ΒΡΥΩΝΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. VENUS BEACH HOTEL (PAPHOS) κ.α., Αρ. Αίτησης: 655/12, 21/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:24 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Μ. Σμίλα ) Ν. Ξενοφώντος ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 655/12 Μεταξύ: ΒΡΥΩΝΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Αιτήτριας και
- VENUS BEACH HOTEL (PAPHOS)
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ΄ ών η αίτηση ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 25/10/
- Μεταξύ: ΒΡΥΩΝΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Αιτήτριας και
- VENUS BEACH HOTEL (PAPHOS)
- ΛΟΡΔΟΣ & ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΔΗΣ ΛΤΔ
- ΛΟΡΔΟΣ & ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΛΤΔ
- ΛΟΡΔΟΣ & ΚΑΣΙΝΟΣ ΛΤΔ
- ΔΗΜΗΡΗΣ Π. ΛΟΡΔΟΣ ΛΤΔ
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 21 Ιουλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Η κα Σ. Σωκράτους. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5: Ο κ. Ε. Κορακίδης. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ΄ ών η αίτηση 2 - 5 είναι ομόρρυθμοι συνέταιροι στην Καθ΄ ής η αίτηση 1 η οποία διαχειρίζεται το ξενοδοχείο Venus Beach Hotel («το Ξενοδοχείο») στην Πάφο. Οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 («οι Εργοδότες») ήταν οι εργοδότες της Αιτήτριας κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («η Αίτηση») χρόνο. Η Αιτήτρια απασχολήθηκε ως μάγειρας στο Ξενοδοχείο από τις 17/8/1992 μέχρι τις 2/12/2011 ημερομηνία κατά την οποία η απασχόλησή της τερματίστηκε με την επίκληση λόγων πλεονασμού. Η Αιτήτρια καταχώρησε την Αίτηση στις 7/9/2012 και αξιώνει από τους Εργοδότες αποζημιώσεις για παράνομο και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησής της σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 1967 (Ν.24/67), όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («ο Ν.24/67») και διαζευκτικά σε περίπτωση που οι Εργοδότες αποδείξουν ότι η απόλυσή της οφείλεται σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, πληρωμή από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») με βάση το άρθρο 16
(1)του Ν.24/67 σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Ν.24/
- Σύμφωνα με τους γενικούς λόγους της Αίτησης η Αιτήτρια στις 8/9/2011 παρέλαβε επιστολή των Εργοδοτών με την οποία της δινόταν προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησής της στις 2/12/
- Κατά ή περί τις 16/9/2011 υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού και μέχρι την ημέρα καταχώρησης της Αίτησης δεν έλαβε απάντηση από το Ταμείο. Οι Εργοδότες καταχώρησαν έγγραφο εμφάνιση με την οποία απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι η απόλυση της Αιτήτριας οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού. Το Ταμείο καταχώρησε έγγραφο εμφάνιση στις 12/2/2014 στην οποία αναφέρει ότι η αίτηση της Αιτήτριας στο Ταμείο απορρίφθηκε στις 10/1/2013 καθότι η απόλυσή της δεν οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και την αποτυχία των συζητήσεων για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης η Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 9/12/
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία ο κ. Κορακίδης εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.») στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Αίτηση καθότι κατά τον χρόνο καταχώρησής της εκκρεμούσε αίτηση της Αιτήτριας στο Ταμείο για πληρωμή για λόγους πλεονασμού και ζήτησε χρόνο για να αγορεύσει επί του θέματος. Η κα Σωκράτους ανέφερε ότι οι Εργοδότες σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας κωλύονται να εγείρουν οποιοδήποτε νομικό θέμα το οποίο μπορεί να προδικαστεί και ζήτησε χρόνο να μελετήσει το θέμα ώστε να αγορεύσει προς υποστήριξη των θέσεών της. Ο συνήγορος του Ταμείου ζήτησε και αυτός χρόνο για να θέσει τις δικές του θέσεις στο Δικαστήριο επί του θέματος. Η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε και ορίστηκε στις 3/2/2017 για αγορεύσεις επί του θέματος. Στις 3/2/2017 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για λόγους υγείας της δικηγόρου της Αιτήτριας και το θέμα που τέθηκε από τον κ. Κορακίδη ορίστηκε ξανά για αγορεύσεις στις 17/3/
- Στις 17/3/2017 η κα Σωκράτους ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου όπως αποσύρει την Αίτηση εναντίον του Ταμείου με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Αιτήτριας. Το Δικαστήριο παρείχε την άδεια και η Αίτηση εναντίον του Ταμείου απορρίφθηκε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της Αιτήτριας. Η κα Σωκράτους ζήτησε να οριστεί η υπόθεση για ακρόαση και αν κατά την έναρξη της υπόθεσης θέσει ο κ. Κορακίδης οποιοδήποτε προδικαστικό ζήτημα θα τοποθετηθεί επί του θέματος. Ο κ. Κορακίδης επέμενε ότι τίθεται θέμα δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. το οποίο προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και έτσι η υπόθεση ορίστηκε στις 28/4/2017 για ακρόαση επί του ζητήματος που ήγειρε ο κ. Κορακίδης για προδικαστική εκδίκαση του θέματος της δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. Στις 28/4/2017 οι δικηγόροι αγόρευσαν επί του πιο πάνω ζητήματος και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του. Στις 12/5/2017 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε το αίτημα των Εργοδοτών να εκδικαστεί προδικαστικά το ζήτημα κατά πόσον η Αίτηση είναι πρόωρη για τους λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω απόφασή του. Μετά την έκδοση της απόφασης η κα Σωκράτους ζήτησε όπως η υπόθεση οριστεί για ακρόαση. Το Δικαστήριο ενημέρωσε τους δικηγόρους ότι προτίθεται να δώσει οδηγίες να κληθεί το Ταμείο ως αναγκαίος διάδικος με σκοπό να του δοθεί η ευκαιρία να προασπίσει τα συμφέροντά του στην παρούσα διαδικασία. Ο κ. Κορακίδης εξέφρασε την άποψη ότι εφόσον το Ταμείο αφαιρέθηκε από την Αιτήτρια από διάδικος δεν μπορεί να είναι πλέον μέρος της διαδικασίας και έφερε ένσταση στο να κληθεί το Ταμείο ως αναγκαίος διάδικος. Η κα Σωκράτους διαφώνησε με τον κ. Κορακίδη και ζήτησε ημερομηνία για να αγορεύσουν επί του εν λόγω θέματος. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση στις 23/6/2017 για αγορεύσεις επί του θέματος κατά πόσον το Ταμείο μπορεί να κληθεί από το Δικαστήριο ως αναγκαίος διάδικος. Στις 23/6/2017 η ακρόαση επί του πιο πάνω θέματος αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της δικηγόρου της Αιτήτριας και το πιο πάνω θέμα επαναορίστηκε για αγορεύσεις στις 30/6/
- Στις 30/6/2017 οι δικηγόροι αγόρευσαν επί του πιο πάνω θέματος. Ο κ. Κορακίδης σημείωσε ότι στην παρούσα περίπτωση η πλευρά της Αιτήτριας ενώ αρχικά στην Αίτηση είχε προσθέσει ως διάδικο και το Ταμείο, στη συνέχεια, μετά που η πλευρά των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 ήγειρε ζήτημα «προωρότητας» της Αίτησης, απέσυρε την αξίωσή της εναντίον του Ταμείου. Σημείωσε ότι η Αιτήτρια δεν υπέβαλε αίτημα για προσθήκη του Ταμείου ως διαδίκου αλλά το Δικαστήριο έθεσε το ζήτημα της προσθήκης του Ταμείου ως διαδίκου και ως εκ τούτου υποστήριξε ότι το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την προσθήκη του Ταμείου ως διαδίκου υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Εισηγήθηκε (α) ότι επειδή η απόσυρση της αξίωσης της Αιτήτριας εναντίον του Ταμείου έγινε χωρίς να επιφυλαχθεί το δικαίωμα της Αιτήτριας για να επαναξιώσει εναντίον του Ταμείου έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο και (β) ότι επειδή η αξίωση της Αιτήτριας εναντίον του Ταμείου έχει παραγραφεί, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσθέσει / να επαναφέρει το Ταμείο ως διάδικο. Περαιτέρω ενώ δεν αμφισβήτησε την εξουσία του Δικαστηρίου για προσθήκη διαδίκου στη βάση της Δ.
- Θ.10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας υποστήριξε ότι αυτή η εξουσία υπάρχει στις περιπτώσεις που ο αναγκαίος διάδικος δεν περιλαμβάνεται στο αρχικό ένδικο μέσο και όχι στις περιπτώσεις που ο αναγκαίος διάδικος ήταν διάδικος και η αξίωση εναντίον του αποσύρθηκε. Η κα Σωκράτους υποστήριξε ότι επειδή η Αιτήτρια (α) απέσυρε την αξίωσή της με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της και (β) καταχώρησε την Αίτηση εντός 12 μηνών από την απόλυσή της, δεν υπάρχει οποιοδήποτε κώλυμα στην προσθήκη του Ταμείου ως διαδίκου. Ήταν η θέση της ότι το Δικαστήριο εξέδωσε οδηγίες για κλήση του Ταμείου ως αναγκαίου διαδίκου και ως εκ τούτου ο δικηγόρος των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 δεν νομιμοποιείται να εγείρει οποιαδήποτε ένσταση. Ήταν η θέση της ότι κανένα δικαίωμα των Καθ΄ ών η αίτηση 1 - 5 δεν επηρεάζεται με την κλήση του Ταμείου ως διαδίκου και ότι με την κλήση του Ταμείου εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης με την πλήρη και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων που προκύπτουν από το γεγονός της απόλυσης της Αιτήτριας. Νομική Πτυχή Η διαδικασία ενώπιον του Δ.Ε.Δ. ρυθμίζεται από τις πρόνοιες των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999 - 2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.» Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (της κλήσης / πρόσθεσης αναγκαίου διαδίκου) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.9 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τ΄ ακόλουθα: "No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added.." Στην Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372 αφού επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα σημειώθηκε ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία δυνάμει της Δ.9 Θ.10 να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε μετά από αίτηση είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Περαιτέρω αναφέρθηκε ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και η απόφανση ως το προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου συναρτάται προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις. Στην Perihan Mustafa Korkut v. Απόστολου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, στη σελ. 1218 λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772).» Παραθέτουμε πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση στην Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772: «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. McIlwraith & Co [1896] 2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688). Στην Byrne and Another v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου: "One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it." Σε ελληνική μετάφραση: "Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία." Η πιο πάνω προσέγγιση αποτελεί, σύμφωνα με τον Lord Denning, M.R. μια πολύ ευρεία ερμηνεία του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού η οποία πρέπει να τυγχάνει προτίμησης έναντι της στενής ερμηνείας η οποία έχει δοθεί από τον Lord Devlin στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd [1956] 1 All E.R. 273 (Βλ. Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328, 332).» Έχει νομολογηθεί ότι οι εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο με τη Δ.9 Θ.10 πρέπει να ασκούνται με προσοχή και αν με την προσθήκη θα προκληθεί σοβαρή ταλαιπωρία ή θα εισαχθεί καθ΄ ολοκληρίαν νέα βάση αγωγής τότε το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια μπορεί να μην προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος προσθήκης. Επίσης δεν θα διαταχθεί η προσθήκη τρίτων προσώπων ως εναγομένων όταν τα τρίτα αυτά πρόσωπα δεν είναι πρόσωπα που θα έπρεπε να εναχθούν από την αρχή ή δεν είναι πρόσωπα η παρουσία των οποίων ως εναγομένων είναι αναγκαία για να βοηθήσει το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως και αποτελεσματικά επί όλων των εγειρομένων στην υπόθεση ζητημάτων (Βλέπε Manchester Lines Ltd and another v. Viamar Coach Industry Ltd
(1983)1 C.L.R. 178). Στην P.T. Kiani Kertas v. Interorient Navigation Co. Ltd Αρ.1
(2001)1 Α.Α.Δ.300 ο Χατζηχαμπής Δ. στην απόφασή του παράθεσε τις πιο κάτω γενικές νομικές αρχές σε σχέση με τους παράγοντες που διέπουν τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να προσθέσει διάδικο: "Η γενική αρχή βέβαια, όπως παρατήρησε ο Wynn-Ρarry, J., στην υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England [1951] Ch. 33, στη σ. 38, παραπέμποντας στο Annual Practice και παραθέτοντας τη σχετική αναφορά, είναι: "Generally in Common Law and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue." ................ Aν όμως η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικώς και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα (ίδε Hadjievangelou (Νο. 1) v. Dorami Marine Ltd a.o.
(1978)1 C.L.R. 545). Σίγουρα, έχοντας υπ΄όψη τη γενική αρχή, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή. Η προκειμένη περίπτωση έχει, ως προς τις γενικές παραμέτρους της, τις ίδιες διαστάσεις όπως η υπόθεση Artemis Company Limited v. The Ship "Sonja"
(1972)1 C.L.R.153 στην οποία ο Εναγόμενος αιτήθηκε την προσθήκη ως συνεναγόμενης της A.L. Mantovani & Sons Ltd ισχυριζόμενος ότι οι Mantovani δεν ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι του στη σύναψη της φορτωτικής, όπως ισχυρίζοντο οι ενάγοντες, αλλά για δικό τους λογαριασμό. Οι ενάγοντες συμφώνησαν και επιχειρηματολόγησαν και οι ίδιοι υπέρ της αίτησης. Ο Λοΐζου, Δ. (ως ήτο τότε), ανασκόπησε τη νομολογία ως προς τις γενικές αρχές, που δείχνουν ότι η προσθήκη θα επιτραπεί αν ο προτεινόμενος νέος εναγόμενος θα επηρεάζετο ευθέως από το αποτέλεσμα της αγωγής όπως έχει και αν έτσι θα εξοικονομηθούν έξοδα, και εξήγησε γιατί, αν δεν επρόκειτο για το ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες υποστήριζαν την αίτηση, δεν θα μπορούσε να επιτραπεί η προσθήκη (σελίδες 161-162): "What is claimed by the defendant ship is that she is not liable to the plaintiff company because Messrs. A. L. Mantovani & Sons Ltd were not acting as her agents. If that is so then the defendant ship cannot have applied for the joinder. If the defendant is successful in proving that, it would be for the plaintiffs to ask for the joinder or bring another action. As stated in the Supreme Court Practice 1970 p. 168 "prima facie the plaintiff is entitled to choose the person against whom to proceed and to leave out any person against whom he does not desire to proceed". If on the other hand the defendant is unsuccessful in proving that A.L. Mantovani & Sons Ltd were not their agents then the defendant will be adjudged to pay and that will not directly affect A.L. Mantovani & Sons Ltd in their legal rights or in their pocket, in the sense that they will be bound to foot the bill. There is no claim for contribution or indemnity or damages against A.L. Mantovani & Sons Ltd by the defendant in case the latter is found liable towards plaintiffs. In these circumstances therefore and on the authorities, had it not been for the joining of the application by the plaintiff with which I shall be shortly dealing more extensively, this application should have been dismissed. However, the joining of the application by the plaintiff in the light of what has already been shown is a significant factor and gives to the present proceedings their special character. I take it that this is not just a case of the plaintiffs merely consenting but a case of adopting the application and urging that it be granted. If this application were to be dismissed there would be nothing to stop the plaintiffs from applying themselves for this joinder. This would unnecessarily cause multiplicity of proceedings and add up to the costs. Nor the dismissal of this application will prevent the plaintiffs from proceeding by another action against the new defendant sought to be added hereto. Under this rule the Court has power on the application of the plaintiff to add or substitute a defendant. Therefore since the plaintiffs have elected to take the stand in these proceedings to which I have referred and without purporting to lay down a principle of general application, in the special circumstances of this case I grant this application .........." Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες όχι μόνο δεν υποστηρίζουν την αίτηση αλλά ενίστανται σε αυτή, και δεν υπάρχει βάση για έγκριση της αίτησης στα πιο πάνω πλαίσια, αφού κατά τα λοιπά ισχύουν τα όσα ελέχθησαν στη Sonja, ανωτέρω, ως προς το γιατί δεν μπορεί να προστεθεί η Hinrichs. Υπάρχουν όμως και άλλοι πρόσθετοι λόγοι που δεν επιτρέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου προς όφελος της αίτησης. Ο παράγων της ενδεχόμενης καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής, όπως και το γεγονός ότι ο προτιθέμενος εναγόμενος είναι αλλοδαπός εκτός της δικαιοδοσίας, λαμβάνονται σοβαρά υπ΄όψη, όπως υπέδειξε ο Λοΐζου, Δ. (ως ήτο τότε) στην υπόθεση Sonco Canning Ltd v. Adriatica (Societe per Azioni di Navigazione)
(1983)1 C.L.R. 127, στις σ. 133-134: .................... Η ενδεχόμενη προσθήκη νέας αιτίας αγωγής επίσης βαρύνει εναντίον της πρόσθεσης νέου εναγόμενου .......Σοβαρός παράγων είναι επίσης το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Στην υπόθεση Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.ο.
(1983)1 C.L.R. 479 αίτημα για ανάλογη τροποποίηση της Αναφοράς εγκρίθηκε κατόπιν πρόσθεσης νέου συνεναγομένου, εφόσον η προσθήκη είχε ήδη γίνει. Ο Σαββίδης, Δ., όμως, εξετάζοντας το θέμα της προσθήκης νέου εναγομένου, παρέπεμψε στο Annual Practice, 1982, σ. 210, όπου αναφέρεται: "Leave to add a defendant will not be granted after the expiry of any relevant period of limitation affecting the proposed defendant (Lucy v. W.T. Henleys Telegraph Works Co. Ltd [1970] 1 Q.B. 393). Query, however, whether the court has a wide discretion, which will be rarely exercised, to add a defendant after the expiry of the relevant period of limitation (Marubeni Corporation and Another v. Pearlstone Shipping Corporation, The Times, June 30, 1977 C.A.)." Παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση Liff v. Peasley [1980] 1 All E.R. 623, C.A., στην οποία ο Brandon L.J., αφού ανασκόπησε τη νομολογία, είπε στη σ. 639:"It is an established rule of practice that he court will not allow a person to be added as defendant to an existing action if the claim sough to be made against him is already statute-barred and he desires to rely on that circumstances as a defence to the claim. Alternatively, if the court allowed such addition to be made ex parte in the first place, it will not, on objection then being taken by the person added, allow the addition to stand, I shall refer to the established rule of practice as "the rule of practice". There are two alternative bases on which the rule of practice can be justified. The first basis is that, if the addition were allowed, it would relate back so that the action would be deemed to have been begun as against the person added, not on the date of amendment, but on the date of the original writ; that the effect of such relation back would be to deprive the person added of an accrued defence to the claim on the ground that it was statute-barred; and that this would be unjust to that person. I shall refer to this first basis of the rule of practice as the 'relation back' theory. The second and alternative basis for the rule is that, where a person is added as defendant in an existing action, the action is only deemed to have been begun as against him on the date of amendment of the writ; that the defence that the claim is statute-barred therefore remains available to him; and that, since defence affords a complete answer to the claim, it would serve no useful purpose to allow the addition to be made. I shall refer to this second and alternative basis of the rule of practice as the 'no useful purpose' theory." Ο Σαββίδης, Δ., ανασκόπησε σε έκταση και την υπόλοιπη Αγγλική νομολογία, η οποία ουσιαστικά αναγνωρίζει ότι, ως εξαίρεση, η πρόσθεση θα επιτραπεί αν η περίοδος παραγραφής δεν έχει λήξει όταν ακούεται η αίτηση για πρόσθεση." Στην υπόθεση Liff v. Peasly and another
(1980)1 All E.R. 623 διαγράφηκε αγωγή εναγομένου ο οποίος προστέθηκε ως συνεναγόμενος κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου σε μονομερή (ex parte) αίτηση και το Εφετείο κάκισε την έκδοση διατάγματος για προσθήκη συνεναγομένου καθ΄ ην στιγμή το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του είχε παραγραφεί με αποτέλεσμα να αποστερηθεί ο προστεθεíς διάδικος του κεκτημένου δικαιώματος να επικαλεστεί παραγραφή της αγωγής. Βλέπε επίσης σχετική περικοπή στην Mabro v. Eagle Star and British Dominions Insurance Co Ltd [1932] 1 K.B.485: "Ι am unaware of any case in which leave to amend a writ has been given in such circumstances; namely, where the joinder of a new defendant would be calculated to defeat a right as to limitation which he would have had if an action were to be brought by the plaintiff against him alone. As I understand it, Mabro`s case . is authority for the proposition that it cannot be done. That case was concerned with an application to amend the writ so as to join a plaintiff. It was held that leave would not be granted where the effect would be to prevent the defendant from relying on the Statute of Limitations. The same principle applies in relation to the joinder of defendant. Where, as here, a direct action against proposed defendant can be defeated by a plea of limitation, the plaintiff cannot escape that consequence by seeking to join the proposed defendant as a party in pre-existing proceedings . [An] amendment to add a completely new and different defendant is not permissible where a relevant period of limitation affecting the proposed defendant has expired.` Στο σύγγραμμα Bullen & Leake Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, στη σελ.167 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "...as regards adding or substituting defendants, the plaintiff may in general and apart from special circumstances such as unreasonable delay, apply to have any persons added or substituted as defendants when he could properly have joined them as defendants in the first instance, and leave may granted to add as defendant a person against whom the plaintiff, if he fails to establish the case against the original defendant has an alternative claim. On the other hand, leave will not be granted to add a defendant after the expiry of any relevant period of limitation affecting the proposed defendant nor where the addition will have the effect of adding a new cause of action." Τονίζουμε ότι το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου του οποίου επιδιώκεται η προσθήκη δεν ανατρέχει στο χρόνο που καταχωρήθηκε αρχικά η αγωγή αλλά στον χρόνο που επιζητείται η προσθήκη και στην περίπτωση προσθήκης εναγομένου η αγωγή εναντίον του νέου εναγομένου άρχεται από την ημέρα καταχώρησης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Εφαρμογή Νομικής Πτυχής - Συμπεράσματα Κατ΄ αρχάς σημειώνουμε ότι (α) η θέση του κ. Κορακίδη ότι η απόσυρση της αξίωσης της Αιτήτριας εναντίον του Ταμείου έγινε χωρίς επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Αιτήτριας να επαναξιώσει εναντίον του Ταμείου και (β) η θέση της κας Σωκράτους ότι το Δικαστήριο εξέδωσε οδηγίες για κλήση του Ταμείου ως αναγκαίου διαδίκου, δεν έχουν πραγματικό έρεισμα αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης (α) η αξίωση της Αιτήτριας εναντίον του Ταμείου απορρίφθηκε με άδεια του Δικαστηρίου με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Αιτήτριας και (β) το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οδηγίες και/ή διάταγμα κλήσης του Ταμείου ως αναγκαίου διαδίκου αλλά απλώς εξέφρασε την πρόθεσή του για να το πράξει και λόγω της θέσης - ένστασης που προέβαλε ο κ. Κορακίδης δεν προχώρησε στην έκδοση σχετικού διατάγματος. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω οι σχετικές νομικές εισηγήσεις των δικηγόρων οι οποίες στηρίζονταν στις πιο πάνω θέσεις δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο. Σημειώνουμε ότι το Δ.Ε.Δ., στις υποθέσεις που το επίδικο θέμα είναι ο τερματισμός της απασχόλησης εργοδοτουμένου, δυνάμει των προνοιών του Ν.24/67 εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του εργοδότη να τερματίσει την απασχόληση του εργοδοτουμένου είναι νόμιμη και δικαιολογημένη εντός των πλαισίων που ορίζει ο Ν.24/
- Ο εργόδοτης έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου έγινε νόμιμα βάσει των προβλεπόμενων στο άρθρο 5 του Ν.24/67όπου καθορίζονται περιοριστικά οι νόμιμοι λόγοι απόλυσης. Απόλυση ενός εργοδοτουμένου για λόγους πλεονασμού όπως αυτοί καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 18 του Ν.24/67 θεωρείται ως νόμιμη απόλυση (Βλέπε άρθρο 5(β) του Ν.24/67) και σε αυτή την περίπτωση ο εργοδότης δεν οφείλει να αποζημιώσει τον εργοδοτούμενο αλλά το Ταμείο οφείλει να καταβάλει πληρωμή στον εργοδοτούμενο όπως προβλέπεται στο μέρος IV του Ν.24/
- Στην περίπτωση που η απόφαση του εργοδότη κριθεί από το Δ.Ε.Δ. ως παράνομη και αδικαιολόγητη το Δ.Ε.Δ. επιδικάζει αποζημιώσεις υπέρ του εργοδοτουμένου και εις βάρος του εργοδότη. Στην παρούσα περίπτωση από το περιεχόμενο των δικογράφων προκύπτει ότι η απαίτηση της Αιτήτριας για αποζημιώσεις στηρίζεται στο γεγονός της απόλυσής της από τους Εργοδότες. Συνακόλουθα βάσει των προνοιών του Ν.24/67 οι Εργοδότες έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι η απόλυση της Αιτήτριας ήταν νόμιμη και δικαιολογημένη με συνέπεια να μην παρέχεται στην Αιτήτρια το δικαίωμα της αποζημίωσης από αυτούς. Λόγω των λόγων απόλυσης που επικαλούνται οι Εργοδότες στην περίπτωση που οι Εργοδότες καταφέρουν να αποδείξουν ότι η απόλυση της Αιτήτριας αποτελούσε όντως πλεονασμό τότε ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας θα κριθεί ως νόμιμος και οι Εργοδότες θα απαλλαχτούν από την υποχρέωση να καταβάλουν αποζημίωση στην Αιτήτρια. Σε αυτή την περίπτωση η Αιτήτρια, νοουμένου ότι αξιώνει με την Αίτησή της πληρωμή από το Ταμείο, δικαιούται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αποζημιώσεις από το Ταμείο επειδή η Αιτήτρια στη βάση του γεγονότος της απόλυσής της έχει το δικαίωμα διαζευκτικών αξιώσεων εναντίον των Εργοδοτών και του Ταμείου. Σ΄ αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση να καταχωρήσει την Αίτησή της εναντίον και των Εργοδοτών και του Ταμείου αλλά έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει και/ή να προωθήσει την Αίτησή της είτε τόσο εναντίον του Ταμείου όσο και εναντίον των Εργοδοτών είτε εναντίον ενός από τα δύο πιο πάνω νομικά πρόσωπα και να αξιώνει αποζημιώσεις / πληρωμή από ένα από τα δύο πιο πάνω νομικά πρόσωπα. Η Αιτήτρια αρχικά αξίωνε αποζημιώσεις από τους Εργοδότες και διαζευκτικά πληρωμή από το Ταμείο και όταν εγέρθηκε ζήτημα από τον δικηγόρο των Εργοδοτών ότι η Αίτησή της είναι πρόωρη λόγω του ότι καταχωρήθηκε πριν την απάντηση του Ταμείου στην αίτηση που υπέβαλε στο Ταμείο απέσυρε την αξίωσή της εναντίον του Ταμείου και ζήτησε να οριστεί η υπόθεση για ακρόαση. Η πιο πάνω ενέργειά της δεικνύει την επιλογή της να μην προωθήσει την διαζευκτική αξίωσή της εναντίον του Ταμείου, δηλαδή η Αιτήτρια επέλεξε να συνεχίσει την Αίτησή της η οποία βασίζεται στο αγώγιμο δικαίωμά της που στηρίζεται στο γεγονός της απόλυσής της μόνο εναντίον των Εργοδοτών της και όχι και εναντίον του Ταμείου εναντίον του οποίου είχε δικαίωμα να έχει διαζευκτική αξίωση. Στη συνέχεια μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για το θέμα της δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. σε σχέση με τις θέσεις του κ. Κορακίδη ότι η Αίτηση είναι πρόωρη, η Αιτήτρια δεν ζήτησε όπως το Ταμείο προστεθεί ως διάδικος παρά το ότι μετά την εκδήλωση της πρόθεσης του Δικαστηρίου να καλέσει το Ταμείο ως αναγκαίο διάδικο με τη στάση που τήρησε δείχνει ότι επιθυμεί την πρόσθεση του Ταμείου ως διαδίκου. Σημειώνουμε ότι εν προκειμένω η προσθήκη του Ταμείου ως Καθ΄ ών η αίτηση δεν απαιτείται ώστε να αποφασιστούν ολοκληρωμένα και πλήρως όλα τα επίδικα θέματα στην Αίτηση μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ών η αίτηση που παρέμειναν (δηλαδή των Εργοδοτών). Το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται με οποιοδήποτε τρόπο αφού ακούσει τη μαρτυρία που θα προσκομίσουν οι υφιστάμενοι διάδικοι να καταλήξει επί του επίδικου θέματος κατά πόσον ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας από τους Εργοδότες ήταν νόμιμος ή όχι. Στην περίπτωση που κριθεί ότι η απόλυση της Αιτήτριας ήταν νόμιμη, καθότι οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού, θα απαλλάξει τους Εργοδότες από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης ενώ στην περίπτωση που η απόλυση κριθεί ως παράνομη θα επιδικάσει αποζημιώσεις υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Εργοδοτών. Η μαρτυρία του Ταμείου είναι άκρως σχετική ως προς το επίδικο θέμα της νομιμότητας της απόλυσης της Αιτήτριας αλλά η παρουσία του Ταμείου ως διαδίκου δεν είναι απαραίτητη. Υπό το φως των αρχών που τέθηκαν στην Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (πιο πάνω) και λαμβάνοντας υπόψη ότι τόσο η ευθύνη του Ταμείου όσο και η ευθύνη των Εργοδοτών για αποζημίωση της Αιτήτριας προκύπτει από το ίδιο γεγονός αυτό της απόλυσης της Αιτήτριας από τους Εργοδότες, έχουμε την άποψη, ότι θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης το επίδικο θέμα της νομιμότητας της απόλυσης της Αιτήτριας και συνακόλουθα το ζήτημα του ποιος έχει την ευθύνη να καταβάλει αποζημίωση στην Αιτήτρια για την απόλυσή της να αποφασιστεί σε μια δικαστική διαδικασία ώστε να αποφευχθούν πολλαπλές δικαστικές διαδικασίες με τον κίνδυνο αντίθετων συμπερασμάτων νοουμένου όμως ότι δεν υφίστανται άλλοι παράγοντες στην παρούσα περίπτωση που συνηγορούν εναντίον της προσθήκης του Ταμείου ως αναγκαίου διαδίκου. Στην παρούσα περίπτωση, κατά την κρίση μας, εφόσον η Αιτήτρια δεν ζήτησε την πρόσθεση του Ταμείου ξανά ως διαδίκου και δεν δικαιολόγησε με οποιοδήποτε τρόπο την επιλογή της να αποσύρει την αξίωσή της εναντίον του Ταμείου, το Δικαστήριο, μπορεί να διατάξει την προσθήκη του Ταμείου ως αναγκαίου διαδίκου, στη βάση της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχεται από τη Δ.
- Θ.10, μόνο στην περίπτωση που τα νομικά και οικονομικά συμφέροντα του Ταμείου θα επηρεαστούν άμεσα ή έμμεσα από την παρούσα διαδικασία. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί ώστε να κριθεί αν το Ταμείο είναι αναγκαίος διάδικος στην παρούσα διαδικασία είναι αν στην περίπτωση που κριθεί ότι η απόλυση της Αιτήτριας οφείλεται σε λόγους πλεονασμού το Ταμείο θα είναι υπόχρεο να καταβάλει στην Αιτήτρια πληρωμή ως προβλέπεται από τον Ν.24/
- Αν η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι θετική τότε το Ταμείο θα πρέπει να κληθεί ως αναγκαίος διάδικος ώστε να μπορεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του. Λόγω της απουσίας του Ταμείου από την παρούσα διαδικασία το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί να το δεσμεύσει και ούτε δημιουργήσει δεδικασμένο εναντίον του αφού εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου απαιτεί την ταύτιση των διαδίκων (βλέπε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ.Κ. Βιονευρολογική Λτδ κ.α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 234). Περαιτέρω το Ταμείο δεν μπορεί να διαταχθεί να καταβάλει πληρωμή στην Αιτήτρια για απόλυση που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού σε μια διαδικασία που δεν είναι διάδικο μέρος. Πέραν τούτου από το περιεχόμενο του δικογράφου του Ταμείου διαφαίνεται ότι υπάρχουν σοβαρότατες ενδείξεις ότι το Ταμείο στην περίπτωση που κληθεί ως διάδικος θα εγερθεί βάσιμο ζήτημα ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας εναντίον του Ταμείου έχει παραγραφεί. Σημειώνουμε ότι το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμου 1967 (Ν.8/67)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «12(10Α). Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζoν προσωπικό: ...............................» Με τον τροποποιητικό Νόμο 169
(1)/2002 με τον οποίο εισήχθηκε το εδάφιο (10Α) στο άρθρο 12 του Νόμου, ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης στο Δ.Ε.Δ.. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α), οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. πρέπει να υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου όταν η υπόθεση αφορά πλεονασμό. Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας, η θεραπεία μέσω του Δ.Ε.Δ. για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη. Στην παρούσα υπόθεση στο δικόγραφο του Ταμείου αναφέρεται ότι η αίτηση της Αιτήτριας στο Ταμείο απορρίφθηκε στις 10/1/
- Η κα Σωκράτους αναφερόμενη στην αγόρευσή της στο εν λόγω θέμα σημείωσε ότι η Αιτήτρια καταχώρησε την Αίτηση στις 7/9/2012 εντός της προθεσμίας των 12 μηνών που επιτάσσει ο Ν.8/67και ότι η απάντηση του Ταμείου στις 10/1/2013 δεν αφορά τους Εργοδότες αλλά την Αιτήτρια και το Ταμείο. Με την πιο πάνω τοποθέτηση της δικηγόρου της Αιτήτριας διαφαίνεται ότι η πλευρά της Αιτήτριας δεν αμφισβητεί ότι η απάντηση του Ταμείου στην αίτηση της Αιτήτριας δόθηκε στις 10/1/
- Στη βάση των εν λόγω ισχυρισμών του Ταμείου υπό το φως της θέσης της κας Σωκράτους και με βάση τη σχετική νομολογία που αναφέρθηκε πιο πάνω (ότι το αγώγιμο δικαίωμα ανατρέχει στον χρόνο της προσθήκης και όχι στον χρόνο καταχώρησης της αγωγής) καθ΄ όσον αφορά το Ταμείο ο χρόνος έναρξης της παραγραφής για το αγώγιμο δικαίωμα της παρούσας υπόθεσης εναντίον του αρχίζει από τις 10/1/2013 και συμπληρώνεται στις 10/10/2013 και ως εκ τούτου στις 11/10/2013 ο χρόνος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του Ταμείου έχει εκπνεύσει. Τα πιο πάνω μας οδηγούν στην κατάληξη ότι η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική και συνακόλουθα κρίνουμε ότι το Ταμείο δεν είναι αναγκαίος διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Κατάληξη Βάσει των πιο πάνω, κρίνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να ασκηθεί ώστε να κληθεί το Ταμείο ως αναγκαίος διάδικος στη βάση της Δ.9 Θ.
- Λόγω του ότι το θέμα της προσθήκης του Ταμείου ως αναγκαίου διαδίκου έχει εγερθεί από το Δικαστήριο κρίνουμε ότι θα ήταν πιο ορθό η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της και συνακόλουθα εκδίδουμε ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ................. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............. Μ. Σμίλας, Μέλος. Ν. Ξενοφώντος, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Προσθήκη αναγκαίου διαδίκου). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο