← Κύπρος

ΝΕΚΤΑΡΙΑΣ ΒΕΡΕΣΙΕ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αρ. Αίτησης: 556/11, 20/12/2017

ΝΕΚΤΑΡΙΑΣ ΒΕΡΕΣΙΕ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αρ. Αίτησης: 556/11, 20/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:52 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Ε. Χαμπουλλά ) Γ. Ιωάννου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 556/11 Μεταξύ: ΝΕΚΤΑΡΙΑΣ ΒΕΡΕΣΙΕ Αιτήτριας και

  1. ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛ
  2. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΟΥΝΙΟΥ - ΖΑΝΑΤΖΙΑΣ Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Η κα Ζ. Νικολάου. Για τον Καθ΄ ού η αίτηση 1: Ο κ.Ν. Καλλής. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση 2: Ο κ.Μ. Ηλία. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ΄ ών η αίτηση 2 είναι το νομίμως συσταθέν Συμβούλιο της Κοινότητας Σουνίου - Ζανατζιάς (το «Κοινοτικό Συμβούλιο»). Η Επιτροπή του Κοινοτικού Συμβουλίου απαρτίζεται από επτά μέλη, τον Κοινοτάρχη (τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου) και έξι Κοινοτικούς Συμβούλους (οι «Κοινοτικοί Σύμβουλοι»), τα οποία μέλη εκλέγονται από τα μέλη της Κοινότητας. Ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 ήταν ο εκλελεγμένος Κοινοτάρχης του χωριού Σούνι - Ζανατζιά από το 2004 μέχρι τις 31/12/
  4. Στις 31/12/2011 έληξε η θητεία του και την 1/1/2012 μετά από εκλογές ανέλαβε άλλο πρόσωπο ως Κοινοτάρχης. Η Αιτήτρια από τον Ιούνιο του 2000 εργάζεται ως Γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου. Κατά το έτος 2010 εργαζόταν στο Κοινοτικό Συμβούλιο και η κα Ελπίδα Μονιάτη ως έκτακτη υπάλληλος γραφείου. Το 2010 η Αιτήτρια ήταν Πρόεδρος του Κέντρου Νεότητας της Κοινότητας Σούνι - Ζανατζιά (το «Κέντρο Νεότητας»). Η Αιτήτρια απουσίαζε από την εργασία της από 9/7/2010 μέχρι 16/7/2010 με άδεια ασθενείας και το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό αναγράφει ως ασθένεια «Patient΄s URL Fever» (βλ. Τεκμήριο 1). Κάποιοι Κοινοτικοί Σύμβουλοι περί τα τέλη Ιουλίου - αρχές Αυγούστου του 2010 ζήτησαν από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 να παραιτηθεί. Αρχές Αυγούστου του 2010 οι έξι Κοινοτικοί Σύμβουλοι με επιστολή τους προς τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 του ζήτησαν όπως μέχρι τις 31/8/2010 υποβάλει την παραίτησή του από τη θέση του ως Κοινοτάρχης λόγω του ότι πληροφορήθηκαν ότι η συμπεριφορά του προς την Αιτήτρια δεν ήταν πρέπουσα (ότι την παρενόχλησε σεξουαλικώς) και ήταν προσβλητική προς το πρόσωπο της Αιτήτριας. Ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 απάντησε στην πιο πάνω επιστολή ότι δεν είχε πρόθεση να παραιτηθεί και ότι δεν θα παραιτείτο. Τότε οι έξι Κοινοτικοί Σύμβουλοι ενημέρωσαν προφορικώς και γραπτώς τον Έπαρχο Λεμεσού για τα πιο πάνω και στη συνέχεια έστειλαν ακόμα μία επιστολή στον Έπαρχο Λεμεσού ενημερώνοντας τον ότι τα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου θα παρέμειναν κλειστά για απροσδιόριστο χρόνο. Η Αιτήτρια απουσίασε από την εργασία της με άδεια ασθενείας από 17/9/2010 - 24/9/
  5. Στο ιατρικό πιστοποιητικό που της χορηγούσε την άδεια απουσίας αναγράφεται ότι η Αιτήτρια έχει ψηλή πίεση (βλ. Τεκμήριο 1). Το Κοινοτικό Συμβούλιο κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο δεν είχε ως εργοδότης υιοθετήσει πολιτική κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας και δεν είχε εφαρμόσει οποιαδήποτε μέτρα που να προβλέπουν για την πρόληψη της σεξουαλικής παρενόχλησης και την αντιμετώπιση περιστατικών παρενόχλησης στον χώρο εργασίας αν και εφόσον αυτά παρουσιαστούν. Στις 27/9/2010 η Αιτήτρια υπέβαλε καταγγελία για σεξουαλική παρενόχλησή της στην εργασία από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 στην Επιτροπή Ισότητας των Φύλων στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση. Η εν λόγω Επιτροπή υπέβαλε εκ μέρους της Αιτήτριας καταγγελία στους Επιθεωρητές Ισότητας του Υπουργείου Εργασίας για σεξουαλική παρενόχληση της Αιτήτριας στην εργασία από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 για να διερευνηθεί σε σχέση με ενδεχόμενη παράβαση των προνοιών του Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου, Ν.205(Ι)/2002[1] (ο «Ν.205(Ι)/2002»). Στις 20/10/2010 η Επιθεωρήτρια Ισότητας, κα Στέλλα Κομνηνού - Αρακελιάν, η οποία διερεύνησε την καταγγελία της Αιτήτριας επισκέφτηκε τα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου και στις 3/11/2010 εξέδωσε σχετική Έκθεση Γεγονότων στην οποία περιέχονται αυτά που έπραξε στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του Ν.205(Ι)/2002 καθώς και οι διαπιστώσεις/συμπεράσματά της (Τεκμήριο 2). Κατά την επίσκεψή της στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου η κα Κομνηνού μίλησε με την Αιτήτρια, τον Καθ΄ ού η αίτηση 1, την κα Μονιάτη και τέσσερις από τους έξι Κοινοτικούς Συμβούλους (τον κ. Ζην. Δημητρίου, τον κ. Αντ. Σωκράτους, τον κ.Π. Μονιάτη και την κα Ρ. Καραγιάννη). Οι έξι Κοινοτικοί Σύμβουλοι μέχρι και τα τέλη Νοεμβρίου του 2010 υπέβαλλαν αιτήματα στον Έπαρχο Λεμεσού και στο Υπουργείο Εσωτερικών να παυθεί ή να τεθεί σε διαθεσιμότητα ο Καθ΄ ού η αίτηση
  6. Τόσο ο Έπαρχος Λεμεσού όσο και ο Υπουργός Εσωτερικών απέρριψαν τα αιτήματά τους προβάλλοντας ως λόγο το γεγονός ότι επειδή ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 ήταν εκλελεγμένος αξιωματούχος δεν μπορεί να παυθεί ή να τεθεί σε διαθεσιμότητα χωρίς να υπάρχει ποινική υπόθεση εναντίον του. Τέλη Νοεμβρίου - αρχές Δεκεμβρίου 2010 πέντε από τους έξι Κοινοτικούς Συμβούλους υπέβαλαν την παραίτησή τους (ένα χρόνο πριν λήξει η θητεία για την οποία είχαν εκλεγεί) και μετά από ένα μήνα ανέλαβαν τις θέσεις τους οι επιλαχόντες στην εκλογική αναμέτρηση που είχαν εκλεγεί οι παραιτηθέντες Κοινοτικοί Σύμβουλοι. Ο κ.Ζήνωνας Δημητρίου και ο κ.Αντώνης Σωκράτους ήταν ανάμεσα στους πέντε Κοινοτικούς Σύμβουλους που παραιτήθηκαν. Ο κ.Ανδρέας Φιλοκράτους, ο οποίος ήταν ο Αντιπρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου, ήταν ο Κοινοτικός Σύμβουλος που δεν παραιτήθηκε. Η Αιτήτρια απουσίαζε από την εργασία της με άδεια ασθενείας που της χορηγήθηκε από ιατρό από 2/11/2010 μέχρι 2/12/2010 (στο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό αναγράφεται ότι η διάγνωση ήταν «μεταμόσχευση νεφρού - αυξημένη κρεατινίνη» (βλ. Τεκμήριο 1)) και από 3/12/2010 μέχρι 2/2/2011 (στο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό αναγράφεται ότι η διάγνωση ήταν «αυξημένη κρεατινίνη σε μεταμόσχευση νεφρού / απόρριψη» (βλ. Τεκμήριο 1)). Στις 26/9/2011 η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς (στο εξής «η Αίτηση») με την οποία εξαιτείται εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση 1 και 2 αλληλέγγυως και/ή κεχωρισμένως τις πιο κάτω θεραπείες: «Α. Αποζημιώσεις για ηθική ζημιά και/ή βλάβη και/ή υλική ζημιά και/ή την θετική ζημιά την οποία έχει υποστεί συνεπεία της παράβασης των Περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμων 2002 - 2009 και/ή διάκρισης λόγω φύλου και/ή παράνομης διάκρισης και/ή παράνομου τερματισμού της απασχόλησης και/ή εξαναγκασμού της σε παραίτηση και/ή παραβίασης των ατομικών της δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Σύνταγμα, από τις παράνομες και/ή υπαίτιες πράξεις του Καθ΄ ου η αίτηση. Β. Τιμωρητικές και/ή Παραδειγματικές Αποζημιώσεις. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογο και/ή δίκαιο όπως εκδοθεί. Δ. Δικηγορικά έξοδα ΦΠΑ επί των εξόδων (00687172 J) E. Νόμιμο Τόκο». Η Αιτήτρια στους γενικούς λόγους της Αίτησής της ισχυρίζεται ότι από τον Φεβρουάριο του 2010 και μετά ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 διενήργησε διάφορες πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης εις βάρος της όπως σχόλια σεξουαλικής φύσεως, ερωτήσεις για την προσωπική της ζωή, προτάσεις σεξουαλικής φύσης, χειρονομίες, πίεση σύναψης ερωτικών σχέσεων και έκθεση σε ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου. Ότι του έδειχνε φανερά την ενόχλησή της αναφορικά με τις πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης που δεχόταν και ότι προσπαθούσε να τον αποτρέψει. Ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 στη συνέχεια σταμάτησε να την παρενοχλεί σεξουαλικά αφού κατάλαβε ότι δεν θα ενέδιδε στις σεξουαλικές του ορέξεις και επιθυμίες αλλά προχώρησε στη δημιουργία ενός εκφοβιστικού και εχθρικού περιβάλλοντος εργασίας γι΄ αυτήν αφού με το παραμικρό της έκανε παρατηρήσεις για τον τρόπο που εκτελούσε τα γραμματειακά της καθήκοντα. Ότι επειδή η προσβλητική συμπεριφορά του Καθ΄ ού η αίτηση 1 προς το πρόσωπό της δεν σταμάτησε, τον Ιούλιο του 2010 ανέφερε το ζήτημα σε κάποια από τα μέλη των Καθ΄ ών η αίτηση
  7. Τον Σεπτέμβριο του 2010 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει προσωρινά την εργασία της λαμβάνοντας άδεια ασθενείας λόγω της ψυχολογικής πίεσης που της ασκούσε καθημερινά ο Καθ΄ ού η αίτηση
  8. Ότι στις 27/9/2010 υπέβαλε καταγγελία για σεξουαλική παρενόχλησή της από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 στο Υπουργείο Εργασίας. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι συνεπεία της παράνομης συμπεριφοράς του Καθ΄ ού η αίτηση 1 παραβιάστηκαν τα ατομικά συνταγματικά της δικαιώματα και τα δικαιώματά της που απορρέουν από τον Ν.205(Ι)/
  9. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 2 είναι διά νόμου συνυπεύθυνοι με τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 για τις πράξεις του Καθ΄ ού η αίτηση 1 καθότι εξ αμελείας και/ή κατά παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων τους δεν έλαβαν καθόλου επαρκή μέτρα πρόληψης των πράξεων του Καθ΄ ού η αίτηση 1 και/ή τα δέοντα μέτρα προστασίας και προφύλαξής της από τις πράξεις του Καθ΄ ού η αίτηση
  10. Ο Καθ΄ ού η ECLI:CY:AD:2016:D147, αίτηση 1 με το Έγγραφο Εμφάνισής του που καταχώρησε στις 4/11/2016 απορρίπτει τις εναντίον του αξιώσεις και αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλει η Αιτήτρια στους γενικούς λόγους της Αίτησής της. Ισχυρίζεται ότι έκανε κάποιες ερωτήσεις στην Αιτήτρια σχετικά με την προσωπική της ζωή αλλά αυτές «αφορούσαν γνήσιο ενδιαφέρον μεταξύ δύο ανθρώπων που συνεργάζονταν πάνω σε καθημερινή βάση, κύρια γύρω από την κατάσταση της υγείας της χωρίς να αποτελούν με οποιοδήποτε τρόπο, ερωτήσεις σεξουαλικής φύσης ή περιεχομένου». Ότι έκανε κάποια γενικά σχόλια σχετικά με την εμφάνιση της Αιτήτριας και την κατάσταση της υγείας της στα πλαίσια της καθημερινής συναναστροφής, επικοινωνίας και συνεργασίας που είχαν και αρνείται ότι «αυτά τα σχόλια έγιναν κακόβουλα αφήνοντας υπαινιγμούς ή ότι αποτελούσαν σεξουαλική παρενόχληση». Είναι η θέση του ότι ουδέποτε η Αιτήτρια του έδειξε ή ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι η συμπεριφορά του ήταν ενοχλητική για την Αιτήτρια και ότι η Αιτήτρια προσπαθούσε να τον αποφύγει ή να τον αποτρέψει. Υποστηρίζει ότι αν έκανε οποιεσδήποτε παρατηρήσεις στην Αιτήτρια αυτό το έκανε (α) από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του και ήταν στα ορθά και νόμιμα πλαίσια των καθηκόντων του για ορθή εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων της Αιτήτριας, (β) γιατί η Αιτήτρια χρησιμοποιούσε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου του Κοινοτικού Συμβουλίου όχι μόνο για τις ανάγκες του Κοινοτικού Συμβουλίου αλλά και για δικές της προσωπικές ανάγκες άσχετες με την εργασία της και (γ) γιατί η Αιτήτρια ως Πρόεδρος του Κέντρου Νεότητας

(1)δεν επέστρεψε τα χρήματα που δόθηκαν στο Κέντρο Νεότητας από τους Καθ΄ ών η αίτηση 2 για αγορά εξοπλισμού και δεν έδινε στους Καθ΄ ών η αίτηση 2 ικανοποιητικές εξηγήσεις για τον λόγο της μη επιστροφής των εν λόγω χρημάτων και
(2)δεν εξήγησε την ύπαρξη ελλειμμάτων στο ταμείο του Κέντρου Νεότητας. Είναι η θέση του ότι ουδέποτε εκφόβισε την Αιτήτρια. Στη βάση των πιο πάνω ζητά απόρριψη της Αίτησης με έξοδα υπέρ του και εναντίον της Αιτήτριας. Οι Καθ΄ ών η αίτηση 2, στους γενικούς λόγους της Έγγραφης Εμφάνισής τους, αρνούνται και απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις και ισχυρίζονται ότι τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου όταν ενημερώθηκαν τον Ιούλιο του 2010 ότι η συμπεριφορά του Καθ΄ ού η αίτηση 1, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, προς αυτήν ήταν προσβλητική έλαβαν όλα τα δέοντα μέτρα για άρση και τερματισμό της, κατ΄ ισχυρισμό, συμπεριφοράς του Καθ΄ ου η αίτηση 1 προς την Αιτήτρια και ότι προχώρησαν σε όλες τις ενδεδειγμένες υπό τις περιστάσεις ενέργειες και μέτρα για την προστασία της Αιτήτριας πλην όμως δεν είχαν την εξουσία από τον Νόμο να λάβουν οποιαδήποτε άλλα μέτρα εναντίον του Καθ΄ ού η αίτηση 1 αφού δεν προχώρησε οποιαδήποτε καταγγελία ή υπόθεση στο Δικαστήριο εναντίον του και δεν υπήρξε καταδίκη του. Αρνούνται τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων τους που τους αποδίδει η Αιτήτρια στους γενικούς λόγους της Αίτησής της. Προς περαιτέρω υπεράσπισή τους ισχυρίζονται ότι «αν πράγματι ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 είναι υπαίτιος της συμπεριφοράς που η Αιτήτρια του καταλογίζει, γεγονός το οποίο οι ίδιοι δεν γνωρίζουν και σε κάθε περίπτωση αρνούνται, αυτό αφορά αποκλειστικά τον ίδιο τον Καθ΄ ου η αίτηση 1, ο οποίος ενεργούσε ως άτομο και με την ιδιότητα του ως φυσικό πρόσωπο και σε καμία περίπτωση δεν έχει σχέση με αυτούς οι οποίοι είναι νομικό πρόσωπο ή πρόσωπο κατά πλάσμα δικαίου» και ότι «οι ίδιοι ουδέποτε είχαν σχέση με τις ισχυριζόμενες πράξεις, ενέργειες και συμπεριφορά του Καθ΄ ου η αίτηση 1 προς την Αιτήτρια, ούτε αυτές απόρρεαν ή ήταν μέσα στα καθήκοντα του ως κοινοτάρχης ούτε απόρρεαν από τη θέση του αυτή, ούτε ποτέ οι ίδιοι συγκατατέθηκαν σε αυτές ή τις ενέκριναν με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά αντίθετα προέβηκαν σε συστάσεις και παρατηρήσεις προς αυτόν και αλλαγή της συμπεριφοράς του, ζήτησαν την παραίτηση του μόλις ενημερώθηκαν από την Αιτήτρια και όταν αυτός δεν παραιτήθηκε προέβησαν σε σχετική καταγγελία στον Έπαρχο και στον Υπουργό Εσωτερικών». Περαιτέρω αναφέρουν ότι μερίμνησαν για τον διαχωρισμό του γραφείου του Κοινοτάρχη από αυτό της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου ισχυρίζονται ότι δεν έχουν καμία ευθύνη έναντι της Αιτήτριας και εξαιτούνται απόρριψη της Αίτησης με έξοδα υπέρ τους. Μαρτυρία Η μαρτυρία που έδωσε η Αιτήτρια με την κυρίως εξέτασή της συνοψίζεται ως ακολούθως: Μέχρι τις αρχές του έτους 2010 δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα μεταξύ του Καθ΄ ού η αίτηση 1 και αυτής. Από τον Φεβρουάριο του 2010 ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 άρχισε να την παρενοχλεί σεξουαλικά με διάφορες πράξεις όπως σχόλια σεξουαλικής φύσεως, ερωτήσεις για την προσωπική της ζωή, έκθεση σε ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου, προτάσεις σεξουαλικής φύσης, χειρονομίες και πίεση σύναψης ερωτικών και σεξουαλικών σχέσεων μαζί του. Την παρότρυνε να συνάψει εξωσυζυγική σχέση αλλά να επιστρέψει μετά στον σύζυγό της όπως κάνει και αυτός. Τον Φεβρουάριο του 2010 όταν η εμφάνισή της είχε βελτιωθεί μετά που έχασε βάρος, ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 άρχισε να της κάνει συχνά σχόλια και κομπλιμέντα σχετικά με την εμφάνισή της βλέποντας την «με πονηρό ύφος» και «με όλο υπονοούμενα και υπαινιγμούς». Μόλις άρχισε αυτό έδειξε φανερά ενοχλημένη και με τη στάση της δείχνοντας στον Καθ΄ ού η αίτηση 1 ότι αυτό την ενοχλεί και την θίγει προσπάθησε να αποτρέψει την κατάσταση που δημιούργησε ο Καθ΄ ού η αίτηση
  1. Ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 συνέχιζε να της κάνει κομπλιμέντα για το σώμα της και τα ρούχα της κοιτάζοντας την χυδαία, πονηρά και με προκλητικό βλέμμα στο πρόσωπο και στο σώμα κάνοντας την να ντρέπεται και να νιώθει αμήχανα και άβολα. Προσπάθησε να τον αποθαρρύνει δηλώνοντας του ξεκάθαρα ότι αυτό που κάνει την ενοχλεί, την μειώνει και ότι ουδέποτε θα υπέκυπτε στις ανήθικες προτάσεις του. Πάντοτε έδειχνε τη δυσαρέσκειά της στη συμπεριφορά του Καθ΄ ού η αίτηση 1 και μία φορά όταν ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 την ρώτησε κατά πόσο την ενοχλεί η συμπεριφορά του, του είπε ότι δεν της αρέσει και ότι αν συνεχίσει θα τον καταγγείλει. Ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 δεν σταμάτησε και με τη συμπεριφορά του την έφερνε σε δύσκολη θέση και της δημιουργούσε άγχος το οποίο ήταν επιζήμιο για την κατάσταση της υγείας της. Όταν ήταν 11 ετών διαγνώστηκε με νεφρική ανεπάρκεια και στα 13 της υποβλήθηκε σε μεταμόσχευση νεφρού αλλά όταν ήταν 18 χρονών ο οργανισμός της απέρριψε το μόσχευμα και μέχρι τα 26 της, που υποβλήθηκε σε δεύτερη μεταμόσχευση νεφρού, υποβαλλόταν σε αιμοκάθαρση. Επί καθημερινής βάσης αντιμετώπιζε σεξουαλική παρενόχληση από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 και ήταν συνέχεια αγχωμένη και τρομαγμένη πράγμα που αντιλαμβανόταν και η οικογένειά της αλλά φοβόταν και ντρεπόταν να τους εκμυστηρευτεί τον λόγο που ήταν σε αυτή τη συναισθηματική κατάσταση. Μία μέρα ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 προφασιζόμενος ότι είχαν εργασία στη Λευκωσία και έπρεπε να μεταβούν εκεί, αφού διεκπεραίωσαν την εργασία τους στη Λευκωσία, την πίεζε έντονα να πάνε μαζί στα κατεχόμενα. Υποχώρησε μόνο όταν αυτή άρχισε να κλαίει και φοβούμενος για τις συνέπειες επέστρεψαν στο Σούνι - Ζανατζιά. Μία άλλη μέρα στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 την πίεσε να καταχωρήσει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τη διεύθυνση μίας ιστοσελίδας που είχε φέρει μαζί του γραμμένη σε χαρτί. Λόγω των συχνών και καθημερινών παρενοχλήσεων που της έκανε, υποψιάστηκε ότι μπορούσε να ήταν κάτι αισχρό και όταν του είπε «ελπίζω να μην είναι κάτι άσχημο» αυτός της είπε ότι η εν λόγω σελίδα έχει σχέση με την εργασία της. Το περιεχόμενο της εν λόγω ιστοσελίδας ήταν αισχρό και πορνογραφικό και όταν το είδε ήρθε σε δύσκολη θέση. Το πιο πάνω συμβάν έγινε μπροστά στην κα Μονιάτη. Η κα Μονιάτη ήταν παρούσα πολλές φορές όταν ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της έκανε σχόλια και ερωτήσεις σεξουαλικού περιεχομένου. Άλλη φορά ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της ζήτησε και την ανάγκασε εν ώρα εργασίας να τον επισκεφτεί στο σπίτι του για δουλειά λέγοντας της ότι επειδή αυτός δεν γνώριζε ηλεκτρονικούς υπολογιστές αυτή έπρεπε να πάει στο σπίτι του για να καταχωρίσει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που αγόρασε μία ιστοσελίδα που αφορούσε τους Δήμους και τις Κοινότητες. Όταν πήγε στο σπίτι του η εν λόγω σελίδα αποδείχτηκε ότι ήταν μία ιστοσελίδα της Τζούλιας Αλεξανδράτου με πορνογραφικό περιεχόμενο. Σημείωσε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της ζήτησε να καταχωρήσει την εν λόγω ιστοσελίδα στα αγγλικά για να μην το καταλάβει η σύζυγός του. Αυτή αμέσως διαμαρτυρήθηκε έντονα και έφυγε από την οικία του κλαίγοντας, ταπεινωμένη μη αντέχοντας την κατάσταση αυτή. Πολλές φορές κατά τη διάρκεια της εργασίας της ένιωθε πίεση από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 να ενδώσει στις σεξουαλικές του ορέξεις, δημιουργώντας αφόρητο κλίμα εργασίας γι΄ αυτήν και συχνά έκλαιγε απελπισμένη. Περί τα τέλη Ιουλίου 2010 μία μέρα τυχαία την βρήκε η κα Μαρία Δημητρίου, η οποία είναι σύζυγος ενός από τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου, στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου να κλαίει. Της περιέγραψε όλα όσα συνέβαιναν τους τελευταίους μήνες. Η κα Δημητρίου ενημέρωσε τον σύζυγό της κ.Ζήνωνα Δημητρίου και στη συνέχεια του εκμυστηρεύτηκε και αυτή τα όσα συνέβαιναν. Με τη σειρά του ο κ.Δημητρίου ενημέρωσε και τα υπόλοιπα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου. Την ίδια μέρα επέστρεψε σπίτι και ενημέρωσε τον σύζυγό της και το ίδιο βράδυ επικοινώνησε με τον κ.Δημητρίου ο οποίος της ζήτησε να μεταβεί στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου. Εκεί στην παρουσία του κ.Δημητρίου, της κας Μονιάτη, του κ.Αντώνη Σωκράτους (επίσης μέλους του Κοινοτικού Συμβουλίου) και της ίδιας έγινε συζήτηση με τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 γι΄ αυτά που είχε πει στον κ.Δημητρίου και ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 παραδέχτηκε την ανήθικη συμπεριφορά του προς αυτήν αλλά την εκφόβισε και την απείλησε μπροστά σε όλους για να την αποτρέψει από του να προχωρήσει δικαστικά. Μετά από αυτό ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 σταμάτησε να την παρενοχλεί σεξουαλικά αλλά προχώρησε στη δημιουργία εκφοβιστικού και εχθρικού περιβάλλοντος γι΄ αυτήν στον χώρο εργασίας της αφού με το παραμικρό της έκανε παρατηρήσεις και της φώναζε για τον τρόπο που εκτελούσε τα γραμματειακά της καθήκοντα ενώ μέχρι τότε δεν είχε κανένα παράπονο σε σχέση με την εργασία της. Οι Κοινοτικοί Σύμβουλοι απέστειλαν επιστολή στον Έπαρχο Λεμεσού σχετικά με τα πιο πάνω αλλά δεν έλαβαν κάποιο μέτρο για να την προστατέψουν. Ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 ενώ παραδέχτηκε τις πράξεις του αργότερα αναίρεσε την παραδοχή του. Ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 επέκτεινε τις απειλές του στους Κοινοτικούς Συμβούλους και στους υπαλλήλους του Κοινοτικού Συμβουλίου με αποτέλεσμα οι Κοινοτικοί Σύμβουλοι να αποστείλουν επιστολή στον Έπαρχο Λεμεσού ότι θα κλείσουν το γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου. Το γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου έκλεισε λίγες ημέρες γιατί αυτή πήρε άδεια ασθενείας αφού με όλα τα πιο πάνω γεγονότα άρχισε να κλονίζεται η υγεία της. Παρόλο που συζητήθηκε από τους Κοινοτικούς Συμβούλους ο διαχωρισμός του γραφείου του Κοινοτάρχη από το υπόλοιπο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 αντέδρασε έντονα και έτσι δεν έγινε αυτός ο διαχωρισμός. Αυτή αναγκάστηκε από τις 17/9/2010 για ένα μήνα να απουσιάσει από την εργασία της λόγω του ότι είχε κλονιστεί η υγεία της από την προσβλητική και εκφοβιστική συμπεριφορά του Καθ΄ ού η αίτηση 1 και την παράλειψη των Καθ΄ ών η αίτηση 2 να λάβουν άμεσα μέτρα για την προστασία της. Συνολικά έλαβε 3½ μήνες αναρρωτική άδεια λόγω της δραματικής επιδείνωσης της υγείας της. Η πιο πάνω συμπεριφορά του Καθ΄ ού η αίτηση 1 συνεχίστηκε μέχρι την 1/1/
  2. Κατά την αντεξέτασή της από τον δικηγόρο του Καθ΄ ού η αίτηση 1 ερωτώμενη για τις κατ΄ ισχυρισμό πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης που διενέργησε ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 εις βάρος της ανέφερε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 ήταν χυδαίος απέναντί της, την έβλεπε συνεχώς προκλητικά και της έκανε διάφορα σχόλια για την εμφάνισή της, ότι έβλεπε την περιφέρειά της, ότι της έλεγε ότι έχασε βάρος και είναι πολύ όμορφη, ότι μπορεί να έχει όποιον άνδρα θέλει και να συνάψει σχέσεις με άλλους άνδρες και διάφορα προκλητικά σχόλια. Ότι πήγε κάποιες φορές στη Λευκωσία με τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 κάποτε μόνοι τους και κάποτε με άλλα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου. Είπε ότι δεν θυμάται πότε πήγαν μόνοι τους. Σημείωσε ότι ο λόγος που πήγαν στη Λευκωσία εκείνη την μέρα που ισχυρίζεται ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 την πίεσε να μεταβούν στα κατεχόμενα ήταν για να επισκεφθούν τον Υπουργό Εσωτερικών για κάποια θέματα που αφορούσαν την Κοινότητα και αρνήθηκε ότι πήγαν για θέματα που αφορούσαν την ποδοσφαιρική ομάδα του Κέντρου Νεότητας του χωριού. Υποστήριξε ότι δεν αρνήθηκε να πάει μόνη της με τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 στη Λευκωσία γιατί (α) τον φοβόταν επειδή εκτός του ότι ήταν προϊστάμενός της ήταν πολύ μοχθηρός και αυστηρός και (β) η κα Μονιάτη δεν μπορούσε να πάει αυτή στη Λευκωσία γιατί δεν ήξερε τα θέματα που θα τίθεντο στον Υπουργό ούτε είχε στην κατοχή της τις σχετικές επιστολές. Ότι όταν τελείωσαν την εργασία τους στη Λευκωσία, ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της έλεγε να πάνε στα κατεχόμενα στο καζίνο και αυτή δεν δέχτηκε. Ήταν χάλια ψυχολογικά με αυτά που της ζητούσε και έτσι επέστρεψαν πίσω στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου. Ισχυρίστηκε ότι εκείνη την ημέρα ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της έκανε διάφορα λεκτικά σχόλια και την πίεζε πάρα πολύ να πάνε στα κατεχόμενα. Ήταν η θέση της ότι μόνο μία φορά πήγε στο σπίτι του Καθ΄ ού η αίτηση 1 όταν αυτός είχε αγοράσει ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή και της ζήτησε με θυμωμένο και επιτακτικό τρόπο (πιο συγκεκριμένα της είπε θυμωμένα «να έρθεις να μου βάλεις») να πάει στο σπίτι του για να του καταχωρήσει κάποιες ιστοσελίδες που αφορούσαν τα Κοινοτικά Συμβούλια. Ότι όταν πήγε στο σπίτι του Καθ΄ ού η αίτηση 1 σε μία στιγμή που η σύζυγος του Καθ΄ ού η αίτηση 1 δεν ήταν εκεί, ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της ζήτησε να βάλει μία ιστοσελίδα η οποία ήταν ένα συγκεκριμένο βίντεο της Τζούλιας Αλεξανδράτου που ήταν πορνογραφικού περιεχομένου. Αυτή όταν αντιλήφθηκε τι ήταν αυτό που της ζήτησε ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 να καταχωρήσει θύμωσε, ταράχθηκε και αφού του είπε τι είναι αυτά τα πράγματα σταμάτησε να πληκτρολογεί και δεν καταχώρησε την ιστοσελίδα. Περίμενε να έρθει η σύζυγος του Καθ΄ ού η αίτηση 1 και έφυγε από το σπίτι του Καθ΄ ού η αίτηση 1 έντρομη και ταπεινωμένη. Αρνήθηκε ότι αυτή εν ώρα εργασίας στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου στην παρουσία της κας Μονιάτη έβαλε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου να παρακολουθήσουν μία ταινία της Τζούλιας Αλεξανδράτου με πορνογραφικό περιεχόμενο και ισχυρίστηκε ότι μία άλλη φορά (μετά από το πιο πάνω περιστατικό στο σπίτι του Καθ΄ ού η αίτηση 1) ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της έφερε ένα χαρτάκι στο οποίο γραφόταν μία ιστοσελίδα και της ζήτησε να την βάλει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου του Κοινοτικού Συμβουλίου και αυτή λόγω του προηγούμενου περιστατικού τον ρώτησε αν ήταν κάτι άσχημο και το καταχώρησε αφού δεν φαινόταν από τον τίτλο τι ήταν. Ότι το καταχώρησε αλλά το έκλεισε αμέσως μόλις κατάλαβε τι ήταν και ότι η κα Μονιάτη έφυγε από εκεί όταν κατάλαβε τι ήταν. Διευκρίνισε ότι το 2007 υποβλήθηκε σε μεταμόσχευση νεφρού και ισχυρίστηκε ότι τον Ιούλιο του 2010 επειδή είχε ψηλώσει η πίεσή της λόγω της κατάστασης που αντιμετώπιζε στον χώρο εργασίας της ο γιατρός της έδωσε αναρρωτική άδεια γιατί η πίεση επηρεάζει τη λειτουργία του νεφρού. Παραδέχτηκε ότι τον Ιούλιο του 2010 το Κέντρο Νεότητας διοργάνωσε συναυλία με τον Παντελή Θαλασσινό και ότι αυτή πήγε στη συναυλία και χόρεψε σε αυτή. Ανέφερε ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο δάνεισε κάποια χρήματα στο Κέντρο Νεότητας για να αγοραστούν ηλεκτρονικοί υπολογιστές για το Κέντρο Νεότητας και ισχυρίστηκε ότι όταν ο Οργανισμός Νεολαίας θα ενέκρινε σχετική αίτηση του Κέντρου Νεότητας για χορηγία για αγορά εξοπλισμού του Κέντρου Νεότητας τα χρήματα της χορηγίας θα δίνονταν στο Κοινοτικό Συμβούλιο. Ότι ο Οργανισμός Νεολαίας δεν έδωσε τη χορηγία στο Κέντρο Νεότητας λόγω έλλειψης κονδυλίων. Υποστήριξε ότι ενημέρωσε τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 για τα πιο πάνω. Παραδέχτηκε ότι κάποιες φορές έστελλε προσωπικά e-mails από το γραφείο σε φίλες της. Στον σύζυγό της ανέφερε το ζήτημα της σεξουαλικής παρενόχλησής της από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 τον Ιούλιο του 2017 μετά που το ανέφερε στην κα Μαρία Δημητρίου για τον λόγο ότι δεν ήθελε να γίνει κάτι μεταξύ του συζύγου της και του Καθ΄ ού η αίτηση 1 όπως π.χ. να τσακωθεί ο σύζυγός της με τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 ή να γίνει άλλο τραγικό γεγονός. Ήταν η θέση της όταν ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 παραδέχτηκε στον κ.Δημητρίου και στον κ.Σωκράτους τις πράξεις του ήταν πολύ θυμωμένος και της είπε «θα σε πάρω μαζί μου στη λάσπη». Αντεξεταζόμενη από τον δικηγόρο του Κοινοτικού Συμβουλίου ισχυρίστηκε ότι δεν ανέφερε σε κανένα μέχρι που μίλησε στην κα Μαρία Δημητρίου τι συνέβαινε στην εργασία της καθότι προσπαθούσε μόνη της να αποτρέψει τη συνέχιση αυτής της κατάστασης λέγοντας συνεχώς στον Καθ΄ ού η αίτηση 1 πόσο την προσέβαλλαν οι πράξεις του γιατί δεν ήθελε «να ακουστεί το πράγμα και να γίνει θέμα». Ότι τον Ιούλιο του 2010 ήταν σε πάρα πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση, δεν ήταν καλά η σωματική της υγεία και δεν άντεχε άλλο τη συμπεριφορά του Καθ΄ ού η αίτηση
  3. Ισχυρίστηκε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 την έβλεπε προκλητικά, της έλεγε «τι ωραίο το παντελόνι σου» και έβλεπε τον πισινό της, της έλεγε ότι είναι όμορφη και ότι μπορεί να έχει συντρόφους για να κάνει εξωσυζυγικές σχέσεις, έβλεπε το στήθος της, την ρωτούσε πώς περνά με τον σύζυγό της επειδή δεν είχαν μωρό μέχρι τότε, της έκανε διάφορα σχόλια αν περνά καλά στον γάμο της και της έλεγε να συνάψει σχέσεις με άλλους άνδρες. Ήταν η θέση της ότι ουδέποτε ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της ανέφερε ξεκάθαρα να συνάψει εξωσυζυγική σχέση μαζί του ή να κάνει σεξουαλικές σχέσεις μαζί του, μόνο με τα υπονοούμενά του. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 την πίεζε να καταχωρήσει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου του Κοινοτικού Συμβουλίου ιστοσελίδα πορνογραφικού περιεχομένου ανέφερε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της είπε «βάλ΄ το να δεις» και επέμενε να το βάλει, ότι αυτή του είπε «ελπίζω να μην είναι κάτι άσχημο» και όταν της είπε ότι δεν είναι κάτι άσχημο αυτή την έβαλε και μόλις άνοιξε η ιστοσελίδα άνοιξε μία σκηνή πορνό και πιο συγκεκριμένα μία σκηνή που ήταν η Τζούλια Αλεξανδράτου. Ότι αυτή μόλις το είδε την έκλεισε αμέσως. Ισχυρίστηκε ότι η κα Μονιάτη σηκώθηκε και έφυγε από το γραφείο της και πήγε προς την τουαλέτα γιατί δεν ήθελε να αναμειχθεί και ότι αυτή έκλεισε το βίντεο και θύμωσε λέγοντας στον Καθ΄ ού η αίτηση 1 «Καλά σοβαρομιλάς; Τι είναι τούτο; Τι είναι τούντα πράγματα που κάνεις;». Υποστήριξε ότι στο σπίτι του Καθ΄ ού η αίτηση 1 πήγε αφού αυτές τις οδηγίες της έδωσε ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 ως προϊστάμενός της. Όταν της ζητήθηκε να συγκεκριμενοποιήσει την αναφορά της ότι μετά την καταγγελία της ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 προχώρησε στη δημιουργία εκφοβιστικού και εχθρικού γι΄ αυτήν περιβάλλοντος εργασίας στον χώρο εργασίας της, ανέφερε ότι η συμπεριφορά του Καθ΄ ού η αίτηση 1 ήταν εκφοβιστική και πιεστική, την απειλούσε καθημερινά στο γραφείο γιατί έκανε την καταγγελία, συνέχεια έβρισκε λάθη στη δουλειά της, π.χ. δεν του άρεσε πώς έγραφε τα πρακτικά (ενώ τόσα χρόνια έγραφε τα πρακτικά και δεν είχε πρόβλημα) ή πώς έκανε τις δουλειές του γραφείου. Γενικά ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 την φόρτιζε πολύ ψυχολογικά, την άγχωνε και γι΄ αυτό έπαιρνε συνεχώς άδεια ασθενείας. Σε σχέση με τις άδειες ασθενείας που της χορηγήθηκαν υποστήριξε ότι η πίεσή της ψήλωσε λόγω του κλίματος που δημιουργήθηκε στον χώρο εργασίας της και της ψυχολογικής πίεσης που της δημιουργούσε ο Καθ΄ ού η αίτηση
  4. Ερωτώμενη τι σημαίνει ο όρος «Patient΄s URL fever» που αναφέρεται σε ένα από τα ιατρικά πιστοποιητικά που κατέθεσε, απάντησε ότι αυτός είναι ιατρικός όρος που σχετίζεται με τα νεφρά και ότι λόγω της ψυχολογικής πίεσης που υφίστατο είχε ψηλό πυρετό. Ότι αυξημένη κρεατίνη σημαίνει ότι αυξήθηκε η μέτρηση που ορίζει τη λειτουργία του νεφρού. Λόγω του ότι είναι μεταμοσχευμένη νεφρού πρέπει να έχει ήρεμη ζωή και ότι της δημιουργήθηκαν προβλήματα λόγω της ψυχολογικής πίεσης που υπέστηκε με τη σεξουαλική παρενόχληση που της έγινε και στη συνέχεια με τον εκφοβισμό που δέχτηκε και ότι από το 2007 που έκανε τη μεταμόσχευση δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας μέχρι το καλοκαίρι του 2010 που της παρουσιάστηκαν αυτά τα προβλήματα. Ισχυρίστηκε ότι προφορικά ενημέρωσε τα υπόλοιπα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 την εκφοβίζει και την απειλεί και ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της έλεγε συνεχώς υπονοούμενα όπως θα την πάρει μαζί του στη φυλακή ή γιατί «έκανες αυτό το πράγμα, θα δεις τι θα γίνει αν προχωρήσεις». Το Κοινοτικό Συμβούλιο δεν προχώρησε στο να διαχωρίσει το γραφείο γιατί ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 δεν ήθελε να εκτελέσει την απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου και αυτή αφέθηκε να εργάζεται στον ίδιο χώρο με τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 και να λαμβάνει οδηγίες από τον Καθ΄ ού η αίτηση
  5. Δεν υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του Καθ΄ ού η αίτηση 1 και δεν θυμάται αν την προέτρεψε κάποιος να υποβάλει μία τέτοια καταγγελία. Όταν ανέλαβαν τα νέα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου σε αντικατάσταση των παραιτηθέντων μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου δεν υπέβαλε σε αυτούς γραπτή καταγγελία για τη συμπεριφορά του Καθ΄ ού η αίτηση 1 αλλά όταν υπήρχε κάποιο πρόβλημα τους το έλεγε. Ήταν η θέση της ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 απειλούσε και την κα Μονιάτη και τα υπόλοιπα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου λέγοντάς τους ότι θα δουν τι θα πάθουν, άμα πάνε εναντίον του. Η κα Στέλλα Κομνηνού - Αρακελιάν (Μ.Α.2) κατέθεσε ότι ως Επιθεωρήτρια Ισότητας - Λειτουργός Εργασίας στο Τμήμα Εργασίας στο Υπουργείο Εργασίας είχε ανάμεσα στα καθήκοντά της τη διερεύνηση καταγγελιών και την παροχή νομικής συμβουλής σε θέματα που αφορούσαν την ισότητα. Αυτή διερεύνησε την καταγγελία της Αιτήτριας εναντίον του Καθ΄ ού η αίτηση 1 για σεξουαλική παρενόχλησή της. Όταν τελείωσε τη διερεύνηση συνέταξε σχετική έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο 2). Αντεξεταζόμενη από τον κ.Καλλή διευκρίνισε ότι διερεύνησε την καταγγελία της Αιτήτριας στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων που της παρέχονταν από τον Ν.205(I)/
  6. Σημείωσε ότι όταν πήγε στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου μίλησε με τα πρόσωπα που ανέφερε πιο πάνω, ότι με την Αιτήτρια, τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 και την κα Μονιάτη μίλησε με τον καθένα ξεχωριστά και ότι δεν θυμόταν αν τους Κοινοτικούς Συμβούλους τους είδε όλους μαζί ή τον καθένα ξεχωριστά. Ήταν η θέση της ότι είχε και τηλεφωνικές επικοινωνίες με μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου και ότι ο κ.Σωκράτους και ο κ.Δημητρίου της είχαν στείλει γραπτές επιστολές στις οποίες κατέγραψαν τη συνομιλία που είχαν με τον Καθ΄ ού η αίτηση
  7. Δεν θυμόταν για ποιο λόγο δεν μίλησε με τους άλλους δύο Κοινοτικούς Συμβούλους. Ανέφερε ότι δεν πήρε καταθέσεις από τα πρόσωπα που μίλησε και ότι απλώς έγραφε πρόχειρες σημειώσεις. Για να συντάξει την Έκθεση Γεγονότων στην οποία υπάρχει λεπτομερής αναφορά στα γεγονότα έλαβε υπόψη της τη γραπτή καταγγελία της Αιτήτριας, τις θέσεις των ατόμων που συνάντησε στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου, τις επιστολές που της έδωσαν ο κ.Δημητρίου, ο κ.Σωκράτους και την αλληλογραφία που είχε με το Κοινοτικό Συμβούλιο. Στο παράπονο της Αιτήτριας δεν υπάρχει συγκεκριμένη ημερομηνία που η Αιτήτρια είπε στον Καθ΄ ού η αίτηση 1 ότι δεν της άρεσε η συμπεριφορά του απέναντί της. Σημείωσε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 δεν παραδέχτηκε σε αυτήν τις πράξεις που του απέδιδε η Αιτήτρια ότι διενήργησε και προέβαλε τη δική του εκδοχή. Αρχικά είπε ότι δεν θυμόταν αν αυτή εισηγήθηκε στην Αιτήτρια να προβεί σε καταγγελία για ποινική υπόθεση αλλά στη συνέχεια όταν της υποδείχθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 είπε ότι η Αιτήτρια ρωτήθηκε αν ήθελε να προχωρήσει σε ποινική διαδικασία και είπε ότι δεν το επιθυμούσε γιατί φοβόταν τις συνέπειες που θα είχε στην υγεία της. Κατά την αντεξέτασή της από τον κ.Ηλία ανέφερε ότι διερεύνησε την καταγγελία της Αιτήτριας στα πλαίσια του Ν.205(Ι)/2002, ότι κατά τον εν λόγω χρόνο δεν υπήρχε καταγραμμένη διαδικασία για τις διερευνήσεις που διενεργούσαν οι Επιθεωρητές Ισότητας στα πλαίσια του Ν.205(Ι)/2002 και ότι ο εν λόγω Νόμος παρέχει μία σχετική ευχέρεια για το πώς ο κάθε Επιθεωρητής Ισότητας θα κάνει τη διερεύνηση που του ανατίθεται. Ανέφερε ότι κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας μίλησε και τηλεφωνικώς με μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου και ότι δεν πήρε γραπτή κατάθεση από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 ούτε κάλεσε τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 να της δώσει κατάθεση την οποία αυτή θα κατέγραφε και ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 θα υπέγραφε ότι το περιεχόμενό της είναι ορθό και αληθές αλλά υποστήριξε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 κατά την επιτόπου διερεύνηση της έδωσε μία επιστολή υπογραμμένη από τον ίδιο. Διευκρίνισε ότι η καταγγελία της Αιτήτριας ήταν μόνο εναντίον του Καθ΄ ού η αίτηση
  8. Κατά την επίσκεψή της στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου μίλησε με τους τέσσερις Κοινοτικούς Συμβούλους όταν ήταν και οι τέσσερις μαζί και ότι την Αιτήτρια και την κα Μονιάτη τις είδε μαζί αλλά ξεχωριστά από τους Κοινοτικούς Συμβούλους. Ότι μόνο τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 τον είδε μόνο του. Ερωτώμενη αν ζήτησε επιπλέον αποδείξεις από τα πρόσωπα με τα οποία μίλησε κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας της Αιτήτριας απάντησε ότι της δόθηκε ένα χαρτάκι στο οποίο ήταν γραμμένο μία ιστοσελίδα και ότι αυτή δεν ζήτησε κάτι άλλο και περιορίστηκε στις αναφορές των προσώπων με τους οποίους συνομίλησε. Σε σχέση με το παράπονο της Αιτήτριας που αφορούσε τη μετάβαση της στη Λευκωσία με τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 είπε ότι από τα λεγόμενα της Αιτήτριας και του Καθ΄ ού η αίτηση 1 αυτή αντιλήφθηκε ότι και οι δύο αναφέρονταν ότι το περιστατικό έγινε το ίδιο έτος (το 2010) και ισχυρίστηκε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 στην επιστολή που της έδωσε αναφέρει ότι το 2010 συνταξίδεψε στη Λευκωσία με την Αιτήτρια για εργασίες του Κοινοτικού Συμβουλίου ακόμη δύο φορές. Σημείωσε ότι η Αιτήτρια δεν της ανέφερε συγκεκριμένες ημερομηνίες που έγιναν τα περιστατικά που της περιέγραψε. Ήταν η θέση της ότι η κα Μονιάτη επιβεβαίωσε σ΄ αυτήν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Υποστήριξε ότι στο Τεκμήριο 2 ανέγραψε τις εκδοχές όπως τις ανέφεραν σ΄ αυτήν τα πρόσωπα που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  9. Ότι ο κ.Δημητρίου και ο κ.Σωκράτους στις επιστολές τους αναφέρουν ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 παραδέχτηκε ότι διέπραξε σεξουαλική παρενόχληση εναντίον της Αιτήτριας. Σε σχέση με την αναφορά της για δημιουργία εχθρικού περιβάλλοντος εργασίας είπε ότι η Αιτήτρια της ανέφερε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της φώναζε, της έκανε συνέχεια παρατήρηση χωρίς βάση και ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 στην επιστολή του ανέφερε ότι η Αιτήτρια δεν πήρε κάποιες επιστολές από το γραμματοκιβώτιο και ότι οι φορολογίες δεν ήταν έτοιμες. Δεν ήταν σίγουρη σε ποια πρόσωπα αποστάληκε το Τεκμήριο 2 όταν ετοιμάστηκε και είπε ότι νομίζει ότι το Τεκμήριο 2 αποστάληκε μόνο στην Επιτροπή Ισότητας των Φύλων. Ο κ.Ζήνωνας Δημητρίου (Μ.Α.3) κατέθεσε ότι μία μέρα μετά που σχόλασε από την εργασία του όταν πήγε στο σπίτι του η γυναίκα του τον πληροφόρησε ότι πήγε στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου και βρήκε την Αιτήτρια να κλαίει και «της είπε τα καθέκαστα». Αυτός τότε τηλεφώνησε της Αιτήτριας και αυτή ήρθε σπίτι του μαζί με την άλλη υπάλληλο του Κοινοτικού Συμβουλίου. Του είπαν ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 πήγαινε στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου και έβαλλε πορνό και τις καλούσε να το δουν. Ότι μία μέρα που ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 πήγε στη Λευκωσία με την Αιτήτρια της έκανε ανήθικες προτάσεις και όταν έφευγαν από τη Λευκωσία της είπε να πάνε στα κατεχόμενα. Η Αιτήτρια έκλαιγε και την έφερε πίσω στο χωριό. Τότε αυτός τηλεφώνησε στον κ.Σωκράτους, ήρθε στο σπίτι του και αφού άκουσε και αυτός τα πιο πάνω, πήγαν στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου για να συναντήσουν τον Καθ΄ ού η αίτηση
  10. Όταν τον συνάντησαν τον ρώτησαν αν έγιναν αυτά τα πράγματα που τους είπε η Αιτήτρια. Ισχυρίστηκε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 στην αρχή δεν παραδεχόταν αλλά μετά τους είπε «έκανα ένα λάθος, εν να με κρεμμάσετε»; Υποστήριξε ότι αυτός του είπε ότι είναι σοβαρά λάθη που έκανε και ότι οφείλει να παραιτηθεί και αποφάσισαν οι τρεις τους να παραιτηθεί μέσα σε ένα μήνα. Ότι την άλλη μέρα του τηλεφώνησε η Αιτήτρια και τον ενημέρωσε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της είπε ότι θα πετάξει λάσπη και «θα τις παρασύρει μέσα στο χωριό» γιατί ανέφεραν τα γεγονότα στον κ.Δημητρίου. Μετά κάλεσε συνεδρία με όλα τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου στην οποία συνεδρία ήταν και ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 παρόν. Κατά την εν λόγω συνεδρία ανέφερε στα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου τα πιο πάνω γεγονότα. Τότε ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 άρχισε να τους απειλά όλους λέγοντάς τους ότι θα τους κατηγορεί στο χωριό, ότι ξέρει πράγματα για αυτούς και θα τα πει αν συνεχίσουν με το θέμα της Αιτήτριας. Οι Κοινοτικοί Σύμβουλοι έστειλαν επιστολή στον Έπαρχο Λεμεσού και του ανέφεραν τα πιο πάνω γεγονότα και στη συνέχεια συναντήθηκαν με τον Έπαρχο ο οποίος τους είπε ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι «γιατί δεν υπάρχει υπόθεση στην αστυνομία» και ότι πρέπει να κάνουν υπομονή ένα χρόνο μέχρι να γίνουν οι εκλογές. Οι Κοινοτικοί Σύμβουλοι αποφάσισαν να διαχωρίσουν το γραφείο αλλά ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την απόφασή τους. Ήταν η θέση του ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 συνεχώς τους έβριζε στις συνεδρίες και τους έλεγε ακατονόμαστα πράγματα. Ακολούθως οι Κοινοτικοί Σύμβουλοι συναντήθηκαν με τον Υπουργό Εσωτερικών και όταν του ανέφεραν τα πιο πάνω τους είπε τα ίδια πράγματα με τον Έπαρχο. Στη συνέχεια αποφάσισαν οι έξι Κοινοτικοί Σύμβουλοι να υποβάλουν τις παραιτήσεις τους αλλά την τελευταία στιγμή ο ένας αποφάσισε να μην παραιτηθεί. Ανέφερε ότι η Αιτήτρια τους είπε ότι δεν κατάγγειλε τη σεξουαλική παρενόχλησή της στην αστυνομία γιατί φοβόταν (α) ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 θα της κάνει κακό και (β) τα Δικαστήρια. Ήταν η θέση του ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 γύριζε στο χωριό και τους κατηγορούσε όλους και ότι πήγε στο σπίτι του ένα απόγευμα και άρχισε να τον απειλεί ότι θα ρίξει λάσπη και πάνω του. Κατά την αντεξέτασή του από τον κ.Καλλή ανέφερε ότι η Αιτήτρια του είπε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 ζήτησε από αυτήν και την κα Μονιάτη δύο φορές «να του βάλουν πορνό» να δει στον χώρο του γραφείου δίνοντάς τους «ένα αριθμό να τον βάλουν πάνω στο κομπιούτερ». Τον εν λόγω ισχυρισμό της Αιτήτριας τον επιβεβαίωσε και η άλλη υπάλληλος του γραφείου του Κοινοτικού Συμβουλίου όταν ήρθε στο σπίτι του μαζί με την Αιτήτρια. Εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Αιτήτρια αναγκάστηκε να υποβάλει καταγγελία στο Γραφείο Εργασίας όταν άρχισαν οι απειλές εναντίον της από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 μετά την αναφορά της Αιτήτριας σε αυτόν. Ισχυρίστηκε ότι όταν ρώτησε τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 αν έβαλε πορνό της Τζούλιας Αλεξανδράτου στο γραφείο, αν έκαμε ανήθικες προτάσεις στην Αιτήτρια και αν την μέρα που πήγαν με την Αιτήτρια στη Λευκωσία προσπάθησε να την πάρει στα κατεχόμενα, αυτός του απάντησε «έκαμα ένα λάθος εν με κρεμμάσετε;». Η Αιτήτρια του είπε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της έλεγε ότι έχει ωραίο κορμί και ότι «επειδή δεν κάμνει κοπελλούι να το κάμει μαζί του και να μεν το πουν κανενού». Ότι όταν έφευγαν από τη Λευκωσία της είπε ότι θα πάνε στα κατεχόμενα και αυτή άρχισε να κλαίει. Η Αιτήτρια του είπε ότι συνεχώς της έκανε ανήθικες προτάσεις ο Καθ΄ ού η αίτηση
  11. Ισχυρίστηκε ότι ανέφερε στην Αιτήτρια να πάει στην αστυνομία να καταγγείλει τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 αλλά αυτή του είπε ότι φοβάται. Μετά που η Αιτήτρια ανέφερε τη συμπεριφορά του Καθ΄ ού η αίτηση 1 προς αυτήν, ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 την πίεζε πάρα πολύ στη δουλειά της και συνέχεια έβρισκε αφορμές να της φωνάζει και να την απειλεί. Σημείωσε ότι η Αιτήτρια του είπε ότι πήγαν στη Λευκωσία με τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 για εργασίες του Κέντρου Νεότητας. Αντεξεταζόμενος από τον κ.Ηλία είπε ότι επειδή γνώριζε από τη γυναίκα του τι θα του έλεγε η Αιτήτρια τηλεφώνησε στον κ.Σωκράτους πριν να έρθει η Αιτήτρια να έρθει σπίτι του. Ότι ο κ.Σωκράτους ήρθε πριν να έρθει η Αιτήτρια. Είπε ότι δεν ρώτησε την Αιτήτρια τι εννοούσε με τη φράση «ανήθικες προτάσεις» που του είπε. Ότι πίστεψε αυτά που του είπε η Αιτήτρια μετά που του τα παραδέχτηκε ο Καθ΄ ού η αίτηση
  12. Ισχυρίστηκε ότι μετά την παραδοχή του Καθ΄ ού η αίτηση 1 σε συνεδρία του Κοινοτικού Συμβουλίου αυτός και ο κ.Σωκράτους, παρόντος του Καθ΄ ού η αίτηση 1, ενημέρωσαν το Κοινοτικό Συμβούλιο για τα περιστατικά που ανέφερε πιο πάνω και ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 τους είπε ότι επειδή δεν έχουν τίποτα γραπτό δεν στέκει τίποτα. Όταν ζήτησαν γραπτώς από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 να παραιτηθεί αυτός τους είπε ότι δεν παραιτείται και να παν όπου θέλουν και τους έβρισε. Ανέφερε ότι έκλεισαν τα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου πριν πάνε στον Υπουργό Εσωτερικών γιατί «η κατάσταση ήταν χάλια μαύρα». Υποστήριξε ότι όταν ήρθε η εκπρόσωπος του Γραφείου Εργασίας στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου τον ενημέρωσε ότι εξετάζει την καταγγελία της Αιτήτριας εναντίον του Καθ΄ ού η αίτηση 1 και αυτός της έδωσε κατάθεση (ότι η κα Κομνηνού έγραψε αυτά που της είπε) και στη συνέχεια υπέγραψε την κατάθεσή του. Ότι αυτός όταν έδινε κατάθεση ήταν μόνος του στο γραφείο με την κα Κομνηνού και την άλλη εκπρόσωπο του Γραφείου Εργασίας. Ότι δεν ενημερώθηκαν ως μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου για το αποτέλεσμα της διερεύνησης της καταγγελίας της Αιτήτριας και ότι δεν θυμάται αν το Τεκμήριο 2 τους παρουσιάστηκε στο Κοινοτικό Συμβούλιο. Ήταν η θέση του ότι ο διαχωρισμός των γραφείων στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου ο οποίος θα γινόταν με σκοπό να μην έρχεται ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 σε άμεση επαφή με τις κοπέλες δεν έγινε λόγω της αρνητικής αντίδρασης του Καθ΄ ού η αίτηση
  13. Σε ερώτηση αν διερωτήθηκε κατά πόσον η καταγγελία της Αιτήτριας εναντίον του Καθ΄ ού η αίτηση 1 μπορεί να κρύβει κάτι άλλο από πίσω της, απάντησε ότι μετά που του παραδέχτηκε ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 τα γεγονότα δεν σκέφτηκε κάτι άλλο. Ο κ.Αντώνης Σωκράτους (Μ.Α.4) κατέθεσε ότι την Κυριακή 11 Ιουλίου η μητέρα της Αιτήτριας του ζήτησε να συναντηθούν καθότι η Αιτήτρια κάθε μέρα επέστρεφε στο σπίτι κλαμένη και αγχωμένη και ότι αυτή είχε διαπιστώσει ότι κάποιο πρόβλημα είχε στην εργασία της στο Κοινοτικό Συμβούλιο. Την επόμενη μέρα το απόγευμα τον πήρε τηλέφωνο ο κ.Δημητρίου και του ζήτησε να βρεθούν στο σπίτι του γιατί η γυναίκα του, του ανέφερε το πρόβλημα που αντιμετώπιζε η Αιτήτρια. Όταν πήγε στο σπίτι του κ.Δημητρίου η κα Δημητρίου του ανέφερε ότι η Αιτήτρια της εκμυστηρεύτηκε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της κάνει ψυχολογικό πόλεμο, ότι την ανάγκασε να βάλει το βίντεο της Τζούλιας Αλεξανδράτου στον ηλεκτρονικό υπολογιστή για να το δει, ότι μία άλλη μέρα «πήρε μία ιστοσελίδα σεξουαλικού περιεχομένου στις κοπέλες να το βάλουν στο computer για να το δούσιν» και ότι οι κοπέλες μόλις είδαν την ιστοσελίδα αντέδρασαν και ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 το μόνο που έκανε ήταν να τις χλευάσει, ότι μία άλλη μέρα που είχε δουλειά η Αιτήτρια να πάει Λευκωσία για το Κέντρο Νεότητας ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 απαίτησε να πάει μαζί της στη Λευκωσία, στο δρόμο της έκανε κομπλιμέντα και σεξουαλικά υπονοούμενα και όταν τελείωσαν τη δουλειά στη Λευκωσία την παρότρυνε να πάνε στα κατεχόμενα για να διασκεδάσουν και μόνο μετά την επίμονη άρνηση της Αιτήτριας σε σημείο που έφτασε στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού σταμάτησε ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 να την πιέζει να μεταβούν στα κατεχόμενα. Επίσης η κα Δημητρίου του είπε ότι η Αιτήτρια της είπε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 της έκαμνε συνεχώς κομπλιμέντα, της έλεγε πόσο όμορφη ήταν, της έλεγε ότι ο άντρας της είναι πολύ λίγος και για αυτό πρέπει να του κάνει φίλο, της είπε να της κάνει αυτός ένα μωρό και να μην το μάθει κανένας. Σημείωσε ότι η κα Δημητρίου του είπε ότι το πρωί βρήκε την Αιτήτρια «κλαμένη» στο γραφείο. Μετά που αυτός και ο κ.Δημητρίου άκουσαν τα πιο πάνω από την κα Δημητρίου κάλεσαν την Αιτήτρια και την άλλη κοπέλα που εργαζόταν στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου για να τους επιβεβαιώσουν τα λεγόμενα της κας Δημητρίου. Η Αιτήτρια τους επιβεβαίωσε ότι αυτά που ανέφερε η κα Δημητρίου είχαν γίνει και έτσι αυτός με τον κ.Δημητρίου πήγαν στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου να βρουν τον Καθ΄ ού η αίτηση
  14. Συνάντησαν τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 και του ανέφεραν αυτά που είχαν ακούσει και τότε ο Κοινοτάρχης ούτε παραδέχτηκε ούτε αρνήθηκε κάτι. Υποστήριξε ότι στη συνέχεια μετά από αρκετή επιμονή του κ.Δημητρίου ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 παραδέχτηκε ότι συνέβησαν τα πιο πάνω και είπε «εντάξει ρε παιδιά, έκαμα λάθος. Έννα με κρεμμάσετε;». Ότι μετά από αυτή την κουβέντα ο κ.Δημητρίου του πρότεινε να παραιτήσει και να μείνουν τα πράγματα ως εκεί και ότι αφού το σκέφτηκε λίγο ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 τους απάντησε ότι θα υποβάλει την παραίτησή του αλλά στη συνέχεια τους είπε ότι δεν μπορεί να παραιτηθεί καθότι δεν θα μπορεί να δικαιολογήσει την πιο πάνω ενέργειά του στην οικογένειά του και ζήτησε λίγο χρόνο για να μπορέσει να δει πώς θα οργανώσει την κατάσταση. Ότι ο κ.Δημητρίου του είπε ότι του δίνει ένα μήνα περιθώριο αλλά ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 άρχισε να λέει ότι αν παραιτηθεί θα καταστραφεί και αν καταστραφεί θα πάρει πολλούς στο λαιμό του και στη συνέχεια τους είπε ότι δεν θα παραιτήσει. Την επόμενη μέρα ενημερώθηκε ακόμα ένα μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου η κα Ρεβέκκα Καραγιάννη για το τι συνέβηκε και αποφάσισαν να ενημερωθούν όλα τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου. Οι έξι Κοινοτικοί Σύμβουλοι συνέταξαν μία επιστολή που ζητούσαν την παραίτηση του Καθ΄ ού η αίτηση
  15. Επειδή ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 δεν υπέβαλε την παραίτησή του οι Κοινοτικοί Σύμβουλοι ενημέρωσαν την Επαρχιακή Διοίκηση και τον Υπουργό Εσωτερικών. Ανέφερε ότι σε μία συνεδρίαση το Κοινοτικό Συμβούλιο αποφάσισε όπως το γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου διαχωριστεί ώστε ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 να μην είναι στον ίδιο χώρο με τις δύο υπαλλήλους αλλά ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 διαφωνούσε και δεν προχώρησε στο διαχωρισμό του γραφείου. Αντεξεταζόμενος από τον κ.Καλλή ανέφερε ότι η Αιτήτρια δεν τους είπε πότε ακριβώς έγιναν οι κατ΄ ισχυρισμόν πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης που διενήργησε ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 εις βάρος της. Διευκρίνισε ότι αυτός από ότι ξέρει μετά τα γεγονότα που ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι συνέβησαν σε κάποια φάση η Αιτήτρια είπε στον Καθ΄ ού η αίτηση 1 ότι μόνο για δουλειά να της μιλά στο γραφείο και τότε ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 ξεκίνησε μία πίεση προς το πρόσωπο της Αιτήτριας εν ώρα εργασίας. Δεν γνώριζε όμως πότε έγινε το πιο πάνω γεγονός. Όσον αφορά την αναφορά του σε σεξουαλικά κομπλιμέντα είπε ότι η κα Δημητρίου τον πληροφόρησε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 έλεγε στην Αιτήτρια «πόσο όμορφη είσαι» και «κάμε φίλο του άντρα σου και δεν σου αξίζει, είναι λλίος για σένα, είσαι πολλά όμορφη εσύ», της πρότεινε να της κάνει μωρό αφού δεν έκανε μωρό ο άντρας της. Ήταν η θέση του ότι μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ήρθε κάποια κοπέλα από το Γραφείο Εργασίας για να διερευνήσει το θέμα της Αιτήτριας και ζήτησε τόσο από αυτόν όσο και από τον κ.Δημητρίου να δώσουν κατάθεση. Ότι αυτός όταν έδωσε την κατάθεση ήταν μόνος του στο γραφείο με την κοπέλα του Γραφείου Εργασίας. Σε ερώτηση τι ήταν αυτό που συγκεκριμένα παραδέχτηκε σε αυτόν και στον κ.Δημητρίου ο Καθ΄ ού η αίτηση 1, απάντησε ότι αυτοί είπαν στον Καθ΄ ού η αίτηση 1 τα γεγονότα όπως τα πληροφορήθηκαν για το βίντεο της Αλεξανδράτου, για την ιστοσελίδα, για τη διαδρομή στη Λευκωσία, για τις αναφορές να κάμει φίλο η Αιτήτρια και να της κάνει αυτός μωρό και αυτός τους είπε τη φράση «εντάξει ρε παιθκιά, έκαμα ένα λάθος. Έννα με κρεμμάσετε;». Όταν επισκέφθηκαν τον Έπαρχο και τον Υπουργό Εσωτερικών για το θέμα της Αιτήτριας και του Καθ΄ ού η αίτηση 1 αυτοί τους πληροφόρησαν ότι δεν μπορούν να εξαναγκάσουν τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 να παραιτήσει ή να τον παραιτήσουν αυτοί γιατί κατέχει τη θέση του Κοινοτάρχη μετά από εκλογή και δεν υπάρχει καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του. Σημείωσε ότι συμβούλευσαν την Αιτήτρια από την πρώτη στιγμή να καταγγείλει τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 στην αστυνομία αλλά αυτή δεν το έπραξε γιατί φοβόταν τον Καθ΄ ού η αίτηση 1, την υγεία της και τη ζωή της. Ισχυρίστηκε ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 μετά που αρνήθηκε να παραιτηθεί «γύρισε» σε αυτούς και τους είπε ότι θα τα αντιστρέψει όλα εναντίον τους και θα τους κατηγορήσει και αυτούς. Κατά την αντεξέτασή του από τον κ.Ηλία σημείωσε ότι μετά τη συνάντηση που είχε αυτός και ο κ.Δημητρίου με τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου όπου τους παραδέχθηκε τα γεγονότα που του παράθεσαν σε σχέση με το παράπονο της Αιτήτριας συναντήθηκαν οι έξι Κοινοτικοί Σύμβουλοι στην απουσία του Καθ΄ ού η αίτηση 1 σε συνεδρία και αποφάσισαν ομόφωνα να αποστείλουν επιστολή στον Καθ΄ ού η αίτηση 1 να παραιτηθεί. Ότι σε κάποιο χρονικό σημείο οι Κοινοτικοί Σύμβουλοι αποφάσισαν και το κλείσιμο του γραφείου του Κοινοτικού Συμβουλίου. Σε σχέση με τη συνάντηση που είχε με την κοπέλα από το Γραφείο Εργασίας στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου ανέφερε ότι κάποιος τον ειδοποίησε ότι πρέπει να πάει στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου για να δώσει κατάθεση για την υπόθεση της Αιτήτριας σε μία κοπέλα που ήρθε από το Γραφείο Εργασίας, ότι πήγε στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου και η κοπέλα τον ρωτούσε να της πει τα γεγονότα όπως τα ήξερε και αυτή τα έγραφε κάτω και στο τέλος αυτός υπέγραψε ένα χαρτί. Υποστήριξε ότι αυτός δεν ενημερώθηκε για το αποτέλεσμα της διερεύνησης από το Γραφείο Εργασίας. Ισχυρίστηκε ότι τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου έκαναν ότι μπορούσαν σε σχέση με την καταγγελία της Αιτήτριας αλλά λόγω της άρνησης του Καθ΄ ού η αίτηση 1 ο οποίος ως Κοινοτάρχης ήταν το εκτελεστικό όργανο του Κοινοτικού Συμβουλίου δεν μπορούσαν να υλοποιήσουν τις αποφάσεις τους. Ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 με τη γραπτή του κατάθεση αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι προέβηκε σε οποιεσδήποτε πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης εις βάρος της Αιτήτριας. Υποστήριξε ότι ουδέποτε κοίταξε την Αιτήτρια με πονηρό ύφος ή με υπονοούμενα και ότι ουδέποτε η Αιτήτρια του εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο για τη συμπεριφορά του. Ήταν η θέση του ότι η Αιτήτρια επισκέφτηκε το σπίτι του οικειοθελώς όταν αυτός αγόρασε ηλεκτρονικό υπολογιστή και ότι όταν η Αιτήτρια ήταν στο σπίτι του παρούσα ήταν και η σύζυγός του. Ισχυρίστηκε ότι στο γραφείο που εργαζόταν η Αιτήτρια υπήρχε και άλλο προσωπικό το οποίο δεν αντιλήφθηκε οποιαδήποτε παρενόχληση της Αιτήτριας και ότι ενώ υπήρχαν κάμερες στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου κανένας δεν ζήτησε να τις δει για να διαπιστώσει την αλήθεια. Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια με αυτές τις ενέργειες της σκοπό είχε να τον εκθέσει, να τον πλήξει και να εκμεταλλευτεί την όλη κατάσταση με σκοπό να αποκομίσει οικονομικό όφελος από αυτόν και το Κοινοτικό Συμβούλιο. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι στη Λευκωσία πήγε μαζί με την Αιτήτρια για δουλειές του Κέντρου Νεότητας με σκοπό να εξασφαλίσουν τα πιστοποιητικά υγείας των ποδοσφαιριστών της ομάδας του Κέντρου Νεότητος και ότι αυτό έγινε το
  16. Ότι κατά τη διαδρομή η Αιτήτρια του ανάφερε ότι δεν είχε πάει ποτέ στα κατεχόμενα και αυτός της είπε όποτε θέλει να κανονίσουν να πάνε οικογενειακώς. Αντεξεταζόμενος από τον κ.Ηλία υποστήριξε ότι ουδέποτε παρενόχλησε την Αιτήτρια και ότι απλώς της έκανε κάποιες παρατηρήσεις και ότι έγιναν «κάποιες συζητήσεις για τις δουλειές του Κοινοτικού Συμβουλίου για κάποια λεφτά που εν επέστρεψε, για κάποια λεφτά που έπρεπε να επιστρέψει στο Κοινοτικό Συμβούλιο σαν Πρόεδρος και Γραμματέας στο Κοινοτικό Συμβούλιο». Ήταν η θέση του ότι το ντύσιμο της Αιτήτριας ήταν πολύ προκλητικό για εργασία στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου, ότι αυτός την παρατήρησε να ντύνεται «πιο σωστά στο γραφείο», ότι για δύο - τρεις ημέρες ήρθε κανονικά με παντελόνι στη δουλειά αλλά στη συνέχεια άρχισε πάλι να ντύνεται πολύ προκλητικά και πολλοί χωριανοί συζητούσαν στα καφενεία και στο χωριό το ντύσιμο της Αιτήτριας. Αρνήθηκε ότι έκανε σχόλια για την εμφάνιση της Αιτήτριας και υποστήριξε ότι το μόνο σχόλιο που έκανε ήταν όταν μετά την παρατήρηση που της έκανε για το ντύσιμό της και αυτή ήρθε με παντελόνι της είπε «είδες τι ωραία εν τωρά με το παντελόνι;». Σε ερώτηση αν είπε στην Αιτήτρια ότι μπορεί να έχει όποιον άντρα θέλει ή να κάνει σχέση με άλλο άντρα απάντησε ότι ήταν γνωστό σε όλο το χωριό ότι η Αιτήτρια εκείνη την περίοδο είχε εξωσυζυγικό δεσμό και ότι αυτός ουδέποτε σχολίασε το εν λόγω θέμα. Ουδέποτε κοίταξε την Αιτήτρια προκλητικά, ουδέποτε της έκανε κομπλιμέντα για το σώμα της αφήνοντας υπαινιγμούς και ουδέποτε της έκανε σχόλια και προτάσεις σεξουαλικής φύσεως. Ερωτώμενος αν έκανε ερωτήσεις στην Αιτήτρια για την προσωπική της ζωή π.χ. αν την ρωτούσε εάν περνά καλά με τον άντρα της, απάντησε ότι η Αιτήτρια μόνη της του έλεγε τα διάφορα προβλήματα που είχε με τον άντρα της καθώς και με τον δεσμό που είχε. Περαιτέρω η Αιτήτρια του έλεγε ότι επειδή ο άντρας της ήταν της εκκλησίας ήθελε να τον χωρίσει γιατί δεν έκαμνε τα πράγματα που αυτή ήθελε να κάμει και ότι σε μία περίπτωση του είπε ότι αυτή κάθεται και βάλλει πορνό και βλέπει αλλά ο άντρας της δεν κάθεται μαζί της. Υποστήριξε ότι όποτε αυτός πήγαινε στο γραφείο ήταν και η άλλη κοπέλα που εργαζόταν στο γραφείο καθώς και ο αντιπρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να παρενοχλήσει την Αιτήτρια. Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια λέει ψέματα ότι της έδωσε ένα χαρτάκι με μία ιστοσελίδα την οποία της ζήτησε να βάλει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου και ήταν η θέση του ότι στις 4/3/2010 όταν αυτός πήγε στο γραφείο η Αιτήτρια με την άλλη υπάλληλο του γραφείου συζητούσαν την ταινία της Τζούλιας Αλεξανδράτου και η Αιτήτρια αφού τον ρώτησε αν είδε την εν λόγω ταινία του είπε ότι μπορεί να την δει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και προθυμοποιήθηκε να του δείξει πώς γίνεται αυτό το πράγμα. Ότι η Αιτήτρια πήγε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου και αφού έβαλε κάτι εκεί βγήκε η Τζούλια Αλεξανδράτου και η Αιτήτρια συζητούσε με την άλλη κοπέλα για το τι έβλεπαν. Περαιτέρω η Αιτήτρια προθυμοποιήθηκε να του παραγγείλει ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή από κάποιο γνωστό της όταν την πληροφόρησε ότι αυτός δεν έχει ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ότι όταν ο γνωστός της Αιτήτριας της παρέδωσε τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή που παράγγειλε η Αιτήτρια γι΄ αυτόν, της ζήτησε να πάει στο σπίτι του να τον συναρμολογήσει και να δείξει της γυναίκας του πώς λειτουργεί. Η Αιτήτρια κατά το μεσημέρι πήγε στο σπίτι του και συναρμολόγησε τον υπολογιστή και έδειξε στη γυναίκα του πώς λειτουργεί και στη συνέχεια επέστρεψε στην εργασία της. Τίποτε άλλο δεν συνέβηκε εκείνη την ημέρα στο σπίτι του. Ισχυρίστηκε ότι στις 4/11/2010 ενώ η Αιτήτρια απουσίαζε από την εργασία της με άδεια ασθενείας αυτός πληροφορήθηκε ότι η Αιτήτρια παρακολουθούσε νυχτερινά μαθήματα σε κολλέγιο και αυτός ως προϊστάμενος της Αιτήτριας πήγε να ελέγξει αν όντως αυτό συνέβαινε. Παρέμεινε στο αυτοκίνητό του και περίμενε μέχρι να δει την Αιτήτρια που έφευγε από το κολλέγιο. Όταν είδε την Αιτήτρια έφυγε αλλά σε 10 λεπτά του τηλεφώνησαν από τον Αστυνομικό Σταθμό της Επισκοπής και του ζήτησαν να περάσει από τον Σταθμό. Εκεί τον πληροφόρησαν ότι η Αιτήτρια υπέβαλε παράπονο ότι την παρακολουθεί και όταν αυτός τους είπε τον λόγο που ήταν εκεί, του είπαν να πάει στο καλό. Την επόμενη μέρα συνάντησε τον άντρα της Αιτήτριας ο οποίος τον έβρισε, τον έσπρωξε και τον έριξε κάτω. Πήγε στο νοσοκομείο όπως και ο άντρας της Αιτήτριας και μετά στην αστυνομία όπου υπέβαλαν καταγγελία ο ένας εναντίον του άλλου. Όταν πήγαν Δικαστήριο η ίδια η Αιτήτρια συμβούλευσε τον άντρα της να τα βρούν και όντως τα βρήκαν και έκλεισαν οι υποθέσεις. Ήταν η θέση του σε σχέση με τη μέρα που ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι την βρήκε η κα Δημητρίου στο γραφείο να κλαίει ότι αυτός είχε συζητήσει με την Αιτήτρια για το ότι η Αιτήτρια είχε χρησιμοποιήσει τα χρήματα της ποδοσφαιρικής ομάδας για τη συναυλία που διοργάνωσε το Κέντρο Νεότητας και ότι δεν υπήρχαν άλλα χρήματα πλέον στο Κέντρο Νεότητας. Τέλος Ιουλίου του 2010 συναντήθηκε στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου με τον κ.Δημητρίου, τον κ.Σωκράτους, την Αιτήτρια και την κα Μονιάτη. Ισχυρίστηκε ότι σε αυτή τη συνάντηση οι κ.κ.Δημητρίου και Σωκράτους του είπαν ότι η Αιτήτρια τους είπε ότι την πίεζε να πάνε στα κατεχόμενα και να βάλει πορνό στο γραφείο. Ότι αυτός τους απάντησε ότι η συζήτηση για τα κατεχόμενα ήταν το 2009 και τους εξήγησε πώς έγινε και ότι ουδέποτε την πίεσε αυτός να βάλει πορνό. Όμως ο κ.Δημητρίου για δικούς του λόγους ήθελε να διαρρεύσει στην Κοινότητα αυτό το θέμα. Ουδέποτε παραδέχτηκε ότι παρενοχλούσε σεξουαλικά την Αιτήτρια και ουδέποτε δήλωσε πρόθεση να παραιτηθεί. Αρνήθηκε ότι απείλησε τον οποιονδήποτε αναφορικά με την καταγγελία της Αιτήτριας και υποστήριξε ότι ουδέποτε έκλεισε το γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου για μία εβδομάδα τον Σεπτέμβριο του 2010 λόγω των διαφορών που είχε αυτός με τους υπόλοιπους Κοινοτικούς Συμβούλους. Ήταν η θέση του ότι το γραφείο παρέμεινε κλειστό για τις γραφειακές εργασίες γιατί η Αιτήτρια έλειπε με άδεια του γιατρού και εκείνη την περίοδο απουσίαζε και η κα Μονιάτη και ότι αυτός πήγαινε στο γραφείο. Ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά του έναντι στην Αιτήτρια δεν άλλαξε μετά από το παράπονο της Αιτήτριας στον κ.Δημητρίου και ότι απλώς της έκανε κάποιες παρατηρήσεις γιατί όλη την ώρα ήταν μέσα στο facebook αντί να εργάζεται. Σημείωσε ότι η Αιτήτρια δεν υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο στην νέα επιτροπή που ανέλαβε το 2011 μετά τις παραιτήσεις των πέντε Κοινοτικών Συμβούλων ότι της δημιούργησε εχθρικό περιβάλλον στον χώρο εργασίας της. ΄Ηταν η θέση του ότι όταν επισκέφθηκε η κοπέλα του Γραφείου Εργασίας τα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου απλώς του υπέβαλε κάποιες ερωτήσεις και ότι αυτός δεν της έδωσε οποιαδήποτε κατάθεση. Σε σχέση με την απόφαση των Κοινοτικών Συμβούλων για διαχωρισμό του γραφείου του Κοινοτικού Συμβουλίου ο Έπαρχος έκρινε ότι ήταν καλύτερα να μην γίνει ο διαχωρισμός και γι΄ αυτό δεν έγινε ο διαχωρισμός. Ισχυρίστηκε ότι όταν η Αιτήτρια ήταν με άδεια ασθενείας δεν ήταν άρρωστη αλλά διοργάνωνε συναυλία, πήγαινε νυχτερινά μαθήματα σε κολλέγιο και στο κέντρο του χωριού. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που η Αιτήτρια τον κατηγόρησε ότι την παρενοχλούσε σεξουαλικά ήταν γιατί (α) επέμενε να επιστρέψει τις €3.000 που της δάνεισε το Κοινοτικό Συμβούλιο, (β) της ζητούσε να επιστρέψει τα λεφτά της ποδοσφαιρικής ομάδας του Κέντρου Νεότητος που χρησιμοποίησε δίχως να έχει αποδείξεις, (γ) την πίεζε να μην μπαίνει μέσα στο facebook εν ώρα εργασίας και (δ) της έκανε καταγγελία στην αστυνομία ότι πουλούσε λαχεία παράνομα χωρίς σφραγίδα εν ώρα εργασίας στο Κοινοτικό Συμβούλιο. Υποστήριξε ότι ο κ.Δημητρίου κατέθεσε στο Δικαστήριο όλα αυτά που είπε εναντίον του επειδή ως Κοινοτάρχης ερεύνησε τον κουνιάδο του με την αστυνομία καθότι είχαν υποψίες ότι έκλεβε το νερό της Κοινότητας και ο κ.Σωκράτους επειδή εκτός του ότι είναι συγγενής της Αιτήτριας ήταν πάντα εναντίον του στις εκλογικές διαδικασίες. Υποστήριξε ότι όλες οι αναφορές του κ.Δημητρίου και του κ.Σωκράτους σχετικά με το τι συνέβηκε όταν τον συνάντησαν περί τα τέλη Ιουλίου του 2010 στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου και τον πληροφόρησαν για το τι ισχυρίζεται η Αιτήτρια είναι ψευδείς. Κατά την αντεξέτασή του από τη δικηγόρο της Αιτήτριας ήταν η θέση του ότι οι παρατηρήσεις που έκανε στην Αιτήτρια για το facebook και τα χρήματα του Κέντρου Νεότητας έγιναν πριν την ημερομηνία που ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι μίλησε με την κα Δημητρίου. Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια άρχισε να ντύνεται προκλητικά στο γραφείο μετά που είχε υποβληθεί σε εγχείρηση και είχε βελτιωθεί η υγεία της. Αρνήθηκε ότι η Αιτήτρια καθημερινά του εξέφραζε έντονα παράπονα για τον τρόπο που την κοιτούσε και τα σχόλιά του και υποστήριξε ότι καθημερινά στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου ήταν η κα Μονιάτη, ο γαμπρός του και ο άντρας της Αιτήτριας, οι οποίοι είναι εργάτες του Κοινοτικού Συμβουλίου καθώς και ο κ.Φιλοκράτους και ότι σε κανένα από τους πιο πάνω η Αιτήτρια εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο. Σε υποβολή ότι μετά την καταγγελία της Αιτήτριας δημιούργησε στην Αιτήτρια εκφοβιστικό περιβάλλον στον χώρο εργασίας της απάντησε ότι η Αιτήτρια μετά την καταγγελία της τον περισσότερο καιρό δεν ήταν στο γραφείο αφού απουσίαζε με άδειες ασθενείας. Στη συνέχεια όταν επέστρεψε η Αιτήτρια είχε ήδη αναλάβει η νέα επιτροπή του Κοινοτικού Συμβουλίου και το κλίμα στον χώρο εργασίας ήταν κανονικό, δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε συζητήσεις και η Αιτήτρια δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο στη νέα επιτροπή του Κοινοτικού Συμβουλίου. Σε ερώτηση σε σχέση με τον διαχωρισμό του γραφείου ισχυρίστηκε ότι αυτός ζήτησε τη συμβουλή του Επάρχου ο οποίος δεν του έδωσε διαταγή για να προχωρήσει στον εν λόγω διαχωρισμό. Ήταν η θέση του ότι η κοπέλα από το Γραφείο Εργασίας τον ενημέρωσε ότι ήθελε να του υποβάλει κάποιες ερωτήσεις σε σχέση με την καταγγελία που είχε κάνει η Αιτήτρια εναντίον του. Επανέλαβε ότι το πορνογραφικό υλικό στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου του Κοινοτικού Συμβουλίου το έβαζε η ίδια η Αιτήτρια και ότι όλοι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας για αυτό το θέμα είναι φανταστικοί. Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια σε σχέση με την καταγγελία για την παράνομη κυκλοφορία λαχείου καταδικάστηκε ποινικά. Δεύτερος μάρτυρας για τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 ήταν ο αστυφύλακας 1843, Ανδρέας Προδρόμου. Ο κ.Προδρόμου κατέθεσε ότι τον Αύγουστο του 2010 εργαζόταν στον Αστυνομικό Σταθμό της Επισκοπής και ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 υπέβαλε καταγγελία εναντίον της Αιτήτριας για το αδίκημα της κυκλοφορίας και έκδοσης λαχείου χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Σχηματίστηκε ποινικός φάκελος ο οποίος παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και εκδικάστηκε. Κατά την αντεξέτασή του διευκρίνισε ότι η εν λόγω καταγγελία από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 έγινε στις 20/8/2010 και ότι η κατηγορούμενη απαλλάχτηκε ή αθωώθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο και δεν υπάρχει καταδικαστική απόφαση εναντίον της. Για το Κοινοτικό Συμβούλιο κατέθεσε ο κ.Ανδρέας Φιλοκράτους ο οποίος στη γραπτή δήλωσή του αναφέρει ότι αρχές Αυγούστου του 2010 ενημερώθηκε τόσο αυτός όσο και τα υπόλοιπα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου από τον κ.Δημητρίου και τον κ.Σωκράτους ότι η Αιτήτρια παραπονέθηκε στον κ.Δημητρίου, στον κ.Σωκράτους και στην κα Μαρία Δημητρίου ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 προέβαινε σε σεξουαλική παρενόχλησή της από τις αρχές του έτους 2010 μέχρι τέλος Ιουλίου
  17. Ότι συναντήθηκαν εκτός του γραφείου του Κοινοτικού Συμβουλίου στις 2/8/2010 στην οικία του κ.Δημητρίου όλοι οι Κοινοτικοί Σύμβουλοι εκτός από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 που δεν προσκλήθηκε και ενημερώθηκαν με περισσότερες λεπτομέρειες για τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Οι έξι Κοινοτικοί Σύμβουλοι αποφάσισαν ομόφωνα να ζητήσουν γραπτώς την παραίτηση του Καθ΄ ού η αίτηση 1 για να προστατεύσουν την Αιτήτρια και γι΄ αυτό τον σκοπό παρέδωσαν σχετική γραπτή επιστολή στον Καθ΄ ού η αίτηση
  18. Λίγες μέρες μετά οι έξι Κοινοτικοί Σύμβουλοι συναντήθηκαν με τον Έπαρχο Λεμεσού στην παρουσία του Καθ΄ ού η αίτηση 1 όπου τον ενημέρωσαν για το θέμα που προέκυψε με τον Καθ΄ ού η αίτηση
  19. Περί τα μέσα Αυγούστου του 2010 απέστειλαν γραπτή επιστολή προς τον Έπαρχο Λεμεσού με την οποία επανέλαβαν τα πιο πάνω και ζητούσαν την παρέμβασή του για να επιλυθεί το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί. Επειδή ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 δεν υπέβαλε την παραίτησή του αρχές Σεπτεμβρίου 2010 συνεδρίασε το Κοινοτικό Συμβούλιο στην παρουσία του Επάρχου και του Βοηθού Επάρχου στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου όπου συζήτησαν το θέμα που προέκυψε με την καταγγελία της Αιτήτριας. Έγινε εισήγηση να διαχωριστεί το γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου με γυψοσανίδες ώστε να δημιουργηθεί ένας ξεχωριστός χώρος όπου θα είναι το γραφείο του Κοινοτάρχη έτσι ώστε να μην υπάρχει άμεση επαφή της Αιτήτριας με τον Καθ΄ ού η αίτηση
  20. Δεν καρποφόρησε αυτή η προσπάθεια γιατί ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 διαφωνούσε με αυτή την απόφαση προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες όπως π.χ. ότι δεν προκηρύχθηκαν δημόσια οι προσφορές και ότι ο Έπαρχος παρέλειψε να δώσει σχετικές οδηγίες σε τεχνικό του γραφείου του για να επισκεφθεί το γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου για υλοποίηση της απόφασης. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 2010 οι Κοινοτικοί Σύμβουλοι με επιστολή τους προς τον Έπαρχο Λεμεσού, με κοινοποίηση στον Υπουργό Εσωτερικών και την Ένωση Κοινοτήτων, ζήτησαν την παρέμβασή τους για να εποπτεύουν τις συνεδριάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου και να επιβάλουν τον νόμο και την τάξη για αποφυγή χειρότερων καταστάσεων. Με άλλη επιστολή τους προς τα ίδια πρόσωπα τους ενημέρωσαν ότι το γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου θα παρέμενε κλειστό από τις 17/9/2010 για απροσδιόριστο χρόνο λόγω του προβλήματος που είχε δημιουργηθεί με τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 και τους ζητούσαν να επιληφθούν του θέματος το συντομότερο. Το γραφείο παρέμεινε για μία εβδομάδα κλειστό καθότι η Αιτήτρια απουσίαζε με άδεια ασθενείας από 17/9/2010 μέχρι 24/9/2010 και με την επιστροφή της επαναλειτούργησε το γραφείο. Οι έξι Κοινοτικοί Σύμβουλοι σε συνεδρία του Κοινοτικού Συμβουλίου πριν το τέλος Σεπτεμβρίου του 2010 ζήτησαν από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 να μην πηγαίνει στο γραφείο τις ώρες λειτουργίας του κατά τις οποίες εργαζόταν η Αιτήτρια για να μην έρχονται οι δύο τους σε άμεση επαφή και να πηγαίνει μετά που κλείνει το γραφείο για να εκτελεί τυχόν δικές του εργασίες. Ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 διαφώνησε με την πιο πάνω εισήγηση και δεν συμμορφώθηκε με αυτή. Τέλος Σεπτεμβρίου του 2010 στάλθηκε από τον Διευθυντή του Τμήματος Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας επιστολή προς τον Κοινοτάρχη και τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου με την οποία τους ενημέρωνε ότι έγινε καταγγελία στο Τμήμα του από μέρους της Αιτήτριας για σεξουαλική παρενόχλησή της από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 και ζητούσε όπως εντός 15 ημερών εκφράσουν τα σχόλια και τις απόψεις τους σχετικά με το θέμα αυτό και τον ενημερώσουν για τις ενέργειες που έκαναν για να διερευνηθεί η καταγγελία της Αιτήτριας και τα μέτρα που είχαν λάβει για να σταματήσει η παρενόχληση. Περαιτέρω τους ενημέρωνε ότι θα γινόταν επίσκεψη στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου από λειτουργό του γραφείου του για διερεύνηση της καταγγελίας χωρίς να καθορίζει πότε θα γινόταν αυτή η επίσκεψη. Τα έξι μέλη του Συμβουλίου απέστειλαν γραπτώς όλα τα στοιχεία που ζητούσε το Τμήμα Εργασίας. Από ότι πληροφορήθηκε λειτουργοί του Τμήματος Εργασίας επισκέφθηκαν το γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου όπου μίλησαν με την Αιτήτρια, την κα Μονιάτη, τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 και κάποιους από τους Κοινοτικούς Συμβούλους. Αυτός δεν ενημερώθηκε για τη συνάντηση αυτή ούτε κλήθηκε να παραστεί σε αυτήν για να εκφέρει τις απόψεις του. Πριν το τέλος Οκτωβρίου του 2010 οι έξι Κοινοτικοί Σύμβουλοι συνάντησαν εκ νέου τον Έπαρχο Λεμεσού σε σχέση με το πρόβλημα που προέκυψε με τον Καθ΄ ού η αίτηση
  21. Ο Έπαρχος δεν έδωσε οποιαδήποτε λύση στο πρόβλημα και περιορίστηκε στο να τους αναφέρει ότι διαπίστωσε ότι υπάρχουν προσωπικές διαφορές μεταξύ του Κοινοτάρχη και των έξι μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου και τους σύστησε να τις αφήσουν στο περιθώριο και να επικεντρώσουν την προσοχή τους στην προώθηση και επίλυση των προβλημάτων της Κοινότητας. Τους πληροφόρησε ότι στις επόμενες συνεδρίες του Συμβουλίου θα παρευρίσκονται λειτουργοί του γραφείου του για να τους καθοδηγούν χωρίς να λαμβάνουν μέρος στις αποφάσεις τους. Στην επόμενη συνεδρία του Κοινοτικού Συμβουλίου αρχές Νοεμβρίου του 2010 παρευρέθηκαν λειτουργοί του Γραφείου του Επάρχου και προσπάθησαν να βοηθήσουν στην επίλυση της διαφοράς που υπήρχε μεταξύ των έξι μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου και του Καθ΄ ού η αίτηση 1 αναφορικά με τις αποφάσεις που λήφθηκαν και δεν εκτελέστηκαν από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 αλλά η διαφορά εξακολουθούσε να υπάρχει. Έτσι αποφάσισαν ότι έπρεπε να ζητήσουν συνάντηση με τον Υπουργό Εσωτερικών για να ζητήσουν την παρέμβασή του. Απέστειλαν γραπτή επιστολή στον Υπουργό Εσωτερικών ζητώντας του όπως συναντηθούν μαζί του και του ανέφεραν ότι το αίτημά τους ήταν η διαθεσιμότητα ή η παύση του Κοινοτάρχη ή εξεύρεση κάποιου άλλου τρόπου επίλυσης του προβλήματος. Συναντήθηκαν με τον Υπουργό Εσωτερικών περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2010 ο οποίος τους εξήγησε ότι με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία ήταν δύσκολη εώς αδύνατη η παύση ή η διαθεσιμότητα του Καθ΄ ού η αίτηση 1 και ότι κάτι θα μπορούσε να γίνει μόνο εάν και εφόσον η Αιτήτρια προέβαινε σε καταγγελία εναντίον του Κοινοτάρχη στην αστυνομία. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω συναντήθηκαν με την Αιτήτρια και την προέτρεψαν να προχωρήσει σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του Καθ΄ ού η αίτηση 1 ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον Υπουργό Εσωτερικών να τον θέσει σε διαθεσιμότητα. Η Αιτήτρια για δικούς της λόγους δεν προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία. Προς το τέλος του 2010 τα υπόλοιπα πέντε μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους στον Έπαρχο Λεμεσού. Αυτός δεν υπέβαλε την παραίτησή του γιατί θεώρησε ότι η άρνηση της Αιτήτριας να υποβάλει καταγγελία στην αστυνομία μπορεί να οφειλόταν στο γεγονός ότι το παράπονό της δεν ήταν γνήσιο. Μετά την ενημέρωση των μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου από την Αιτήτρια για την κατ΄ ισχυρισμό σεξουαλική παρενόχλησή της από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 δεν υποβλήθηκε οποιοδήποτε γραπτό παράπονο από αυτήν ή την κα Μονιάτη στο Κοινοτικό Συμβούλιο ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 δημιουργούσε στον χώρο εργασίας τους εχθρικό και εκφοβιστικό κλίμα. Προφορικά κατά διαστήματα η Αιτήτρια έκανε κάποια παράπονα για τη συμπεριφορά του Κοινοτάρχη απέναντί της σε κάποια μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου. Τα παράπονα αυτά τα επιλήφθηκε το Κοινοτικό Συμβούλιο στις συνεδριάσεις του και προέβη σε ανάλογες συστάσεις στον Κοινοτάρχη. Ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 ουδέποτε παραδέχτηκε ότι η συμπεριφορά του απέναντι στην Αιτήτρια δεν ήταν καλή και υποστήριζε ότι της έκανε κάποιες παρατηρήσεις μέσα σε λογικά πλαίσια γύρω από οικονομικά θέματα μεταξύ του Κοινοτικού Συμβουλίου και του Κέντρου Νεότητας για να εκτελεί σωστά τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της έναντι του Κοινοτικού Συμβουλίου. Ούτε το Υπουργείο Εργασίας ούτε οποιοδήποτε τμήμα αυτού ούτε ο Έπαρχος Λεμεσού ούτε οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός ή αρμόδια αρχή ενημέρωσαν ποτέ το Κοινοτικό Συμβούλιο για την ύπαρξη του Ν.205(Ι)/2002 ούτε ποτέ οποιοδήποτε αρμόδιο ή άλλο πρόσωπο επισκέφθηκε το Κοινοτικό Συμβούλιο για να τους αναλύσει τις πρόνοιες του Νόμου αυτού και να τους εξηγήσει τις υποχρεώσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου που απορρέουν από τον Νόμο αυτό έναντι των εργοδοτουμένων του. Το Κοινοτικό Συμβούλιο αγνοούσε πλήρως την ύπαρξη συγκεκριμένης νομοθεσίας. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη καταγγελία εναντίον του Κοινοτικού Συμβουλίου ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο δεν υιοθέτησε κώδικα συμπεριφοράς που προβλέπει ο Ν.205(Ι)/2002και ούτε στην Έκθεση Γεγονότων (Τεκμήριο 2) η Επιθεωρήτρια Ισότητας τους ενημέρωνε για την υποχρέωση του Κοινοτικού Συμβουλίου να υιοθετήσουν κώδικα συμπεριφοράς για αποτροπή πράξεων σεξουαλικής παρενόχλησης των εργοδοτουμένων τους. Ο κ.Καλλής δεν αντεξέτασε τον κ.Φιλοκράτους. Αντεξεταζόμενος από την κα Νικολάου ο κ.Φιλοκράτους ανέφερε ότι η Αιτήτρια ήταν πολύ καλή υπάλληλος και εκτελούσε στο ακέραιο τα καθήκοντά της. Σημείωσε ότι όταν έδωσαν την επιστολή στον Καθ΄ ού η αίτηση 1 με την οποία ζητούσαν την παραίτησή του αυτός δεν ήταν φιλικός, «έκανε τις αντιδράσεις του διαμαρτυρόμενος λέγοντας ότι δεν συνέβηκε οτιδήποτε και ότι έγινε, έγινε για προσωπικούς λόγους μεταξύ τους», ισχυρισμούς τους οποίους οι Κοινοτικοί Σύμβουλοι δεν έκαναν αποδεκτούς. Παραδέχτηκε ότι μετά την καταγγελία της Αιτήτριας υπήρχε ένταση στις συνεδρίες του Κοινοτικού Συμβουλίου. Ο λόγος που εισηγήθηκαν στον Καθ΄ ού η αίτηση 1 να μην πηγαίνει στις ώρες που εργαζόταν η Αιτήτρια στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου ήταν στα πλαίσια της προσπάθειάς του να βρουν «ένα τρόπο ισορροπίας» όπως να μην πηγαίνει ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 στο γραφείο ή η Αιτήτρια «να είναι με άδεια του γιατρού». Αυτός πήγαινε συχνά στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου και πολλές φορές ζητούσε από τον Καθ΄ ού η αίτηση 1 να πάνε περιπολία στο χωριό ώστε να τον απομακρύνει από την Αιτήτρια. Όλα τα μέτρα που έλαβαν οι έξι Κοινοτικοί Σύμβουλοι ήταν εισηγήσεις τις οποίες όμως δεν μπορούσαν να επιβάλουν στον Καθ΄ ού η αίτηση
  22. Μετά την καταγγελία ο στόχος τους ήταν να απομακρυνθεί ο Καθ΄ ού η αίτηση 1 από τη θέση του Κοινοτάρχη καθότι θεώρησαν την καταγγελία της Αιτήτριας ως δεδομένη επειδή την πίστεψαν. Μετά την άρνηση της Αιτήτριας να δώσει καταγγελία στην αστυνομία αυτός άρχισε να αμφιβάλλει. Ισχυρίστηκε ότι αυτός εισηγήθηκε στην Αιτήτρια όπου δεν αντέχει τη συμπεριφορά του Καθ΄ ού η αίτηση 1 να απουσιάζει με άδεια ασθενείας. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι η Αιτήτρια ακολούθησε την προτροπή του να απουσιάζει με άδεια ασθενείας και έλειπε με άδεια ασθενείας μετά την καταγγελία της εναντίον του Καθ΄ ού η αίτηση
  23. Νομική Πτυχή Σημειώνουμε ότι ο Ν.205(Ι)/2002θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης της κυπριακής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο και πιο συγκεκριμένα τις Οδηγίες 76/207/ΕΚ (περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας) και 97/80/ΕΚ (σχετικά με το βάρος απόδειξης σε περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου). Στη συνέχεια τροποποιήθηκε για σκοπούς ορθότερης εναρμόνισης του με το Άρθρο 19 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο Οδηγία 2006/54/ΕΚ (για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση)). Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία των διατάξεων του Ν.205(Ι)/2002 θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ρυθμίσεις των πιο πάνω Οδηγιών ώστε η ερμηνεία που θα δίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και τον σκοπό των ρυθμίσεων αυτών με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκουν οι εν λόγω Οδηγίες. Μεταξύ δε περισσότερων ερμηνειών πρέπει να ακολουθείται εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο σκοπό των Οδηγιών[2]. Ιστορικά να σημειώσουμε ότι το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο Ψήφισμα του ημερομηνίας 29/5/1990 για την προστασία της αξιοπρέπειας των γυναικών και των ανδρών στην εργασία επιβεβαίωνε ότι η σεξουαλική παρενόχληση ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να αντιβαίνει προς την αρχή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών κατά την έννοια της Οδηγίας 76/207/ΕΚ. Το εν λόγω Ψήφισμα ακολούθησε μια Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Σύσταση 92/131/ΕΟΚ ημερ. 27/11/1991) στην οποία επισυναπτόταν ένας Κώδικας Πρακτικής για την Προστασία της Αξιοπρέπειας Γυναικών και Ανδρών κατά την Εργασία (Κώδικας Πρακτικής για τα μέτρα καταπολέμησης της σεξουαλικής παρενόχλησης)[3]. Ακολούθησαν διάφορες πράξεις του Συμβουλίου, του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής που περιείχαν μη δεσμευτικά μέτρα για τα κράτη μέλη σε σχέση με τα μέτρα που έπρεπε να λάβουν κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας. Στις 23/9/2005 εκδόθηκε η Οδηγία 2002/73/ΕΚ για την τροποποίηση της Οδηγίας 76/207/ΕΚ με την οποία εισήχθηκε στην Οδηγία 76/207/ΕΚ η σεξουαλική παρενόχληση ως απαγορευμένη διάκριση λόγω φύλου και έγιναν προβλέψεις σχετικά με την οριοθέτηση της απαγορευμένης συμπεριφοράς, τα δικαιώματα του θύματος και τις ευθύνες του θύτη και του εργοδότη. Ο σκοπός του Ν.205(Ι)/2002 αναφέρεται στο άρθρο 3 όπου σημειώνεται ότι αποσκοπεί: «στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε επαγγελματικό προσανατολισμό, σε επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση και τους όρους και συνθήκες παροχής τους, την πρόσβαση σε απασχόληση και σε ελεύθερα επαγγέλματα, τους όρους και συνθήκες απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής ανέλιξης, τους όρους και προϋποθέσεις απόλυσης καθώς και την ιδιότητα μέλους και τη συμμετοχή σε οργανώσεις εργαζομένων ή εργοδοτών.» Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.205(Ι)/2002: «διάκριση λόγω φύλου» σημαίνει κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση, περιλαμβανομένης της σεξουαλικής παρενόχλησης και οποιασδήποτε λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης βασιζόμενης στην απόρριψη της εν λόγω συμπεριφοράς ή στην υποταγή σε αυτήν ή παρενόχλησης καθώς και οποιασδήποτε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείρισης γυναίκας που σχετίζεται με την εγκυμοσύνη, τον τοκετό, τη γαλουχία, τη μητρότητα ή ασθένεια οφειλόμενη στην εγκυμοσύνη ή στον τοκετό, αλλά μη περιλαμβανομένων των θετικών δράσεων, ενώ οποιαδήποτε οδηγία ή εντολή για διάκριση εις βάρος προσώπων, λόγω φύλου, αποτελεί διάκριση λόγω φύλου»· «μονομερής βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας» σημαίνει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη ή εν γένει συμπεριφορά του εργοδότη ή άλλου προσώπου, το οποίο είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τον καθορισμό ή την τροποποίηση των συνθηκών απασχολήσεως, που προκαλεί άμεση ή έμμεση, υλική ή ηθική, ζημιά στον εργαζόμενο ή προσβάλλει, με οποιοδήποτε τρόπο, την προσωπικότητα ή την αξιοπρέπεια του·» «πράξη» περιλαμβάνει και την παράλειψη·» «σεξουαλική παρενόχληση» σημαίνει οποιαδήποτε ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως, που εκφράζεται λόγω ή έργω και έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό περιβάλλον, κατά την απασχόληση ή την επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση ή κατά την πρόσβαση σε απασχόληση ή επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση·» Παρατηρούμε ότι στο εν λόγω άρθρο καθορίζεται ότι η σεξουαλική παρενόχληση και οποιαδήποτε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση βασιζόμενη στην απόρριψη της σεξουαλικής παρενόχλησης ή στην υποταγή σε αυτήν θεωρούνται ως πράξεις διάκρισης λόγω φύλου και ως τέτοιες αντιβαίνουν προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για να συνιστά μια συμπεριφορά σεξουαλική παρενόχληση εντός του πλαισίου του Ν.205(Ι)/2002 θα πρέπει να είναι
(1)ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της,
(2)σεξουαλικής φύσεως και
(3)τέτοιας μορφής, έντασης και φύσης που μπορεί να θεωρηθεί, λογικά, υπό τις περιστάσεις ότι θίγει την αξιοπρέπεια του ατόμου ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό εργασιακό περιβάλλον για τον αποδέκτη της. Τονίζουμε ότι οποιαδήποτε συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης εάν δεν είναι ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της ή αν δεν είναι τέτοιας μορφής και φύσης που να θίγει την αξιοπρέπεια ενός ατόμου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σεξουαλική παρενόχληση[4]. Σεξουαλική επαφή (ή ερωτική αλληλεπίδραση), ερωτοτροπίες ή φιλίες (στο πλαίσιο των οποίων ανταλλάσσονται κοινώς αποδεκτές φιλοφρονήσεις[5]) οι οποίες είναι αμοιβαίες, συναινετικές, κοινώς αποδεκτές ή καλοδεχούμενες δεν συνιστούν σεξουαλική παρενόχληση[6]. Σημειώνουμε ότι η πρόθεση του δράστη, όποια και αν είναι αυτή (καλή ή κακή, αθώα ή ένοχη, υποψιασμένη ή ανυποψίαστη) είναι απολύτως αδιάφορη και χωρίς καμία σημασία. Το εδάφιο 2 του άρθρου 5 του Ν.205(Ι)/2002 ορίζει: «ότι η έλλειψη υπαιτιότητας δεν αποκλείει τον παράνομο χαρακτήρα της διακρίσεως, ούτε την ευθύνη του παραβιάζοντος οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος νόμου.»
(1)Ανεπιθύμητη Συμπεριφορά από τον αποδέκτη της Στη Σύσταση 92/131/ΕΟΚ τονίζεται ότι: «το ουσιώδης χαρακτηριστικό της σεξουαλικής παρενόχλησης είναι ότι αυτή είναι ανεπιθύμητη από το θιγόμενο, καθώς ανήκει σε κάθε άτομο η εκλογή να προσδιορίσει ποια συμπεριφορά είναι αποδεκτή γι΄ αυτό και ποια θεωρεί ως προσβλητική. Το σεξουαλικού χαρακτήρα ενδιαφέρον καθίσταται σεξουαλική παρενόχληση εφόσον συνεχίζεται, αφού έχει γίνει σαφές από το θιγόμενο ότι θεωρείται προσβλητικό, αν και ένα μεμονωμένο κρούσμα παρενόχλησης μπορεί να αποτελεί κι αυτό σεξουαλική παρενόχληση εφόσον είναι αρκετά σοβαρό. Ο ανεπιθύμητος χαρακτήρας της συμπεριφοράς είναι αυτό που διακρίνει τη σεξουαλική παρενόχληση από τη φιλική συμπεριφορά, η οποία είναι ευπρόσδεκτή και αμοιβαία.» Σημειώνουμε ότι ο όρος «συμπεριφορά» καλύπτει και μια μεμονωμένη πράξη αν αυτή είναι τέτοιας φύσης και έντασης που έχει ως συνέπεια τη μείωση της αξιοπρέπειας του εργαζομένου και τη δημιουργία του προβλεπομένου δυσμενούς εργασιακού περιβάλλοντος για τον εργαζόμενο. Το κριτήριο κατά πόσο η συμπεριφορά είναι ανεπιθύμητη είναι υποκειμενικό και σημασία έχει το πώς η συμπεριφορά έχει εκληφθεί από τον αποδέκτη της. Εξετάζεται κατ' αρχάς κατά πόσο η συμπεριφορά ήταν τόσο προσβλητική που ξεκάθαρα δεν θα ήταν επιθυμητή, αν όχι εξετάζεται αν οι περιβάλλουσες συνθήκες της συμπεριφοράς την μετατρέπουν σε προσβλητική ώστε να είναι ξεκάθαρα ανεπιθύμητη και αν όχι αν ο αποδέκτης έχει με κάποιο τρόπο εκδηλώσει τη δυσαρέσκειά του για την εν λόγω συμπεριφορά. Το πώς την αντιλήφθηκε ο δράστης της ή ποια ήταν η πρόθεση του δράστη της είναι άσχετο[7]. Επίσης είναι άσχετο το ότι η ίδια συμπεριφορά είναι αποδεκτή και όχι ανεπιθύμητη από άλλους εργοδοτούμενους ή ότι θεωρήθηκε στο παρελθόν ως αποδεκτό χαρακτηριστικό του εργασιακού περιβάλλοντος. Για να είναι ανεπιθύμητη η συμπεριφορά αρκεί να εκδηλώνεται μονομερώς από τον δράστη «γεγονός που συντρέχει όχι μόνο όταν υπάρχει ρητή άρνηση συναίνεσης, αλλά και όταν επιβάλλεται κατ΄ εκμετάλλευση της ανοχής του άλλου μέρους.»[8]. Πιο συγκεκριμένα, ανεπιθύμητη είναι η συμπεριφορά την οποία ο αποδέκτης δεν ζήτησε, δεν επιδίωξε, δεν προκάλεσε ή δεν συναίνεσε σε αυτήν και η οποία είναι προσβλητική για αυτόν[9]. Η έκφραση της δυσαρέσκειας ή της ενόχλησης του παρενοχλούμενου δεν χρειάζεται να είναι ρητή αλλά θα πρέπει να συνάγεται από τη συνολική στάση του αποδέκτη απέναντι στις συμπεριφορές για τις οποίες παραπονείται ώστε να «καθίσταται δυνατή η αντικειμενική διαπίστωση του ανεπιθύμητου χαρακτήρα της συμπεριφοράς, ο οποίος πρέπει να εξωτερικεύεται και να μην παραμείνει στα όρια της υποκειμενικής σφαίρας του παρενοχλούμενου, αφού καθίσταται αποφασιστικό στοιχείο για την πραγμάτωση της παράνομης συμπεριφοράς ..»[10]. Πρέπει να υπάρχουν ενδείξεις στη συμπεριφορά του αποδέκτη ή από το περιβάλλον του ότι η συμπεριφορά του δράστη ήταν πραγματικά ανεπιθύμητη. Στην υπόθεση Reed and Bull Information Systems Ltd v Stedman [1999] I.R.L.R.299 το Employment Appeal Tribunal στην απόφαση του σημείωσε ότι δεν είναι απαραίτητο για μια γυναίκα να δημιουργήσει αναστάτωση για να δείξει την αποδοκιμασία της και ότι αν υπό τις περιστάσεις είναι λογικό να συναχθεί από τη συμπεριφορά της ότι απορρίπτει τη συμπεριφορά για την οποία παραπονείται συνέχιση αυτής της συμπεριφοράς από το δράστη θεωρείται σεξουαλική παρενόχληση[11]. Η ανοχή της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς δεν εμποδίζει τη στοιχειοθέτηση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς[12] και ουσιαστικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο αποδέκτης της συμπεριφοράς υπό τις περιστάσεις είχε έγκυρη εκλογή όταν εκτίθετο στη συμπεριφορά για την οποία παραπονείται[13]. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ιεραρχική σχέση του προσώπου που παρενοχλείται και του παρενοχλούντος (όταν η σεξουαλική παρενόχληση εκδηλώνεται από προϊστάμενο λόγω της υπηρεσιακής εξάρτησης ενέχει και το στοιχείο του εξαναγκασμού του υφιστάμενου σε ανοχή αυτής της συμπεριφοράς), οι εξηγήσεις του θύματος για ποιο λόγο δεν ενημέρωσε τον δράστη για το ανεπιθύμητο της συμπεριφοράς του (π.χ. για να μην θυματοποιηθεί, για να ενσωματωθεί στο εργασιακό περιβάλλον, για να αποφευχθεί οποιαδήποτε αντιπαράθεση). Συγκατάθεση η οποία εξασφαλίστηκε με απειλές ή υπό καθεστώς φόβου δεν είναι έγκυρη. Στην υπόθεση Munchins Restaurant Ltd v Karmazyn and others Appeal No. UKEAT/0350/09LA τέσσερις εργαζόμενες ως σερβιτόρες σε εστιατόριο παραιτήθηκαν από την εργασία τους επικαλούμενες σεξουαλική παρενόχληση τους από τον διευθυντή του εστιατορίου. Στις αιτήσεις που υπέβαλαν στο Tribunal ισχυρίστηκαν ότι υφίσταντο επίμονη ανεπιθύμητη σεξουαλική παρενόχληση από τον διευθυντή του εστιατορίου καθώς τους μιλούσε συνεχώς για σεξ, τους έδειχνε βιβλία, εικόνες και φωτογραφίες με σεξουαλικό περιεχόμενο και τις ρωτούσε διάφορες προσωπικές ερωτήσεις και προέβαινε σε διάφορα σχόλια. Σε ορισμένες περιπτώσεις κάποιες από τις αιτήτριες είχαν αρχίσει τις συζητήσεις σεξουαλικού περιεχομένου μαζί με τον διευθυντή. Το Tribunal δέχτηκε ως αξιόπιστη την εκδοχή τους ότι το έπραξαν για να παρεμποδίσουν τον διευθυντή από το να τους υποβάλλει ερωτήσεις σχετικά με τη δική τους σεξουαλική ζωή και ότι οι αιτήτριες ανέχονταν τη συμπεριφορά του διευθυντή για μήνες μέχρι που η βοηθός διευθύντρια η οποία ενεργούσε ως «ουδέτερος» («buffer») μεταξύ του διευθυντή και των αιτητριών έφυγε από το εστιατόριο. Με βάση τα πιο πάνω έκρινε ότι η συμπεριφορά του διευθυντή ήταν ανεπιθύμητη από τις αιτήτριες. Το Employment Appeal Tribunal επικρότησε ως σωστή την πιο πάνω προσέγγιση του Tribunal.
(2)Συμπεριφορά Σεξουαλικής Φύσεως Σημειώνουμε ότι ο όρος σεξουαλική παρενόχληση είναι ξεχωριστή έννοια και καλύπτει περιπτώσεις όπου η συμπεριφορά είναι σεξουαλικής φύσεως ασχέτως του φύλου των εμπλεκομένων προσώπων και δεν είναι απαραίτητο για σκοπούς στοιχειοθέτησης της απαγορευμένης συμπεριφοράς το παραπονούμενο πρόσωπο να αποδείξει ότι η εν λόγω συμπεριφορά σχετιζόταν με το φύλο του[14]. Η ανεπιθύμητη συμπεριφορά για να θεωρηθεί ότι είναι σεξουαλικής φύσεως πρέπει να (α) έχει ένα σεξουαλικό στοιχείο, τόνο ή υπαινιγμό και (β) εκδηλωθεί με πράξεις ή με λόγια[15]. Στον Οδηγό με τίτλο «Πώς να καταπολεμήσετε τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις στους χώρους εργασίας», που εξέδωσε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το 1993 για την εφαρμογή του Κώδικα Πρακτικής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στις σελίδες 21-22 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα σε σχέση με τον ορισμό της σεξουαλικής παρενόχλησης : «Ο κώδικας της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναγνωρίζει ότι η σεξουαλική παρενόχληση περιλαμβάνει τη σεξουαλική συμπεριφορά αλλά δεν περιορίζεται σ΄ αυτήν. Συχνά , η σεξουαλική παρενόχληση δεν έχει καμία σχέση με την προσπάθεια σύναψης σεξουαλικών σχέσεων. Μπορεί να είναι επίδειξη δύναμης ή ακόμη εχθρότητας ... Ο ακόλουθος κατάλογος παραδειγμάτων με το τι μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στον ορισμό της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ενδέχεται να είναι χρήσιμος. Συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης εκφραζόμενη με πράξεις: θεωρείται κοινώς ότι σημαίνει ανεπιθύμητη συμπεριφορά εκφραζόμενη με πράξεις η οποία περιλαμβάνει περιττά αγγίγματα, χάδια ή τσιμπήματα στο σώμα ενός άλλου εργαζόμενου με στόχο την επίθεση ή την πίεση για σύναψη σεξουαλικών σχέσεων........ Συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης εκφραζόμενη με λόγια: μπορεί να περιλαμβάνει ανεπιθύμητες ερωτικές και ανήθικες προτάσεις ή πίεση για σεξουαλικές πράξεις, συνεχείς προτάσεις για κοινωνική δραστηριότητα εκτός του χώρου εργασίας ενώ έχει γίνει σαφές ότι οι προτάσεις αυτές είναι ανεπιθύμητες, ενοχλητικό φλερτάρισμα, άσεμνες παρατηρήσεις, υπονοούμενα ή πρόστυχα σχόλια. Μια τέτοια συμπεριφορά σημαίνει ότι οι γυναίκες αντιμετωπίζονται ως σεξουαλικά αντικείμενα παρά ως συνάδελφοι. Συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης μη εκφραζόμενη με λόγια: αφορά την επίδειξη πορνογραφικών περιοδικών ή άσεμνων εικόνων, αντικειμένων ή γραπτού υλικού, τα πονηρά βλέμματα, το σφύριγμα ή τις πρόστυχες χειρονομίες. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να κάνει τις γυναίκες να αισθανθούν αμηχανία ή φόβο και υποβιβάζει τη θέση της γυναίκας η οποία επιζητά να αντιμετωπίζεται από τους συναδέλφους της με επαγγελματική αξιοπρέπεια.» Στο σύγγραμμα Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις και το Δίκαιο της Ευελιξίας της Εργασίας, Στ' Έκδοση, 2012, Εκδόσεις Σάκκουλα, στην σελίδα 788 αναφέρονται τα εξής : «Στη σεξουαλική παρενόχληση η αποδοκιμαστέα συμπεριφορά μπορεί να είναι απλώς λεκτική, χωρίς να είναι ανάγκη να συνοδεύεται από επίμονες προτάσεις. Μπορεί να εκδηλώνεται με τη χρήση διάφορων ψυχολογικών μέσων, χωρίς εμφανείς εξωτερικές ενέργειες, όπως θωπείες ή πράξεις βίας. Δεν απαιτείται να επεκτείνεται σε λοιδορικές ή υποτιμητικές εκφράσεις. Όταν προέρχεται από τον εργοδότη, δεν απαιτείται να συνδυάζεται με κάποια διαταγή ή να συνοδεύεται με δυσμενείς επιπτώσεις στην απασχόληση όπως μεροληπτικές αξιολογήσεις, αδικαιολόγητες κρίσεις, εντατικοποίηση χρόνου εργασίας, προσχηματικές απολύσεις και επιβολή πειθαρχικών ποινών. Δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται με απειλές αλλά αρκεί να συνδυάζεται με υποσχέσεις. Η σεξουαλική παρενόχληση προκύπτει από τη χρήση σεξιστικών εκφράσεων, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι υποτιμητικές, έμμονων προτάσεων, ερωτικών χειρονομιών, ερωτικών υπονοουμένων ή και εκφράσεων πρόκλησης ερωτικών φαντασιώσεων. Η σεξουαλική παρενόχληση υπάρχει από τη στιγμή που κάποιος χρησιμοποιεί το άλλο φύλο ως σεξουαλικό αντικείμενο, χωρίς να χρειάζεται να επιδιώκεται η σεξουαλική εύνοια. Προφανώς δεν εντάσσεται στην αποδοκιμαστέα συμπεριφορά κάθε προσπάθεια ερωτικής προσέγγισης ή άσκησης γοητείας και κάθε προσπάθεια επιλογής συντρόφου, τουλάχιστον έως ότου αυτή καταστεί ανεπιθύμητη.» Σύμφωνα με το σύγγραμμα Στ. Γιαννάκουρου, Η Ίση Μεταχείριση Ανδρών και Γυναικών κατά το Κοινοτικό και Ελληνικό Εργατικό Δίκαιο, 2008, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελίδα 160: «Η έννοια της σεξουαλικής παρενόχλησης μπορεί να περιλαμβάνει και εκδηλώσεις ερωτικού ενδιαφέροντος, όπως σφυρίγματα, τα πλάγια βλέμματα, το φλερτ ή οι άμετρες φιλοφρονήσεις υπό τύπον αστειότητας. Έστω και αν δεν αγγίζουν τα όρια της χυδαιότητας, μπορούν κατά περίσταση να συνιστούν σεξουαλική παρενόχληση, ιδιαίτερα αν επαναλαμβάνονται ....παρόλο που ο θιγόμενος έχει δείξει ότι ενοχλείται ή αν έχουν ιδιαίτερη σοβαρότητα.»
(3)Συμπεριφορά που έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας του προσώπου ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού εργασιακού περιβάλλοντος Η συμπεριφορά που επιδεικνύεται πρέπει να είναι τέτοιας μορφής και φύσης που να μπορεί λογικά να θεωρηθεί, υπό τις περιστάσεις, ότι προσβάλει την αξιοπρέπεια του αποδέκτη της (ηθική μείωση του) ιδίως με τη δημιουργία ενός δυσμενούς, εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού εργασιακού περιβάλλοντος για το πρόσωπο του αποδέκτη της. Δηλαδή τέτοια συμπεριφορά που μπορεί λογικά υπό τις περιστάσεις να χαρακτηριστεί ως προσβλητική, εκφοβιστική και ταπεινωτική για τον αποδέκτη της από το ίδιο πρόσωπο του αποδέκτη της. Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις περιβάλλουσες συνθήκες τις επίδικης συμπεριφοράς. Σχετικά στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του εν λόγω παράγοντα είναι η ηλικία του αποδέκτη, η φυλετική ή εθνοτική καταγωγή του αποδέκτη, οποιαδήποτε αναπηρία του αποδέκτη, το πλαίσιο στο οποίο έλαβε χώρα η παρενόχληση, η θέση του αποδέκτη στην εργασία και η φύση της σχέσης των εμπλεκομένων[16]. Η ανεπιθύμητη συμπεριφορά συνιστά σεξουαλική παρενόχληση αν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξιοπρέπειας και τη δημιουργία του εκφοβιστικού και ταπεινωτικού περιβάλλοντος ανεξάρτητα από την πρόθεση του ατόμου που εκδήλωσε την εν λόγω συμπεριφορά. Η διαπίστωση του γεγονότος ότι το θύμα λογικά βίωσε τη συμπεριφορά του θύτη ως προσβλητική, εκφοβιστική και ταπεινωτική είναι αρκετή για να κριθεί η εν λόγω συμπεριφορά ως ανεπίτρεπτη σεξουαλική παρενόχληση. Η προστασία από σεξουαλική παρενόχληση με βάση του Ν.205(Ι)/2002 - Απαγόρευση διενέργειας σεξουαλικής παρενόχλησης - θυματοποίησης / Ευθύνες θύτη και εργοδότη Το άρθρο 12 του Ν.205(Ι)/2002 προνοεί τα πιο κάτω: «
(1)Απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη, οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, είτε μεμονωμένη είτε επαναλαμβανόμενη, η οποία συνιστά παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση ή αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της, με οποιονδήποτε τρόπο, αποκρούσεως ή καταγγελίας παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης, σε σχέση με τα ρυθμιζόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο αποκρούει τέτοια πράξη ή συμπεριφορά ή υποκύπτει σ' αυτήν δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ως βάση για οποιαδήποτε απόφαση που θα θίγει το πρόσωπο αυτό.
(2)Οι εργοδότες και οι εκπρόσωποι των αναφερόμενων στο εδάφιο
(3)των άρθρων 7, 8 και 10 νομικών προσώπων ή οργανισμών οφείλουν να προστατεύουν τους εργαζόμενους, εκπαιδευόμενους ή καταρτιζόμενους ή υποψηφίους για απασχόληση, επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση από κάθε πράξη προϊσταμένου τους ή προσώπου που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή οποιουδήποτε άλλου εργαζομένου, εκπαιδευομένου ή καταρτιζομένου, η οποία συνιστά διάκριση λόγω φύλου και ιδίως παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση και, από κάθε πράξη που αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της, με οποιονδήποτε τρόπο, αποκρούσεως ή καταγγελίας, παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης.
(3)Οι εργοδότες και οι εκπρόσωποι των αναφερόμενων στο εδάφιο
(3)των άρθρων 7, 8 και 10 νομικών προσώπων ή οργανισμών έχουν υποχρέωση, απέναντι στο άτομο που υπέστη την παρενόχληση ή τη σεξουαλική παρενόχληση ή/και την άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της αποκρούσεως ή καταγγελίας, παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης, από τον προϊστάμενό του ή πρόσωπο που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο, εκπαιδευόμενο ή καταρτιζόμενο, αμέσως μόλις περιέλθει σε γνώση τους η συγκεκριμένη παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση ή οι συνέπειές τους, να λάβουν κάθε πρόσφορο μέτρο για την παύση και μη επανάληψή τους, καθώς και για την άρση των συνεπειών τους. Σε αντίθετη περίπτωση είναι συνυπεύθυνοι εις ολόκληρον με τον προϊστάμενο ή το πρόσωπο που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή τον εργαζόμενο, εκπαιδευόμενο ή καταρτιζόμενο που διέπραξε τις απαγορευμένες από το εδάφιο
(1)πράξεις.
(4)Οι εργοδότες και οι εκπρόσωποι των αναφερόμενων στο εδάφιο
(3)των άρθρων 7, 8 και 10 νομικών προσώπων ή οργανισμών έχουν υποχρέωση να λαμβάνουν κάθε πρόσφορο και έγκαιρο μέτρο για να αποτρέψουν τις πράξεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)εν γένει στον τομέα της αρμοδιότητάς τους, και, θεωρείται ότι λαμβάνουν τέτοιο μέτρο, όταν εισάγουν κώδικα συμπεριφοράς για αποτροπή των πράξεων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)και λαμβάνουν επαρκή πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή των όσων καθορίζονται σε τέτοιο κώδικα. Σε αντίθετη περίπτωση, και, σε περίπτωση που διαπράττονται από προϊστάμενο ή πρόσωπο που είναι αρμόδιο ή υπεύθυνο για τα αναφερόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο, εκπαιδευόμενο ή καταρτιζόμενο οι απαγορευμένες δυνάμει του εδαφίου
(1)πράξεις, είναι συνυπεύθυνοι εις ολόκληρον με τα πρόσωπα αυτά.»[17] Με βάση τις διατάξεις του Ν.205(Ι)/2002 (α) η σεξουαλική παρενόχληση απαγορεύεται να διενεργείται από τον εργοδότη ή τον προϊστάμενο ή οποιοδήποτε συνάδελφο του θύματος ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο και (β) απαγορεύεται η θυματοποίηση του εργοδοτουμένου που καταγγέλλει ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης (απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, μεμονωμένη ή επαναλαμβανόμενη, η οποία λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης, αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με τους όρους και συνθήκες απασχόλησης) και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ως βάση για οποιαδήποτε απόφαση που θα θίγει το πρόσωπο που αποκρούει ή υποκύπτει σε σεξουαλική παρενόχληση το γεγονός ότι αποκρούει ή υποκύπτει σε τέτοια πράξη ή συμπεριφορά[18]. Η θυματοποίηση μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορες μορφές. Παραθέτουμε πιο κάτω παραδείγματα συμπεριφορών που μπορούν να θεωρηθούν ως θυματοποίηση νοουμένου ότι οι εν λόγω συμπεριφορές σχετίζονται με την απόρριψη ή την καταγγελία σεξουαλικής παρενόχλησης: διάδοση κακοπροαίρετων φημών, προσβολές με λόγια ή συμπεριφορά, κοινωνικός αποκλεισμός, άδικη μεταχείριση, αδικαιολόγητες απειλές για απόλυση ή μετάθεση, άρνηση ευκαιρίας για προαγωγή ή για εκπαίδευση, ανάθεση εργασίας με λιγότερες ευθύνες-υποβάθμιση, εσκεμμένη ανάθεση υπερβολικής εργασίας, αδικαιολόγητη και συνεχής επίκριση για την απόδοση κατά την εκτέλεση εργασίας, αδικαιολόγητη εξάσκηση των δικαιωμάτων και εξουσιών του προϊσταμένου[19]. Σημειώνουμε ότι το περιβάλλον που εργάζεται κάποιος θεωρείται ως μία από τις συνθήκες απασχόλησής του[20]. Περαιτέρω επιβάλλεται στους εργοδότες να λάβουν ενεργητικά μέτρα για προστασία των εργαζομένων τους από κάθε πράξη ή παράλειψη που συνιστά σεξουαλική παρενόχληση ή που αποτελεί άμεση ή έμμεση συνέπεια της απόκρουσης ή καταγγελίας παρενόχλησης και η οποία προέρχεται από προϊστάμενό τους και/ή οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο. Η παράλειψη του εργοδότη να λάβει αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα (κάθε πρόσφορο και έγκαιρο μέτρο[21]) που να αποτρέπουν πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης στοv χώρο εργασίας καθώς και πράξεις άμεσης ή έμμεσης δυσμενούς μεταχείρισης λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης ή παρενόχλησης, τον καθιστά σε περίπτωση διάπραξης των απαγορευμένων, δυνάμει του Ν.205(Ι)/2002, πράξεων είτε από ομοιόβαθμους του θύματος είτε από προϊσταμένους του εξ ολοκλήρου συνυπεύθυνο με το άτομο που εκδήλωσε τις απαγορευμένες συμπεριφορές παρά το ότι (ο εργοδότης) δεν γνώριζε την ύπαρξη της σεξουαλικής παρενόχλησης ή των πράξεων άμεσης ή έμμεσης δυσμενούς μεταχείρισης λόγω απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης και ως αποτέλεσμα δεν έλαβε μέτρα αντιμετώπισής τους (βλ. άρθρο 5 του Ν.205(Ι)/2002). Ο εργοδότης έχει υποχρέωση έναντι του προσώπου που υπέστη σεξουαλική παρενόχληση και/ή άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της απόκρουσης ή καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης αμέσως μόλις περιέλθουν σε γνώση του οι συγκεκριμένες πράξεις να λάβει κάθε πρόσφορο μέτρο για την παύση και μη επανάληψή τους καθώς και για την άρση των συνεπειών τους. Σε αντίθετη περίπτωση ο εργοδότης είναι πλήρως συνυπεύθυνος με τον δράστη που διέπραξε τις απαγορευμένες πράξεις. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17
(1)[22] προστατεύονται οι εργαζόμενοι που προέβηκαν σε καταγγελία ή διαμαρτυρία για παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης από εκδικητικές ενέργειες εις βάρος τους. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 17
(1)αναφέρει τα πιο κάτω: «Επιφυλασσομένων των περί αποζημιώσεως διατάξεων του άρθρου 15 του παρόντος Νόμου, είναι απολύτως άκυρη η απόλυση, καθώς και οποιαδήποτε βλαπτική μεταβολή των συνθηκών απασχολήσεως εργαζομένου, που προέβη σε καταγγελία ή διαμαρτυρία με σκοπό να κάνει σεβαστή την αρχή της ίσης μεταχείρισης, συμπεριλαμβανομένων και των καταγγελιών για παράβαση του παρόντος Νόμου, ή εργαζομένου που απέκρουσε ή κατήγγειλε σεξουαλική παρενόχληση, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η απόλυση ή η βλαπτική μεταβολή οφείλεται σε λόγο άσχετο προς την καταγγελία ή τη διαμαρτυρία ή την απόκρουση της σεξουαλικής παρενοχλήσεως.» Σημειώνουμε ότι ο Ν.205(Ι)/2002αναφέρεται σε απόκρουση παρενόχλησης «με οποιονδήποτε τρόπο» και έτσι και η προφορική υποβολή παραπόνου σε κάποιο αρμόδιο πρόσωπο συνιστά απόκρουση και/ή καταγγελία παρενόχλησης. Το κριτήριο κατά την αγγλική νομολογία για να διαπιστωθεί αν η βλαπτική μεταβολή των συνθηκών απασχόλησης ή η απόλυση του εργοδοτούμενου που υπέβαλε καταγγελία με σκοπό την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης οφείλεται στην εν λόγω καταγγελία είναι κατά πόσο οι παράγοντες στους οποίους βασίστηκε ο εργοδότης για την απόφασή του μπορούν να θεωρηθούν ως ξεχωριστοί από την καταγγελία και αν ναι, κατά πόσο αυτοί οι παράγοντες είναι στην πραγματικότητα οι λόγοι στους οποίους βασίστηκε ο εργοδότης για να πράξει ως έπραξε. Είναι επιτρεπτό να διαχωριστούν οι πράξεις και οι συνέπειες που ακολουθούν την πράξη της καταγγελίας από την πράξη της υποβολής της καταγγελίας[23]. Στο άρθρο 15 του Ν.205(Ι)/2002 γίνονται προβλέψεις σχετικά με τα αρμόδια Δικαστήρια να εκδικάσουν τις διαφορές που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του Ν.205(Ι)/2002 καθώς και οι κυρώσεις που μπορεί να επιβάλει το αρμόδιο Δικαστήριο στο πρόσωπο που παραβίασε τις πρόνοιες του εν λόγω νόμου: «15.
(1)Επιφυλασσομένης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και εφόσον ο παρών Νόμος δεν προβλέπει διαφορετικά, αρμοδιότητα για την εκδίκαση των εργατικών διαφορών και των λοιπών διαφορών ιδιωτικού δικαίου που αναφύονται εξ αφορμής της εφαρμογής του παρόντος Νόμου έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.
(2)..............
(3)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών επιδικάζει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, η οποία καλύπτει τουλάχιστον ολόκληρη τη θετική ζημιά, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών υπερημερίας και περιλαμβάνει και χρηματική ικανοποίηση για τυχόν ηθική ή σωματική βλάβη του αιτητή, που προκλήθηκαν από τον παραβάτη, σε κάθε δε περίπτωση, στο επιδικαζόμενο πιο πάνω ποσό, προστίθεται και νόμιμος τόκος από την ημερομηνία της παραβάσεως έως την ημερομηνία πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως.
(4).................
(5)Ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που προβλέπουν τα εδάφια
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, εκδίδει διάταγμα δεσμευτικής αναγνωρίσεως των δικαιωμάτων του αιτητή σε σχέση με την καταγγελλόμενη παράβαση.
(6)............................» Σημειώνουμε ότι με βάση τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν.205(Ι)/2002 σε περίπτωση παραβάσεως του Ν.205(Ι)/2002 μοναδική προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι η διαπίστωση παράβασης του Ν.205(Ι)/2002 αφού δεν εφαρμόζονται διατάξεις (α) που θέτουν ως προϋπόθεση του δικαιώματος για αποζημίωση ένα ελάχιστο διάστημα απασχόλησης ή ένα ελάχιστο αριθμό ωρών εργασίας του εργαζόμενου και (β) που θέτουν ένα ανώτατο όριο αποζημίωσης[24]. Περαιτέρω το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάζεται καταβάλλεται εξ ολοκλήρου από τον εργοδότη ή άλλο πρόσωπο που ευθύνεται για την παράβαση. To Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.) (νυν Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.)) στην απόφασή του στην υπόθεση C-14/83 Van Colson [1984] ECR 1891 η οποία αφορούσε την Οδηγία 76/207/ΕΚ τόνισε ότι έστω και αν η οδηγία δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη συγκεκριμένη κύρωση που πρέπει να επιβάλλεται συνεπάγεται από το λεκτικό της οδηγίας ότι αν το κράτος μέλος επιλέξει ως κύρωση για την παραβίαση της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων την καταβολή αποζημίωσης, τότε η αποζημίωση αυτή πρέπει να εξασφαλίζει την πραγματική και αποτελεσματική δικαστική προστασία, να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι του εργοδότη και να είναι ανάλογη προς την προκληθείσα ζημιά. Μια αμιγώς συμβολική αποζημίωση (pure nominal compensation) δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αποτελεσματικής μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Ο Ν.205(I)/2002 δημιουργεί αστικής φύσεως αδικήματα και στην περίπτωση που στοιχειοθετούνται πράξεις που παραβιάζουν τον εν λόγω Νόμο οι αποζημιώσεις στο θύμα που επιδικάζονται είναι αστικής φύσεως[25] με βασικό κριτήριο ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι δίκαιη και εύλογη και να καλύπτει τη θετική ζημιά που υπέστηκε το θύμα. Δηλαδή επιδικάζονται στο θύμα αποζημιώσεις που καλύπτουν όλες τις ζημιές που υπέστηκε συνεπεία και λόγω των παραβάσεων του Ν.205(Ι)/2002 χωρίς να χρειάζεται να αποδειχτεί ότι οι εν λόγω ζημίες ήταν προβλεπτές[26]. Οι αποζημιώσεις καλύπτουν τις υλικές ζημιές, τη σωματική (περιλαμβάνει και την ψυχιατρική) βλάβη[27] και την ηθική βλάβη που υπέστηκε το θύμα. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) σε περιπτώσεις που υπάρχει υλική ζημιά και σωματική βλάβη/ασθένεια που προκλήθηκε από την πράξη διάκρισης επιδικάζει αποζημιώσεις που καλύπτουν την πραγματική ζημιά που έχει ήδη υποστεί το θύμα ή που ενδεχόμενα θα υποστεί στο μέλλον συνεπεία των απαγορευμένων πράξεων. Όσον αφορά την ηθική βλάβη σημειώνουμε ότι η έννοια της ηθικής βλάβης ("injured feelings") καλύπτει αισθήματα αναστάτωσης, ανησυχία, άγχος, φόβο, λύπη, δυστυχία, κατάθλιψη, ψυχική ταλαιπωρία, οδύνη[28]. Το αντικείμενο της αποζημίωσης δεν είναι ούτε η οικονομική ζημιά ούτε η ασθένεια / σωματική βλάβη αλλά η βλάβη στα αισθήματα του θύματος. Στην αγγλική υπόθεση HM Prison Service v. Johnson [1997] ICR 275 σημειώθηκε ότι σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης για ηθική βλάβη είναι η αποζημίωση και η αποκατάσταση του παραπονουμένου και όχι η τιμωρία του εργοδότη ή του θύτη ή η απόδοση απρόσμενων ωφελημάτων στο θύμα. Ότι οι αποζημιώσεις δεν πρέπει να είναι πολύ χαμηλές ώστε να γίνει σαφές ότι οι δυσμενείς διακρίσεις δεν είναι αποδεκτές. Ότι αν οι αποζημιώσεις είναι πολύ ψηλές υπάρχει κίνδυνος να μην είναι αποδεκτές από το κοινωνικό σύνολο. Γι' αυτούς τους λόγους τα Δικαστήρια θα πρέπει να επιδικάζουν αποζημιώσεις για ηθική βλάβη λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των πράξεων του παραβάτη αφενός και τη ζημιά που υπέστηκε στα αισθήματά του το θύμα αφετέρου. Το Court of Appeal στην απόφαση του στην υπόθεση Vento v. Chief Constable of West Yorkshire Police [2003] ICR 318 έδωσε εκτεταμένη καθοδήγηση σχετικά με το πώς υπολογίζονται οι αποζημιώσεις για τυχόν ηθική βλάβη που προκλήθηκε στο θύμα από την παράβαση. Η εν λόγω καθοδήγηση διαχώρισε τις υποθέσεις σε τρεις κατηγορίες ("the Vento bands"). Η πρώτη κατηγορία αφορά τις πιο σοβαρές υποθέσεις ("the most serious cases") όπου για παράδειγμα έχει υπάρξει μια μακρά εκστρατεία φυλετικής και σεξουαλικής παρενόχλησης. Σ' αυτή την κατηγορία οι αποζημιώσεις πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ GB£15.000 - GB£25.000 και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ("the most exceptional case") η αποζημίωση για ηθική ζημιά μπορεί να υπερβεί τις GB£25.
  1. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τις σοβαρές υποθέσεις ("serious cases") που δεν πρέπει να συμπεριληφθούν στην πρώτη κατηγορία διότι δεν υπάρχουν τα στοιχεία ιδιαίτερης σοβαρότητας που χαρακτηρίζουν τις υποθέσεις της πρώτης κατηγορίας. Σ' αυτή την κατηγορία οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι μεταξύ GB£5.000 - GB£15.
  2. Η τρίτη κατηγορία καλύπτει τις λιγότερο σοβαρές υποθέσεις όταν η πράξη της διάκρισης αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό όχι ιδιαίτερης σοβαρότητας και η αποζημίωση σ' αυτήν την κατηγορία πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ GB£500 - GB£5.
  3. Τονίστηκε ότι υπάρχει αρκετή ελαστικότητα στην κάθε κατηγορία ώστε σε κάθε περίπτωση να δίνεται αποζημίωση που κρίνεται δίκαια και εύλογη αποζημίωση σύμφωνα με τις περιστάσεις της περίπτωσης[29]. Στην περίπτωση της κας Vento η οποία παρενοχλείτο για τέσσερα χρόνια λόγω του φύλου της και στη συνέχεια απολύθηκε με την επίκληση ότι διέπραξε απάτη, επιδικάστηκαν GB£18.000- ως αποζημιώσεις για ηθική βλάβη στην οποία προστέθηκαν ακόμα GB£5.000- λόγω της συμπεριφοράς των εργοδοτών που επιβάρυνε ("aggravate") την επίδραση των απαγορευμένων πράξεων στα αισθήματα της κας Vento. Σημειώνουμε ότι Employment Appeal Tribunal[30] αναθεώρησε προς τα πάνω τα ποσά της κάθε κατηγορίας και πιο συγκεκριμένα για την πρώτη κατηγορία είναι GB£18.000 - GB£30.000, για την δεύτερη GB£6.000 - GB£18.000 και για την τρίτη GB£500 - GB£6.
  4. Bάρος Απόδειξης Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Ν.205(Ι)/2002 στην περίπτωση που ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι θίγεται από παράβαση των διατάξεων του εν λόγω Νόμου στοιχειοθετεί πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η παράβαση, το νομικό βάρος απόδειξης (legal burden) μετατίθεται στον αντίδικο του να αποδείξει ότι δεν υπήρξε καμία παράβαση του εν λόγω Νόμου. Περαιτέρω κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από παράβαση του Ν.205(Ι)/2002 έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί κάθε πρόσφορο μέσο για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Η σχετική πρόνοια που περιέχεται στην Οδηγία 97/80/ΕΚ[31] κωδικοποίησε προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ)[32] (νυν Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε)) σύμφωνα με τις οποίες αν το παραπονούμενο πρόσωπο αποδείξει εκ πρώτης όψεως (prima facie) υπόθεση ότι το φύλο ήταν ουσιαστική αιτία στην απόφαση να υποστεί λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση, τότε ο καθ' ου η αίτηση είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ότι το φύλο δεν ήταν παράγοντας που επηρέασε την απόφαση του. Στην Οδηγία 2006/54/ΕΚ στο προοίμιο με αριθμό 30 σημειώνονται τα πιο κάτω: «Η έγκριση κανόνων σχετικά με το βάρος αποδείξεως διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι το βάρος αποδείξεως μετακυλίεται στον εναγόμενο όταν τεκμαίρεται διάκριση, με εξαίρεση στην περίπτωση διαδικασίας όπου εναπόκειται στο δικαστήριο ή άλλο αρμόδιο εθνικό φορέα να διερευνήσει τα πραγματικά περιστατικά. Είναι πάντως αναγκαίο να διευκρινισθεί ότι η εκτίμηση των γεγονότων από τα οποία μπορεί να τεκμαρθεί η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα των αρμόδιων εθνικών φορέων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή την εθνική πρακτική. Επιπλέον, τα κράτη μέλη δύνανται, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, να θεσπίζουν αποδεικτικούς κανόνες ευνοϊκότερους για τον ενάγοντα.» Περαιτέρω η Οδηγία 2006/54/ΕΚ περιέχει την ακόλουθη πρόνοια σχετικά με το βάρος απόδειξης: «Άρθρο 19 - Βάρος Αποδείξεως
  5. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με τα εθνικά τους δικαστικά συστήματα , ώστε να επιβάλλεται στον Εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όταν πρόσωπο που κρίνει ότι θίγεται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης επικαλείται ενώπιον του Δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης.
  6. Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν κανόνες ευνοϊκότερους για τον ενάγοντα.
  7. .......................» Το Δ.Ε.Ε στην απόφαση του στην υπόθεση C-54/07 Centrum voor Gelijikheid van Kansen en voor Racismebestrijding v Firma Feryn NV ημερομ.10.7.2006 αναφερόμενο στον τρόπο εφαρμογής του κανόνα περί αντιστροφής του βάρους αποδείξεως σημείωσε ότι: «
  8. ..στον εναγόμενο εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, άπαξ από τα πραγματικά περιστατικά τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διακρίσεως. Η υποχρέωση αποδείξεως του αντιθέτου, την οποία υπέχει το πρόσωπο που φέρεται ότι προέβη σε δυσμενή διάκριση, εξαρτάται μόνον από τη διαπίστωση της υπάρξεως τεκμηρίου δυσμενούς διακρίσεως, άπαξ αυτό στηρίζεται σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά», και στη συνέχεια διευκρίνισε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο αφενός να εξακριβώσει αν έχουν αποδειχθεί τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στον εργοδότη και κατά πόσον τα περιστατικά που αποδεικνύονται αρκούν προκειμένου να τεκμαίρεται η ύπαρξη διακριτικής μεταχείρισης και αφετέρου να εκτιμήσει αν επαρκούν τα στοιχεία που προσκόμισε ο εργοδότης με τη μαρτυρία του προς στήριξη των ισχυρισμών του ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσης. Ανατρέξαμε στη νομολογία άλλων Ευρωπαϊκών χωρών για να αντλήσουμε καθοδήγηση σχετικά με την εφαρμογή και ερμηνεία της σχετικής πρόνοιας για το βάρος της απόδειξης στις υποθέσεις ισχυριζόμενης διακριτικής μεταχείρισης. Στην Ιρλανδία το Section 85 A of the Equality Act 2004 προνοεί τα πιο κάτω: «85.A
(1)Where in any proceedings, facts are established by or on behalf of a complainant from which it may presumed that there has been discrimination in relation to him or her, it is for the respondent to prove the contrary.». Στην υπόθεση Teresa Mitchell v Southern Health Board [2001] ELR 201 όπου καθορίστηκαν τα κριτήρια προσδιορισμού μετατόπισης του βάρους απόδειξης στον καθ΄ ου η αίτηση, δηλαδή ποια γεγονότα είναι απαραίτητα να αποδειχθούν από ένα παραπονούμενο ώστε να αποδειχθεί ότι τεκμαίρεται (is presumed) διακριτική μεταχείριση και κατά συνέπεια εκ πρώτης όψεως υπόθεση ότι ο παραπονούμενος υπήρξε θύμα διάκρισης ώστε να τεθούν σε εφαρμογή οι πρόνοιες για μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον καθ΄ ου η αίτηση να αποδείξει την απουσία διάκρισης, το Labour court ανέφερε ότι: «A claimant must prove, on the balance of probabilities, the primary facts on which they rely in seeking to raise the presumption of unlawful discrimination. It is only if those primary facts are established to the satisfaction of the Court and they are regarded by the Court as being of sufficient significance to raise the presumption of discrimination that the onus shifts to the respondent to prove that there was no infringement of the principle of the equal treatment». Το Labour Court σε άλλες αποφάσεις του διευκρίνισε ότι το δικαστήριο εφαρμόζοντας το πιο πάνω τεστ πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο παραπονούμενος στοιχειοθέτησε «πρωταρχικά πραγματικά γεγονότα» στα οποία στηρίζεται για να προωθήσει το παράπονό του ότι έτυχε διακριτικής μεταχείρισης και αν αυτά τα γεγονότα έχουν στοιχειοθετηθεί, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν είναι αρκετής σημασία για να εγείρουν την πιθανότητα της διάκρισης[33]. Αν ο παραπονούμενος δεν αποσείσει αυτό το αποδεικτικό βάρος δεν μπορεί η αίτηση του να πετύχει. Αν όμως το αποσείσει τότε ο καθ΄ ου η αίτηση πρέπει να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ο απαγορευμένος με το νόμο λόγος ο οποίος ίσχυε για τον παραπονούμενο δεν ήταν ένας παράγοντας που επηρέασε την απόφασή του για να μεταχειριστεί τον παραπονούμενο με τον συγκεκριμένο τρόπο[34]. Στο Ηνωμένο Βασίλειο το section 136 of the Equality Act 2010 προβλέπει τ' ακόλουθα: "1........................................................................................................................ 2. If there are facts from which the court could decide, in the absence of any other explanation, that a person (A) contravened the provision concerned, the court must hold the contravention occured. 3.But subsection
(2)does not apply if A shows that A did not contravene the provision." [35] Το Court of Appeal στην απόφαση του Igen Ltd v. Wong
(2005)IRLR 258 ανέφερε ότι οι σχετικές διατάξεις για το βάρος απόδειξης στις υποθέσεις διακριτικής μεταχείρισης ή παράβασης της αρχής της ισότητας προβλέπουν ότι τα Tribunals θα πρέπει να εξετάζουν την υπόθεση σε δυο στάδια. Στο πρώτο στάδιο εξετάζεται κατά πόσον ο αιτητής απέδειξε γεγονότα από τα οποία το Tribunal μπορεί να συμπεράνει στην απουσία επαρκούς εξηγήσεως από τον καθ' ου η αίτηση ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει διαπράξει ή μπορεί να θεωρήσει ότι έχει διαπράξει την παράνομη πράξη της διάκρισης εναντίον του αιτητή. Από το Tribunal απαιτείται στο πρώτο στάδιο να κάνει μια υπόθεση, η οποία μπορεί να είναι και σε αντίθεση με την πραγματικότητα με σκοπό να μεταθέσει το βάρος απόδειξης στον καθ' ου η αίτηση στο δεύτερο στάδιο έτσι ώστε αν ο καθ' ου η αίτηση δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τα γεγονότα, ο αιτητής επιτυγχάνει. Αν ο αιτητής αποδείξει τα πιο πάνω γεγονότα στο πρώτο στάδιο, τότε στο δεύτερο στάδιο ο καθ΄ ου η αίτηση πρέπει να αποδείξει ότι δεν διέπραξε ή ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει διαπράξει την παράνομη πράξη ώστε να μην δεχθεί το παράπονο το Tribunal. Αν στο δεύτερο στάδιο η εξήγηση του καθ' ου η αίτηση κριθεί ανεπαρκής τότε το Tribunal πρέπει να καταλήξει ότι το παράπονο για διάκριση ευσταθεί[36]. Παρόλο που υπάρχουν αυτά τα δυο στάδια στη διαδικασία της απόφασης τα Tribunals δεν πρέπει να χωρίζουν την ακροαματική διαδικασία σε δυο στάδια ώστε να αντιστοιχούν στα δυο πιο πάνω στάδια[37]. Θα πρέπει να ακούσουν όλη τη μαρτυρία συμπεριλαμβανομένης και της εξήγησης του καθ' ου η αίτηση προτού αποφασίσουν αν οι προϋποθέσεις του πρώτου σταδίου ικανοποιήθηκαν[38] και αν ναι, κατά πόσον ο καθ' ου η αίτηση απέσεισε το βάρος απόδειξης που μετατοπίστηκε στους ώμους του. Το Court of Appeal με την πιο πάνω απόφαση εξέδωσε και τις πιο κάτω καθοδηγητικές αρχές ως προς τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζουν τα Tribunals το θέμα του βάρους της απόδειξης στις υποθέσεις άμεσης διάκρισης: «
(1)...... it is for the claimant who complains of sex discrimination to prove on the balance of probabilities facts from which the tribunal could conclude, in the absence of an adequate explanation, that the respondent has committed an act of discrimination against the claimant which is unlawful .............................. These are referred to below as "such facts".
(2)If the claimant does not prove such facts he or she will fail.
(3)It is important to bear in mind in deciding whether the claimant has proved such facts that it is unusual to find direct evidence of sex discrimination. Few employers would be prepared to admit such discrimination, even to themselves. In some cases the discrimination will not be an intention but merely based on the assumption that "he or she would not have fitted in".
(4)In deciding whether the claimant has proved such facts, it is important to remember that the outcome at this stage of the analysis by the tribunal will therefore usually depend on what inferences it is proper to draw from the primary facts found by the tribunal.
(5)It is important to note the word "could" in ........ .................. At this stage the tribunal does not have to reach a definitive determination that such facts would lead it to the conclusion that there was an act of unlawful discrimination. At this stage a tribunal is looking at the primary facts before it to see what inferences of secondary fact could be drawn from them.
(6)In considering what inferences or conclusions can be drawn from the primary facts, the tribunal must assume that there is no adequate explanation for those facts.
(7)These inferences can include, in appropriate cases, any inferences that it is just and equitable to draw .................from an evasive or equivocal reply to a questionnaire ......................
(8)Likewise, the tribunal must decide whether any provision of any relevant code of practice is relevant and if so, take it into account in determining,............................ This means that inferences may also be drawn from any failure to comply with any relevant code of practice.
(9)Where the claimant has proved facts from which conclusion could be drawn that the respondent has treated the claimant less favourably on the ground of sex, then the burden of proof moves to the respondent.
(10)It is then for the respondent to prove that he did not commit, or as the case may be, is not to be treated as having committed, that act.
(11)To discharge that burden it is necessary for the respondent to prove, on the balance of probabilities, that the treatment was in no sense whatsoever on the grounds of sex, since "no discrimination whatsoever" is compatible with the Burden of Proof Directive.
(12)That requires a tribunal to assess not merely whether the respondent has proved an explanation for the fact from which such inferences can be drawn, but further that it is adequate to discharge the burden of proof on the balance of probabilities that sex was not a ground for the treatment in question.
(13)Since the facts necessary to prove an explanation would normally be in the possession of the respondent, a tribunal would normally expect cogent evidence to discharge that burden of proof. In particular, the tribunal will need to examine carefully explanations for failure to deal with the questionnaire procedure and/or code of practice.» (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Το Employment Appeal Tribunal στην απόφαση του Laing v Manchester City Council [2006] IRLR 748 τόνισε ότι το Tribunal κατά το πρώτο στάδιο οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα ώστε να αποφασίσει ποια συμπεράσματα είναι ορθό να συναχθούν και αναφερόμενο στο τι χρειάζεται για να αποσείσει το βάρος απόδειξης ο παραπονούμενος σημείωσε τα πιο κάτω: "In our view the reference to "the claimant proving facts" in Section .. does not mean that it is only the facts adduced by him (plus supporting facts adduced by the Respondent) that can be considered; it is merely indicating that at that stage the burden rests on the claimant to satisfy the Tribunal, after a consideration of all the facts, that a prima facie case exists sufficient to require an explanation. ............ if one considers the burden of proof provision in the context of what a claimant needs to establish in a discrimination claim, what it envisages is that the onus lies on the employee to show potentially less favourable treatment from which an infere

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.