ΤΖΑΝΕΖΑΣΒΙΛΙ ν. PALM - MOUNT HOLDINGS LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 506/2014, 14/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:27 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Φιλίππου και Κ. Χρίστου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 506/2014 Μεταξύ: XXXXX ΤΖΑΝΕΖΑΣΒΙΛΙ Αιτήτρια -και- PALM - MOUNT HOLDINGS LIMITED Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 14η Ιουνίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Σπ. Χριστοδούλου Για τους Καθ' ων η αίτηση: Ο διευθυντής της Εταιρείας κ. Αντ. Κουπαρής ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Καθ' ων η αίτηση (στο εξής « η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία»), είναι ιδιοκτήτρια του κέντρου αναψυχής ονόματι "Pieto Cafe", το οποίο στεγάζεται σε υποστατικό στην οδό Λήδρας, εντός των τειχών Λευκωσίας. Για τη λειτουργία του κέντρου αναψυχής η Εργοδότρια Εταιρεία απασχολούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο προσωπικό, μεταξύ των οποίων και την Αιτήτρια, η οποία εργάστηκε ως σερβιτόρα από τις 10.9.2012 μέχρι τις 20.1.2014. Το δικογραφημένο παράπονο της Αιτήτρια είναι ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα τερμάτισε την απασχόληση της. Επίσης ότι από της προσλήψεως μέχρι και της απολύσεως της, παρέλειψε να της καταβάλει οποιονδήποτε ποσό για τις ετήσιες άδειες και ή να της παραχωρήσει ετήσια άδεια. Στη βάση αυτή διεκδικεί αποζημιώσεις για παράνομο και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης της, πληρωμή αντί προειδοποιήσεως, οφειλόμενη ετήσια άδεια ανάπαυσης για την περίοδο από 10.9.2012 μέχρι 20.1.2014, έξοδα συν Φ.Π.Α πλέον έξοδα επίδοσης. Η Εργοδότρια Εταιρεία αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτρια, η οποία εκ των προτέρων είχε δεχθεί προειδοποιήσεις και ή υποδείξεις αναφορικά με την ώρα προσέλευσης στην εργασία της, τις αδικαιολόγητες απουσίες της και για πράξεις ανάρμοστης συμπεριφοράς προς τους συναδέλφους και τους εργοδότες της. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια έλαβε όλα τα δικαιώματα της και ότι οικειοθελώς υπέγραψε έγγραφο αποποίησης οποιωνδήποτε άλλων δικαιωμάτων της. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απόλυσε την Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν για την Εργοδότρια Εταιρεία ο διευθυντής και μέτοχος της κ. XXXXX Κουπαρής ενώ για την Αιτήτρια εκτός από την ίδια κατέθεσε ο πατέρας της κ. XXXXX Τζανεζασβίλι. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο κ. Κουπαρής, με τη γραπτή δήλωση του, αναφέρθηκε τόσο στα καθήκοντα όσο και στις μισθολογικές απολαβές της Αιτήτριας. Ισχυρίστηκε ότι το μεγάλο πρόβλημα με την Αιτήτρια ήταν η συμπεριφορά της για την οποία δέχθηκε προειδοποιήσεις και προτροπές τόσο από τον ίδιο όσο και τον συνέταιρο του. Πήγαινε στη δουλειά μουτρωμένη, μιλούσε με αγένεια στους πελάτες και ήταν απρόσεκτη στη συνεννόηση της με τους πελάτες ως και με το υπόλοιπο προσωπικό με το οποίο αναμένετο, ευλόγως, ότι θα συνεργάζετο χωρίς πρόβλημα. Παρά τις συμβουλές και τις αυστηρές επιπλήξεις που δεχόταν κατά καιρούς, εν τούτοις η συμπεριφορά της δεν άλλαξε. Αρκετά συχνά πήγαινε δουλειά χωρίς τη στολή της, έφευγε απροειδοποίητα από τον χώρο εργασίας της και όταν ο ίδιος της ανέφερε ότι δεν μπορεί να ανεχτεί τέτοια συμπεριφορά, του δήλωσε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει, αποχωρώντας από την εργασία της για πρώτη φορά κοντά στις αρχές του
- Λίγες μέρες μετά και κατόπιν επικοινωνίας που είχε με τον πατέρα της Αιτήτριας, τη δέχθηκαν πίσω στη δουλειά, αφού συζήτησε αρκετά μαζί της και τη συμβούλευσε για τη συμπεριφορά της. Ενώ στην αρχή έδειχνε να είναι εντάξει με τα καθήκοντα της, ακολούθως άρχισε τα ίδια, σε σημείο που δεν εμφανιζόταν για εργασία τις μέρες που έπρεπε. Βλέποντας να μην αλλάζει συμπεριφορά, προχώρησαν σε μείωση των ωρών εργασίας της καθώς και η ίδια δήλωνε ότι επιθυμούσε να δουλεύει ακόμη λιγότερες ώρες. Με την αραιή προσέλευση της η συμπεριφορά της παρουσίασε εμφανέστατη βελτίωση τόσο απέναντι στους πελάτες όσο και απέναντι στους συναδέλφους της. Συνέχισε όμως να παραβιάζει το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας, καθυστερώντας κάποιες μέρες να προσέλθει στην εργασία της ή να μην εμφανίζεται καθόλου. Λίγο πριν εγκαταλείψει την δουλειά της, τον ειδοποίησε ότι δεν θα ήταν διαθέσιμη για την επόμενη βδομάδα, καθώς θα μετέβαινε στην Ελλάδα για να διευθετήσει προσωπικά της ζητήματα. Με το πέρας μερικών βδομάδων η Αιτήτρια επέστρεψε ξανά στην εργασίας της, ενημερώνοντας τον μάρτυρα ότι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα με τον σύντροφο της που δεν της επέτρεπαν να εκτελεί τα καθήκοντα της, ενώ επιπλέον επικαλέστηκε πρόβλημα με τον καρπό του χεριού της. Ακολούθως, μετά από λίγες μέρες, του ανέφερε ότι για προσωπικούς λόγους θα αποχωρούσε άμεσα και οριστικά από την εργασία της. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι η Αιτήτρια δεν απολύθηκε από την Εταιρεία και ότι παραιτήθηκε και έφυγε από την εργασία της αποκλειστικά για δικούς της λόγους. Επίσης, λίγες μέρες μετά πέρασε από το κέντρο όπου πληρώθηκε τον μισθό και την άδεια που δικαιούταν. Σύμφωνα με τον μάρτυρα τις επόμενες μέρες επικοινώνησε μαζί του ο πατέρας της Αιτήτριας και τον παρακάλεσε να εργοδοτήσει ξανά την κόρη του κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε. Του ζήτησε επίσης έγγραφο της Εταιρείας που να αναφέρει ότι η Αιτήτρια δεν εργαζόταν πλέον στην υπηρεσία της, το οποίο αφού έλαβε το επέστρεψε μετά από λίγα λεπτά υπογραμμένο από την Αιτήτρια. (Τεκ.2). Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και σε αντιπαράθεση που είχε με τον πατέρα της Αιτήτριας όταν ο τελευταίος τον επισκέφθηκε στο κέντρο και απαιτούσε την καταβολή χρημάτων που η Αιτήτρια είχε ήδη πληρωθεί. Τέλος επανέλαβε τη θέση του ότι δεν τίθεται θέμα παράνομου τερματισμού καθώς η Αιτήτρια οικειοθελώς απεχώρησε από την εργασία της χωρίς να δεχθεί οποιαδήποτε πίεση από την Εταιρεία. Για τις απολαβές της Αιτήτριας ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν ως ωρομίσθια υπάλληλος και ότι δυνάμει ρητής συμφωνίας λάμβανε €4,34 ανά ώρα περιλαμβανομένης και της εισφοράς στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με την αποκοπή της εν λόγω εισφοράς η Αιτήτρια λάμβανε καθαρά €4,
- Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι η Αιτήτρια λάμβανε ακόμη €0,50 ανά ώρα ως αντίτιμο της πληρωμένης άδειας που δικαιούταν και η οποία της καταβλήθηκε μαζί με τον οφειλόμενο μισθό κατά την αποχώρηση της. Επίσης ότι ο μισθός της προκύπτει και από τις καταστάσεις αποδοχών και εισφορών (Τεκ.1) που η Εταιρεία κατέθεσε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότρια Εταιρείας τον Σεπτέμβριο
- Διαφωνώντας με τη θέση της άλλης πλευράς ότι η συμφωνία που υπήρξε μεταξύ των μερών ήταν η καταβολή στην Αιτήτρια ενός σταθερού μηνιαίου μισθού που ανερχόταν στα €850, ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια πληρωνόταν επί ωριαίας βάσεως, όπως και το υπόλοιπο προσωπικό και ότι σταθερό μηνιαίο μισθό είχαν μόνο οι διευθυντές της Εταιρείας. Ο μάρτυρας δεν αρνήθηκε ότι παρέδωσε στην Αιτήτρια σχετικό έγγραφο που ανέφερε ότι ο μισθός της ανερχόταν στα €850 μηνιαίως, λέγοντας ότι το εν λόγω έγγραφο του ζητήθηκε από την Αιτήτρια για σκοπούς διευκόλυνσης και ότι ο ίδιος δεν είχε λόγο να μην της κάνει τη χάρη. Επανέλαβε ότι οι πραγματικές απολαβές της Αιτήτριας φαίνονταν στις καταστάσεις κοινωνικών ασφαλίσεων που ο ίδιος παρέθεσε. Αναφορικά με τις ετήσιες άδειες δεν αρνήθηκε ότι ζητήθηκε εξαίρεση από το αρμόδιο Υπουργείο και ότι θα της καταβαλλόταν απευθείας από την ίδια την Εταιρεία, με τον τρόπο ωστόσο που ο ίδιος ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση του. Για την επικαλεσθείσα συμπεριφορά της Αιτήτριας ισχυρίστηκε ότι της δόθηκαν και γραπτές προειδοποιήσεις τις οποίες κατέχει η ίδια καθώς ο ίδιος δεν είχε λόγο να κρατήσει αντίγραφο. Σημείωσε μάλιστα ότι προειδοποιήσεις υπήρξαν αμέτρητες και υπό συμβουλευτική μορφή. Σε υποβολή που δέχθηκε ότι οι ισχυρισμοί του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι απέλυσαν την Αιτήτρια ενώ βρισκόταν με άδεια ασθενείας, αρκέστηκε να πει ότι δεν απέλυσαν την Αιτήτρια. Σε νέα υποβολή ότι η Αιτήτρια βρισκόταν με άδεια ασθενείας από 13 έως 20.1.2013 και ότι προσκόμισε προς τούτο ιατρικό πιστοποιητικό, ο μάρτυρας δεν διαφώνησε λέγοντας ότι η Αιτήτρια αντιμετώπιζε πρόβλημα με το χέρι της και ότι προσκόμισε κάποιο χαρτί που έδωσε στο συνέταιρο του, τον κ. XXXXX. Σε υποβολή επίσης ότι την απέλυσαν όταν προσήλθε στις 20.1.2013 να πάρει το πρόγραμμα εργασίας, ο μάρτυρας επανέλαβε τη θέση του ότι δεν την απέλυσαν, ότι δεν πήγε στα γραφεία τους και ότι κάποια στιγμή πήγε στο μαγαζί να εργαστεί και ξαφνικά αποφάσισε να φύγει. Αναφορικά με τα ποσά που οφείλονταν στην Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι τα παράδωσε στον πατέρα της. Αφού του αναγνώστηκε τι είπε στην κυρίως εξέταση του, ότι δηλαδή μετά από λίγες μέρες πέρασε από το μαγαζί η Αιτήτρια και πληρώθηκε τον μισθό και την άδεια που δικαιούταν, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το συγκεκριμένο μπορεί να είναι λάθος, ότι τα χρήματα τα έδωσε στον πατέρα της και ότι η ίδια δεν εμφανίστηκε. Σε υποβολή ότι στις 5.2.2013 αποφάσισαν να πληρώσουν μόνο τον οφειλόμενο μισθό και ότι αρνήθηκαν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό, χωρίς την υπογραφή του Τεκ.2 από τον πατέρα της, ο μάρτυρας διαφώνησε επιμένοντας ότι το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε από την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια με τη γραπτή δήλωση της ισχυρίστηκε ότι οι απολαβές της ανέρχονταν στα €850 μηνιαίως. Επίσης ότι από της προσλήψεως και μέχρι της απολύσεως της, η Εργοδότρια Εταιρεία παρέλειψε να της παραχωρήσει την ετήσια άδεια που δικαιούταν να λάβει ή να της καταβάλει οποιονδήποτε ποσό για μη παραχωρηθείσα ετήσια άδεια. Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του κ. Κουπαρή σε σχέση με τη συμπεριφορά της, τις ώρες προσέλευσης στην εργασία της και τις δήθεν αδικαιολόγητες απουσίες της, ισχυρίστηκε ότι όλα αυτά είναι ψέματα, ότι η ίδια ήταν πάντα συνεπής με τις υποχρεώσεις της, τηρούσε πιστά το πρόγραμμα εργασίας που της ανακοίνωναν και ότι η συμπεριφορά της απέναντι στους πελάτες, στους εργοδότες και τους συναδέλφους της ήταν πάντοτε πολύ καλή. Περαιτέρω απορρίπτει τους ισχυρισμούς του κ. Κουπαρή αναφορικά με προβλήματα που αντιμετώπιζε με τον σύντροφο της και τον καρπό του χεριού της, που δήθεν δεν της επέτρεπαν να εκτελεί τα καθήκοντα της, δηλώνοντας ότι κανένας από τους εν λόγω ισχυρισμούς δεν ευσταθεί και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Αναληθείς θέτει επίσης τους ισχυρισμούς του εν λόγω μάρτυρα, ότι αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, ότι θα περνούσε να παραλάβει τον μισθό της και ότι γενικά με δική της πρωτοβουλία τερμάτισε την απασχόληση της. Ισχυρίζεται ότι η ίδια ουδέποτε απουσίασε αδικαιολόγητα από την εργασία της και ότι από τις 13.1.2014 μέχρι 20.1.2014 βρισκόταν με άδεια ασθενείας. Στις 20.1.2014 πηγαίνοντας στην εργασία της για να δει από το πρόγραμμα τι ώρα θα άρχιζε δουλειά την επομένη, οι εργοδότες την απέλυσαν, χωρίς να της καταβάλουν τα οφειλόμενα ημερομίσθια, τα οποία της απεστάλησαν αργότερα μέσω του πατέρα της, χωρίς όμως να της καταβληθούν τα άλλα ωφελήματα και οι αποζημιώσεις που δικαιούταν. Αντεξεταζόμενη επέμενε ότι ο μισθός που συμφώνησε με τους εργοδότες της ανερχόταν στα €850 τον μήνα και ότι εργαζόταν οκτώ ώρες την ημέρα. Σε υποβολή ότι η συμφωνία που είχε με την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν να πληρώνεται για κάθε ώρα που εργαζόταν, η Αιτήτρια διαφώνησε επιμένοντας στη θέση της. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι δεν δέχθηκε καμία επίπληξη κατά την εργοδότηση της πλην κάποιων μικρών παρατηρήσεων. Επίσης ότι πριν την απόλυση της βρισκόταν με άδεια του γιατρού. Στις 20.1.2013 πηγαίνοντας στην εργασία της για να μάθει τι ώρα θα δούλευε την επομένη και βλέποντας ότι το όνομα της δεν βρισκόταν στο πρόγραμμα εργασίας, όταν ρώτησε τον κ. Κουπαρή της είπε ότι την απέλυσε. Για τα ωφελήματα της ανέφερε ότι της καταβλήθηκε μέσω του πατέρα της ο μισθός για τις μέρες που δούλεψε τον Ιανουάριο και ότι δεν της πληρώθηκαν οι οφειλόμενες άδειες. Επέμενε ότι το έγγραφο απαλλαγής (Τεκ.2) δεν το είχε δει προηγουμένως και ότι ο πατέρας της επιστρέφοντας στο σπίτι, μετά που επισκέφθηκε το μαγαζί της Εταιρείας, δεν είχε τέτοιο έγγραφο μαζί του. Καταθέτοντας ο πατέρας της Αιτήτριας κ. Μ. Τζανεζασβίλι, ισχυρίστηκε ότι πηγαίνοντας στο υποστατικό της Εργοδότριας Εταιρείας για να πάρει τα λεφτά που οφείλονταν στη κόρη του, του ζητήθηκε από τον XXXXX να υπογράψει σχετικό έγγραφο ότι παρέλαβε τα λεφτά. Υπογράφοντας το έγγραφο δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο του που ήταν γραμμένο στα αγγλικά. Με την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου, του κατέβαλαν για λογαριασμό της κόρης του το ποσό των €250, αρνούμενοι να καταβάλουν οποιοδήποτε άλλο ποσό. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε επαφή με τον κ. XXXXX ή τον κ. Κουπαρή κατά τη διάρκεια που η Αιτήτρια εργαζόταν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι επισκέφθηκε το υποστατικό της Εργοδότρια Εταιρείας μετά από τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον κ. XXXXX, ένα εκ των διευθυντών της Εταιρείας. Ότι του έδωσαν το σχετικό έγγραφο (Τεκ.2) και αφού το υπέγραψε στην παρουσία τους, του έδωσαν επιταγή για το ποσό των €250 που ήταν ο μισθός της Αιτήτρια για τον μήνα Ιανουάριο. Στην επιμονή του ότι θα έπρεπε να του καταβάλουν και τα υπόλοιπα ωφελήματα της Αιτήτριας που ήταν οι απλήρωτες άδειες για ενάμισι χρόνο που εργάστηκε στην υπηρεσία τους, ο κ. Κουπαρής στην παρουσία άλλων δύο ατόμων τον έβρισε και τον έδιωξε λέγοντας του ότι δεν οφείλει κανένα άλλο ποσό. Σε υποβολή ότι παρέλαβε το έγγραφο απαλλαγής (Τεκ.2) και αφού απεχώρησε το παρουσίασε μετά από λίγο υπογραμμένο για να παραλάβει τα λεφτά, ο μάρτυς επέμενε ότι το έγγραφο υπεγράφη από τον ίδιο στην παρουσία των δύο διευθυντών και ότι τότε του έδωσαν τα λεφτά. Δεν αρνήθηκε ότι ήταν εξουσιοδοτημένος της κόρης του να παραλάβει τα λεφτά που της οφείλονταν. Ανάλυση - Συμπεράσματα Όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, η διαφωνία των διαδίκων - σε ότι αφορά τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης - περιορίζεται ουσιαστικά σε τρία βασικά ζητήματα (i) Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας (ii) οι μισθολογικές απολαβές της Αιτήτριας και (iii) κατά πόσο η Αιτήτρια δικαιούται σε μη παραχωρηθείσα ή μη πληρωθείσα ετήσια άδεια. (i) Οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου επί του θέματος και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Αξιολογώντας το μέρος αυτό της μαρτυρίας, που σχετίζεται με τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας, θα πρέπει κατ' αρχάς να παρατηρήσουμε ότι οι λόγοι που επικαλείται η Εργοδότρια Εταιρεία, αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά που επέδειξε η Αιτήτρια ενόσω βρισκόταν στην υπηρεσία της, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με γενικό και αόριστο τρόπο χωρίς την προσκόμιση οποιωνδήποτε απτών, συγκεκριμένων στοιχείων που θα επιβεβαίωναν και επαλήθευαν τη θέση και τους ισχυρισμούς της. Συγκεκριμένα, ενώ ο κ. Κουπαρής, αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση του σε απρεπή συμπεριφορά που επέδειξε η Αιτήτρια τόσο απέναντι στους πελάτες όσο και απέναντι στους συναδέλφους της, καθώς και σε αδικαιολόγητες απουσίες και σε μη τήρηση του ωραρίου απασχόλησης της, εν τούτοις δεν διευκρίνισε και ούτε προέβη σε οποιαδήποτε λεπτομερή αναφορά ως προς το πότε η Αιτήτρια εκδήλωσε την κατ' ισχυρισμό αντικανονική συμπεριφορά, πότε απουσίασε αδικαιολόγητα από την εργασία της ή πότε παρέβηκε το ωράριο απασχόλησης. Περαιτέρω ενώ ισχυρίστηκε ότι για την εν γένει συμπεριφορά της, δέχθηκε αυστηρές επιπλήξεις που, με βάση τα όσα ανέφερε στην αντεξέταση του, ήταν σε αρκετές περιπτώσεις γραπτές και πάλι η θέση του παρέμεινε μετέωρη καθώς κανένα στοιχείο δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου που να συγκεκριμενοποίει ή να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του ότι όντως η Αιτήτρια επέδειξε μια τέτοια συμπεριφορά που ανάγκασε την Εταιρεία να προβεί σε γραπτές ή προφορικές παραστάσεις. Η μόνη δικαιολογία που πρόβαλε κατά την αντεξέταση του, όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει τις γραπτές επιπλήξεις που επικαλείτο, ήταν ότι τις έδωσαν στην Αιτήτρια και ότι οι ίδιοι δεν είχαν λόγο να κρατήσουν αντίγραφο. Τα όσα ο κ. Κουπαρής επικαλέστηκε με τη μαρτυρία του, αναφορικά με την εν γένει συμπεριφορά της Αιτήτριας, δεν επιβεβαιώθηκαν με οποιωνδήποτε τρόπο και ούτε μπορεί να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα με βάση την ισχνή μαρτυρία που προσφέρθηκε. Καμία μαρτυρία από πλευράς της Εργοδότριας Εταιρείας δεν δόθηκε επί τη βάση συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων. Και ενώ ο κ. Κουπαρής πρόβαλε τους πιο πάνω ισχυρισμούς, αναφορικά με τη συμπεριφορά της Αιτήτριας, εν τούτοις τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την εξέταση του, επέμενε ότι ουδέποτε απέλυσαν την Αιτήτρια η οποία οικειοθελώς, για δικούς της λόγους, υπέβαλε την παραίτηση της. Η θέση αυτή του μάρτυρα οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκ.2, όπου γίνεται αναφορά σε απόλυση της Αιτήτριας μετά από τρεις γραπτές παρατηρήσεις, αλλά ούτε και με τη δικογραφημένη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας όπου στους γενικούς λόγους εμφάνισης ρητά αναφέρεται σε απόλυση και όχι σε οικειοθελή παραίτηση της Αιτήτριας. Όπως επανειλημμένα έχει νομολογηθεί, οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα που προσδιορίζονται στην δικογραφία. Η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και διατρέχει την ίδια πορεία όπως το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. (βλ. Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ., 836). Σχετική είναι και η Αθανασίου ν. Reana Manufacturing & Trading Co Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1635, όπου ρητά αναφέρεται ότι και σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το Δικαστήριο θα πρέπει να περιορίζεται στα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία και να μην επεκτείνεται σε άλλα μη προκύπτοντα θέματα. Επίσης σύμφωνα με τον Κανόνα 5 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999 (στο εξής «ο διαδικαστικός κανονισμός»), ο Καθ' ου η αίτηση στην εμφάνιση του οφείλει να προσδιορίσει λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους αμφισβητεί το αίτημα και την παροχή της θεραπείας ή των θεραπειών που εξαιτείται ο Αιτητής. Είναι λοιπόν κατάληξη μας ότι ο κ. Κουπαρής, με την αντιφατική μαρτυρία που προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, σε καμία περίπτωση δεν μπόρεσε να υποστηρίξει τη δικογραφημένη θέση της Εργοδότρια Εταιρείας, περί απολύσεως της Αιτήτριας. Πέραν της ισχνής μαρτυρίας που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την συμπεριφορά της Αιτήτριας, η θέση του περί οικειοθελούς παραιτήσεως της, ευρίσκεται σε πλήρη διάσταση με τη δικογραφημένη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας, με επακόλουθο η μαρτυρία του να μην μπορεί να γίνει αποδεχτή. Σε αντίθεση με τον κ. Κουπαρή τα όσα η Αιτήτρια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου συνάδουν πλήρως με τις δικογραφημένη θέση τόσο της ιδίας όσο και αυτή της Εργοδότριας Εταιρείας και ως εκ τούτου είμεθα πεπεισμένοι ότι η εκδοχή της αναφορικά με το υπό εξέταση ζήτημα, είναι η πραγματική. Για όλα τα πιο πάνω αλλά και την υποκειμενική εικόνα που σχηματίσαμε για τους δύο μάρτυρες, η μαρτυρία του κ. Κουπαρή κρίνεται αναξιόπιστη ενώ της Αιτήτριας αξιόπιστη. Αποδεχόμαστε ότι η μαρτυρία της αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετον ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)............................................................................................................................ (γ)............................................................................................................................. (δ)............................................................................................................................ (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing
(1981)1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.: «Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view». (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το σωστό επομένως κριτήριο, που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της απασχόλησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στη απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκε-κριμένης περίπτωσης (Galatariotis Tele/cations Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550 και L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, ECLI:CY:AD:2014:A410, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014). Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες (βλ. Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603 και Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (βλ. Κασάπη ν. Technopla-stics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Όπως προκύπτει από την υπόθεση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), η υποχρέωση του λογικού εργοδότη είναι να διερευνήσει τα γεγονότα και να ακολουθήσει μια λογική διαδικασία δίνοντας την ευκαιρία στον εργοδοτούμενο να προβάλει τη θέση του, εκεί που λογικά επιβάλλεται μια τέτοια συζήτηση (βλ. Papaphilippou [ανωτέρω]). Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), συμπεριλαμβανομένων κι αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου. Τέτοιες περιστάσεις είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, κ.λ.π. (βλ. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198. Δ. Ζερδελή, "Το δίκαιο της Καταγγελίας" 2η έκδοση σ.185). Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η Εργοδότρια Εταιρεία στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι η Αιτήτρια υπήρξε ένοχη σοβαρού παραπτώματος ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας της και ή του καθήκοντος της σε σχέση με την απασχόληση της και ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φώς του Νόμου και της Νομολογίας δεν βρίσκουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατάφερε να αποδείξει οποιοδήποτε λόγο που θα δικαιολογούσε την απόλυση της Αιτήτριας. Αντίθετα αυτό που πρόκυπτει μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δια των αντιπροσώπων της τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας χωρίς λόγο και μάλιστα εν καιρώ που αυτή απουσίαζε με άδεια ασθενείας. Υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας. (ii) Ο μηνιαίος μισθός της Αιτήτριας και η αξίωση της για μη πληρωθείσα ετήσια άδεια. Αναφορικά με τις μισθολογικές απολαβές της Αιτήτριας, ο κ. Κουπαρής ισχυρίστηκε ότι λάμβανε επί ωριαίας βάσεως το ποσό των €4,34 που συμπεριλάμβανε και εισφορά στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Επίσης ότι μαζί με τον μισθό καταβαλλόταν στην Αιτήτρια, επί ωριαίας βάσεως, το ποσό των €0,50 ως αντίτιμο πληρωμής της ετήσιας άδειας, καθώς η Εταιρεία εξαιρείτο από το ταμείο αδειών. Προς υποστήριξη της θέσεως του κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου «καταστάσεις αποδοχών και εισφορών» που κατ' ισχυρισμό του υποβλήθηκαν από την Εταιρεία στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκ.1). Αντεξεταζόμενος δεν αρνήθηκε ότι εφοδίασε την Αιτήτρια με σχετικό έγγραφο όπου αναγράφετο ότι ο μισθός της ανερχόταν στα €850 μηνιαίως. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι το εν λόγω έγγραφο του ζητήθηκε από την Αιτήτρια για σκοπούς διευκόλυνσης και ότι ο ίδιος δεν είχε λόγο να μην της κάνει τη χάρη. Σε αντίθεση με τον κ. Κουπαρή η Αιτήτρια επέμενε ότι οι μηνιαίες απολαβές της ανέρχονταν στα €850 μηνιαίως. Και εδώ, όπως και προηγουμένως, παρατηρούμε ότι οι θέσεις που προβάλλει ο κ. Κουπαρής με τη μαρτυρία του, δεν προδιαγράφονται στους γενικούς λόγους εμφάνισης, καθώς δεν αμφισβητούνται οι μισθολογικές απολαβές της Αιτήτριας και ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στον τρόπο πληρωμής της ετήσιας άδειας που αυτή δικαιούταν να πάρει. Περαιτέρω, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε έγγραφο που να αναφέρεται στους όρους εργασίας της Αιτήτριας, και τούτο κατά παράβαση της υποχρέωσης της Εργοδότριας Εταιρείας να ενημερώσει εγγράφως την Αιτήτρια για τους όρους της σύμβασης απασχόλησης της ή της εργασιακής της σχέσης. Ο Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που Διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμος του 2000 Ν.100
(1)/2000, επιβάλλει σε κάθε εργοδότη την υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον εργοδοτούμενο εγγράφως τους ουσιώδεις όρους εργασίας, χωρίς ωστόσο μια τέτοια παράλειψη να επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης ή σχέσης εργασίας. Ο νόμος δεν καθιστά τον έγγραφο τύπο συστατικό στοιχείο της σύμβασης εργασίας και ούτε θίγει τους υφιστάμενους κανόνες απόδειξης. Με την έγγραφη όμως γνωστοποίηση ο εργοδοτούμενος αποκτά ένα ασφαλές αποδεικτικό μέσο. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παρέβη τις πρόνοιες του νόμου και δεν γνωστοποίησε γραπτώς στην Αιτήτρια τους όρους απασχόλησης της, αυτό δεν σημαίνει τίποτε άλλο απ' ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να διακριβώσει την πραγματική κατάσταση πραγμάτων, αναφορικά με τις μηνιαίες απολαβές της Αιτήτριας και την αξίωση της για πληρωμή ετήσιας άδειας, από την αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας. Και επί των εν λόγω ζητημάτων, η ανάλογη μαρτυρία του κ. Κουπαρή αξιολογείται ως αναξιόπιστη. Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου είναι αρκετό να καταγραφούν οι αφύσικες και αντιφατικές τοποθετήσεις που καλύπτουν τη μαρτυρία του η οποία, στα σημαντικά τουλάχιστο μέρη, αυτόα-ναιρείται. Ο ισχυρισμός του κ. Κουπαρή ότι παρείχε στην Αιτήτρια ένα έγγραφο με ψευδή περιεχόμενο, μόνο και μόνο για να τη διευκολύνει γιατί δεν είχε λόγο να μην της κάνει τη χάρη, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν συνάδει με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του και τις ενέργειες του, που καθώς υποστήριξε, ήταν η προστασία του καλού ονόματος και των συμφερόντων της Εταιρείας και της επιχείρησης του. Περαιτέρω, ο μάρτυρας δεν έδωσε καμία εξήγηση σε τι θα διευκόλυνε την Αιτήτρια η παροχή ένα τέτοιου εγγράφου, το οποίο σε τελική ανάλυση θα έθετε σε κίνδυνο όχι μόνο τα συμφέροντα της Εταιρείας αλλά το καλό όνομα και την αξιοπιστία της. Τέλος, τίποτα δεν τέθηκε στην Αιτήτρια κατά την αντεξέταση της σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό. Απορρίπτοντας λοιπόν τη θέση του κ. Κουπαρή ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, αποδεχόμαστε τη θέση της Αιτήτριας και καταλήγουμε ότι οι ακαθάριστες απολαβές της ανερχόταν στα €850 μηνιαίως. Με βάση το άρθρο 12
(1)του περί Προστασίας των μισθών Νόμου Ν.35(Ι)/2007 ως έχει διαμορφωθεί από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.200(Ι)/2012, ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται, για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία με τον ακαθάριστο και τον καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές. Στην Παράγραφο 3 του ιδίου άρθρο, προβλέπεται ότι το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης. Η Εργοδότρια Εταιρεία, πέραν του γεγονότος ότι δεν γνωστοποίησε γραπτώς στην Αιτήτρια τους ουσιώδεις όρους απασχόλησης της, που θα περιλάμβαναν μεταξύ άλλων «τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο Εργοδοτούμενος και την περιοδικότητα καταβολής της αμοιβής του», πρόσθετα δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που θα επιβεβαίωναν την πληρωμή προς την Αιτήτρια του ποσού που της αναλογούσε από ετήσια άδεια. Ο κ. Κουπαρής ωστόσο, για να καταδείξει ότι δεν οφείλονταν οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα στην Αιτήτρια, κατάθεσε το έγγραφο απαλλαγής (Τεκ.2), όπου μεταξύ άλλων αναγράφονται τα ακόλουθα: "As of today neither side has any financial claims or any obligations whatsoever towards the other side". Μελετώντας το εν λόγω έγγραφο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφηκε, καταλήγουμε ότι δεν έχει οποιαδήποτε νομική δεσμευτική ισχύ, καθότι με βάση τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια το εν λόγω έγγραφο ουδέποτε περιήλθε σε γνώση της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης με βάση τη μαρτυρία του πατέρας της, το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε από τον ίδιο στην παρουσία και κατόπιν απαιτήσεως των διευθυντών της Εταιρείας για να του καταβάλουν τα ποσά που οφείλονταν στην Αιτήτρια. Η θέση του μάρτυρα ότι δεν ικανοποιήθηκε με το καταβληθέν ποσό των €250 και ότι απαίτησε πρόσθετη πληρωμή για ετήσια άδεια, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας. Αντίθετα ο κ. Κουπαρής αναφέρθηκε σε αντιπαράθεση που είχε με τον πατέρα της Αιτήτριας όταν ο τελευταίος απαιτούσε την καταβολή χρημάτων που η Αιτήτρια είχε ήδη πληρωθεί. Πότε όμως πληρώθηκε η Αιτήτρια, ο κ. Κουπαρής δεν έδωσε καμία λογική εξήγηση, καθώς με τη γραπτή του κατάθεση ισχυρίστηκε ότι ο μισθός και η άδεια που δικαιούταν η Αιτήτρια πληρώθηκαν στην ίδια λίγες μέρες μετά που απεχώρησε από την εργασία της, ενώ κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι καταβλήθηκαν εκ των υστέρων στον πατέρα της, κάτι που δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από την ενώπιον μας μαρτυρία. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε η θέση του πατέρα της Αιτήτριας ότι δεν είναι γνώστης της Αγγλικής και ότι υπέγραψε το έγγραφο χωρίς να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Σε τελικό στάδιο η μόνη πειστική μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή της Αιτήτριας και του μάρτυρα της. Ελλείψει επομένως οποιωνδήποτε πειστικών στοιχείων που η Εργοδότρια Εταιρεία όφειλε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, υιοθετούμε τη θέση της Αιτήτριας και καταλήγουμε ότι δικαιούται σε πληρωμή ετήσιας άδειας την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία δεν της κατέβαλε. Με βάση το άρθρο 5
(1)του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67), ο ελάχιστος αριθμός ημερών ετήσιας άδειας που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος μέσα σε ένα ημερολογιακό έτος για πενθήμερη εβδομάδα εργασίας είναι 20 ημέρες. Η Αιτήτρια καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης της δεν πληρώθηκε ετήσια άδεια. Έχοντας ωστόσο υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 12(10Α) του Ν. 8/67 όπως έχει τροποποιηθεί με τον Ν. 169(Ι)/02, όπου προνοείται ότι «Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολή αιτήσεως δικαίωμα.» κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση η Αιτήτρια απώλεσε το δικαίωμα της για πληρωμή ετήσιας άδειας για το 2012 και ότι δικαιούται πληρωμή για ολόκληρη την ετήσια άδεια που δικαιούταν να λάβει κατά το έτος 2013 δηλαδή πληρωμή αδείας είκοσι
(20)ημερών και μιας
(1)ημέρας πληρωμή αδείας που της αναλογούσε κατά το 2014 και που υπολογίζονται στο συνολικό ποσό των (850:20=42,5 Χ 21) = €892,
- Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για περίοδο 16 μηνών και ότι λάμβανε για τους σκοπούς του Νόμου το ποσό των €196,15 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας επομένως υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας, τη διάρκεια της απασχόλησης της, τον μισθό της, το νεαρό της ηλικίας της, την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας που δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε στοιχεία, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως της επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €392 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 2 βδομάδων. Με βάση το άρθρο 9 του Νόμου, η Αιτήτρια δικαιούται επίσης σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με τις απολαβές 2 βδομάδων, ήτοι ποσό €
- Περαιτέρω, με βάση την πιο πάνω κατάληξη μας, η Αιτήτρια δικαιούται σε πληρωμή ετήσιας άδεια που ανέρχεται στο ποσό των €892,
- Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για το συνολικό ποσό των €1676,50 με νόμιμο τόκο από 2.7.2014 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο με νόμιμο τόκο από 2.7.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Φιλίππου, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο