Αντρούλλας Ψαρά ν. Συνδέσμου Γονέων Ειδικού Σχολείου «Θεοσκέπαστη», Συνενωμένες Αιτήσεις Αρ.: 832/12, 833/12, 849/12, 21/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:22 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Λ. Λουκά ) Ν. Σαββίδη ) Μελών. Συνενωμένες Αιτήσεις Αρ.: 832/12, 833/12, 849/12 Αρ. Αίτησης: 832/12 Μεταξύ: Αντρούλλας Ψαρά Αιτήτριας και Συνδέσμου Γονέων Ειδικού Σχολείου «Θεοσκέπαστη» Καθ΄ ών η αίτηση 1 και Γιαννάκη Ευσταθίου Καθ΄ ού η αίτηση 2 και Κατερίνας Παπαβασιλείου Καθ΄ ής η αίτηση 3 και Γεωργίας Αλεξοπούλου Καθ΄ ής η αίτηση 4 και Sonean Aurelinan Καθ΄ ού η αίτηση 5 ---------------------------------------------------- Αρ. Αίτησης: 833/12 Μεταξύ: Παρασκευή Κάσινου Αιτήτριας και Συνδέσμου Γονέων Ειδικού Σχολείου «Θεοσκέπαστη» Καθ΄ ών η αίτηση 1 και Γιαννάκη Ευσταθίου Καθ΄ ού η αίτηση 2 και Κατερίνας Παπαβασιλείου Καθ΄ ής η αίτηση 3 και Γεωργίας Αλεξοπούλου Καθ΄ ής η αίτηση 4 και Sonean Aurelinan Καθ΄ ού η αίτηση 5 --------------------------------------------------- Αρ. Αίτησης: 849/12 Μεταξύ: Μαρούλλας Ιωάννου Αιτήτριας και Συνδέσμου Γονέων Ειδικού Σχολείου «Θεοσκέπαστη» Καθ΄ ών η αίτηση 1 και Γιαννάκη Ευσταθίου Καθ΄ ού η αίτηση 2 και Κατερίνας Παπαβασιλείου Καθ΄ ής η αίτηση 3 και Γεωργίας Αλεξοπούλου Καθ΄ ής η αίτηση 4 και Sonean Aurelinan Καθ΄ ού η αίτηση 5 Ημερομηνία: 21 Ιουλίου, 2017. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τις Αιτήτριες: Ο κ.Κ. Χατζηκωστής. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Ο κ.Ζ. Νικολάου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο για τις πιο πάνω συνενωμένες αιτήσεις εργατικής διαφοράς ασχολούνταν με θέματα που αφορούσαν το Ειδικό Σχολείο «Θεοσκέπαστη» που λειτουργεί στην Πάφο («το Σχολείο») και ανάμεσα σε αυτά ήταν και η εργοδότηση σχολικών βοηθών/συνοδών στο Σχολείο. Οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 δεν είναι εγγεγραμμένος σύνδεσμος γονέων σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και ως εκ τούτου δεν έχουν ξεχωριστή νομική υπόσταση. Οι Καθ΄ ών η αίτηση 2 - 5 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο για τις πιο πάνω συνενωμένες αιτήσεις εργατικής διαφοράς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ΄ ών η αίτηση 1. Η Αιτήτρια στην αίτηση με αρ. 832/12 προσλήφθηκε ως σχολική βοηθός/συνοδός στο Σχολείο στις 16/9/2003 με σύμβαση τακτής προθεσμίας μέχρι τη λήξη της σχολικής χρονιάς 2003 - 2004. Η Αιτήτρια εργάστηκε στο Σχολείο με συμβάσεις τακτής προθεσμίας διάρκειας εννέα
(9)- δέκα
(10)μηνών για τις επόμενες σχολικές χρονιές μέχρι τις 20/6/
- Κατά το τέλος της κάθε σχολικής χρονιάς η απασχόλησή της τερματιζόταν λόγω λήξης της σχολικής χρονιάς και/ή της σύμβασης εργασίας της και υπέβαλλε στους Καθ΄ ών η αίτηση 1 αίτηση για εκ νέου εργοδότησή της την επόμενη σχολική χρονιά. Το καλοκαίρι του 2012 υπέβαλε αίτηση στους Καθ΄ ών η αίτηση 1 για εκ νέου εργοδότησή της στη θέση της σχολικής βοηθού/συνοδού στο Σχολείο για τη σχολική χρονιά 2012 - 2013 αλλά οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 δεν την προσέλαβαν και εργοδότησαν άλλα πρόσωπα ως σχολικούς βοηθούς/συνοδούς στο Σχολείο. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες που μεσολαβούσαν μεταξύ της λήξης της μιας σχολικής χρονιάς και της έναρξης της άλλης σχολικής χρονιάς η Αιτήτρια λάμβανε ανεργιακό επίδομα. Περαιτέρω με βάση τους όρους της Συλλογικής Σύμβασης μεταξύ των Σχολικών Εφορειών και των Συντεχνιών Σ.Ε.Κ. και Π.Ε.Ο. («η Συλλογική Σύμβαση») η Αιτήτρια κατά τη λήξη της απασχόλησής της λάμβανε ένα ποσό ως φιλοδώρημα αποχώρησης. Το συνολικό ποσό που έλαβε η Αιτήτρια ως φιλοδώρημα αποχώρησης ανέρχεται σε €442,
- Η συνολική διάρκεια της απασχόλησης της Αιτήτριας στο Σχολείο ανέρχεται σε επτά
(7)χρόνια. Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της Αιτήτριας κατά την απασχόλησή της στο Σχολείο το 2012 για σκοπούς του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου, Ν. 24/67(«ο Ν.24/67») ανερχόταν στο ποσό των €208,
- Η Αιτήτρια στην αίτηση με αρ. 833/12 προσλήφθηκε ως σχολική βοηθός/συνοδός στο Σχολείο την 1/4/2008 με σύμβαση τακτής προθεσμίας μέχρι τη λήξη της σχολικής χρονιάς 2007 -
- Η Αιτήτρια εργάστηκε στο Σχολείο με συμβάσεις τακτής προθεσμίας διάρκειας εννέα
(9)- δέκα
(10)μηνών για τις επόμενες σχολικές χρονιές μέχρι τις 20/6/
- Κατά το τέλος της κάθε σχολικής χρονιάς η απασχόλησή της τερματιζόταν λόγω λήξης της σχολικής χρονιάς και/ή της σύμβασης εργασίας της και υπέβαλλε στους Καθ΄ ών η αίτηση 1 αίτηση για εκ νέου εργοδότησή της την επόμενη σχολική χρονιά. Το καλοκαίρι του 2012 υπέβαλε αίτηση στους Καθ΄ ών η αίτηση 1 για εκ νέου εργοδότησή της στη θέση της σχολικής βοηθού/συνοδού στο Σχολείο για τη σχολική χρονιά 2012 - 2013 αλλά οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 δεν την προσέλαβαν και εργοδότησαν άλλα πρόσωπα ως σχολικούς βοηθούς/συνοδούς στο Σχολείο. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες που μεσολαβούσαν μεταξύ της λήξης της μιας σχολικής χρονιάς και της έναρξης της άλλης σχολικής χρονιάς η Αιτήτρια λάμβανε ανεργιακό επίδομα. Περαιτέρω με βάση τους όρους της Συλλογικής Σύμβασης η Αιτήτρια κατά τη λήξη της απασχόλησής της λάμβανε ένα ποσό ως φιλοδώρημα αποχώρησης. Το συνολικό ποσό που έλαβε η Αιτήτρια ως φιλοδώρημα αποχώρησης ανέρχεται σε €442,
- Η συνολική διάρκεια της απασχόλησης της Αιτήτριας στο Σχολείο ανέρχεται σε τρία
(3)χρόνια. Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της Αιτήτριας κατά την απασχόλησή της στο Σχολείο το 2012 για σκοπούς του Ν.24/67 ανερχόταν στο ποσό των €208,
- Η Αιτήτρια στην αίτηση με αρ. 849/12 προσλήφθηκε ως σχολική βοηθός/συνοδός στο Σχολείο την 1/11/2001 με σύμβαση τακτής προθεσμίας μέχρι τη λήξη της σχολικής χρονιάς 2001 -
- Η Αιτήτρια εργάστηκε στο Σχολείο με συμβάσεις τακτής προθεσμίας διάρκειας εννέα
(9)- δέκα
(10)μηνών για τις επόμενες σχολικές χρονιές μέχρι τις 20/6/
- Κατά το τέλος της κάθε σχολικής χρονιάς η απασχόλησή της τερματιζόταν λόγω λήξης της σχολικής χρονιάς και/ή της σύμβασης εργασίας της και υπέβαλλε στους Καθ΄ ών η αίτηση 1 αίτηση για εκ νέου εργοδότησή της την επόμενη σχολική χρονιά. Το καλοκαίρι του 2012 υπέβαλε αίτηση στους Καθ΄ ών η αίτηση 1 για εκ νέου εργοδότησή της στη θέση της σχολικής βοηθού/συνοδού στο Σχολείο για τη σχολική χρονιά 2012 - 2013 αλλά οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 δεν την προσέλαβαν και εργοδότησαν άλλα πρόσωπα ως σχολικούς βοηθούς/συνοδούς στο Σχολείο. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες που μεσολαβούσαν μεταξύ της λήξης της μιας σχολικής χρονιάς και της έναρξης της άλλης σχολικής χρονιάς η Αιτήτρια λάμβανε ανεργιακό επίδομα. Περαιτέρω με βάση τους όρους της Συλλογικής Σύμβασης η Αιτήτρια κατά τη λήξη της απασχόλησής της λάμβανε ένα ποσό ως φιλοδώρημα αποχώρησης. Το συνολικό ποσό που έλαβε η Αιτήτρια ως φιλοδώρημα αποχώρησης ανέρχεται σε €442,
- Η συνολική διάρκεια της απασχόλησης της Αιτήτριας στο Σχολείο ανέρχεται σε εννέα
(9)χρόνια. Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της Αιτήτριας κατά την απασχόλησή της στο Σχολείο το 2012 για σκοπούς του Ν.24/67 ανερχόταν στο ποσό των €208,63. Με τις υπό κρίση συνενωμένες αιτήσεις οι Αιτήτριες αξιώνουν από τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησής τους, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμους τόκους, δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επιδόσεων. Σύμφωνα με τους γενικούς λόγους των συνενωμένων αιτήσεων οι Αιτήτριες κάθε χρόνο από την ημερομηνία πρόσληψής τους στο Σχολείο η σύμβαση εργασίας τους για τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς ανανεωνόταν ανελλιπώς ώστε στις 20/6/2012 ημερομηνία λήξης του τελευταίου συμβολαίου εργοδότησής τους να θεωρείται η εργοδότησή τους στους Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 βάσει νόμου ως αορίστου διαρκείας. Είναι η θέση τους ότι η άρνηση των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 να τις προσλάβουν τον Σεπτέμβριο του 2012 και η εργοδότηση άλλων προσώπων στη θέση τους συνιστά παράνομο τερματισμό της απασχόλησής τους. Οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής τους απορρίτπουν τις εναντίον τους αξιώσεις και ισχυρίζονται ότι οι Αιτήτριες τον Ιούνιο του 2012 απολύθηκαν λόγω λήξης της σύμβασης απασχόλησής τους που ήταν ορισμένου χρόνου και ως εκ τούτου ο τερματισμός της απασχόλησης είναι νόμιμος. Αρνούνται ότι η σύμβαση των Αιτητριών κατέστη αορίστου χρόνου. Περαιτέρω είναι η θέση τους ότι τον Σεπτέμβριο του 2012 δεν προσλήφθηκαν οι Αιτήτριες καθότι υπήρχαν άλλες ενδιαφερόμενες που υπερτερούσαν σε προσόντα από τις Αιτήτριες. Ισχυρίζονται ότι η διαδικασία πρόσληψης σχολικών βοηθών/συνοδών επιβλήθηκε σε αυτούς με σχετική εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Ως εκ τούτου αιτούνται απόρριψη των αιτήσεων των Αιτητριών με έξοδα εναντίον των Αιτητριών. Βάρος Απόδειξης Το άρθρο 3
(1)του Ν.24/67 προβλέπει ότι: «3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:» Το άρθρο 5 του Ν.24/67 προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Ν.24/67, «..... ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης από τον εργοδότη. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Ν.24/
- Ενόψει των πιο πάνω οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητριών έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 5 του Ν.24/
- Ειδικά, οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 θα πρέπει να αποδείξουν ότι με βάση τους λόγους που προβάλλουν στην έγγραφο εμφάνισή τους ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητριών ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχονται στις Αιτήτριες τα δικαιώματα της αποζημίωσης και της πληρωμής αντί προειδοποίησης. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 κατέθεσε ο Καθ΄ ού η αίτηση
- Οι Αιτήτριες δεν κατέθεσαν ενώπιόν μας. Μαρτυρία Ο κ. Ι. Ευσταθίου κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο για τις παρούσες αιτήσεις εργατικής διαφοράς ήταν ο Εκλελεγμένος Πρόεδρος των Καθ΄ ών η αίτηση
- Ως Πρόεδρος των Καθ΄ ών η αίτηση 1 μετείχε στην Επιτροπή Πρόσληψης των σχολικών βοηθών/συνοδών στο Σχολείο σύμφωνα με τις οδηγίες και τις διαδικασίες που προβλέπονται σε επιστολή - εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, ημερ. 27/10/2011, σε σχέση με το καθεστώς εργοδότησης σχολικών βοηθών/συνοδών παιδιών με ειδικές ανάγκες (Τεκμήριο 4). Υποστήριξε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 ακολουθούσαν τις οδηγίες/διαδικασίες που αναφέρονται στο εν λόγω τεκμήριο. Παραθέτουμε πιο κάτω τις σχετικές οδηγίες που περιέχονται στο Τεκμήριο 4: «
- Το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού μεριμνά για την εξασφάλιση υπηρεσιών βοηθητικού προσωπικού (σχολικών βοηθών/συνοδών για παιδιά με ειδικές ανάγκες) σε λύκεια, γυμνάσια, τεχνικές, δημοτικά, νηπιαγωγεία και ειδικά σχολεία. Την εργοδότηση του προσωπικού στα συνηθισμένα σχολεία αναλαμβάνουν οι Σχολικές Εφορείες και στα Ειδικά Σχολεία οι Σύνδεσμοι Γονέων των σχολείων.
- .............
- Όταν αποφασίζεται η παραχώρηση θέσης σχολικού/ής βοηθού/συνοδού για παιδιά με ειδικές ανάγκες σε ένα σχολείο θα ενημερώνεστε με σχετική επιστολή, από το Διευθυντή του αρμόδιου Τμήματος του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, όπως: 3.
- σε περίπτωση που η θέση σχολικού/ής βοηθού/συνοδού για παιδιά με ειδικές ανάγκες, στο σχολείο, δημιουργείται για πρώτη φορά, προβαίνετε σε προκήρυξή της, στον ημερήσιο τύπο, καλώντας τους/τις ενδιαφερόμενους/ες να αποταθούν κοντά σας για εκδήλωση του ενδιαφέροντός τους, με τη συμπλήρωση της σχετικής αίτησης για εργοδότηση (Παράρτημα «Β»). Στη συνέχεια θα ακολουθείται η διαδικασία της προσωπικής συνέντευξης των ενδιαφερομένων για πρόσληψη, από την Επιτροπή Πρόσληψης, όπως αυτή περιγράφεται πιο κάτω. Σε περίπτωση που η θέση εγκρίνεται κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς διατηρείτε το δικαίωμα να συγκαλέσετε την Επιτροπή Πρόσληψης που προνοείται για τη συγκεκριμένη θέση και, αν δεν υπάρχουν ενστάσεις, να προχωρήσετε στην πρόσληψη του/της πρώτου/ης επιλαχόντα/ούσας από θέση που είχε προκηρυχθεί και πληρωθεί, στην αρχή της σχολικής χρονιάς ή 3.2 σε περίπτωση που η θέση υπήρχε και την προηγούμενη σχολική χρονιά και ενημερώνεστε, οπωσδήποτε, με νέα επιστολή από το Υπουργείο Παιδίας και Πολιτισμού, ότι υφίσταται ανάγκη εργοδότησης σχολικού/ής βοηθού/συνοδού για παιδιά με ειδικές ανάγκες και για την επόμενη σχολική χρονιά συγκαλείται η Επιτροπή Πρόσληψης, η οποία θα αξιολογήσει την εργασία του/της σχολικού/ής βοηθού/συνοδού για παιδιά με ειδικές ανάγκες. Σε περίπτωση που η Επιτροπή Πρόσληψης κρίνει ότι ο/η σχολικός/ή βοηθός/συνοδός για παιδιά με ειδικές ανάγκες που εργοδοτείται ασκεί άριστα τα καθήκοντά του/της, τότε έχει το δικαίωμα να μην προκηρύξει τη θέση και να προσλάβει ξανά το ίδιο άτομο. Είναι αυτονόητο ότι το προηγούμενο συμβόλαιο του/της εργοδοτουμένου/ης διακόπτεται με τη λήξη της προηγούμενης σχολικής χρονιάς, και ο/η εργοδοτούμενος/η προσλαμβάνεται με νέο συμβόλαιο που ξεκινά, για κάθε σχολική χρονιά, την πρώτη ημέρα παρουσίασης των παιδιών με ειδικές ανάγκες στο σχολείο και τελειώνει την τελευταία ημέρα υποχρεωτικής φοίτησης των παιδιών με ειδικές ανάγκες στο σχολείο ή αργότερα, αν καθοριστεί με σχετική εγκύκλιο του Υπουργείου. Σε περίπτωση που η Επιτροπή Πρόσληψης κρίνει ότι ο/η σχολικός/ή βοηθός/συνοδός για παιδιά με ειδικές ανάγκες δεν ασκεί τόσο καλά τα καθήκοντά του/της ή πιστεύει ότι με νέα προκήρυξη θα βρει πιο προσοντούχο άτομο, έχει το δικαίωμα να προκηρύξει ξανά τη θέση και ο/η σχολικός/ή βοηθός/συνοδός για παιδιά με ειδικές ανάγκες έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει και αυτός/ή με άλλους/ες ενδιαφερόμενους/ες τη θέση. 3.
- Νοείται ότι θα πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια για επαναπρόσληψη του υπηρετούντος προσωπικού, στην επόμενη σχολική περίοδο, σύμφωνα πάντοτε με τις πραγματικές ανάγκες και την απόδοση του/της κάθε Σχολικού/ής Βοηθού/Συνοδού Παιδιών με Ειδικές Ανάγκες. ....................». Το καλοκαίρι του 2012 οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 δημοσίευσαν προκήρυξη στον Τύπο για τις κενές θέσεις των σχολικών βοηθών/συνοδών στο Σχολείο και παρέλαβαν αιτήσεις για προσλήψεις (δηλώσεις ενδιαφέροντος) από 60 πρόσωπα. Σ΄ αυτά περιλαμβάνονταν και οι Αιτήτριες. Η Επιτροπή Πρόσληψης αποφάσισε όπως μην επαναπροσλάβει τις Αιτήτριες και προσέλαβε άλλα άτομα. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι η Επιτροπή Πρόσληψης έκρινε ότι οι Αιτήτριες δεν μπορούσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο Σχολείο στο βαθμό που απαιτείτο από το είδος εργασίας που έπρεπε να προσφέρουν καθότι δεν είχαν τις απαραίτητες δυνάμεις να χειριστούν τα παιδιά που φοιτούσαν στο Σχολείο και ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 έγιναν δέκτες παραπόνων ότι οι Αιτήτριες δεν εκτελούσαν ικανοποιητικά τα καθήκοντα της εργασίας τους. Νομική Πτυχή - Ανάλυση Μαρτυρίας - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Ν.24/67 και είναι οι πιο κάτω: «(α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλομένη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετόν ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης. (β) όταν ο εργοδοτούμενος κατέστη πλεονάζων υπό την έννοιαν του Μέρους IV. (γ) όταν ο τερματισμός οφείληται εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν, θεομηνίαν ή καταστροφήν των εγκαταστάσεων διά πυρκαϊάς μη οφειλομένης εις εσκεμμένην ενέργειαν ή αμέλειαν του εργοδότου· (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον· (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή· (ii) διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του· (iii)διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του· (iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του· (ν) σοβαρά ή επαναλαμβανόμενη παράβασις ή παραγνώρισις κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Ο Περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 ως έχει τροποποιηθεί (Ν.98(Ι)/2003)εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ («η Οδηγία») η οποία Οδηγία αποσκοπεί στην υλοποίηση της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη στις 18/3/2009 από τους Ευρωπαίους κοινωνικούς εταίρους («η Συμφωνία Πλαισίου»). Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία των διατάξεων του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ρυθμίσεις της Οδηγίας ώστε η ερμηνεία που θα δίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και τον σκοπό των ρυθμίσεων αυτών με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η Οδηγία. Μεταξύ δε περισσότερων ερμηνειών πρέπει να ακολουθείται εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο σκοπό της Οδηγίας[1]. Σκοπός της Συμφωνίας Πλαισίου είναι (α) η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης και (β) η καθιέρωση ενός πλαισίου για να διασφαλιστεί η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (βλέπε ρήτρα 1 της Συμφωνίας Πλαισίου). Για την αποτροπή της καταχρηστικής χρήσης των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου η ρήτρα 5
(1)της Συμφωνίας Πλαισίου επιβάλει στα κράτη μέλη να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα (
- i)να καθορίσουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων εργασίας, (
- ii)να καθορίσουν τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, (iii) να καθορίσουν τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων εργασίας. Η ρήτρα 5
(2)της Συμφωνίας Πλαισίου προνοεί ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (α) θεωρούνται διαδοχικές και (β) χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Στην υπόθεση C-212/04 Αδενέλερ ημερ. 4/6/2006 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δ.Ε.Ε.») ανέφερε ότι οι πιο πάνω διατάξεις της Συμφωνίας Πλαισίου παρέχουν στα κράτη μέλη περιθώρια εκτίμησης σε σχέση με την επίτευξη του σκοπού υπό την προϋπόθεση ότι τα κράτη μέλη εγγυώνται το αποτέλεσμα που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο. Αποφασίζοντας ότι δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου η οποία δικαιολογείται μόνον από το γεγονός ότι προβλέπεται σε γενική νομοθετική ή κανονιστική διάταξη κράτους μέλους σημείωσε ότι η έννοια των «αντικειμενικών λόγων» κατά την εν λόγω ρήτρα της Συμφωνίας Πλαισίου απαιτεί να δικαιολογείται η χρήση αυτού του ειδικού τύπου σχέσεων εργασίας, όπως προβλέπεται στην εθνική ρύθμιση, από την ύπαρξη συγκεκριμένων στοιχείων που άπτονται, μεταξύ άλλων, της σχετικής δραστηριότητας και των συνθηκών άσκησής της[2]. Περαιτέρω αφού διευκρίνισε ότι: «Ναι μεν η παραπομπή αυτή στις εθνικές αρχές για τον ορισμό των συγκεκριμένων κανόνων εφαρμογής των όρων «διαδοχικές» και «αορίστου χρόνου» κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου εξηγείται από τη μέριμνα να διαφυλαχθεί η πολυμορφία των εθνικών ρυθμίσεων στον τομέα αυτό, πλην όμως πρέπει να υπομνησθεί ότι το περιθώριο εκτιμήσεως που καταλείπεται έτσι στα κράτη μέλη δεν είναι απεριόριστο, καθόσον δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φθάσει μέχρι τη διακύβευση του σκοπού ή της πρακτικής αποτελεσματικότητας της συμφωνίας-πλαισίου.... Ειδικότερα, η εν λόγω εξουσία εκτιμήσεως δεν πρέπει να ασκείται από τις εθνικές αρχές κατά τρόπο που θα οδηγούσε σε κατάσταση δυνάμενη να δώσει λαβή σε καταχρήσεις και να παρακωλύσει έτσι την επίτευξη του εν λόγω σκοπού.» τόνισε ότι η έννοια τωv «διαδοχικών συμβάσεων» είναι καθοριστική για τον ορισμό του πεδίου εφαρμογής των εθνικών διατάξεων που θέτουν σε εφαρμογή τη Συμφωνία Πλαισίου και αποφάσισε ότι εθνική ρύθμιση, η οποία θεωρεί ότι μόνον οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων δεν μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 εργασίμων ημερών πρέπει να θεωρούνται «διαδοχικές», δεν είναι συμβατή με τη Συμφωνία Πλαισίου γιατί υπάρχει κίνδυνος υπονόμευσης της προστασίας που παρέχεται στους εργοδοτούμενους με τη Συμφωνία Πλαισίου[3]. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση του Δ.Ε.Ε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07 Αγγελιδάκη ημερ. 23/4/2009 στην οποία το Δ.Ε.Ε. διευκρίνισε ότι η έννοια των αντικειμενικών λόγων νοείται ότι: «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους.» και σημείωσε ότι μια εθνική διάταξη που επιτρέπει γενικά και αφηρημένα μέσω κανόνα προβλεπόμενου σε νόμο ή κανονιστική πράξη τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν είναι συμβατή με τις απαιτήσεις, την πρακτική αποτελεσματικότητα και τον σκοπό της Συμφωνίας Πλαισίου καθότι επειδή είναι αμιγώς τυπικής φύσεως και δεν δικαιολογεί ειδικώς τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων που οφείλονται στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες άσκησής της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρηστικής χρησιμοποίησης αυτών των συμβάσεων. Τόνισε ότι οι αρχές του κράτους μέλους οφείλουν να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, την τήρηση της ρήτρας 5
(1)της Συμφωνίας Πλαισίου εξακριβώνοντας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ότι η εθνική ρύθμιση που επιτρέπει την ανανέωση ..... διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που προορίζονται να καλύπτουν προσωρινές ανάγκες δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών. Εξετάζοντας κατά πόσον εθνική ρύθμιση η οποία αναγνωρίζει ως «διαδοχικές» μόνο τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβούν διαστήματα μικρότερα των τριών
(3)μηνών είναι σε αντίθεση με τις πρόνοιες της Συμφωνίας Πλαισίου έκρινε ότι μια τέτοια ρύθμιση δεν είναι, καθ' εαυτή, τόσο αυστηρή και περιοριστική και δεν αντιβαίνει κατ΄ αρχήν στη ρήτρα 5
(1)καθότι το χρονικό αυτό διάστημα μπορεί κατά κανόνα να θεωρηθεί ως επαρκές για τη διακοπή κάθε υφιστάμενης σχέσης εργασίας, με αποτέλεσμα να μην θεωρείται διαδοχική οποιαδήποτε σύμβαση εργασίας υπογραφεί ενδεχομένως αργότερα αλλά σημείωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και της Συμφωνίας Πλαισίου και επομένως καλούνται να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων τον αριθμό των διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες. Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα, ημερ. 15/9/2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
- Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη.
- Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ΄ ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ΄ ολοκληρία.
- Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ΄ αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μια διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Στην απόφαση του Δ.Ε.Ε. στην υπόθεση C-586/10 B. KücüK, ημερ. 26/1/2012 τονίστηκε ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους οφείλουν να μεριμνούν ώστε η εφαρμογή των αντικειμενικών λόγων, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της οικείας δραστηριότητας και των όρων άσκησής της, να είναι σύμφωνη προς τις επιταγές της Οδηγίας και της Συμφωνίας Πλαισίου και να διασφαλίσουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, την τήρηση των προνοιών των ρητρών της Συμφωνίας Πλαισίου «επαληθεύοντας συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών» και όχι για να καλύψει μόνιμες, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Περαιτέρω σημείωσε ότι: «Κατά την εφαρμογή της οικείας διατάξεως του εθνικού δικαίου, οι ως άνω αρχές πρέπει κατά συνέπεια να είναι σε θέση να συναγάγουν αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια προκειμένου να ελεχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται πράγματι σε γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αναγκαία προς τούτου.» Το Δ.Ε.Ε., αφού σημείωσε ότι παρόλο που η εκτίμηση του αντικειμενικού λόγου αφορά την ανανέωση της τελευταίας από τις συναφθείσες συμβάσεις εργασίας, η ύπαρξη, ο αριθμός και η διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας αυτού του είδους που έχουν συναφθεί με τον ίδιο εργοδότη στο παρελθόν ασκούν επιρροή στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εξετάσεως και ότι εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους να εξετάσουν στην κάθε περίπτωση όλες τις προκείμενες περιστάσεις, λαμβάνοντας υπόψη (α) μεταξύ άλλων τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας προκειμένου να αποκλείσουν το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες, και (β) όλες τις περιστάσεις που αφορούσαν την ανανέωση των επίδικων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας εφόσον από τις εν λόγω περιστάσεις μπορεί να προκύψουν ενδείξεις κατάχρησης, αποφάνθηκε ότι κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν η ανανέωση των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο, οι αρχές των κρατών μελών, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, οφείλουν να λάβουν υπόψη όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, περιλαμβανομένου του αριθμού και της συνολικής διάρκειας των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί στο παρελθόν με τον ίδιο εργοδότη. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003: «7.
(1)Όπου: (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως· (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διάρκειας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δεν θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν: (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενος αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ΄ εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των Εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και Εθελοντών Υπαξιωματικών.
(3)...............................» Δυνάμει του πιο πάνω άρθρου εργοδοτούμενος που απασχολήθηκε σε εργοδότη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είτε για πρώτη φορά είτε κατόπιν ανανέωσης της αρχικής σύμβασης για συνολική περίοδο τριάντα
(30)μηνών ή περισσότερο ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η σύμβαση εργασίας του θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δεν θα ισχύει εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Δηλαδή εισάγεται με το πιο πάνω άρθρο νόμιμο μαχητό τεκμήριο ότι η σύμβαση από ορισμένου χρόνου μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου και το οποίο μπορεί να ανατραπεί από τον εργοδότη αν αποδείξει ότι υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι μη μετατροπής. Το εδάφιο
(2)του άρθρου αυτού παραθέτει ενδεικτικά τέτοιους λόγους. Στον Ν.98(Ι)/2003 δεν περιέχεται οποιοσδήποτε ορισμός της έννοιας των «διαδοχικών συμβάσεων» αλλά γίνεται αναφορά σε απασχόληση είτε μετά από ανανέωση σύμβασης ορισμένου χρόνου είτε άλλως πως και σε απασχόληση ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου γεγονός που δεικνύει ότι η ενδιάμεση διακοπή που μεσολαβεί από τη μια σύμβαση στην άλλη δεν καθίσταται καταλυτική για τον συνολικό υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης εκτός αν η διακοπή ήταν τέτοια φύσης και ουσίας που να εμποδίζει (α) τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου να θεωρηθούν ως διαδοχικές και συνακόλουθα (β) την πρόσθεση των περιόδων απασχόλησης για σκοπούς συνολικής περιόδου απασχόλησης. Ο δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 εισηγήθηκε ότι οι περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης δεικνύουν ότι δεν υπήρχε ανανέωση της σύμβασης εργασίας των Αιτητριών και οι συμβάσεις εργασίας τους δεν μπορούν να θεωρηθούν ως διαδοχικές καθότι οι Αιτήτριες δεν συνέχιζαν την απασχόλησή τους με τη νέα σχολική χρονιά αλλά εργοδοτούνταν με νέα σύμβαση απασχόλησης αφού (α) με τη λήξη της κάθε σχολικής χρονιάς τερματίζονταν οι υπηρεσίες τους λαμβάνοντας φιλοδώρημα απασχόλησης, (β) κατά την περίοδο που δεν εργάζονταν λάμβαναν ανεργιακό επίδομα και (γ) υπέβαλλαν αίτηση για εργοδότηση τη νέα σχολική χρονιά η οποία εξεταζόταν από τους εργοδότες τους μαζί με τις αιτήσεις που υπέβαλλαν και άλλα πρόσωπα με σκοπό τη λήψη απόφασης αναφορικά με πόσα και ποια πρόσωπα θα εργοδοτούσαν τη νέα σχολική χρονιά. Στην παρούσα περίπτωση αντικείμενο των εργασιών των Καθ' ων η αίτηση 1 ήταν θέματα που αφορούσαν το Σχολείο και ανάμεσα σε αυτά ήταν και η εργοδότηση σχολικών βοηθών/συνοδών στο Σχολείο. Οι απαιτήσεις για εργοδότηση σχολικών βοηθών/συνοδών στο Σχολείο υπήρχαν για την περίοδο που λειτουργούσε το Σχολείο δηλαδή κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς αφού το Σχολείο δεν λειτουργούσε το καλοκαίρι. Η Αιτήτρια στην αίτηση με αρ. 832/12 εργάστηκε ως σχολική βοηθός/συνοδός στο Σχολείο με εννιά
(9)συμβάσεις ορισμένου χρόνου για εννιά
(9)συνεχόμενες ολόκληρες σχολικές χρονιές. Η Αιτήτρια στην αίτηση με αρ. 833/12 προσλήφθηκε ως σχολική βοηθός/συνοδός στο Σχολείο την 1/4/2008 με σύμβαση τακτής προθεσμίας μέχρι τη λήξη της σχολικής χρονιάς 2007 - 2008 και στη συνέχεια εργάστηκε στο Σχολείο με τέσσερις
(4)συμβάσεις ορισμένου χρόνου για τέσσερις
(4)συνεχόμενες ολόκληρες σχολικές χρονιές. Η Αιτήτρια στην αίτηση με αρ. 849/12 προσλήφθηκε ως σχολική βοηθός/συνοδός στο Σχολείο την 1/11/2001 με σύμβαση τακτής προθεσμίας μέχρι τη λήξη της χρονιάς 2001 - 2002 και στη συνέχεια απασχολήθηκε στο Σχολείο με δέκα
(10)συμβάσεις ορισμένου χρόνου για δέκα
(10)συνεχόμενες ολόκληρες σχολικές χρονιές. Λαμβάνοντας υπόψη (α) τον αριθμό των συμβάσεων που έχουν συναφθεί με τις Αιτήτριες για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας (αυτής της σχολικής βοηθού/συνοδού), (β) το γεγονός ότι με εξαίρεση μόνο την πρώτη σύμβαση εργασίας των Αιτητριών στην αίτηση με αρ. 833/12 και στην αίτηση με αρ. 849/12 οι συμβάσεις εργασίας συνάπτονταν για ολόκληρη τη σχολική χρονιά, (γ) το γεγονός ότι οι Αιτήτριες μετά την πρώτη εργοδότησή τους εργοδοτούνταν την κάθε επόμενη σχολική χρονιά στο Σχολείο και (δ) οι απαιτήσεις για εργοδότηση στο Σχολείο σχολικών βοηθών/συνοδών υπήρχαν για την περίοδο της σχολικής χρονιάς και ότι κατά τη διάρκεια που μεσολαβούσε μεταξύ της λήξης μια σχολικής χρονιάς και της έναρξης μιας νέας σχολικής χρονιάς δεν υπήρχαν απαιτήσεις για εργοδότηση σχολικών βοηθών και υπό το φως του σκοπού της Οδηγίας και της Συμφωνίας Πλαισίου και των καθοδηγητικών αρχών που έθεσε το Δ.Ε.Ε. βρίσκουμε ότι το χρονικό διάστημα και η διακοπή που μεσολαβούσε από τη μια σύμβαση στην άλλη δεν επαρκούν για να διακόψουν τη υφιστάμενη σχέση εργασίας ώστε οι συμβάσεις εργασίας των Αιτητριών να μην μπορούν να θεωρηθούν ως διαδοχικές. Κρίνουμε ότι εφόσον οι συμβάσεις εργασίας γίνονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα (κάθε χρόνο) για την ίδια εργασία (αυτής της σχολικής βοηθού/συνοδού) και κάλυπταν την περίοδο που η επιχείρηση του εργοδότη λειτουργούσε (την περίοδο που διαρκούσε η σχολική χρονιά) τα γεγονότα (α) ότι κατά την περίοδο που μεσολαβούσε μεταξύ των συμβάσεων ορισμένου χρόνου οι Αιτήτριες λάμβαναν ανεργιακό επίδομα, (β) ότι οι Αιτήτριες με τη λήξη της σύμβασης εργασίας τους λάμβαναν φιλοδώρημα αποχώρησης και (γ) ότι οι Αιτήτριες υπέβαλλαν αίτηση για πρόσληψη κάθε χρονιά, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως γεγονότα που διακόπτουν τη διαδοχικότητα των συμβάσεων εργασίας στο βαθμό που να θέτουν την παρούσα περίπτωση εκτός της εφαρμογής του Ν.98(Ι)/2003 ώστε να μην μπορούν να προστεθεί η κάθε περίοδος απασχόλησης των Αιτητριών στο Σχολείο για σκοπούς καθορισμού της συνολικής περιόδου απασχόλησής τους με βάση τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Στην παρούσα περίπτωση η συνολική περίοδος απασχόλησης των Αιτητριών με συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά τον ουσιώδη χρόνο υπερέβαινε τους 30 μήνες. Συνακόλουθα οι Αιτήτριες πληρούσαν τα κριτήρια που προβλέπει ο Ν.98(Ι)/2003ώστε να θεωρηθούν ως εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου τον Σεπτέμβριο του 2012. Εν όψει τούτου, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 να αποδείξουν ότι η σύμβαση εργασίας των Αιτητριών δεν μπορούσε να μετατραπεί σε αορίστου χρόνου λόγω της ύπαρξης αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν την απασχόληση των Αιτητριών με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Ο δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 υποστήριξε ότι στην παρούσα περίπτωση υπήρχαν αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούσαν τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου λόγω της ιδιαιτερότητας της εργασίας του Σχολείου και ότι οι αντικειμενικοί λόγοι είναι ότι επειδή επρόκειτο για ένα ειδικό σχολείο με παιδιά με ειδικές ανάγκες υπήρχε η ανάγκη για επανεξέταση σε κάθε σχολική χρονιά του προσωπικού που θα στελέχωνε το Σχολείο ώστε να διασφαλίζεται ότι προσλαμβάνεται το κατάλληλο προσωπικό. Σημειώνουμε ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση των αντικειμενικών λόγων που προβάλει ο εργοδότης οφείλει να λάβει τον επιδιωκόμενο σκοπό της Οδηγίας και της Συμφωνίας Πλαισίου ώστε να μην γίνονται δεκτοί λόγοι που αντί να αποτρέπουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου τη διευκολύνουν και ότι είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται με την προσωρινότητα της ασκούμενης δραστηριότητας από τον εργοδοτούμενο που απασχολείται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Κατ΄ αρχάς υπό το φως των νομικών αρχών που παραθέσαμε πιο πάνω το γεγονός ότι η διαδικασία εργοδότησης των Αιτητριών καθοριζόταν από οδηγίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (Τεκμήριο 4) δεν μπορεί από μόνο του να παρέχει ειδική δικαιολογία για τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που οφείλονται στην ιδιαιτερότητα της άσκησης της εργασίας των σχολικών βοηθών/συνοδών καθότι αποτελεί μια οδηγία τυπικής φύσης και δεν δικαιολογεί ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Σε σχέση με την αναφορά σε ανάγκες για εργοδότηση σχολικών βοηθών/συνοδών κάθε χρόνο στο σχολείο και τη μεταβολή των εν λόγω αναγκών σημειώνουμε ότι στην παρούσα περίπτωση αυτό δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Και εξηγούμε. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», 2015, σελ.421: «Το γενικότερο ζήτημα που τίθεται είναι κάτω από ποιες προϋποθέσεις η αβεβαιότητα για το μέλλον της επιχείρησης δικαιολογεί την απασχόληση του εργαζόμενου με σύμβαση (μία ή περισσότερες) ορισμένου χρόνου. Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού πρέπει κανείς να έχει ως αφετηρία τη βασική αρχή ότι τον κίνδυνο της επιχειρηματικής δραστηριότητας τον φέρει ο εργοδότης και όχι ο εργαζόμενος και ότι στον κίνδυνο αυτό ανήκει και η αβεβαιότητα ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό. Η σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο για τη μετακύλιση του επιχειρηματικού κινδύνου από τον εργοδότη στον εργαζόμενο. Ο εργοδότης δεν μπορεί να επικαλεστεί ως δικαιολογητικό λόγο της ορισμένης διάρκειας π.χ. ότι, λόγω της διακύμανσης στις πωλήσεις των προϊόντων του ή μιας ενδεχόμενης μείωσης των εργασιών της επιχείρησης, δεν είναι βέβαιος εάν θα χρειάζεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η αβεβαιότητα για τη μελλοντική οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της επιχείρησης δεν δικαιολογεί τη σύναψη μιας ή περισσοτέρων συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το συμφέρον του εργοδότη να προσαρμόζει, χωρίς ζημιά (μη καταβολή αποζημίωσης), τον αριθμό του προσωπικού στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της επιχείρησης υποχωρεί απέναντι στα αντίθετα συμφέροντα των εργαζομένων. .. Και, πάντως, δεν αρκεί το γεγονός ότι η αβεβαιότητα αυτή (για τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό) οφείλεται σε συνθήκες τις οποίες δεν μπορεί να επηρεάσει ο εργοδότης. Πρέπει, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να συντρέχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία να στηρίζουν την ασφαλή πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου θα εκλείψουν οι λόγοι που επιβάλλουν την απασχόληση του εργαζομένου. Απλά και μόνο το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν είναι απόλυτα βέβαιος για το αν θα χρειασθεί τον εργαζόμενο μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον χρονικό περιορισμό.» Στην παρούσα περίπτωση, εκτός του ότι δεν τέθηκαν ενώπιόν μας οποιαδήποτε στοιχεία που να δεικνύουν ότι κατά την κατάρτιση και τη λήξη των συμβάσεων εργασίας των Αιτητριών συνέτρεχαν επαρκή και εκ των προτέρων γνωστά στοιχεία τα οποία να στηρίζουν την προσωρινότητα των αναγκών του εργοδότη, (δηλαδή να στηρίζουν με ασφάλεια την πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου για εργασία θα πάψουν να υπάρχουν οι ανάγκες εργοδότησης των Αιτητριών στο Σχολείο) τα γεγονότα ότι οι Αιτήτριες εργάστηκαν στην ίδια θέση εκτελώντας τα ίδια καθήκοντα στον ίδιο χώρο εργασίας δυνάμει αριθμού διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για περισσότερο από τέσσερα
(4)χρόνια (στη μία περίπτωση ήταν για περισσότερο από 10 χρόνια) δεικνύουν ότι οι Αιτήτριες δεν προσλήφθηκαν για την εκτέλεση εργασιών που ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι θα έχουν περιορισμένη διάρκεια αλλά για την εκτέλεση πάγιων και διαρκών εργασιών και ότι αυτό που έκαναν οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 ήταν να μετακυλήσουν τον επιχειρηματικό κίνδυνο της επιχείρησής τους (στην παρούσα περίπτωση τον κίνδυνο της αυξομείωσης των μαθητών στο Σχολείο) στις Αιτήτριες. Περαιτέρω στην παρούσα περίπτωση δεν τέθηκαν ενώπιόν μας συγκεκριμένα, σαφή και απτά στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να καταδείξουν με αντικειμενικά κριτήρια ότι η εργασία της σχολικής βοηθού/συνοδού στο Σχολείο κάθε χρόνο απαιτούσε διαφορετικά προσόντα και ικανότητες ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί η σύμβαση ορισμένου χρόνου στη βάση της προσωρινής ανάγκης για σχολική βοηθό/συνοδό με συγκεκριμένα προσόντα και ικανότητες. Λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό, τη διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 είχαν συνάψει με τις Αιτήτριες για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας και τη συνολική διάρκεια απασχόλησης των Αιτητριών υπό τις περιστάσεις της ασκούμενης δραστηριότητας των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 στο Σχολείο, κρίνουμε ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των Αιτητριών αποσκοπούσαν σε κάλυψη προσωρινών αναγκών του εργοδότη αλλά αντίθετα αποδεικνύεται ότι οι εν λόγω συμβάσεις αποσκοπούσαν στην κάλυψη μόνιμων, πάγιων και διαρκών αναγκών του εργοδότη. Στη βάση των πιο πάνω καταλήγουμε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 απέτυχαν να αποδείξουν ότι στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούσαν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τις Αιτήτριες και απέκλειαν τη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης των Αιτητριών από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνακόλουθα οι Αιτήτριες το 2012 ήταν εργοδοτούμενες αορίστου χρόνου και ως εκ τούτου η απόλυσή τους δεν μπορεί να δικαιολογηθεί δυνάμει των προνοιών της παραγράφου (δ) του άρθρου 5 του Ν.24/67. Σημειώνουμε ότι ο ισχυρισμός που προέβαλε ο κ. Ευσταθίου κατά την αντεξέτασή του ότι οι Αιτήτριες δεν εκτελούσαν ικανοποιητικά τα καθήκοντα της εργασίας τους εκτός του ότι δεν καλύπτεται από τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισης των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5, τέθηκε ενώπιόν μας πολύ γενικά και αόριστα χωρίς οποιεσδήποτε συγκεκριμένες λεπτομέρειες που να τις στηρίζουν με αποτέλεσμα να μην είμαστε σε θέση (α) να αποφανθούμε κατά πόσον ο εν λόγω ισχυρισμός ευσταθεί και (β) να κρίνουμε κατά πόσο αντικειμενικά δικαιολογείται η απόδοση αρνητικής συμπεριφοράς στις Αιτήτριες αφού δεν τέθηκαν ενώπιόν μας όλες οι συνθήκες και τα στοιχεία που περιβάλλουν την εργασιακή συμπεριφορά των Αιτητριών. Λόγω των πιο πάνω η εν λόγω μαρτυρία του κ. Ευσταθίου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ως εκ τούτου οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 απέτυχαν να αποδείξουν με επαρκή, ικανοποιητική και αξιόπιστη μαρτυρία ότι η απόλυση των Αιτητριών μπορεί να δικαιολογηθεί σύμφωνα με τις παραγράφους (α), (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Ν.24/67. Είναι επομένως κατάληξή μας ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 δεν τερμάτισαν νόμιμα και δικαιολογημένα την εργοδότηση των Αιτητριών εντός των πλαισίων του άρθρου 5 του Νόμου και συνακόλουθα οι Αιτήτριες δικαιούνται σε αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Ν.24/67. Αποζημιώσεις - Πληρωμή αντί προειδοποίησης Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη (α) το γεγονός ότι από τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 δεν αποδείχθηκε νόμιμος τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητριών σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν αποδείχτηκε οποιαδήποτε κακοπιστία των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5, (β) το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών των Αιτητριών, (γ) τη διάρκεια της υπηρεσίας των Αιτητριών στους Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 σύμφωνα με τον Ν.24/67 και (δ) το ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την ηλικία των Αιτητριών και τη σταδιοδρομία τους, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως επιδικάσουμε στις Αιτήτριες ως αποζημιώσεις τα πιο κάτω ποσά τα οποία ποσά αντιστοιχούν στα ποσά που θα ελάμβαναν αν απολύονταν για λόγους πλεονασμού: - Στην Αιτήτρια στην Αίτηση με αρ. 832/12 το ποσό των €3.233,77 (15.5 Χ €208,63). - Στην Αιτήτρια στην Αίτηση με αρ. 833/12 το ποσό των €1.251,78 (6 Χ €208,63). - Στην Αιτήτρια στην Αίτηση με αρ. 849/12 το ποσό των €4.276,92 (20.5 Χ €208,63). Το ποσό που κατέβαλαν οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 στις Αιτήτριες ως φιλοδώρημα αποχωρήσεως σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σίμος Μουζούρης ν. Cosmoplast Ltd
(2007)1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 896, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και να αφαιρεθεί από το ποσό της αποζημίωσης που έχει επιδικαστεί εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5. Περαιτέρω, σύμφωνα: - Με το άρθρο 9
(1)(ζ) του Νόμου η Αιτήτρια στην Αίτηση με αρ. 832/12 σύμφωνα με την περίοδο απασχόλησής της, δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης απολαβών 8 εβδομάδων, ήτοι ποσό €1.669,04. - Με το άρθρο 9
(1)(δ) του Νόμου η Αιτήτρια στην Αίτηση με αρ. 833/12 σύμφωνα με την περίοδο απασχόλησής της, δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης απολαβών 5 εβδομάδων, ήτοι ποσό €1.043,15. - Με το άρθρο 9
(1)(ζ) του Νόμου η Αιτήτρια στην Αίτηση με αρ. 849/12 σύμφωνα με την περίοδο απασχόλησής της, δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης απολαβών 8 εβδομάδων, ήτοι ποσό €1.669,
- Κατάληξη Για σκοπούς απόφασης, οι αιτήσεις αποσυνδέονται και εκδίδονται αποφάσεις ως ακολούθως: (Α) Απόφαση υπέρ της Αιτήτριας στην Αίτηση με αρ. 832/12 και εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως για το συνολικό ποσό των €4.460,81 (€3.233,77 - €442 + €1.669,04) με νόμιμο τόκο πλέον δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Β) Απόφαση υπέρ της Αιτήτριας στην Αίτηση με αρ. 833/12 και εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως για το συνολικό ποσό των €1.852,93 (€1.251,78 - €442 + €1.043,15) με νόμιμο τόκο πλέον δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Γ) Απόφαση υπέρ της Αιτήτριας στην Αίτηση με αρ. 849/12 και εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως για το συνολικό ποσό των €5.503.96 (€4.276,92 - €442 + €1.669,04) με νόμιμο τόκο πλέον δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............... (Υπ.) ............. Λ. Λουκά, Μέλος. Ν. Σαββίδης, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Απόλυση λόγω λήξης σύμβασης ορισμένου χρόνου/εφαρμογή Ν.98(Ι)/2003). [1] Βλέπε Απόφαση ΔΕΕ 14/83 Von Colson v. Land Nordrheim [1984] ECR 1891, Απόφαση ΔΕΕ C-106/89 Marleasing SA [1992] ECR 1-
- [2] «Υπό τις συνθήκες αυτές, η έννοια των «αντικειμενικών λόγων», κατά τη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει να νοηθεί ως αφορώσα σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν στο ειδικό αυτό πλαίσιο τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και από τα συμφυή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, από την επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους. Αντιθέτως, μια εθνική διάταξη που θα περιοριζόταν στο να επιτρέπει, γενικά και αφηρημένα μέσω κανόνα προβλεπομένου σε νόμο ή κανονιστική πράξη, τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν θα ήταν σύμφωνη προς τις απαιτήσεις που προσδιορίστηκαν στις δύο προηγούμενες σκέψεις. Συγκεκριμένα, μια τέτοια διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεώς της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρηστικής χρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου. Έτσι, αν γινόταν δεκτό ότι μια εθνική διάταξη μπορεί, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διευκρίνιση, να δικαιολογεί διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τούτο θα σήμαινε ότι αγνοείται ο σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου, που συνίσταται στην προστασία των εργαζομένων από την αστάθεια της απασχολήσεως, και ότι καθίσταται άνευ ουσίας η αρχή ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου συνιστούν τη γενική μορφή των σχέσεων εργασίας. Ειδικότερα, η χρησιμοποίηση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με μοναδικό έρεισμα μια γενική νομοθετική ή κανονιστική διάταξη, άσχετα προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο της οικείας δραστηριότητας, δεν καθιστά δυνατή τη συναγωγή αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων προκειμένου να ελεγχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται πράγματι σε μια γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και είναι αναγκαία προς τούτο». [3] « Επιβάλλεται όμως συναφώς η διαπίστωση ότι μια εθνική διάταξη που θεωρεί διαδοχικές μόνον τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα κατώτερο ή ίσο των 20 εργασίμων ημερών πρέπει να θεωρηθεί ότι μπορεί να διακυβεύσει το αντικείμενο, τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου. Συγκεκριμένα, όπως τόνισαν το αιτούν δικαστήριο και η Επιτροπή, καθώς και η γενική εισαγγελέας στα σημεία 67 έως 69 των προτάσεών της, ένας τόσο αυστηρός και περιοριστικός ορισμός του διαδοχικού χαρακτήρα διαφόρων συμβάσεων εργασίας που συνήφθησαν η μία κατόπιν της άλλης θα καθιστούσε δυνατή την επί πολλά έτη προσωρινή απασχόληση των εργαζομένων, καθώς, στην πράξη, ο εργαζόμενος δεν θα είχε στην πλειονότητα των περιπτώσεων άλλη επιλογή από το να δεχθεί διακοπές της τάξεως των 20 εργασίμων ημερών στο πλαίσιο μιας αλυσίδας συμβάσεων που τον συνδέουν με τον εργοδότη του. Επιπλέον, μια εθνική ρύθμιση του είδους της επίμαχης στο πλαίσιο της κύριας δίκης υπάρχει κίνδυνος να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνον να αποκλειστεί στην πράξη ένας μεγάλος αριθμός σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου από το ευεργέτημα της προστασίας των εργαζομένων που επιδιώκει η οδηγία 1999/70 και η συμφωνία-πλαίσιο, καθιστώντας εν πολλοίς άνευ ουσίας τον σκοπό που αυτές επιδιώκουν, αλλά και να καταστεί δυνατή η καταχρηστική χρησιμοποίηση τέτοιων σχέσεων εργασίας από τους εργοδότες..... Έτσι, αρκεί ο εργοδότης να αφήσει να παρέλθει, μετά τη λήξη κάθε συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα μόνον 21 εργασίμων ημερών προτού συνάψει άλλη σύμβαση της ίδιας φύσεως, ώστε να αποκλειστεί αυτομάτως η μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων σε σταθερότερη σχέση εργασίας, τούτο δε ανεξαρτήτως τόσο του αριθμού των ετών κατά τα οποία ο οικείος εργαζόμενος απασχολήθηκε στην ίδια θέση όσο και του γεγονότος ότι οι εν λόγω συμβάσεις καλύπτουν όχι περιορισμένης διάρκειας ανάγκες, αλλ' αντιθέτως «πάγιες και διαρκείς». Υπό τις συνθήκες αυτές, τίθεται εν αμφιβόλω η προστασία των εργαζομένων από την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνιστά τον σκοπό της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο