ΛΑΖΑΡΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 801/2016, 21/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:52 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Φιλίππου και Σ. Φιλίππου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 801/2016 Μεταξύ: XXXXX ΛΑΖΑΡΟΥ Αιτητής -και- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Καθ' ου η αίτηση Αίτηση για παραμερισμό απόφασης ημερ. 21.6.2017 Ημερομηνία: 21η Σεπτεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για του Καθ' ου η αίτηση - Αιτητή στην αίτηση: κα Θ. Κουμή Για τον Αιτητή - Καθ' ου η αίτηση στην αίτηση: κα Καρακασίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση («η αίτηση») ο Καθ' ου η αίτηση, αιτητής στην παρούσα διαδικασία (στο εξής «ο Γενικός Εισαγγελέας») επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης ημερ. 30.3.2017 που εκδόθηκε εναντίον του και εν τη απουσία του. Η αίτηση βασίζεται στο Σύνταγμα, στον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο του 1967 έως 1997, στον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, Κ.5, 9
(3), 9
(4), 11, 17, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.11, Δ.26 Θ.Θ.14, Δ.33 Θ.3 και Θ.5, Δ.48 Θ.1 - 4, 8 και 9, Δ.57 Θ.2, Δ.64, , στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως αυτή έχει κυρωθεί με τον Κυρωτικό Νόμο 39/62, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οποιαδήποτε άλλη δεσμευτική και/ή καθοδηγητική νομολογία καθώς επίσης στην πρακτική και σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στις επισυνημμένες ένορκες δηλώσεις της XXXXX Τσαγκάρη, XXXXX Πίροκκα και XXXXX Σεργίου. Η κα Τσαγκάρη είναι δικηγόρος στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου που διατηρείται στο γραφείο τους και από πληροφορίες που έλαβε από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση κα Κουμή. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της, η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με τον ως άνω αριθμό και τίτλο επιδόθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα στις 26.8.
- Αρχικά ο χειρισμός της υπόθεσης ανατέθηκε στον κ. Α. Χριστοφόρου και ακολούθως στις 20.9.2016 στην κα Κουμή η οποία ευθύς μετά απέστειλε επιστολή στον Γ.Δ. του Υπουργείου Εξωτερικών για ετοιμασία σχετικής έκθεσης γεγονότων. Επίσης καταχώρησε στο Δικαστήριο αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης Έγγραφης Εμφάνισης, στην οποία δόθηκε άδεια 60 ημερών. Ακολούθησε νέα αίτηση στις 25.11.2016 με την οποία ανανεώθηκε ο χρόνος για 60 ακόμη μέρες. Στις 28.12.2016 η κα Κουμή απέστειλε, μαζί με άλλες 30 υποθέσεις, νέα αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης Εγγράφου Εμφάνισης η οποία ωστόσο ενώ παραδόθηκε στο Πρωτοκολλητείο δεν καταχωρήθηκε στον φάκελο της υπόθεσης. Το γεγονός αυτό διαπίστωσαν στις 16.6.2016 όταν έλαβαν γνώση για την απόφαση και προχώρησαν αυθημερόν σε έρευνα του φακέλου της υπόθεσης. Από τον εν λόγω φάκελο φαίνεται ότι ενώ η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 24.2.2017 και ακολούθως για απόδειξη στις 30.3.2017 οπότε και εκδόθηκε η σχετική απόφαση, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έλαβε οποιαδήποτε ενημέρωση για τις εν λόγω ημερομηνίες. Είναι η θέση της, με όσα γνωρίζει και πιστεύει, ότι ο Γενικός Εισαγγελέας έχει καλή υπεράσπιση η οποία επικεντρώνεται στα πιο κάτω κατ' ισχυρισμό γεγονότα: Ο Πρέσβης στο Κίεβο με μήνυμα ημερ. 24.07.2015, ενημέρωσε την Κεντρική Υπηρεσία ότι ο Αιτητής απέστειλε εν αγνοία της Πρεσβείας δύο Ρηματικές Διακοινώσεις με ημερ. 10.06.2015 και 19.06.2015 στο Προξενείο της Πολωνίας ζητώντας θεωρήσεις εισόδου για 21 Ουκρανούς πολίτες, γεγονός που περιήλθε σε γνώση του από τον εκεί Πρόξενο της Πολωνίας, ο οποίος επικοινωνώντας μαζί του στις 02.07.2015 ζητούσε επιβεβαίωση για τη γνησιότητα των Ρηματικών Διακοινώσεων, καθώς και διευκρινίσεις για το ρόλο του Αιτητή στην Πρεσβεία. Ο Πρέσβης τον διαβεβαίωσε γραπτώς ότι οι Ρηματικές Διακοινώσεις δεν ήταν αυθεντικές, ότι αποστάληκαν αυθαίρετα από τον Αιτητή και ότι η Πρεσβεία δεν γνώριζε τα 21 άτομα για να μπορέσει να εισηγηθεί και να στηρίξει την αίτηση τους για έκδοση θεωρήσεων Σιένκεν. Όταν ρωτήθηκε ο Αιτητής, ισχυρίστηκε ότι απέστειλε τις Ρηματικές Διακοινώσεις για να βοηθήσει φίλους του, αρνούμενος να κατανοήσει ότι η ενέργεια του αποτελούσε σοβαρό παράπτωμα. Στο μεταξύ ο Πρέσβης απαγόρευσε στον Αιτητή να υπογράφει οποιαδήποτε έγγραφα που αφορούν την Πρεσβεία, μετά από παρατυπίες που είχαν διαπιστωθεί στις αρχές του 2015, σχετικά με τη διαχείριση του Ταμείου της Πρεσβείας. Επειδή ο Αιτητής δεν κατείχε σφραγίδες της Πρεσβείας ζήτησε και πήρε από άλλη υπάλληλο τις δικές της σφραγίδες, για να μπορέσει να αποστείλει τις Ρηματικές Διακοινώσεις, παραβιάζοντας μεταξύ άλλων και τις ρητές οδηγίες του Προϊσταμένου του. Περαιτέρω από έλεγχο των μετρητών του μικρού ταμείου που προέβη ο Πρέσβης διαπιστώθηκε διαφορά €20.000, το οποίο ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι κατατέθηκε στην Τράπεζα. Μεταβαίνοντας ο Πρέσβης στην Τράπεζα διαπίστωσε ότι το κατατεθέν ποσό ανερχόταν περίπου στα €
- Όταν ο Αιτητής ενημερώθηκε επί τούτου έβγαλε από το συρτάρι του άλλο ποσό σε τοπικό νόμισμα που αντιστοιχούσε σε €8000 - €9000 ισχυριζόμενος ότι ξέχασε να το παρουσιάσει για τον έλεγχο του ταμείου, γεγονός για το οποίο υπήρξαν σοβαρές ενδείξεις ότι ο Αιτητής ενδέχεται να είχε αποκομίσει προσωπικό όφελος από την μετατροπή που είχε γίνει στις 23.1.2015 εκτός τράπεζας, ποσού των €10000 σε γρύβνια, δεδομένου ότι είχε προβεί στην ενέργεια αυτή χωρίς ενημέρωση και εξουσιοδότηση από τον Πρέσβη. Σε σχετική ερώτηση του τελευταίου ενώ υποστήριξε ότι η μετατροπή έγινε εκτός τράπεζας γιατί η ισοτιμία της τράπεζας ήταν €1 = 17,00 UAH, ωστόσο με μήνυμα της Πρεσβείας ημερομηνίας 12.6.2015 και από σχετική βεβαίωση της Alpha Bank, η ισοτιμία του ουκρανικού νομίσματος στις 23.01.2015 ήταν €1 = 19,49, ενώ στα ανταλλακτήρια συναλλάγματος κατά την ίδια ημερομηνία η τιμή ευρώ ήταν 21,50 έως 23,00 γρύβνια. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι εάν η μετατροπή γινόταν κανονικά στην τράπεζα που διατηρούσε λογαριασμό η Πρεσβεία, η μετατροπή θα αντιστοιχούσε σε 194.900 γρύβνια αντί 175.000 που τελικά κατέθεσε στην Τράπεζα ο Αιτητής. Ενώ συνεχιζόταν η έρευνα για το ταμειακό έλλειμμα διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής εξέδωσε αυθαίρετα 2 θεωρήσεις εισόδου πολλαπλής χρήσης για τις οποίες εισέπραξε το ποσό των €120 το οποίο δεν κατέθεσε στον λογαριασμό της Πρεσβείας. Όταν διαπιστώθηκε το έλλειμμα παραδέχθηκε ότι είχε εισπράξει το πιο πάνω ποσό αλλά ισχυρίστηκε ότι είχε ξεχάσει να το καταθέσει. Το Υπουργείο με μήνυμα του ημερ. 25.8.2015 εξουσιοδότησε τον Πρέσβη όπως ενημερώσει τον Αιτητή ότι η αναρμόδια και κατά παράβαση των ρητών οδηγιών του, αποστολή των Ρηματικών Διακοινώσεων στο Προξενείο της Πολωνίας με εισήγηση την έκδοση θεωρήσεων εισόδου για 21 Ουκρανούς πολίτες, δεν άφηνε άλλη επιλογή από τη λύση της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης, ακολουθώντας τις πρόνοιες του συμβολαίου με ένα μήνα προειδοποίηση. Σύμφωνα με ενημέρωση από τον Πρέσβη ο Αιτητής αποχώρησε και δεν επανήλθε για να παραδώσει τα περιουσιακά στοιχεία της Πρεσβείας που είχε στην κατοχή του, όπως και μεγάλο αριθμό χαρτοσήμων που ήταν υπό την φύλαξη του. Η κα XXXXX Πίροκκα, γραμματειακός λειτουργός στο αρχείο αστικών υποθέσεων στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα με την ένορκη δήλωση της υποστήριξε τη θέση της κας Τσαγκάρη αναφορικά με τις αιτήσεις για παράταση χρόνου, που απέστειλε για καταχώρηση στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου στις 28.12.2017, μέσω του κλητήρα κ. XXXXX Σεργίου, ο οποίος αφού κατέθεσε τις αιτήσεις στο Πρωτοκολλητείο, ακολούθως παρέδωσε στην ίδια αντίγραφα των αιτήσεων, τα οποία καταχώρησε στους φακέλους του γραφείου, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε ενημέρωση από τον Πρωτοκολλητή ότι υπήρχε πρόβλημα με την παρούσα υπόθεση. Την ίδια θέση επανέλαβε με την ένορκη δήλωση του και ο κλητήρας κ. XXXXX Σεργίου. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή η οποία βασίζεται στους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999, Κ. 10
(4), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ.3 και 5, Δ.48 θ.1-4 στην Πρακτική και στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου και στη Νομολογία και στο περιεχόμενου του φακέλου. Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι: (α) Η αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα είναι παράνομη και/ ή δε στηρίζεται στο Νόμο και/ή στους Κανονισμούς και/ή η νομική της βάση είναι εσφαλμένη και/ή στηρίζεται επί νομικής βάσης μη εφαρμοζόμενης και/ή μη εγνωσμένης στο Νόμο και τους Κανονισμούς που διέπουν το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και εκ μόνου του λόγου τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Ανεξάρτητα και/ή επιπρόσθετα με τα πιο πάνω: (β) Ο Γενικός Εισαγγελέας δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει οιανδήποτε αίτηση και/ή να λάβει οποιονδήποτε μέτρο στην παρούσα διαδικασία εφόσον παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση. (γ) Η Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.03.2017 ήταν καθ' όλα νόμιμη και λήφθηκε αφού ικανοποιήθηκαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για έκδοση της. (δ) Η επίδοση της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς ημερ. 12.08.2016 προς τον Γενικό Εισαγγελέα είναι νομότυπη, έγκυρη και κανονική, σύμφωνα με την ισχύουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, Νομοθεσία και Κανονισμούς. (ε) Η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς ημερ. 12.08.2016 επιδόθηκε προς τον Γενικό Εισαγγελέα νόμιμα και σύμφωνα με το Νόμο και τους Κανονισμούς και εν πάση περιπτώσει ο Γενικός Εισαγγελέας έλαβε γνώση του περιεχομένου της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς. (στ) Η ένορκη δήλωση του Γενικού Εισαγγελέα δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε καλή υπεράσπιση ή οποιοσδήποτε ισχυρισμούς οι οποίοι να ικανοποιούν τις προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από τη Νομολογία και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας επί του θέματος και/ή οι ισχυρισμοί οι οποίοι τίθενται στην ένορκη δήλωση του Γενικού Εισαγγελέα σαν υπεράσπιση είναι ασαφείς και αόριστοι και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποτελέσουν υπόβαθρο στο οποίο να μπορεί το Σεβαστό Δικαστήριο να στηριχτεί για έγκριση της επίδικης αίτησης. (ζ) Στην ένορκη δήλωση της XXXXX Τσαγκάρη που συνοδεύει την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα προβάλλονται ισχυρισμοί οι οποίοι είναι αναληθείς και/ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. (η) Ο Αιτητής ενήργησε καλόπιστα και προς πλήρη συμμόρφωση με όλες τις σχετικές πρόνοιες οι οποίες τίθενται από τη Νομολογία και τις σχετικές Διαταγές των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (θ) Ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έδωσε κανένα ικανοποιητικό και/ή σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί την μη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης. (ι) Η παρούσα αίτηση πλήττει την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων και/ή την αρχή της ταχείας απονομής της Δικαιοσύνης. (ια) Η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στον Αιτητή και θα καταστήσει άνευ ουσίας την εκδοθείσα απόφαση. (ιβ) Η συμπεριφορά του Γενικού Εισαγγελέα και τα γεγονότα της υπόθεσης από της καταχώρησης της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς καταδεικνύουν έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα και δεν καθιστούν την περίπτωση της παρούσας αίτησης κατάλληλη προς παραμερισμό και/ή η αίτηση είναι κακόπιστη. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Στυλιανού, δικηγορική υπάλληλος στο Δικηγορικό Γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή, η οποία αναφέρεται διεξοδικά στην καθυστέρηση που επέδειξε ο Γενικός Εισαγγελέας να προχωρήσει στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και στην έλλειψη ενδιαφέροντος από μέρους του να λάβει οποιαδήποτε μέτρα στο μεσοδιάστημα από της εξασφαλίσεως των δύο διαταγμάτων για παράταση του χρόνου και της αιτήσεως που ισχυρίζεται ότι καταχώρησε στις 28.12.2016, μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως και ακολούθως μέχρι τις 9.6.2017 που έλαβε γνώση για την εκδοθείσα απόφαση. Επίσης με όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έδειξε καλό λόγο για τη μη καταχώρηση Εντύπου Εμφανίσεως. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις των μερών ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία κατ' αναλογία εφαρμόζεται και σε διαδικασίες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με βάση τον Καν.17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999 («Ο Κανονισμός»), παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση και να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε στην απουσία του εναγομένου (Καθ' ων η αίτηση). Το διάταγμα ακύρωσης μπορεί να δοθεί υπό όρους τους οποίους το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον παραμερισμό απόφασης λόγω μη καταχωρήσεως εμφανίσεως έχουν εκτεθεί επανειλημμένως σε σειρά αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, με τις οποίες υιοθετείται η ίδια προσέγγιση με τα Αγγλικά Δικαστήρια, όπου ισχύουν παρόμοιοι θεσμοί. Στην απόφαση Ανδρέας Γιάγκου κ.α. ν. Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2009 ημερ. 24.1.2014, το Δικαστήριο ανεφέρθη εκτενώς στα κριτήρια που η νομολογία έχει εδραιώσει για τον παραμερισμό απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην του εναγόμενου (Καθ' ου η αίτηση): «.Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1Α.Α.Δ. 204. επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «...απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω. .» Επί των εν λόγω κριτηρίων εκτενής αναφορά γίνεται και στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga swimming Pools ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 647, την οποία παραθέτουμε: Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) AΑΔ.678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου:- «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ.818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ.1060 Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. .......................... Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Tα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1938).» Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1A.A.Δ. 2118, 2123 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σ' αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης». Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι: «Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπ' όψιν στην εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα, είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρ' όλον ότι λαμβάνονται υπ' όψιν από το Δικαστήριο, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με τον ως άνω αριθμό και τίτλο καταχωρήθηκε στις 12.8.2016 και επιδόθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα στις 26.8.2016. Στις 23.9.2016 ο Γενικός Εισαγγελέας με μονομερή αίτηση του εξασφάλισε άδεια παράτασης του χρόνου καταχώρησης Εγγράφου Εμφανίσεως για 60 μέρες. Ακολούθησε νέα αίτηση στις 25.11.2016 με την οποία ανανεώθηκε ο χρόνος για 60 ακόμη μέρες. Η θέση του Γενικού Εισαγγελέα ότι παρέδωσε στο Πρωτοκολλητείο και τρίτη αίτηση στις 28.12.2016 δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά του Αιτητή. Παρόλα αυτά παρέλειψε να καταχωρήσει Έγγραφο Εμφάνισης με επακόλουθο η υπόθεση να οριστεί για οδηγίες στις 24.2.2017 και ακολούθως για ακρόαση στην απουσίας του στις 30.3.2017, οπότε και εκδόθηκε η επίδικη απόφαση για το ποσό των €10.298,25 με νόμιμο τόκο πλέον €730 έξοδα με νόμιμο τόκο συν ΦΠΑ επί των εξόδων. Η επίδικη απόφαση κοινοποιήθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα στις 16.6.2017 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 21.6.2017, δηλαδή τρεις σχεδόν μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Από της εκδόσεως της απόφασης και μέχρι την κοινοποίηση της, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν φαίνεται να έδειξε οποιονδήποτε ενδιαφέρον για την υπόθεση του. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο ο Γενικός Εισαγγελέας επέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού. Κατ' αρχάς μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν διαφαίνεται έστω και αμυδρά ότι πρόθεση του Γενικού Εισαγγελέα ήταν η μη καταχώρηση εμφάνισης, όπως επίσης δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε μεμπτή από μέρους του συμπεριφορά καθώς η καλοπιστία των ισχυρισμών του σε καμία περίπτωση δεν έχει αμφισβητηθεί. Αντίθετα από την εν γένει συμπεριφορά του και τις επεξηγήσεις που δόθηκαν για τη μη εμφάνιση του, δεν φαίνεται να υπήρξε ιδιαίτερη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού και ούτε προκύπτει περιφρόνηση της όλης διαδικασίας. Στην Ανδρέου ν. Blue Green Wave Frozen Food Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 119, η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε σχεδόν πέντε μήνες μετά την έκδοση της απόφασης και μετά την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης κινητών. Το ζήτημα της καθυστέρησης δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης εφόσον η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε διότι δεν δόθηκε το δικαίωμα εμφανούς υπεράσπισης, αλλά δείχνει ότι και μεγαλύτερος του παρόντος χρόνου καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού, μπορεί να δικαιολογηθεί. Ως προς την ουσία της υπόθεσης, η υπεράσπιση που προβάλλεται από πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα, διατυπώνεται λεπτομερώς στην ένορκη δήλωση της κας Τσαγκάρη. Για τη διαπίστωση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό (Κώστας Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδ.) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101, υιοθετώντας το Δικαστήριο την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι ο εφεσείων που είχε το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία εκείνα που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του, δεν κατάφερε να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αφού δεν παρουσίασε στοιχεία αναφορικά με το ποιος, πως και πότε εξόφλησε το χρέος. Ο εφεσείων θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι είχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, πράγμα που απέτυχε να πράξει. Η αοριστία του ισχυρισμού ότι απλά εξόφλησε το χρέος του, αφήνει κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση καλής υπεράσπισης. Επίσης στην υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, το Δικαστήριο επισήμανε ότι για τη διαπίστωση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζει την εκδοχή του. Διαπίστωσε ωστόσο ότι τα μόνα στοιχεία που ο εφεσείων παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η δική του εκδοχή, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, ότι για τη ζημιά που υπέστη η οικία της μητέρας του, την οποία επιδιόρθωσε ο εφεσίβλητος Δήμος και αξιούσε από την ιδιοκτήτρια αποζημίωση, οφειλόταν σε ενέργειες του ιδίου του Δήμου, οι οποίες, κατ' ισχυρισμό του εφεσείοντα είχαν γίνει πριν μερικά χρόνια. Κατέληξε ότι με βάση τη μαρτυρία που ο εφεσείων έθεσε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου απέτυχε να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι είχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή του εφεσίβλητου Δήμου για αποζημίωση καθότι οι θέσεις του παρέμειναν απλοί ισχυρισμοί και αόριστα συμπεράσματα και δεν τεκμηριώθηκαν, στο βαθμό που ήταν απαραίτητο για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, με συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα που τις υποστηρίζουν. Στην προκείμενη περίπτωση οι εξηγήσεις που έχουν δοθεί με την ένορκη δήλωση της κας Τσαγκάρη και οι οποίες υποστηρίζονται από τα διάφορα έγγραφα - τεκμήρια που τη συνοδεύουν, αναφορικά με την αποστολή Ρηματικών Διακοινώσεων στο Προξενείο της Πολωνίας στο Κίεβο από τον Αιτητή και τον έλεγχο των δαπανών της Πρεσβεία στο Κίεβο, βρίσκουμε να είναι αρκούντως ικανοποιητικές να θεμελιώσουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ του παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης. Ως εκ τούτου η απόφαση ημερομηνίας 30.3.2017 παραμερίζεται υπό τον όρο ότι ο Γενικός Εισαγγελέας θα καταβάλει στον Αιτητή όλα τα έξοδα της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς που χάνονται λόγω της μη καταχώρησης εμφάνισης και του παραμερισμού, καθώς και τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδονται οδηγίες προς την πλευρά του Αιτητή όπως υποβάλει σχετικό κατάλογο εξόδων μέσα σε 21 ημέρες από σήμερα. Τίθεται σαν όρος για τον παραμερισμό της απόφασης ότι ο Γενικός Εισαγγελέας θα καταβάλει το ποσό των εγκριθέντων εξόδων προς τον Αιτητή μέσα σε 30 ημέρες από την ημερομηνία που θα του γνωστοποιηθεί το ποσό τούτο. Δίδονται περαιτέρω οδηγίες όπως σε περίπτωση συμμόρφωσης με τον πιο πάνω όρο, ο Γενικός Εισαγγελέας καταχωρήσει έγγραφο εμφάνισης εντός 10 ημερών από της πληρωμής των εξόδων ως ανωτέρω. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Φιλίππου, Μέλος Σ. Φιλίππου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο