ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. Σχολική Εφορία Δημοτικού Αγίας Βαρβάρας κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34/2015, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:16 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Στυλιανού και Κ. Χρίστου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 34/2015 Μεταξύ: XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Αιτήτρια -και-
- Σχολική Εφορία Δημοτικού Αγίας Βαρβάρας
- Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Μαρτίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Ε. Χαραλάμπους για Νικολέττα Χαραλαμπίδου ΔΕΠΕ Για Καθ' ης η αίτηση 1: κ. Στ. Νικολάου Για Καθ' ου η αίτηση 2: κα Μ. Κοτσώνη για Γενικό Εισαγγελέα ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 29.1.
- Σύμφωνα με τους γενικούς λόγους της Αίτησης και τα γεγονότα που παρατίθενται στην γραπτή αγόρευση της Αιτήτρια, η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση 1 ως σχολική βοηθός για τις ανάγκες του μαθητή XXXXX XXXXX από τις 9.9.2010 μέχρι τις 9.9.2013, που τερματίστηκε η απασχόληση της, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Κατά ή περί τις 5.2.2013 η Αιτήτρια παρέδωσε στον Διευθυντή του Δημοτικού Σχολείου Αγίας Βαρβάρας ιατρικό πιστοποιητικό με το οποίο τον ενημέρωνε για την εγκυμοσύνη της. Κατά ή περί την 21.3.2013 έλαβε επιστολή από την Καθ' ης η αίτηση 1 με την οποία την πληροφορούσε ότι τερματίζετο η απασχόληση της στις 31.3.2013 για το λόγο ότι δεν υφίσταντο πλέον οι υπηρεσίες της για την εξυπηρέτηση των αναγκών του μαθητή XXXXX XXXXX που φοιτούσε στο Δημοτικό Σχολειό Αγίας Βαρβάρας. Με την ίδια επιστολή ενημέρωνε την Αιτήτρια ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών της ζητήθηκε από το Καθ' ου η αίτηση 2 ( στο εξής «Υπουργείο Παιδείας») με σχετική επιστολή ημερομηνίας 13.3.
- Στις 8.4.2013 η Αιτήτρια κατήγγειλε το γεγονός στο Τμήμα Εργασίας επικαλούμενη διάκριση λόγω φύλου στην εργασία που οφείλετο στον τερματισμό της απασχόλησης της κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης της. Στις 16.7.2013 ετοιμάστηκε σχετική έκθεση διερεύνησης παραπόνου από το Τμήμα Εργασίας και συγκεκριμένα από την Επιθεωρήτρια ισότητας. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας θεωρήθηκε αδικαιολόγητος λόγω εγκυμοσύνης. Με επιστολή ημερομηνίας 23.7.2013, το Τμήμα Εργασίας ενημέρωσε την Αιτήτρια για το αποτέλεσμα της διερεύνησης και για τη δυνατότητα της να απευθυνθεί στην Επιτροπή Ισότητας των Φύλων στην Απασχόληση και Επαγγελματική Εκπαίδευση, που είναι αρμόδια για την παροχή ανεξάρτητης συνδρομής και μεταξύ άλλων νομικής αρωγής. Ως επακόλουθο η Αιτήτρια απευθύνθηκε στην εν λόγω Επιτροπή με σκοπό τη λήψη νομικής αρωγής για την καταχώρηση Αίτησης Εργατικής Διαφοράς στο Δικαστήριο. Το αίτημα της ενεκρίθη στις 6.3.
- Κληθείσα από την Επιτροπή να επιλέξει ένα εκ των δικηγόρων που ευρίσκοντο στον κατάλογο, η Αιτήτρια απευθύνθηκε τελικά στους δικηγόρους της στις 3.9.2014, δηλαδή μετά τη λήξη της προθεσμίας για καταχώρηση αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Πέραν όμως τούτου οι δικηγόροι της Αιτήτριας ενημέρωσαν την Επιτροπή Ισότητας των Φύλων, ότι σε περίπτωση καταχώρησης Αίτησης στο Δικαστήριο εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, υπάρχει πιθανότητα να τεθεί και εκδικαστεί προδικαστικά το ζήτημα του εκπρόθεσμου της Αίτησης. Μετά από συζητήσεις και την ανταλλαγή διαφόρων επιστολών, τελική έγκριση για την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, στα πλαίσια νομικής αρωγής που παραχωρήθηκε στην Αιτήτρια δόθηκε στις 24.11.
- Επικαλούμενη η Αιτήτρια, κατάφορη παραβίαση των προνοιών του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου και του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Εκπαίδευση Νόμου, με την Αίτηση της αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση τις πιο κάτω θεραπείες: (α) αποζημιώσεις για παράνομο και ή κακόπιστο τερματισμό της απασχόλησης της, (β) αποζημιώσεις για παράβαση του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου, (γ) αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας, (δ) αυξημένες και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, (ε) οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία, που το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις, (στ) νόμιμο τόκο, (ζ) έξοδα και Φ.Π.Α. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 με τους γενικούς λόγους εμφάνισης απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις. Πρόσθετα εγείρουν τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις:
- Οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η παρούσα Αίτηση εναντίον τους είναι επιπόλαια (frivolous), ενοχλητική, καταπιεστική (vexatious), κακόπιστη και καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς.
- Οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 εγείρουν και δεύτερη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η παρούσα Αίτηση είναι εκπρόθεσμη γιατί έχει παρέλθει ο χρόνος που ορίζει ο Νόμος για καταχώρηση τέτοιας αίτησης.
- Το Υπουργείο Παιδείας εγείρει και τρίτη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι απαράδεκτα και ή λανθασμένα και ή δεν έπρεπε να είναι διάδικοι στην παρούσα διαδικασία διότι η συμφωνία εργοδότη-σης έχει υπογραφτεί μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτηση
- Επομένως τα Υπουργείο Παιδείας ουδεμία ευθύνη και καμία σχέση έχει με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, εφόσον δεν υπέγραψε σύμβαση με την Αιτήτρια και ή δεν είναι εργοδότης της Αιτήτριας. Με τη σύμφωνο γνώμη των μερών το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων με αριθμό 2 και
- Αγορεύσεις Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Καθ' ων η αίτηση, θέτοντας ως αφετηρία του δικαιώματος της Αιτήτριας να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης της, εισηγήθηκαν στο Δικαστήριο ότι το δικαίωμα αυτό έχει εκλείψει καθώς η 12μηνη προθεσμία που θέτει ο περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμος (Ν.8/67)έχει παρέλθει αφού η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα Αίτηση στις 29.1.2015 και δη δύο σχεδόν έτη μετά την απόλυση της που έγινε στις 31.3.
- Αναφορικά με την τρίτη προδικαστική ένσταση είναι η εισήγηση του Υπουργείου Παιδείας ότι η σύμβαση εργοδότησης έχει συναφθεί μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτηση 1 και ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να στραφεί εναντίον τους. Η σχολική εφορία είναι αυτή που αποφασίζει ποιο πρόσωπο θα προσλάβει ως σχολικό συνοδό, κατόπιν αιτήσεως, την οποία εξετάζει και αποφασίζει. Ως εκ των ανωτέρω είναι η θέση τους ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας Αίτησης και ως εκ τούτο αιτούνται την απόρριψη της με έξοδα. Διαμετρικά αντίθεση ήταν η αγόρευση της ευπαίδευτου συνηγόρου για την Αιτήτρια. Θέτοντας το νομικό πλαίσιο επί του οποίου στηρίζεται η παρούσα Αίτηση σημειώνει κατ' αρχήν ότι με βάση το κυπριακό δίκαιο, δεν παρέχεται καμία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να παρατείνει την δωδεκάμηνη προθεσμία για το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα. Θεωρεί ωστόσο ότι τέτοια δυνατότητα παρέχεται στην παρούσα περίπτωση από το ευρωπαϊκό δίκαιο, ως δίκαιο που υπερισχύει κάθε αντίθετης νομοθετικής διάταξης του εθνικού δικαίου. Ως εκ τούτου, εισηγείται ότι σύμφωνα με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία στις εθνικές διατάξεις που να εξυπηρετεί την αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας με την παροχή αποτελεσματικού ενδίκου μέσου. Με αναφορά στον εναρμονιστικό Νόμο 205(Ι)/2002 και τη σχετική Οδηγία καθώς και σε αποφάσεις του Δ.Ε.Ε. εισηγείται ότι η δωδεκάμηνη προθεσμία που θέτει ο Νόμος 8/67 δεν συμβαδίζει και δεν ικανοποιεί την αρχή της αποτελεσματικότητας των ενδίκων μέσων, ως αυτή τίθεται στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν τα Δικαστήρια των κρατών μελών εφαρμόζουν ευρωπαϊκό δίκαιο. Είναι η θέση της ότι στην περίπτωση εγκύου παραβιάζεται, πέραν των οικείων νόμων της εσωτερικής έννομης τάξης και η Οδηγία 2006/54/ΕΚ που ως ευρωπαϊκό δίκαιο υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης του εθνικό δικαίου και η εφαρμογή της από τα κράτη μέλη πρέπει να είναι επαρκής και αποτελεσματική. Ως εκ τούτου θεωρεί ότι η νομικά τιθέμενη προθεσμία των δώδεκα μηνών, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις εργατικής διαφοράς, δεν συνάδει και δεν διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της αποτελεσματικότητας του ενδίκου μέσου και σε κάθε περίπτωση δεν καλύπτει τις ιδιαίτερες περιστάσεις των υποθέσεων που αφορούν παραβίαση της αρχής της ισότητας, ως θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος. Αναφορικά με την τρίτη προδικαστική ένσταση εισηγείται ότι στις έγγραφες προτάσεις της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτηση 1 περιέχονται όλα εκείνα τα γεγονότα που καταδεικνύουν ότι μέρος ή και την αποκλειστική ευθύνη για την απόλυση της Αιτήτριας φέρει τα Υπουργείο Παιδείας, αφού με δικές τους οδηγίες λήφθηκε η εν λόγω απόφαση και σε κάθε περίπτωση η ευθύνη του Υπουργείου Παιδείας δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ως εκ των ανωτέρω εισηγείται ότι και οι δύο προδικαστικές ενστάσεις είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφτούν για να δοθεί στην Αιτήτρια η ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της και το Δικαστήριο να κρίνει επί της ουσίας την Αίτηση. Ανάλυση Η προδικαστική ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 έχει ως νομικό έρεισμα το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67)όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/02 που έχει ως ακολούθως: «(10Α) Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό: Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.» Το ζήτημα της παραγραφής, όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Χατζηστυλλής ν. Papadema κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 551, 560 άπτεται τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μίας υπόθεσης και εφόσον τίθεται στα δικόγραφο είναι το πρώτο που θα πρέπει να εξεταστεί. Για να δανειστούμε από τις, επί του προκειμένου, αρχές που εφαρμόζονται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία υπενθυμίζουμε ότι αυτές υπαγορεύουν ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις σαν θέμα δημοσίου συμφέροντος (Moran v, Republic, 1R.S.C.C. 10, 13). Σύμφωνα με τη νομολογία, «.θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». Όταν υπάρχει έλλειψη δικαιοδοσίας δυνάμει νόμου, ζήτημα δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανεξάρτητα αν ο διάδικος που εγείρει το θέμα έχει καταχωρήσει εμφάνιση χωρίς όρους ή έχει λάβει οποιανδήποτε άλλα διαδικαστικά μέτρα στην αγωγή (βλ. Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 246). Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι θέμα δημοσίας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ Παναγιώτου v. Χ"Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι άκυρη (βλ. Μιχαηλίδης v. Γρηγορίου κ.ά.
(1988)1 Α.Α.Δ. 88). Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, του γεγονός ότι το θέμα της παραγραφής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τίθεται μέσα από τον δικαιοδοτικό Νόμο 8/67 και τις καταλυτικές συνέπειες που δύναται να έχει η παραγραφή ως δικαιοδοτικό θέμα, θεωρούμε ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε κώλυμα για προώθηση και εξέταση από το Δικαστήριο του τιθέμενου αυτού ζητήματος στο παρόν στάδιο. Ως επακόλουθο το ζητούμενο είναι το χρονικό σημείο που ανέκυψε το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα της Αιτήτριας. Με τον τροποποιητικό Ν.169(Ι)/02ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α) του Νόμου, οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή μέσα σε 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Από το γράμμα των διατάξεων του Νόμου είναι φανερό ότι δεν παρέχεται στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ως το κατ' εξοχήν αρμόδιο Δικαστήριο, οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια να παρατείνει τον χρόνο πέραν των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Επομένως με την πάροδο του χρόνου των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να υποβάλει αίτηση παραγράφεται και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης. Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Denning MR στην υπόθεση Dedman v. British Building & Engineering Appliances Ltd [1974] ICR 53, 'If [an application] arrives a minute after midnight on the last day the clerks must throw it out; the tribunal is not competent to hear it'. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου (Ν.205(Ι)/2002), ο Αρχιεπιθεωρητής και ο Επιθεωρητής δέχονται καταγγελίες σχετικά με οποιαδήποτε παράβαση του Νόμου από οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρεί ότι θίγεται από την παράβαση και αμέσως ερευνά με κάθε πρόσφορο τρόπο τα καταγγελλόμενα και επιχειρεί να διευθετήσει τη διαφορά. Εφ' όσον επιτυγχάνει τη διευθέτηση της διαφοράς, συντάσσει πρακτικό συμβιβασμού. Αν, πάλι, δεν επιτευχθεί διευθέτηση, επίσης συντάσσει πρακτικό στο οποίο αναγράφει όλα όσα έπραξε και διαπίστωσε. Το πρακτικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ενώπιον δικαστηρίου. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2), τηρουμένων των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, από την ημέρα της υποβολής της καταγγελίας προς τον Αρχιεπιθεωρητή και μέχρι τη σύνταξη του προβλεπόμενου πρακτικού, διακόπτεται η τυχόν ισχύουσα προθεσμία προσφυγής στο δικαστήριο του προσώπου που υπέβαλε την καταγγελία, καθώς και η τυχόν ισχύουσα περίοδος παραγραφής της απαίτησής του. Από τα όσα παραθέτουμε ανωτέρω, φαίνεται ότι η απασχόληση της Αιτήτριας τερματίστηκε στις 31.3.
- Στις 8.4.2013 η Αιτήτρια κατήγγειλε το γεγονός της απόλυσης της στο Τμήμα Εργασίας επικαλούμενη τις πρόνοιες του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου (Ν.100(Ι)/97) και του Ν.205(Ι)/
- Στις 16.7.2013 ετοιμάστηκε σχετική πρακτικό διερεύνησης παραπόνου από το Τμήμα Εργασίας και συγκεκριμένα την Επιθεωρήτρια Ισότητας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 27 ανωτέρω. Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 29.1.
- Με βάση λοιπόν τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 27
(2)του Ν.205(Ι)/2002, η προθεσμία προσφυγής της Αιτήτριας στο Δικαστήριο, καθώς και η ισχύουσα περίοδος παραγραφής της απαίτησης της, διακόπηκαν από τις 8.4.2013 που υπέβαλε καταγγελία μέχρι και τις 16.7.2013 που η Επιθεωρήτρια σύνταξε το πρακτικό διερεύνησης του παραπόνου της. Επομένως το χρονικό σημείο έναρξης της 12μηνης προθεσμίας για υποβολή αιτήσεως στο παρόν Δικαστήριο από την Αιτήτρια ήταν η 16.7.
- Η Αιτήτρια ωστόσο κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων καταχώρησε την παρούσα Αίτηση στις 29.1.2015 και συγκεκριμένα 21 και πλέον μήνες μετά την σύνταξη του πρακτικού διερεύνησης του παραπόνου της από την Επιθεωρήτρια κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 12(10Α) του Ν.8/
- Οι αποφάσεις του Δ.Ε.Ε, στις οποίες παρέπεμψε το Δικαστήριο η ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια δεν βρίσκουμε να επηρεάζουν ή να διαφοροποιούν την επικρατούσα νομική μας πραγματικότητα, ενόψει των ρητών και ξεκάθαρων διατάξεων του εναρμονιστικού Νόμου 205(Ι)/2002 και του Ν.8/
- Με τις εν λόγω διατάξεις, παρέχεται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος. Εκεί μάλιστα που ο νομοθέτης έκρινε σκόπιμο να προστατεύσει το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα του εργοδοτούμενου από τυχόν απρόβλεπτη καθυστέρηση σε άλλη διαδικασία, το έπραξε με τη διακοπή της ισχύουσας περιόδου μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας. Η προστασία λοιπόν που παρέχει η εσωτερική έννομη τάξη για την προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου και επαρκής και αποτελεσματική δύναται να χαρακτηριστεί. Καταληκτικά, μελετώντας τα όσα η ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας παράθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με τη γραπτή αγόρευση της, δεν βρίσκουμε να μεταβάλουν ή να διαφοροποιούν την επικρατούσα νομική μας πραγματικότητα ως αυτή προκύπτει από τις προρρηθείσες διατάξεις των Ν.8/67και Ν.205(Ι)/
- Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι η προδικαστική ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με το εκπρόθεσμο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης θα πρέπει τα επιτύχει καθώς το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα της Αιτήτριας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έχει παραγραφεί. Για όλα τα πιο πάνω η όλη διαδικασία αναστέλλεται, με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (υπ).................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο