← Κύπρος

ΑΓΗΣΙΛΑΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΚΡΙΣΤΗΣ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 202/2013, 5/6/2018

ΑΓΗΣΙΛΑΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΚΡΙΣΤΗΣ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 202/2013, 5/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:26 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Παναγή και Γ. Κασιούρη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 202/2013 Μεταξύ: XXXXX ΑΓΗΣΙΛΑΟΥ Αιτητής -και- ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΚΡΙΣΤΗΣ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 5η Ιουνίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Αρ. Γεωργίου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Κ. Κωνσταντινίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι οι Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία») παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του. Στη βάση αυτή διεκδικεί αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, πληρωμή αντί προειδοποιήσεως, ποσό €500 ως επίδομα αδείας δυνάμει συλλογικής σύμβασης, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Η Εργοδότρια Εταιρεία αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις και ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν καθ' όλα νόμιμος και δικαιολογημένος. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής συστηματικά παραβίαζε τους όρους και τις οδηγίες εκπλήρωσης των καθηκόντων του, παρά τις επανειλημμένες εγκυκλίους ή/και προφορικές και γραπτές προειδοποιήσεις, με αποτέλεσμα να προκαλεί στην Εταιρεία σοβαρά προβλήματα. Επιπρόσθετα η συμπεριφορά του προς τους συναδέλφους του ήταν απρεπής και προσβλητική με φωνασκίες, χειρονομίες και απρέπειες. Ενδεικτικά αναφέρει ότι στις 5.11.2012, κατόπιν ελέγχου από συνάδελφο του τμήματος εσωτερικού ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι παρέδιδε εμπορεύματα σε πελάτες χωρίς την έκδοση τιμολογίου. Σε σχετική παρατήρηση του ελεγκτή άρχισε να φωνάσκει και να χειρονομεί εις επήκοον και στην παρουσία τρίτων, αναγκάζοντας τον ελεγκτή να αποχωρήσει χωρίς να πραγματοποιήσει έλεγχο. Παρόμοιο περιστατικό σημειώθηκε και στις 20.9.2012. Η Εταιρεία στις 5.10.2012 και 23.10.2012 απέστειλε εγκυκλίου στους πωλητές υπογραμμίζοντας την ανάγκη αυστηρής τήρησης των οδηγιών της. Επίσης στις 6.11.2012 απέστειλε προειδοποιητική επιστολή στον Αιτητή, πέραν των πάμπολλων προφορικών προειδοποιήσεων. Από την έκθεση εσωτερικού ελέγχου της Εταιρείας τον Νοέμβριο 2012, διαπιστώθηκαν επανειλημμένες παραβάσεις των καθηκόντων του Αιτητή. Επίδικο θέμα αποτελούν επίσης και οι μηνιαίες αποδοχές του Αιτητή. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απόλυσε τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν για την Εργοδότρια Εταιρεία δυο μάρτυρες, ο περιφερειακός διευθυντής πωλήσεων κ. XXXXX Αγησιλάου και ο διευθυντής εσωτερικού ελέγχου κ. XXXXX Τενέδιος, ενώ ο Αιτητής υποστήριξε τη θέση του με την προσωπική του μαρτυρία. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διατηρούσε Γαλακτοβιομηχανία, όπου απασχολούσε και τον Αιτητή ως πωλητή. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 5.6.1995 και εργάστηκε ανελλιπώς μέχρι τις 26.11.2012 που η απασχόληση του τερματίστηκε άμεσα και χωρίς προειδοποίηση, με σχετική επιστολή (Τεκ.10), το περιεχόμενο της οποία παραθέτουμε: «. Παρά τις επανειλημμένες προφορικές και γραπτές παρατηρήσεις που σας έχουν γίνει, έχει διαπιστωθεί ότι συστηματικά αρνείστε να συμμορφωθείτε προς τις διαδικασίες και τις οδηγίες της εταιρείας με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα στη διεκπεραίωση της εργασίας σας. Περαιτέρω η συμπεριφορά σας προς ελεγκτές της εταιρείας, κατά την πραγματοποίηση του ελέγχου είναι ανάρμοστη και απαράδεκτη. Ειδικότερα: Στις 6.11.2012 σας έγινε γραπτή παρατήρηση για τη συμπεριφορά σας. Προηγουμένως είχατε λάβει στις 5.10.2012 και στις 23.10.2012 εγκυκλίους με ρητές οδηγίες για το σύστημα εργασίας που οφείλετε να ακολουθείτε. Στη συνέχεια διαπιστώσαμε ότι παρά τις πιο πάνω εγκυκλίου, συνεχίσατε να παραβιάζετε τις διαδικασίες. Εν όψει των πιο πάνω δεν υπάρχει για την εταιρεία άλλη επιλογή από το να τερματίσει αμέσως τις υπηρεσίες σας από σήμερα. Όλοι οι δεδουλευμένοι μισθοί και δικαιώματα σας θα καταβληθούν από την Εταιρεία κατά την αποχώρηση σας. Επίσης, καλείστε όπως, κατά την αποχώρηση σας, παραδώσετε στην Εταιρεία οτιδήποτε ευρίσκεται στην κατοχή σας, το οποίο ανήκει σ' αυτήν και σχετίζεται με τις εργασίες της Με τιμή XXXXX Καρή Διευθύντρια Ανθρώπινου δυναμικού Εν τω μεταξύ και δη στις 5.10.2012 και 23.10.2012 η Εργοδότριας Εταιρεία κοινοποίησε προς όλους τους πωλητές, συμπεριλαμβανομένου και του Αιτητή, εγκυκλίους με τίτλο «Συμμόρφωση Διαδικασιών» υπογραμμίζοντας την ανάγκη αυστηρής τήρησης των πιο κάτω οδηγιών (Τεκ.5 και 6):
  1. Παραστατικά τιμολογίου/ επιστροφών εκδίδονται μόνο την ώρα που εξυπηρετείται ο συγκεκριμένος πελάτης.
  2. Παράδοση γίνετε μόνο στην παρουσία του πελάτη
  3. Ποτέ να μην αποχωρείτε από το σημείο πριν την σωστή τοποθέτηση όλων των προϊόντων στο ψυγείο του πελάτη.
  4. Σε καμία περίπτωση δεν εκδίδετε «εικονικό» τιμολόγιο / επιστροφή για διόρθωση αποθεμάτων ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο.
  5. Τα τιμολόγια μετρητοίς εισπράττονται την ώρα έκδοσης τιμολογίου και παράδοσης προϊόντων. Κανένα τιμολόγιο μετρητοίς δεν πρέπει να μένει ανείσπρακτο.
  6. Δεν επιτρέπετε να γίνονται επιστροφές (καλών προϊόντων).
  7. Το ταμείο σας και τα αποθέματα σε καλά και ληγμένα προϊόντα στο αυτοκίνητο πρέπει να είναι πάντοτε σωστά χωρίς κανένα έλλειμμα / πλεόνασμα καθ' όλη τη διάρκεια του δρομολογίου σας.
  8. Για τυχόν διαφορές σε χρήματα / απόθεμα που εντοπίζετε θα πρέπει άμεσα να ενημερώνετε τον προϊστάμενο σας, και στη συνέχεια τον καταμετρητή της αποθήκης κατά την επιστροφή σας στην Εταιρεία. Ακολούθησε προειδοποιητική επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας προς τον Αιτητή ημερ. 6.11.2012 (Τεκ.7) για μη συμμόρφωση στις οδηγίες της και για απρεπή συμπεριφορά σε ελεγκτή συνάδελφο του εν ώρα έλεγχου, την οποία επίσης παραθέτουμε: «Είμαι στη δυσάρεστη θέση να παρατηρήσω ότι χθες 05/11/2012, όταν συνάδελφος από το τμήμα εσωτερικού ελέγχου προσήλθε στο δρομολόγιο σου κατά την ώρα που έκανες διανομή για να πραγματοποιήσει έλεγχο κατέβαζες εμπόρευμα σε πελάτη χωρίς την έκδοση τιμολογίου. Στην υπόδειξη του ελεγκτή ότι αυτό αντίκειται στις διαδικασίες της εταιρείας και ότι αντιπροσωπεύει πλεόνασμα εμπορεύματος στο αυτοκίνητο σου αντέδρασες με έντονο τρόπο φωνάζοντας στην παρουσία περαστικών και μπροστά από σημείο που εξυπηρετείς στο δρομολόγιο σου, αναγκάζοντας τον ελεγκτή να αποχωρήσει χωρίς τη πραγματοποίηση του ελέγχου για αποφυγή ανάρμοστης συμπεριφοράς μεταξύ συναδέλφων της εταιρείας μπροστά σε τρίτους. Να σημειώσω ότι παρόμοια συμπεριφορά επέδειξες και σε έλεγχο στις 20/09/2012 απέναντι στον εσωτερικό ελεγκτή της εταιρείας. Δυστυχώς δεν έδειξες τον απαραίτητο σεβασμό και συνεργασία απέναντι σε συνάδελφο σου, η συμπεριφορά σου παρεμπόδισε τη διεκπεραίωση της εργασίας του ελεγκτή και περαιτέρω την ομαλή λειτουργία των εργασιών της εταιρείας και επέδειξες συμπεριφορά που δεν αρμόζει στο χαρακτήρα και εικόνα της εταιρείας μπροστά σε τρίτους και πιθανόν καταναλωτές της εταιρείας. Η εταιρεία δεν θα ανεχθεί τέτοια συμπεριφορά και με λύπη πρέπει να αναφέρω ότι εγείρει και ερωτήματα ως προς τη σωστή διεκπεραίωση και τήρηση των διαδικασιών της εταιρείας από το άτομο σου. Η παρούσα επιστολή να θεωρηθεί ως τελευταία προειδοποίηση, σε περίπτωση παρόμοιων περιστατικών θα αποτελέσει άμεσο τερματισμό των καθηκόντων σας.» Ο κ. Κ. Αγησιλάου, δηλώνει προϊστάμενος του Αιτητή με καθήκοντα τον προγραμματισμό, συντονισμό και έλεγχο των εμπορικών δραστηριοτήτων της διεύθυνσης του, που είναι το φρέσκο γάλα στην περιοχή ευθύνης του, Λευκωσία και Λάρνακα. Οι μισθολογικές απολαβές του Αιτητή, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ανέρχονταν μηνιαίως στα €2.321,75 πλέον 13ο και 14ο μισθό (Τεκ.1). Τα καθήκοντα του ήταν η εφαρμογή των διαδικασιών και προγραμμάτων που καθορίζονται από τη διεύθυνση πωλήσεων με σκοπό την ανάπτυξη των πωλήσεων στην περιοχή ευθύνης του, την καλύτερη εξυπηρέτηση των πελατών και τη διασφάλιση ενιαίας εταιρικής εικόνας προϊόντων. Προς τον σκοπό αυτό υπήρχαν κανονισμοί τους οποίους η Εταιρεία κοινοποιούσε στους υπαλλήλους της και επί των οποίων παρέχονταν εκπαιδευτικά σεμινάρια. Αριθμό σεμιναρίων με αναφορά σε κανόνες υγιεινής και ασφάλειας παρακολούθησε και ο Αιτητής υπογράφοντας σχετικές δηλώσεις συμμετοχής (Τεκ.2). Στις 5.12.2012 και 23.10.2012 η Εργοδότρια Εταιρεία κοινοποίησε σε όλους τους πωλητές εγκυκλίους (Τεκ.5 και 6), υπογραμμίζοντας την ανάγκη αυστηρής τήρησης των οδηγιών της. Ο Αιτητής, σύμφωνα με τον μάρτυρα, κατά τη διεκπεραίωση των καθηκόντων του ήταν γενικά καλός, παρόλο που σίγουρα δεν ήταν ο τέλειος πωλητής, γιατί εκείνο που φάνηκε στην πορεία ήταν ότι αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στους κανονισμούς της Εταιρείας. Επισήμανε ότι κατά τη διεξαγωγή ελέγχων στο δρομολόγιο του Αιτητή διαπιστώθηκε ότι δεν συμμορφωνόταν με τους κανόνες της Εταιρείας και ότι αρκετές φορές δέχθηκε συστάσεις. Συγκεκριμένα αφού αναφέρθηκε στο περιστατικό ημερ. 5.11.2012 και στη σχετική προειδοποιητική επιστολή που απεστάλη στον Αιτητή την επομένη (Τεκ.7), ισχυρίστηκε ότι με αφορμή το εν λόγω περιστατικό έγινε στη συνέχεια περαιτέρω έρευνα στο δρομολόγιο 113Ε που διεκπεραίωνε ο Αιτητής, όπου διαπιστώθηκε ότι συνέχιζε να παραβιάζει τις οδηγίες και τους κανόνες της Εταιρείας διαπράττοντας σοβαρές παρατυπίες όπως η έκδοση εικονικών τιμολογίων και πιστωτικών σημειώσεων. Επίσης από δειγματοληπτική εξέταση σε τιμολόγια και πιστωτικές σημειώσεις που αφορούσαν πελάτες του δρομολογίου του, προέκυψε αριθμός ατασθαλιών. Στις 13.11.2012 σε συνάντηση με τον Αιτητή παρουσία του ιδίου και της διευθύντριας ανθρωπίνου δυναμικού κας Μ. Καρή, αφού δόθηκε στον Αιτητή η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί των ευρημάτων της έρευνας, παραδέχθηκε μεταξύ άλλων ότι εξέδιδε εικονικά τιμολόγια. Προς επιβεβαίωση της θέσης του κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο του πρακτικού της έρευνας του εσωτερικού ελέγχου (Τεκ.8). Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, μετά από πολύ προβληματισμό και αφού λήφθηκαν υπόψη τα χρόνια υπηρεσίας του Αιτητή, αποφασίστηκε ο τερματισμός της απασχόλησης του με την κοινοποίηση της σχετικής επιστολής (Τεκ.10). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανεγνώρισε κατ' αρχάς το απόκομμα μισθοδοσίας του Αιτητή για τον μήνα Νοέμβριο 2012 (Τεκ.11). Αναφορικά με την πώληση του γάλακτος ανέφερε ότι γνώριζε εκ των προτέρων τις ποσότητες παραγωγής και ότι στόχος ήταν η πώληση του γάλακτος που φορτωνόταν στο αυτοκίνητο του κάθε πωλητή. Για την αριθμητική διανομή, που αφορούσε την τοποθέτηση των προϊόντων σε πελάτες, συμφώνησε ότι ο Αιτητής εκπλήρωνε αυτό του το καθήκον, σε αντίθεση με τις επιστροφές για τις οποίες ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει καθώς υπήρξε παραποίηση στοιχείων. Για τις επιστολές ημερ. 5.10.2012 και 23.10.2012 (Τεκ.5 και 6) ισχυρίστηκε ότι τις έκανε γιατί ήταν ορθό να έχουν οι διανομείς κάτι γραπτό, ώστε να ακολουθούν τις διαδικασίες της Εταιρείας, τονίζοντας ότι ο σωστός τρόπος ήταν πάντα ο ίδιος και σκοπός ήταν η διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων της Εταιρείας. Ερωτηθείς αν τα όσο αναφέρονται στην επιστολή απόλυσης ήταν αρκετά για να τερματιστούν οι υπηρεσίες του Αιτητή, ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε για θέματα που προηγήθηκαν της απόλυσης του, που ήταν η έκδοση εικονικών τιμολογίων, επιστροφή προϊόντων χωρίς την έκδοση παραστατικών, ανάρμοστη συμπεριφορά σε συναδέλφους κ.α., και ότι αυτά αναφέρονται στην επιστολή ως μη συμμόρφωση στις διαδικασίες. Αφού του υπεβλήθη ότι η συμπεριφορά του Αιτητή προς τον ελεγκτή δεν ήταν αυτή που περιγράφεται στην επιστολή (Τεκ.7), ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι με βάση την ενημέρωση που είχε από τον ελεγκτή η συμπεριφορά του Αιτητή ήταν αυτή που περιέγραψε. Σε νέα υποβολή ότι ο Αιτητής σε καμία παραδοχή δεν προέβη κατά τη συνάντηση ημερ. 13.11.2012,ο μάρτυρας επέμενε ότι στην παρουσία του ο Αιτητής παραδέχθηκε ότι εξέδιδε εικονικά τιμολόγια. Δηλαδή ότι εξέδιδε τιμολόγια χωρίς να παραδώσει εμπόρευμα με σκοπό την κάλυψη ελλείμματος ή πλεονάσματος στο εμπόρευμα της κινητής του αποθήκης και χωρίς να δώσει κάποια εξήγηση. Ο κ. XXXXX Τενέδιος παρουσιάστηκε ως το άτομο που συνέταξε την έκθεση εσωτερικού ελέγχου μετά το πέρας της έρευνας που έγινε στο δρομολόγιο του Αιτητή (Τεκ.8). Αφού αναφέρθηκε στο ρόλο που επιτελεί το τμήμα εσωτερικού ελέγχου ως μια ανεξάρτητη υπηρεσία εντός της Εταιρείας, ισχυρίστηκε ότι κατά το 2012 το εν λόγω τμήμα πραγματοποίησε μεγάλο αριθμό ερευνών σε δρομολόγια πωλητών όπου διαπιστώθηκαν αρκετές περιπτώσεις απάτης με αποτέλεσμα να απολυθεί μεγάλος αριθμός πωλητών. Με αφορμή τις εν λόγω περιπτώσεις η Εταιρεία προχώρησε σε ενέργειες που είχαν ως στόχο τη διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής των υφιστάμενων επισήμων διαδικασιών, με μία από τις κυριότερες ενέργειες τη σύσταση ομάδας ελεγκτών που είχαν ως αποκλειστικό καθήκον την πραγματοποίηση ελέγχων στα δρομολόγια των πωλητών. Ισχυρίστηκε ότι μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, σε έλεγχο που έγινε στο δρομολόγιο του Αιτητή διαπιστώθηκαν περιπτώσεις όπου δεν εφάρμοζε τις διαδικασίες της Εταιρείας. Αναφερόμενος στα περιστατικά ημερ. 20.9.2012 και 5.11.2012 για τα οποία γίνεται λόγος στην προειδοποιητική επιστολή ημερ. 6.11.2012 (Τεκ.7) σημείωσε ότι τα εν λόγω περιστατικά άναψαν το κόκκινο φως για περαιτέρω έλεγχο στο δρομολόγιο του Αιτητή. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο περαιτέρω έλεγχος επικεντρώθηκε στην εξέταση και επιβεβαίωση της πληρότητας και πραγματικότητας των παραστατικών που εξέδιδε ο Αιτητής ως διανομέας στους πελάτες που εξυπηρετούσε. Από τον δειγματοληπτικό έλεγχο που έγινε σε τιμολόγια και σε πιστωτικές σημειώσεις που εξέδωσε ο Αιτητής διαπιστώθηκε η επιστροφή προϊόντων που δεν είχαν λογική συνέχεια με τις πωλήσεις που είχαν προηγηθεί, περιπτώσεις πελατών προς τους οποίους εξεδόθησαν πιστωτικές σημειώσεις δηλαδή έγιναν επιστροφές προϊόντων τη στιγμή που οι πελάτες δεν παρουσίαζαν οποιεσδήποτε αγορές για τα εν λόγω προϊόντα. Αριθμός πελατών δεν είχαν στην κατοχή τους και δεν γνώριζαν για παραστατικά που ο Αιτητής εξέδωσε στο όνομα τους, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν εικονικά. Ισχυρίστηκε ότι τα έξι παραστατικά, που αναφέρονται στην έκθεση του εσωτερικού έλεγχου, εντοπίστηκαν μετά από επισκέψεις στους πελάτες (Τεκ.13) από τους οποίους ζητήθηκε να αναγνωρίσουν τα τιμολόγια πώλησης και τις πιστωτικές σημειώσεις που εξέδωσε ο Αιτητής στο όνομα τους, επιβεβαιώνοντας μετά από μελέτη ότι δεν ήταν στην κατοχή τους, δηλαδή ήταν εικονικά. Επίσης κανένας απ' αυτούς δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει αν ο Αιτητής τους επισκέφτηκε κατά την ημερομηνία που φέρουν τα τιμολόγια. Σημείωσε ότι με βάση την προβλεπόμενη διαδικασία, οι πωλητές κατά την πώληση προϊόντων θα πρέπει να εκδίδουν άμεσα τιμολόγιο πώλησης και σε περίπτωση επιστροφών να εκδίδουν άμεσα πιστωτική σημείωση. Θέτοντας τα πιο πάνω ως σημαντικά παραπτώματα επισήμανε ότι ελλείμματα ή πλεονάσματα που εντοπίζονται στο ταμείο ή στην αποθήκη του πωλητή, ενδεχομένως να παραπέμπουν σε περιστατικά απάτης, των οποίων ο εντοπισμός δεν είναι εύκολος εξ ου και θα πρέπει να ακολουθούνται οι διαδικασίες. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι σε αντίθεση με τους άλλους πωλητές στην περίπτωση του Αιτητή δεν ολοκλήρωσαν την εργασία τους για να προκύψουν στοιχεία απάτης. Συγκεκριμένα όταν ολοκλήρωσε τον αρχικό του έλεγχο και διαπίστωσε ότι δεν τηρούνταν οι διαδικασίες από τον Αιτητή, ζήτησε την εξουσιοδότηση της διεύθυνσης για περαιτέρω έλεγχο και ότι του δόθηκαν οδηγίες να μην συνεχίσει την έρευνα γιατί ήδη υπήρξαν κάποιες ενέργειες εκ μέρους του Αιτητή, που αποτελούσαν ξεκάθαρες παραβιάσεις των διαδικασιών και υπήρχε εύλογη αιτία να πάρουν τις αποφάσεις που ήθελαν να πάρουν δηλαδή να απολύσουν τον Αιτητή. Το αν ο Αιτητής έλαβε το Τεκ.12 δεν ήταν σε θέση να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει. Αναφορικά με τα τιμολόγια (Τεκ.13) ισχυρίστηκε ότι διερεύνησε το θέμα και ότι οι πελάτες δεν είχαν υπόψη τους τα συγκεκριμένα τιμολόγια. Επίσης, με την ολοκλήρωση της έρευνας συναντήθηκε με τον Αιτητή στην παρουσία ατόμου από τις πωλήσεις και του τμήματος ανθρώπινου δυναμικού και κατέγραψε στην έκθεση του τα όσα του ανάφερε. Ερωτηθείς εάν το θέμα των εικονικών σημειώσεων ήταν ένα από τα ζητήματα που υπήρχαν στην Εταιρεία, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ως εσωτερικός ελεγκτής, εισηγήθηκε όπως ληφθούν διορθωτικά μέτρα έτσι ώστε να σταματήσει η όποια πρακτική ακολουθείτο και αφορούσε έκδοση εικονικών παραστατικών. Σύμφωνα με τον Αιτητή οι τελευταίες ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν μηνιαίως στα €2394,85 πλέον 13ο και 14ο μισθό (Τεκ.14). Τα καθήκοντα του αφορούσαν την εξυπηρέτηση συγκεκριμένου δρομολογίου που καθόριζε η Εταιρεία, την τοποθέτηση των προϊόντων και την είσπραξη των ανάλογων χρημάτων που παρέδιδε στην Εταιρεία. Είναι η θέση του ότι εκτελούσε πάντοτε κανονικά τα καθήκοντα του χωρίς κανένα πρόβλημα με τους πελάτες που εξυπηρετούσε και στους οποίους κατά την παράδοση των προϊόντων εξέδιδε τιμολόγιο. Όταν γίνονταν οι έλεγχοι, το μηχανάκι που τους είχε η Εταιρεία θα έπρεπε στο τέλος της ημέρας να δείχνει 0-0 σε προϊόντα και λεφτά, διαφορετικά δεν μπορούσε να κλείσει (το μηχανάκι). Κατά τη φόρτωση του οχήματος του γινόταν έλεγχος από τους αποθηκάριους στις 3:00πμ, κάτι που επαναλαμβανόταν στην πύλη χωρίς να παρουσιαστεί οποιοδήποτε πρόβλημα. Μέτα από μια ώρα υπήρχε έλεγχος του δρομολογίου του από τον ελεγκτή και ήταν πάντοτε σε όλα εντάξει. Σημείωσε ως πολύ σημαντικό ότι από της προσλήψεως του τόσο ό ίδιος όσο και οι υπόλοιποι πωλητές είχαν οδηγίες όπως τα γάλατα που δεν κινούνταν, την επομένη να μετακινούνται σε δυνατούς πελάτες για πώληση. Έτσι αντικαθιστούσε τα γάλατα της προηγούμενης με φρέσκα, έβγαζε τιμολόγιο επιστροφής χαλασμένων στον πελάτη τοις μετρητοίς και τα έπαιρνε πρωί στον πελάτη με πίστωση. Στην περίπτωση αυτή δεν εξέδιδε τιμολόγιο γιατί αυτά τα γάλατα τα αντικαθιστούσε με γάλατα τα οποία δεν ήταν διαθέσιμα προς πώληση. Για να βγει τιμολόγιο στον πελάτη με πίστωση έπρεπε να το υπογράψει ο υπεύθυνος καταστήματος ο οποίος ερχόταν στις 8:00πμ. Ο ίδιος για να μπορέσει να κάνει τη δουλειά της ημέρας κινείτο πιο γρήγορα γι' αυτό άλλαζε τα γάλατα στις 7:00πμ για να μπορέσουν να πωληθούν γρήγορα ή κάποτε τα έπαιρνε σε ψησταριά για να γίνουν κρέμα και τούτο γινόταν πάντοτε με παραγγελία. Επίσης κατά τη φόρτωση από την αποθήκη έβγαινε χρεωστικό στο όνομα του και κατά την επιστροφή για ότι πωλούσε παρέδιδε τα εισπραχθέντα χρήματα μέχρι το τελευταίο σεντ. Είναι η θέση του Αιτητή ότι αδικαιολόγητα απολύθηκε από την εργασία του καθώς δεν συνέτρεχε κανένας λόγος που θα δικαιολογούσε μια τέτοια απόφαση. Θεωρεί ότι η απόλυση του οφείλετο στην τακτική του περιφερειακού διευθυντή κ. Αγησιλάου, ο οποίος προσελήφθη πρόσφατα και δεν ήθελε τους υπάρχοντες πωλητές στην Εταιρεία. Διατείνεται ότι στην ουσία η απόλυση του στηρίχθηκε σε ένα γεγονός που έλαβε χώρα στις 5.11.2012 για το οποίο ο ίδιος, σε αντίθεση με τον ελεγκτή, είχε πλήρες δίκαιο. Συγκεκριμένα, πηγαίνοντας στον πελάτη του κατέβασε κατά λάθος 6 αντί 7 κιβώτια γάλα. Όταν λίγη ώρα αργότερα αντιλήφθηκε το λάθος του, επικοινώνησε με τον πελάτη και ακολούθως αφού πήγε να παραδώσει το κιβώτιο ήρθε επί τόπου και ο ελεγκτής για τον έλεγχο. Ο ίδιος του εξήγησε τι έγινε κι αυτός με έντονη ύφος του είπε ότι είχε περίσσευμα και ότι προσπαθούσε να τον πείσει ότι δεν είχε. Ο ελεγκτής άρχισε να φωνάζει δυνατά και απαντώντας ο Αιτητής ανέβασε κι αυτός κάπως τον τόνο της φωνής του. Απορρίπτει επίσης τα όσα η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται ότι υπήρξε παρόμοιο περιστατικό στις 20.9.
  9. Αναφορικά με την έρευνα στο δρομολόγιο 113Ε απορρίπτει οποιονδήποτε ισχυρισμό ότι παραβίαζε τους κανόνες και της οδηγίες και ότι εξέδιδε εικονικά τιμολόγια και πιστωτικές σημειώσεις, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι εκτελούσε κανονικά τα καθήκοντα του και πάντοτε προς το συμφέρον της Εργοδότριας Εταιρείας. Για τη συνάντηση που είχε με την κα Καρή και τον κ. Τενέδιο στις 13.11.2012 σημειώνει ότι είναι αλήθεια ότι προβλήθηκαν κάποιοι ισχυρισμοί για παρατυπίες που δήθεν είχε κάνει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και αφού απάντησε με απόλυτη ειλικρίνεια κατέστη σαφές ότι δεν υπήρχε παράπτωμα ούτε οποιονδήποτε θέμα κατάχρησης και ότι απλά του ζήτησαν αυστηρή τήρηση των οδηγιών που τους δόθηκαν στις 5.10.2012 και 23.10.2012 κάτι που και ο ίδιος συμφώνησε. Σημειώνει επίσης ότι κανένα έγγραφο που ετοιμάστηκε για τη συνάντηση δεν του δόθηκε και ούτε δέχθηκε οποιανδήποτε γραπτή ή προφορική παρατήρηση μετά τη συνάντηση. Ήταν λογικό μετά τη συνάντηση να θεωρήσει το θέμα λήξαν, γι' αυτό και συνέχισε να εκτελεί κανονικά την εργασία του. Για το Τεκ.12 ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε του δόθηκε ή του κοινοποιήθηκε από τη Εταιρεία. Για τα τιμολόγια (Τεκ.13) ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν εικονικά ως ισχυρίζεται η πλευρά της Εταιρείας, αλλά τιμολόγια που παρουσιάζονταν στον πελάτη είτε για πώληση είτε για απόσυρση προϊόντων. Τρία απ' αυτά τα ζήτησαν οι πελάτες για ιδιωτική τους χρήση ενώ δύο άλλα αφορούσαν επιστροφές, ήταν το συν και το πλην τα οποία δεν χρειάζονταν οι πελάτες. Συγκεκριμένα αφαιρούσε τα γάλατα που ήταν τριών ημερών και τα έπαιρνε σε φούρνους να πωληθούν και ταυτόχρονα τα αντικαθιστούσε με νέα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι παραγγελίες που έβαζαν οι πελάτες δεν ήταν εν γνώσει των προϊσταμένων του καθότι αυτός ήταν ο πωλητής που καθόριζε την ποσότητα των προϊόντων που έβαζε σε κάθε κατάστημα. Ούτε προέβαινε σε ενημέρωση του προϊσταμένου του για τις πωλήσεις που έκανε καθότι αυτές προέκυπταν από τα τιμολόγια που εξέδιδε. Ενώ του υπεβλήθη ότι κατά τους ελέγχους που έγιναν κατά τους τελευταίους μήνες παρουσίαζε έλλειμμα στην αποθήκη και στο ταμείο του, ο Αιτητής διαφώνησε λέγοντας ότι πηγαίνοντας στην αποθήκη παρέδιδε όλες τις εισπράξεις και για να φύγει από την Εταιρεία δεν έπρεπε να χρωστά ούτε ένα σεντ. Αφού υποδείχτηκε στον Αιτητή το Τεκ 6 και του υπεβλήθη ότι με βάση τις οδηγίες της Εταιρείας δεν επιτρεπόταν η επιστροφή καλών προϊόντων, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι οδηγίες που είχε από τη πρώτη μέρα που πήγε δουλειά ήταν να μετακινεί το γάλα από ένα κατάστημα σε άλλο. Για τη συνάντηση που έγινε στις 13.11.2012 ανάφερε ότι έγιναν κάποιοι ισχυρισμοί για παρατυπίες που δεν υπήρξαν. Σε υποβολή ότι παραδέχθηκε τις παρατυπίες, διαφώνησε. Ενώ παραδέχθηκε ότι παρακολούθησε σεμινάρια κατά την 1.8.2011 και 26.6.2012 και ακολούθως αφού του υπεβλήθη ότι σ' αυτά τα σεμινάρια τους αναφέρθηκαν οι οδηγίες που αναφέρονται στο Τεκ.12, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν θυμάται να έλαβε τέτοιο έγγραφο. Για τα τιμολόγια (Τεκ.13) δεν διαφώνησε ότι του υποδείχτηκαν κατά τη συνάντηση και ότι ο ίδιος τους ανέφερε ότι τα παρέδιδε στους πελάτες και αυτοί για ιδιωτική χρήση δεν τα χρειάζονταν. Ανάλυση Στο εμπιστευτικό έγγραφο του Τμήματος Εσωτερικού Ελέγχου με τίτλο «Έρευνα στο Δρομολόγιο 113Ε (Διανομέας XXXXX Αγησιλάου)» (Τεκ. 8), που παρουσίασαν στο Δικαστήριο οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας, παρατίθενται διάφορες κατ' ισχυρισμό παραβάσεις από μέρους του Αιτητή που με βάση την ενώπιον μας μαρτυρία αποτελέσαν τους λόγους απόλυσης του. Τέτοιες παραβάσεις που καταγράφονται στο εν λόγω έγγραφο είναι οι ακόλουθες: - Στις 20 Σεπτεμβρίου, ο Αιτητής παρέδωσε εμπορεύματα σε πελάτη χωρίς να εκδώσει τιμολόγιο πώλησης άμεσα, το τιμολόγιο εκδόθηκε αργότερα την ίδια μέρα. - Στις 8 Οκτωβρίου, κατά τη καταμέτρηση της αποθήκης εντοπίστηκε έλλειμμα 5 τεμάχια 250ml Σοκολάτα Χαραλαμπίδη. - Σε όλους τους ελέγχους που έγιναν κατά την περίοδο Σεπτέμβριου -Οκτώβριου εντοπίστηκε έλλειμμα στο ταμείο του Αιτητή, το οποίο οφειλόταν στην μη είσπραξη τιμολογίων μετρητοίς που είχαν εκδοθεί νωρίτερα την ίδια μέρα. Επίσης από περαιτέρω έρευνα που έγινε στα παραστατικά του Αιτητή προέκυψαν τα ακόλουθα: - Εντοπίστηκαν περιπτώσεις επιστροφών ληγμένων προϊόντων που δεν είχαν λογική συνέχεια με τις πωλήσεις που είχαν προηγηθεί. Δηλαδή περιπτώσεις όπου οι ποσότητες των ληγμένων που επιστράφηκαν από πελάτη ήταν μεγαλύτερες από τις ποσότητες που είχαν αγοραστεί. - Κατά τις επισκέψεις που έγιναν σε πελάτες εντοπίστηκε αριθμός πελατών οι οποίοι δεν είχαν στην κατοχή τους τα παραστατικά (Τεκ. 13). - Σε κάποιες περιπτώσεις ο Αιτητής εξέδιδε εικονικά τιμολόγια πώλησης και εικονικές πιστωτικές σημειώσεις για να καλύπτει ελλείμματα και πλεονάσματα που προέκυψαν στην αποθήκη του κατά τη διεκπεραίωση του δρομολογίου του. - Σε άλλες περιπτώσεις αντικαθιστούσε ληγμένα προϊόντα σε πελάτες χωρίς να εκδίδει τα απαραίτητα παραστατικά, απέσυρε δηλαδή από τα ράφια πελατών ληγμένα προϊόντα και τα αντικαθιστούσε με αντίστοιχο αριθμό φρέσκων χωρίς να εκδίδει πιστωτικές σημειώσεις και τιμολόγια πωλήσεων. Οι διαφορές που δημιουργούνταν στο φορητό τερματικό καλύπτονταν αργότερα με την έκδοση εικονικών παραστατικών προς πελάτες της μετρητοίς. - Σε κάποιες περιπτώσεις όπου εντόπιζε εντός της αποθήκης του καλά εμπορεύματα που ήταν σπασμένα, έκδιδε εικονική πιστωτική σημείωση σε πελάτη τοις μετρητοίς για να καλύψει το μη εμπορεύσιμο εμπόρευμα και ακολούθως έκδιδε τιμολόγιο πώλησης σε άλλο πελάτη για να αναιρέσει τη πιστωτική σημείωση. Σε ερώτηση κατά την συνάντηση που είχαν με τον Αιτητή στις 13.12.2012, γιατί ακολουθούσε την πιο πάνω πολύπλοκη διαδικασία αφού μπορούσε να επιστρέφει απλά τα σπασμένα εμπορεύματα πίσω στην κεντρική αποθήκη, δεν έδωσε κάποια εξήγηση. - Σε κάποιες περιπτώσεις αγόραζε προϊόντα για τον εαυτό του και έκδιδε εικονικά τιμολόγια πώλησης σε πελάτες μετρητοίς για να δικαιολογήσει την αφαίρεση των προϊόντων αυτών από το απόθεμα της αποθήκης του. Με βάση το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, ένας από τους λόγους που οδήγησε στην πραγματοποίηση της έρευνας, ήταν και η εν γένει συμπεριφορά του Αιτητή προς τους ελεγκτές της Εταιρείας εν ώρα καθήκοντος και η προσπάθεια του να παραδώσει σε πελάτη ποσότητα εμπορευμάτων χωρίς την έκδοση τιμολογίου, για τα οποία γίνεται λόγος στην προειδοποιητική επιστολή ημερ. 6.11.2012 (Τεκ.7). Έχουμε παρακολουθήσει με την περιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων. Και οι δύο μάρτυρες που κατέθεσαν για την Εργοδότριας Εταιρείας δεν είχαν άμεση γνώση των γεγονότων που οδήγησαν στην κοινοποίηση της προειδοποιητικής επιστολής ημερ. 6.11.2012 (Τεκ.7). Ο κ. Αγησιλάου με τη μαρτυρία του παραδέχθηκε ότι τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο αναφορικά με το εν λόγω έγγραφο, τα ενημερώθηκε από τρίτους και δη από τον ίδιο τον ελεγκτή. Δεν δόθηκε ωστόσο οποιαδήποτε εξήγηση, γιατί να μην προσέλθει στο Δικαστήριο το εν λόγω πρόσωπο που είχε άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων, ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να αξιολογήσει τη μαρτυρία του για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Ελλείψει μιας τέτοιας μαρτυρίας η μόνη άμεση μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας σε σχέση με το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου είναι αυτή του Αιτητή, η οποία σε τελική ανάλυση παρέμεινε αναντίλεκτη. Περαιτέρω, σε σχέση με τις υπόλοιπες κατ' ισχυρισμό παραβάσεις που εμπεριέχονται στην έκθεση (Τεκ.8) και τις οποίες οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας επιδίωξαν να υποστηρίξουν με τη μαρτυρία τους, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι, πλην των εν λόγω ισχυρισμών, καμία σαφής μαρτυρία δεν δόθηκε επί τη βάσει συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων που θα επιβεβαίωνε με οποιονδήποτε τρόπο τις θέσεις τους και θα οδηγούσε στην εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων. Ειδικότερα, δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά και δεν τεκμηριώθηκε με οποιαδήποτε απτά στοιχεία ο ισχυρισμός της Εργοδότριας Εταιρείας για εντοπισμό ελλειμμάτων σε καταμέτρηση που έγινε στις 8 Οκτωβρίου ή για ελλείμματα στο Ταμείο του Αιτητή κατά την περίοδο από Σεπτέμβριο μέχρι Οκτώβριο. Περαιτέρω δεν επιβεβαιώθηκαν στη βάση συγκεκριμένων στοιχείων ούτε και οι υπόλοιποι ισχυρισμοί της Εργοδότριας Εταιρείας για επιστροφή ληγμένων προϊόντων που δεν είχαν λογική συνέχεια με τις πωλήσεις που προηγήθηκαν, η αντικατάσταση ληγμένων προϊόντων χωρίς την έκδοση των απαραίτητων παραστατικών, η περίπτωση σπασμένων εμπορευμάτων για τα οποία ο Αιτητής εξέδιδε εικονική πιστωτική σημείωση στον πελάτη τοις μετρητοίς, ή η έκδοση εικονικών τιμολογίων πώλησης για κάλυψη δικών του αγορών. Πρόσθετα, παρά την κατάθεση των τιμολογίων (Τεκ.13) εν τούτοις τίποτα το συγκεκριμένο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει την εικονικότητα τους. Ο ισχυρισμός ότι εντοπίστηκε αριθμός πελατών που δεν είχαν στην κατοχή τους τα παραστατικά (Τεκ.13) δεν έχει υποστηριχθεί από τη μαρτυρία οποιουδήποτε πελάτη ή από οποιαδήποτε απτά στοιχεία που θα επιβεβαίωναν μια τέτοια παράβαση. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω έκθεση (Τεκ.8), ουδέποτε περιήλθε εις γνώσιν του Αιτητή, κατά τον χρόνο απόλυσης του. Αναφορά επί των εν λόγω κατ' ισχυρισμό παραβάσεων, που με βάση τη μαρτυρία του κ. Τενέδιου αποτέλεσαν τους λόγους απόλυσης του Αιτητή, δεν γίνεται ούτε και στην επιστολή απόλυσης, αλλά ούτε και τους γενικούς λόγους εμφάνισης και τούτο κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών του Δικαστηρίου, όπου ρητά προβλέπεται ότι «Στην εμφάνιση προσδιορίζονται λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους αμφισβητείται το αίτημα για παροχή θεραπείας ή θεραπειών που εξαιτείται ο αιτητής». Όπως εντοπίζεται στην Demil Imports Exports v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ, Πολ.Εφ. 299/2008, ημερ. 17.6.2011, λέχθηκε ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par. 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, Μαρσέλ ν. Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858)». Σε τελική ανάλυση, η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας, που έφερε και το βάρος απόδειξης των λόγων που οδήγησαν στην απόλυση του Αιτητή, δεν προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία που θα υποστήριζαν τη θέση της. Παρόλα αυτά όμως ο Αιτητής με τη μαρτυρία του δεν παρέλειψε να παραδεχτεί ότι σε κάποιες περιπτώσεις παρέδιδε εμπορεύματα σε πελάτες χωρίς την άμεση έκδοση τιμολογίου, γιατί καθώς υποστήριξε για να βγει τιμολόγιο σε πελάτη με πίστωση έπρεπε να υπογραφεί από τον υπεύθυνο του καταστήματος που ερχόταν στις 8:00πμ. Ο ίδιος για να μπορέσει να κάνει τη δουλειά της ημέρας κινείτο πιο γρήγορα, γι αυτό και άλλαζε τα γάλατα στις 7:00πμ. Αναφορικά με την υποβολή που δέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι η μετακίνηση του γάλακτος από ένα πελάτη σε άλλο αντίκειτο στις οδηγίες της Εταιρείας καθώς με βάση το Τεκ.6 δεν επιτρέπεται να γίνονται επιστροφές καλών προϊόντων, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η μετακίνηση του γάλακτος από μόνη της σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να αποτέλεσε λόγο απόλυσης του Αιτητή, γεγονός που επιβεβαιώνει τη θέση του ότι υπήρχαν ρητές οδηγίες όπως τα γάλατα που δεν κινούνταν, να μεταφέρονται την επομένη σε δυνατούς πελάτες. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μας το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η Εργοδότρια Εταιρεία είχε λόγο να τερματίσει την απασχόληση του Αιτητή. Νομική Πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετον ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)............................................................................................................................ (γ)............................................................................................................................. (δ)............................................................................................................................ (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιο-λογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing
(1981)1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.: «Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view». (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το σωστό επομένως κριτήριο, που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της απασχόλησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στη απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκε-κριμένης περίπτωσης (Galatariotis Tele/cations Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550 και L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, ECLI:CY:AD:2014:A410, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014). Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες (βλ. Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603 και Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Στην Avghi Constantinidou v. F.W . Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302 επισημαίνεται το καθήκον του εργοδοτούμενου να υπακούει και να συμμορφώνεται με τις οδηγίες του εργοδότη του. Η προσφορά των υπηρεσιών του με τον τρόπο που απαιτεί ο εργοδότης αποτελεί το αντάλλαγμα για την πληρωμή του μισθού του. Εσκεμμένη ανυπακοή σε μια νόμιμη και λογική εντολή αποτελεί τέτοια περιφρόνηση η οποία δεικνύει πλήρη αδιαφορία για ένα ουσιώδη όρο της εργασιακής σχέσης - δηλαδή του όρου ότι ο εργοδοτούμενος οφείλει να υπακούει τις κατάλληλες εντολές του εργοδότη και αν δεν το κάνει αυτό η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου πλήττεται θεμελιωδώς. Στο σύγγραμμα Bowers On Employment Law, 6th Edition, p. 301, κάτω από τον τίτλο «Ανυπακοή σε Λογικές Εντολές» εντοπίζονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Πρέπει να συνυπολογίζονται όχι μόνο η φύση της εντολής αλλά και οι περιστάσεις και τα περιστατικά που υπήρχαν όταν δινόταν η εντολή και ο λόγος για τον οποίο δεν εκτελέστηκε.(βλ. Union of Construction Allied Trades and Technicians v. Brain
(1980)IRLR 357). Η δικαιοδοσία (jurisdiction) παράνομης απόλυσης εμπεριέχει τη βασική αρχή της σύμβασης απασχόλησης ότι ο εργοδοτούμενος πρέπει να υπακούει στις νόμιμες και εύλογες εντολές του εργοδότη. Πρέπει, παρόλα ταύτα, να υπάρχει σοβαρή παράβαση των κανονισμών για να δικαιολογείται απόλυση, όπως και στο κοινό δίκαιο. Περαιτέρω δεν είναι αρκετό να δοθεί στον εργοδοτούμενο μία απλή προειδοποίηση για τις συνέπειες της παράβασης των κανονισμών, αλλά επίσης θα πρέπει να έχει την ευκαιρία να εκθέσει τη δική του θέση επί τούτου». Στο ίδιος σύγγραμμα γίνεται αναφορά στην Farrant v. The Woodroffe School
(1998)ICR 184, όπου το Employment Appeal αποφάσισε ότι, όταν ένας εργοδότης βασίζεται στην ανυπακοή του εργοδοτούμενου να εκτελέσει μία εντολή, η νομιμότητα της εντολής, παρόλο σχετική, δεν είναι αποφασιστική, όπως θα ήταν σε περίπτωση που υπήρχε απαίτηση για παράνομη απόλυση (wrongful dismissal). Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα "The Law of Unfair Dismissal", Steven D. Anderman, 3rd Edition, p. 190: (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Για να δικαιολογήσει ο εργοδότης την απόφαση του να απολύσει ένα εργοδοτούμενο λόγω της άρνησης του να υπακούσει σε μία εντολή (.) θα πρέπει να συμμορφωθεί με κριτήρια που υπερβαίνουν το καθαρά συμβατικό πλαίσιο που παρέχει το κοινό δίκαιο. Η άρνηση του εργοδοτούμενου να υπακούσει πρέπει να είναι ηθελημένη και να γίνεται με πλήρη επίγνωση ότι η συμπεριφορά του μπορεί να καταλήξει σε απόλυση. Ακόμη και στην περίπτωση που πληρούνται αυτά τα κριτήρια η απόλυση μπορεί να είναι παράνομη υπό περιστάσεις που ήταν παράλογο για τον εργοδότη να εκδώσει καταρχάς την εντολή και να επιμένει όπως ο εργοδοτούμενος υπακούσει μέχρι του σημείου της απόλυσης.» Όπως προκύπτει από την υπόθεση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), η υποχρέωση του λογικού εργοδότη είναι να διερευνήσει τα γεγονότα και να ακολουθήσει μια λογική διαδικασία δίνοντας την ευκαιρία στον εργοδοτούμενο να προβάλει τη θέση του, εκεί που λογικά επιβάλλεται μια τέτοια συζήτηση (βλ. Papaphilippou [ανωτέρω]). Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), συμπεριλαμβανομένων κι αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου. Τέτοιες περιστάσεις είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, κ.λ.π. (βλ. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198. Δ. Ζερδελή, "Το δίκαιο της Καταγγελίας" 2η έκδοση σ.185). Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η Εργοδότρια Εταιρεία στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος σοβαρού παραπτώματος ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας του και ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Με βάση τα ευρήματα στα οποία έχουμε καταλήξει, ο Αιτητής παραδέχτηκε ότι παρέδιδε εμπορεύματα σε πελάτες χωρίς την άμεση έκδοση τιμολογίου. Αναφορά για παράδοση εμπορευμάτων σε πελάτη χωρίς την άμεση έκδοση τιμολογίου, το οποίο εκδόθηκε αργότερα την ίδια μέρα, γίνεται στην προειδοποιητική επιστολή (Τεκ.7) και στην έκθεση (Τεκ.8). Πρόκειται για δύο κατ' ισχυρισμό περιστατικά που έγιναν στις 5.11.2012 και 20.9.2012 για τα οποία ο Αιτητής προειδοποιήθηκε ότι παρόμοια περιστατικά θα οδηγούσαν σε άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι η εν λόγω συμπεριφορά του Αιτητή δεν συνάδει με τις οδηγίες που δόθηκαν στους πωλητές της Εταιρείας με τις επιστολές ημερ. 5.10.2012 και 23.10.2012 (Τεκ.5 και Τεκ.6) όπου ρητά αναφέρεται ότι «Όλα τα παραστατικά τιμολογίου / επιστροφών πρέπει να εκδίδονται μόνο κατά την ώρα που εξυπηρετείται ο συγκεκριμένος πελάτης». Από το ενώπιον μας ωστόσο μαρτυρικό υλικό είναι φανερό ότι η Εργοδότρια Εταιρεία σε καμία περίπτωση δεν θεώρησε ότι μια τέτοια συμπεριφορά από πλευράς του Αιτητή θα ήταν αρκετή να οδηγήσει στο έσχατο μέτρο της απόλυσης. Θεώρησε σωστό να προχωρήσει σε άλλα ηπιότερα μέτρα, προειδοποιώντας τον Αιτητή ότι σε περίπτωση παρομοίων περιστατικών θα τερμάτιζε την απασχόληση του. Έκτοτε δεν διαπιστώνουμε να προέβη ο Αιτητής σε οποιαδήποτε παρόμοια ή άλλη ενέργεια που θα οδηγούσε την Εργοδότρια Εταιρεία σε μια τέτοια απόφαση. Άλλωστε από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας δεν φαίνεται να επέφερε η συγκεκριμένη συμπεριφορά του Αιτητή οποιαδήποτε αρνητικά αποτελέσματα ή επιπτώσεις στην Εταιρεία. Είναι λοιπόν κατάληξη μας, ότι υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μας, κανένας λογικός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στην άμεση απόλυση του Αιτητή. Από τα ενώπιον μας στοιχεία φαίνεται επίσης να υπάρχει ακόμη ένας λόγος που θέτει υπό δοκιμασία την επίδικη απόφαση για απόλυση του Αιτητή. Πρόκειται για την παράλειψη της Εργοδότριας Εταιρείας να ασκήσει το δικαίωμα της να απολύσει τον Αιτητή εντός λογικού χρόνου από το γεγονός που επικαλείται ότι της παρέσχε αυτό το δικαίωμα (Βλ. επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου). Από τη μαρτυρία του κ. Αγησιλάου επισημαίνουμε ότι μετά την κοινοποίηση της προειδοποιητικής επιστολής ημερ. 6.11.2012 (Τεκ.7), η Εργοδότρια Εταιρεία προέβη σε περαιτέρω έρευνα του δρομολογίου που διεκπεραίωνε ο Αιτητής και στις 13.11.2102 ακολούθησε συνάντηση στην παρουσία των δύο μαρτύρων και της υπεύθυνης ανθρώπινου δυναμικού κας Καρή, ώστε να δοθεί στον Αιτητή η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί των ευρημάτων της έρευνας. Επίσης με όσα ανέφερε ο κ. Τενίδιος, κατά την αντεξέταση του, στην περίπτωση του Αιτητή δεν ολοκλήρωσαν την εργασία τους για να προκύψουν στοιχεία απάτης. Όταν ολοκλήρωσε τον αρχικό έλεγχο και διαπίστωσε ότι ο Αιτητής δεν τηρούσε τις διαδικασίες, ζήτησε την εξουσιοδότηση της διεύθυνσης για περαιτέρω έλεγχο και τότε του δόθηκαν οδηγίες να μην συνεχίσει την έρευνα γιατί ήδη υπήρξαν κάποιες ενέργειες εκ μέρους του Αιτητή, που αποτελούσαν ξεκάθαρες παραβιάσεις των διαδικασιών και ότι υπήρχε εύλογη αιτία να πάρουν τις αποφάσεις που ήθελαν να πάρουν δηλαδή να απολύσουν τον Αιτητή. Σημειώνουμε επίσης τη θέση και των δύο μαρτύρων ότι ο Αιτητής παραδέχθηκε όλες τις παραβιάσεις που του καταλογίζονταν. Η θέση του Αιτητή ότι δεν του δόθηκε κανένα έγγραφο που ετοιμάστηκε για τη συνάντηση στις 13.11.2012, ούτε και οποιαδήποτε παρατήρηση γραπτή ή προφορική μετά απ' αυτή τη συνάντηση δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί ότι μετά τη συνάντηση ο Αιτητής συνέχισε να εκτελεί κανονικά την εργασία του μέχρι που τερματίστηκε η απασχόληση του. Ο ίδιος ο Νόμος προνοεί ότι ο εργοδότης, σε περιπτώσεις διαγωγής ή συμπερι-φοράς του εργοδοτούμενου που αποτελεί τη βάση για την απόλυση του, θα πρέπει να ασκήσει το δικαίωμα του «εντός λογικού χρονικού διαστήματος από το γεγονός το οποίο του παρέσχε το δικαίωμα αυτό». Από τη στιγμή που το γεγονός περιήλθε σε γνώση του εργοδότη, αυτός θα πρέπει το συντομότερο να λάβει την τελική του απόφαση. Εάν ο εργοδότης δεν ενεργήσει με ταχύτητα ή τουλάχιστον εντός ευλόγου χρόνου, τότε θα θεωρηθεί ότι έχει εγκαταλείψει το δικαίωμα του να απολύσει τον εργοδοτούμενο χωρίς αποζημίωση και χωρίς προειδοποίηση. Παράλειψη του εργοδότη να ασκήσει το δικαίωμα του για μεγάλο χρονικό διάστημα δικαιολογείται μόνο αν συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις. Το τι είναι «εύλογος χρόνος» εξαρτάται από τα γεγονότα της περίπτωσης αλλά σίγουρα δεν αποκλείει τη λογική διερεύνηση των συμβάντων από τον εργοδότη προτού καταλήξει σε συμπεράσματα (Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών
(2012)1 ΑΑΔ 194). Ο εργοδοτούμενος έχει έντονο συμφέρον να γνωρίζει το ταχύτερο δυνατό εάν ο εργοδότης έχοντας ως αφορμή συγκεκριμένο περιστατικό θα προχωρήσει ή όχι στο τερματισμό της απασχόλησης του. Δεν μπορεί να αξιωθεί απ' αυτόν η παράταση της αβεβαιότητας ως προς τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης για μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά παράβαση του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου. Διαφορετικά ο εργοδότης για μεγάλο χρονικό διάστημα και ίσως για όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης θα μπορεί να διατηρεί τους λόγους και να τους χρησιμοποιεί ανά πάσα στιγμή ως μέσο πίεσης του εργοδοτούμενου. Στην L'Union Nationale (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 2117, κρίθηκε ότι η πάροδος ενός σχεδόν μήνα, από την επίδειξη απρεπούς συμπεριφοράς από τον εργοδοτούμενο(10.10.1997) μέχρι την απόλυση του (6.11.1997) ήταν πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τους εργοδότες το δικαίωμα απόλυσης. Επίσης στην Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου,
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1000, αποφασίστηκε ότι ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ' ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτούμενου (19.5.98), ορθά κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσης του στις 5.10.98 εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου. (βλ. επίσης Κυπριανού & Σια ν. Κωνσταντίνου Πετρίδη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 607). Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι φανερό ότι το τελευταίο κατ' ισχυρισμό γεγονός που η Εταιρεία επικαλείται για την απόλυση του Αιτητή έλαβε χώρα στις 5.11.2012 και ότι η διερεύνηση των ενδεχόμενων εκ μέρους του παρατυπιών ή ατασθαλιών είχε ήδη ολοκληρωθεί από τις 13.11.2012 που ο Αιτητής κλήθηκε να τοποθετηθεί επί των ευρημάτων της έρευνας. Επίσης, με όσα ανέφερε ο κ. Τενέδιος, η Εργοδότρια Εταιρείας είχε ήδη καταλήξει και στα συμπεράσματα της, αφού του δόθηκαν οδηγίες να μη συνεχίσει την έρευνα του, καθώς υπήρχαν ξεκάθαρες παραβάσεις από τον Αιτητή που εύλογα θα την οδηγούσαν στην απόφαση να τον απολύσει. Ο Αιτητής ωστόσο συνέχισε και μετά τις 13.11.2012 να εκτελεί κανονικά τα καθήκοντα του, μέχρι τις 26.11.2012 που τερματίστηκε η απασχόληση του, χωρίς να δεχθεί στο μεσοδιάστημα οποιαδήποτε γραπτή ή προφορική παρατήρηση για τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του ή για τυχόν άλλη εκ μέρους του αντικανονική συμπεριφορά. Κάτω απ' αυτές τις περιστάσεις δεν βρίσκουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ενήργησε εντός του ευλόγου χρονικού διαστήματος που απαιτείτο για την απόλυση του Αιτητή. Αντίθετα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ενήργησε, με το να συνεχίσει να εργοδοτεί τον Αιτητή και μετά τις 13.11.2012, ασκώντας κανονικά τα καθήκοντα του, ήταν λογικό να δημιουργηθεί στον Αιτητή η πεποίθηση, ότι μετά τη συνάντηση που είχε με τους προϊσταμένους του, η συμπεριφορά που του καταλόγισαν δεν θεωρείτο τόσο σοβαρή για να τερματίσουν την απασχόληση του. Ως επακόλουθο κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ενήργησε κατά παράβαση του άρθρου 5(ε) του Νόμου και συνεπώς απώλεσε το δικαίωμα της να απολύσει τον Αιτητή χωρίς αποζημίωση και χωρίς προειδοποίηση. Άλλωστε, η προστασία της εμπιστοσύνης του Αιτητή, την οποία προκάλεσε η Εργοδότρια Εταιρεία με τη συμπεριφορά της, αποτελεί ακόμη ένα δικαιολογητικό λόγο που ενισχύει την εγκατάλειψη ενός τέτοιου δικαιώματος. Υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή. Ο μισθός του Αιτητή Ο κ. Αγησιλάου, θέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου το απόκομμα μισθοδοσίας του Αιτητή για τον μήνα Σεπτέμβριο 2012 ισχυρίστηκε ότι οι απολαβές του ανέρχονταν στα €2.321,75 πλέον 13ο και 14ο μισθό. Κατά την αντεξέταση του, κατατέθηκε απόκομμα μισθοδοσίας και για τον μήνα Νοέμβριο
  1. Ο Αιτητής τόσο με τους γενικούς λόγους εμφάνισης όσο και με τη μαρτυρία του ισχυρίζεται ότι οι μισθολογικές απολαβές του ανέρχονταν στα €2.394,85 μηνιαίως, πλέον 13ο και 14ο μισθό. Για να υποστηρίξει τη θέση του κατέθεσε με τη γραπτή δήλωση του απόκομμα μισθοδοσίας και για τον Ιούνιο
  2. Προσεκτική μελέτη όλων των πιο πάνω αποκομμάτων μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι τελευταίες μισθολογικές απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στα €2358,42 μηνιαίως πλέον 13ο και 14ο μισθό. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για 17 και πλέον συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €634,95 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του, την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του και την ηλικία του (δεν έγινε αναφορά), κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €28.572,75 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 45 βδομάδων. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9 του Νόμου και ο Αιτητή δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι ποσό €5.079,
  3. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για το συνολικό ποσό των €33.652,35 με νόμιμο τόκο από 8.3.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Τέλος επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας το ποσό των €2000 ως δικηγορικά έξοδα πλέον νόμιμο τόκο από 8.3.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. Η απαίτηση του Αιτητή για το ποσό των €500 ως επίδομα αδείας δεν έχει υποστηριχθεί από οποιαδήποτε μαρτυρία και απορρίπτεται. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Παναγή, Μέλος Γ. Κασιούρης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.