔ 1005 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίνεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας , αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων». [3] «12(10Α). Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζoν προσωπικό:..............» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο