ΤΟΥΝΙΑΣ ν. ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΛΑΤΟΥΡΟΣ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 537/2014, 21/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:51 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Τσιούπη και Γ. Σουρουλλά, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 537/2014 Μεταξύ: XXXXX ΤΟΥΝΙΑΣ Αιτητής -και- ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΛΑΤΟΥΡΟΣ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 21η Σεπτεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Ζ. Νικολάου Για τους Καθ' ων η αίτηση 1: κ. Α. Παστός Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κα Τ. Σκούρου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση που καταχωρήθηκε στις 9.7.2014 ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία ή η Εταιρεία») διάφορες θεραπείες όπως αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, αυξημένες αποζημιώσεις, συμπληρωματική πληρωμή αντί προειδοποίησης, 13ο μισθό για το 2013, οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, νόμιμο τόκο, έξοδα συν Φ.Π.Α. Με το έγγραφο εμφάνισης που καταχωρήθηκε στις 10.12.2014, η Εργοδότρια Εταιρεία αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις, ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε για λόγους πλεονασμού που οφείλονταν αφενός στη δραματική μείωση του κύκλου εργασιών της και αφετέρου στην πώληση ολόκληρου του στόλου φορτηγών που οδηγούσε ο Αιτητής. Σημειώνει επίσης ότι στον Αιτητή δόθηκε πληρωμή αντί προειδοποίησης 8 βδομάδων, ύψους 3.154,82- και ότι λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης, ο Αιτητής αποδέχθηκε να μη διεκδικήσει 13ο μισθό για το
- Το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») καταχώρησε εμφάνιση στην εν λόγω διαδικασία ως αναγκαίος διάδικος στις 23.3.2015, μετά από σχετική ειδοποίηση του Δικαστηρίου ημερ. 18.2.
- Με την εμφάνιση του αναφέρεται στην περίοδο απασχόληση του Αιτητή και στις απολαβές του, που κατ' ισχυρισμό υπολογίζονται στα €267,77 εβδομαδιαίως. Σημειώνει, ότι στις 4.3.2014 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού η οποία εγκρίθηκε στις 3.2.2015 και ότι του καταβλήθηκε το ποσό των €9.371,95 που αντιστοιχεί στην τελευταία συνεχή περίοδο απασχόλησης του από 29.9.1999 μέχρι 28.2.
- Κατά την ακροαματική διαδικασία και οι τρεις πλευρές δεν προσκόμισαν μαρτυρία αλλά αρκέστηκαν στην από κοινού δήλωση παραδεκτών γεγονότων που είναι τα ακόλουθα: - Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 29.9.
- - Στις 2.1.2014 η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή για λόγους πλεονασμού, με προειδοποίηση οκτώ βδομάδων. - Ο Αιτητής δεν απασχολήθηκε κατά τη διάρκεια της προειδοποίησης. Η Εργοδότρια Εταιρεία όμως πλήρωσε την περίοδο της προειδοποίησης καταβάλλοντας Κοινωνικές Ασφαλίσεις για τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2014 επί του ποσού των €1887 για κάθε μήνα. - Ο μισθός του Αιτητή μέχρι τον Δεκέμβριο 2011 ανερχόταν στα €1887 μηνιαίως για πλήρη εβδομαδιαία απασχόληση 38 ωρών. Από τον Ιανουάριο 2012 και μέχρι τον Δεκέμβριο 2013 ο μισθός που λάμβανε ο Αιτητής και επί του οποίου καταβάλλονταν κοινωνικές ασφαλίσεις διαφοροποιείτο από μήνα σε μήνα, καθώς με τη συγκατάθεση του εργαζόταν λιγότερες ώρες και αμειβόταν ανάλογα με τον αριθμό των ωρών απασχόληση του. - Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για πληρωμή λόγω πλεονασμού στο ομώνυμο Ταμείο και στις 3.2.2015 του κατεβλήθη πληρωμή για το ποσό των €9.371,95 που αντιστοιχεί στην τελευταία συνεχή περίοδο απασχόλησης του από 29.9.1999 μέχρι 28.2.
- - Το Ταμείο υπολόγισε την ως άνω καταβληθείσα πληρωμή λαμβάνοντας υπόψη το ποσό των €267,77 εβδομαδιαίως, το οποίο ανέκυψε από τον υπολογισμό του μέσου όρου των αποδοχών των τελευταίων δώδεκα βδομάδων πλήρους απασχόλησης, δηλαδή εβδομάδων που ο χρόνος απασχόλησης του Αιτητή δεν ήταν λιγότερος των δεκαοκτώ ωρών. Συγκεκριμένα οι εβδομάδες πλήρους απασχόλησης που λήφθηκαν υπόψη ήταν οι τέσσερεις εβδομάδες των μηνών Δεκεμβρίου, Μαΐου και Φεβρουαρίου
- Περαιτέρω κατατέθηκαν από κοινού οι αποδείξεις πληρωμών του Αιτητή για τους μήνες Μάιο - Ιούνιο 2013 και Ιανουάριο - Φεβρουάριο 2014, αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών του Αιτητή για τα έτη 2012 έως 2014, επιστολή από τον Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων προς τον Αιτητή, ημερ. 23.5.2014 αναφορικά με τον ασφαλιστικό λογαριασμό του, το Ερωτηματολόγιο που η Εργοδότρια Εταιρεία συμπλήρωσε και απέστειλε στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναφορικά με την απόλυση του Αιτητή, την Αίτηση για Πληρωμή λόγω Πλεονασμού από τον Αιτητή, την επιστολή απόλυσης ημερ. 2.1.2014 και αναλυτική κατάσταση των αποδοχών του Αιτητή από το σύστημα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τους μήνες από Ιανουάριο 2013 έως Ιανουάριο
- Με τη δήλωση των ως άνω παραδεκτών γεγονότων και την κατάθεση των ως άνω εγγράφων που αποτελούν το ενώπιον του Δικαστηρίου εμπράγματο υλικό (Τεκ.1-12), ο Αιτητής απόσυρε τις θεραπείες για καταβολή 13ου μισθού για το 2013 και συμπληρωματική πληρωμή αντί προειδοποίησης, περιορίζοντας ουσιαστικά τις αξιώσεις του σε συμπληρωματική πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο με τον ισχυρισμό ότι οι μηνιαίες απολαβές του ήταν μεγαλύτερες απ' αυτές που έλαβε υπόψη το Ταμείο για τον υπολογισμό της πληρωμής που έπρεπε να του καταβληθεί. Με την αγόρευση του, ο κ. Νικολάου κάλεσε το Δικαστήριο να αποδώσει στον Αιτητή πληρωμή από το Ταμείο υπολογιζόμενη στη βάση του συμφωνημένου μισθού του που ανερχόταν στα €1887 μηνιαίως. Με αναφορά στην απόφαση Μιλτιάδη Ιωάννου ν. Vesta Holidays Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 909 εισηγήθηκε, ότι για σκοπούς του Τέταρτου Πίνακα του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67)η τελευταία εβδομάδα απασχόλησης είναι αυτή της προειδοποίησης ανεξαρτήτως εάν κατά τη διάρκεια της ο εργοδοτούμενος προσέφερε ή όχι τις υπηρεσίες του, καταλήγοντας ότι στην περίπτωση του Αιτητή η τελευταία εβδομάδα απασχόληση του είναι αυτή του μηνός Φεβρουαρίου 2014 που ο μισθός του για σκοπούς του Νόμου κυμαινόταν στα €471,75 και όχι €267,77 ως υπολόγισε το Ταμείο. Με αναφορά επίσης στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου και στο μισθό που λάμβανε ο Αιτητής μέχρι τον Δεκέμβριο 2011 και το αντίστοιχο ποσό που του καταβλήθηκε αντί προειδοποίησης, εισηγήθηκε ότι ο λόγος που ο Αιτητής δεν λάμβανε το ορισμένο αυτό ημερομίσθιο είναι γιατί η Εργοδότρια Εταιρεία δεν του παρείχε εργασία με πλήρη ωράριο ενώ ο ίδιος ήταν έτοιμος και πρόθυμος να εργαστεί. Καταλήγει ότι από τις πρόνοιες του Νόμου είναι ξεκάθαρο και αδιαμφισβήτητο ότι ορθά η Εργοδότρια Εταιρεία πλήρωσε τον Αιτητή κατά τη διάρκεια της προειδοποίησης με το ορισμένο ημερομίσθιο των €1887- που δικαιούταν και επί τη βάσει του οποίου θα πρέπει να υπολογιστεί και η πληρωμή που δικαιούται να λάβει από το Ταμείο. Αντίθετη ήταν η προσέγγιση του όλου θέματος από την κα Σκούρου η οποία εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι στην περίπτωση του Αιτητή το γεγονός ότι η αμοιβή του διαφοροποιήθηκε στο ελάχιστο ανάλογα με τις ώρες απασχόληση του στη βάση του μισθού που έπαιρνε προηγουμένως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι ο πραγματικός του μισθός ήταν αυτός που λάμβανε πριν τη μείωση. Ο Αιτητής σε καμιά περίπτωση δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να συνηγορούν στη μη αποδοχή της μείωση του μισθού του αναλόγως των ωρών απασχόλησης του. Ως εκ τούτου η πληρωμή του από το Ταμείο έγινε με βάση τον Τρίτο Πίνακα του Νόμου στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 4 του Τέταρτου Πίνακα. Και το Ταμείο τηρώντας πλήρως τις πρόνοιες του Νόμου και για να μην αδικηθεί ο Αιτητής ανέτρεξε πίσω για να βρει ποιες εβδομάδες ήταν πλήρως απασχολημένος δηλαδή πότε κάλυψε εργασία 18 ωρών για να υπολογίσει τον εβδομαδιαίο μισθό του. Το ότι ο Αιτητής διεκδικεί πληρωμή επί τη βάσει του ποσού που του καταβλήθηκε ως πληρωμή αντί προειδοποίησης, αυτό ξεφεύγει του πλαισίου του Νόμου και κάθε κοινής λογικής καθώς με την παροχή της προειδοποίησης επήλθε και η ρήξη της εργασιακής σχέσης μεταξύ Αιτητή και Εργοδότρια Εταιρείας. Αρχίζοντας τη σχετική ανάλυση πρέπει να υπενθυμίσουμε τα όσα τονίστηκαν στην Αγγλική απόφαση Laws v. London Chronicle Ltd
(1959)2 All E.R. 285, ότι μία σύμβαση εργασίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα είδος σύμβασης όπως όλες οι άλλες, έτσι ώστε το γενικότερο δίκαιο των συμβάσεων να είναι εφαρμοστέο. Σχετική αναφορά γίνεται και στο σύγγραμμα, A Practical Approach to Employment Law, του John Bowers, Seventh Edition, 2005, p.46, την οποία παραθέτουμε: 3.35 Like all other contracts, the contract of employment is constituted by offer and acceptance supported by consideration. The offer in the great majority of cases comes from the employer, and is accepted in writing or simply by the conduct of the employee in actually turning up for work. 3.40 The contract of employment is one of the most dynamic of legal agreements, changing frequently during its course as circumstances alter. Any variation in contractual terms, however, requires the assent, express or tacit, of both parties and should be supported by consideration. This tacit consent may be represented by the employee simply carrying on working under altered conditions. Από την άποψη λοιπόν του ουσιαστικού δικαίου, οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων της σύμβασης εργασίας απαιτεί τη συγκατάθεση, ρητή ή σιωπηρή, και των δύο μερών η οποία θα πρέπει να υποστηρίζεται από αντιπαροχή. Η συγκατάθεση του εργοδοτουμένου μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω συλλογικών ή ξεχωριστών διαπραγματεύσεων ή μπορεί να συναχθεί από την ίδια τη συμπεριφορά του. Η δε σιωπηρή συγκατάθεση δύναται να συναχθεί μέσα από τις ενέργειες του εργοδοτουμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους μεταβαλλόμενους όρους εργασίας. Μια από τις βασικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις του εργοδότη είναι η καταβολή του συμφωνηθέντος ή συμβατικού μισθού και η μη μεταβολή των ωρών απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Μονομερής (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτούμενου) και αυθαίρετη (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα του εργοδότη) τροποποίηση των όρων απασχόλησης που έχει ως συνέπεια τη μείωση των απολαβών του εργοδοτούμενου συνιστά, στην περίπτωση που η μείωση είναι αρκούντως ουσιώδης ('of sufficient materiallity'), παράβαση (repudiation) ουσιώδους όρου της σύμβασης εργασίας, η οποία παρέχει στον τελευταίο το δικαίωμα να τερματίσει νόμιμα την απασχόληση του σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Από τη στιγμή που εκδηλώθηκε η ενέργεια του εργοδότη, δηλαδή η παράβαση και μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, που σε τελικό στάδιο προκαλεί άμεση ή έμμεση ζημιά στον εργοδοτούμενο, τότε ο εργοδοτούμενος έχει το δικαίωμα να επιλέξει μια από τις πιο κάτω πορείες: (α) Να επιβεβαιώσει τη σύμβαση απασχόλησης του και να επιμείνει στην περαιτέρω εκτέλεση της (β) να αποδεχθεί την αποκήρυξη της, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση η σύμβαση φθάνει σ' ένα τέλος. Μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί να παραμείνει ανοικτή μέχρι τέλους. Ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να ενεργήσει άμεσα γιατί εάν συνεχίσει να απασχολείται για κάποια χρονική περίοδο κινδυνεύει να χάσει όλα τα δικαιώματα του και να θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει τη σύμβαση (D. Brodie, The Employment Contract, 2005, p.221). Στην προκείμενη περίπτωση, η θέση του κ. Νικολάου ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν παρείχε στον Αιτητή εργασία με πλήρη ωράριο, ενώ ο ίδιος ήταν έτοιμος και πρόθυμος να εργαστεί, δεν συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης όπου ρητά αναφέρεται ότι ο Αιτητής συγκατατέθηκε να εργάζεται λιγότερες ώρες και να αμείβεται ανάλογα με τον αριθμό των ωρών απασχόλησης του. Όπως ορθά επισήμανε η κα Σκούρου, ο Αιτητής σε καμία περίπτωση δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να συνηγορούν περί του αντιθέτου. Επομένως από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής με τη συγκατάθεση του επιβεβαίωσε (affirm) τη σύμβαση εργασίας ως είχε τροποποιηθεί και συνεπώς, δεν μπορεί εκ των υστέρων να ισχυρίζεται ότι οι πραγματικές απολαβές του ήταν αυτές που λάμβανε μέχρι τον Δεκέμβριο 2011. Το κύριο ωστόσο επιχείρημα του κ. Νικολάου είναι ότι για σκοπούς του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου, η τελευταία εβδομάδα απασχόλησης που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη για τον προσδιορισμό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του Αιτητή είναι αυτή της προειδοποίησης. Επί τούτου θα πρέπει να επισημάνουμε τα ακόλουθα: Η προειδοποίηση περιέχεται σε ξεχωριστό κεφάλαιο, το Μέρος ΙΙΙ του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν. 24/67)(«ο Νόμος»), και προβλέπονται γι' αυτή ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν τη λειτουργία της. Ο τερματισμός της απασχόλησης λόγω πλεονασμού καταλαβαίνει το Μέρος IV του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του Νόμου, όταν η απασχόληση εργοδοτούμενου τερματίζεται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου: «Δια τους σκοπούς του παρόντος Πίνακα, το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων είναι το ποσόν εις το οποίον ο εργοδοτούμενος θα εδικαιούτο κατά την τελευταία εβδομάδα της απασχόλησης του, ως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα προς τον Τρίτο Πίνακα». Στο Τρίτο Πίνακα προσδιορίζονται οι πληρωμές που δικαιούται ο εργοδοτούμενος διαρκούσης της περιόδου της προειδοποίησης:
- Όταν ο εργοδοτούμενος εργάζεται αντί ωρισμένου ημερομισθίου δικαιούται εις το ωρισμένον τούτο ημερομίσθιον διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως, εκτός εάν άλλως προβλέπεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος.
- Όταν η αμοιβή του εργοδοτουμένου βασίζηται επί του αριθμού των ωρών τας οποίας εργάζεται και δεν ποικίλλει αναλόγως του ποσού της εκτελουμένης εργασίας, ο εργοδοτούμενος πληρώνεται διά τον αριθμόν των ωρών τας οποίας ειργάσθη διαρκούσης της περιόδου της
- 4.
(1)Όταν εργοδοτούμενος ο οποίος καλύπτεται υπό των διατάξεων της παραγράφου 1 ανωτέρω είναι- (α) έτοιμος και πρόθυμος να εργασθή αλλά δεν παρέχεται εις αυτόν εργασία υπό του εργοδότου· ή (β)ανίκανος προς εργασίαν λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (γ) απών επ' αδεία, (δ) απών με γονική άδεια λαμβάνει τότε την υπό της ρηθείσης παραγράφου 1 καθοριζομένην αμοιβήν·
(2)Όταν εργοδοτούμενος ο οποίος καλύπτεται υπό των διατάξεων της παραγράφου 2 ανωτέρω είναι- (α) έτοιμος και πρόθυμος να εργασθή αλλά δεν παρέχεται εις αυτόν εργασία υπό του εργοδότου· ή (β) ανίκανος προς εργασίαν λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (γ) απών επ' αδεία, (δ) απών με γονική άδεια Τότε ο εργοδότης καταβάλλει εις τον εργοδοτούμενον δι' έκαστην εβδομάδα της περιόδου της προειδοποιήσεως ουχί ολιγώτερον του μέσου όρου των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του κατά τας τελευταίας δώδεκα πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίηση: Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην .............
- Όταν ο εργοδοτούμενος πληρώνηται επί ωριαίας βάσεως, η πληρωμή του κατά την διάρκειαν της περιόδου της προειδοποιήσεως δεν είναι ολιγωτέρα της πληρωμής δια τον αριθμόν των ωρών τας οποίας εισγάσθη διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως επί τη βάσει του μέσου όρου ωριαίας αμοιβής κατά τας τέσσερας τελευταίας πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις.
- Όταν ο εργοδοτούμενος δεν έχει καθωρισμένον ημερομίσθιον ή μισθόν και όταν δεν πληρώνεται επί ωριαίας βάσεως άνευ συσχετισμού προς το ποσόν της γενομένης εργασίας, τότε ο εργοδοτούμενους δικαιούται εις πληρωμήν διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως ως ακολούθως: (α) δι' εκάστην εβδομάδα του χρονικού διαστήματος της προειδοποιήσεως ο εργοδότης πληρώνει τον εργοδοτούμενον ουχί ολιγώτερον του μέσου όρου των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του κατά τας τελευταίας δώδεκα πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις:- σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην· (β) η δυνάμει της υποπαραγράφου (α) ανωτέρω υποχρέωσις του εργοδότου είναι υπό τον όρον ότι ο εργοδοτούμενος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκτελέση εργασίαν ευλόγου φύσεως ίνα κερδίζη αμοιβήν προς το εν τη παραγράφω (α) ανωτέρω οριζόμενον ποσόν: .........» Είναι σαφές από το γράμμα των πιο πάνω διατάξεων, ότι για σκοπούς πληρωμής λόγω πλεονασμού, το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων που θα εδικαιούτο να λάβει ένας εργοδοτούμενος κατά την τελευταία βδομάδα της απασχόλησης του, υπολογίζεται όπως και οι πληρωμές που θα εδικαιούτο να λάβει διαρκούσης της περιόδου της προειδοποίησης, σύμφωνα με τον Τρίτο Πίνακα. Η ερμηνευτική κατάληψη του Δικαστηρίου υποστηρίζεται σαφέστερα και από το άρθρο 11
(1)του Νόμου όπου γίνεται αναφορά στο δικαίωμα του εργοδότη να απαιτήσει από τον εργοδοτούμενο να αποδεχθεί πληρωμή αντί προειδοποίησης, η οποία επίσης υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα. Με την επιφύλαξη μάλιστα του εν λόγω εδαφίου διασαφηνίζεται ότι σε περίπτωση που ο εργοδότης ασκεί το εν λόγω δικαίωμα του, ο εργοδοτούμενος θεωρείται για τους σκοπούς των Μερών ΙΙ και IV (τερματισμού της απασχόλησης και Πλεονασμού), ως απασχολούμενος μέχρι της λήξεως της περιόδου της προειδοποίησης την οποία θα λάμβανε εάν δεν είχε λάβει πληρωμή αντί αυτής. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Μιλτιάδης Ιωάννου (ανωτέρω), στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Νικολάου: «Είναι φανερό από τα πιο πάνω πως διαφοροποιείται στον ίδιο το Νόμο, ακόμη και με την ονομασία που χρησιμοποιείται, ο τερματισμός της απασχόλησης που συντελείται με τη λήξη της τελευταίας ημερομηνίας της πραγματικής απασχόλησης εργοδοτουμένου, και η προειδοποίηση κατά την περίοδο της οποίας, για όλους τους σκοπούς του Νόμου, συνεχίζεται η εργοδότηση μέχρι τη λήξη της τελευταίας ημερομηνίας στην προειδοποίηση.» Επίσης με το άρθρο 14 του Νόμου παρέχεται μια γενική προστασία των δικαιωμάτων αμφότερων των μερών κατά τη διάρκεια της προειδοποίησης τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα. Το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου καθιστά άκυρο κάθε όρο σε οποιαδήποτε σύμβαση ή άλλη συμφωνία που τείνει να περιορίσει τη νομική ενέργεια του παρόντος άρθρου. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων πληρωμή που παρέχεται από τον εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο κατά τη διάρκεια της προειδοποίησης, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση υπολογισμού των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του εργοδοτούμενου για σκοπούς πληρωμής λόγω πλεονασμού. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα να θεωρείται υπόλογο το Ταμείο να καταβάλει πληρωμή σε εργοδοτούμενο επί τη βάσει οποιωνδήποτε ποσών πληρωμής που ο εργοδότης θα κατέβαλλε στον εργοδοτούμενο κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, μη εξαιρουμένης και της πληρωμής αντί προειδοποίησης. Είναι λοιπόν κατάληξη μας ότι στην προκείμενη περίπτωση, που ο Αιτητής δεν είχε καθορισμένο μισθό, το Ταμείο συμμορφούμενο με τις πιο πάνω διατάξεις του Νόμου σωστά υπολόγισε το ποσό των εβδομαδιαίων ημερομισθίων που θα εδικαιούτο ο Αιτητής να λάβει κατά την τελευταία εβδομάδα της απασχόλησης του, αφού έλαβε υπόψη τον μέσο όρο των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του κατά τις τελευταίες δώδεκα πλήρεις εβδομάδες προτού δοθεί η προειδοποίηση. Για όλα τα πιο πάνω δεν δικαιολογείται επιπρόσθετη πληρωμή από το Ταμείο. Η Αίτηση απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις κρίνουμε σκόπιμο να μην επιδικάσουμε οποιαδήποτε έξοδα. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Λ. Τσιούπη, Μέλος Γ. Σουρουλλάς, Μέλος ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο