Αντώνη Σιβιτανίδη ν. P.KISSONERGHIS HOTELS LTD, Αρ. Αίτησης: 173/12, 21/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:23 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Χρ. Γεωργίου ) Μ. Φιλιππίδη ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 173/12 Μεταξύ: Αντώνη Σιβιτανίδη Αιτητή και P.KISSONERGHIS HOTELS LTD Καθ' ων η Αίτηση Προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου Ημερομηνία: 21 Ιουλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ. Μ. Ηλία. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Η κα Ζαχαρία. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση την 1/7/2011 με βάση γραπτή σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η οποία προέβλεπε ότι η εργοδότηση του Αιτητή στους Καθ' ων η Αίτηση θα διαρκούσε από την 1/7/2011 μέχρι τις 30/6/
- Οι Καθ' ων η Αίτηση στις 28/10/2011 τερμάτισαν μονομερώς την απασχόληση του Αιτητή χωρίς να του δώσουν οποιαδήποτε προειδοποίηση. Δηλαδή ο Αιτητής απασχολήθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση για 17 εβδομάδες. Στις 14/3/2012 ο Αιτητής καταχώρησε την αίτηση εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό με την οποία, στη βάση του ισχυρισμού ότι ο τερματισμός της απασχόλησής του από τους Καθ' ων η Αίτηση ήταν παράνομος, αξίωνε εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση τα πιο κάτω: «
- Ως εκ των ανωτέρω ο Αιτητής καταχωρεί την παρούσα αίτηση και αξιώνει εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση, τ΄ ακόλουθα:
(1)20 μήνες μισθούς, που αντιστοιχούν στο ποσό των €70.000.-, όπως με λεπτομέρειες στην παράγραφο 14
(1)πιο πάνω αναφέρεται.
(2)Αποζημίωση για 13ο μισθό €7.000.-, μείον το ποσό που του έχουν πληρώσει, όπως με λεπτομέρειες στην παράγραφο 14
(2)πιο πάνω αναφέρεται.
(3)Αποζημίωση για 14ο μισθό €2.333.33, μείον το ποσό που του έχουν πληρώσει, όπως με λεπτομέρειες στην παράγραφο 14
(3)πιο πάνω αναφέρεται.
(4)Ταμείο Προνοίας €8.400.-, μείον το ποσό που του έχουν πληρώσει, όπως με λεπτομέρειες στην παράγραφο 14
(4)πιο πάνω αναφέρεται.
(5)Αποζημίωση για οφειλόμενες Κυριακές και αργίες, που αντιστοιχούν στο ποσό των €3.019.05.-, όπως με λεπτομέρειες στην παράγραφο 14
(5)πιο πάνω αναφέρεται.
(6)Αποζημίωση για οφειλόμενη ετήσια άδεια, που αντιστοιχεί στο ποσό των €6.440.64.-, μείον το ποσό που τυχόν έχει πληρωθεί, όπως με λεπτομέρειες στην παράγραφο 14
(6)πιο πάνω αναφέρεται.
(7)Διάταγμα για επαναπρόσληψή του.
(8)Αποζημίωση για παράβαση ή αθέτηση της μεταξύ τους συμφωνίας εργοδότησής του.
(9)Αυξημένες και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή άλλως πως αποζημιώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις, συνθήκες κ.λ.π. κάτω από τις οποίες τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του.
(10)Αντίστοιχες εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως με λεπτομέρειες στην παράγραφο 14
(7)πιο πάνω αναφέρεται.
(11)Τόκους προς 5.5% το χρόνο, πάνω σε όλα τα ποσά που το Δικαστήριο θα του επιδικάσει από 28.10.11, ημερομηνία κατά την οποία τερματίστηκε η υπηρεσία του και που το ποσό αυτό κατέστη απαιτητό και πληρωτέο μέχρι πλήρους εξόφλησής του, όπως με λεπτομέρειες πιο πάνω αναφέρεται και/ή όπως ο σχετικός Νόμος ορίζει.
(12)Διαζευκτικά προς την παράγραφο 16
(11)πιο πάνω, νόμιμους τόκους.
(13)Οποιαδήποτε άλλην απόφαση, διάταγμα ή θεραπείας, την οποίαν το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιην και ορθήν κάτω από τις περιστάσεις.
(14)Τα έξοδα, πλέον 17% Φ.Π.Α. πάνω σ΄ αυτά ή οποιοδήποτε άλλο ποσοστό Φ.Π.Α., όπως αυτό καθορίζεται κάθε φορά με Νόμο ή Κανονισμό του Κράτους, πλέον τα έξοδα επίδοσης της παρούσας». Σύμφωνα με τους γενικούς λόγους της αίτησης ο Αιτητής κατά την απασχόλησή του στους Καθ' ων η Αίτηση λάμβανε ως μηνιαίο ακαθάριστο μισθό το ποσό των €3.500 πλέον 13ο μισθό (ένα ολόκληρο μηνιαίο μισθό) και 14ο μισθό (1/3 του μηνιαίου μισθού). Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών οι ετήσιες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν σε €46.666,67 και τα ημερομίσθια του για δύο έτη σε €93.333,
- Στις 15/5/2017 οι δικηγόροι των διαδίκων δηλώσαν ότι οι Καθ' ων η Αίτηση κατέβαλαν στον Αιτητή ένα ποσό προς πλήρη εξόφληση όλων των αξιώσεων του Αιτητή που αφορούν τους δεδουλευμένους μισθούς του και τα άλλα δικαιώματά του για την περίοδο που πραγματικά εργάστηκε (απασχολήθηκε) ο Αιτητής στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση καθώς και ένα ποσό προς εξόφληση των δικηγορικών εξόδων του Αιτητή όσον αφορά τις εν λόγω αξιώσεις του. Περαιτέρω δηλώθηκε ότι η αξίωση του Αιτητή για οφειλόμενο Ταμείο Προνοίας έχει διευθετηθεί. Σημειώνουμε ότι με την πιο πάνω διευθέτηση το συνολικό ποσό που αξιώνει ο Αιτητής με τις αξιώσεις που παρέμειναν ανέρχεται σε €89.273,
- Η δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση ζήτησε όπως το νομικό σημείο που εγείρεται στην παράγραφο 1 των γενικών λόγων της έγγραφης εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση εκδικαστεί προδικαστικά. Πιο συγκεκριμένα, ζήτησε όπως προδικαστεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ») να εκδικάσει την παρούσα αίτηση στη βάση του παραδεκτού γεγονότος ότι ο Αιτητής απασχολήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση για περίοδο λιγότερη από 26 εβδομάδες καθότι ενόψει της πιο πάνω διευθέτησης όλων των αξιώσεων του Αιτητή που αφορούσαν τα δεδουλευμένα δικαιώματά του, οι υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή αφορούν την αποζημίωσή του για τον τερματισμό της απασχόλησής του. Ο δικηγόρος του Αιτητή συμφώνησε ότι το εγειρόμενο νομικό σημείο είναι αμιγώς νομικό και συγκατατέθηκε όπως προδικαστεί. Ως εκ τούτου με βάση το παραδεκτό γεγονός ότι ο Αιτητής δεν εργάστηκε 26 εβδομάδες στους Καθ' ων η Αίτηση θα εξετάσουμε κατά πόσον το Δ.Ε.Δ. έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τις αξιώσεις του Αιτητή που παρέμειναν και οι οποίες σχετίζονται με και αφορούν τον τερματισμό της απασχόλησής του. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Το Δ.Ε.Δ. καθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 12 του Περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Στο άρθρο 12 του πιο πάνω Νόμου προσδιορίζεται το εύρος της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το εν λόγω άρθρο: «12.-
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι νόμω καλούμενον «Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών») εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθως διαφορών: (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος· (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων· (γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεων ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας· (δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά κανονισμών εκδοθέντων κατ΄ εφαρμογήν του εδαφίου τούτου. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση. (στ) οποιωνδήποτε διαφορών αστικής φύσεως αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου.» Σημειώνουμε ότι ο όρος «εργατική διαφορά» καθορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.8/67 ως εξής : «εργατική διαφορά» σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά είτε μη·» Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι πρόνοιες των υποπαραγράφων (α), (γ), (δ) και (στ) του άρθρου 12
(1)του Ν.8/67 δεν εφαρμόζονται. Επομένως θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε το ζήτημα της δικαιοδοσίας με αναφορά στις υποπαραγράφους (β) και (ε) του εν λόγω άρθρου. Παράγραφος (ε) του άρθρου 12
(1)του Ν.8/67 Σημειώνουμε ότι η παράγραφος (ε) προστέθηκε στο άρθρο 12
(1)του Ν.8/67 με τον Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών (Τροποποιητικό) Νόμο του 1996 (Ν.79(Ι)/96)αφού προηγήθηκαν δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χρ. Κυριακού ν. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020 και στη Τ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, στις οποίες κρίθηκε ότι δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και είναι άσχετα με τον τερματισμό της εργοδότησης βρίσκονται εκτός του δικαιοδοτικού πλαισίου του Δ.Ε.Δ. Αξιώσεις (α) για δεδουλευμένους μισθούς, (β) για άλλα ωφελήματα δυνάμει της σύμβασης εργασίας (τα οποία δεν σχετίζονταν με τον τερματισμό της απασχόλησης) και (γ) για ποσά πληρωτέα ως εκ της εργοδότησης και όχι ως εκ του τερματισμού της εργοδότησης, κρίθηκαν ότι ήταν εκτός της υλικής αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ., καθ' ότι δεν συνιστούσαν εργατική διαφορά που προέκυψε συνεπεία της εφαρμογής του Ν.24/67. (Βλέπε επίσης Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» ν. Σιδηρόπουλου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 991.) Συνεπεία της τροποποίησης του Ν.8/67 δυνάμει του άρθρου 2 του Ν. 79(Ι)/1996 η επίλυση αυτοτελών αξιώσεων που αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας εντάχθηκαν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση Elbee Ltd, Αίτηση για άδεια καταχώρισης Certiorari και Prohibition,
(1999)1A A.A.Δ. 149, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το Δ.Ε.Δ. έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκαση των εν λόγω αυτοτελών αξιώσεων. Η πρόνοια του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67 εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd κ.ά. ν. Κυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 496, όπου σημειώθηκαν τ' ακόλουθα: «Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ..» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ' αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση.» Στην εν λόγω υπόθεση, οι εφεσείοντες αξιώναν από τον εφεσίβλητο ποσό ύψους Λ.Κ.2.000,00 που στη βάση μεταξύ τους συμφωνίας θα επωμίζονταν οι πρώτοι ως δίδακτρα εκπαίδευσης από τη μαθήτευση του δεύτερου στο κομμωτήριο τους ως τεχνικού κομμωτηρίου νοουμένου ότι ο δεύτερος θα εργαζόταν και θα παρέμενε στην υπηρεσία τους για περίοδο ενός έτους. Σε αντίθετη περίπτωση ο εφεσίβλητος θα έπρεπε να πληρώσει τα δίδακτρα ο ίδιος στους εφεσείοντες. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως των εφεσειόντων, ο εφεσίβλητος παραιτήθηκε από την εργασία του πριν τη λήξη της περιόδου του ενός έτους από την ημερομηνία της σύμβασης και αυτό συνιστούσε παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας συνεπεία της οποίας οι εφεσείοντες υπέστησαν ζημιά ύψους Λ.Κ.2.000, ίση δηλαδή με το ύψος των διδάκτρων. Κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το κατ' ισχυρισμόν αγώγιμο δικαίωμα των εφεσειόντων πήγαζε από την κατ' ισχυρισμό συμφωνία των μερών στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασίας από τον εφεσίβλητο και δεν βασιζόταν ούτε και εγειρόταν από την ίδια τη σύμβαση εργασίας. Ακόμα, το επίδικο θέμα δεν αφορούσε στην εργασιακή σχέση των διαδίκων αλλά ήταν καθαρά θέμα αθέτησης συμφωνίας με αποτέλεσμα να εμπίπτει στη δικαιοδοσία του κατά τόπον αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην υπό εξέταση υπόθεση και υπό το φως της ερμηνείας που δόθηκε στον όρο «αυτοτελής αξίωση» από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Tony & Guy (πιο πάνω), κρίνουμε ότι οι αξιώσεις του Αιτητή εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση που αφορούν τον τερματισμό της απασχόλησής του δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αξιώσεις οι οποίες εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας του ώστε να εμπίπτουν στα πλαίσια της αυτοτελούς αξίωσης εν τη έννοια του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67 καθότι δεν είναι αξιώσεις που αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του Αιτητή, ούτε αφορούν ποσά που οφείλονται και είναι πληρωτέα ως εκ της εργοδότησής του αλλά ποσά που αξιώνονται εκ και λόγω του τερματισμού της απασχόλησής του. Σημειώνουμε ότι στην Πολιτική Έφεση Αρ.207/2011 Elias Marine Consultants Ltd v. Sarah Khoury Daou, ημερ. 13/12/2016 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι η αναζήτηση δικαιοδοσίας σε σχέση με παράνομο τερματισμό θα πρέπει να γίνεται στη βάση και στα πλαίσια του ειδικού νόμου του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67(«ο Ν.24/67») ο οποίος θεσπίστηκε για θέματα παράνομου τερματισμού και ο οποίος παρέχει στο Δ.Ε.Δ. αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει επί όλων των εργατικών διαφορών που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του. Το γεγονός ότι ο Αιτητής είχε συνάψει με τους Καθ΄ ων η Αίτηση σύμβαση ορισμένου χρόνου και αξιώνει αποζημιώσεις στη βάση της σύμβασης εργοδότησής του, δηλαδή αξιώνει τις απολαβές που θα ελάμβανε αν εργαζόταν μέχρι την κανονική λήξη της σύμβασης εργασίας του δεν αναιρεί το πιο πάνω συμπέρασμα αναφορικά με το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Δ.Ε.Δ. (βλέπε Ηρόδοτος Παναγιώτου v. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1381). Σημειώνουμε ότι στην Πολιτική Έφεση Αρ. 236/2009 Touchstone Technologies Ltd v. Μαργαρίτα Μαυρομμάτη, ημερ. 29/7/2014 τονίστηκε ότι το κριτήριο της αποζημίωσης που επιδικάζεται από το Δ.Ε.Δ. στη βάση του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό κριτήριο που καθορίζεται από το Κεφ. 149 και γενικά τις αρχές του Δικαίου των Συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται, κατά τη λογική πρόβλεψη των συμβαλλομένων, της διάρρηξης της συμφωνίας (Βλέπε επίσης Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1Α Α.Α.Δ. 98). Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι το Δ.Ε.Δ. δεν κέκτηται δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 12
(1)(ε) να εκδικάσει τις αξιώσεις του Αιτητή που παρέμειναν με την αίτηση. Παράγραφος (β) του άρθρου 12
(1)του Ν.24/67 Η εν λόγω παράγραφος εντάσσει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. εργατικές διαφορές που παραπέμπονται σ' αυτό δυνάμει ρητής διάταξης οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή Κανονισμών. Το άρθρο 30 του Ν.24/67 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, περιέχει την ακόλουθη πρόνοια αναφορικά με την αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ.: « 30.-
(1)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.
(2)Ουδέν των εν των παρόντι άρθρω ερμηνεύεται ως επηρεάζον το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως αναφορικώς προς τερματισμόν απασχολήσεως προσφύγη εις το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας εν η ο εργοδοτούμενος ηργοδοτείτο κατά τον χρόνον καθ΄ ον ανέκυψεν η διαφορά εις περίπτωσιν καθ΄ ην η αξίωσης αυτού είναι δι΄ αποζημιώσεις υπερβαίνουσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι.» Με βάση τα πιο πάνω το Δ.Ε.Δ. έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει επί όλων των εργατικών διαφορών που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Ν.24/67 ή των σχετικών Κανονισμών. Με βάση τις πρόνοιες του Ν.24/67, ο Ν.24/67ρυθμίζει τα ακόλουθα ζητήματα: (α) Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου σε αποζημίωση ή επαναπρόσληψη σε περίπτωση παράνομου τερματισμού της απασχόλησης από τον εργοδότη, (β) Την υποχρέωση για παροχή χρονικής προειδοποίησης τόσο του εργοδότη όσο και του εργοδοτουμένου σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου, (γ) Την υποχρέωση πληρωμής αντί προειδοποίησης από τον εργοδότη σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης από τον εργοδότη και τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου κατά την περίοδο της προειδοποίησης, και (δ) Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου σε πληρωμή από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού σε περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησης οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Σημειώνουμε ότι το άρθρο 30 του Ν.24/67 προβλέπει ότι οι πρόνοιες του Ν.24/67 δεν επηρεάζουν το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως σε σχέση με τον τερματισμό της απασχόλησής του να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο στην περίπτωση που οι αποζημιώσεις που διεκδικεί υπερβαίνουν τις αξιώσεις που μπορούν να διεκδικηθούν δυνάμει του Ν.24/67, δηλαδή όταν οι διεκδικήσεις του εργοδοτουμένου υπερβαίνουν τις απολαβές δύο ετών. Σημειώνουμε ότι η έννοια του όρου «εργατική διαφορά» στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.24/67 είναι ταυτόσημη με αυτή που περιέχεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.8/67. Στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd,
(1990)1 A.A.Δ. 517, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Ν.24/67 σημείωσε ότι: (α) Διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. και ότι κανένα άλλο Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του Ν.24/67. (β) Ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα προσφυγής σε Επαρχιακό Δικαστήριο με σκοπό τη διεκδίκηση αποζημιώσεων βάσει άλλου νόμου ή αρχών δικαίου. (γ) Ο Ν.24/67δεν καταργεί τις διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου ή την εφαρμογή των αρχών του Κοινού δικαίου στο βαθμό που διέπουν συμβάσεις εργασίας ή τις συνέπειες από τη διάρρηξή τους. Το άρθρο 3
(1)του Ν.24/67 προβλέπει τα πιο κάτω: «3.-
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα: Νοείται ότι ο εργοδότης και ο εργοδοτούμενος δύνανται δι' εγγράφου συμβάσεως συναφθείσης κατά τον χρόνον της προσλήψεως του εργοδοτουμένου να παρατείνωσι την υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένην περίοδον συνεχούς απασχολήσεως μέχρις ανωτάτου ορίου εκατόν τεσσάρων εβδομάδων. Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών». Δηλαδή το άρθρο 3 του Ν.24/67 ρυθμίζει το δικαίωμα του εργοδοτουμένου σε αποζημιώσεις στην περίπτωση τερματισμού της απασχόλησής του και πιο συγκεκριμένα τα δικαιώματά του καθορίζονται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα υπό την προϋπόθεση ότι ο εργοδοτούμενος έχει απασχοληθεί συνεχώς επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες. Με βάση τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Δ.Ε.Δ. για διεκδίκηση αποζημιώσεων για παράνομο τερματισμό καλύπτει τις περιπτώσεις στις οποίες κατά αποκλειστικότητα ο εργοδοτούμενος απασχολήθηκε συνεχώς για 26 εβδομάδες και το ποσό των αποζημιώσεων που αξιώνει ο εργοδοτούμενος για παράνομο τερματισμό δεν υπερβαίνει τις αποζημιώσεις που μπορούν να διεκδικηθούν δυνάμει του Ν.24/67, δηλαδή των ημερομισθίων των δύο ετών. Στην υπόθεση Elli Kapsou v. Middle East Airlines Airliban
(1988)1 C.L.R. 152 τόσο η πλειοψηφία[1] όσο και η μειοψηφία[2] του Εφετείου αποφάσισαν ότι όπου η εργοδότηση δεν διάρκεσε τουλάχιστον 26 εβδομάδες δεν παρέχεται δικαίωμα σε αποζημιώσεις για τερματισμό της απασχόλησης βάσει του άρθρου 3
(1)του Ν.24/67 και ως εκ τούτου του Δ.Ε.Δ. δεν έχει οποιαδήποτε δικαιοδοσία. Στις υποθέσεις Interamerican Insurance Co. Limited ν. Άντρης Μακρίδου[3]
(2000)1 Α.Α.Δ.1529, Ηρόδοτος Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1381 αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου καθορίζεται μόνο από το ύψος των ποσών που αξιώνονται ως αποζημιώσεις για τερματισμό της απασχόλησης ανεξάρτητα από την περίοδο απασχόλησης του εργοδοτουμένου. Δηλαδή σε όλες τις περιπτώσεις που διεκδικούνται αποζημιώσεις πέραν των ημερομισθίων δύο ετών δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο. Με βάση τη νομολογία τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση δηλαδή τα γεγονότα που προσδιορίζονται στο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης (βλέπε Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240, Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 B AAΔ.729, Sartas Importers Distributors Ltd v. Mαρούλλη
(2003)1 ΑΑΔ 1446). Στην παρούσα περίπτωση, τα γεγονότα όπως αυτά στοιχειοθετούνται στους γενικούς λόγους της αίτησης. Στην παρούσα περίπτωση η εργοδότηση του Αιτητή είναι μικρότερη από 26 εβδομάδες και όπως φαίνεται από την αίτηση οι αξιώσεις του Αιτητή οι οποίες αφορούν τον τερματισμό της απασχόλησής του (δηλαδή οι αξιώσεις του που προκύπτουν εκ και λόγω του τερματισμού της απασχόλησής του) δεν υπερβαίνουν τους μισθούς δύο ετών. Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στην παρούσα περίπτωση κρίνουμε ότι το Δ.Ε.Δ. στερείται αρμοδιότητας να εκδικάσει τις αξιώσεις του Αιτητή που παρέμειναν στην παρούσα αίτηση. Το γεγονός ότι ο Αιτητής αιτείται διάταγμα επαναπρόσληψης δεν αναιρεί το πιο πάνω συμπέρασμά μας καθότι η εν λόγω θεραπεία παρέχεται διαζευκτικά ως θεραπεία στην επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)του Ν.24/67 και όχι ως ανεξάρτητη και ξεχωριστή θεραπεία για τον τερματισμό της απασχόλησης και ως εκ τούτου είμαστε της άποψης ότι η εν λόγω θεραπεία μπορεί να αποδοθεί σε ένα εργοδοτούμενο νοουμένου ότι αυτός συμπλήρωσε 26 εβδομάδες απασχόλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 64Α
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60): «Κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ΄ ύλην αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιόν του, διακόπτει την ενώπιόν του διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ΄ ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.» Τίθεται λοιπόν ζήτημα κατά πόσο στην παρούσα περίπτωση καθίσταται αρμόδιο το Επαρχιακό Δικαστήριο ενώπιόν του οποίου θα πρέπει να παραπεμφθεί η παρούσα αίτηση. Προϋπόθεση για εφαρμογή της πιο πάνω πρόνοιας του Ν.14/60 για παραπομπή από το Δ.Ε.Δ στο Επαρχιακό Δικαστήριο αποτελεί η διαπίστωση της καθ΄ ύλην αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου για το ζήτημα που εγείρεται στην αίτηση. Στην υπόθεση Elli Kapsou v. Middle East Airlines Airliban (πιο πάνω) η πλειοψηφία του Εφετείου αποφάσισε ότι σε περίπτωση που η εργοδότηση είναι μικρότερη από 26 εβδομάδες και η αξίωση δεν υπερβαίνει τους μισθούς δύο ετών, κανένα από τα δύο Δικαστήρια, είτε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είτε το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αξίωση του εργοδοτουμένου. Παραθέτoυμε πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα: «In our opinion section 3 of Law 24/67 has created a new statutory right regarding compensation for wrongful dismissal in substitution of the common law right and consequently when a claim cannot succeed before the Industrial Disputes Court on the strength of such statutory right, as in this case, the exclusive under section 30 of Law 24/67 jurisdiction of the Industrial Disputes Court cannot be circumvented by an action before a District Court, such as the present one, which was rightly dismissed by the trial judge for lack of jurisdiction». Ο δικαστής Κούρρης (απόφαση μειοψηφίας) διαφωνώντας εξέφρασε την άποψη ότι αρμόδιο Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο καθότι σε αντίθετη περίπτωση παραβιάζεται το Συνταγματικό δικαίωμα του εργοδοτουμένου να προσφύγει σε Δικαστήριο. Παραθέτουμε πιο κάτω τη σχετική αναφορά του: «I do not agree with the contention that the District Court has jurisdiction only in cases where the employee's claim is for an amount which exceeds the amount of compensation which may be awarded under Law 24/67. In my judgment an employee has no statutory duty right for compensation by virtue of s.3 of Law 24/67 unless he has continually served the same employer for at least 26 weeks; but, if he is wrongfully dismissed before the lapse of 26 weeks he may resort to the District court for his claim. If I were to hold that an employee cannot resort to the District Court for his claim then s.3 of the law would be contrary to Article 30 of the Constitution which provides that no person shall be denied access to the Court assigned to him by or under the Constitution». Λίγα χρόνια αργότερα το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι την Αίτησην του Ηλία Ηλία δι΄ άδειαν του Δικαστηρίου δι' έκδοσιν διατάγματος Prohibition/Certiorari
(1995)1 Α.Α.Δ 938 απέρριψε τη θέση ότι κανένα Δικαστήριο (ούτε το Οικογενειακό ούτε το Επαρχιακό) είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί αιτήματος για διατροφή εξώγαμου τέκνου και ότι το κενό μπορούσε να πληρωθεί μόνο με δικαιοδοτικό νόμο που θα παρείχε αρμοδιότητα σε κάποιο Δικαστήριο να επιληφθεί αίτησης για την έκδοση διατάγματος διατροφής για τη συντήρηση εξώγαμου τέκνου και έκρινε ότι αρμόδιο για την επίλυση κάθε διαφοράς που ανάγεται στην εκπλήρωση αστικών υποχρεώσεων είναι το κατά τόπο αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο εκτός αν η επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς υπάγεται βάσει των διατάξεων του δικαιοδοτικού νόμου σε άλλο πολιτικό δικαστήριο και ότι αυτό «... προκύπτει από τον προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων του επαρχιακού δικαστηρίου, που απαντούνται στο Άρθρο 21 του Ν. 14/60, σε συνάρτηση με τον ορισμό του όρου "αγωγή" στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου, όπως επισημαίνεται στην απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται». Στην Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ. 558 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι αποτελεί βασική αρχή του δικαίου ότι όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία (remedy) και οποιαδήποτε παρέκκλιση από την αρχή αυτή συνιστά ανωμαλία. Ο δικαστής Αρτεμίδης βασιζόμενος στις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος το οποίο προστατεύει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο σημείωσε τα πιο κάτω: «Έχω την πεποίθηση πως οι λίγες, μα σοφά διαλεγμένες λέξεις του άρθρου, περικλείουν τα δικαιώματα των ατόμων σ' ολόκληρο το φάσμα της απονομής της δικαιοσύνης, με αναφορά στους δύο μεγάλους τομείς της την αστική και ποινική. Μας ενδιαφέρει εδώ η αστική. Τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις καλύπτονται από τον υπόλοιπο χώρο της δικαιοσύνης τον οποίο δεν κρατά η ποινική δικαιοδοσία. Για τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις δε γίνεται στο Σύνταγμα οποιαδήποτε πρόνοια που να αφορά στον προσδιορισμό τους. Σε αντίθεση με την ποινική δικαιοδοσία όπου ρητά προβλέπεται, στο άρθρο 12, πως κανείς δεν κηρύσσεται ένοχος οποιουδήποτε αδικήματος αν τούτο δε συνιστά αδίκημα σύμφωνα με νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της τέλεσης της κολασίμου πράξεως ή παραλείψεως. Και μάλιστα η ποινή που επιβάλλεται δεν μπορεί να είναι βαρύτερη απ' αυτή που ρητά προβλέπεται στο νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της τέλεσης της κολασίμου πράξεως. Η διαφορά αυτή δεν είναι, νομίζω, τυχαία. Δημιουργείται από την εγγενή φύση των δύο δικαιοδοσιών και τις ανάλογες προστασίες που προβλέπονται κατά τη λειτουργία τους. Τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις είναι αυθύπαρκτα στις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος. Το αστικό δικαίωμα και υποχρέωση δημιουργείται και ενδεχομένως από το αποτέλεσμα μιας πράξης. Όταν γίνεται βλάβη ο παθών δικαιούχος έχει δικαίωμα στην απόδοση θεραπείας. Ειδικά γι' αυτή τη πτυχή εξέφρασα πρόσφατα την άποψη, χωρίς βέβαια πολλή συζήτηση, στην υπόθεση Παπαϊωάννου κ.ά. v. Παπαϊωάννου κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Α.656 πως στο άρθρο 30 του Συντάγματος εμπεριέχεται το αξίωμα ubi jus ibi remedium. Πρέπει να αναφέρω πως στο ίδιο νόημα και σκέψη είναι και η απόφαση του δικαστή Κούρρη στην έφεση Elli Constantouri Kapsou ν. Middle East Airlines Airliban
(1998)1 Α.Α.Δ. 152. Τα γεγονότα στην υπόθεση είναι ενδιαφέροντα. Η εφεσείουσα - ενάγουσα κίνησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον των εργοδοτών της αξιώνοντας αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. Δεν είχε όμως συμπληρώσει 26 εβδομάδες εργοδοσίας. Το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε πως αποκλειστική δικαιοδοσία στο θέμα είχε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ενόψει των διατάξεων του Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67, και ως εκ τούτου απέρριψε την αγωγή. Ήταν παραδεκτό πως η εφεσείουσα δεν μπορούσε να διεκδικήσει αποζημιώσεις στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών βάσει του πιο πάνω Νόμου, γιατί δεν είχε συμπληρώσει 26 εβδομάδες εργασίας. Στην έφεση ο δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγήθηκε πως η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου παραβίαζε το άρθρο 30 του Συντάγματος, γιατί στερούσε από αυτή του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, για να διεκδικήσει δικαίωμα που, κατά την άποψη της, εδικαιούτο. Η πλειοψηφία του εφετείου (Τριανταφυλλίδης, Π., και Λώρης, Δ.) έκρινε πως η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήταν ορθή, χωρίς να επιληφθεί της εισήγησης του δικηγόρου αναφορικά με τη λειτουργία του άρθρου 30 του Συντάγματος. Διαφορετική ήταν η άποψη του δικαστή Κούρρη ο οποίος συμφώνησε με την εισήγηση του δικηγόρου της εφεσείουσας. Δεν συζήτησε σε βάθος το ζήτημα, η σκέψη όμως της απόφασης του ενισχύει και τη δική μου. Η απόφαση του τελειώνει με την εξής φράση, σε μετάφραση: «η εισήγηση πως ένας εργοδοτούμενος δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου είναι αβάσιμη, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση ένας πολίτης της Δημοκρατίας θα εμποδιστεί από του να έχει πρόσβαση στα Δικαστήρια, κάτι που είναι αντίθετο με τις ρητές διατάξεις του άρθρου 30 του Συντάγματος.» Στην Interamerican Insurance Co.Ltd., v. Άντρης Μακρίδου
(2000)1.Α.ΑΔ. 1529 έγινε εισήγηση πως η απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Καψού είναι εσφαλμένη ενώ αυτή του δικαστή Κούρρη η ορθή. Κλήθηκε δε το Δικαστήριο να την υιοθετήσει. Όμως το εφετείο δεν ασχολήθηκε με την πιθανή ανατροπή της υπόθεσης Καψού γιατί έκρινε πως τα γεγονότα της ενώπιον του έφεσης ήσαν διαφορετικά απ' αυτά στην υπόθεση Καψού, και ως εκ τούτου δε συζήτησε την εισήγηση. Επιπλέον, νομίζω, πως το άρθρο 30 του Συντάγματος προεκτείνει το λατινικό αξίωμα επιβάλλοντας στα Δικαστήρια να αναγνωρίζουν και εξασφαλίζουν κατά την άσκηση της αστικής τους δικαιοδοσίας κάθε αστικό δικαίωμα και υποχρέωση...» Στο σύγγραμμα του Α. Λοίζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη σελίδα 185 αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο: « .... Η αρχή κάτω από την οποία μια αστική διαφορά πρέπει να μπορεί να τεθεί ενώπιον δικαστή είναι ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται παγκόσμια». Με βάση τα πιο πάνω η καθ' ύλη αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου επεκτείνεται σε κάθε διαφορά αστικής φύσεως που εμπίπτει στα όρια της τοπικής αρμοδιότητάς του εκτός αν η επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς υπάγεται βάσει των διατάξεων του δικαιοδοτικού νόμου σε άλλο πολιτικό δικαστήριο. Στην υπό κρίση περίπτωση όπως σημειώσαμε πιο πάνω το Δ.Ε.Δ. στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί των αξιώσεων του Αιτητή που παρέμειναν στην παρούσα αίτηση καθότι ο Αιτητής δεν συμπλήρωσε 26 εβδομάδες εργασίας στους Καθ' ων η Αίτηση. Εφαρμόζοντας τις αρχές που υιοθετήθηκαν και ακολουθήθηκαν στην Επι τοις αφορώσι την Αίτησην του Ηλία Ηλία δι΄ άδειαν του Δικαστηρίου δι' έκδοσιν διατάγματος Prohibition/Certiorari (πιο πάνω) και στην Γιάλλουρος ν. Νικολάου (πιο πάνω) στη βάση της προσέγγισης ότι το δικαίωμα του πολίτη να προσφεύγει στο Δικαστήριο για κάθε αγώγιμο δικαίωμα που έχει δεν πρέπει να παραβιάζεται, καταλήγουμε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου είναι αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Κατάληξη Συνεπώς, η παρούσα διαδικασία διακόπτεται και η υπόθεση παραπέμπεται προς εκδίκαση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Τα έξοδα της διαδικασίας που αφορά το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εις βάρος του Αιτητή. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............. Χρ. Γεωργίου, Μέλος. Μ. Φιλιππίδης Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Προδικαστική Εκδίκαση για δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ.). [1]«It is undisputed that the appellant was employed by the respondents from 25 January 1982 till 11 July 1982 when her services were terminated and that, therefore, her employment lasted for less than twenty-six weeks. Moreover it is, likewise, undisputed that in this case there are not being claimed damages in excess of the appellant's emoluments for two years and, therefore, her claim does not exceed the amount of damages which the Industrial Disputes Court is empowered to award under the termination of Employment Law, 1967 (Law 24/67). Under section 3 of Law 24/67 an employee whose services are terminated after an employment of less than twenty-six weeks has no right to claim compensation under the provisions of Law 24/
- By virtue of section 30 of Law 24/67, as reenacted by means of section 3 of the Termination of Employment (Amendment) Law, 1973 (Law 6/73), the Industrial Disputes Court is granted exclusive jurisdiction to decide on all industrial disputes arising out of the operation of Law 24/67 or any Regulations made thereunder including any incidental or ancillary to such dispute matter, except that an employee has the right, in relation to the termination of his employment, to file an action before the District Court of the District where he was employed at the time when the dispute arose if his claim for damages exceeds the amount of damages which the Industrial Disputes Court is empowered to award. In the light of all the foregoing it is clear that the present instance is not one of those cases in which the appellant is entitled under section 30 of Law 24/67, as amended by Law 6/73, to file an action in a District Court and it is a case coming within the exclusive jurisdiction of the Industrial Disputes Court; but the appellant cannot claim compensation under Law 24/67 because she was employed for less than twenty-six weeks prior to the termination of her services. Counsel for the appellant has argued that notwithstanding the provision of section 30 of Law 24/67 the appellant could claim, by virtue of a common law right, damages for wrongful dismissal by means of her action before the District Court. The learned trial Judge, agreeing in this respect with counsel for the respondents, found that he no jurisdiction to entertain the action of the appellant because of the provisions of section 30 of Law 24/
- In our opinion section 3 of Law 24/67 has created a new statutory right regarding compensation for wrongful dismissal in substitution of the common law right and consequently when a claim cannot succeed before the Industrial Disputes Court on the strength of such statutory right, as in this case, the exclusive under section 30 of Law 24/67 jurisdiction of the Industrial Disputes Court cannot be circumvented by an action before a District Court, such as the present one, which was rightly dismissed by the trial Judge for lack of jurisdiction.» [2] « From the wording of s.30 (as amended), it becomes clear that the Industrial Disputes Court was given exclusive jurisdiction to decide on all industrial disputes arising out of the operation of the law, or any regulation made thereunder, or both of them, including any matters incidental or ancillary to those disputes, if the claim for damages does not exceed the amount which the Industrial Disputes Court is empowered to award under the Termination of Employment Law 1967, (24/67) which are the emoluments of up to two years. If a claim exceeds an employee's two years emoluments then the district Court has exclusive jurisdiction. I do not agree with the contention that the District Court has jurisdiction only in cases where the employee's claim is for an amount which exceeds the amount the amount of compensation which may be awarded under Law 24/
- In my judgment an employee has no statutory right for compensation by virtue of s.3 of Law 24/67 unless he has continually served the same employer for at least 26 weeks; but if he is wrongfully dismissed before the lapse of 26 weeks he may resort to the District Court for his claim. If I where to hold that an employee cannot resort to the District Court for his claim then s.3 of the law would be contrary to Article 30 of the Constitution which provides that no person shall be denied access to the Court assigned to him by or under the Constitution.» (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). [3] Στην εν λόγω υπόθεση αποφασίστηκε ότι (α) παρέχεται σε εργοδοτούμενο ο οποίος δεν έχει συμπληρώσει υπηρεσία 26 εβδομάδων και απολύθηκε από τον εργοδότη του το δικαίωμα να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο, εφόσον η αξίωσή του για αποζημιώσεις, υπερβαίνει τις απολαβές δύο ετών και (β) η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν συναρτάται με την επιτυχία ή το βάσιμο της αξίωσης του εργοδοτουμένου για αποζημιώσεις πέραν των απολαβών δύο ετών. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο