ΚΟΥΠΑΡΗ ν. ΤΑΜΕΙΟΝ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 12/2014, 31/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:4 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Τσιούπη και Χρ. Πελεκάνου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 12/2014 Μεταξύ: XXXXX ΚΟΥΠΑΡΗ Αιτήτρια -και- ΤΑΜΕΙΟΝ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 31η Ιανουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Κ. Χατζηιωάννου μαζί με την κα Κ. Κουπαρή Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Στ. Μαυροκέφαλος ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια με την Αίτηση της αξιώνει το ποσό των €128.114,42 ως υπόλοιπο του ποσού που δικαιούτο να λάβει από τους Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «το Ταμείο») κατά την πρόωρη αφυπηρέτηση της από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής «η Τράπεζα») στις 7.8.
- Είναι η θέση του Ταμείου, όπως προβάλλεται στους γενικούς λόγους εμφάνισης, ότι με τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης οι καταθέσεις του Ταμείου μειώθηκαν στο 52,5% και ότι στην Αιτήτρια καταβλήθηκε το εναπομείναν σε πίστη της ποσό. Περαιτέρω, ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται σε οποιονδήποτε χρηματικό ποσό πέραν των καταβληθέντων, αλλά δικαιούται μετοχές ή δικαίωμα σε μετοχές που της αναλογούν λόγω της μετατροπής των καταθέσεων του Ταμείου σε μετοχές. Προσδιορίζει δε, ότι η Αιτήτρια δικαιούται σε 128.061 μετοχές ονομαστικής αξίας €1 έκαστη. Προς υποστήριξη των θέσεων τους οι διάδικοι κάλεσαν τρεις μάρτυρες έκαστος. Για την Αιτήτρια κατέθεσαν εκτός από την ίδια, ο κ. XXXXX Φραγκούδης και η κα XXXXX Σαββίδου, πρώην υπάλληλοι της Τράπεζας, ενώ για το Ταμείο ο κ. XXXXX Παναγιώτου, Πρόεδρος του Ταμείου και οι κ.κ. XXXXX Μούντης και XXXXX Ταξιτάρης, ως εμπειρογνώμονες για σκοπούς υπολογισμού ης αξίας των μετοχών που προέκυψαν από το «κούρεμα». Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο σε κατοπινό, κατάλληλο, στάδιο της απόφασης. Προτού όμως γίνει αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία θα 'ταν χρήσιμο να προηγηθεί η καταγραφή των παραδεκτών και ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια ήταν υπάλληλος της Τράπεζας για 36 περίπου χρόνια. Αφυπηρέτησε πρόωρα με βάση το Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου (στο εξής «το Πρόγραμμα») που εξήγγειλε η Τράπεζα στις 2.7.2013 και έληγε στις 2.8.
- Ήταν μέλος του Ταμείου και δικαιούχος σύμφωνα με τον Νόμο και το Καταστατικό του Ταμείου (Τεκ.1) σε εφάπαξ συνταξιοδοτική παροχή από το Ταμείο. Η Αιτήτρια αξιοποιώντας το Πρόγραμμα υπέβαλε παραίτηση από την Τράπεζα την 1.8.
- Η ημερομηνία τερματισμού των υπηρεσιών της καθορίστηκε από την Τράπεζα και ήταν η 7.8.
- Το Ταμείο είναι το Ταμείο Προνοίας της Τράπεζας το οποίο είναι δεόντως εγγεγραμμένο στο μητρώο του Εφόρου Ταμείων Επαγγελματικών Συντα-ξιοδοτικών Παροχών («ο Έφορος») δυνάμει των διατάξεων του «περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελ-ματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμου του 2012» (Ν.208(Ι)/2012), («ο Νόμος»). Από τις 28.8.2013 ευρίσκεται υπό εκκαθάριση και εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι τη διάλυση του σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Για την Αιτήτρια όπως και για τα υπόλοιπα μέλη, το Ταμείο διατηρούσε μερίδα όπου εμφαίνοντο αναλυτικά οι εισφορές του κάθε μέλους, οι εισφορές του εργοδότη, οι αποδόσεις και γενικά ο συνολικός λογαριασμός του μέλους, συμπεριλαμβανομένου και του εθελοντικού Ταμείου. Όλα τα μέλη πληροφορούνταν για τη μερίδα τους μέσω ηλεκτρονικής πρόσβασης απ' όπου μπορούσαν να εξασφαλίσουν και κατάσταση λογαριασμού. Το Ταμείο διατηρούσε τα ποσά του σε διάφορους καταθετικούς λογαριασμούς στην Τράπεζα. Επιπλέον ποσό €51.000.000 περίπου πλέον τόκους διατηρούσε στην Alpha Bank. Οι καταθέσεις που διατηρούσε το Ταμείο στην Τράπεζα παρέμειναν αναλλοίωτες μέχρι τα μέσα Μαρτίου 2013 που λήφθηκαν τα γνωστά μέτρα εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος των δύο μεγάλων Τραπεζών της Κύπρου (Λαϊκής Τράπεζας και Τράπεζας Κύπρου), για τα οποία γίνεται περιεκτική αναφορά στη θεμελιακή απόφαση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α.
(2013)3 Α.Α.Δ. 427 (απόφαση μειοψηφίας), μέρος των οποίων παραθέτουμε: «..... Στις 15.3.2013, συγκλήθηκε συνάντηση των χωρών της Ευρωζώνης (Euro group) για συζήτηση της σοβαρής κατάστασης που είχε δημιουργηθεί στην Κύπρο. Τις πρωινές ώρες της 16.3.2013 λήφθηκε απόφαση από το Euro group για διάσωση της κυπριακής οικονομίας με την παροχή βοήθειας ύψους 10 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η βοήθεια συνδέθηκε με τη λήψη μέτρων για διάρθρωση της οικονομίας στη βάση αποδοχής μνημονιακής σύμβασης. Τέθηκε επίσης όρος ότι το ποσό των 10 δισεκατομμυρίων ευρώ δεν θα χρησιμοποιείτο για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Ως εκ τούτου ζητήθηκε από την Κύπρο όπως εξασφαλίσει με δικά της μέσα πρόσθετο ποσό ύψους περίπου 5.8 δισεκατομμυρίων ευρώ. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε η εισαγωγή μιας εφάπαξ εισφοράς αλληλεγγύης από όλους τους καταθέτες (6,75% για καταθέσεις κάτω των €100.000 και 9,9% για καταθέσεις άνω των €100.000), καθώς και άλλων μέτρων για αναδιάρθρωση της οικονομίας και ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Στις 19.3.2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε το νομοσχέδιο που είχε κατατεθεί για έγκριση της Συμφωνίας που είχε επιτευχθεί με το Eurogroup. Tην 21.3.2013 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε να διατηρήσει το μέχρι τότε επίπεδο ρευστότητας, που σήμαινε ότι δεν θα παραχωρείτο περαιτέρω ρευστότητα (ELA), εκτός εάν η Κύπρος δεχόταν το πρόγραμμα διάσωσης που προτείνετο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ και το οποίο θα διασφάλιζε τη φερεγγυότητα των κυπριακών τραπεζών και δημόσιου τομέα. Στις 22.3.2013 η εικόνα που προέκυπτε από τα αποθέματα ρευστών διαθέσιμων των δύο τραπεζών, ήταν ότι αυτές δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους, αν δεν τους παραχωρείτο έκτακτη ρευστότητα. Σύμφωνα με τους όρους παροχής έκτακτης ρευστότητας από την ΚΤΚ προς τις τράπεζες, σε περίπτωση διακοπής της παροχής έκτακτης ρευστότητας προς τις τράπεζες, τα ποσά που είχαν παραχωρηθεί μέχρι τότε ως έκτακτη ρευστότητα, καθίσταντο αμέσως πληρωτέα προς την ΚΤΚ. Να σημειωθεί ότι η κυπριακή κυβέρνηση παραχώρησε στη Λαϊκή Τράπεζα κυβερνητική εγγύηση ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ με αποτέλεσμα με την ενδεχόμενη κατάρρευση της Λαϊκής να δημιουργείται άμεσος κίνδυνος πτώχευσης του κράτους, εφόσον οι κυβερνητικές εγγυήσεις καθίσταντο αμέσως πληρωτέες στους κατόχους τους. Η ενδεχόμενη αδυναμία του κράτους να πληρώσει τις υποχρεώσεις του, θα είχε αλυσιδωτές επιδράσεις στις υποχρεώσεις του κράτους, έναντι των κατόχων κρατικών ομολόγων. Λόγω του όρου που έθεσε η ΕΚΤ, η επίτευξη συμφωνίας με το Euro group ήταν επιτακτική, καθότι ο κίνδυνος άμεσης χρεοκοπίας του κράτους ήταν πλέον ορατός, εφόσον δεν θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν ούτε τα περίπου 35 δισεκατομμύρια καταθέσεων κάτω των €100.000 τα οποία υποτίθεται ότι ήταν εξασφαλισμένα. Σύμφωνα με τη θέση της Δημοκρατίας, η μόνη άλλη διέξοδος θα ήταν η αποχώρηση από το ευρώ και η έκδοση νέου νομίσματος με απρόβλεπτες συνέπειες. Μπροστά σ' αυτά τα διλήμματα, η Βουλή ψήφισε στις 22.3.2013, μεταξύ άλλων, τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013), στο εξής «ο Νόμος». Στις 25.3.2013 συνήλθε εκ νέου το Eurogroup και επιτεύχθηκε νέα συμφωνία με την κυπριακή κυβέρνηση για εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κύπρου. Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε ότι το Eurogroup θα παρείχε βοήθεια 10 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ η Δημοκρατία θα λάμβανε μέτρα για την εξεύρεση πρόσθετου ποσού 5.8 δισεκατομμυρίων ευρώ για εξυγίανση των δύο μεγάλων τραπεζών με ίδια μέσα («bail-in») στη βάση του Νόμου 17(Ι)/2013. Στις 25.3.2013 η ΕΚΤ χαιρέτησε την επίτευξη συμφωνίας και ανακοίνωσε ότι δεν είχε πλέον ένσταση στην παραχώρηση περαιτέρω έκτακτης ρευστότητας. Ενόψει της απόφασης που επιτεύχθηκε με το Eurogroup, η οποία απέκλειε την ανακεφαλαιοποίηση των δύο τραπεζών από το πρόγραμμα χρηματοδότησης που θα λαμβάνετο από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και προ του κινδύνου αποσταθεροποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας, η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, ως Αρχή Εξυγίανσης, από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών, άσκησε τις εξουσίες της δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου 17(Ι)/2013 και έλαβε το πρώτο μέτρο εξυγίανσης των δύο μεγάλων τραπεζών. Μεταξύ άλλων εξέδωσε και τα πιο κάτω Διατάγματα:- ΚΔΠ 94/2013, ημερ. 25.3.2013 (Πώληση Εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας), ΚΔΠ 97/2013, ημερ. 26.3.2013 (Πώληση των εν Ελλάδι Εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας), ΚΔΠ 103/2013, ημερ. 29.3.2013 (Διάσωση με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου), ΚΔΠ 104/2013, ημερ. 29.3.2013 (Πώληση ορισμένων Εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας), ΚΔΠ 105/2013, ημερ. 1.4.2013 (Πώληση Ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο της Λαϊκής Τράπεζας), ΚΔΠ 107/13, ημερ. 3.4.2013 (Επιβολής Προσωρινών Περιοριστικών Μέτρων στις Συναλλαγές σε περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης, Τέταρτο Διάταγμα του 2013) και ΑΔΠ 197/13, ημερ. 26.3.2013 (Διορισμός Ειδικού Διαχειριστή για τη Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δυνάμει του άρθρου 14 .....» Ειδικότερα όσον αφορά το Διάταγμα ΚΔΠ 103/2013 στην πιο πάνω απόφαση (απόφαση πλειοψηφίας) αναφέρθηκαν τα εξής σημαντικά: «Το Διάταγμα 103 το οποίο αφορά την Τράπεζα Κύπρου διαφέρει από το Διάταγμα 104 το οποίο αφορά τη Λαϊκή και το οποίο εφαρμόζει το μέτρο της πώλησης εργασιών δυνάμει των άρθρων 7
(1)(β) και 9 του Νόμου, κατά το ότι εφαρμόζει άλλο μέτρο εξυγίανσης, εκείνο της διάσωσης με ίδια μέσα δυνάμει των άρθρων 7
(1)(ε) και 12 του Νόμου προς το σκοπό αποκατάστασης της κεφαλαιακής επάρκειας της τράπεζας. Γίνονται προς τούτο πρόνοιες για μετατροπή ποσοστού 37.5% των καταθέσεων πέραν των €100.000 σε μετοχές τάξης Α, δέσμευση ποσοστού 22.5% των καταθέσεων πέραν των €100.000 για σκοπούς ενδεχόμενης μετατροπής του σε μετοχές τάξης Α εντός 90 ημερών, και δέσμευση του υπόλοιπου 40% των καταθέσεων πέραν των €100.000 με όρους ως προς επιτόκια, αποπληρωμή σε περίπτωση εκκαθάρισης, προτεραιότητα ως προς άλλες υποχρεώσεις της τράπεζας και μετατροπή σε κατάθεση. Στον Κανονισμό 10 της ΚΔΠ 103/2013, προνοείται ρητά ότι «το παρόν Διάταγμα ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και τίθεται σε εφαρμογή στις 6:00 π.μ. της 29ης Μαρτίου 2013». Η σχετική δημοσίευση έγινε στις 29.3.
- Μετά την έκδοση του πιο πάνω Διατάγματος το Ταμείο καταχώρησε στο Ε.Δ. Λευκωσίας την αγωγή με αρ. 2243/2013 εναντίον της Τράπεζας και άλλων και στις 5.4.2013 εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα που εμπόδιζε τη μετατροπή των καταθέσεων του σε μετοχές (Τεκ. 3). Η Κεντρική Τράπεζα και το Υπουργείο Οικονομικών με ανακοίνωση τους ημερ. 30.7.2013 (Τεκ. 4) ανακοίνωναν, μεταξύ άλλων ότι η διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης της Τράπεζας είχε ολοκληρωθεί και ότι το τελικό ποσοστό μετατροπής των ανασφάλιστων καταθέσεων σε μετοχικό κεφάλαιο ήταν 47,5%. Επίσης ότι το υπόλοιπο ποσό των καταθέσεων θα μοιραζόταν ισόποσα σε τρεις ξεχωριστές καταθέσεις προθεσμίας των έξι, εννέα και δώδεκα μηνών αντίστοιχα με δικαίωμα ανανέωσης τους από την Τράπεζα για μια επιπρόσθετη περίοδο ίδιας χρονικής διάρκειας. Την ίδια ημέρα δημοσιεύθηκαν τα Διατάγματα ΚΔΠ275/13, ΚΔΠ276/13 και ΚΔΠ278/13 καθώς και η ΚΔΠ277/13 που αφορά τα περιοριστικά μέτρα. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 της ΚΔΠ 275/2013: «
- Το παρόν Διάταγμα ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και τίθεται σε εφαρμογή στις 6:00 π.μ. στις 30 Ιουλίου
- Νοείται ότι τα περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διατάγματα του 2013 έως (Αρ.2) του 2013 δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου και ενόσω βρίσκονται σε ισχύ απαγορευτικά ή άλλα διατάγματα, τα οποία έχουν εκδοθεί από αρμόδια δικαστήρια.» Σύμφωνα με τον Κανονισμό 11 της ΚΔΠ 278/2013: «
- Το παρόν Διάταγμα ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και τίθεται σε εφαρμογή στις 17:10 π.μ. την 30 Ιουλίου
- Νοείται ότι οι μεταβολές στο μετοχικό κεφάλαιο σύμφωνα με τις παραγράφους 5, 6, 7, 8 και 9 του παρόντος Διατάγματος επέρχονται και ολοκληρώνονται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος: Νοείται περαιτέρω ότι τα περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διατάγματα του 2013 έως (Αρ.3) του 2013 δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου και ενόσω βρίσκονται σε ισχύ απαγορευτικά ή άλλα διατάγματα, τα οποία έχουν εκδοθεί από αρμόδια δικαστήρια.» Με επιστολή ημερ. 31.7.2013 προς τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας (Τεκ.5), ο Υπουργός Οικονομικός αναφερόμενος στα Ταμεία Προνοίας των υπαλλήλων της Τράπεζας και για σκοπούς διευκόλυνσης της αποδοχής του Προγράμματος Αφυπηρέτησης, επανέλαβε την εισήγηση και θέση της Κυβέρνησης όπως το ποσό που θα προσδιορίζετο ότι αντιστοιχούσε στους εργαζόμενους που θα αποχωρούσαν, να αποδεσμεύετο, ούτως ώστε να καθίστατο δυνατή η μεταβίβαση του στους τραπεζικούς λογαριασμούς των εν λόγω εργαζομένων. Σημειώνει δε, ότι τα ποσά αυτά θα υπόκειντο σε όλα τα ισχύοντα Διατάγματα. Τα ίδια επαναλαμβάνονται και στην επιστολή ημερ. 1.8.2013 (Τεκ.6) που ο Υπουργός Οικονομικός κοινοποίησε στον Πρόεδρο της ΕΤΥΚ. Τον Αύγουστο 2013 το Ταμείο έλαβε από την Τράπεζα δύο ενημερωτικές επιστολές ημερ. 8.8.2013 (Τεκ. 7Α και 7Β) αναφορικά με την έκδοση μετοχών Τάξης Α ονομαστικής αξίας €1,00 εκάστη, με ισχύ την 29.3.2013 και 30.7.
- Με επιστολή ημερ.20.8.2013 (Τεκ.8) το Ταμείο ζήτησε από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας την αποδέσμευση του ποσού των €67,5 εκατομμυρίων που αναλογούσε στα μέλη που είχαν αποχωρίσει από την Τράπεζα με βάση το Πρόγραμμα. Με απαντητική επιστολή ημερ. 27.8.2013 (Τεκ.9) η Κεντρική Τράπεζα υπόδειξε στο Ταμείο τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να προχωρήσει στις ανάλογες πληρωμές. Στις 27.8.2013 και 28.8.2013 σε γενική συνέλευση των μελών του Ταμείου αποφασίστηκε η διάλυση και εκκαθάριση του Ταμείου και η απόσυρση του προσωρινού διατάγματος (Τεκ.3). Κατά την εν λόγω συνέλευση δεν κλήθηκε να είναι παρούσα η Αιτήτρια ούτε και τα υπόλοιπα αποχωρήσαντα μέλη με βάση το Πρόγραμμα, τα ονόματα των οποίων είχαν κοινοποιηθεί στο Ταμείο από την Τράπεζα. Στις 29.8.2013 και με βάση την απόφαση της γενικής συνέλευσης αποσύρθηκε το προσωρινό διάταγμα και ως αποτέλεσμα της απόσυρσης και με βάση τα μέτρα εξυγίανσης: (α) €186.132.259 (δηλαδή το 47,5%) από τους λογαριασμούς του Ταμείου μετατράπηκαν σε μετοχές της Τράπεζας δυνάμει των ισχυόντων Κανονισμών που αφορούσαν την εξυγίανση της Τράπεζας («οι Μετοχές»), (ΚΔΠ103/13, 275/13, 278/13), (β) δεσμεύτηκαν σε γραμμάτια προθεσμίας 6, 9 και 12 μηνών στην Τράπεζα το συνολικό ποσό των €147.353.806,53, (γ) τα υπόλοιπα των λογαριασμών του, αφαιρουμένων των πιο πάνω, το Ταμείο μπορούσε να χρησιμοποιήσει ελεύθερα. Με επιστολή ημερ. 29.8.2013 (Τεκ. 10) το Ταμείο ενημέρωσε τον Έφορο Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών («ο Έφορος») ότι η γενική συνέλευση του Ταμείου αποφάσισε τη διάλυση του Ταμείου και ότι θα ξεκινούσαν την εκκαθάριση της περιουσίας του και την κατανομή της στους δικαιούχους. Στις 10.9.2013 το Ταμείο κατένειμε καθ' υπολογισμό όλα τα ποσά που διατηρούσε στην Τράπεζα σε όλα τα μέλη και στους αποχωρήσαντες με βάση το Πρόγραμμα περιλαμβανομένης της Αιτήτρια, κατ' αναλογία των ποσών που έκαστος διατηρούσε στη μερίδα του κατά τις 10.9.
- Ποσό €500.000 δεν κατανεμήθηκε και παρέμεινε για κάλυψη των εξόδων εκκαθάρισης, της διαχείρισης του Ταμείου και των δικαστικών διαδικασιών. Τα υπολογισθέντα ποσά καταβλήθηκαν στα μέλη και στους αποχωρήσαντες στις 23.9.
- Την ίδια μέρα κατανεμήθηκε και το ποσό των €51.000.000 περίπου πλέον τόκοι που το Ταμείο διατηρούσε στην Alpha Bank. Στις 17.10.2013 το Ταμείο ζήτησε από την Τράπεζα να κλείσει όλους τους λογαριασμούς του Ταμείου που ήταν τοκοφόροι, και στις 15.11.2013 κατέβαλε σε όλα τα μέλη και στους αποχωρήσαντες τα ποσά που τους αναλογούσαν με βάση τον υπολογισμό που έγινε στις 10.9.
- Στις 10.9.2013 και 15.11.2013 το Ταμείο κατέβαλε στην Αιτήτρια το 52,5% του ποσού που υπολόγισαν ότι ήταν κατατεθειμένο σε πίστη του Ταμείου στην Τράπεζα και που αναλογούσε στην Αιτήτρια κατ' αναλογία των ποσών που φαίνονταν στη μερίδα της κατά την 10.9.
- Επίσης στις 23.9.2013 της κατέβαλε το 100% του ποσού που υπολόγισε ότι της αναλογούσε και που ήταν κατατεθειμένο σε πίστη του Ταμείου στην Alpha Bank κατ' αναλογία των ποσών που φαίνονταν στη μερίδα της κατά την 10.9.
- Το Ταμείο διατηρεί τις 186.132.259 μετοχές που προέκυψαν δυνάμει των ισχυόντων Κανονισμών που αφορούσαν την εξυγίανση της Τράπεζας και που ήταν ονομαστικής αξίας €1 εκάστη κατά την 10.9.
- Αν οι μετοχές κατανεμηθούν στην Αιτήτρια και τα άλλα μέλη και πρώην μέλη του Ταμείου κατ' αναλογία των ποσών που φαίνονται στη μερίδα τους, θα αποδώσει στην Αιτήτρια περίπου τόσες μετοχές όσο το χρηματικό ποσό σε ευρώ που απαιτεί. Για ολοκλήρωση του παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου πλαισίου της υπόθεσης σημειώνουμε ότι ο Υπουργός Οικονομικών με επιστολή του προς τον Πρόεδρο της Βουλής ημερ. 30.10.2013 (Τεκ.11) εξέφραζε την συμφωνία του σε σχέση με την πρόθεση για προώθηση από την Βουλή των Αντιπροσώπων νομοθετικής ρύθμισης που θα καθιστούσε δυνατή την απόδοση μετοχών κατευθείαν στους εργαζόμενους αντί στο Ταμείο. Πρόταση Νόμου για τροποποίηση του Νόμου που θα επέτρεπε τη μεταβίβαση μετοχών στα μέλη ναυάγησε μετά από γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα. Πριν την αποχώρηση της Αιτήτριας από την Τράπεζα το Ταμείο αντάλλαξε αλληλογραφία και/ή ήταν κοινωνός αλληλογραφίας που είναι: (α) Επιστολή ημερ. 23.5.2013 από Υπουργό Οικονομικών προς Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τεκ.12), (β) Επιστολή ημερ. 2.7.2013 από Ταμείο προς Έφορο Ταμείων Προνοίας (Τεκ.13), με την οποία ζητούσε ενημέρωση ως προς τον τρόπο χειρισμού της καταβολής ωφελημάτων σε μέλη που απεχώρησαν ή θα αποχωρούσαν. (γ) Επιστολή ημερ. 15.7.2013 από Έφορο προς Ταμείο (Τεκ.14), όπου παραθέτει μέρος της γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα ως κατωτέρω, (δ) Επιστολή ημερ. 22.7.2013 από Έφορο προς Ταμείο (Τεκ.15) με την οποία, αναφερόμενος στη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα, τους ενημέρωνε ότι οι Διαχειριστικές Επιτροπές των Ταμείων Προνοίας νομιμοποιούνται να παγοποιήσουν μέρος του ωφελήματος που δικαιούται μέλος που αποχώρησε ή αποχωρεί μέχρις ότου καθοριστεί η τελική ζημιά που θα υποστεί το Ταμείο και κατ' επέκταση το κάθε μέλος του από το κούρεμα. Περί τα μέσα Ιουλίου του 2013 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο Έφορος με το Ταμείο, τους επιβεβαίωσε ότι η νομοθεσία απαγορεύει μη χρηματική πληρωμή στα μέλη του Ταμείου και ότι οι μετοχές που θα προέλθουν από τη διάσωση από τα ίδια μέσα δεν θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν στα μέλη που αποχωρούν ή που θα αποχωρούσαν από την Τράπεζα. Υπήρχε αναστολή της διαπραγμάτευσης των μετοχών της Τράπεζας στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου από 19.3.2013 μέχρι 16.12.
- Στις 17.10.2013 το Ταμείο απέστειλε στον κ. XXXXX Φιλίππου (Αιτητή αρ. 106 στην Αίτηση Εργατικής Διαφοράς αρ. 950/2013), επιστολή (Τεκ.16) με θέμα «Μετοχές Τράπεζας Κύπρου» εκφράζοντας μεταξύ άλλων την επιθυμία του Ταμείου να μεταβιβάσει κατ' αναλογία τις μετοχές της Τράπεζας που προέκυψαν από τη διάσωση με ίδια μέσα στα αποχωρήσαντα μέλη, σημειώνοντας ωστόσο ότι η νομοθεσία δεν επιτρέπει μεταβίβαση μετοχών από Ταμεία Προνοίας. Μαρτυρία Σύμφωνα με την Αιτήτρια, οι λόγοι που την οδήγησαν στην απόφαση για πρόωρη αφυπηρέτηση, ήταν το ποσό που θα λάμβανε ως αποζημίωση από τη Τράπεζα και ανερχόταν στα €93,370.09, το ποσό του Ταμείου Προνοίας που σύμφωνα με τη μερίδα της που εκτύπωσε στις 31.7.2013 ανερχόταν στα €306.098,71 (Τεκ.19) πλέον ποσά που προέκυψαν μετά, το κλίμα που επικρατούσε τότε και η κινδυνολογία ότι η Τράπεζα θα προχωρούσε σε απολύσεις υπαλλήλων λόγω πλεονασμού που είχαν υπερβεί το 50ο έτος της ηλικίας τους, ως και τις βεβαιώσεις διοικητικών στελεχών της Τράπεζας και του Ταμείου ότι θα λάμβανε το Ταμείο Προνοίας και ότι δεν θα γινόταν κούρεμα των καταθέσεων του Ταμείου λόγω του δικαστικού προσωρινού διατάγματος που είχαν εξασφαλίσει, παραπέμποντας σε ανακοίνωση της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου ημερ. 24.4.2013 (Τεκ.21). Μετά την αφυπηρέτηση της και ενώ ανέμενε την πληρωμή ή πίστωση του πιο πάνω ποσού που δικαιούτο από το Ταμείο, πληροφορήθηκε τη διάλυση του Ταμείου, την απόσυρση του δικαστικού διατάγματος και την πληρωμή των αποχωρησάντων και ενεργών μελών κατ' αναλογία των σε πίστη τους ποσών. Ακολούθως της καταβλήθηκε το ποσό των €180.121,16 και έτσι παραμένει υπόλοιπο €128.114,42, που προκύπτει από τη μερίδα της (Τεκ.23) και το οποίο απαιτεί. Σημειώνει ότι δεν δέχεται να λάβει μετοχές αλλά επιμένει και απαιτεί να λάβει το ποσό που της οφείλεται σε χρήμα. Αντεξεταζόμενη, αφού της υποβλήθηκε ότι το Τεκ.19 είναι σύνοψη του λογαριασμού της και ότι θα μπορούσε να εκτυπώσει και κατάσταση λογαριασμού, η Αιτήτρια διαφώνησε λέγοντας ότι προσπάθησε με τη βοήθεια άλλων συναδέλφων και δεν τους άφηνε το σύστημα. Πρόσθεσε μάλιστα ότι αν τύπωνε την κατάσταση λογαριασμού και της έδειχνε ότι θα έπαιρνε μετοχές, δεν θα έφευγε. Όταν η ίδια προσωπικά αποφάσισε να φύγει το μόνο που γνώριζε ήταν ότι υπήρχε προσωρινό διάταγμα και ότι θα έπαιρνε το ταμείο της καθαρό. Αφού της υποδείχτηκαν διάφορα έγγραφα και της υποβλήθηκε ότι οι καταθέσεις το Ταμείου υπέστηκαν κούρεμα από μείωση και μετατροπή σε μετοχές πριν υποβάλει την παραίτηση της, η ίδια αρνήθηκε λέγοντας ότι ποτέ δεν τους αναφέρθηκε ότι θα είχε κούρεμα το Ταμείο. Ο κ. Κ. Φραγκούλης αφυπηρέτησε πρόωρα από την Τράπεζα, μαζί με την Αιτήτρια στις 7.8.2013 και είναι ένας εκ των Αιτητών στην Αίτηση Εργατικής Διαφοράς αρ. 950/2013, που έχει το ίδιο αντικείμενο με την παρούσα. Αφού υιοθέτησε ως ορθά τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια που τα συνοδεύουν, σημείωσε ότι μέχρι και μετά την έγερση των Αιτήσεων οι Αιτητές δεν ήταν ενήμεροι των παραδεκτών γεγονότων αναφορικά με τις ενημερωτικές επιστολές που έλαβε το Ταμείο από την Τράπεζα (Τεκ. 7Α και 7Β), την επιστολή των Καθ' ων η αίτηση προς την Κεντρική Τράπεζα ημερ. 20.8.2013 και την απάντηση ημερ. 27.8.2013 ((Τεκ. 8 και 9 αντίστοιχα), τις επιστολές (Τεκ. 12 -15) και την τηλεφωνική ενημέρωση που είχαν οι Καθ' ων η αίτηση από τον Έφορο περί τα μέσα Ιουλίου, ότι η νομοθεσία απαγορεύει μη χρηματική πληρωμή στα μέλη και ότι οι μετοχές δεν θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν στα αποχωρήσαντα μέλη. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ήταν αυτονόητο και ελέγετο ότι όλοι οι αφυπηρετήσαντες θα λάμβαναν αμέσως και ολόκληρο το Ταμείο Προνοίας τους, το οποίο, οι υπόλοιποι υπάλληλοι που θα διατηρούσαν την εργασία του θα λάμβαναν κατά την αφυπηρέτηση τους, παράγων που ήταν καθοριστικός στη λήψη της απόφασης για συμμετοχή στο Πρόγραμμα. Επίσης από συνόψεις λογαριασμών που εκτυπώθηκαν στις 31.7.2013 γνώριζαν το ποσό που θα λάμβαναν από το Ταμείο και ότι οι καταθέσεις του Ταμείου δεν μετατράπηκαν σε μετοχές λόγω του εκδοθέντος δικαστικού διατάγματος, το οποίο ωστόσο δεν απαγόρευε οποιεσδήποτε πληρωμές. Ενώ από την ημέρα υποβολής της παραίτησης τους κατέστησαν πιστωτές του Ταμείου και ανέμεναν να τους καταβληθεί ολόκληρο το ποσό εντούτοις το Ταμείο τους κατέβαλε τμηματικά μέρος αυτού ως και ποσά που αναφέρονται ως παραδεκτά. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι η Αιτήτρια δικαιούται σε ολόκληρο το ποσό που απαιτεί με τη Αίτηση της με βάση τον καν.13 του Καταστατικού. Επίσης ότι μέχρι τις 2.8.2013 που υπέβαλε την παραίτηση της δεν είχε εφαρμοστεί η ΚΔΠ 103/2013 στις καταθέσεις του Ταμείου, λόγω του δικαστικού διατάγματος. Διατείνεται ότι η Αιτήτρια και οι υπόλοιποι αφυπηρετήσαντες θα έπρεπε ως πιστωτές να πληρωθούν κατά προτεραιότητα και πριν την εκκαθάριση και διανομή στα μέλη των υπολοίπων σε πίστη του Ταμείου μετρητών και της αξίας των επενδύσεων. Ισχυρίζεται ότι οι απαιτήσεις της Αιτήτριας δεν επηρεάζονται από την απόφαση για εκκαθάριση/διάλυση του Ταμείου ή την μετατροπή μέρους των καταθέσεων του Ταμείου στην Τράπεζα σε μετοχές, διότι αυτή έγινε μετά την αφυπηρέτηση τους και διότι οι ΚΔΠ 275/13 καν.7 και ΚΔΠ 278/13 καν.11, προνοούν ότι τα περί διάσωσης με ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Διατάγματα του 2013 δεν εφαρμόζονται ενόσω βρίσκονται σε ισχύ απαγορευτικά ή άλλα δικαστικά διατάγματα. Σημείωσε περαιτέρω ότι το κούρεμα των καταθέσεων στην Τράπεζα έγινε επί των καταθέσεων του Ταμείου και όχι επί των σε πίστη των μελών του Ταμείου ποσών που θα εξυπάκουε και εξαίρεση των πρώτων €100.000 εκάστου μέλους. Έτσι οι μετοχές που προέκυψαν από το κούρεμα θεωρούνται ως μια επένδυση του Ταμείου που είναι διαχρονικό και μπορεί να έχει και άλλες επενδύσεις (όπως είχε). Δεν συνιστούν οι μετοχές αυτές επένδυση που ανήκει στους Αιτητές ή στα άλλα μέλη του Ταμείου. Τούτο προκύπτει και από την επιστολή του Υπουργού Οικονομικών προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων ημερ. 23.5.2013 (Τεκ.12 και 11). Αντεξεταζόμενος ανέφερε, ότι μέχρι τις 2.8.2013 που απεχώρησαν δεν είχαν λάβει καμία γνώση ότι το Ταμείο είχε αποκτήσει μετοχές. Γνώριζε απλώς ότι το Ταμείο διέθετε μόνο καταθέσεις στην Τράπεζα και στην Alpha Bank και μικρής αξίας επενδύσεις. Επίσης ότι από τις 5.4.2013 υπήρχε το δικαστικό διάταγμα που προστάτευε τις καταθέσεις και ταυτόχρονα δεν απαγόρευε οποιαδήποτε πληρωμή προς τους δικαιούχους. Δεν αρνήθηκε ότι υπήρξαν προσπάθειες και παραστάσεις για μεταβίβαση μετοχών, οι οποίες όμως είχαν γίνει πολύ αργότερα και μόνο όταν το Ταμείο υπέστη κούρεμα μετά την απόσυρση του διατάγματος. Ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω προσπάθειες έγιναν κατά παρότρυνση της διαχειριστικής επιτροπή, ότι η μόνη νόμιμη διεκδίκηση τους έπρεπε να περιορίζεται σε μετοχές και στη διασφάλιση του 75%. Αναφορικά με τις εγκυκλίου της ΕΤΥΚ ισχυρίστηκε ότι ήταν εν πολλοίς αντιφατικές μεταξύ τους και δεν τις έλαβαν υπόψη. Τις ενέτασσαν στα πλαίσια των προσπαθειών που κατέβαλλε η ΕΤΥΚ για να διασφαλίσει τα ταμεία, θεωρώντας ότι η μόνη αρμόδια ενημέρωση θα έπρεπε να προέρχεται από τη διαχειριστική επιτροπή. Η κα Χρ. Σαββίδου ήταν μια από τις υπαλλήλους που απεχώρησε πρόωρα από την Τράπεζα με βάση το Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, μετά την εξαγγελία του Προγράμματος, τους επισκέφτηκε στο υποκατάστημα όπου εργαζόταν, κλιμάκιο της ΕΤΥΚ. Τους μίλησαν για το Πρόγραμμα, τους καθησύχασαν και τους διαβεβαίωσαν μεταξύ άλλων ότι θα λάμβαναν ολόκληρο το Ταμείο Προνοίας πλέον την αποζημίωση από την Τράπεζα, ότι τα εν λόγω ποσά θα τα λάμβαναν σε επιταγές και όχι σε καταθέσεις στην Τράπεζα, θα συνέχιζαν την προσπάθεια για βελτίωση της προσφοράς της Τράπεζας και ότι η ΕΤΥΚ θα συνεισέφερε επιπλέον ποσό ίσο με δύο μηνιαίους μισθούς μέχρι ποσού €12.000 για τον καθένα από τα Ταμεία της. Αφού αναφέρθηκε σε διάφορες φήμες που κυκλοφορούσαν για απόλυση προσωπικού χωρίς αποζημίωση και επειδή γνώριζαν ότι το Ταμείο Προνοίας τους δεν είχε κουρευτεί λόγω του απαγορευτικού δικαστικού διατάγματος, η ίδια ευρισκόμενη στην ηλικία των 55 ετών, με λίγα ακόμη χρόνια υπηρεσίας και θεωρώντας ικανοποιητικό το ποσό που θα λάμβανε από την Τράπεζα και την ΕΤΥΚ, επέλεξε να αφυπηρετήσει πατώντας το κουμπί την τελευταία ημέρα δηλαδή στις 2.8.
- Σημείωσε ότι αν ήξερε ότι θα υπήρχε αύξηση του ορίου αφυπηρέτησης και δεν θα λάμβανε ολόκληρο το Ταμείο Προνοίας που δικαιούτο, δεν θα υπέβαλλε παραίτηση από την Τράπεζα. Ο κ. Α. Παναγιώτου με τη γραπτή δήλωση του ουσιαστικά επαναλαμβάνει τις θέσεις του Ταμείου που διατυπώνονται στους γενικούς λόγος εμφάνισης. Αναφέρει ότι το Ταμείο δεν είχε καμία σχέση με το Πρόγραμμα που εξήγγειλε η Τράπεζα και ούτε γινόταν οποιαδήποτε αναφορά στο Ταμείο ή στα δικαιώματα των μελών του Ταμείου. Ήταν επίσης η θέση του, ότι λόγω του προσωρινού διατάγματος η Τράπεζα είχε παγοποιήσει όλους τους λογαριασμούς του Ταμείου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προβεί σε οποιεσδήποτε πληρωμές σε μέλη ή πρώην μέλη του. Αναφερόμενος στην ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών και της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 30.7.2013 (Τεκ.4) ισχυρίστηκε ότι με βάση την εν λόγω ανακοίνωση τα μέλη που θα επέλεγαν να αποχωρήσουν γνώριζαν για το ύψος του κουρέματος στους λογαριασμούς του Ταμείου και τον τρόπο καταβολής και διανομής των υπολοίπων σε μετρητά. Κάποιοι μάλιστα, λόγω της διευθυντικής τους θέσης γνώριζαν για τον τρόπο και τα ποσοστά του κουρέματος στους τραπεζικούς λογαριασμούς του Ταμείου και για ενδεχόμενη επίδραση στις ατομικές τους μερίδες. Επίσης όλοι οι υπάλληλοι γνώριζαν για τα τεκταινόμενα αναφορικά με το κούρεμα των καταθέσεων του Ταμείου μέσω των ανακοινώσεων και εγκυκλίων της ΕΤΥΚ και του Ταμείου στις οποίες παράπεμψε. Ισχυριζόμενος ότι η Αιτήτρια δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο την πραγματική εικόνα των πιστωτικών λογαριασμών της με το Ταμείο, σημείωσε ότι κατά την 31.7.2013 οι καταστάσεις λογαριασμού των μελών, συμπεριλαμβανομένης της Αιτήτριας, έδειχναν και ανέφεραν το κούρεμα και την τυχόν αναδρομική προσαρμογή των ποσών του Ταμείου. Επίσης είχε γνωστοποιηθεί σε όλα τα μέλη, πριν υποβάλουν παραίτηση, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος του Ταμείου στο οποίο όλοι είχαν πρόσβαση. Ο λόγος δε, που δεν φαίνεται στο Τεκ.19 που κατέθεσε η Αιτήτρια ήταν γιατί, τη συγκεκριμένη περίοδο, η ένδειξη δεν φαινόταν στη σύνοψη λογαριασμού αλλά στην κατάσταση λογαριασμού. Οι λογαριασμοί του κάθε μέλους αντικατόπτριζαν την τότε κατάσταση των επενδύσεων και καταθέσεων του Ταμείου. Η επανεκτίμηση και αναθεώρηση των επενδύσεων του Ταμείου θα επηρέαζε αντίστοιχα και τους ατομικούς λογαριασμούς των μελών κάτι που ίσχυε και εν προκειμένω ως επακόλουθο των μέτρων εξυγίανσης, γεγονός που συνάδει και με τις πρόνοιες του καν. 13 του Καταστατικού. Από τη στιγμή που η Αιτήτρια απεχώρησε στις 7.8.2013 δικαιούταν το ποσό που ήταν πιστωμένο στο λογαριασμό της κατά την 31.7.2013, πλέον κέρδη και μείον ζημιές για την περίοδο, με επακόλουθο να μην δικαιούται το ποσό των €128.061,55 ακέραιο σε μετρητά αλλά σε μετοχές, καθώς οι καταθέσεις που το Ταμείο είχε στη διάθεση του μετατράπηκαν σε μετοχές με ισχύ από 30.7.2013 (Τεκ.7Α και 7Β). Με τον καθορισμό της ζημιάς στις καταθέσεις του Ταμείου στις 30.7.2013, που γνωστοποιήθηκαν σε όλο τον κόσμο με την δημοσίευση της ΚΔΠ275/2013 και την ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας δεν μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστα τα ποσά που ήταν πιστωμένα στα μέλη και στην Αιτήτρια, για σκοπούς υπολογισμού με βάση το καν.13 του Καταστατικού. Αναφέρθηκε ο μάρτυρας στην εξαμηνιαία οικονομική κατάστασης της Τράπεζας ημερ. 30.6.2013 σημειώνοντας ότι η Τράπεζα δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τη εύλογη αξία των μετοχών που είχαν εκδοθεί απ' αυτή με βάση τα σχετικά Διατάγματα και έτσι τον Μάιο και Σεπτέμβριο 2015 το Ταμείο προέβηκε στην εκπόνηση δύο μελετών εμπειρογνωμόνων για τον υπολογισμό τα αξίας των μετοχών κατά την επίδικη περίοδο αποχώρησης της Αιτήτριας με βάση το Πρόγραμμα. Η μια μελέτη θέτει την αξία των μετοχών κατά την 30.6.2013 μεταξύ 9,6 και 13,8 σεντς και ως δίκαιη αξία αγοράς τα 11,4 σεντς, ενώ η άλλη θέτει ως δίκαιη αξία τα 8,7 -17,9 σεντς τον Ιούνιο και 5,0-13,8 σεντς τον Σεπτέμβριο
- Καταλήγει ότι με βάση τις μελέτες αυτές, η αξία των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου, δηλαδή οι μετοχές, δεν είχαν αξία ίση με την ονομαστική τους αξία. Αναφέρθηκε τέλος στην επιτροπή που συνέστησαν τα αποχωρήσαντα μέλη του Ταμείου, σε επαφές που είχαν και σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας που πραγματοποίησαν με σκοπό τη μεταβίβαση επ' ονόματι τους των μετοχών που τους αναλογούσαν. Αντεξεταζόμενος επέμενε ότι το κούρεμα των καταθέσεων του Ταμείου έγινε στις 29.3.2013 και ότι το ποσοστό του κουρέματος καθορίστηκε στις 30.7.2013 με την μετατροπή του 47,5% των καταθέσεων σε μετοχές. Δεν διαφώνησε ότι ενόσω βρισκόταν το προσωρινό διάταγμα σε ισχύ η Τράπεζα δεν έπρεπε να επέμβει στους λογαριασμούς, σημειώνοντας ότι με τη λήψη των επιστολών διαπίστωσε ότι είχε επέμβει. Ισχυρίστηκε ότι ως διαχειριστική επιτροπή εκπλήρωσαν το καθήκον τους στο ακέραιο και ότι έπραξαν το έπραξαν με τη σύμφωνο γνώμη της επιτροπής των αποχωρησάντων συναδέλφων τους και ότι ουδεμία διαμαρτυρία υπήρξε από μέρους τους μέχρι τον Δεκέμβριο 2013 που απεφάσισαν ότι η διαχειριστική επιτροπή δεν ενήργησε σωστά. Αναφορικά με το διάταγμα ισχυρίστηκε ότι το απέσυραν με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μελών του Ταμείου και κατόπιν νομικής συμβουλής ότι δεν θα επηρέαζε αρνητικά την αγωγή. Επίσης ότι η απόσυρση του διατάγματος ήταν προς το συμφέρον όλων, για να πληρωθούν. Συμφώνησε ότι η Τράπεζα δίνει ως ημερομηνία πράξης της μετατροπής σε μετοχές την 30.8.2013 και ως ημερομηνία αξίας την 26.3.
- Αναφορικά με την απόδοση τόκων, ενώ αρχικά ανέφερε ότι δεν υπήρχε απώλεια τόκων, όταν του αναφέρθηκε ότι δίνονταν τόκοι μέχρι τις 30.8.2013 διαφώνησε λέγοντας ότι η Τράπεζα εφάρμοσε τα διατάγματα και ότι απέδωσε στο Ταμείο τους τόκους που αναλογούσαν, εφαρμόζοντας τα διατάγματα ακριβώς όπως τα εφάρμοσε με όλους τους πελάτες. Ήταν επίσης η θέση του ότι το κούρεμα στις καταθέσεις του Ταμείου έγινε στις 29.3.2013 και ότι αναστάληκε μέχρι την εκδίκαση του προσωρινού διατάγματος. Ο κ. XXXXX Μούντης είναι από το 2013 διευθύνων συνέταιρος της εταιρείας Delfi Partners η οποία δραστηριοποιείται με συμβουλευτικές και εξειδικευμένες οικονομικές υπηρεσίες. Από το 2009 εργαζόταν στο τμήμα στρατηγικής της Τράπεζας και παλαιότερα στο ίδιο τμήμα της Ελληνικής Τράπεζας. Κατέχει πτυχίο στη διοίκηση επιχειρήσεων, μεταπτυχιακό στο real estate financial και management and mortgaging και διδακτορικό στα χρηματο-οικονομικά. Ένα μεγάλο μέρος των υπηρεσιών που προσφέρει η εταιρεία Delfi Partners είναι η αποτίμηση εταιρειών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, η ανάλυση επενδυτικών χαρτοφυλακίων και οι χρηματοοικονομικές συμβουλευτικές παροχές σε τράπεζες και ιδιώτες. Ως πρώην υπάλληλος της Τράπεζας γνωρίζει το Ταμείο ως οντότητα, δεν γνωρίζει όμως τα ρευστό-διαθεσιμα του Ταμείου, τα χρήματα ή την επενδυτική στρατηγική του. Αναφορικά με την αξιολόγηση (Τεκ.48) που ο ίδιος εκπόνηση για λογαριασμό του Ταμείου σημείωσε ότι ανέλαβαν να εκτιμήσουν την αξία της Τράπεζας την περίοδο Ιουνίου και Σεπτεμβρίου 2013, χωρίς να επηρεαστούν από οποιεσδήποτε συνθήκες που επικρατούσαν μετά τη συγκεκριμένη αυτή περίοδο, ως ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες. Την εργασία αυτή την παρέδωσαν το
- Αφού συμφώνησε με το περιεχόμενο της και υιοθέτησε για σκοπούς της κατάθεσης του, ανέφερε περαιτέρω ότι κατά τα τελευταία χρόνια εκπόνησε 14 απολογισμούς και εκτιμήσεις τραπεζών στην Κύπρο, στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο κ. XXXXX Ταξιτάρης είναι Γενικός Διευθυντής του Ομίλου Map's Platis και ταυτόχρονα Πρόεδρος της εταιρείας Symmetria που διενήργησε τη μελέτη για λογαριασμό του Ταμείου. Κατέχει πτυχίο στα μαθηματικά και τη στατιστική από το Πανεπιστήμιο Imperial και master Mathematical Finance από το City University. Εργάστηκε στην Deloitte στο Λονδίνο όπου έκανε το Chartered Accounting και ακολούθως στην Τράπεζα και συγκεκριμένα στην Cisco στο τμήμα διαχείρισης κεφαλαίου. Αποχώρησε το 2013 με το Πρόγραμμα Εθελούσιας Αποχώρησης. Αναγνωρίζοντας τη ανάλυση που εκπόνησε (Τεκ.47) υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Αγορεύσεις Είναι η εισήγηση του ευπαίδευτος συνηγόρου για το Ταμείο ότι η μετατροπή των καταθέσεων του Ταμείου στην Τράπεζα συντελέστηκε στις 29.3.2013 και ώρα 6:00 π.μ. και ότι εκκρεμούσε απλώς η έκδοση των αντίστοιχων μετοχών. Για υποστήριξη της εισήγησης του επικαλέστηκε το λεκτικό της ΚΔΠ 103/2013 περί της ημερομηνίας ισχύος της, που δεν τροποποιήθηκε από μεταγενέστερες ΚΔΠ, τις ενημερωτικές επιστολές της Τράπεζας ημερ. 8.8.2013 (Τεκ. 7Α, 7Β), το γεγονός ότι το προσωρινό διάταγμα (Τεκ.3) δεν ανέστειλε ούτε ακύρωσε την ισχύ της ΚΔΠ 103/2013 και την κατάσταση Λογαριασμού της Τράπεζας (Τεκ.65) που φέρει ως ημερομηνία αξίας για μετατροπή του μετοχικού κεφαλαίου την 26.3.
- Είναι περαιτέρω εισήγηση του ότι καμία από τις εκτιμήσεις των δυο εμπειρογνωμόνων θέτει ως πιθανή έστω αξία εκτίμησης την ονομαστική αξία των μετοχών. Αντίθετα η αξία που αποδίδουν και οι δύο εκτιμήσεις για την μετοχή της Τράπεζας κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι πολύ πιο χαμηλή από την ονομαστική της αξία. Καταλήγει ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται οποιονδήποτε άλλο χρηματικό ποσό αλλά μετοχές ή δικαίωμα σε μετοχές που της αναλογούν λόγω της μετατροπής των καταθέσεων του Ταμείου στην Τράπεζα σε μετοχές από τον Μάρτιο 2013 και δη σε χρόνο προ της αποχωρήσεως της από την Τράπεζα. Με ουσιαστικό υπόβαθρο το προσωρινό διάταγμα που εξασφάλισε μονομερώς το Ταμείο στις 5.4.2013 στην αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας με αρ.2243/13 και τις ΚΔΠ275/13 και ΚΔΠ278/13, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια εισηγήθηκε ότι η ΚΔΠ 103/2013 ως ετροποποιήθη δεν εφαρμόστηκε επί των καταθέσεων του Ταμείου μέχρι τις 30.8.2013 και ότι η μετατροπή των καταθέσεων του Ταμείου σε μετοχές έγινε στις 30.8.2013 με ισχύ από 30.8.
- Το ίδιο εισηγήθηκε και σε σχέση με το κούρεμα δηλαδή την απομείωση των καταθέσεων του Ταμείου και την απόδοση μετοχών αντί του ποσού της απομείωσης, επικαλούμενος την κατάσταση Λογαριασμού του Ταμείου (Τεκ.65) που δείχνει ημερομηνία πράξης 30.8.2013 και ημερομηνία αξίας 26.3.
- Με αναφορά επίσης στους εξαμηνιαίους λογαριασμούς της Τράπεζας ημερ.30.6.2013 (Τεκ.62) καταλήγει ότι κατά την ημερομηνία αποκρυστάλλωσης των δικαιωμάτων της Αιτήτριας δηλαδή το αργότερο 7.8.2013 το Ταμείο δεν διέθετε επενδύσεις σε μετοχές της Τράπεζας που προέκυψαν από το κούρεμα, ούτε προέκυψε εκ των υστέρων οποιαδήποτε αναδρομική απόκτηση μετοχών της Τράπεζας. Για σκοπούς πληρότητας εισηγείται ότι η τιμή της μετοχής της Τράπεζας την 31.7.2013 ήταν €1 εκάστη. Καταλήγει ότι το ύψος της απαίτησης της Αιτήτριας όπως προκύπτει από τη μερίδα της έχει αποδειχθεί και δεν έχει αλλοιωθεί με οποιονδήποτε τρόπο και ότι συνεπώς δικαιούται απόφαση για €128.061,55 πλέον τόκους και έξοδα. Ανάλυση Πλείστα σημεία της προφορικής μαρτυρίας έχουν συμπεριληφθεί στα παραδεκτά ή μη επιδεχόμενα αμφισβήτησης γεγονότα. Επίσης μέρος της μαρτυρίας αφορά περιστάσεις που κατά την κρίση μας δεν επηρεάζουν τα επίδικα θέματα. Συνεπώς η προσοχή το Δικαστηρίου θα στραφεί αποκλειστικά προς εκείνα τα σημεία της μαρτυρίας που έτυχαν αμφισβήτησης. Αρχίζοντας με την αξιολόγηση της ενώπιον μας μαρτυρίας παρατηρούμε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας και των μαρτύρων της ότι είχαν τις διαβεβαιώσεις διοικητικών στελεχών της Τράπεζας και του Ταμείου ότι δεν θα γινόταν κούρεμα λόγω του προσωρινού διατάγματος δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια, πλείστα εκ των οποίων δεν έχουν αμφισβητηθεί. Τέτοια έγγραφα είναι η ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας και του Υπουργείου Οικονομικών ημερ. 30.7.2013 (Τεκ.4) ως και το σχετικό Διάταγμα ΚΔΠ που τέθηκε σε ισχύ την ίδια μέρα. Επίσης τόσο η Αιτήτρια όσο και ο κ. Φραγκούδης αναγνώρισαν και προσκόμισαν ανακοινώσεις της ΕΤΥΚ γεγονός που τείνει να καταρρίψει κάθε ισχυρισμό ότι δεν τύγχαναν ενημέρωσης είτε από το Ταμείο είτε από τη ΕΤΥΚ για το κούρεμα στις καταθέσεις του Ταμείου και τη μετατροπή τους σε μετοχές. Πρόσθετα, το γεγονός του κουρέματος των καταθέσεων του Ταμείου και το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής των ποσών του Ταμείου είχε γνωστοποιηθεί προς όλα τα μέλη και στην Αιτήτρια, πριν υποβάλει την παραίτηση της, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος του Ταμείου όπου όλοι είχαν πρόσβαση. Τούτο επιβεβαιώνεται από τις καταστάσεις λογαριασμού που εστάλησαν σε μέλη του Ταμείου και οι οποίες φέρουν ημερομηνία πριν την 1.8.2013 που υπέβαλε η Αιτήτρια την παραίτηση της, όπου υπάρχει και σχετική επεξηγηματική ένδειξη αναφορικά με το προσωρινό διάταγμα και για τυχόν αναδρομική αναπροσαρμογή των ποσών του Ταμείου ανάλογα με την τελική απόφαση στην αγωγή που ευρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη. Περαιτέρω η θέση που προέβαλε η πλευρά της Αιτήτριας ότι η Τράπεζα απέδιδε τόκους επί των καταθέσεων του Ταμείου μέχρι τις 30.8.2013, δεν επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του κ. Παναγιώτου όπως τη θέτουμε ανωτέρω. Επίσης ούτε και η πλευρά της Αιτήτριας έθεσε οποιαδήποτε μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τέτοιο ισχυρισμό. Το ουσιαστικό ζήτημα που χρήζει εξέτασης, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων, αφορά την ισχύ του προσωρινού διατάγματος (Τεκ.3) που εξασφάλισε μονομερώς το Ταμείο στις 5.4.2013 στην αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας αρ.2243/13, σε συνάρτηση με την επιφύλαξη που προνοείται στον καν.7 της ΚΔΠ275/13 και καν.11 της ΚΔΠ278/2013 (ως παρατίθεται ανωτέρω). Κατά πόσο δηλαδή, με βάση την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Αιτήτρια, οι καταθέσεις του Ταμείου εξαιρούντο από την εφαρμογή της ΚΔΠ 103/13 ενόσω ευρίσκετο σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα. Το εν λόγω προσωρινό διάταγμα (Τεκ.3), διατάσσει και απαγορεύει: «ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγομένους 1 ή/και 2 ή/και 3 ή/και τους αντιπροσώπους ή/και τους υπαλλήλους ή/και εντολοδόχους τους από του να μειώσουν ή/ και εξαλείψουν ή/και μετατρέψουν ή/και μηδενίσουν ή/και αντικαταστήσουν ή/ και με οποιονδήποτε τρόπο επέμβουν επί των καταθέσεων ή/και των γραμματίων ή/και των λογαριασμών (συμπεριλαμβανομένων αυτών με αριθμούς XXXXX2471, XXXXX3168, XXXXX9706, XXXXX5239 και XXXXX2219) που ο Ενάγοντας είχε στην Εναγομένη 1 κατά την 26.3.2013 και ώρα 22:00, ή/και που να αναστέλλει την εφαρμογή του περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διατάγματος του 2013 (ΚΔΠ 103/2013) σε σχέση με τις καταθέσεις ή/και τα γραμμάτια ή/και τους λογαριασμούς (συμπεριλαμβανομένων αυτών με αριθμούς XXXXX2471, XXXXX3168, XXXXX9706, XXXXX5239 και XXXXX2219) του Ενάγοντα στην Εναγομένη 1, ή/και χωρίς να προηγηθεί ο καθορισμός ή/και η απόδοση δίκαιης ή/και εύλογης αποζημίωσης στο Ταμείο από αρμόδιο δικαστήριο, μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα Αγωγή ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Παρέχεται η δυνατότητα στους εναγόμενους να εμφανιστούν ενώπιον Δικαστηρίου στις 10.4.2013 και ώρα 9:00 και δείξουν λόγο γιατί το διάταγμα να μην συνεχίσει να ισχύει». Σύμφωνα με την ανακοίνωση που εξέδωσε το Ταμείο στις 24.4.2013 (Τεκ.21), κατά την εν λόγω ημερομηνία το Δικαστήριο έδωσε Οδηγίες όπως οι εναγόμενοι καταχωρήσουν ένσταση μέχρι τις 30.4.
- Το Δικαστήριο θα αποφάσιζε για τη νομική πτυχή του θέματος. Εν τέλει το εν λόγω προσωρινό διάταγμα δεν κατέστη απόλυτο καθώς μέχρι και την απόσυρση του η διαδικασία δεν είχε ολοκληρωθεί και το Δικαστήριο δεν απεφάσισε επί τούτου. Είναι φανερό, από τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι η κατάσταση που οδήγησε στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος ήταν αυτή που δημιουργήθηκε με την ΚΔΠ 103/13 που τέθηκε σε εφαρμογή στις 6:00 πμ της 29ης Μαρτίου
- Με το διάταγμα ουσιαστικά διατάσσονται οι Εναγόμενοι να αναιρέσουν την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης επί των λογαριασμών του Ταμείου, πράξη η οποία, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω) είχε ήδη εκτελεστεί από τους Εναγόμενους προς συμμόρφωση με το σχετικό Νόμο και Διατάγματα. Σύμφωνα με την πιο πάνω υπόθεση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Δεδομένου ότι, όπως ετόνισε ιδιαιτέρως ο Γενικός Εισαγγελέας, οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεσθεί, ακόμα και στην περίπτωση εκείνη το μόνο που θα μπορούσαν οι καταθέτες Αιτητές να είχαν ως μέτρο ικανοποίησης τους θα ήταν, σύμφωνα με το Άρθρο 146 και τη νομολογία, το δικαίωμα αγωγής ως προς τη ζημιά που θα είχαν υποστεί λόγω των Διαταγμάτων που θα ακυρώνοντο. Και η αποτίμηση της ζημιάς αυτής δεν θα μπορούσε παρά να αναδείκνυε, ως το ζητούμενο, και πάλι το κατά πόσο, με την έκδοση των Διαταγμάτων, οι καταθέτες Αιτητές ευρέθηκαν σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη που θα ευρίσκοντο αν τα Διατάγματα δεν είχαν ακυρωθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους.» Όπως έχει νομολογηθεί, ο σκοπός έκδοσης ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι κυρίως η διατήρηση του status quo ante ήτοι η διατήρηση της κατάστασης κατά την οποία προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά. (Κοσμά ν. Χ'' Κυπρή κ.α.
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 169, Κουνούνα ν. C&A Simonos Ltd 1(Β) Α.Α.Δ. 1361, 1367). Στην υπόθεση Μάριος Ιωάννου ν. Έλλης Νίκου Μανώλη κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1423, 1428 εξετάζοντας το Δικαστήριο τη φύση ενός προσωρινού διατάγματος, ανέφερε τα ακόλουθα: «Έχουμε την άποψη πως η θέση που έχει προβάλει ο εφεσείων, σε σχέση με τη διάρκεια της ισχύος του επίδικου διατάγματος, βρίσκει έρεισμα σ' αυτή τούτη τη φύση του επίδικου διατάγματος. Πρόκειται για απαγορευτικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μετά από ενδιάμεση αίτηση και με το οποίο δεν έχουν κριθεί οριστικά τα δικαιώματα των διαδίκων (Βλ. Bozson v. Altrincham U.D.C. [1903] 1 K.B. 547, 548). Πρόκειται, επομένως, για παρεμπίπτον διάταγμα ("άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 - Ν. 14/60). Εφόσον πρόκειται για παρεμπίπτον διάταγμα η ισχύς του συνεχίζει μέχρι την ακρόαση της ουσίας της αγωγής ή μέχρι νεώτερης διαταγής. Είναι απλώς προσωρινής φύσεως και δεν ρυθμίζει δικαιώματα. Οι συνέπειες και οι σκοποί του παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι απλώς η διατήρηση του status quo ή μέχρι νεωτέρας διαταγής (Βλ. Leney & Sons Ltd v. Callingham and Thompson [1908] 1 K.B. 79, 84, Jones v. Pacaya Rubber and Produce Co. Ltd [1911] 1 K.B. 455, 457, και Kerr on Injunctions, Sixth ed., σελ. 1-2). Απαγορευτικό διάταγμα το οποίο έχει εκδοθεί μετά από ενδιάμεση αίτηση εκτοπίζεται από την τελική απόφαση στην αγωγή.» Στην υπόθεση Derby & Co Ltd v Weldon (Nos 3 and 4) [1990] Ch. 65 at 76, ο Lord Donaldson of Lymington M.R. περιέγραψε τη λειτουργία ενός προσωρινού διατάγματος ως ακολούθως: "The fundamental principle underlying this jurisdiction is that, within the limits of its powers, no court should permit a defendant to take action designed to ensure that subsequent orders of the court are rendered less effective than would otherwise be the case. On the other hand, it is not its purpose to prevent a defendant carrying on business in the ordinary way, or, if an individual, living his life normally pending the determination of the dispute, nor to impede him in any way in defending himself against the claim. Nor is it its purpose to place the plaintiff in the position of a secured creditor. In a word, whilst one of the hazards facing a plaintiff in litigation is that, come the day of judgment, it may not be possible for him to obtain satisfaction of that judgment, fully or at all, the court should not permit the defendant artificially to create such a situation." Σχετική επίσης είναι η αναφορά που γίνεται στο σύγγραμμα Commercial Litigation: Pre - Emptive Remedies, 2nd International Edition, 2011, p.249: "In personam not rem ., a freezing injunction does not create rights in rem. It creates no property or security in the frozen assets (and does not, therefore, render the applicant a secured creditor of the respondent for any damages that may ultimately be awarded) and generates exclusively rights in personam rendering a breach a contempt of court." Στην προκείμενη περίπτωση, το προσωρινό διάταγμα που επικαλείται η Αιτήτρια εκδόθηκε στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης θεραπείας όπου τα πράγματα κρίνονται μόνο εκ πρώτης όψεως ως ενδείξεις δικαιωμάτων. Συνεπώς με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές είναι απλώς διάταγμα προσωρινής φύσης και δεν ρυθμίζει δικαιώματα και ούτε αποσκοπεί στην τοποθέτηση του Ταμείου στη θέση εξασφαλισμένου πιστωτή έναντι της Τράπεζας. Έχοντας συνεπώς κατά νου τη φύση και την εμβέλεια ενός προσωρινού διατάγματος, αδυνατούμε να υιοθετήσουμε τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Αιτήτρια, ότι η ΚΔΠ103/13 δεν εφαρμόστηκε επί των καταθέσεων του Ταμείου μέχρι την 30.8.2013, λόγω του διατάγματος και των προνοιών των ΚΔΠ275/13 και ΚΔΠ278/
- Διαφορετική προσέγγιση, κατά την κρίση μας, θα παρεμπόδιζε με τη μορφή πάντα μιας ενδιάμεσης διαδικασίας την ισχύ και την εμβέλεια του Νόμου και των Κανονιστικών Πράξεων των δύο άλλων εξουσιών του Κράτους τα οποία κρίθηκαν αναγκαία μέτρα για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος άμεσης χρεωκοπίας και των επακόλουθων της. Ταυτόχρονα θα αποτελούσε εμπόδιο στην εφαρμογή ενός νόμου και κανονισμού που φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας και το τεκμήριο της συνταγματικότητας με καταστρατήγηση τόσο του γράμματος όσο και του πνεύματος των σχετικών νόμων. Επίσης, με την εξασφάλιση ενός προσωρινού διατάγματος θα παρείχετο η ευχέρεια στους καταθέτες, να αναιρούν την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης επί των λογαριασμών τους και να καθορίζουν την ημερομηνία του κουρέματος σε καθεμιά περίπτωση χωριστά. Σε τελικό στάδιο ένας καταθέτης θα μπορούσε με την εξασφάλιση ενός προσωρινού διατάγματος να πετύχει θεραπείες που εκδικάζουν την ουσία της Αγωγής και που είναι αδύνατο να επιτευχθούν στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης θεραπείας. Είναι λοιπόν κατάληξη μας ότι το προσωρινό διάταγμα που εξασφάλισε το Ταμείο σε συνάρτηση με τις πρόνοιες των ΚΔΠ275/13 και ΚΔΠ278/13 δεν μπορούν να ρυθμίσουν δικαιώματα ή να θέσουν την Αιτήτρια στη θέση εξασφαλισμένου πιστωτή έναντι του Ταμείου. Πολύ περισσότερο μάλιστα, με την απόσυρση του εν λόγω προσωρινού διατάγματος, η προϋπάρχουσα κατάσταση που δημιουργήθηκε με την ΚΔΠ 103/2013 συνέχισε να υφίσταται ως να μην υπήρξε ποτέ το εν λόγω προσωρινό διάταγμα. Επικαλούμενοι επίσης την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι από τις επιστολές του Υπουργού Οικονομικών προς την Κεντρική Τράπεζα και τον Πρόεδρο της ΕΤΥΚ (Τεκ.5, Τεκ.6) επιβεβαιώνεται η θέση της Κυβέρνησης και της Αρχής Εξυγίανσης ότι τα αποδεσμευθέντα για την καταβολή στα αποχωρήσαντα μέλη ποσά θα υπόκειντο σε όλα τα σχετικά Διατάγματα, γεγονός που περιήλθε σε γνώση της ΕΤΥΚ πριν ακόμη η Αιτήτρια υποβάλει την παραίτηση της. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται εισέτι και από ενημερωτικές επιστολές που η Τράπεζα απέστελλε στο Ταμείο για την έκδοση των μετοχών με ισχύ από 29.3.2013 και 30.7.
- Καταληκτικά, όλες οι πράξεις που περιέχονται στο Διάταγμα ΚΔΠ 103/2013 έχουν συντελεστεί με τη δημοσίευση και εφαρμογή της στις 29.3.
- Οι μετοχές και οι τίτλοι, αν και δεν είχαν εκδοθεί τον Μάρτιο 2013, εν τούτοις από τις πρόνοιες του Διατάγματος είναι φανερό ότι η μετατροπή ποσοστού 37,5% των καταθέσεων πέραν των €100.000 σε μετοχές και η δέσμευση ποσοστού 22,5% των καταθέσεων πέραν των €100.000 για σκοπούς ενδεχόμενης μετατροπής του σε μετοχές, είχαν ήδη εκτελεστεί με την εφαρμογή του Διατάγματος και αυτό που παρέμεινε ήταν απλώς η ολοκλήρωση και υλοποίηση της μετατροπής με την έκδοση των μετοχών και των τίτλων. Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω, ό,τι απομένει είναι η εξέταση των επιπτώσεων που επέφεραν τα μέτρα εξυγίανσης της Τράπεζας, με την απομείωση των λογαριασμών του Ταμείου, στα σε πίστη της Αιτήτριας ποσά. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου: «Ταμείο Προνοίας» σημαίνει Ταμείο το οποίο παρέχει συνταξιοδοτικές παροχές οι οποίες καταβάλλονται υπό μορφή εφάπαξ πληρωμών·» «συνταξιοδοτικές παροχές» σημαίνει τις παροχές που καταβάλλονται υπό μορφή πληρωμών, είτε εφ' όρου ζωής είτε για προσωρινό χρονικό διάστημα είτε ως εφ' άπαξ ποσό.» Σύμφωνα με το άρθρο 29 του ιδίου Νόμου: 29.
(1)Τηρουμένων των λοιπών διατάξεων του παρόντος Νόμου, οι παροχές που καταβάλλονται από κάθε Ταμείο καθορίζονται από τους κανόνες λειτουργίας του.
(2)Παροχές από Ταμείο δύνανται να καταβάλλονται μόνο σε μέλος του και τους νόμιμους κληρονόμους του μέλους- (α) σε περίπτωση αφυπηρέτησης, που λαμβάνει χώρα όταν το μέλος υπερβεί την καθοριζόμενη από τους κανόνες λειτουργίας ηλικία, (β) σε περίπτωση κατά την οποία το μέλος καθίσταται μόνιμα ανίκανο για την εργασία που εκτελεί, (γ) σε περίπτωση θανάτου του μέλους, (δ) σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του μέλους, ή (ε) σε περίπτωση διάλυσης του Ταμείου: .................
(3)Καμιά μείωση συσσωρευμένων δικαιωμάτων από Ταμείο δεν επιτρέπεται, εκτός στην περίπτωση οικειοθελούς τερματισμού της απασχόλησης του μέλους πριν από τη συμπλήρωση τεσσάρων
(4)ετών συνεχούς απασχόλησης με τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση׃ Νοείται ότι, προκειμένου περί Ταμείου Προνοίας, απαγορεύεται η μείωση των συσσωρευμένων δικαιωμάτων τα οποία προκύπτουν από τις προσωπικές εισφορές του μέλους.
(4)Η μέθοδος υπολογισμού του ποσού της παροχής, η οποία καταβάλλεται από Ταμείο Προνοίας σε μέλος ή στους νόμιμους κληρονόμους του καθορίζεται με Κανονισμούς» Οι κανόνες λειτουργίας του Ταμείου εμπεριέχονται στο Καταστατικό του (Τεκ.1): Σύμφωνα με τον Καν. 13 του Καταστατικού: «Μέλος που αποχωρεί κατά τη διάρκεια του έτους για οποιονδήποτε λόγο και όταν η ημερομηνία αποχώρησης είναι από την πρώτη μέχρι και τη δέκατη Πέμπτη μέρα του μηνός συμπεριλαμβανομένης, θα δικαιούται το ποσό που είναι πιστωμένο στο λογαριασμό του κατά το τέλος του μήνα που προηγείται του μηνός της αποχώρησης πλέον κέρδη, μείον ζημιές για την περίοδο. Σε περίπτωση που η ημερομηνία αποχώρησης είναι στην περίοδο από τη δέκατη έκτη μέχρι και την τελευταία μέρα του μηνός συμπεριλαμβανομένων, το μέλος θα δικαιούται το ποσό που θα είναι πιστωμένο κατά το τέλος του μήνα της αποχώρησης πλέον κέρδη μείον ζημιές για την περίοδο.» Σύμφωνα με τον Καν.11
(4)του Καταστατικού: «
- Υπολογισμός των καθαρών πλεονασμάτων ή ελλειμμάτων του Ταμείου, θα γίνεται τουλάχιστον στο τέλος κάθε τριμηνίας. Πλεονάσματα ή ελλείμματα που προκύπτουν, θα διανέμονται στα Μέλη αναλογικά με βάση τα σε πίστη τους υπόλοιπα κατά την τελευταία μέρα της περιόδου που αφορούν τα πιο πάνω πλεονάσματα ή ελλείμματα. Για το σκοπό αυτό, θα γίνεται αποτίμηση των επενδύσεων του Ταμείου που δεν συνίσταται σε μετρητά ή καταθέσεις μετρητών, με βάση η δίκαιη αξία τους ως ακολούθως: (α) Προκειμένου περί επενδύσεων σε ακίνητα, η εκτίμηση της αξίας της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ταμείου θα γίνεται στο τέλος κάθε έτους από δύο ανεξάρτητους εγγεγραμμένους εκτιμητές. Η αξία της ιδιοκτησίας θα είναι η μέση τιμή των δύο εκτιμήσεων. Η Διαχειριστική Επιτροπή έχει το δικαίωμα όποτε το θεωρεί αναγκαίο να ζητήσει εκτίμηση των επενδύσεων σε ακίνητη ιδιοκτησία του Ταμείου. (β) Προκειμένου περί επενδύσεων σε τίτλους αξιών (μετοχές, δικαιώματα αγοράς μετοχών ή άλλες αξίες) η αποτίμηση θα γίνεται τηρουμένων των προνοιών σχετικής εκάστοτε νομοθεσίας και των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης». Προφανώς από τις παραπάνω διατάξεις, του Νόμου και του Καταστατικού, ο χρόνος αποχώρησης του μέλους από το Ταμείο είναι ο χρόνος που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό του ποσού που δικαιούται το αποχωρούν μέλος. Στην προκείμενη περίπτωση η αποχώρηση της Αιτήτριας συμπίπτει με τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της που έγινε στις 7.8.
- Συνεπώς με βάση τον Κανονισμό 13, η Αιτήτρια δικαιούται το ποσό που ήταν πιστωμένο στο λογαριασμό της κατά το τέλος του μήνα που προηγήθηκε του μηνός της αποχώρησης της (δηλαδή μέχρι τις 31.7.2013) πλέον κέρδη μείον ζημιές για την περίοδο. Του τερματισμού της απασχόλησης της προηγήθηκαν τα μέτρα εξυγίανσης που οδήγησαν στην απομείωση και μετατροπή ποσοστού 47,5% από τους λογαριασμούς του Ταμείου στην Τράπεζα σε μετοχές ονομαστικής αξίας €1 εκάστη. Το Ταμείο λαμβάνοντας υπόψη την εν λόγω απομείωση διένεμε κατ' αναλογία (pro rata) σε όλα τα μέλη τη ζημιά που υπέστη με βάση τα σε πίστη τους υπόλοιπα και κατέβαλε στην Αιτήτρια το 52,5% του ποσού που υπολόγισαν ότι ήταν κατατεθειμένο σε πίστη του Ταμείου στην Τράπεζα και που αναλογούσε στην Αιτήτρια κατ' αναλογία των ποσών που φαίνονταν στη μερίδα της κατά την 10.9.2013, με επακόλουθο η Αιτήτρια να δικαιούται σε αριθμό μετοχών ονομαστικής αξίας €1 εκάστη ήτοι μετοχές ονομαστικής αξίας €128.061,
- Η εν λόγω διαδικασία, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι προβλέπεται και από τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (IFRS), καθώς είναι αδύνατη η καταβολή πληρωμής σε μέλος χωρίς να ληφθεί υπόψη η απομείωση της πραγματικής αξίας του ενεργητικού του Ταμείου και η κατανομή οποιουδήποτε ελλείμματος από επενδυτικές απώλειες ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Διαφορετικά ο μη υπολογισμός των αρνητικών επενδυτικών αποδόσεων του Ταμείου και η καταβολή σε αποχωρούν μέλος πρόσθετων ποσών από τους Λογαριασμούς του, οπωσδήποτε θα έθετε σε δυσμενέστερη θέση τα υφιστάμενα μέλη, καθώς θα έπρεπε αναγκαστικά να μειωθούν περαιτέρω τα ποσά που τους αναλογούν από τους εν λόγω Λογαριασμούς, προκειμένου να δοθούν περισσότερα στα αποχωρούντα μέλη. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενες αποφάσεις μας, η σχέση μεταξύ μέλους και Ταμείου Προνοίας λειτουργεί ως σχέση εμπιστοσύνης η οποία ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να λειτουργεί σε βάρος των υπόλοιπων μελών. Συνεπώς σε κάθε περίπτωση που το Ταμείο λειτουργεί έξω από τα πλαίσια των θεμιτών του υποχρεώσεων οπωσδήποτε θα είναι υπόλογο απέναντι στα μέλη του. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε υπαίτια ή αμελής ενέργεια προερχομένη από το Ταμείο για την απομείωση που δέχθηκαν τα προς όφελος της Αιτήτριας και των υπολοίπων μελών κατατιθέμενα ποσά. Τα μέτρα εξυγίανσης και τα επακόλουθα τους αποτέλεσαν ένα αναπάντεχο γεγονός που δεν ήταν προβλεπτό ούτε και στο Ταμείο. Η αξία των μετοχών Προφανώς από το γράμμα του Νόμου οι συνταξιοδοτικές παροχές από Ταμείο Προνοίας καταβάλλονται υπό μορφή εφάπαξ πληρωμής σε μέλος του Ταμείου ή στους νόμιμους κληρονόμους του, είτε σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης, αφυπηρετήσεως ή θανάτου του μέλους είτε σε περίπτωση διάλυσης του Ταμείου. Το επίρρημα εφάπαξ αναφέρεται συνήθως σε χρηματικά ποσά που καταβάλλονται άπαξ δια παντός, με μία μόνο δόση και όχι τμηματικά, κατά διαστήματα (Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας). Συνεπώς, σύμφωνα με το γράμμα του Νόμου, οι παροχές είναι χρηματικές και δεν καλύπτονται παροχές σε είδος. Από τη μαρτυρία των δύο πραγματογνωμόνων (κ. Γ. Μούντη και κ. Δ. Ταξιτάρη) δεν φαίνεται να προκύπτει ένα συγκεκριμένο εκκαθαρισμένο ποσό επί του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να εκδώσει απόφαση, καθώς ο πρώτος αναφέρεται σε εύρος τιμών από 9.6 -13.8 σεντς ανά μετοχή, ενώ ο δεύτερος από 8.7 -17.9 σεντς ανά μετοχή. Το σίγουρο όμως, όπως προκύπτει μέσα από τις εκτιμήσεις, είναι ότι σε κάθε περίπτωση η ονομαστική αξία των μετοχών του Ταμείου που προέκυψαν από την ΚΔΠ 103/2013 δεν προσεγγίζει την πραγματική τους αξία. Στην υπόθεση Lavinia Investments Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(1998)3 Α.Α.Δ 827, αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με την ονομαστική αξία μιας μετοχής: «Η ονομαστική αξία που δίνεται σε μια μετοχή απλώς εξυπηρετεί ένα αριθμό χρησίμων σκοπών, ο κυριότερος των οποίων είναι η παροχή ενός μέτρου της υποχρέωσης συμμετοχής των μετόχων στην πληρωμή των χρεών της εταιρείας. Η ονομαστική αξία δεν παρέχει οποιονδήποτε μέτρο της πραγματικής αξίας της μετοχής, δηλαδή η τιμή την οποία ένας αγοραστής δυνατόν να πληρώσει για να τν αποκτήσει, εξαρτάται από ένα αριθμό παραγόντων (βλ. Pennington on Company Law, 4η έκδοση, σελ.139, 140). Τέτοιο παράγοντες είναι η αξία του ενεργητικού της εταιρείας, ο κύκλος εργασιών της, η αξία της στο χρηματιστήριο κλπ.» Το ίδιο διαπιστώνουμε και σε σχέση με την λογιστική αξία της μετοχής, όπου κατά την αντεξέταση του κ. Μουντή, του υπεβλήθη ότι εκάστη μετοχή κυμαινόταν στα 56.8 σεντς στις 31.3.2013, στα 60.5 σεντς στις 30.6.2013, στα 56.7 σεντς στις 31.12.2013 και στα 78.4 σεντς στις 30.9.
- Επίσης ο κ. ταξιτάρης, κατά την αντεξέταση του, δήλωσε ότι η λογιστική αξία της μετοχής ήταν 58 σεντς στις 30.6.2013, στα 54 σεντς στις 31.12.2013 και στα 34 σεντς στο τέλος του
- Περαιτέρω, ούτε και στην εξαμηνιαία Οικονομική Έκθεση της Τράπεζας ημερ. 30.6.2013 (Τεκ.62), όπου παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια, διαπιστώνουμε να προσδιορίζεται η λογιστική αξία της μετοχής σε €1 εκάστη. Αυτό που αναγράφεται στις σελίδες 14 και 105 του εν λόγω Τεκμηρίου είναι ότι η Αρχή εξυγίανσης απαίτησε από την Τράπεζα όπως εκδώσει προς την Λαϊκή 844.014.000 μετοχές (18,1% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας) ως αντάλλαγμα για τα περιουσιακά στοιχεία που μεταφερθήκαν από την Λαϊκή στην Τράπεζα. Στη σελίδα 107 του Τεκμηρίου 62 γίνεται ρητή αναφορά ότι η εύλογη αξία τιμήματος εξαγοράς αποτελούμενο από τις πιο πάνω μετοχές ονομαστικής αξίας €1 ανά μετοχή είναι €424.550.000, δηλαδή ο υπολογισμός της λογιστικής αξίας με βάση τα περιουσιακά στοιχεία που έλαβε από την Λαϊκή ήταν €0,
- Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι το Ταμείο ουδεμία ευθύνη υπέχει έναντι της Αιτήτρια για τη μεταβολή που δέχθηκε το σε πίστη της ποσό στο Ταμείο Προνοίας. Η υποχρέωση του Ταμείου, όπως ήδη έχουμε καταλήξει περιορίζεται στο μερίδιο της Αιτήτριας επί των μετοχών, το οποίο λόγω των νομοθετικών περιορισμών παραμένει ανεκπλήρωτο. Εν κατακλείδι οι αξιώσεις της Αιτήτριας ως έχουν δεν μπορούν να πετύχουν. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ του Ταμείου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Τσιούπη, Μέλος Χρ. Πελεκάνος, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο