← Κύπρος

Diana Doni ν. PROPALOT TRADING LTD, Αρ. Αίτησης: 46/16, 27/10/2017

Diana Doni ν. PROPALOT TRADING LTD, Αρ. Αίτησης: 46/16, 27/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:46 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Π. Χριστοφή ) Π. Δημοσθένους ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 46/16 Μεταξύ: Diana Doni Αιτήτριας και PROPALOT TRADING LTD, (αρ. εγγραφής ΗΕ281947) Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 09/02/2017 των Καθ' ων η Αίτηση για εκδίκαση προδικαστικής ένστασης που περιέχεται στους Γενικούς Λόγους της Εγγράφου Εμφάνισής τους Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Ο κ.Καραμανής για κ.Ν. Χρ. Νικολαΐδη. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Η κα Μαραβελάκη για Ν. Α. Νικηφόρου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια καταχώρισε την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση εργατικής διαφοράς («η Αίτηση») στις 26/1/
  2. Σύμφωνα με τους Γενικούς Λόγους της Αίτησης προσελήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση στις 31/4/2014 και στις 31/10/2014 οι Καθ' ων η Αίτηση με γραπτή επιστολή τους τερμάτισαν την απασχόλησή της. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι στις 14/10/2014 ενημέρωσε υπεύθυνο των Καθ' ων η Αίτηση ότι εγκυμονούσε και ότι στις 27/10/2014 είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον υπεύθυνο των Καθ' ων η Αίτηση και του ζήτησε να συναντηθούν για να του παραδώσει πιστοποιητικό ασθενείας για άδεια απουσίας από την εργασία της από 27/10/2014 μέχρι 27/11/2014 λόγω επαπειλούμενης αποβολής κύησης 7 εβδομάδων αλλά αυτός αρνήθηκε λέγοντάς της ότι θα την απέλυαν. Ότι την 1/6/2015 γέννησε. Στη βάση των πιο πάνω η Αιτήτρια εξαιτείται τις πιο κάτω θεραπείες εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση: (α) Αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και πληρωμή αντί προειδοποίησης. (β) Αποζημιώσεις για παραβίαση του Περί Μητρότητας Νόμου του
  3. (γ) Αποζημιώσεις για διάκριση λόγω φύλου σύμφωνα με την έννοια του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου. (δ) Την αναλογία του 13ου μισθού της για το έτος 2014 ( από 31/4/2010 μέχρι 31/10/2014). (ε) Τους μισθούς και την ετήσια άδεια που θα ελάμβανε κατά την περίοδο από 1/11/2014 μέχρι 14/12/2015 συμπεριλαμβανομένου και την αναλογία του 13ου μισθού της για τα έτη 2014 (1/11/2014 μέχρι 31/12/2014) και
  4. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Έγγραφο Εμφάνιση με την οποία απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις. Στην παράγραφο 1 των Γενικών Λόγων της Εγγράφου Εμφάνισής τους εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η καταχώρηση της Αίτησης είναι εκπρόθεσμη καθότι το διάστημα των δώδεκα μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή της Αίτησης ισχυριζόμενο δικαίωμα είχε παρέλθει όταν καταχωρήθηκε η Αίτηση. Στις 09/02/2017 οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν την υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση με την οποία εξαιτούνται όπως το νομικό σημείο που εγείρεται στην παράγραφο 1 των Γενικών Λόγων της Εγγράφου Εμφάνισής τους εκδικαστεί προδικαστικά από το Δικαστήριο. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 Θ.1-2, Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, Δ.39, Δ.64 Θ.1 και 2 και στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στην ένορκη δήλωση του κ. Ιωάννη Περδίου που συνοδεύει την αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι η προδικαστική εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης δυνατό να επιφέρει τη λύση όλης της εργατικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων όπως φαίνεται στην Αίτηση και ότι από τα γεγονότα όπως φαίνονται στην Αίτηση είναι ξεκάθαρο ότι έχει παρέλθει η προθεσμία η οποία θέτει ο νόμος για την καταχώρηση αίτησης εργατικής διαφοράς Η Αιτήτρια καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 10/5/2017 στην πιο πάνω αίτηση την οποία βασίζει στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 Θ.1-4, Δ.48 Θ.4, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και επί της συμφυούς εξουσίας, πρακτικής και νομολογίας του Δικαστηρίου. Προβάλλει σε αυτή 26 λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: (α) το ζήτημα το οποίο οι Καθ' ων η Αίτηση αιτούνται να προδικαστεί δεν μπορεί να εξεταστεί προδικαστικά καθ' ότι δεν είναι αμιγώς νομικό αλλά εμπεριέχει και πραγματικά ζητήματα που θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο της αντιδικίας κατά την ακρόαση της Αίτησης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος λόγω αμφισβητουμένων γεγονότων και/ή της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου τα οποία θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση από το Δικαστήριο αφού ακούσει σχετική μαρτυρία. (β) Η αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση. (γ) Η αίτηση δεν περιέχει τη σωστή νομική βάση. (δ) Η αίτηση είναι καταχρηστική και τυχόν έγκρισή της θα προκαλέσει βλάβη στην Αιτήτρια. Η πιο πάνω ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που τη συνοδεύει η οποία στην ουσία επαναλαμβάνει τους προβαλλόμενους με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης λόγους ένστασης. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με τις αγορεύσεις τους. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.») ρυθμίζεται από τις πρόνοιες του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμούς 1999-2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της προδικαστικής εκδίκασης νομικού σημείου) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.27 Θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοούν τ΄ ακόλουθα: ''
  5. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  6. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.'' Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις συνοψίζονται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou

(1968)1 CLR 392, Papamichael v. Haholiades
(1970)1 C.L.R. 306, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322, Malachtou v. Armefti
(1984)1 C.L.R 548, Hambou v. Thoma
(1987)1 CLR 370, Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, Χρίστος Χατζηπαύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 2046, Karic Banka D.D. v. Χαρίλαος Αποστολίδης & Σία Λτδ
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 530, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 (B) AAΔ 990. Στην υπόθεση Hambou v. Thoma (πιο πάνω) λέχθηκε ότι σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων στις περιπτώσεις εκείνες που η προδικαστική εκδίκαση ενός νομικού σημείου μπορεί να κρίνει ουσιαστικά όλη την υπόθεση ή ένα ουσιώδες ζήτημα με αποτέλεσμα να καθίσταται αχρείαστο για το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία επί οιωνδήποτε πραγματικών γεγονότων. Στην υπόθεση Malachtou v. Armeftis (πιο πάνω) τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τη Δ.27 θ.1 αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας μεταξύ των μερών υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαθρο δεν βρίσκεται υπό αμφισβήτηση. Επομένως προκύπτει ότι η εκδίκαση προκαταρκτικών νομικών σημείων γίνεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Στην υπόθεση Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο κωδικοποίησε τις αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.27 ως ακολούθως: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων (πιο πάνω) εξηγήθηκε ότι ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση του θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης που είναι το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Δ.27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στην εν λόγω υπόθεση το Επαρχιακό Δικαστήριο με τη συγκατάθεση των διαδίκων όρισε την εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων των εναγομένων αναφορικά με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προδικαστικά. Ο εν λόγω ορισμός έγινε μετά την ανταλλαγή των εγγράφων προτάσεων και την προβολή στην υπεράσπιση της ένστασης των εναγομένων στην ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας προς επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων στη βάση του ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται καθ' ύλη αρμοδιότητα να επιληφθεί αγωγής στην οποία η παραβίαση του δικαιώματος που τη θεμελίωνε πήγαζε από την άσκηση διοικητικής και/ή εκτελεστής λειτουργίας οργάνου στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε σωστή την ενέργεια του Δικαστηρίου να ακούσει προδικαστικά το θέμα της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του λέγοντας ότι ο καθορισμός του θέματος προς επίλυση βάσει των προνοιών της Δ.27 εδικαιολογείτο ενόψει, αφενός, του νομικού χαρακτήρα του θέματος, αφετέρου, των επιπτώσεων από την επίλυσή του στην έκβαση της αγωγής και ότι η φύση του νομικού θέματος καθιστούσε την επίλυσή του στη βάση της Δ.27 επιβεβλημένη επειδή έθιγε την καθ' ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό καθότι είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητάς του. Επισημάνθηκε στην εν λόγω υπόθεση με αναφορά στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 (E) A.A.Δ 729 ότι τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης. Σε αυτό το σημείο κρίνουμε σκόπιμο να σημειώσουμε ότι δεν θα υπεισέλθουμε στην εξέταση της ουσίας της προδικαστικής εκδίκασης που αφορά το ζήτημα της εκπρόθεσμης καταχώρησης της Αίτησης. Στο στάδιο αυτό θα περιοριστούμε στο να αποφανθούμε κατά πόσο θα επιτρέψουμε την εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση στη βάση της Δ.27. Ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην σελίδα 2051 στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Χρίστος Χατζηπαύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού (πιο πάνω) και παρατίθενται πιο κάτω: «Περαιτέρω κάποιος θα ανέμενε ότι, αφού είχε καταχωρηθεί ένσταση, το αντικείμενο της διαδικασίας της αίτησης θα ήταν κατ΄ αρχάς κατά πόσο το Δικαστήριο θα επέτρεπε ή όχι την εκδίκαση με βάση το Θεσμό 27 και ακολούθως να προχωρούσε στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης. Αντίθετα το Δικαστήριο προχώρησε αμέσως στην εξέταση της ουσίας, υποθέτουμε με τη συναίνεση των μερών, συναίνεση όμως που δεν είναι φανερή από το τηρηθέν πρακτικό. Εν όψει όλων όσων λέχθηκαν προηγουμένως, η παρούσα έφεση επιτυγχάνει και η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ακυρώνεται με έξοδα εναντίον του εφεσίβλητου». Από το περιεχόμενο των Γενικών Λόγων της Αίτησης προκύπτει ότι η Αιτήτρια στηρίζει τις αξιώσεις της για αποζημιώσεις στο γεγονός της απόλυσής της από τους Καθ' ων η Αίτηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της μετά που τους είχε ενημερώσει για την εγκυμοσύνη της και στη βάση των προνοιών του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμο Ν.24/67, του Περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου Ν.100
(1)/97 και του Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμο Ν.205(Ι)/2002αξιώνει αποζημιώσεις οι οποίες μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν και τους μισθούς και την ετήσια άδεια που απώλεσε λόγω της απόλυσής της στις 31/10/2014 κατά την περίοδο 1/11/2014 μέχρι 14/12/2015 που είναι η περίοδος που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, προστατευόταν δυνάμει νόμου από απόλυση. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι η αξίωση της Αιτήτριας για 13ο μισθό για το 2014 για την περίοδο από 31/4/2010 μέχρι 31/10/2014 θεωρείται ως αυτοτελής αξίωση για οφειλόμενο δεδουλευμένο μισθό στη βάση της σύμβασης εργασίας της καθ΄ ότι τυχόν δικαίωμα της Αιτήτριας για τον εν λόγω μισθό εξαρτάται από το περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας της. Κρίνουμε ότι οι αξιώσεις της Αιτήτριας καθώς και οι βάσεις (πραγματικές και νομικές) που τις θεμελιώνουν εκτίθενται στην Αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου 1967 (Ν.8/67)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Με τον τροποποιητικό Νόμο 169
(1)/2002 με τον οποίο εισήχθηκε το εδάφιο (10Α) στο άρθρο 12 του Νόμου, ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης στο Δ.Ε.Δ.. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α), οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. πρέπει να υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού, όταν η υπόθεση αφορά πλεονασμό. Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας, η θεραπεία μέσω του Δ.Ε.Δ. για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη όμως το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα παραμένει αναλλοίωτο και ο αιτητής/η αιτήτρια μπορεί να το διεκδικήσει με άλλο τρόπο. Για να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του ζητήματος της παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων και της εμπρόθεσμης ή εκπρόθεσμης καταχώρησης μιας αίτησης εργατικής διαφοράς θα πρέπει να απαντήσει πρώτα το ερώτημα σχετικά με τον χρόνο κατά τον οποίο ανέκυψε το προς υποβολή δικαίωμα του αιτητή/ της αιτήτριας για καταχώριση αίτησης εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. αφού το χρονικό σημείο έναρξης της δωδεκάμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 είναι αυτό της ημερομηνίας γένεσης του «προς υποβολή αιτήσεως δικαιώματος» του αιτητή/ της αιτήτριας. Παρατηρούμε ότι η προδικαστική ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων στηρίζεται μόνο στις αναφορές της Αιτήτριας στους Γενικούς Λόγους της Αίτησής της και πιο συγκεκριμένα στη δικογραφήμενη αναφορά της Αιτήτριας ότι απολύθηκε στις 31/10/
  1. Η Αιτήτρια με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασής της και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ότι η εν λόγω ημερομηνία (η ημερομηνία απόλυσής της - 31/10/2014) δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος κατά πόσον τα αγώγιμα δικαιώματά της που στηρίζουν τις αξιώσεις της που περιέχονται στην Αίτηση (αποζημιώσεις λόγω της απόλυσης και πληρωμή αναλογίας 13ου μισθού μέχρι την ημερομηνία που απολύθηκε) έχουν παραγραφεί. Εν όψει του ότι το ζήτημα του κατά πόσον οι αξιώσεις και τα αγώγιμα δικαιώματα της Αιτήτριας που περιέχονται στην Αίτηση έχουν παραγραφεί λόγω της εκπρόθεσμης καταχώρησης της Αίτησης στηρίζεται στους διατυπωθέντες από την Αιτήτρια ισχυρισμούς στην Αίτηση σε σχέση με το γεγονός της απόλυσης και την ημερομηνία απόλυσής της κρίνουμε ότι η εκδίκαση του νομικού σημείου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 της Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ' ων η Αίτηση μπορεί να εκδικαστεί προδικαστικά στη βάση του περιεχομένου των Γενικών Λόγων της Αίτησης χωρίς να τίθεται θέμα εξέτασης του κατά πόσον υπάρχει κοινό υπόβαθρο γεγονότων μεταξύ των διαδίκων. Ούτε χρειάζεται μαρτυρία για να εξεταστεί το εν λόγω θέμα αφού αυτό θα εξεταστεί στη βάση του περιεχομένου της Αίτησης. Σημειώνουμε ότι δεν προκύπτει, είτε μέσω δικογραφημένου ισχυρισμού της Αιτήτριας είτε μέσω ισχυρισμού που προβάλλεται με την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, οποιοδήποτε άλλο γεγονός το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει στοιχείο που θα έπρεπε να εξεταστεί από το Δικαστήριο μέσω κανονικής εκδίκασης της υπόθεσης για να καταλήξει σε εύρημα πραγματικού γεγονότος σε σχέση είτε με την ημερομηνία απόλυσης της Αιτήτριας είτε με τυχόν αναστολή της περιόδου παραγραφής που προβλέπει ο Ν.8/
  2. Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι το ζήτημα του κατά ποσόν τα αγώγιμα δικαιώματα της Αιτήτριας στην παρούσα Αίτηση είναι παραγραμμένα λόγω εκπρόθεσμης καταχώρησης της Αίτησης σε συνάρτηση με την ημερομηνία απόλυσής της είναι καθαρά νομικό θέμα. Σημειώνουμε ότι σε περίπτωση επιτυχίας της προδικαστικής ένστασης τότε η διαδικασία της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς θα ανασταλεί χωρίς να χρειαστεί να γίνει ακροαματική διαδικασία. Ενόψει του νομικού χαρακτήρα του θέματος, των επιπτώσεων του από την επίλυσή του στην έκβαση της Αίτησης και της φύσης του νομικού θέματος που θίγει στην τελική και την καθ' ύλη αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ. (αφού το θέμα της παραγραφής απτέπαι και της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης[1]) η επίλυση στη βάση της Δ.27 του θέματος της παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων που στηρίζουν την Αίτηση λόγω εκπρόθεσμης καταχώρησης της Αίτησης στη βάση του δικογραφημένου ισχυρισμού της Αιτήτριας ότι απολύθηκε στις 31/10/2014 κρίνουμε ότι δικαιολογείται. Συνεπώς, εφαρμόζοντας τις αρχές που αφορούν την προδικαστική εξέταση νομικού ζητήματος κρίνουμε ότι το ζήτημα της εκπρόθεσμης καταχώρησης της Αίτησης λόγω της παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων που την στηρίζουν θα πρέπει να εξεταστεί πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Σε σχέση με την ένσταση της Αιτήτριας ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και γι' αυτό τον λόγο δεν μπορεί η αίτηση να επιτύχει παρατηρούμε ότι όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης η Έγγραφος Εμφάνιση των Καθ' ων η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 31/3/
  3. Στη συνέχεια ο δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησε στις 27/4/2016 ειδοποίηση για παράλειψη έκδοσης από την Αιτήτρια της κλήσης για οδηγίες με βάση τη Δ.30 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η υπόθεση ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 16/9/2016 για οδηγίες ημερομηνία κατά την οποία οι δικηγόροι και των δύο πλευρών ζήτησαν όπως η υπόθεση οριστεί για οδηγίες με διάδικους παρόντες για να συζητηθεί η υπόθεση. Η υπόθεση ορίστηκε στις 18/11/2016 για οδηγίες και στις 18/11/2016 ζητήθηκε όπως οριστεί ξανά για οδηγίες με διάδικους παρόντες και στη συνέχεια ορίστηκε στις 9/12/2016 για οδηγίες και εκείνη την ημερομηνία ξανά για οδηγίες στις 20/3/
  4. Στις 10/1/2017 καταχωρήθηκε η κλήση για οδηγίες με βάση τη Δ.30 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας από την πλευρά της Αιτήτριας η οποία ορίστηκε στις 10/3/2017 και στις 30/01/2017 ο τύπος 25 - παράρτημα από τους Καθ' ων η Αίτηση. Στις 9/2/2017 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση. Σύμφωνα με τη νομολογία αίτηση για προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου που εγείρεται στις έγγραφες προτάσεις πρέπει να καταχωρείται κατά τον χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό είμαστε της άποψης ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν καθυστερήσει τόσο πολύ στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης ώστε αυτή να πρέπει να απορριφθεί λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης καθότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί πριν τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση και πριν να εκδοθούν οποιαδήποτε διατάγματα στη βάση της κλήσης για οδηγίες δυνάμει της Δ.30 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω λαμβάνοντας υπόψη τις καταλυτικές συνέπειες που μπορεί να έχει η εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης που σχετίζεται με το θέμα της παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων που στηρίζουν την Αίτηση το οποίο ως θέμα που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μπορεί να εγερθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας (Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 246, Παναγιώτου v. Χ″Κυριακού
(1991)1 Α.Α.Δ. 362) θεωρούμε ότι και για αυτό τον λόγο δεν πρέπει να απορρίψουμε την αίτηση επειδή και μόνο αυτή υποβλήθηκε με κάποια καθυστέρηση. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνουμε ότι (α) η αίτηση εδράζεται στην ορθή νομική βάση αφού στη νομική βάση της αίτησης περιέχονται οι αναγκαίες γι΄ αυτήν την περίπτωση δικονομικές διατάξεις όπως είναι η Δ.27 Θ.1 και 2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και (β) δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιόν μας που να μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και/ή ότι υποβλήθηκε με αλλότριο σκοπό παραβιάζοντας οποιαδήποτε δικαιώματα της Αιτήτριας. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα όπως η προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1 των Γενικών Λόγων της Εγγράφου Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση εκδικαστεί προδικαστικά. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εξέτασης της προδικαστικής εκδίκασης του νομικού σημείου σε σχέση με την παραγραφή των αγώγιμων δικαιωμάτων που στηρίζουν την Αίτηση λόγω εκπρόθεσμης καταχώρησης της Αίτησης. (Υπ.) ................ Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Π. Χριστοφή, Μέλος. Π. Δημοσθένους, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Αίτηση για προδικαστική εκδίκαση). [1] Στη διάλεξή του με τίτλο «ο Νέος Περί Παραγραφής Νόμος: Βήμα προς τα εμπρός ή προς τα πίσω;» ημερ. 23.10.2012 ο κ. Στ. Ναθαναήλ, Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφέρει ότι:«. η μη δικογράφηση δεν μπορεί να αποστερήσει το ίδιο το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα να εγείρει το ζήτημα , διότι όπως έχει υποδείξει η νομολογία , το θέμα της παραγραφής είναι καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί υπόθεσης. (Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2001)1 Α.Α.Δ. 551). Και βεβαίως δικαιοδοτικό ζήτημα εγείρεται δικαιωματικά και αυτόβουλα από το ίδιο το Δικαστήριο.» Βλέπε επίσης την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 10.9.07 στην αγωγή με αρ. 1454/06 του Ε.Δ. Λευκωσίας Φέλιξ Καλογερίδης ν A & N KYRATZIS CONSTRUCTIONS CO LIMITED: «Εκείνο που προκύπτει είναι ότι, δοσμένου του ουσιώδους ζητήματος της δικαιοδοσίας στην οποία αφορά η παραγραφή , το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια και την υποχρέωση να επιληφθεί του θέματος αμέσως, είτε μετά από αίτηση των διαδίκων είτε αυτεπαγγέλτως. Το γεγονός ότι η νομολογία, πράγματι, αναφέρει ότι αν ένας διάδικος υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή δεν την εγείρει στο δικόγραφο του, τότε η υπόθεση προχωρεί σε εκδίκαση - και αναφέρομαι στη Φεσσάς ν Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ.337 και στη Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν Χαρικλίδη και άλλων
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ.1608 στις οποίες παρέπεμψε ο κ. Λιβέρας- δεν εξυπακούει ότι, το αντίθετο, δημιουργεί οποιασδήποτε μορφής κώλυμα για την προώθηση ανάλογου ισχυρισμού, όταν το θέμα εγερθεί ρητώς και σαφώς από τον επηρεαζόμενο διάδικο σε οποιαδήποτε φάση της διαδικασίας, πόσω μάλλον στο πολύ πρώιμο στάδιο των οδηγιών που βρισκόμαστε τώρα. Το ζήτημα, όπως είπαμε, είναι κεφαλαιώδες και άπτεται της εξουσίας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης και είναι με βάση αυτή την προσέγγιση που θα πρέπει να αξιολογηθεί η θέση της νομολογίας και το, κατά την ταπεινή μου άποψη , απρόσφορο της προβολής ισχυρισμού περί εμποδισμού επίκλησης του ζητήματος της παραγραφής ή της δυνατότητας απόφασης περί τούτου, μόνον και μόνον διότι το θέμα δε δικογραφείται, και επί τούτου είναι απολύτως σχετικό το σκεπτικό στην απόφαση Χατζηστυλλής ν. Papadema και άλλου
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 551, στην οποία , μάλιστα , παρέπεμψε ο κ. Λιβέρας από το οποίο εξάγεται, ακριβώς, ότι εκ της φύσης του, ο ισχυρισμός θα πρέπει να εξεταστεί αμέσως αφού σχετίζεται, πράγματι, με την εξουσία και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να ασχοληθεί με την υπόθεση .» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.