ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΜΙΧΑΗΛ ν. D.A.G. LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 76/16, 30/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:47 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Στ. Χατζημανώλη ) Χρ. Χριστοφή ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 76/16 Μεταξύ: ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΜΙΧΑΗΛ Αιτητή και
- D.A.G. LIMITED (ΗΕ 50718)
- ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 28/4/2017 για διαγραφή ισχυρισμών που περιέχονται στους Γενικούς Λόγους του Εγγράφου Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση 1 Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα Νικολάου Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1: κα Χ'' Κυριάκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής καταχώρησε στις 17/2/2016 την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση εργατικής διαφοράς («η αίτηση») εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και αξιώνει από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 («η Εργοδότρια Εταιρεία») αποζημιώσεις για παράνομο και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησής του σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 1967 (Ν.24/67)όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («ο Νόμος») και διαζευκτικά σε περίπτωση που η Εργοδότρια Εταιρεία αποδείξει ότι η απόλυσή του οφείλεται σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού πληρωμή από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 - Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») με βάση το άρθρο 16
(1)του Νόμου σε συνδυασμό με τον 4ο Πίνακα του Νόμου. Ο Αιτητής στους Γενικούς λόγους της Αίτησής του ισχυρίζεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία με επιστολή της τερμάτισε μονομερώς την απασχόλησή του δίνοντας του προειδοποίηση 11 εβδομάδων και ορίζοντας ως τελευταία μέρα της απασχόλησής του τις 26/11/2014 προβάλλοντας ως λόγο τερματισμού της απασχόλησής του «την έλλειψη εργασίας ένεκα της οικονομικής κρίσης» στην επιχείρηση που τον απασχολούσε. Ότι στις 27/11/2014 υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού η οποία απορρίφθηκε από το Ταμείο στις 16/12/2015 με τη δικαιολογία ότι ο τερματισμός της απασχόλησής δεν οφείλεται σε πλεονασμό όπως καθορίζεται στο άρθρο 18 του Νόμου. Το Ταμείο καταχώρησε Έγγραφο Εμφάνισης στις 25/5/2016 και στους Γενικούς Λόγους ισχυρίζεται ότι το αίτημα του Αιτητή για πληρωμή λόγω πλεονασμού απορρίφθηκε γιατί από τα στοιχεία που υπάρχουν ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή δεν οφείλετο σε λόγους πλεονασμού. Η Εργοδότρια Εταιρεία κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή δεν παρουσίαζε ουσιαστική μείωση του κύκλου εργασιών της επιχείρησής της. Απέλυσε τον Αιτητή και στον ουσιώδη χρόνο προέβη σε πρόσληψη νέου εργοδοτουμένου που ασκεί τα ίδια καθήκοντα με τον Αιτητή στην ίδια ειδικότητα. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους Γενικούς Λόγους του Εγγράφου Εμφάνισής της (το οποίο καταχωρήθηκε την 1/2/2017) απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις και προβάλλει τους δικούς της ισχυρισμούς σε απάντηση των ισχυρισμών του Αιτητή. Ενώ παραδέχεται ότι παρέδωσε επιστολή απόλυσης στον Αιτητή στις 26/11/2014 αρνείται ότι υπήρξε μονομερής απόφασή της για τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή. Είναι η θέση της ότι αφού ο Αιτητής ανακοίνωσε στο προσωπικό της επιχείρησής της ότι θα μετέβαινε στην Αγγλία λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε ζήτησε από τον κ.Διαβαστό και τη θυγατέρα του με τους οποίους είχε φιλικές και οικογενειακές σχέσεις να τον απολύσουν με τον ισχυρισμό της μείωσης της εργασίας της επιχείρησης της Εργοδότριας Εταιρείας ώστε να μπορεί να αποταθεί στο Ταμείο για αποζημίωση. Ότι ο κ.Διαβαστός αρχικά αρνήθηκε λόγω του ότι δεν θα μπορούσε να προσληφθεί άλλος υπάλληλος στη θέση του αλλά και επειδή γνώριζε τον εθισμό του Αιτητή στον τζόγο. Ότι ο Αιτητής πάντοτε είχε οικονομικά και οικογενειακά προβλήματα λόγω των στοιχημάτων που έπαιζε συχνά και για αρκετά χρόνια και ότι λόγω των πιο πάνω για αρκετά χρόνια λάμβανε τον μισθό του προκαταβολικά. Ότι μετά από επίμονες και επανειλημμένες εκκλήσεις του Αιτητή προς τον κ.Διαβαστό και τη θυγατέρά του επικαλούμενος τα χρέη, τις οικονομικές δυσκολίες, τις ανάγκες των παιδιών του και ότι η νέα δουλειά που βρήκε στην Αγγλία θα είναι μια ευκαιρία γι΄ αυτόν για μια νέα καθαρή αρχή ο κ.Διαβαστός και η θυγατέρα του πείστηκαν και αποδέχτηκαν να τον απολύσουν εικονικά ώστε να μπορέσει να αποταθεί στο Ταμείο για αποζημίωση. Ότι ο κ.Διαβαστός έλαβε συμβουλή από δικηγόρο όπως ο Αιτητής του υπογράψει μία δήλωση ότι δεν θα έχει καμία απαίτηση από την Εργοδότρια Εταιρεία αλλά ο Αιτητής βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες τελικά αναχώρησε από την Κύπρο χωρίς να υπογράψει την εν λόγω δήλωση. Ότι ο Αιτητής αναφέροντας ότι τον πίεζε ο χρόνος για να υποβάλει την αίτηση στο Ταμείο προτού αναχωρήσει από την Κύπρο άσκησε πίεση στην Εργοδότρια Εταιρεία να υπογράψει τις σχετικές φόρμες και υπέβαλε τις εν λόγω φόρμες στο Ταμείο πριν την αναχώρησή του από την Κύπρο. Μετά από τέσσερις μήνες επέστρεψε στην Κύπρο και ζήτησε από την Εργοδότρια Εταιρεία κάποιο έγγραφο για τον Φόρο Εισοδήματος και τους ενημέρωσε ότι το Ταμείο ζητούσε κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες τις οποίες και έστειλε η Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε άλλη επικοινωνία με τον Αιτητή μέχρι τον Μάρτιο του 2016 που της επιδόθηκε η αίτηση και ότι ο κ. Διαβαστός επικοινώνησε αμέσως με τον Αιτητή για να ζητήσει τον λόγο και αυτός τον επιβεβαίωσε ότι δεν έχει σκοπό να απαιτήσει οτιδήποτε από την Εργοδότρια Εταιρεία αλλά ότι είναι απαραίτητο να είναι διάδικο μέρος για τον βοηθήσει με την απαίτησή του εναντίον του Ταμείου και του υποσχέθηκε ότι οποία και να είναι η απόφαση δεν θα απαιτήσει οποιοδήποτε ποσό από την Εργοδότρια Εταιρεία και του ζήτησε να τον βοηθήσει με την αίτηση στο Δικαστήριο. Ότι ο κ. Διαβαστός μίλησε τηλεφωνικώς με τον Αιτητή πολλές φορές ο οποίος ενώ αρχικά τον διαβεβαίωνε ότι θα υπογράψει τη δήλωση ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση από την Εργοδότρια Εταιρεία ως το αίτημα του κ.Διαβαστού στη συνέχεια του ανέφερε ότι τον συμβούλευσε η δικηγόρος του να μην υπογράψει τη δήλωση και του έδωσε τα στοιχεία της να επικοινωνήσει μαζί της. Ότι όταν επικοινώνησε με τη δικηγόρο του Αιτητή αυτή αρνήθηκε να συζητήσει οτιδήποτε μαζί του. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε πρόθεση να απολύσει τον Αιτητή. Ότι ο Αιτητής πριν αναχωρήσει για την Αγγλία συζητούσε με πελάτες και προσωπικό της Εργοδότριας Εταιρείας την πρόθεσή του να μεταβεί στην Αγγλία για δουλειά και τους έλεγε ότι θα λάβει αποζημίωση από το Ταμείο. Ότι παραπονέθηκε ότι δεν μπορούσε να πείσει τον κ. Διαβαστό να τον απολύσει και πως τον καθυστερούσε να υποβάλει τη σχετική αίτηση στο Ταμείο. Η Εργοδότρια Εταιρεία αιτείται την απόρριψη της αίτησης για τον λόγο ότι ο Αιτητής την καταχώρησε αδικαιολόγητα, καταχρηστικά και με σκοπό την παράνομη απόσπαση χρημάτων από την Εργοδότρια Εταιρεία και/ή το Ταμείο. Στις 28/4/2017 ο Αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση με την παρούσα απόφαση αίτηση («η Αίτηση») με την οποία αιτείται: «(Α) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή και/ή ο παραμερισμός των φράσεων και/ή προτάσεων και/ή λέξεων ως αυτές αναφέρονται πιο κάτω υπ΄ αριθμούς 1 έως και 14 και ως αυτές περιέχονται στους Γενικούς Λόγους του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ων η Αίτηση 1, ημερομηνίας 01.02.2017, ως σκανδαλωδών και/ή άσχετων και/ή ενοχλητικών και/ή προκαλούντων αμηχανία στον Αιτητή και/ή τεινόντων να δημιουργήσουν προκατάληψη και/ή να περιπλέξουν την εκδίκαση της αίτησης με τον ως άνω αριθμό και τίτλο και/ή ως αποτελούντων μαρτυρία και/ή συμπεράσματα και/ή ευρήματα τα οποία είναι αρμοδιότητα και εξουσία του Σεβαστού Δικαστηρίου κατά παράβαση των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας και/ή ως αποτελούντων παραβίαση της Νομοθεσίας και/ή του Συντάγματος και/ή ως τεινόντων να καθυστερήσουν τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας και την εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Ήτοι, ο Αιτητής εξαιτείται:
- Τη διαγραφή της τελευταίας πρότασης της παραγράφου 5(α) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ων η Αίτηση 1, δηλαδή τη διαγραφή της πρότασης: «Το καλοκαίρι του 2014 ο Αιτητής......λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε» καθότι αποτελούν ισχυρισμούς που είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα και/ή περιττοί και/ή ενοχλητικοί για τον Αιτητή και/ή προκαλούν αμηχανία στον Αιτητή.
- Τη διαγραφή της πρώτης πρότασης της παραγράφου 5(β) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ων η Αίτηση 1, δηλαδή τη διαγραφή της πρότασης: «Στη συνέχεια ζήτησε από τον κ.Διαβαστό........να αποταθεί στους Καθ΄ων η Αίτηση 2 για αποζημίωση», καθότι αποτελούν σκανδαλώδεις ισχυρισμούς και/ή ισχυρισμούς που είναι ενοχλητικοί για τον Αιτητή και/ή τείνουν να δημιουργήσουν προκατάληψη εναντίον του Αιτητή και/ή να περιπλέξουν την εκδίκαση της παρούσας αίτησης.
- Τη διαγραφή της φράσης «και επειδή γνώριζε τον εθισμό του Αιτητή στον τζόγο» που περιέχεται στην παράγραφο 5(β) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ων η Αίτηση 1, καθότι αποτελεί σκανδαλώδη ισχυρισμό και/ή ισχυρισμό που είναι άσχετος με τα επίδικα θέματα και/ή ενοχλητικό για τον Αιτητή και/ή προκαλεί αμηχανία στον Αιτητή και/ή τείνει να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του Αιτητή.
- Τη διαγραφή της πρότασης «Ο Αιτητής πάντοτε είχε οικονομικά προβλήματα και ..... για αρκετά χρόνια» και της πρότασης «Για πολλά χρόνια λάμβανε ..... προκαταβολικά λόγω ακριβώς των πιο πάνω» και ως αυτές περιέχονται στην παράγραφο 5(β) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ων η Αίτηση 1, καθότι αποτελούν σκανδαλώδεις ισχυρισμούς και/ή ισχυρισμούς που είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα και/ή ενοχλητικοί για τον Αιτητή και/ή προκαλούν αμηχανία στον Αιτητή και/ή τείνουν να δημιουργήσουν προκατάληψη εναντίον του Αιτητή.
- Τη διαγραφή της λέξης «εικονικά» που περιέχεται στην παράγραφο 5(γ) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ων η Αίτηση 1, καθότι αποτελεί ισχυρισμό που σκοπό έχει να προκαταλάβει το Σεβαστό Δικαστήριο και/ή είναι σκανδαλώδης ισχυρισμός και/ή αποτελεί χαρακτηρισμό συμπεριφοράς που μόνο το Σεβαστό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προβεί σε εύρημα.
- Τη διαγραφή της τελευταίας πρότασης που περιέχεται στην παράγραφο 5(δ) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ων η Αίτηση 1, ήτοι της πρότασης: «Ο Αιτητής αναφέροντας ότι τον πίεζε ο χρόνος ...... άσκησε πίεση στους Καθ΄ων η Αίτηση 1 να υπογράψουν τις σχετικές φόρμες», καθότι αποτελούν σκανδαλώδεις και/ή ενοχλητικούς για τον Αιτητή και/ή άσχετους με τα επίδικα θέματα ισχυρισμούς.
- Τη διαγραφή της πρώτης πρότασης που περιέχεται στην παράγραφο 5(ε) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ων η Αίτηση 1, ήτοι της πρότασης: «Ο Αιτητής αναχώρησε για την Αγγλία.....τις φόρμες στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού», καθότι αποτελούν περιττούς και/ή άσχετους με τα επίδικα θέματα ισχυρισμούς.
- Τη διαγραφή της πρότασης «Στην Αγγλία δούλεψε σε εστιατόριο στο Μάντσεστερ για περίπου 4 μήνες και επέστρεψε στην Κύπρο» και ως αυτή περιέχεται στην παράγραφο 5(ε) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ων η Αίτηση 1, καθότι αποτελούν περιττούς και/ή άσχετους με τα επίδικα θέματα ισχυρισμούς.
- Τη διαγραφή της πρότασης: «Ο κ.Διαβαστός επικοινώνησε αμέσως με τον Αιτητή.....με την απαίτηση του εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού» και ως αυτή περιέχεται στην παράγραφο 5(στ) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ων η Αίτηση 1, καθότι αποτελούν μαρτυρία και/ή σκανδαλώδεις και/ή ενοχλητικούς ισχυρισμούς και/ή ισχυρισμούς που τείνουν να δημιουργήσουν προκατάληψη εναντίον του Αιτητή και/ή που προκαλούν αμηχανία στον Αιτητή.
- Τη διαγραφή της τελευταίας πρότασης της παραγράφου 5(στ) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ων η Αίτηση 1, ήτοι της πρότασης: «Του υποσχέθηκε ότι όποια και να είναι....... και του ζήτησε όπως τον βοηθήσει με την αίτηση στο Δικαστήριο», καθότι αποτελούν ενοχλητικούς και/ή σκανδαλώδεις ισχυρισμούς και/ή ισχυρισμούς που τείνουν να δημιουργήσουν προκατάληψη εναντίον του Αιτητή και/ή που προκαλούν αμηχανία στον Αιτητή.
- Τη διαγραφή της φράσης που περιέχεται στο μέσο της παραγράφου 5(ζ) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ων η Αίτηση 1, ήτοι της φράσης: «ο Αιτητής του ανέφερε ότι τον συμβούλευσε η δικηγόρος του.... για να επικοινωνήσει μαζί της», καθότι αποτελούν σκανδαλώδεις και/ή περιττούς και/ή άσχετους με τα επίδικα θέματα ισχυρισμούς και/ή μαρτυρία.
- Τη διαγραφή της τελευταίας πρότασης που περιέχεται στην παράγραφο 5(ζ) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ων η Αίτηση 1, ήτοι της πρότασης: «Μετά από καθημερινές προσπάθειες για περίπου μια βδομάδα ..... αλλά αυτή αρνήθηκε να συζητήσει οτιδήποτε μαζί του», καθότι αποτελούν ισχυρισμούς που προβάλλονται κατά τρόπο προσβλητικό για τον αντίδικο, είναι παντελώς άσχετοι με τα επίδικα θέματα (με τρόπο ώστε ο Αιτητής θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς) και συνεπώς σκανδαλώδεις.
- Τη διαγραφή της τελευταίας πρότασης που περιέχεται στην παράγραφο 5(θ) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ων η Αίτηση 1, ήτοι της πρότασης: «Παραπονέθηκε ακόμη και σε άτομα από το προσωπικό των Καθ΄ων η Αίτηση 1.....την σχετική αίτηση στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού», καθότι αποτελούν περιττούς ισχυρισμούς και/ή μαρτυρία και/ή ισχυρισμούς τείνοντες να δημιουργήσουν προκατάληψη εναντίον του Αιτητή.
- Τη διαγραφή της φράσης «και με σκοπό την παράνομη απόσπαση χρημάτων» που περιέχεται στην παράγραφο 8 των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, καθότι αποτελεί σκανδαλώδη ισχυρισμό και/ή ισχυρισμό που σκοπό έχει να προκαταλάβει τα Σεβαστό Δικαστήριο και/ή αποτελεί χαρακτηρισμό συμπεριφοράς που μόνο το Σεβαστό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προβεί σε εύρημα. Στην Αίτηση γίνεται αναφορά πως τα γεγονότα που αυτή στηρίζεται περιέχονται στον φάκελο της υπόθεσης και προφανώς αυτός είναι ο λόγος που η Αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Νομική βάση της Αίτησης είναι ο Κ.17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών του 1999, η Δ.19 Θ.Θ.4 και 26, η Δ.48 Θ.Θ.1-3 και Θ.9(J), Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και η πρακτική και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στις 25/5/2017 η δικηγόρος του Αιτητή ζήτησε άδεια όπως ενόψει των ισχυρισμών που προβάλλει η Εργοδότρια Εταιρεία στο Έγγραφο Εμφάνισής της αποσύρει την αίτηση εναντίον του Ταμείου με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του Αιτητή. Το Δικαστήριο παρείχε την αιτούμενη άδεια και η αίτηση εναντίον του Ταμείου απορρίφθηκε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του Αιτητή. Στην Αίτηση καταχωρήθηκε στις 13/6/2017 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηριζόμενη στους ακόλουθους λόγους: «
- Η αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και των εξουσιών του για την απόδοση των αιτουμένων θεραπειών.
- Η αίτηση είναι ενοχλητική και/ή καταχρηστική.
- Δεν συντρέχουν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που εκ του νόμου και εκ της νομολογίας απαιτούνται ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχία της αίτησης.
- Οι θέσεις του Αιτητή είναι γενικές και αόριστες και δεν παρατίθεται από πλευράς Αιτητή απολύτως κανένα στοιχείο ή επιχείρημα που να στηρίζει και/ή δικαιολογεί το αίτημα του και να αποκαλύπτει οποιαδήποτε βάση για στήριξη της αίτησης του.
- Η διαγραφή μέρους δικογράφου αποτελεί για τα δικαστήρια εξαιρετικό μέτρο αναφορικά με την άσκηση του συνεπώς αν και όταν ασκηθεί θα πρέπει να συντρέχουν και οι ανάλογοι εξαιρετικοί λόγοι που στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν.
- Η διαγραφή μέρους δικογράφου ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το μέρος του δικογράφου που ζητείται η διαγραφή του, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.
- Η παρούσα αίτηση δεν αποσκοπεί προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και επηρεάζονται και/ή πλήττονται άμεσα τα δικαιώματα των Καθ΄ ών η Αίτηση αρ.
- Τα όσα ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να διαγραφούν ως αποτελούντα γι΄ αυτόν ενοχλητικά ή άσχετα ή ενοχλητικά στοιχεία δεν είναι τέτοια αλλά καταγραφή και παράθεση θέσεων και γεγονότων σε δικόγραφα των οποίων η σύνθεση και σύνταξη συνάδει με τους κανόνες δικογραφίας.
- Τα όσα ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να διαγραφούν δεν αποτελούν ενοχλητικά ή άσχετα ή ενοχλητικά στοιχεία και ποσώς τείνουν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου με δυσμενείς εντυπώσεις.
- Τα όσα ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να διαγραφούν συμπεριλήφθηκαν στους Γενικούς Λόγους σε απάντηση ισχυρισμών του Αιτητή που περιέχονται στην Αίτηση.
- Τα όσα ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να διαγραφούν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα.
- Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει κατά πόσο οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στα δικόγραφα είναι βάσιμα και/ή αληθή χωρίς να έχει ακούσει μαρτυρία.
- Τα όσα ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να διαγραφούν δεν επηρεάζουν τη δίκαιη δίκη της υπόθεσης.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή η νομική της βάση λανθασμένη και/ή βασίζεται στις λάθος διατάξεις των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας.
- Τυχόν έγκριση της αίτησης θα παραβιάσει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των Καθ΄ων η Αίτηση αρ. 1 να ακουστεί η εκδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Η αίτηση του Αιτητή είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή με αλλότριο σκοπό και/ή παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα και/ή αρχή της ισότητας.
- Τα όσα αναφέρονται στους Γενικούς Λόγους των Καθ΄ ών η Αίτηση αρ. 1 είναι ουσιώδη σε σχέση με την αξιούμενη θεραπεία.
- Τα όσα αναφέρονται στους Γενικούς Λόγους των Καθ΄ ών η Αίτηση αρ. 1 είναι ουσιώδη προς απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών στα δικόγραφα.
- Τα όσα αναφέρονται στους Γενικούς Λόγους των Καθ΄ ών η Αίτηση αρ. 1 είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της υπόθεσης». Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Εργοδότριας Εταιρείας βασίζεται στον Κ.17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών του 1999, στις Δ.19 Θ.Θ.4 και 26, Δ.27 Θ.1-3, Δ.48 Θ.9 (κ) και Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, στα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στα γεγονότα που φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης. Κατά την ακρόαση της Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε το περιεχόμενο των αγορεύσεων στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις της κάθε πλευράς αποδεχόμαστε και ποιες απορρίπτουμε. Νομική Πτυχή Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.») ρυθμίζεται από τις πρόνοιες του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999-2010 («ο Κανονισμός»). Ο Κ.11 του Κανονισμού παρέχει στο Δ.Ε.Δ τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Σύμφωνα με τον Κ.17 του Κανονισμού: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της διαγραφής ισχυρισμών σε δικόγραφο) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.19 Θ.26 προβλέπει τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action.» Οι πρόνοιες της Δ.19 Θ.26 είναι πανομοιότυπες με τις πρόνοιες της Οrder 19 Rule 27 των αγγλικών Κανονισμών που ίσχυαν πριν το
- Με την τροποποίηση του εν λόγω Order οι πρόνοιες για διαγραφή ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα δεν έχουν αλλάξει ουσιωδώς. Συνεπώς καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί τόσον από την παλαιότερη όσο και την πιο πρόσφατη αγγλική νομολογία επί του θέματος. Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1959 στη σελ.477 και μετά, τίθενται οι αρχές που διέπουν τη σύνταξη δικογράφων και καθορίζουν τα όρια εντός των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να επέμβει και να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για διαγραφή μέρους δικογράφων. Σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα σε σχέση με μη αναγκαίο ή περιττό ή αχρείαστο ισχυρισμό, εάν ένα θέμα διατυπώνεται αχρείαστα και είναι πλήρως μη ουσιώδες, με τρόπο που ο αντίδικος θα πρέπει να απαντήσει σ΄ αυτό και με αυτό τον τρόπο εγείρονται άσχετα θέματα με τα επίδικα με αποτέλεσμα την πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας και καθυστέρησης, τότε το άσχετο θέμα θα πρέπει να διαγραφεί καθότι θα επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Αναφορικά με σκανδαλώδες θέμα, σημειώνεται ότι ισχυρισμοί περί ανεντιμότητας και εξύβρισης ή υποβιβαστικές κατηγορίες[1], δεν κρίνονται κατ΄ ανάγκη ως σκανδαλώδη εάν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Στην υπόθεση Christie v Christie L.R.8 Ch 503 σημειώθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια οποιουδήποτε ισχυρισμού στο δικόγραφο ο οποίος είναι απαραίτητος να αποδειχθεί σε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία[2]. Αναφορικά με το ότι οι ισχυρισμοί τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς ή προκαλέσουν αμηχανία ή σύγχυση ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης σημειώνεται ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να είναι διατεθειμένα να δίδουν φιλελεύθερη ερμηνεία σ΄ αυτές τις λέξεις ώστε να μην περιορίζεται το δικαίωμα του διαδίκου να διαμορφώνει ελεύθερα τα δικόγραφά του[3]. Οι διάδικοι δεν πρέπει με την μεγαλύτερη ευκολία να θεωρούν ότι το δικόγραφο το οποίο τους επιδόθηκε ως ενοχλητικό. Στην Knowles v. Roberts 38 Ch.D.P.270 ο Δικαστής Bowen L.J έθεσε το θέμα ως εξής: «The rule that the court is not to dictate to the parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But this rule is of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law. If a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond his right» Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd κ.α v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 787, 797-798, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ ν. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 A.A.Δ. 649 στην οποία λέχθηκε ότι: «τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή εικόνα για τη φύση και έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεσης και να μην βρίσκεται προ εκπλήξεων ή τετελεσμένων γεγονότων.» Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685, λέχθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξη τους διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες που περιέχονται στη Δ.19 Θ.4[4] των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας δυνάμει της οποίας μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαία πρέπει να δικογραφούνται σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή και χωρίς πλατειασμούς, ενώ η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση στα δικόγραφα[5]. Γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Bruce v Odhams Press Ltd
(1936)1 K.B.697 στην οποία η έννοια του ουσιαστικού ("material") στην εν λόγω διάταξη ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει «απαραίτητο» δηλαδή "necessary for the purpose of formulating a complete cause of action". Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση στην υπόθεση Αγγελίδου ν Μούσουλου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1846 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρχίζει και τελειώνει η προσφερόμενη δυνατότητα παρουσίασης της υπόθεσης ενός έκαστου διαδίκου. Η Δ.19 Θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας επιτακτικά καθορίζει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα γεγονότα, κατ΄ αντίθεση προς τη μαρτυρία, και κατά δεύτερο λόγο τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά πρέπει να είναι ουσιώδη σχετιζόμενα με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση.» Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ως προς την εφαρμογή της Δ.19 Θ.26[6] της οποίας ο σκοπός είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων που προβλέπονται στη Δ.19 Θ.4, θα πρέπει αφ΄ ενός μεν να λαμβάνει υπόψη του το συνταγματικό δικαίωμα κάθε διαδίκου για ελεύθερη παρουσίαση της υπόθεσής του και πρόσβαση στο δικαϊκό σύστημα, και αφ΄ ετέρου το σεβασμό στους κανόνες της διαδικασίας αναφορικά με τη διατύπωση των δικογράφων οι οποίοι θα πρέπει να τηρούνται ώστε να εξυπηρετείται η απόδοση της δικαιοσύνης κατόπιν διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει διαγραφή δικογράφων θα πρέπει λοιπόν να ασκείται με φειδώ καθότι τα δικόγραφα αποτελούν το κύριο δικονομικό μέσο που χρησιμοποιείται από τους διαδίκους για την έγγραφη προβολή των θέσεων τους και αποτελούν το δικόγραφο της δίκης που έπεται. Η διαγραφή δικογράφων θα πρέπει να περιορίζεται στις εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων. (Βλ. Fasili v Sun Boat
(1984)1 C.L.R 679). Το κατά πόσο ένα δικόγραφο ή μέρος του είναι αχρείαστο (unnecessary) ή σκανδαλώδες (scandalous) ή τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να δυσχεραίνει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Σημαντικός παράγοντας είναι κατά πόσο το θέμα που ζητείται να διαγραφεί είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Εάν το θέμα είναι σχετικό δεν πρέπει να διαγραφεί αφού θα επιτραπεί να προσκομιστεί μαρτυρία για την απόδειξη του και αντιστρόφως. Για το πότε ένα δικόγραφο προκαλεί σύγχυση, αμηχανία, βλάβη ή καθυστέρηση στη δίκαιη δίκη σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake& Jacobs, Precedents of Pleadings, 12th edition, σελ 147: "Accordingly a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Στην υπόθεση Mayor of London v Horner
(1914)111L.T 512 λέχθηκε: "I take "embarrassing" to mean that the allegation are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues." Το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο του αντιδίκου περιέχει κάποια αχρείαστα θέματα δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για να εγκριθεί αίτηση για διαγραφή. Μια δήλωση δεν διαγράφεται απλώς και μόνο γιατί είναι αχρείαστη εκτός αν τείνει να βλάψει την άλλη πλευρά και να δυσχεράνει και να επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης[7]. Περαιτέρω ένα δικόγραφο δεν θεωρείται ικανό να δυσχεράνει τη διαδικασία απλά και μόνο επειδή περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αλληλοσυγκρουόμενοι ή διατυπώνονται διαζευκτικά[8]. Πλατειασμός ή πολυλογία που δεν οδηγούν σε αοριστία ή σε διφορούμενες θέσεις ή που είναι αβλαβής και δεν προκαλούν αμηχανία δεν αποτελούν λόγο διαγραφής[9]. Στο The Annual Practice 1966 στη σελ. 408 αναφέρεται ότι: "Not every pleading which offends against the rules will be struck out. The applicant must show that he is some way prejudiced by the irregularity." Να σημειώσουμε ότι στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν Σαββίδη (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η πολυλογία και η περιττολογία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ενθαρρύνονται. Όταν δε σχετικοί ισχυρισμοί είναι διατυπωμένοι σε μεγαλύτερη έκταση απ΄ ότι χρειάζεται και διαπλέκονται με άσχετους ισχυρισμούς ή με μαρτυρία τότε είναι δυνατό να προκληθεί δυσχέρεια στον αντίδικο[10]. Στην υπόθεση Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Abdallah κ.α.
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1520 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι η φράση «τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκληθεί αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής» έχει ερμηνευτεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια, ότι δικόγραφα έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες δεν διαγράφονται εκτός αν το δικόγραφο περιέχει αχρείαστα και άσχετα ζητήματα τα οποία προκαλούν ζημιά στον αντίδικο είτε λόγω του ότι προκαλούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση είτε λόγω του ότι προβάλλουν ανέντιμη και προσβλητική συμπεριφορά για τον αντίδικο χωρίς να σχετίζεται αυτή η συμπεριφορά με τα επίδικα θέματα. Και πιο πρόσφατα, στην απόφαση Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.α., Πολ. Έφ. Ε191/15, ημερ. 23/3/2016, λέχθηκε ότι: «Με βάση τη σχετική νομολογία κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο και μέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής. Όπως έχει τεθεί από παλαιά (βλ Annual Practice 1958, σελ.477 κ.ε.) απλή πολυλογία δεν προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεση τους εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους Κανόνες. Ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα τούτο δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίδεται για τη διαγραφή. Όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί παλαιότερα «though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited». (βλ. Lavar Shipping Co. Ltd & Another v. Souras Bros Ltd & Another
(1972)4 J.S.C. σελ. 416).» Στο Bullen & Leake & Jacobs, Precedents of Pleadings, 12th edition, σελ. 147 αναφέρονται σχετικά τα πιο κάτω: "The question whether a pleading is embarrassing or prejudicial is one for the court to decide in view of the particular facts and circumstances of the case, and the court is inclined to give "a reasonable limit" and will only strike out irrelevant or unnecessary matter where it clearly is so and accordingly, unless the pleading as it stands is really and seriously embarrassing, it is often wiser to leave it unammended or to apply for further and better particulars." Παρά το ότι η Δ.19 , θ.26 ρητά προνοεί ότι διάταγμα διαγραφής μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας εν τούτοις η αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται χωρίς καθυστέρηση και κατά κανόνα αμέσως μετά την επίδοση του ενοχλητικού δικογράφου αν και σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να υποβληθεί μετά το κλείσιμο των δικογράφων αλλά το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να ακούσει τέτοια αίτηση μετά που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση[11]. Σημειώνουμε ότι στο αίτημα για διαγραφή πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια και ακρίβεια τα μέρη των δικογράφων τα οποία οι αιτητές εξαιτούνται τη διαγραφή. Σχετικό είναι το απόσπασμα στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs, Precedents of Pleadings, 12th edition, σελ 141-142: "The application should specify precisely what order is being sought, e.g. to strike out, or to stay or dismiss the action or to enter judgment and precisely what is being attacked an on what grounds , whether the whole pleading or indorsement or only parts thereof , and if so the alleged offending parts should be clearly specified ." Εφαρμογή νομικών αρχών στα γεγονότα της Αίτησης και συμπεράσματα Δικαστηρίου Προτού προχωρήσουμε να εξετάσουμε την υπό κρίση Αίτηση καθοδηγούμενοι από τις πιο πάνω νομικές αρχές παρατηρούμε ότι ο λόγος ένστασης με αρ. 14 δεν προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία αφού καμία αναφορά δεν περιέχεται στη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας και ως εκ τούτου θεωρούμε ότι έχει εγκαταλειφθεί. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνουμε ότι ο εν λόγω λόγος δεν ευσταθεί καθότι η Αίτηση έγινε δια κλήσεως όπως προβλέπεται και εδράζεται στο ορθό νομικό θεμέλιο αφού στη νομική βάση της Αίτησης περιέχονται οι αναγκαίες γι' αυτήν την περίπτωση δικονομικές διατάξεις όπως είναι ο Κ.17 του Κανονισμού, η Δ.19 Θ.Θ.4 και 26, η Δ.48 Θ.Θ.1-3 και Θ.9(
- j)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σε σχέση με τους λόγους ένστασης με αρ. 2, 7 και 16 παρατηρούμε ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας οτιδήποτε που να μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στην παρούσα περίπτωση η Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή ότι υποβλήθηκε με αλλότριο σκοπό παραβιάζοντας οποιαδήποτε δικαιώματα της Εργοδότριας Εταιρείας. Συνακόλουθα οι εν λόγω λόγοι ένστασης κρίνονται απορριπτέοι. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης με αρ. 4 παρατηρούμε ότι στις πρόνοιες της Δ.48 Θ.9(
- j)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προβλέπεται ότι για αιτήσεις που στηρίζονται στη Δ.19 Θ.26 δεν απαιτείται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση και ο λόγος είναι επειδή το ζήτημα του κατά πόσον ένας αιτούμενος προς διαγραφή ισχυρισμός που περιέχεται σε ένα δικόγραφο είναι περιττός ή σκανδαλώδης ή τείνει να βλάψει, περιπλέξει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης αποφασίζεται κυρίως στη βάση του περιεχομένου των δικογράφων που βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης και όχι με αναφορά σε οποιαδήποτε άλλα γεγονότα και ότι το πιο πάνω ζήτημα δεν αναλύεται μέσα από το σώμα της αίτησης για διαγραφή με την έννοια ότι δεν παρατίθενται στην αίτηση για διαγραφή τα στοιχεία και η επιχειρηματολογία που στηρίζουν το αίτημα για διαγραφή αλλά στο στάδιο των αγορεύσεων προβάλλονται οι νομικοί λόγοι που δικαιολογούν κατά την άποψη του αιτητή τη διαγραφή των αιτουμένων για διαγραφή ισχυρισμών που περιέχονται στο δικόγραφο του αντιδίκου. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε ότι ο εν λόγω λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Προχωρούμε τώρα να εξετάσουμε την ουσία της Αίτησης με την οποία σχετίζονται οι λόγοι ένστασης με αρ. 1, 3, 5, 6, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15, 17, 18 και 19 αφού τα θέματα που εγείρουν αφορούν το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι αρχές για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Στην παρούσα περίπτωση από το περιεχόμενο των Γενικών Λόγων της αίτησης προκύπτει ότι ο Αιτητής στηρίζει την απαίτησή του στο κατ' ισχυρισμό γεγονός της απόλυσής του από την Εργοδότρια Εταιρεία για λόγους πλεονασμού. Σημειώνουμε ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (« το Δ.Ε.Δ.») στις υποθέσεις που το επίδικο θέμα είναι ο τερματισμός της απασχόλησης εργοδοτουμένου δυνάμει των προνοιών του Νόμου εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του εργοδότη να τερματίσει την απασχόληση του εργοδοτουμένου είναι νόμιμη και δικαιολογημένη εντός των πλαισίων που ορίζει ο Νόμος. Ο εργόδοτης έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου έγινε νόμιμα βάσει των προβλεπόμενων στο άρθρο 5 του Νόμου όπου καθορίζονται περιοριστικά οι νόμιμοι λόγοι απόλυσης. Απόλυση ενός εργοδοτουμένου για λόγους πλεονασμού όπως αυτοί καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 18 του Νόμου θεωρείται ως νόμιμη απόλυση (Βλέπε άρθρο 5(β) του Νόμου) και σε αυτή την περίπτωση ο εργοδότης δεν οφείλει να αποζημιώσει τον εργοδοτούμενο αλλά το Ταμείο οφείλει να καταβάλει πληρωμή στον εργοδοτούμενο όπως προβλέπεται στο μέρος IV του Νόμου. Στην περίπτωση που η απόφαση του εργοδότη κριθεί από το Δ.Ε.Δ. ως παράνομη και αδικαιολόγητη το Δ.Ε.Δ. επιδικάζει αποζημιώσεις υπέρ του εργοδοτουμένου και εις βάρος του εργοδότη. Προαπαιτούμενο όμως για να εξετάσει το Δ.Ε.Δ. τη νομιμότητα του τερματισμού της απασχόλησής ενός εργοδοτουμένου είναι ο μονομερής τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη. Δηλαδή ο τερματισμός της μεταξύ του εργοδότη και εργοδοτουμένου εργασιακής σχέσης πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της μονομερούς βούλησης του εργοδότη και όχι είτε να επιτυγχάνεται μετά από συμφωνία του εργοδότη και του εργοδοτουμένου είτε να οφείλεται σε οικειοθελή παραίτηση του εργοδοτουμένου. Η Εργοδότρια Εταιρεία στους Γενικούς Λόγους του Εγγράφου Εμφάνισής της ενώ παραδέχεται (α) ότι παρέδωσε επιστολή απόλυσης στον Αιτητή και (β) ότι συμπλήρωσε τις σχετικές αιτήσεις που υπέβαλε ο Αιτητής στο Ταμείο για πληρωμή που οφείλεται σε απόλυση για λόγους πλεονασμού και απέστειλε στο Ταμείο κάποια στοιχεία που αφορούσαν τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, αρνείται ότι η απόφαση απόλυσης του Αιτητή πάρθηκε μονομερώς από αυτήν και παραθέτει τους ισχυρισμούς της σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν τα πιο πάνω υποστηρίζοντας στην ουσία ότι ο Αιτητής για δικούς του προσωπικούς λόγους ήθελε να φύγει από την υπηρεσία της και αυτή συμφώνησε όπως του δώσει «εικονικά» επιστολή απόλυσης με σκοπό να τον βοηθήσει να πάρει αποζημίωση από το Ταμείο. Σημειώνουμε ότι στις περιπτώσεις που ο εργοδότης αμφισβητεί τον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου εκ μέρους του, τότε ο εργοδοτούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπήρξε μονομερής τερματισμός της απασχόλησής του[12] από τον εργοδότη. Συνακόλουθα στην παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς ενόψει των ισχυρισμών της Εργοδότριας Εταιρείας ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε μονομερώς την απασχόλησή του. Στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών κρίνουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο έχουν διατυπωθεί οι Γενικοί Λόγοι του Εγγράφου Εμφάνισης προφανώς δεν είναι ο καλύτερος υπό την έννοια ότι παρατίθενται τα γεγονότα με περισσή λεπτομέρεια και ότι τα γεγονότα θα μπορούσαν να διατυπωθούν πιο συνοπτικά. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο ο τρόπος διατύπωσης ορισμένων γεγονότων στους Γενικούς Λόγους του Εγγράφου Εμφάνισης ξεκάθαρα και εμφανέστατα καθιστά αυτά αχρείαστα ή σκανδαλώδη ή επιπόλαια και ενοχλητικά ή άσχετα ή αν προκαλούν αμηχανία ή αποτελούν μαρτυρία ή προσωπικές απόψεις ή σχόλια ή τείνουν να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της δίκης ή να δημιουργήσουν δυσμενείς εντυπώσεις στο Δικαστήριο προκαλώντας ζημιά στον Αιτητή. Σε σχέση με τις προτάσεις που ζητά ο Αιτητής να διαγραφούν από τους Γενικούς Λόγους του Εγγράφου Εμφάνισης με τις υπόπαραγράφους 1, 2, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 και 13 της παραγράφου Α της Αίτησης παρατηρούμε ότι στο σχετικό περιεχόμενο των παραγράφων των οποίων μέρος ζητείται η διαγραφή φαίνεται ότι πέραν από τα ουσιώδη γεγονότα γίνεται αναφορά σε γεγονότα, ζητήματα και στοιχεία που θα αναμενόταν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία με μαρτυρία. Όμως κατά την άποψή μας τα εν λόγω γεγονότα, ζητήματα και στοιχεία είναι σχετικά με την εκδοχή που θέτει η Εργοδότρια Εταιρεία στο δικόγραφό της, είναι μέρος της Υπεράσπισης που προβάλλει η Εργοδότρια Εταιρεία με το δικόγραφό της και στηρίζουν τη θέση της για απόρριψη της βάσης απαίτησης του Αιτητή εναντίον της καταγράφοντας το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης από τη δική της σκοπιά. Είναι ξεκάθαρες θέσεις και δεν εκτρέπουν την ομαλή πορεία της δίκης σε σχέση με την πραγματική επίδικη διαφορά μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας που, υπό το φως των καταχωρημένων δικογράφων, είναι κατά πόσον υπήρξε μονομερής τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία. Είναι θέσεις που περιβάλλουν όλα τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που περιστρέφονται γύρω από το θέμα των συνθήκων κάτω από τις οποίες (α) τερματίστηκε η μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας εργασιακή σχέση και (β) υποβλήθηκαν τόσο από τον Αιτητή όσο και από την Εργοδότρια Εταιρεία έντυπα στο Ταμείο για πληρωμή του Αιτητή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε πλεονασμό και για τις οποίες θέσεις η Εργοδότρια Εταιρεία θα κληθεί να αποδείξει την αλήθειά τους κατά την ακροαματική διαδικασία ώστε να πείσει το Δικαστήριο για το βάσιμο και αξιόπιστο της εκδοχής της ότι δεν απέλυσε μονομερώς τον Αιτητή. Περαιτέρω στα πλαίσια της εν λόγω υπεράσπισής της η Εργοδότρια Εταιρεία αποδίδει συγκεκριμένη συμπεριφορά στον Αιτητή παραθέτοντας συγκεκριμένες λεπτομέρειες προκειμένου να θέσει το, σύμφωνα με αυτήν, υπόβαθρο που (α) στηρίζει τη μη ευθύνη της για πληρωμή αποζημιώσεων στον Αιτητή για απόλυσή του στη βάση του ισχυρισμού της ότι δεν υπήρξε «πραγματική» απόλυση από αυτήν του Αιτητή μετά από λήψη σχετικής μονομερούς απόφασης από αυτήν (σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε μονομερώς την απασχόλησή του) και (β) εξηγεί την ύπαρξη της επιστολής τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή και τα συμπληρωμένα, από αυτήν, έντυπα στο Ταμείο. Υπό το φως των πιο πάνω και χωρίς να υπεισερχόμαστε με οποιονδήποτε τρόπο στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να αξιολογούμε το περιεχόμενο των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφάνισης δεν βρίσκουμε ότι οι αιτούμενοι για διαγραφή ισχυρισμοί της Εργοδότριας Εταιρείας ξεκάθαρα δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αίτησης εργατικής διαφοράς ούτως ώστε να πρέπει να διαγραφούν αλλά διαφαίνεται κατά την άποψή μας ότι οι εν λόγω αιτούμενοι για διαγραφή ισχυρισμοί ότι είναι σχετικοί με τη γραμμή υπεράσπισης της Εργοδότριας Εταιρείας. Εν όψει των πιο πάνω κρίνουμε ότι οι εν λόγω διατυπώσεις δεν προκαλούν οποιαδήποτε βλάβη στον Αιτητή. Αντίθετα θεωρούμε ότι ο Αιτητής, ο οποίος έχοντας το βάρος απόδειξης θα πρέπει να προσφέρει πρώτος μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία, με τους εν λόγω δικογραφημένους ισχυρισμούς έχει σαφή εικόνα για την υπόθεση που θα αντιμετωπίσει κατά την ακροαματική διαδικασία. Κατά την άποψή μας τα πιο πάνω ισχύουν και σε σχέση με τη λέξη «εικονικός» που ζητά ο Αιτητής να διαγραφεί από την παράγραφο 5(γ) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφάνισης με την υποπαράγραφο 5 της παραγράφου Α της Αίτησης και περαιτέρω αναφέρουμε ότι δεν συμφωνούμε με τη θέση του Αιτητή ότι η εν λόγω λέξη αποτελεί χαρακτηρισμό συμπεριφοράς που μόνο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προβεί σε εύρημα καθότι η εν λόγω λέξη στηρίζει τον κεντρικό ισχυρισμό της Εργοδότριας Εταιρείας ότι δεν υπήρξε πραγματική απόλυση του Αιτητή και εδώ παρουσιάζει την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας για την ύπαρξη της επιστολής απόλυσης. Όσον αφορά τα αιτούμενα μέρη που ζητούνται να διαγραφούν από τους Γενικούς Λόγους του Εγγράφου Εμφάνισης με τις υποπαραγράφους 3, 4 και 14 της παραγράφου Α της Αίτησης αυτά κρίνονται ως αχρείαστοι και άσχετοι ισχυρισμοί με το επίδικο θέμα και ως σκανδαλώδεις αφού περιέχουν αχρείαστες με τα επίδικα θέματα λεπτομέρειες που τείνουν να υποβιβάσουν την εικόνα του Αιτητή και να δημιουργήσουν δυσμενείς εντυπώσεις σε βάρος του Αιτητή. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι πρέπει να διαγραφούν. Κατάληξη Εν όψει των πιο πάνω η Αίτηση πετυχαίνει μερικώς. Εκδίδεται διάταγμα διαγραφής (
- i)της φράσης «και επειδή γνώριζε τον εθισμό του Αιτητή στον τζόγο» που περιέχεται στην παράγραφο 5(β) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως της Εργοδότριας Εταιρείας, (
- ii)των προτάσεων «Ο Αιτητής πάντοτε είχε οικονομικά προβλήματα...... και για αρκετά χρόνια», και «Για πολλά χρόνια λάμβανε..... προκαταβολικά λόγω ακριβώς των πιο πάνω» ως αυτές περιέχονται στην παράγραφο 5(β) των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως της Εργοδότριας Εταιρείας και (iii) της φράσης «και με σκοπό την παράνομη απόσπαση χρημάτων» που περιέχεται στην παράγραφο 8 των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως της Εργοδότριας Εταιρείας. Τροποποιημένοι Γενικοί Λόγοι Εγγράφου Εμφάνισης της Εργοδότριας Εταιρείας δυνάμει του διατάγματος διαγραφής να καταχωρηθούν εντός 30 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή για να πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας της αίτησης εργατικής διαφοράς, μειωμένα όμως κατά το ½ λόγω της μερικής μόνο επιτυχίας της Αίτησης, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας. (Υπ.) ................ Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............. Στ. Χατζημανώλης, Μέλος. Χρ. Χριστοφή, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Αίτηση για διαγραφή δικογραφημένων ισχυρισμών). [1] Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs, Precedents of Pleading , 12th Edition, στις σελίδες 144-145, σημειώνονται τα ακόλουθα: "For this purpose allegations in a pleading are scandalous if they state matters which are indecent or offensive or are made for the mere purpose of abusing or prejudicing the opposite party. Moreover any "unnecessary" or "immaterial" allegations will be struck out as being scandalous if they contain any imputation on the opposite party or make any charge of bad conduct or bad faith against him...... a pleading or allegation which is scandalous, as for example, by making charges of dishonesty, immorality or outrageous conduct, cannot be struck out, if it is necessary or relevant to any issue in the action." [2] «The sole question is whether the matter alleged to be scandalous would be admissible in evidence to show the truth of any allegation in the pleading which is material with reference to the relief prayed.» [3] Βλέπε επίσης Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ.787, Vector Onega A.G. v. Του πλοίου M/V Girvas
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ
- [4] "Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved.." [5] Annual Practice 1966 σελ 414: "So a mass of evidence pleaded unnecessarily may be struck out". [6]Στο σύγγραμμα Bullen & Leake& Jacobs , Precedents of Pleading , 12th Edition, στη σελίδα 141 αναφέρονται τα ακόλουθα," The power to strike out any pleading or any part of a pleading under this rule is not mandatory, but permissive and confer a discretionary jurisdiction to be exercised having regard to the offending pleading and a reasonable latitude must be given, for this rule was not intended to enable parties to bring forward special demurrers in a new shape." [7] Annual Practice 1959 σελ.
- [8] Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Williams and Glyns Bank v. The Ship "Maria"
(1984)1 CLR 821 στη σελ.827: "It is well settled that the mere fact that an allegation is unnecessary, is not a ground for striking it out.... Nor is a pleading embarrassing because it contains allegations which are inconsistent..or stated in the alternative, provided they are pleaded clearly and distinctly and in separate paragraphs." . Bλέπε επίσης Bullen & Leake& Jacobs , Precedents of Pleading, 12th Edition, στη σελίδα 147. [9] Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ.787, Vector Onega A.G. v. Του πλοίου M/V Girvas
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ 16, Bullen & Leake& Jacobs , Precedents of Pleading , 12th Edition, στη σελίδα 148:"..stating material facts at unnecessary length or with unnecessary detail, is not sufficient ground for striking out." [10] Βλ.Davy v Garret 7 Ch.D 473 [11] Στο σύγγραμμα Bullen & Leake& Jacobs , Precedents of Pleading , 12th Edition, στη σελίδα 141 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Although the application may be made "at any stage of the proceedings" still it should always be made promptly and as a rule soon after the service of the offending pleading, though exceptionally it may be made after the pleadings are closed but the court may refuse to hear such an application after the action is set for trial." ; Βλέπε επίσης Annual Practice 1966 σελ 409. [12] Γιώργος Αριστείδου ν. R. K. Super Beton Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 114, Επί τοις αφορώσι την αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ για έκδοση διατάγματος Certiorari
(1990)1 AAΔ 315. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο