← Κύπρος

ΜΑΡΚΟΥ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 9/2017, 26/10/2018

ΜΑΡΚΟΥ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 9/2017, 26/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:57 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Κανελλίδη και Γ. Λεοντίου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 9/2017 Μεταξύ: XXXXX ΜΑΡΚΟΥ Αιτητής -και- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 26η Οκτωβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Σ. Σάββας Για τον Καθ' ου η αίτηση: κ. Τ. Σκούρου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής ήταν εργοδοτούμενος της εταιρείας JOANNI MARMI LIMITED (στο εξής: «η Εργοδότρια Εταιρεία). Με τον τερματισμό της απασχόληση του και την απόρριψη της αίτησης του για πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο (στο εξής «το Ταμείο»), στις 10.9.2012 καταχώρησε εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας και του Ταμείου την Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με αρ. 659/2012. Στις 6.11.2014 εξεδόθη διάταγμα εκκαθάρισης της Εργοδότριας Εταιρείας στην αίτηση 21/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, το οποίο συνέχισε να ισχύει μέχρι και τις 29.6.2016, ήμερα έκδοσης της απόφασης στην ως άνω Αίτηση Εργατικής Διαφοράς, δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο επιδίκασε υπό μορφή αποζημίωσης, υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας (Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της περιουσίας της Εργοδότρια Εταιρείας) το ποσό των €9.360 πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα τα οποία ως έχουν υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθεί από το Δικαστήριο ανέρχονται στο ποσό των €1.492,00 πλέον ΦΠΑ, πλέον €35,00 πραγματικά έξοδα. Περαιτέρω, διέτασσε όπως ολόκληρο το επιδικασθέν ποσό εισπραχθεί από το Ταμείο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 31

(3)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67) (στο εξής «ο Νόμος»). Το Ταμείο, με βάση την ως άνω απόφαση κατέβαλε στον Αιτητή πληρωμή για το επιδικασθέν προς όφελος του ποσό που αφορούσε την αποζημίωση λόγω παράνομης απόλυσης πλέον τόκους, χωρίς ωστόσο να καταβάλει πληρωμή για επιδικασθέντα έξοδα τα οποία θεωρεί ότι δεν καλύπτονται από τις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Νόμου. Έτσι ο Αιτητής με την υπό κρίση Αίτηση αξιώνει από το Ταμείο τις πιο κάτω θεραπείες: (Α) Δήλωση και ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι δικαιούται να εισπράξει ολόκληρο το επιδικασθέν υπέρ του ποσό, περιλαμβανομένων δικηγο-ρικών και πραγματικών εξόδων, τόκων και Φ.Π.Α. σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ημερομηνίας 29.6.2016 στην Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με αρ.659/2012 από το Ταμείο. (Β) Απόφαση και ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει το Ταμείο όπως καταβάλει στον Αιτητή ολόκληρο το επιδικασθέν υπέρ του ποσό, περιλαμβανομένων δικηγορικών και πραγματικών εξόδων, τόκων και Φ.Π.Α., σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ημερομηνίας 29.6.2016, στην Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με αρ. 659/2012. (Γ) €1.492,00 ως επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα. (Δ) €35 ως πραγματικά έξοδα. (Ε) Νόμιμο Τόκο επί των εξόδων από 10.9.2012 (ΣΤ) Φ.Π.Α. επί των εξόδων της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς αρ.659/2012 (Ζ) Έξοδα και έξοδα επίδοσης, της παρούσας Αίτησης (Η) Νόμιμο Τόκο συν ΦΠΑ Κατά το στάδιο των αγορεύσεων και οι δύο πλευρές παρέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τις δικές τους εισηγήσεις. Ο κ. Σάββας επικαλούμενος προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου κάλεσε το Δικαστήριο όπως διατάξει την είσπραξη των εξόδων από το Ταμείο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Νόμου. Αντίθετα η κα Σκούρου αναφερόμενη στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χριστόδουλος Κυριάκου και άλλοι v. Ταμείου Διά Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 ΑΑΔ 1020 εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι εκτός από την αποζημίωση και προειδοποίηση που είναι πληρωτέα δυνάμει των προνοιών του Νόμου, τα δικηγορικά έξοδα δεν φαίνεται να συμπεριλαμβάνονται στα προβλεπόμενα από τον Νόμο επιδικασθέντα ποσά. Σύμφωνα με το άρθρο 31
(3)του Νόμου: «Όταν κατά τον χρόνον της επιδικάσεως υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφόρων, έχη αρχίσει διαδικασία αναφορικώς προς τον εργοδότην δυνάμει του περί Πτωχεύσεως Νόμου ή του Μέρους V του περί Εταιρειών Νόμου ο εργοδοτούμενος προς τον οποίον εγένετο η επιδίκασις εισπράττει ολόκληρον το επιδικασθέν ποσόν εκ του Ταμείου. Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου αναφορικώς προς πάσαν επιδικασθείσαν πληρωμήν καταβλητέαν απ' ευθείας υπό του εργοδότου μεταβιβάζονται εις το Ταμείον.» Στην υπόθεση Χριστόδουλος Κυριάκου (ανωτέρω), τέθηκε ως ουσιαστικό θέμα προς εξέταση η εμβέλεια του άρθρου 31
(3)του Νόμου. Αναφερόμενο το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρωτόδικη απόφαση, σημείωσε ότι, η ουσία της αιτιολογίας της πρωτόδικης απόφασης εντοπίζεται στην άποψη πως το άρθρο αυτό καλύπτει κάθε ποσό που επιδικάζεται υπέρ των εργοδοτουμένων στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Και τούτο γιατί η παράγραφος
(1)του άρθρου αναφέρεται σε απόφαση επιδικάζουσα "οιονδήποτε ποσό" και οι παράγραφοι
(2)και
(3)σε "ποσό επιδικασθέν" χωρίς οποιαδήποτε διάκριση. Και εφόσον, όπως έκρινε το πρωτόδικό Δικαστήριο, η διεκδίκηση των δεδουλευμένων μισθών και των άλλων ωφελημάτων ήταν "εργατική διαφορά" σύμφωνα με τον ορισμό του Νόμου που ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, θα έπρεπε το Ταμείο να ικανοποιήσει την απόφαση που εκδόθηκε. Επιλαμβανομένου του θέματος, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «.. Είναι το κεντρικό χαρακτηριστικό του Νόμου 24/67 ο καθορισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συναρτώνται προς τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτουμένου. Η μελέτη των προνοιών του ως συνόλου αποκαλύπτει πως βρίσκονται έξω από το πλαίσιο των ρυθμίσεων του ζητήματα σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλ-λώθηκαν διαρκούσας της εργοδότησης και είναι άσχετα προς τον τερματισμό της. Έτσι, ο Νόμος καθορίζει τα περί την αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης, για πληρωμή αντί προειδοποίησης για τερματισμό της απασχόλησης και για πληρωμή λόγω πλεονασμού. Βέβαια με τις ερμηνευτικές του διατάξεις ο Νόμος προσδίδει στην "εργατική διαφορά" ευρεία έννοια, όμοια με την αντίστοιχη του Νόμου 8/67. Αυτό όμως δεν διαφοροποιεί τις ουσιαστικές του πρόνοιες και, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 30
(1)που εντάσσει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών όχι κάθε εργατική διαφορά αλλά μόνο τις εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου ή οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του, περιλαμβανομένου, φυσικά, και "παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος". Είναι σαφές ότι οι δεδουλευμένοι μισθοί και τα άλλα διεκδικηθέντα και επιδικασθέντα ωφελήματα δεν συνδέονται με τον τερματισμό της απασχόλησης αλλά είναι ποσά πληρωτέα ως εκ της εργοδότησης και όχι ως εκ του τερματισμού της. Κρίνουμε ότι η φράση "επιδικασθέν ποσό" στο άρθρο 31
(3)εμφανώς ως εκ του σκοπού του Νόμου, αναφέρεται σε ποσά πληρωτέα δυνάμει των προνοιών του και όχι σε οποιαδήποτε άλλα ποσά πληρωτέα είτε δυνάμει των προνοιών άλλου Νόμου είτε γενικά στο πλαίσιο της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Αν η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν διαφορετική θα αναμέναμε, ως εκ της φύσεως του θέματος που βρίσκεται έξω από όσα συνιστούν το αντικείμενο ρύθμισης από το συζητούμενο Νόμο, να διατυπωνόταν ρητά. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα να θεωρείται υπόλογο το Ταμείο Πλεονασμού ως προς δεδουλευμένους μισθούς μη πληρωθέντες παρά το ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου ουδέποτε ετερματίσθη επειδή, κατά την άποψη που δέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η διεκδίκηση τέτοιων μισθών συνιστά εργατική διαφορά εμπίπτουσα στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. ..» Με καθοδήγηση την πιο πάνω απόφαση, επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης επαναλαμβάνουμε ότι η αξίωση του Αιτητή αφορά την είσπραξη ποσού που επιδικάστηκε προς όφελος του ως αποζημίωση για τον τερματισμό της απασχόλησης του πλέον τα έξοδα της διαδικασίας. Το δικαίωμα του Αιτητή να εισπράξει το επιδικασθέν ποσό της αποζημίωσης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Νόμου δεν έχει αμφισβητηθεί από το Ταμείο, εξ ου και κατέβαλε πληρωμή στον Αιτητή για το εν λόγω ποσό. Αμφισβητείται ωστόσο η καταβολή των εξόδων. Το ζητούμενο, επομένως είναι εάν το προρρηθέν άρθρο, ορθά ερμηνευόμενο, παρέχει στον Αιτητή το δικαίωμα να εισπράξει από το Ταμείο και τα δικηγορικά έξοδα που του επιδικάστηκαν στα πλαίσια εργατικής διαφοράς που ηγέρθη δυνάμει των προνοιών του Νόμου. Όπως αναφέρθηκε στην προρρηθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το άρθρο 31
(3)του Νόμου, κατά την ερμηνεία του, θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 30
(1)όπου προσδιορίζεται η αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών σε διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου. Μεταξύ άλλων μέσα στα πλαίσια της αρμοδιότητας αυτής περιλαμβάνεται και «παν παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό προς τοιαύτας διαφοράς θέμα». Στην υπό κρίση Αίτηση, τα έξοδα που επιζητεί ο Αιτητής να εισπράξει από το Ταμείο αποτελούν μέρος της απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος του συνεπεία της επιδίκασης αποζημιώσεων για το αδικαιολόγητο του τερματισμού της απασχόλησης του. Εν ολίγοις, κατά την κρίση μας, πρόκειται για μια συνακόλουθη συμπληρωματική οφειλή προς τον Αιτητή ως αμοιβή για τους καρπούς της επιτυχίας του σε υπόθεση εργατικής διαφοράς που ανεφύη συνεπεία εφαρμογής του Νόμου. Συνακόλουθα, κρίνουμε ότι τα έξοδα αποτελούν «θέμα παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό» εργατικής διαφοράς που ανεφύη συνεπεία εφαρμογής του Νόμου και ως τέτοιο θέμα εμπίπτει στην έννοια του «επιδικασθέντος ποσού» όπως απαντάται στο άρθρο 31
(3)του Νόμου, με επακόλουθο ο Αιτητής να δικαιούται να εισπράξει τα επιδικασθέντα προς όφελος του έξοδα από το Ταμείο. Η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Ταμείου ως οι αξιώσεις Α έως Στ ανωτέρω, με €300 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. προς όφελος του Αιτητή και εναντίον του Ταμείου. (υπ).................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Κανελλίδης, Μέλος Γ. Λεοντίου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.