← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ ν. ODESSA HOTELS LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 306/12, 19/5/2017

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ ν. ODESSA HOTELS LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 306/12, 19/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:14 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Χ. Τσιολή ) Ν. Ξενοφώντος ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 306/12 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ Αιτητή και

  1. ODESSA HOTELS LIMITED
  2. A.TSOKKOS HOTELS PUBLIC LIMITED Καθ΄ ών η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 31/3/2017 για τροποποίηση των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφάνισης των Καθ΄ ών η αίτηση. Ημερομηνία: 19 Μαΐου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή - Καθ΄ ού η αίτηση: Ο κ.Αβρααμίδης. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 & 2 - Αιτητές: Η κα Χατζηκωνσταντή. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής (Καθ΄ ού η αίτηση στην αίτηση τροποποίησης ημερ. 31/3/2017) καταχώρησε στις 18/4/2012 την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («η Αίτηση») στους Γενικούς Λόγους της οποίας ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο για την Αίτηση εργοδοτείτο ως διευθυντής ξενοδοχείων των Καθ΄ ών η αίτηση. Ότι υπήρξε διευθυντής των ξενοδοχείων «Dome» στην Αγία Νάπα, «Odessa» στον Πρωταρά και «Ascos» στην Πάφο. Ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του από τους Καθ΄ ών η αίτηση οι Καθ΄ ών η αίτηση του δημιουργούσαν προβλήματα λόγω του ότι αυτός αμοιβόταν περισσότερο από τους άλλους διευθυντές ξενοδοχείων των Καθ΄ ών η αίτηση. Είναι η θέση του ότι του εξασκούσαν αθέμιτη και/ή οικονομική και/ή ψυχική πίεση προκειμένου να αποδεχτεί (δυσμενείς) γι΄ αυτόν αλλαγές στους όρους εργοδότησής του και ειδικότερα μείωση των απολαβών του. Ότι κάτω από την πιο πάνω πίεση αναγκάστηκε να αποδεχτεί: (α) αποκοπή τριών μηνιαίων μισθών μεταξύ Δεκεμβρίου 2008 - Φεβρουαρίου 2012 και (β) να εγγραφεί ως άνεργος μεταξύ 20/12/2011 και 20/2/
  4. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι από την 1/1/2010 οι Καθ΄ ών η αίτηση αυθαίρετα έπαυσαν να του καταβάλλουν την ετήσια αύξηση που δικαιούτο και ότι δεν του κατέβαλαν τα ημερομίσθια του για επτά ημέρες άδεια την οποία εδικαιούτο μέσα στο έτος
  5. Ότι κατά ή περί τις 15 Φεβρουαρίου του 2012 οι υπηρεσίες του τερματίστηκαν παράνομα, μονομερώς χωρίς προειδοποίηση από τους Καθ΄ ών η αίτηση λόγω της άρνησής του να αποδεχτεί περαιτέρω δυσμενείς γι΄ αυτόν αλλαγές στους όρους εργοδότησής του. Έτσι με την Αίτηση αξιώνει από τους Καθ΄ ών η αίτηση: «Α. Απόφαση ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών του είναι παράνομος. Β. Απόφαση ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών του χωρίς προειδοποίηση είναι παράνομος. Γ. Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του. Δ. Αυξημένες αποζημιώσεις. Ε. Αποζημιώσεις για μη δοθείσα προειδοποίηση. ΣΤ. Αποζημιώσεις για δεδουλευμένους μισθούς ή/και αυξήσεις ή/και για παράνομη μείωση ή/και μη πληρωμή ή/και αφαίρεση ή/και αποκοπή μισθών ή/και ωφελημάτων διά αυθαίρετων πράξεων ή/και διά της εξάσκησης οικονομικής ή/και ψυχικής πίεσης. Ζ. Διάταγμα διατάττον τους Καθ΄ ών η αίτηση όπως εκδώσουν και παραδώσουν στον Αιτητή το υπό του άρθρου 8 του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν. 24/67πιστοποιητικό. Η. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει. Θ. Νόμιμο τόκο. Ι. Έξοδα πλέον νόμιμο τόκο και Φ.Π.Α.». Οι Καθ΄ ών η αίτηση (Αιτητές στην αίτηση τροποποίησης ημερ. 31/3/2017) με το Έγγραφο Εμφάνισής τους απορρίπτουν τις αξιώσεις του Αιτητή ισχυριζόμενοι ότι αυτοί δεν τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή τον Φεβρουάριο του
  6. Υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε την υπηρεσία του ο ίδιος και τερμάτισε την απασχόλησή του σ' αυτούς για δικούς του λόγους. Πιο συγκεκριμένα στους Γενικούς Λόγους του Εγγράφου Εμφάνισής τους ισχυρίζονται τα πιο κάτω: «.............
  7. Κατά την περίοδο της απασχόλησης του με τους Καθ΄ών η Αίτηση έγιναν κάποιες διαφοροποιήσεις στους όρους απασχόλησης του Αιτητή εκ συμφώνου. Όπως λ.χ. η αποκοπή του επιδόματος μεταφορικών όταν του προσφέρθηκε διαμονή στην Πάφο και ο τρόπος λειτουργίας των επιχειρήσεων των Καθ΄ών η Αίτηση σε σχέση με τα καθήκοντα και ευθύνες που είχε στο DOME HOTEL που ήταν σημαντικά μειωμένα.
  8. Κατά ή περί το Νιόβρη του 2011 το ξενοδοχείο ASCOS έκλεισε και ο Αιτητής γράφτηκε σαν άνεργος.
  9. Ο Αιτητής κατά ή περί το Δεκέμβρη του 2011 έως ή και περί το Φεβράρη του 2012 είχε διαβουλεύσεις με τους Καθ΄ών η Αίτηση 2 σε ότι αφορά πιθανή επαναπρόσληψη του και μετάθεση του σε ξενοδοχείο στον Πρωταρά και συνακόλουθα έγινε λόγος σε ότι αφορά τες απολαβές του Αιτητή.
  10. Οι διαβουλεύσεις δεν κατέληξαν σε συμφωνία και ο Αιτητής αποφάσισε να αποχωρήσει από την υπηρεσία των Καθ΄ών η Αίτηση 2 και ζητούσε να του πληρωθεί 8 εβδομάδων προειδοποίηση ή και αποζημίωση. Οι Καθ΄ών η Αίτηση 2 του είπαν να τον πληρώσουν νοουμένου ότι εργασθεί αυτή την περίοδο. Οι Καθ΄ών η Αίτηση 2 του πρότειναν αν ήθελε να αποχωρήσει να του καταβάλουν ενός μηνός μισθό και ο Αιτητής δεν συμφώνησε.
  11. Ο Αιτητής προέβαινε σε παραστάσεις και διαμαρτυρίες σε ότι αφορά προτάσεις των Καθ΄ών η Αίτηση για τη μετάθεση του στον Πρωταρά και την αλλαγή των όρων απασχόλησης του και απασχόλησε δικηγόρο και ζητούσε αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό.
  12. Οι Καθ΄ών η αίτηση 2 ποτέ δεν ετερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή και αμέσως μόλις επήραν αυτή την επιστολή απάντησαν αμέσως στον Αιτητή δια του δικηγόρου του να προσέλθει στα καθήκοντα του. Με την εν λόγω επιστολή οι Καθ΄ών η Αίτηση 2 πληροφορούσαν τον Αιτητή ότι δεν υπάρχει θέμα αλλαγής των όρων απασχόλησης του ούτε και έγινε απόλυση του και τον καλούσαν να επιστρέψει στην εργασία του και να αμείβεται και έχει τα ίδια ωφελήματα μέχρις ότου επιλυθεί οποιαδήποτε διαφορά. Οι Καθ΄ών η Αίτηση 2 κάλεσαν και οι ίδιοι προφορικά τον Αιτητή να επανέλθει στην εργασία του και δεν ανταποκρίθηκε. .................». Συνακόλουθα με τα πιο πάνω, οι Καθ΄ ών η αίτηση αιτούνται απόρριψη της Αίτησης με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Η ακροαματική διαδικασία της Αίτησης άρχισε στις 11/11/2016 και συνεχίστηκε σε διάφορους δικασίμους με την κατάθεση του Αιτητή. Στις 24/3/2017 ενώ συνεχιζόταν η αντεξέταση του Αιτητή από τη δικηγόρο των Καθ΄ ών η αίτηση (τρίτη ημέρα) το Δικαστήριο δεν επέτρεψε στη δικηγόρο των Καθ΄ ών η αίτηση να υποβάλει στον Αιτητή ισχυρισμούς ότι κατά τις διαβουλεύσεις κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου του 2012 οι Καθ΄ ών η αίτηση φαίνεται να αποδέχτηκαν τις προτάσεις του Αιτητή και/ή ότι ενώ στην ουσία δεν υπήρχε οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των διαδίκων ο Αιτητής επέλεξε να αποχωρήσει από την υπηρεσία των Καθ΄ών η αίτηση. Η δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση ζήτησε αναβολή της συνέχισης της ακρόασης με σκοπό να υποβάλει αίτημα τροποποίησης των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφάνισης. Στις 31/3/2017, οι Καθ΄ ών η αίτηση καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση («η αίτηση») με την οποία ζητούν τα πιο κάτω: «Α. Άδεια ή και διάταγμα επιτρέπον την διαγραφή της φράσης «η αποκοπή του επιδόματος μεταφορικών» από την παράγραφο 3 των Γενικών Λόγων της Ένστασης. Β. Άδεια ή και διάταγμα (α) επιτρέπον την διαγραφή της φράσης «επαναπρόσληψη του και» από την παράγραφο 5 των Γενικών Λόγων της Ένστασης και (β) την προσθήκη της ακόλουθης πρότασης στο τέλος της παραγράφου 5: «Κατά τις διαβουλεύσεις που έγιναν υπήρξαν και διάφορες προτάσεις ή και εισηγήσεις του Αιτητή και οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 ουσιαστικά ή και ρητά ή και εξυπακουόμενα μελέτησαν και αποδέχθηκαν την πρόταση ή και αντιπρόταση του Αιτητή για μείωση των απολαβών του ή και τροποποίηση των όρων απασχόλησης του, αλλά ο Αιτητής υπαναχώρησε ή και έβρισκε διάφορες αιτιάσεις ή και προφάσεις για να τερματίσει την απασχόληση του την οποία ο ίδιος ετερμάτισε. Οι Καθ΄ών η Αίτηση δεν επέβαλαν μείωση του μισθού του Αιτητή ή δυσμενή αλλαγή των ωρών απασχόλησης.» Γ. Άδεια ή και διάταγμα επιτρέπον την προσθήκη της ακόλουθης φράσης στην αρχή της πρώτης πρότασης στην παράγραφο 6 των Γενικών Λόγων της Ένστασης: «Ενόψει της ανωτέρω στάσης και συμπεριφοράς του Αιτητή,» Δ. Οποιαδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και/ή εύλογη. Ε. Έξοδα.». Η αίτηση στηρίζεται στους Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Κανονισμούς του 1999 Καν. 17, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 (1-9) και Δ.25 (1-6) και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της κας Τασούλλας Τσόκκου, διευθύντριας των Καθ΄ ών η αίτηση, ημερομηνίας 31/3/2017 που συνοδεύει την αίτηση, η οποία αναφέρει ότι κατά την αντεξέταση του Αιτητή το Δικαστήριο δεν επέτρεψε συγκεκριμένες ερωτήσεις και υποβολές της δικηγόρου των Καθ΄ ών η αίτηση λόγω μη δικογράφησης συγκεκριμένων ισχυρισμών. Λέγει ότι πρόκειται για τον βασικό ισχυρισμό των Καθ΄ ών η αίτηση ότι οι διαβουλεύσεις που έγιναν μεταξύ των διαδίκων δεν κατέληξαν για τον λόγο ότι ο Αιτητής υπαναχωρούσε και/ή έβρισκε διάφορες αιτιάσεις και προφάσεις για να τερματίσει την απασχόλησή του παρόλο που οι Καθ΄ ών η αίτηση 2 είχαν αποδεχτεί ουσιαστικά ή/και ρητά ή/και εξυπακουόμενα πρόταση ή/και αντιπρόταση του Αιτητή για μείωση των απολαβών του ή/και τροποποίηση των όρων απασχόλησής του. Λέγει περαιτέρω ότι ο λόγος που δεν δικογραφήθηκε ρητά εξ΄ αρχής ο εν λόγω ισχυρισμός είναι διότι «οι Καθ΄ ών η αίτηση είχαν την πεποίθηση ότι με τον συνοπτικό τρόπο που όφειλαν να συντάξουν το δικόγραφο τους, συνέταξαν το δικόγραφο τους, ήτοι ότι διαβουλεύσεις δεν κατέληξαν και ο Αιτητής αποφάσισε να αποχωρήσει, θα μπορούσαν να προβάλουν τέτοια θέση και ισχυρισμό». Ότι ενόψει των ενδιάμεσων αποφάσεων του Δικαστηρίου οι Καθ΄ ών η αίτηση δεν έχουν άλλη επιλογή από το να τροποποιήσουν τους Γενικούς Λόγους του Εγγράφου Εμφάνισής τους. Είναι η θέση της ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν αλλοιώνεται η υπεράσπιση των Καθ΄ ών η αίτηση ούτε αναιρούνται οποιοιδήποτε ισχυρισμοί των Καθ΄ ών η αίτηση, αλλά αυτό που επιχειρείται με την αιτούμενη τροποποίηση είναι η παράθεση περαιτέρω λεπτομερειών αναφορικά με τις ήδη δικογραφημένες θέσεις τους. Ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα της παρούσας υποθεσης και για να μπορούν οι Καθ΄ ών η αίτηση να προσφέρουν τη μαρτυρία που επιθυμούν. Ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση ο Αιτητής δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Οι Καθ΄ ών η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην αίτηση η οποία εδράζεται στους πιο κάτω λόγους: «
  13. Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη ή/και αστήριχτη καθότι δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση.
  14. Η Αίτηση είναι κακόπιστη για τους ακόλουθους λόγους, αλλά και για τους λόγους που αναφέρονται στους λόγους ένστασης 3-10 (αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων): (α) οι Καθ΄ών η Αίτηση επιχειρούν να ανασκευάσουν την υπόθεση τους παρουσιάζοντας μια νέα ή/και εντελώς διαφορετική ή/και άκρως αντίθετη υπόθεση ή/και υπεράσπιση από την αντίστοιχη που παρουσιάζεται στους υφιστάμενους Γενικούς Λόγους Ένστασης. (β) ενώ στους υφιστάμενους Γενικούς Λόγους Ένστασης οι Καθ΄ών η αίτηση ισχυρίζονται, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η υπηρεσία του Αιτητή τερματίστηκε όταν έκλεισε το ξενοδοχείο Ascos τον Νοέμβριο του 2011 και ότι οι διάδικοι άρχισαν διαβουλεύσεις για «πιθανή επαναπρόσληψη» του με νέους όρους απασχόλησης, οι οποίες διαβουλεύσεις, όπως ρητά ισχυρίζονται, δεν κατέληξαν σε συμφωνία, με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρούν να ισχυριστούν το αντίθετο, ότι δηλαδή, αφενός, ο Αιτητής εβρισκόταν στην υπηρεσία τους ακόμη και μετά το κλείσιμο του ξενοδοχείου Ascos και αφετέρου ότι οι διαβουλεύσεις αναφορικά με τους νέους όρους απασχόλησης κατέληξαν σε συμφωνία, από την οποία ο Αιτητής υπαναχώρησε ή/και την οποία ο Αιτητής αθέτησε και μάλιστα (όπως αφήνεται να νοηθεί) σκόπιμα ή/και τεχνηέντως ή/και δόλια με σκοπό να εγείρει την παρούσα αίτηση για να λάβει αποζημιώσεις. (γ) ενώ στους υφιστάμενους Γενικούς Λόγους Ένστασης οι Καθ΄ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής έπαυσε να λαμβάνει επίδομα μεταφορικών από το 2009 (όταν είχε μετατεθεί στο ξενοδοχείο Ascos) τώρα αιτούνται την απάλειψη του εν λόγω ισχυρισμού, παρά την επίμονη αντεξέταση του Αιτητή επί του θέματος, προφανώς για να καλύψουν θέματα αξιοπιστίας της υπόθεσης τους κατά την αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων από το Δικαστήριο με το πέρας της ακρόασης.
  15. Η ένορκη δήλωση της Τασούλας Τσόκκου που υποστηρίζει την αίτηση είναι αντικανονική καθότι περιέχει διαζευκτικούς ή/και αόριστους ή/και ασαφείς ή/και γενικούς ισχυρισμούς.
  16. Η αίτηση είναι αβάσιμη ή/και στερείται νομικού και πραγματικού υπόβαθρου ιδιαίτερα ενόψει του ότι οι λόγοι που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση της Τασούλας Τσόκκου που υποστηρίζει την αίτηση ως υποστηρικτικοί του αιτήματος, είναι διαζευκτικοί, αόριστοι, ασαφείς, γενικοί ή/και ψευδείς ή/και ανεπαρκείς ή/και ανυπόστατοι.
  17. Οι ισχυρισμοί που επιχειρούν οι Αιτητές να εισάξουν στους Γενικούς Λόγους Ένστασης είναι αόριστοι, ασαφείς και γενικοί και έρχονται περαιτέρω σε αντίθεση τόσο με άλλους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στους υφιστάμενους Γενικούς Λόγους Ένστασης όσο και με την γραμμή αντεξέτασης του Αιτητή από την συνήγορο τους ή/και τις υποβολές της προς τον Αιτητή κατά την αντεξέταση του.
  18. Περαιτέρω ή/και διαζευκτικά με τα πιο πάνω, καμία ή/και καμία βάσιμη αιτιολογία δεν παρατίθεται στην ένορκη δήλωση της Τασούλας Τσόκκου που υποστηρίζει την αίτηση αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους οι Καθ΄ών η Αίτηση επιζητούν την τροποποίηση των παραγράφων 3 και 5 των Γενικών Λόγων Ένστασης, ειδικότερα σε αυτό το στάδιο.
  19. Καμία ή/και καμία επαρκής αιτιολογία ή εξήγηση δεν παρατίθεται στην ένορκη δήλωση της Τασούλας Τσόκκου που υποστηρίζει την αίτηση αναφορικά με την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης ή/και σε σχέση με την παράλειψη των Καθ΄ων η Αίτηση να καταχωρήσουν την εν λόγω αίτηση πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ή/και ως προς το γιατί οι νέοι προτεινόμενοι ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε προγενέστερο χρόνο.
  20. Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν τροποποίηση ήταν γνωστά ή εύλογα, μπορούσαν να εντοπιστούν από τους Καθ΄ων η Αίτηση από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας.
  21. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει αδικία και ανεπανόρθωτη βλάβη στον Αιτητή η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, καθότι ο μάρτυρας αντεξετάστηκε για 3 ολόκληρες δικασίμους πάνω σε εντελώς διαφορετική βάση και θα ήταν ανεπίτρεπτο σε αυτό το στάδιο να αφερθούν οι Καθ΄ών η Αίτηση να προβάλουν μια νέα υπόθεση ή/και υπεράσπιση η οποία θέτει εκ ποδών και ανατρέπει όλη την βάση της μέχρι σήμερα αντιδικίας και των επίδικων θεμάτων στην υπόθεση.
  22. Η αιτούμενη τροποποίηση, εάν επιτραπεί σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, θα εκτροχιάσει τα επίδικα θέματα και την διαδικασία όχι μόνο λόγω του προχωρημένου σταδίου στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση αλλά και λόγω της αντικατάστασης των υφιστάμενων επίδικων θεμάτων με εκ διαμέτρου αντίθετους και ταυτόχρονα ασαφείς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι προκαλούν αμηχανία στον Αιτητή.
  23. Εν΄ όψει όλων όσων αναφέρονται στους λόγους ένστασης 1-10 (αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων) το Δικαστήριο δεν πρέπει να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος των Καθ΄ων η Αίτηση.». Η νομική βάση της ειδοποίησης ένστασης στηρίζεται στον Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Κανονισμό του 1999 όπως τροποποιήθηκε, Κανονισμοί 1, 12, 13 και 17, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.Θ.1-4, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με τους Τροποποιητικούς Κανονισμούς του 2014 και Τροποποιητικός Κανονισμός του 2015 αρ. 1 και 2, στην επιφύλαξη του Κανονισμού 2 του Τροποποιητικού Κανονισμού του 2015 (αρ. 2) και στην Δ.48 Θ.2, 3, 5, 7 και 9, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή η οποία επισυνάπτεται στην ειδοποίηση ένστασης. Ο Αιτητής αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του κατά τις δικασίμους στις 17/2/2017, 17/3/2017 και 24/3/2017 η δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση του υπέβαλε διάφορες θέσεις οι οποίες είναι άκρως αντίθετες με αυτές που επιχειρούν να εισάξουν οι Καθ΄ ών η αίτηση στο δικόγραφο τους με τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του στις παραγράφους 5, 6, 7, 8 και 9 της ένορκης δήλωσης λέγει τα πιο κάτω: «.............
  24. Για παράδειγμα, στην τελευταία δικάσιμο της 24/3/17, η συνήγορος των Καθ΄ων η Αίτηση μου υπέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι το Τεκ. 21Α (το οποίο κατέθεσα υποστηρίζοντας ότι περιείχε την πρόταση των Καθ΄ών η Αίτηση για μείωση των απολαβών μου και τις αντίστοιχες δικές μου εναλλακτικές αντιπροτάσεις), ετοιμάστηκε από τον λογιστή των Καθ΄ων η Αίτηση με δική μου υπόδειξη και ότι στην ουσία δεν περιείχε οποιαδήποτε πρόταση των Καθ΄ών η αίτηση. Η συνήγορος των Καθ΄ων η Αίτηση μου υπέβαλε ότι τα όσα περιέχονται στο εν λόγω τεκμήριο αναφορικά με την «δήθεν» πρόταση της κας Τασούλας Τσόκκου δεν λέχθηκαν από την κα. Τσόκκου στο λογιστή αλλά από εμένα στον τελευταίο.
  25. Με άλλα λόγια, δεν δέχθηκε η συνήγορος των Καθ΄ών η Αίτηση ότι μου έγινε οποιαδήποτε πρόταση, επομένως διερωτώμαι σε ποια αποδοχή ποιας πρότασης (πόσο μάλλον ποιας αντιπρότασης) αφορά ο προτεινόμενος ισχυρισμός στο αιτητικό Β της αίτησης των Καθ΄ων η αίτηση.
  26. Κατά την ίδια δικάσιμο η συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση μου υπέβαλε επίσης ότι ενώ ευρισκόμουν σε διαβουλεύσεις με τους Καθ΄ων η Αίτηση «αποφάσισα να φύγω από μόνος μου» θέση η οποία είναι κάθετα αντίθετη από αυτήν την οποία επιθυμούν να προβάλουν στα δικόγραφα τους με την αιτούμενη τροποποίηση, ότι δηλαδή υπαναχώρησα αφού προηγουμένως οι διαβουλεύσεις είχαν καταλήξει σε συμφωνία.
  27. Επίσης καθ΄ όλες τις δικασίμους, η θέση των Καθ΄ων η αίτηση ήταν ότι το επίδομα μεταφορικών (το οποίο λάμβανα με επιταγή και το οποίο κατά τον δικό μου ισχυρισμό αποτελούσε μέρος του μισθού μου) δεν αποτελούσε μέρος του μισθού μου αλλά ποσό το οποίο πληρωνόταν για κάλυψη πραγματικών μεταφορικών εξόδων. Η συνήγορος των Καθ΄ων η Αίτηση επέμενε κατά την αντεξέταση (ταυτιζόμενη με τον υφιστάμενο ισχυρισμό των Καθ΄ών η αίτηση στην παρ.3 των Γενικών Λόγω Ένστασης) ότι κατά την θητεία μου στο ξενοδοχείο Ascos δεν λάμβανα αυτό το επίδομα διότι μου προσφέρθηκε, όπως υποστήριξε, διαμονή στο εν λόγω ξενοδοχείο και ότι ως εκ τούτου είχε εκλείψει η ανάγκη κάλυψης τέτοιων εξόδων.
  28. Μετά από τις εξηγήσεις που έδωσα κατά την αντεξέταση και τώρα που οι Καθ΄ων η Αίτηση αντιλαμβάνονται ότι η ως άνω θέση τους στην παρ.3 των γενικών λόγων ένστασης δεν ευσταθεί και ότι στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο για αποκοπή του εν λόγω επιδόματος αλλά για αναπροσαρμογή του ετήσιου ποσού μετά την αποκοπή του 50% του εν λόγω επιδόματος για δύο μήνες και την ανακατανομή του στους υπόλοιπους 10 μήνες (όπως φαίνεται και στο Τεκ.32), επιχειρούν να διαγράψουν τον εν λόγω ισχυρισμό από τα δικόγραφα τους προκειμένου να περισώσουν την αξιοπιστία τους. .............». Εν όψει των πιο πάνω και των νομικών λόγων που περιέχονται στην ειδοποίηση ένστασης είναι η θέση του ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και ότι πρέπει να απορριφθεί. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα - Κατάληξη Η διαδικασία ενώπιον του Δ.Ε.Δ. ρυθμίζεται από τις πρόνοιες των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999-2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Ο Κ. 12 των Κανονισμών προβλέπει ότι: «Ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στον Τύπο 6.» Σύμφωνα με τον Τύπο 6 η ενδιάμεση αίτηση πρέπει να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: «
  29. Αιτούμενη θεραπεία.
  30. Γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση[1].
  31. Νομική βάση της αίτησης[2].» Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της τροποποίησης) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τ΄ ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». H τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν τίθεται ενώπιον του αίτημα για τροποποίηση δικογράφου υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ο χρόνος και το στάδιο που υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, η δυνατότητα που είχε το αιτών μέρος για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Οι εν λόγω παράγοντες ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης έχουν ποικίλλουσα βαρύτητα (βλέπε: Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ

(1994)1 ΑΑΔ 16, Αstor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A. G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 726[3], Πολ. Έφεση 58/2012 Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, ημερ. 4/3/2013). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Cl.Preece v. Nάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138 λέχθηκε ότι: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α
(2007)1 ΑΑΔ 1005 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίνεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας , αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων». Στο Annual Practice 1958 στη σελ.621 αναφέρεται επιγραμματικά ο γενικός κανόνας αναφορικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων: «As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent. But if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused.» Η σύγχρονη τάση όπως ξεπροβάλλει από τη νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα αφού θεμελιακή αρχή της εν λόγω νομολογίας είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της διαφοράς. (Βλέπε Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) ΑΑΔ 44, Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη
(2012)1 ΑΑΔ 817). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που (α) η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται κακόπιστα από τον αιτητή (Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 11), Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 (Ε) ΑΑΔ 704) και (β) οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως τη φύση και τη βάση της αξίωσης (Τσαγκάρη ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 156)). Στην Πολιτική Έφεση Αρ.51/2012 Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian, ν. 1. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α ημερομηνίας 11/2/2016 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα σχετικά με τις αρχές που διέπουν το θέμα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Άδεια για τροποποίηση μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ώστε όλα τα επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων για το ίδιο θέμα να εκδικαστούν σε μια διαδικασία. Με βάση τη λεγόμενη σύγχρονη τάξη της νομολογίας επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμη και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Τελικά με την πάροδο των χρόνων η προσέγγιση της νομολογίας στο θέμα της τροποποίησης έγινε αρκετά φιλελεύθερη ώστε να εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με βάση το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης .............η τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι εφικτή οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη περίπτωση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι εκεί που αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επέλθει βλάβη στον αντίδικο ή όπου είναι φανερό ότι ο Αιτητής ενεργεί με κακή πίστη ..» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα (πιο πάνω) στη σελ.52 υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Bowen στην αγγλική υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch. D. 700: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . . It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right». Στην Πολ. Έφεση Αρ.204/2009 Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 25.4.12 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα σε σχέση με το πότε μια αίτηση τροποποίησης μπορεί να κριθεί ως κακόπιστη: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικού δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως , ακόμη και να η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.». Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33, τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτηση τροποποίησης. Στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη». Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση παραπέμπουμε στο απόσπασμα στη σελ.707 στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά (πιο πάνω) όπου τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & Άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 All E.R. 38: "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence.''» Στην απόφαση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. Α.G. Leventis (Nigeria) Ltd κ.α. (πιο πάνω) λέχθηκε ότι ενώ ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. (Βλέπε επίσης Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη, (πιο πάνω)). Σημειώνουμε ότι τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης θα πρέπει να εξετάζεται με την έννοια όχι αφ΄ εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για τροποποίηση σε σχέση με το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης. (Βλέπε C & A Pelekanos Associates Ltd ν. Α. Πελεκάνου
(2001)1 AAΔ 2075.). Όπως υποδείχτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013 IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α. ημερ. 20/3/2014 η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Όσον αφορά τη δικαιολόγηση από απόψεως χρόνου του αιτήματος για τροποποίηση στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δώσει υπερβολική βαρύτητα στο ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης τροποποίησης πρόσθεσε ότι όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερήσει από τον διάδικο το δικαίωμα να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 στις σελ. 624-625 γίνεται αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση μετά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης όπως ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «At the Hearing - Leave is sometimes given to amend at the hearing...But the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity for which was abundantly apparent months ago, and then not asked for.........Where the amendment has become necessary by reason of a variance between the statement of claim and the evidence given at the trial, it should be asked for at the conclusion of the plaintiff's case.» Επίσης στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th Edition, στις σελ. 128-129 αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Again, at the trial, leave to amend may be granted, when to do so will not cause injustice to the other side, on proper terms as to costs,..As a rule, leave to amend at the trial will not so readily given, especially where the necessity for such amendment was obviously apparent long before the trial and was not asked for or where the amendment would involve a complete change in the nature of the claim or the whole character of the action or setting up an entirely different claim from that which the defendant came to meet or the raising of an entirely new ground of defene...Nevertheless, even where the amendment is substantial so as to completely to change the plaintiff's cause of action or nature of claim, leave to amend may be given on proper terms.....Where the amendment has become necessary by reason of a variance between the statement of claim and the evidence given at the trial, it should be asked for at the conclusion of the plaintiff's case and the court is reluctant to give leave to amend at a later stage of the trial unless there is strong justification for doing so and accordingly as a rule, such leave will be refused after the close of evidence on both sides, especially where it could result in party being confronted with an entirely new case.» Σύμφωνα με τις αρχές της αγγλικής νομολογίας όπως αυτές αναφέρονται στην υπόθεση Steward v. North Metropolitan Tramways Co (πιο πάνω) οι αιτούμενες τροποποιήσεις με σκοπό να διορθώσει ο διάδικος λάθη ή παραλείψεις στο δικόγραφο του κατά κανόνα επιτρέπονται αν με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης ο αντίδικος διάδικος θα βρεθεί στην ίδια θέση για σκοπούς απόδοσης δικαιοσύνης με αυτή που ήταν όταν το λάθος ή παράλειψη έλαβε χώρα ή όπως τέθηκε διαφορετικά, κατά κανόνα δεν επιτρέπονται τροποποιήσεις αν ο διάδικος με το λάθος ή με την παράλειψη του προκάλεσε ζημιά στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων ή άλλως πως. Ο Lord Keith στην απόφαση κατά πλειοψηφία (3 προς 2) της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 ALL E.R. 38 στην απόφαση του διευκρινίζει την έννοια «ζημιάς» στις αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα σημειώνει: «The sort of injury which is here in contemplation is something which places the other party in a worse position from the point of view of presentation of his case than he would have been if his opponent had plead the subject matter of the proposed amendment at the proper time. If he would suffer no prejudice from that point of view, then an award of cost is sufficient to prevent him from suffering injury and the amendment should be allowed. It is not a relevant type of prejudice that allowance of the amendment will or may deprive him of a success which he would achieve if the amendment were not to be allowed». Έχοντας υπόψη μας τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε την ουσία της αίτησης τροποποίησης, κατά πόσον δηλαδή τηρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για έγκριση του αιτήματος. Προτού όμως υπεισέλθουμε στην εξέταση της ουσίας της αίτησης τροποποίησης θα εξετάσουμε τον λόγο ένστασης
(1)που αφορά τη νομική βάση της αίτησης. Στην προκείμενη περίπτωση παρατηρούμε ότι στη νομική βάση της αίτησης δεν γίνεται επίκληση στον Κ.12 των Κανονισμών αλλά γίνεται αναφορά μόνο στον Κ.17 των Κανονισμών και στις Δ.25 και 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παρατηρούμε όμως ότι στην αίτηση περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στον Τύπο 6 με εξαίρεση την αναφορά στον Κ.12 των Κανονισμών γεγονός που παρείχε τη δυνατότητα στον Αιτητή να λάβει γνώση των δεδομένων που απαιτεί ο Τύπος 6. Περαιτέρω στην αίτηση αναφέρεται η Δ. 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην οποία, μεταξύ άλλων, εδράζεται η υπό εξέταση αίτηση. Σημειώνουμε ότι στους Κανονισμούς δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση για ζητήματα τροποποίησης δικογράφων (δηλαδή που να στηρίζει το συγκεκριμένο αίτημα) και με βάση τον Κ.17 των Κανονισμών είναι αυτή που εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση και που παρέχει στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών τη δυνατότητα να εξετάσει το αίτημα για τροποποίηση. Δηλαδή η επίκληση της εν λόγω διάταξης των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας είναι απαραίτητη για να εξεταστεί η υπό εξέταση αίτηση. Το γεγονός ότι στη νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης δεν περιέχεται ο Κ.12 του Κανονισμού που ρυθμίζει τη διαδικασία καταχώρησης ενδιάμεσων αιτημάτων στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν επηρεάζει, κατά την άποψή μας, με οποιοδήποτε τρόπο την παρούσα διαδικασία. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Κ.12
(3)του Κανονισμού προβλέπει ότι ενδιάμεση αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών μπορεί να υποβληθεί και προφορικά και καθοδηγούμενοι από τις αρχές που διατυπώθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Ζήνων Χριστοδούλου & Zendia Machinery Ltd
(2008)1 AAΔ 367[4] και δεν θεωρούμε ότι η παράλειψη των Καθ΄ ών η αίτηση να αναφέρουν στη νομική βάση της αίτησης τον Κ.12 του Κανονισμού είναι μοιραία για την υπό εξέταση αίτηση ούτε αποτρέπει το Δικαστήριο από του να εξετάσει την υπό εξέταση αίτηση τροποποίησης. Τα πιο πάνω απαντούν τον λόγο ένστασης αρ. 1. Προχωρούμε τώρα να εξετάσουμε την ουσία της αίτησης τροποποίησης, κατά πόσον δηλαδή τηρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος. Εξετάζοντας με προσοχή τα όσα ζητούνται στην αίτηση, τα όσα αναφέρονται στα γεγονότα που στηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση, τα όσα προκύπτουν (α) από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα και (β) από την ενώπιον του Δικαστηρίου διεξαχθείσα ακροαματική διαδικασία, διαπιστώνουμε ότι με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκεται (
  1. i)η διαγραφή ενός δικογραφημένου ισχυρισμού που περιέχεται στο Έγγραφο Εμφάνισης και ο οποίος αφορά τις απολαβές και πιο συγκεκριμένα ένα επίδομα που λάμβανε ο Αιτητής κατά το χρονικό διάστημα που εργαζόταν στους Καθ΄ ών η αίτηση και (
  2. ii)η διόρθωση και η διευκρίνιση των ισχυρισμών των Καθ΄ ών η αίτηση που περιέχονται στο Έγγραφο Εμφάνισής τους σε σχέση με τα γεγονότα που οδήγησαν στον τερματισμό της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους Καθ΄ ών η αίτηση να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο την ορθή και σφαιρική/ ολοκληρωμένη, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, εικόνα των εν λόγω επίδικων γεγονότων. Σε σχέση με την αιτούμενη τροποποίηση υπό το στοιχείο (
  3. i)πιο πάνω παρατηρούμε ότι στην ένορκη δήλωση της κας Τσόκκου δεν αναφέρεται για ποιο λόγο ζητείται η τροποποίηση αναφορικά με το δικογραφημένο ισχυρισμό για αποκοπή του επιδόματος μεταφορικών και ούτε δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία ή εξήγηση σε σχέση με την εν λόγω αιτούμενη τροποποίηση. Ούτε από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει οτιδήποτε που να καταδεικνύει την αναγκαιότητα ή τη χρησιμότητα της εν λόγω αιτούμενης τροποποίησης. Κρίνουμε το εν λόγω αίτημα αβάσιμο και αστήριχτο. Σε αυτό το στάδιο παρατηρούμε ότι στην ένορκη δήλωση της κας Τσόκκου οι διαζευκτικοί ισχυρισμοί αναφέρονται στον ισχυρισμό που οι Καθ΄ ών η αίτηση επιθυμούν να εισαγάγουν στο δικόγραφο τους και όχι στα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση και ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα με την εν λόγω ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τις υπόλοιπες τροποποιήσεις (υπό το στοιχείο (
  4. ii)πιο πάνω) προβάλλεται η δικαιολογία ότι σκοπός τους είναι να παρουσιαστεί πλήρως και σφαιρικά η εικόνα των γεγονότων που αφορούν τις συνθήκες και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση μεταξύ των διαδίκων. Κρίνουμε ότι η εν λόγω αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε οι Καθ΄ ών η αίτηση να μπορούν να παρουσιάσουν την εκδοχή τους προς υποστήριξη και τεκμηρίωση των θέσεών τους σε σχέση για το επίδικο πραγματικό γεγονός της υπόθεσης που αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση μεταξύ του Αιτητή και των Καθ΄ ών η αίτηση. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις γίνεται προσπάθεια να διαγραφεί ένας ισχυρισμός και να εισαχθούν ισχυρισμοί και λεπτομέρειες που να διευκρινίζουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση μεταξύ του Αιτητή και των Καθ΄ ών η αίτηση καθότι τα όσα αναφέρονται στην Έγγραφο Εμφάνιση δεν ανταποκρίνονται πλήρως και ολοκληρωμένα στην εκδοχή των Καθ΄ών η αίτηση. Διαφαίνεται ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση με την υπό εξέταση αίτηση επιζητούν όπως διορθώσουν συγκεκριμένη αναφορά τους και την παράλειψη συγκεκριμένων αναφορών στους Γενικούς Λόγους του Έγγραφου Εμφάνισης τους σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση που είχαν με τον Αιτητή ώστε να μπορούν να παρουσιάσουν την εκδοχή τους στο Δικαστήριο. Μη έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα τους στερήσει το δικαίωμα να παρουσιάσουν την εκδοχή τους στο Δικαστήριο αφού για να παρουσιάσουν οι Καθ΄ ών η αίτηση σχετική μαρτυρία προς υποστήριξη και τεκμηρίωση των θέσεών τους για τα επίδικα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης οι εν λόγω θέσεις τους μετά και από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστήριου θα πρέπει να είναι δικογραφημένες και η αναφορά σε επαναπρόσληψη του Αιτητή θα πρέπει να διαγραφεί. Το ερώτημα είναι κατά πόσον με τα πιο πάνω που επιζητούν οι Καθ΄ ών η αίτηση γίνεται προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των επίδικων θεμάτων δια της ένταξης νέων ισχυρισμών επί των γεγονότων της υπόθεσης μεταβάλλοντας τόσο ριζικά το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης σε σημείο που η μεταξύ των διαδίκων διαφορά όπως αυτή εκτίθεται στα δικόγραφα να μετατρέπεται σε διαφορετικής φύσεως διαφορά. Κρίνουμε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι τόσο ουσιαστικές και εκτεταμένες που να εισάγουν νέες υπερασπίσεις οι οποίες επαναπροσδιορίζουν τα επίδικα θέματα. Επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση είναι οι συνθήκες τερματισμού της εργασιακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις το επίδικο θέμα θα παραμείνει το ίδιο ασχέτως αν διαφοροποιούνται οι ισχυρισμοί σχετικά τα γεγονότα που οδήγησαν στον τερματισμό της εργασιακής σχέσης. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφανσής του κατά πόσον θα εγκρίνει ή όχι την αιτούμενη τροποποίηση, είναι κατά πόσον σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης τα δικαιώματα που απέκτησε ο Αιτητής κατά τον χρόνο της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεαστούν με δυσμενή τρόπο και θα προκληθεί βλάβη/ζημιά στον Αιτητή η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων. Παρατηρούμε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση οι Καθ΄ ών η αίτηση επιζητούν απλώς να διορθώσουν τις αναφορές τους στους Γενικούς Λόγους του Εγγράφου Εμφάνισής τους σε σχέση με τις συνθήκες που περιβάλλουν το επίδικο θέμα του τερματισμού της εργασιακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσουν την εκδοχή που προτίθενται να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο σε σχέση με τον εν λόγω επίδικο ζήτημα. Το άρθρο 30
(3)(β) του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα του διαδίκου να προβάλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνουμε ότι για τα ζητήματα που οι Καθ΄ ων η αίτηση επιδιώκουν να εισάξουν, ο Αιτητής θα έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή αφού η μαρτυρία του δεν έχει ολοκληρωθεί. Οι ισχυρισμοί που επιθυμούν οι Καθ΄ών η αίτηση να εισαγάγουν στο δικόγραφο τους με τις αιτούμενες τροποποιήσεις παρά το ότι διατυπώνονται διαζευκτικά κρίνουμε ότι δεν προκαλούν τέτοια αμηχανία ή σύγχυση στον Αιτητή που τον εμποδίζει να προωθήσει την υπόθεσή του καθότι στο στάδιο της αντεξέτασής του που είναι το στάδιο που οι Καθ΄ών η αίτηση οφείλουν να συγκεκριμενοποιήσουν με σαφήνεια και λεπτομέρειες τις θέσεις της εκδοχής τους και τα γεγονότα που τις στηρίζουν θα έχει την ευκαιρία και τη δυνατότητα να απαντήσει, να αντικρούσει τις εν λόγω θέσεις και να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τους δικούς του ισχυρισμούς. Ως εκ τούτου καταλήγουμε ότι ο Αιτητής δεν απέκτησε δικαιώματα (vested rights) τα οποία θα επηρεαστούν αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση. Περαιτέρω είμαστε της γνώμης ότι αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις ο Αιτητής δεν θα τεθεί σε δυσμενέστερη θέση από πλευράς θεμελίωσης και απόδειξης της Αίτησής του από ότι θα ήταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο των Καθ΄ ών η αίτηση του επιδιδόταν εξ αρχής. Δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ποια διαφορετική στάση θα τηρούσε ο Αιτητής αν προβάλλονταν εξ αρχής οι αιτούμενες τροποποιήσεις στο Έγγραφο Εμφάνισης. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα υπάρξει σοβαρή εκτροπή από την ορθή πορεία της υπόθεσης καθότι δεν θα απαιτηθεί η επανακλήτευση μαρτύρων, αφού δεν ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του Αιτητή και ως εκ τούτου η καθυστέρηση που θα προκληθεί δεν θα είναι τόσο μεγάλη που να επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα του Αιτητή. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων. Καταλήγουμε ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση ο Αιτητής δεν θα υποστεί ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ του. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα παρατηρούμε ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε 5 χρόνια μετά την καταχώρηση της Αίτησης και 4 μήνες μετά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης. Σύμφωνα με την κα Τσόκκου ο λόγος που δεν δικογραφήθηκε ρητά εξ΄ αρχής ο εν λόγω ισχυρισμός ο οποίος ζητείται να εισαχθεί στο δικόγραφο είναι διότι «οι Καθ΄ ών η αίτηση είχαν την πεποίθηση ότι με τον συνοπτικό τρόπο που όφειλαν να συντάξουν το δικόγραφο τους, συνέταξαν το δικόγραφο τους, ήτοι ότι διαβουλεύσεις δεν κατέληξαν και ο Αιτητής αποφάσισε να αποχωρήσει, θα μπορούσαν να προβάλουν τέτοια θέση και ισχυρισμό» και ο λόγος που ζητούνται σε αυτό το στάδιο οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι επειδή το Δικαστήριο δεν επέτρεψε συγκεκριμένες ερωτήσεις και υποβολές της δικηγόρου των Καθ΄ ών η αίτηση λόγω μη δικογράφησης των συγκεκριμένων ισχυρισμών. Οι Καθ΄ ών η αίτηση εμμέσως πλην σαφώς ισχυρίζονται ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα (πιο πάνω) κρίνουμε ότι όταν το θέμα προέκυψε με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου οι Καθ΄ων η αίτηση έδρασαν χωρίς καθυστέρηση. Περαιτέρω και αν ακόμα η αίτηση θεωρηθεί ότι καταχωρήθηκε με ουσιαστική καθυστέρηση σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας η οποία καθυστέρηση οφείλεται σε αμέλεια και/ή σφάλμα των Καθ΄ών η αίτηση και/ή των δικηγόρων τους κρίνουμε ότι αυτή ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων μας εκτός αν διαφανεί ότι η αίτηση έγινε κακόπιστα δεν αποτελεί από μόνη της κώλυμα για την έγκριση της αίτησης. Ως προς το θέμα της κακοπιστίας είναι η θέση του Αιτητή ότι η ύπαρξη κακοπιστίας από την πλευρά των Καθ΄ ών η αίτηση προκύπτει από το γεγονός ότι οι Καθ΄ών η αίτηση επιχειρούν να ανασκευάσουν την υπόθεση τους παρουσιάζοντας μια νέας εντελώς αντίθετη εκδοχή από αυτή που περιέχεται στο υφιστάμενο δικόγραφό τους και από αυτή που υπέβαλαν στον Αιτητή κατά την αντεξέτασή του προβάλλοντας στην ένορκη δήλωση της κας Τσόκκου τον ανυπόστατο ισχυρισμό ότι δεν πρόκειται για νέους ισχυρισμούς. Ότι με αυτό τον τρόπο οι Καθ΄ ών η αίτηση προσπαθούν να καλύψουν θέματα αξιοπιστίας της υπόθεσής τους κατά την αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων μετά το πέρας της ακρόασης. Σημειώνουμε ότι το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού περί ύπαρξης κακοπιστίας βαρύνει τον διάδικο που τον επικαλείται[5]. Κατ΄ αρχάς παρατηρούμε ότι δεν διαπιστώσαμε ότι οι Καθ΄ών η αίτηση είχαν οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Περαιτέρω δεν διαπιστώνουμε στην παρούσα περίπτωση ότι η αίτηση υποβλήθηκε κακόπιστα ή με σκοπό να εξαπατήσει την πλευρά του Αιτητή. Και εξηγούμε. Οι Καθ΄ ών η αίτηση αντεξετάζοντας τον Αιτητή επιχείρησαν να του θέσουν ορισμένες υποβολές σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόλησή του στους Καθ΄ών η αίτηση και όταν δεν επιτράπηκε από το Δικαστήριο στη δικηγόρο τους να θέσει τις εν λόγω υποβολές στον Αιτητή λόγω μη δικογράφησής τους, οι Καθ΄ών η αίτηση αντέδρασαν άμεσα ζητώντας αναβολή προκειμένου να καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης. Ακόμα και αν η εν λόγω ενέργεια των Καθ΄ών η αίτηση και η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης οφείλεται σε λάθος και/ή αμέλεια των δικηγόρων τους δεν μπορεί να εξισωθεί με κακοπιστία. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση προσπαθούν να εισαγάγουν ισχυρισμούς αντίθετους με τη γραμμή αντεξέτασής του Αιτητή, μελετώντας τα πρακτικά για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας δεν διαπιστώσαμε διάσταση μεταξύ των αιτούμενων τροποποιήσεων και της εκδοχής που υποβλήθηκε στον Αιτητή κατά την μέχρι τις 24.3.2017 αντεξέτασή του η οποία να μπορεί να δικαιολογήσει συμπέρασμα κακοπιστίας. Σημειώνουμε ότι τυχόν αντιφάσεις / διάσταση μεταξύ των υποβολών που έγιναν στον Αιτητή μέχρι τις 24/3/2017 που διακόπηκε η αντεξέτασή του και των υποβολών που θα γίνουν μετά την επανέναρξη της ακροαματικής διαδικασίας θα αξιολογηθούν στο κατάλληλο στάδιο ήτοι στα πλαίσια της έκδοσης τελικής απόφασης στην Αίτηση. Τέλος, δεν διαφαίνεται από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητούνται τροποποιήσεις που είναι εντελώς αβάσιμες εντός του πλέγματος των διαφορών των διαδίκων μερών όπως παρουσιάζεται μέσα από τα δικόγραφα. Δεν διαπιστώσαμε ότι η εν λόγω αίτηση τροποποίησης δεν έγινε καλόπιστα για την κάλυψη πραγματικής ανάγκης με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά επίδικα γεγονότα που αφορούν τη μεταξύ των μερών εργατική διαφορά. Ως εκ τούτου δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς των Καθ΄ών η αίτηση. Λαμβάνοντας υπόψη ότι: 1) σκοπός (α) της αιτούμενης τροποποίησης είναι να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά, σύμφωνα με τους Καθ΄ ών η αίτηση, επίδικα γεγονότα που αφορούν τη μεταξύ των μερών εργατική διαφορά ώστε να έχουν την ευκαιρία να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου την δική τους εκδοχή και (β) του Δικαστηρίου δεν είναι για να τιμωρεί για όποια λάθη γίνονται στο χειρισμό της υπόθεσης αλλά να αποφασίζει με βάση τα δικαιώματα των διαδίκων μερών, 2) (α) οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι τέτοιας φύσης και έκτασης που να συνεπάγονται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και εκτροχιασμό της διαδικασίας και (β) σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας με την έγκριση της αίτησης δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του Αιτητή και οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθ' ότι δεν θα είναι τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων, 3) δεν διαπιστώσαμε οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς των Καθ΄ ών η αίτηση, 4) δεν διαπιστώνουμε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση έχουν οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, και 5) η σύγχρονη τάση είναι υπέρ έγκρισης τέτοιων αιτημάτων ακόμα και στις περιπτώσεις αμέλειας ή λάθους ή καθυστέρησης νοουμένου ότι αυτό εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις της μη έγκρισης της αίτησης στα δικαιώματα των Καθ΄ ών η αίτηση από τη μια και τις επιπτώσεις της έγκρισης της αίτησης στα δικαιώματα του Αιτητή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης διατάγματος τροποποίησης. Υπό το φως όλων όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες κρίνουμε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μόνο υπέρ της έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης που περιέχεται στις υποπαραγράφους Β και Γ της παραγράφου 1 της αίτησης. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης των γενικών λόγων της Εγγράφου Εμφάνισης των Καθ΄ών η αίτηση ως οι υποπαραγράφοι Β και Γ της παραγράφου 1 της αίτησης τροποποίησης. Τροποποιημένοι Γενικοί Λόγοι Εγγράφου Εμφάνισης να καταχωρηθούν εντός 7 ημερών από σήμερα. Τόσο τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, θα είναι σε βάρος των Καθ΄ών η αίτηση στην Αίτηση - Αιτητών στην αίτηση τροποποίησης και προς όφελος του Αιτητή στην Αίτηση - Καθ΄ού η αίτηση στην αίτηση τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Χ. Τσιολής, Μέλος. Ν. Ξενοφώντος, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης). [1] Τα γεγονότα θα πρέπει να εκτίθενται συνοπτικώς . [2] Τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση θα πρέπει να προσδιορίζονται. [3] Στις σελίδες 730-731 της εν λόγω απόφασης σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «To ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». [4] «Τα δικαιώματα των διαδίκων κρίνονται επί της ουσίας τους όταν αυτά διατυπώνονται με σαφήνεια. .... Οι κανόνες Πολιτικής Δικονομίας υιοθετούνται για να διευκολύνεται η δικαστική διαδικασία, η οποία ρυθμίζεται από αυτούς ώστε να προχωρεί απρόσκοπτα. Δεν ερμηνεύονται, ή η νομολογία μας εφαρμόζεται, με τέτοιο τρόπο που να καταστρατηγούνται τα δικαιώματα των διαδίκων, οι οποίοι δικαιούνται σε πρόσβαση στο Δικαστήριο. Η αρχή πως στην αίτηση πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια η θεραπεία και η νομική της βάση ισχύει. Σκοπός της είναι να γνωρίζει το Δικαστήριο, αλλά και η άλλη πλευρά, το περιεχόμενο της αίτησης για να μπορεί να τοποθετηθεί.» [5] Πολ. Έφεση Αρ.204/2009 Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομ.25.4.12. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.