Zaharina Slavianova (Ζαχαρινα Σλαβιανοβα) ν. Τάκης Λεωνίδα & Υιοί Λτδ κ.α., Αρ. Αίτησης: 788/11, 7/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2017:21 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Ν. Θρασυβούλου ) Κ. Χριστοδούλου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 788/11 Μεταξύ: Zaharina Slavianova (Ζαχαρινα Σλαβιανοβα) Αιτήτριας και
- Τάκης Λεωνίδα & Υιοί Λτδ
- Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Λευκωσία. Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 7 Ιουλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Ο κ.Σ. Σάββα. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση 1: Ο κ.Δανιήλ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια απασχολήθηκε στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση 1 (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») ως υπάλληλος γραφείου για σκοπούς του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα (στο εξής «ο Νόμος») από τις 12/7/2004 μέχρι τις 23/4/2010 αφού στις 23/4/2010 έληγε η περίοδος προειδοποίησης τερματισμού της απασχόλησης που της δόθηκε προηγουμένως από την Εργοδότρια Εταιρεία. Η απασχόληση της Αιτήτριας στην Εργοδότρια Εταιρεία τερματίστηκε μονομερώς από την Εργοδότρια Εταιρεία κάτω από αμφισβητούμενες συνθήκες και περιστάσεις. Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση αιτείται αποζημιώσεις για παράνομη και/ή αδικαιολόγητη απόλυση και διαζευκτικά πληρωμή για απόλυση που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Στους γενικούς λόγους της αίτησής της ισχυρίζεται ότι απολύθηκε παράνομα και/ή αδικαιολόγητα από την Εργοδότρια Εταιρεία και διαζευκτικά ως πλεονάζον προσωπικό. Είναι η θέση της ότι ο τελευταίος μηνιαίος μισθός της ανερχόταν σε €1.
- Η Εργοδότρια Εταιρεία με το έγγραφο εμφάνισής της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι η Αιτήτρια απολύθηκε από την εργασία της δικαιολογημένα και νόμιμα λόγω της συμπεριφοράς της και των πράξεων της. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια απολύθηκε για τους ακόλουθους λόγους: α) δεν τηρούσε το ωράριο εργασίας της το οποίο ήταν από τις 8:00 π.μ. μέχρι τις 4:00 μ.μ. με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διεκπεραιώσει σωστά τα καθήκοντά της, β) κάθε Αύγουστο που η Εργοδότρια Εταιρεία έκλεινε και οι υπαλλήλοι της έπαιρναν άδεια τριών εβδομάδων η Αιτήτρια ποτέ δεν επέστρεφε στη δουλειά της στην καθορισμένη ημερομηνία επιστροφής, γ) έφευγε από το γραφείο για προσωπικούς της λόγους χωρίς να ενημερώνει κανένα και απουσίαζε πολλές φορές για μερικές ώρες και άλλες για δύο ημέρες και όταν επέστρεφε έλεγε ότι ήταν άρρωστη αλλά ποτέ δεν παρουσίαζε ιατρικό πιστοποιητικό, και δ) έδειχνε έλλειψη σεβασμού προς τον ιδιοκτήτη της Εργοδότριας Εταιρείας. Ως εκ τούτου αιτείται απόρριψη της αίτησης εργατικής διαφοράς με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας. Σημειώνουμε ότι εν όψει των λόγων που προέβαλε η Εργοδότρια Εταιρεία στο έγγραφο εμφάνισής της η Αιτήτρια στις 20/6/2014 απέσυρε την αξίωσή της εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού. Βάρος Απόδειξης Το άρθρο 3
(1)του Νόμου προβλέπει ότι: ″3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:″ Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου, ″..... ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων″ δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου. Στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Ειδικά, η Εργοδότρια Εταιρεία, θα πρέπει να αποδείξει ότι με βάση τους λόγους που προβάλλει στο έγγραφο εμφάνισής της, ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχεται στην Αιτήτρια το δικαίωμα αποζημίωσης. Μαρτυρία Ως πρώτος μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσε ο κ. Νεόφυτος (Τάκης) Λεωνίδα Χρίστος, διευθυντής και μέτοχος της Εργοδότριας Εταιρείας. Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως εξής: Δεν απέλυσε την Αιτήτρια για λόγους πλεονασμού αλλά διότι παραβίαζε τους όρους και το ωράριο εργασίας της και ήταν «πάντοτε ατίθαση» προς το πρόσωπό του. Αυτό που προκάλεσε την εκδίωξη της Αιτήτριας από την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν ότι ήθελε να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά και του ζήτησε «να σχολάνει» από την εργασία της στις 12:00 - 1:00 το μεσημέρι αλλά να συνεχίζει να παίρνει τον ίδιο μισθό που έπαιρνε €700 μηνιαίως ο οποίος μισθός είχε καθοριστεί για 37 ώρες εβδομαδιαίως. Πολλές φορές πήγαινε στο γραφείο και δεν την έβρισκε και «πάντοτε του πρότασσε κάποιες απαράδεκτες δικαιολογίες». Αποκορύφωμα ήταν μία μέρα που ήταν αδιάθετος λόγω στρες που του προκάλεσε και πήγε στην παραλία του Ρίκκου να πιει ένα καφέ, την βρήκε να κάθεται στην άμμο με το μαγιό της. Πήγε κοντά της και όταν την ρώτησε τι ώρα είναι αυτή και έφυγε από το γραφείο (ήταν 2:45 το απόγευμα) αυτή αντί να του απαντήσει τον ρώτησε αν την παρακολουθεί. Ο μισθός της Αιτήτριας πληρωνόταν πάντοτε με επιταγή όπως όλων των υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας. Η Αιτήτρια εν αγνοία του «όταν γέμιζε τις φόρμες για το Γραφείο Εργασίας στο δικό της μισθολόγιο πρόσθετε €400» με τον ισχυρισμό ότι της τα έδιναν τα παιδιά του. Αυτός εν αγνοία του υπέγραφε «και αυτή καρπούταν περισσότερες κοινωνικές ασφαλίσεις». Οι δύο γιοι του ουδέποτε της έδωσαν ένα σεντ παραπάνω. Η Αιτήτρια φωτοτύπησε μία από τις χιλιάδες υπογραφές του που υπήρχαν στο γραφείο και συμπλήρωσε ένα έντυπο στο οποίο αναφέρεται ότι την απέλυσε για λόγους πλεονασμού (Τεκμήριο 3) ενώ αυτός είχε κάνει έκθεση προς το Γραφείο Εργασίας στις 3/3/2010 για τους λόγους που την έδιωξε (Τεκμήριο 1). Παραθέτουμε πιο κάτω το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1: «Προς: Γραφείο Εργασίας Διά: Ζαχαρίνα SLAVYNOVA Διά του παρόντος πιστοποιείται ότι εγώ ο κατά νόμο υπεύθυνος Διευθυντής και μέτοχος της Εταιρείας ΤΑΚΗΣ ΛΕΩΝΙΔΑ κ ΥΙΟΙ ΛΤΔ απολύω την υπάλληλο Ζαχαρίνα SLAVYNOVA για τους εξής λόγους. Δεν τηρά το προσυμφωνημένο ωράριο εργασίας δηλ. οκτώ προ μεσημβρία έως τέσσερις μετά μεσημβρία αλλά από μόνη της έχει κάνει δικό της ωράριο και φεύγει στη μία η ώρα αντί στις τέσσερις με τον ισχυρισμό ότι κάνει ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά. Το απόγευμα θεωρώ απαραίτητο το αρχικό ωράριο καθώς ότι παίρνει τηλεφωνήματα από τους δύο εργοδηγούς για να καταγράφει τις ώρες εργασίας τους και να συμπληρώσει τα τιμολόγια της καθημερινής εργασίας. Αυτό γίνεται καθημερινώς. Επειδή φεύγει στις μία η ώρα οι εργοδηγοί δεν μπορούν να θυμούνται με ακρίβεια την εργασία για την άλλη μέρα και έτσι γίνονται λάθη εις βάρος της εταιρίας. Φεύγει από το γραφείο για ώρες και την έχουμε αντιληφθεί να είναι σπίτι της πέραν των μία και δύο ωρών. Αυτό το επιβεβαιώσαμε και οι τρεις διευθυντές και εργοδηγοί. Την παίρνουν τηλέφωνο οι εργοδηγοί για κάποιαν εργασία και αυτή λείπει από το γραφείο και ψάχνοντας την, την βρίσκουν στο σπίτι της. Ουδέποτε ήρθε στις οκτώ η ώρα στο γραφείο αλλά πάντοτε αργοπορημένη μέχρι και μισή ώρα. Το δε βράδυ εγκαταλείπει το γραφείο προ της εκπνοής της ώρας εργασίας. Δεν περνά τα τιμολόγια στο computer και τα αφήνει και συσσωρεύονται. Επίσης κάθε μήνα δεν κάνει ισολογισμό τα αφήνει όλα σε εκκρεμότητα και τόσο οι ιδιοκτήτες όσο και ο λογιστής της εταιρίας να ξέρουν την κατάσταση της εταιρίας για κάθε μήνα. Την προειδοποίησα από πρώτη Ιανουαρίου ότι τέλος του Ιανουαρίου παραδίδει τα βιβλία στο λογιστή και φεύγει. Είμαστε στον μήνα Μάρτιο και ακόμα δεν τα έχει παραδώσει. Ζητά και θέλει γραπτή απόλυση και λόγους απόλυσης και δεν δέχεται την προφορική απόλυση των δύο ιδιοκτητών της Εταιρίας. Επίσης κάθε Αύγουστο ουδέποτε επέστρεψε στην εργασία στις τρεις εβδομάδες αλλά στις τέσσερις και κάποτε και πέραν των τεσσάρων εβδομάδων. Όταν πέθανε ο πατέρας της έφυγε και επέστρεψε σε είκοσι μέρες και άφησε το γραφείο κλειστό. Πρόσφατα έκλεισε το γραφείο και επήγε να πάρει τη μητέρα της στη Βουλγαρία και επέστρεψε μετά από πέντε μέρες. Από πληροφορίες που έχω πάρει από Λογιστές το κλείσιμο των βιβλίων για κάθε έτος είναι θέμα πέντε ημερών. Επειδή την προειδοποίησα ότι με το κλείσιμο του χρόνου και την παράδοση των βιβλίων στο Λογιστή θα απολυθεί για τους κάτοθεν λόγους. Είμαστε στον τρίτο μήνα και δεν έχει κλείσει ακόμα τα βιβλία για να τα παραδώσει στον Λογιστή Μάριο Ταλιώτη. Είναι πολλές φορές που δεν παρουσιάζεται στο γραφείο μία ή και δύο μέρες και έρχεται και μου απαντά ότι ήταν άρρωστη και πήγε στο γιατρό. Πάντοτε για να δικαιολογηθεί προτάσσει τον ισχυρισμό ότι ήταν ανάγκη να πάει σε γιατρό στη Λευκωσία και έπρεπε να πάει από την προηγούμενη μέρα γιατί το ραντεβού της ήταν πρωί και άφηνε το γραφείο κλειστό. Αυτό συνέβηκε αρκετές φορές και ουδέποτε παρουσίασε κανένα χαρτί γιατρού. Κάποτε έλειπε από το γραφείο για δύο ώρες και όταν την πήρα τηλέφωνο μου είπε ότι πήγε στην τράπεζα, την είχα ανάγκη να της παραδώσω οδηγίες για ένα θέμα της δουλειάς• βγήκα στο δρόμο των Κονιών και την βρήκα να έρχεται όχι από την Ελληνική Τράπεζα, αλλά από τα Κονιά. Εις απάντηση της παρατήρησης μου ότι λείπει δύο ώρες από το γραφείο και την ψάχνω μου απαντά με ένα ειρωνικό τρόπο ότι δεν άργησα πολύ. Είναι πολλές φορές που αφήνει την πόρτα που ανοίγει στην βεράντα ανοικτή, ουδέποτε κλείσει τα φυλλαράκια των παραθύρων και ο ήλιος μπαίνει στο γραφείο και στα έπιπλα και κατά κάποιο τρόπο παθαίνουν ζημιά. Ουδέποτε αισθάνθηκα σέβας και αναγνώριση εκ μέρους της ως προϊστάμενος της και ουδέποτε έδειξε σέβας στο πρόσωπό μου και στην ηλικία μου. Πάντοτε μου άφηνε να νοηθεί ότι είναι σπουδασμένη και τάχα εγώ όχι. Εδώ και έξι μήνες έφευγε και έχανε δυόμισι ώρες καθημερινώς από την δουλειά που της είχα αναθέσει και αντί οκτώ π.μ. έως τις τέσσερις μ.μ. έφευγε στις μιάμιση και εγώ την πλήρωνα. Τώρα επιφυλάσσομαι των δικαιωμάτων μου να μου επιστραφούν τα μη δεδουλευμένα λεφτά. Ένα ακόμα παράπτωμα ήταν στις τρεις τρίτου. Όλως τυχαίως την είδα στην παραλία να απολαμβάνει το μπάνιο της ενώ ήταν η ώρα δύο και πενήντα πέντε το απόγευμα και με κατηγόρησε ότι την παρακολουθώ ενώ έπρεπε να ήταν στο γραφείο». Η Αιτήτρια άφηνε το πόσιμο νερό του γραφείου ανοικτό να τρέχει και αυτός πλήρωνε €40 - €50 νερό ενώ τώρα πληρώνει μόνο το πάγιο. Τους τελευταίους μήνες η Αιτήτρια ερχόταν στο γραφείο όποτε ήθελε και δεν έκανε καμία εργασία. Το Τεκμήριο 3 δεν το ετοίμασε αυτός. Η υπογραφή του σε αυτό είναι φωτοτυπία και υπάρχουν διαφορές με την αυθεντική υπογραφή του, για παράδειγμα το τελευταίο «δ» αυτός δεν το γράφει με τον τρόπο που είναι στο εν λόγω τεκμήριο. Δεν ήταν αυτός που έκανε το Τεκμήριο
- Απέστειλε επιστολή στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου στις 26/1/2016 (Τεκμήριο 4) με την οποία υπέβαλε παράπονο ότι στο Τεκμήριο 3 υπήρχε η υπογραφή του φωτοτυπημένη. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 επιστολή της Αιτήτριας προς το Γραφείο Εργασίας ημερομ. 22/4/
- Κατά την αντεξέτασή του επέμενε ότι η Αιτήτρια από το 2006 δεν τηρούσε το ωράριό της, δηλαδή δεν ερχόταν στην εργασία της στην ώρα της και πολλές φορές απουσίαζε από το γραφείο της. Το 2010 η Αιτήτρια δεν έκανε οποιαδήποτε γραφειακή εργασία στο γραφείο και έτσι στις 3/3/2010 πήγε στο Γραφείο Εργασίας όπου τον συμβούλευσαν να την πληρώσει και να φύγει. Της πλήρωσε όλα όσα δικαιούτο η Αιτήτρια και άλλαξε τις κλειδαριές του γραφείου. Υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 1 το έστειλε στο Γραφείο Εργασίας στις 3/3/
- Επέμενε ότι κάθε μήνα η Αιτήτρια έπαιρνε ως μισθό €700 και ότι η Αιτήτρια φωτοτύπησε την υπογραφή του από άλλες υπογραφές του, την έβαλε σε άδειο χαρτί και έγραψε το Τεκμήριο
- Ο κ. Ντίνος Νεοφύτου, γιός του κ. Λεωνίδα, μέτοχος στην Εργοδότρια Εταιρεία και εργοδοτούμενος της Εργοδότριας Εταιρείας, ήταν ο δεύτερος μάρτυρας της Εργοδότριας Εταιρείας. Κατέθεσε ότι ο πατέρας του εξέδιδε τις επιταγές με τις οποίες πληρώνονταν οι υπαλλήλοι της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι ο μισθός της Αιτήτριας ήταν €700 καθαρά πλέον κοινωνικές ασφαλίσεις. Ουδέποτε αυτός έδωσε στην Αιτήτρια μετρητά ως μισθό. Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν συνεπής στο ωράριο εργασίας της αφού το πρωί ερχόταν καθυστερημένη και πολλές ώρες το απόγευμα έφευγε πιο γρήγορα και ότι αυτό ήταν το βασικό πρόβλημα που είχαν με την Αιτήτρια. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια καθόλη την περίοδο εργοδότησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία δεν ήταν συνεπής με το ωράριο εργασίας της και ότι πολλές φορές προφορικά την παρατήρησαν για αυτή της τη συμπεριφορά και πίστευαν ότι θα συμμορφωθεί. Υποστήριξε ότι στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις δήλωναν τον μισθό που πραγματικά ελάμβανε η Αιτήτρια κατά την απασχόλησή της στην Εργοδότρια Εταιρεία και ότι τα έγγραφα που κατέθεταν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις τα ετοίμαζε η Αιτήτρια και τα έλεγχε είτε ο πατέρας του είτε αυτός. Είπε ότι νομίζει ότι το ωράριο της Αιτήτριας ήταν 7:30 π.μ. - 3:00 ή 4:00 μ.μ. Αρνήθηκε ότι το Τεκμήριο 3 ετοιμάστηκε στην παρουσία του και ισχυρίστηκε ότι κάποιοι φίλοι του είδαν την Αιτήτρια μια εργάσιμη μέρα κατά την περίοδο που αυτή εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία στην παραλία στην Γεροσκήπου η ώρα 2:45 μ.μ. Πρώτος μάρτυρας για την Αιτήτρια ήταν ο αστυφύλακας κ.Μάριος Αναστάση ο οποίος πριν τον Οκτώβριο του 2016 υπηρετούσε στο ΤΑΕ Πάφου. Κατέθεσε ότι εξέτασε την καταγγελία του κ. Λεωνίδα για πλαστογραφία εναντίον της Αιτήτριας όσον αφορά το Τεκμήριο
- Αφού εξασφάλισε στις 4/5/2015 (Βλέπε Τεκμήριο 7) το πρωτότυπο της επιστολής που έλεγε ο κ. Λεωνίδα ότι ήταν πλαστογραφημένη η υπογραφή του, πήρε δείγματα υπογραφών από τον κ. Λεωνίδα και την Αιτήτρια και τα έστειλε στο Αρχηγείο της Αστυνομίας για να εξεταστούν από ειδικούς γραφολόγους. Οι γραφολόγοι κατέληξαν ότι η υπογραφή είναι του καταγγέλλοντα (του κ. Λεωνίδα) για πλαστογραφία και όχι της Αιτήτριας. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι δεν διερεύνησε το ενδεχόμενο η υπογραφή στο Τεκμήριο 3 να μην είναι πλαστή αλλά να βρέθηκε με κάποιο άλλο τρόπο στο Τεκμήριο 3 όπως π.χ. να υπέγραψε ο κ. Λεωνίδα κάποιο λευκό χαρτί για άλλους σκοπούς και να προστέθηκε μετά το περιεχόμενό του καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κ. Λεωνίδα τους είπε ότι η Αιτήτρια υπέγραψε αντί για αυτόν το Τεκμήριο 3 και δεν τους ανέφερε ότι ήταν δική του η υπογραφή αλλά δεν γνωρίζει πώς βρέθηκε στο εν λόγω έγγραφο. Η Αιτήτρια κατέθεσε ότι στις 3/3/2010 της ανακοινώθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία ότι απολύεται ως πλεονάζον προσωπικό και της δόθηκε προειδοποίηση μέχρι τις 23/4/
- Ο κ. Τάκης Λεωνίδα της ζήτησε να ετοιμάσει σχετική επιστολή την ίδια ημέρα (Τεκμήριο 3) αλλά όταν την ετοίμασε δεν την υπέγραφε εκτός αν αυτή του υπέγραφε τη χειρόγραφη δήλωση που πρόσθεσε αυτός στην εν λόγω επιστολή η οποία έλεγε ότι αυτή δεν έχει οποιαδήποτε άλλη απαίτηση από την Εργοδότρια Εταιρεία (Τεκμήριο 8). Αρνήθηκε να υπογράψει το εν λόγω έγγραφο για τον λόγο ότι είχε οικονομικές εκκρεμότητες με την Εργοδότρια Εταιρεία εκείνη την περίοδο. Στις 22/3/2010 μετά από έντονη συζήτηση που είχε μαζί με τον κ. Λεωνίδα της καταβλήθηκε ο μισθός της και της δόθηκε υπογραμμένη επιστολή απόλυσης (Τεκμήριο 3). Στη συνέχεια πήγε στο Γραφείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπου δηλώθηκε άνεργη και της έδωσαν αίτηση «να συμπληρώσει ότι είναι πλεονάζον προσωπικό». Όταν την έδωσε στο διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας κ. Λεωνίδα αυτός αρνήθηκε να την υπογράψει. Ως εκ τούτου η αίτηση που υπέβαλε στο Ταμείο Πλεονασμού απορρίφθηκε στις 18/7/
- Υποστήριξε ότι ο μισθός της ανερχόταν σε €1.
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 τα στοιχεία που αφορούν τις απολαβές της κατά την εργοδότησή της στην Εργοδότρια Εταιρεία όπως αυτά είναι καταχωρημένα στο αρχείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αντιλήφθηκε ότι στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις η Εργοδότρια Εταιρεία δεν την δήλωνε για €1.100 και υποστήριξε ότι ο μισθός που της καταβαλλόταν ήταν €1.100, €700 με επιταγή και €400 μετρητά. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι στις 3/3/2010 ο κ. Λεωνίδα μαζί με τον γιο του κ. Ντίνο της είπαν ότι απολύεται λόγω μείωσης της εργασίας και ότι έπρεπε να αποχωρήσει από την εργασία της την ίδια ημέρα. Αυτή αρνήθηκε καθότι είχε να παίρνει τον μισθό του Φεβρουαρίου 2010 και επειδή δεν της έδωσαν τη σχετική προειδοποίηση. Ότι συνέχιζε να πηγαίνει στην εργασία της και κάθε μέρα ο κ. Λεωνίδα της έλεγε να φύγει γιατί είναι απολυμένη και ότι αυτή του απαντούσε ότι όταν της δώσει προειδοποίηση θα φύγει. Ισχυρίστηκε ότι στις 22/3/2010 πήγε κανονικά στην εργασία της αλλά δεν μπορούσε να μπει στο γραφείο γιατί ο κ. Τάκης είχε αλλάξει τις κλειδαριές και ότι τηλεφώνησε στις εργασιακές σχέσεις όπου τους ενημέρωσε για τα πιο πάνω. Ότι ο κ. Λεωνίδα της είπε ότι αν θέλει προειδοποίηση τις εβδομάδες της προειδοποίησης θα μένει κάτω στο γκαράζ έξω από το γραφείο ή αν θέλει να φύγει την ίδια ημέρα και αυτός θα πάει στο Γραφείο Εργασίας να την καταγγείλει ότι εγκατέλειψε την εργασία της. Επέμενε ότι στις 3/3/2010 ο κ. Λεωνίδα και ο κ. Ντίνος ήθελαν να φύγει από την εργασία της χωρίς να της «δώσουν χαρτί στο χέρι». Ήταν η θέση της ότι το Τεκμήριο 3 υπογράφηκε στις 22/3/
- Αρνήθηκε ότι δεν ήταν συνεπής στην εργασία της και ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε δέχθηκε οποιαδήποτε παρατήρηση για την εκτέλεση της εργασίας της. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 λέγοντας ότι αυτή το έστειλε στο Γραφείο Εργασίας. Υποστήριξε ότι πολλές φορές ζήτησε από τους εργοδότες της όπως δηλώνουν ολόκληρο τον μισθό της στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και ότι δεν υπέβαλε παράπονο στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων γιατί οι εργοδότες της της είπαν ότι ή θα δεχτεί να παίρνει μέρος του μισθού της σε μετρητά ή αλλιώς δεν θα τον παίρνει. Ο μισθός του μήνα Φεβρουαρίου του 2010 της καταβλήθηκε μετά από σχετική καταγγελία στο Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων. Ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 3 το έγραψε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή με τα λόγια που της είπε ο κ. Λεωνίδα και ότι μετά που το εκτύπωσε ο κ. Λεωνίδα σκέφτηκε και έγραψε χειρόγραφα αυτά που αναφέρονται στο Τεκμήριο 8 και ότι επειδή αυτή δεν συμφωνούσε δεν το πέρασε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Αρνήθηκε ότι ξεγέλασε τον κ. Λεωνίδα να υπογράψει το Τεκμήριο
- Ως δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο 11 κατατέθηκαν από κοινού τα πιστοποιητικά αποδοχών που έδωσε η Εργοδότρια Εταιρεία στην Αιτήτρια τα έτη 2004-2010 για σκοπούς φόρου εισοδήματος. Νομική Πτυχή - Ανάλυση Μαρτυρίας - Γεγονότα - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής Κρίνουμε σκόπιμο στο παρόν στάδιο να αναφερθούμε στη νομική πτυχή που αφορά το επίδικο θέμα της νομιμότητας του τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας από την Εργοδότρια Εταιρεία. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «
- Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ΄ ευλόγως ικανοποιητικό τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετού ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: ............................ (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Να αναφέρουμε εδώ ότι στην υπό εξέταση περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά της Αιτήτριας κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχιση της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης και ότι η θέση της Εργοδότριας Εταιρείας για μη ικανοποιητική εκτέλεση από την Αιτήτρια των καθηκόντων εργασίας της στηρίζεται σε μη αρμόζουσα διαγωγή της Αιτήτριας λόγω εσκεμμένης υπαιτιότητάς της και όχι σε ανεπαρκή απόδοσή της για άλλους λόγους. Ως εκ τούτου η παρούσα περίπτωση θα εξεταστεί υπό το πρίσμα των εδαφίων (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Είναι θεμελιώδης αρχή του εργατικού δικαίου ότι η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ότι ένας από τους εξυπακουόμενους όρους της σύμβασης εργασίας είναι ότι η κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργήσει με τρόπο που θα βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence) το οποίο είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των δύο πλευρών για να λειτουργήσει η εργασιακή σχέση. Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 C.L.R. 103, τo Δικαστήριο επισήμανε ότι η συνέχιση της σχέσης εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου θα πρέπει να εξαρτάται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με αυτό το επίπεδο εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει τη σύμβαση. Για να διατηρηθεί το κλίμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τον εργοδότη του έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά και οφείλει να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του. (Βλ. Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562-563). Εντός των πλαισίων αυτής της υποχρέωσης ο εργοδοτούμενος οφείλει να επιδεικνύει σεβασμό προς τη διεύθυνση του εργοδότη και τους συναδέλφους του. Επίσης ο εργοδοτούμενος έχει καθήκον να υπακούει και να συμμορφώνεται με τις οδηγίες του εργοδότη του. Προσφέροντας και παρέχοντας τις υπηρεσίες του με τον τρόπο που ζητείται από τον εργοδότη του είναι το αντάλλαγμα για την πληρωμή του μισθού του από τον εργοδότη του. Με την άρνησή του να υπακούσει τις εντολές του εργοδότη του, ο εργοδοτούμενος στην ουσία αρνείται να δεσμευτεί με τους όρους της σύμβασης εργοδότησης του και ο εργοδότης έχει δικαίωμα να τον απολύσει χωρίς προειδοποίηση. Στην υπόθεση Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302 τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι εσκεμμένη ανυπακοή μιας νόμιμης και λογικής εντολής αποτελεί περιφρόνηση η οποία δεικνύει πλήρη αδιαφορία για ένα ουσιώδη όρο της εργασιακής σχέσης, δηλαδή του όρου ότι ο εργοδοτούμενος οφείλει να υπακούσει στις κατάλληλες εντολές του εργοδότη και αν δεν το πράξει η σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου πλήττεται θεμελιωδώς. Περαιτέρω αποτελεί αρχή του εργατικού δικαίου ότι ένας εργοδοτούμενος οφείλει να παρέχει τις προσωπικές του υπηρεσίες στον εργοδότη του κατά τον χρόνο που προβλέπει η σύμβαση εργασίας του. Προσωρινή απαλλαγή ενός εργοδοτουμένου από τα υπηρεσιακά καθήκοντα του (άδεια) είτε με αποδοχές είτε χωρίς αποδοχές για διάφορους λόγους προβλέπεται είτε με νόμο είτε με τη σύμβαση εργασίας[1]. Η άδεια που δικαιούται ο κάθε εργοδοτούμενος του χορηγείται δυνάμει των διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας ή των προνοιών της σύμβασης εργοδότησής του ή δυνάμει συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και εργοδοτουμένου. Σημειώνουμε ότι η απουσία ενός εργοδοτουμένου από την εργασία του χωρίς άδεια ή δικαιολογία ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης όπως και η μη τήρηση του συμβατικού ωραρίου εργασίας μπορεί να θεωρηθεί είτε ως μικρό παράπτωμα (το οποίο δεν δικαιολογεί απόλυση εκτός αν ο εργοδότης γνωστοποιήσει στον εργοδοτούμενο τις παρατηρήσεις του και να του δώσει μια ευκαιρία να συμμορφωθεί) είτε ως σοβαρό παράπτωμα απειθαρχίας και ηθελημένης άρνησης συμμόρφωσης με νόμιμη και λογική εντολή του εργοδότη[2]. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του στην υπόθεση Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919 σημείωσε ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης η απουσία του εργοδοτουμένου από την εργασία του, χωρίς δικαιολογημένη αιτία ή λόγο και πολύ περισσότερο χωρίς προηγούμενη άδεια αποτελούσε παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εργασίας που δικαιολογούσε άμεση απόλυση με βάση τις παραγράφους (ε) και (στ)(ν) του άρθρου 5 του Νόμου. Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτουμένου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. (Βλέπε Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 603[3], Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου
(2004)1 Α ΑΑΔ 665, Galatariotis Telecommunications v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318). Στην προσπάθεια του το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα θα πρέπει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσο η συγκεκριμένη συμπεριφορά αντικειμενικά κρινόμενη ήταν τόσο σοβαρή στο βαθμό που να δικαιολογείται η συνοπτική απόλυση. Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείτο ή όχι η απόλυση ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Στην Kanika Developments Ltd (πιο πάνω) τονίστηκε ότι : «Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση ήταν το κατά πόσο, ένεκα του εν λόγω επεισοδίου, ήταν λογικό να έχανε ο εφεσίβλητος τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Γιατί οπωσδήποτε, αν ήταν ακατάλληλος για ένα ξενοδοχείο το ίδιο εξ αντικειμένου θα ίσχυε και για άλλο ξενοδοχείο. Επρόκειτο για άνθρωπο οικογενειάρχη με σύζυγο και τρία παιδιά, ο οποίος για δέκα και πλέον χρόνια πρόσφερε στο ξενοδοχείο τις υπηρεσίες του χωρίς πρόβλημα. Υπέστη, με την απόλυση, καίριο πλήγμα. Μήπως ένα τέτοιο σφάλμα σήμαινε την κατάρρευση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου ώστε να δικαιολογούσε την απόλυση; Αναμένεται πως έτσι θα αντιδρούσε ένας λογικός εργοδότης; Η απάντηση θα πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται, στη μια μεριά, η επιλήψιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμπεριφορά του υπαλλήλου και γενικότερα οι αδυναμίες και τα προτερήματα του. Στην άλλη μεριά βρίσκονται οι ανάγκες του εργοδότη, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται σε ευρύ φάσμα παραγόντων. Σε μερικές δε περιπτώσεις αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα λεπτοί και ευαίσθητοι. Οπότε, σε καλύτερη θέση να τους αποτιμήσει είναι ο ίδιος ο εργοδότης. Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση. Δεν είναι πάντοτε εύκολη η στάθμιση. Τον πρώτο λόγο τον έχει βέβαια ο εργοδότης. Του αναγνωρίζονται περιθώρια. Μόνο όταν τα υπερβεί επεμβαίνει το Δικαστήριο.» Με βάση τα πιο πάνω όλες οι συνθήκες που περιβάλλουν την αποδιδόμενη στον εργοδοτούμενο μη αρμόζουσα συμπεριφορά και η γενική εικόνα και συμπεριφορά του εργοδοτουμένου κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στον εργοδότη αποτελούν στοιχεία τα οποία πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την κρίση του σχετικά με τη νομιμότητα και το δικαιολογημένο της απόφασης του εργοδότη να τερματίσει τις υπηρεσίες του εργοδοτουμένου. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, ένας εργοδότης πρέπει να ασκήσει το δικαίωμά του να απολύσει ένα εργοδοτούμενο εντός λογικού χρόνου από του γεγονότος που του παρέσχε το δικαίωμα τούτο. Ο εργοδοτούμενος έχει έντονο συμφέρον να γνωρίζει το ταχύτερο δυνατό εάν ο εργοδότης έχοντας ως αφορμή συγκεκριμένο περιστατικό θα προχωρήσει ή όχι στον τερματισμό της απασχόλησής του. Από τη στιγμή που το γεγονός περιέλθει στη γνώση του εργοδότη αυτός θα πρέπει το συντομότερο να λάβει την τελική του απόφαση. Παράλειψη του εργοδότη να ασκήσει τα εν λόγω δικαιώματα για μεγάλο χρονικό διάστημα δικαιολογείται μόνο αν συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις[4]. Το κατά πόσο ο εργοδότης άσκησε το δικαίωμά του για απόλυση του εργοδοτουμένου εντός ευλόγου χρόνου είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι ουδεμία απόλυση εργοδοτουμένου μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς σε σχέση με τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου, εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης (δηλαδή το τελευταίο περιστατικό που ώθησε τον εργοδότη να απολύσει τον εργοδοτούμενο) δεν μπορεί από μόνος του από πλευράς σοβαρότητας να δικαιολογήσει απόλυση γιατί διαφορετικά ο εργοδοτούμενος θα κινδύνευε να χάσει την εργασία του για ασήμαντους λόγους παρατείνοντας την αβεβαιότητα ως προς τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά παράβαση των άρθρων 5(ε) και 5(στ) του Νόμου εκτός αν η συγκεκριμένη πράξη (παράπτωμα) που οδηγεί στην απόλυση του εργοδοτουμένου δηλώνει επιβεβαίωση συστηματικής συμπεριφοράς του εργοδοτουμένου μετά που του δόθηκαν σχετικές προειδοποιήσεις[5]. Κατά συνέπεια η συμπεριφορά του εργοδοτουμένου που έλαβε χώραν στο παρελθόν δεν είναι χωρίς σημασία, αφού αυτή μπορεί σε περίπτωση απόδειξής της να αποτελέσει τη βάση για μια αρνητική πρόγνωση ή σε συνδυασμό με το γεγονός που οδήγησε στην απόλυση να καταδεικνύει συστηματική συμπεριφορά. Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολουθήσαμε με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μας. Από την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, έχοντας κατά νου τις έγγραφες προτάσεις και το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας προβαίνουμε στην πιο κάτω αξιολόγηση και ανάλυση της ενώπιόν μας μαρτυρίας. Οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας καταθέτοντας δεν άφησαν τις καλύτερες εντυπώσεις στο Δικαστήριο καθότι υποστήριξαν την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας με γενικότητες και με δηλώσεις τις οποίες δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν με συγκεκριμένες αναφορές και λεπτομέρειες. Μέσα από το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους προκύπτουν ουσιαστικές ασάφειες και αντιφάσεις οι οποίες θέτουν σε αμφιβολία την αξιοπιστία τους. Πιο συγκεκριμένα: (α) Ενώ στους γενικούς λόγους του έγγραφου εμφάνισης της Εργοδότριας Εταιρείας και στο Τεκμήριο 1 αναφέρεται ότι η Αιτήτρια κάθε Αύγουστο που έπαιρνε τις ετήσιες άδειές της ουδέποτε επέστρεφε στην εργασία της την καθορισμένη ημερομηνία λήξης των τριών εβδομάδων της άδειας που της δινόταν, οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την κυρίως εξέτασή τους δεν αναφέρθηκαν στο εν λόγω θέμα και ο κ. Λεωνίδα όταν ρωτήθηκε σχετικά με το εν λόγω θέμα κατά την αντεξέτασή του απάντησε ότι δεν είναι κάθε χρόνο που η Αιτήτρια αντί να επιστρέψει στην εργασία της την καθορισμένη ημερομηνία λήξης της ετήσιας άδειάς της επέστρεφε σε μεταγενέστερο χρόνο και ότι δεν θυμάται ποιες χρονιές η Αιτήτρια δεν επέστρεψε στην εργασία της την καθορισμένη ημερομηνία λήξης της ετήσιας άδειάς της. (β) Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια έφευγε από την εργασία της χωρίς να ενημερώνει κανένα και απουσίαζε πολλές φορές για ώρες και άλλες φορές για δύο μέρες και κατά την επιστροφή της έλεγε ότι ήταν άρρωστη χωρίς να παρουσιάσει ιατρικό πιστοποιητικό, παρατηρούμε ότι δεν προσκομίστηκε ενώπιόν μας από την Εργοδότρια Εταιρεία οποιαδήποτε σαφής και συγκεκριμένη μαρτυρία που να στηρίζει τον εν λόγω ισχυρισμό εκτός από την αναφορά ότι η Αιτήτρια εν ώρα εργασίας εντοπίστηκε σε παραλία να κάνει ηλιοθεραπεία. Οι περιπτώσεις που αναφέρει ο κ. Λεωνίδα με γενικότητα και αοριστία στο Τεκμήριο 1 χωρίς την προσκόμιση οποιαδήποτε άλλης προφορικής ή γραπτής μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν τον πιο πάνω ισχυρισμό. Ο κ. Λεωνίδα στο Τεκμήριο 1 αναφερόμενος στα κατ' ισχυρισμό παραπτώματα της Αιτήτριας σημειώνει τα εξής: «Ένα ακόμα παράπτωμα ήταν στις τρεις τρίτου. Όλως τυχαίως την είδα στην παραλία να απολαμβάνει το μπάνιο της ενώ ήταν η ώρα δύο και πενήντα πέντε το απόγευμα και με κατηγόρησε ότι την παρακολουθώ ενώ έπρεπε να είναι στο γραφείο.». Στη γραπτή δήλωσή του, η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, αναφέρει: «Πολλές φόρες πήγαινα στο γραφείο και δεν την έβρισκα και πάντοτε πρότασσε κάποιες απαράδεκτες δικαιολογίες αλλά το αποκορύφωμα ήταν μια μέρα που ήμουν αδιάθετος λόγω στρες που μου προκάλεσε, πήρα το κατήφορο και πήγα στην παραλία του Ρίκκου να πιώ ένα καφέ και να ξεκουραστώ και την βρήκα να ηλιάζετε στον άμμο με το μαγιό της και να ξεκουράζετε. Πήγα κοντά της και την ρώτησα τι ώρα είναι τώρα και έφυγες από το γραφείο και ήρθες εδώ; Ήταν 2.45 το απόγευμα. Πήρα την εξής απάντηση: «μα με παρακολουθείς;». Αντί να ζητήσει συγνώμη ή να δώσει κάποια δικαιολογία, που δεν είχε, με ειρωνεύτηκε την στιγμή που εγώ ήμουν επιφορτισμένος με την υγεία μου. Η απάντηση της μου επιδείνωσε το στρες και με επιφόρτισε ακόμα περισσότερο άγχος.» Κατά την αντεξέτασή του ο κ. Λεωνίδα σε αντίθεση με την αναφορά του στο Τεκμήριο 1 ότι το εν λόγω περιστατικό έγινε στις 3.
- ανέφερε αρχικά ότι το εν λόγω περιστατικό έγινε περί τα τέλη του 2009 και στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε αν ήταν τον Δεκέμβριο ή τον Νοέμβριο απάντησε ότι ήταν τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο που έχει θάλασσα. Σε διάσταση με τις αναφορές του κ. Λεωνίδα ότι αυτός είδε την Αιτήτρια στην παραλία ο κ. Νεοφύτου κατέθεσε ότι κάποιοι φίλοι του, τους οποίους δεν μπορεί να κατονομάσει για να μην τους προσβάλει, του είπαν ότι είδαν την Αιτήτρια στην παραλία στη Γεροσκήπου η ώρα 2:45 μ.μ. Όταν ρωτήθηκε πότε ήταν αυτό, είπε ότι του το είπαν το καλοκαίρι αλλά δεν θυμόταν ποια χρονιά ήταν αυτό. Σημειώνουμε ότι το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 1 ο κ. Λεωνίδα αναγράφει ότι εντόπισε την Αιτήτρια εν ώρα εργασίας στην παραλία στις 3.
- η ώρα 2:55 μ.μ. μας δημιουργεί αμφιβολίες σχετικά με την αξιοπιστία του ισχυρισμού του ότι το Τεκμήριο 1 το έδωσε στο Γραφείο Εργασίας στις 3/3/
- Μας φαίνεται παράδοξο και μη φυσιολογικό σε επιστολή που γράφτηκε στις 3/3/10 να αναγράφεται απλώς παρενθετικά ένα περιστατικό που έγινε την ίδια μέρα στο τέλος της επιστολής και να σημειώνεται η ημερομηνία του περιστατικού αντί να γίνεται αναφορά ότι το περιστατικό έγινε σήμερα. Περάν τούτου δεν μπορούμε να αντιληφθούμε για ποιο λόγο την ίδια μέρα που ο κ. Λεωνίδα ισχυρίζεται ότι απέλυσε προφορικά την Αιτήτρια και η Αιτήτρια του ζήτησε γραπτή επιστολή απόλυσης αντί να δώσει γραπτή επιστολή απόλυσης στην Αιτήτρια με τους λόγους απόλυσής της επέλεξε να στείλει γραπτή επιστολή με τους λόγους απόλυσης της Αιτήτριας στο Γραφείο Εργασίας. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι (α) το Τεκμήριο 1 δεν φέρει δαχτυλογραφημένη ημερομηνία ενώ όλο το περιεχόμενό του πλην της υπογραφής του κ. Λεωνίδα είναι δαχτυλογραφημένο, γεγονός που μας ξενίζει και (β) δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από το Γραφείο Εργασίας που να δεικνύει πότε και για ποιο λόγο δόθηκε το εν λόγω Τεκμήριο στο Γραφείο Εργασίας. (γ) Δεν τέθηκε με συγκεκριμένη σαφή μαρτυρία το πραγματικό υπόβαθρο που θα μπορούσε να θεμελιώσει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια δεν έδειχνε τον απαραίτητο σεβασμό προς τον ιδιοκτήτη της Εργοδότριας Εταιρείας. Οι γενικές και αόριστες αναφορές του κ. Λεωνίδα ότι η Αιτήτρια ήταν πάντοτε ατίθαση προς το πρόσωπό του, ότι πάντοτε του αντιμιλούσε και οι σχετικές αναφορές στο Τεκμήριο 1 δεν μπορούν από μόνες του να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού της Εργοδότριας Εταιρείας. Σημειώνουμε ότι το Δικαστήριο για να είναι σε θέση (α) να αποφανθεί κατά πόσο οι ισχυρισμοί ενός εργοδότη για επίδειξη αρνητικής και εχθρικής συμπεριφοράς από ένα εργοδοτούμενο ευσταθούν και (β) να κρίνει κατά πόσο αντικειμενικά δικαιολογείται η απόδοση αρνητικής και εχθρικής συμπεριφοράς σε ένα εργοδοτούμενο από τον εργοδότη του, πρέπει να έχει ενώπιόν του όλες οι συνθήκες και τα στοιχεία που περιβάλλουν τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου. (δ) Ο κ. Νεοφύτου κατέθεσε ότι το ωράριο εργασίας της Αιτήτριας ήταν 7:30 π.μ. - 3:00 μ.μ. ή 4:00 μ.μ. σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του κ. Λεωνίδα και τις αναφορές στους γενικούς λόγους του έγγραφου εμφάνισης της Εργοδότριας Εταιρείας και στο Τεκμήριο 1 ότι το ωράριο εργασίας της Αιτήτριας ήταν 8:00 π.μ. - 4:00 μ.μ.. Ενώ ο κ. Λεωνίδα ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια από το 2006 δεν τηρούσε το ωράριο εργασίας της (αργοπορούσε το πρωί, πολλές φορές απουσίαζε από το γραφείο, έφευγε πιο νωρίς το απόγευμα) πέραν του ότι έφευγε γύρω στις 1:00 - 1:30 μ.μ. με τον ισχυρισμό ότι κάνει ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά δεν έδωσε κάποιες άλλες συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Περαιτέρω ενώ στο Τεκμήριο 1 συνέδεσε την πιο πάνω συμπεριφορά της Αιτήτριας με άλλα πρόσωπα που επηρεάζονταν και με τη μη εκτέλεση από την Αιτήτρια της εργασίας της, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ενώπιόν μας που να υποστηρίζει τους εν λόγω ισχυρισμούς του. Και ενώ στο Τεκμήριο 1 αναφέρει ότι είναι απαραίτητες οι υπηρεσίες της Αιτήτριας μετά τις 1:00 μ.μ., κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι όταν του ζήτησε η Αιτήτρια να φεύγει μετά τις 1:00 μ.μ. της είπε ότι θα της μειώσει τον μισθό και αυτή δεν δέχτηκε και ότι αυτός ήθελε να την βοηθήσει αλλά αυτή ήθελε ολόκληρο τον μισθό της και να μην δουλεύει. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι δεν μας φαίνεται λογικό και φυσικό ένας εργοδότης να ανέχεται ένα υπάλληλο να μην τηρεί το ωράριο εργασίας του για τέσσερα και πλέον χρόνια στο βαθμό που μας περιέγραψε ο κ. Λεωνίδας χωρίς να του δώσει μια γραπτή επιστολή- παρατήρηση. (ε) Kατά την αντεξέτασή του ο κ. Λεωνίδα σε ερώτηση του δικηγόρου της Αιτήτριας γιατί στο Τεκμήριο 1 δεν αναφέρει το στρες που του προκαλούσε η Αιτήτρια, απάντησε ότι το έγραψε σε άλλη επιστολή και ότι έστειλε τόσα πολλά, έγραψε τόσα πολλά και έκαμε πολλές επιστολές. Στη συνέχεια όταν ο δικηγόρος της Αιτήτριας, αφού του ανέφερε ότι σε αντίθεση με την πιο πάνω αναφορά του προηγουμένως είπε ότι δεν έστειλε επιστολές στην Αιτήτρια ή άλλες επιστολές στο Γραφείο Εργασίας σε σχέση με την Αιτήτρια, τον ρώτησε πότε λέει την αλήθεια απάντησε υπεκφεύγοντας λέγοντας ότι πάντα λέει την αλήθεια. Ακολούθως διαφοροποιήθηκε και είπε ότι έστειλε πολλές επιστολές στην Αστυνομία και ότι δεν έστειλε άλλη επιστολή στο Γραφείο Εργασίας. Παρατηρούμε ότι ενώπιόν μας κατέθεσε μόνο μια επιστολή προς την Αστυνομία το Τεκμήριο
- (στ) Δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε απτό στοιχείο που να καταδεικνύει τον ισχυρισμό του κ. Λεωνίδα ότι κατά την διάρκεια που η Αιτήτρια εργοδοτείτο στην Εργοδότρια Εταιρεία η Εργοδότρια Εταιρεία πλήρωνε €40 - €50 νερό ενώ μετά την απόλυση της Αιτήτριας το πάγιο. (ζ) Ο κ. Λεωνίδα γενικά και αόριστα ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια έδειχνε τέτοιο μίσος προς το πρόσωπό του που αυτός σκεφτόταν διπλά αν θα πάει στο γραφείο του μήπως τον κατηγορήσει η Αιτήτρια για άσεμνη επίθεση και ότι προσπαθούσε πάντοτε να έχει δεύτερο πρόσωπο μαζί του όταν πήγαινε στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας, ότι πλήρωσε περισσότερα από όσα αναλογούσαν στην Αιτήτρια (ενώ κατά την αντεξέτασή του είπε ότι πήγε στο Γραφείο Εργασίας και εκεί του είπαν τι να πληρώσει της Αιτήτριας και της τα πλήρωσε) για να γλυτώσει από πιθανές άλλες ζημιές ή και εμπρησμό. Σημειώνουμε ότι στο Τεκμήριο 1 δεν γίνεται αναφορά σε κακόβουλη συμπεριφορά της Αιτήτριας (η μόνη αναφορά του στο Τεκμήριο 1 είναι ότι η Αιτήτρια δεν δέχεται την προφορική απόλυσή της). Ούτε μας εξήγησε για ποιο λόγο έπρεπε να αλλάξει τις κλειδαριές του γραφείου όταν απέλυσε την Αιτήτρια. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του δεν επιβεβαιώθηκαν από τη μαρτυρία του κ. Νεοφύτου ο οποίος ανέφερε ότι ουσιαστικό πρόβλημα της Αιτήτριας ήταν ότι δεν ήταν συνεπής. Τα πιο πάνω τείνουν να καταδείξουν την εντύπωση που σχηματίσαμε για τον κ. Λεωνίδα ότι προέβαινε σε υπερβολικές δηλώσεις για σκοπούς εντυπωσιασμού. (η) Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 ο κ. Λεωνίδα κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι η υπογραφή στο εν λόγω Τεκμήριο δεν είναι η υπογραφή του και ότι είναι φωτοτυπία. Στη συνέχεια είπε ότι υπάρχουν διαφορές με την αυθεντική υπογραφή του καθότι αυτός δεν γράφει το τελικό «δ» όπως είναι γραμμένο στο εν λόγω Τεκμήριο εννοώντας προφανώς ότι δεν είναι αυτός που έκανε την εν λόγω υπογραφή. Κατά την αντεξέτασή του ανασκεύασε και είπε ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο 3 είναι φωτοτυπία μιας από τις χιλιάδες υπογραφές που είχε στο γραφείο και ότι η Αιτήτρια φωτοτύπησε μια από τις υπογραφές του που υπήρχε σε κάποιο έγγραφο και έγραψε από πάνω αυτά που ήθελε αυτή ενώ ο κ. Νεοφύτου κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο 3 δεν είναι του κ. Λεωνίδα αφού δεν μοιάζει με αυτήν του κ. Λεωνίδα. (θ) Η θέση του κ. Λεωνίδα ότι εν αγνοία του η Αιτήτρια «όταν γέμιζε τις φόρμες για το γραφείο εργασίας στο δικό της μισθολόγιο πρόσθετε €400,00 .» και αυτός εν αγνοία του υπέγραφε και η Αιτήτρια «καρπούταν περισσότερες κοινωνικές ασφαλίσεις» δεν υποστηρίχτηκε από κάποιο απτό στοιχείο. Αντίθετα το Τεκμήριο 10 διαψεύδει την πιο πάνω θέση του κ. Λεωνίδα αφού δεν φαίνεται σε αυτό ότι η Αιτήτρια είχε δηλωθεί στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι λάμβανε €1.100,00 τον μήνα. Ο κ. Νεοφύτου σε αντίθεση με τον κ. Λεωνίδα κατέθεσε ότι η Αιτήτρια ετοίμαζε τα έγγραφα για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και ότι είτε αυτός είτε ο πατέρας του τα έλεγχαν πριν υπογραφούν και κατατεθούν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας είχε πολλά σημαντικά κενά και ουσιαστικές αδυναμίες οι οποίες μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να θεωρήσουμε την εν λόγω μαρτυρία ως αξιόπιστη και ασφαλή βάση στην οποία μπορούμε να βασιστούμε για εξαγωγή ευρημάτων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Κρίνουμε την εν λόγω μαρτυρία ως μη αξιόπιστη, μη ικανοποιητική και μη επαρκή και κατά συνέπεια δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε συμπεράσματα που να στηρίζουν την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας. Συνακόλουθα η μαρτυρία του κ. Λεωνίδα και του κ. Νεοφύτου απορρίπτεται. Ενόψει του συμπεράσματος του Δικαστηρίου για την απόρριψη (λόγω αναξιοπιστίας της μαρτυρίας που προσκομίστηκε) της εκδοχής της Εργοδότριας Εταιρείας, (η οποία Εργοδότρια Εταιρεία είχε το βάρος απόδειξης του νόμιμου τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας), ελλείπει η ανάγκη για περαιτέρω εξέταση ως το αξιόπιστο ή μη της εκδοχής της Αιτήτριας για το παράνομο του τερματισμού της απασχόλησής της. Σχετική αναφορά για το θέμα αυτό γίνεται στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 CLR 21[6] και Paphos Stone C. Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, ECLI:CY:AD:2014:A457, Πολ. Έφεση Αρ. 361/2009, ημερ. 3/7/2014[7]. Είναι επομένως κατάληξή μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν τερμάτισε νόμιμα και δικαιολογημένα την εργοδότηση της Αιτήτριας εντός των πλαισίων του άρθρου 5 του Νόμου και συνακόλουθα η Αιτήτρια δικαιούται σε αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Νόμου. Το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου προβλέπει ότι το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ΄ ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Με βάση τα πιο πάνω η μαρτυρία που προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια θα αξιολογηθεί με σκοπό τη διαπίστωση γεγονότων που θα οδηγήσουν το Δικαστήριο στον καθορισμό της θεραπείας που δικαιούται η Αιτήτρια συνεπεία του παράνομου τερματισμού της απασχόλησής της δυνάμει των προνοιών του Νόμου. Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ. Αναστάση παρατηρούμε ότι οι ισχυρισμοί που τέθηκαν ενώπιόν μας με την προφορική μαρτυρία του δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε έγγραφα όπως π.χ. την έκθεση των γραφολόγων, την καταγγελία-κατάθεση του κ. Λεωνίδα εναντίον της Αιτήτριας, το έγγραφο που ισχυρίστηκε ο κ. Λεωνίδα ότι σε αυτό δεν είναι η δική του υπογραφή που τέθηκε σε αυτό («το πρωτότυπο» όπως το περιέγραψε ο κ. Αναστάση). Υπό το φως του γεγονότος ότι στην επιστολή του ημερ.26/1/2016 προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου (Τεκμήριο 4) ο κ. Λεωνίδα καταγγέλλει ότι η υπογραφή του στο Τεκμήριο 3 είναι φωτοτυπημένη κρίνουμε ότι δεν είναι ασφαλές να στηριχτούμε μόνο στην προφορική μαρτυρία του κ. Μ. Αναστάση ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ο κ. Λεωνίδα του είπε ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο 3 είναι δική του αλλά δεν ξέρει πώς βρέθηκε στο εν λόγω έγγραφο, για την εξαγωγή συμπερασμάτων που αφορούν την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς και ως εκ τούτου η μαρτυρία του κ. Αναστάση δεν γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία της Αιτήτριας σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απολύθηκε ήταν σταθερή, πειστική, με λογική συνοχή, χωρίς αντιφάσεις και σε συμφωνία με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Όσον αφορά τον ισχυρισμό της για το ύψος των μηνιαίων απολαβών της παρατηρούμε ότι πέραν των προφορικών ισχυρισμών της ότι ο μηνιαίος μισθός της ανερχόταν σε €1.100,00 δεν προσέφερε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που θα υποστήριζε τον εν λόγω ισχυρισμό παρά το ότι στο Τεκμήριο 2 σημείωνε ότι σ΄ αυτό επισύναπτε μερικά αποδεικτικά στοιχεία όπως αποσπάσματα από το λογιστικό πρόγραμμα της Εργοδότριας Εταιρείας και μερικές αποδείξεις. Σημειώνουμε επίσης ότι η Αιτήτρια δεν μας ανέφερε ποιο ήταν το συμπέρασμα/ ποια η θέση του Γραφείου Εργασίας σε σχέση με τα αναφερόμενά της στο Τεκμήριο
- Οι πιο πάνω αδυναμίες στην εν λόγω μαρτυρία της Αιτήτριας κρίνονται ως ουσιαστικές και κατά συνέπεια η προφορική μαρτυρία της Αιτήτριας δεν είναι επαρκής στο να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι πραγματικές μηνιαίες απολαβές της Αιτήτριας ήταν αυτές που ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Με βάση τα πιο πάνω η μαρτυρία της Αιτήτριας σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απολύθηκε γίνεται αποδεκτή ενώ η μαρτυρία της σε σχέση με το ύψος των μηνιαίων απολαβών της κρίνεται ως μη επαρκής και μη ικανοποιητική να αποδείξει την εκδοχή της Αιτήτριας. Ενόψει του ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 όσον αφορά την καταβολή 13ου μισθού στην Αιτήτρια δεν αμφισβητήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία βρίσκουμε ότι στην Αιτήτρια καταβαλλόταν 13ος μισθός. Περαιτέρω διαπιστώνουμε ότι μεταξύ του περιεχομένου του Τεκμηρίου 10 και των πιστοποιητικών αποδοχών της Αιτήτριας - Τεκμήριο 11 (τα οποία κατατέθηκαν εξ συμφώνου και τα οποία υπογράφονται από τον εξωτερικό λογιστή της Εργοδότριας Εταιρείας) αν ληφθεί υπόψη η εισφορά τόσο της Αιτήτριας ως εργοδοτουμένης όσο της Εργοδότριας Εταιρείας ως εργοδότριας στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπάρχουν κάποιες πολύ μικρές διαφορές αναφορικά με το ύψος των μηνιαίων αποδοχών της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου βρίσκουμε ότι οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές της Αιτήτριας ανέρχονταν στο ποσό των €848,00 ως σημειώνεται στο Τεκμήριο
- Σημειώνουμε ότι για σκοπούς του Νόμου είναι οι ακαθάριστες αποδοχές του εργοδοτουμένου που λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των εβδομαδιαίων απολαβών του εργοδοτουμένου. Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια για σκοπούς του Νόμου ήταν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για 6 έτη και οι εβδομαδιαίες απολαβές της ανέρχονταν σε €212,00 (13 Χ €848,00 ÷ 52). Λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της Αιτήτριας και την απουσία μαρτυρίας σχετικά με την ηλικία της Αιτήτριας, τις προσπάθειες που έκανε η Αιτήτρια για εξεύρεση άλλης εργασίας και για την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας της Αιτήτριας, κρίνουμε ότι η Αιτήτρια σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησής της, δικαιούται σε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν με τις απολαβές 13 εβδομάδων, ήτοι, €2.756,00 (13 X €212,00). Κατάληξη Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €2.756,00 πλέον νόμιμο τόκο. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ΄ ων η αίτηση 1 δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............. Ν. Θρασυβούλου, Μέλος. Κ. Χριστοδούλου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Καθορισμός της νομιμότητας της απόλυσης - μηνιαίων απολαβών του). [1] Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκουλα
(2005), σελ.
- [2] Βλέπε St. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths, σελ.
- [3] Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, (πιο πάνω) παρατίθεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R. στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swift
(1981)1 R.L.R. 91:"The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quite reasonably take a different view". [4] Στην υπόθεση L'Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(2000)1 ΑΑΔ 2117, αποφασίστηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη εκ μέρους του εφεσίβλητου της απρεπούς συμπεριφοράς (10.10.97) μέχρι την απόλυση του (6.11.97) είναι πέραν του λογικού χρόνου, εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από την Εργοδότρια Εταιρεία το δικαίωμα σε απόλυση του. Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου
(2000)1 ΑΑΔ 1000, ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ΄ ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτουμένου (19.5.1998) κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσης του στις 5.10.98 εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από 19.5.1998 μέχρι 5.10.1998 δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου [5] Βλέπε St. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths, σελ.19: «.an employment tribunal must still determine whether the course of conduct in the aggregate is sufficient to warrant dismissal by a reasonable employer.. The particular act of misconduct which precipates the dismissal does not have to be sufficiently serious in its own right to justify dismissal as long as it confirms a pattern by, for example occurring after a final warning». [6] «If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weight thereafter». [7] «Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά επιδίκασε αποζημιώσεις. Από τη στιγμή που έκρινε ότι οι Εφεσείοντες δεν απέσεισαν το βάρος που είχαν να αποδείξουν ότι ο τερματισμός έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 5(α), (ε) και (στ) του Νόμου, τότε ο Εφεσίβλητος δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Νόμου σε αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του. Το γεγονός ότι η μαρτυρία του Εφεσίβλητου δεν αξιολογήθηκε θετικά, δεν επηρεάζει κατά την άποψη μας το δικαίωμα του Εφεσίβλητου σε αποζημιώσεις, εφόσον το βάρος απόδειξης ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος δεν ήταν στους ώμους του , αλλά στους ώμους των Εφεσειόντων.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο