ΑΓΓΕΛΗ ν. ΣΑΤ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΙ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 687/2013, 18/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:54 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Παναγή και Μ. Αρχοντίδη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 687/2013 Μεταξύ: XXXXX ΑΓΓΕΛΗ Αιτητής -και-
- ΣΑΤ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΙ ΛΤΔ
- ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΙΩΝ ΤΡΙΜΙΘΙΑΣ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 18η Οκτωβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Ζ. Νικολάου Για τους Καθ' ων η αίτηση 1: κ. Χρ. Χριστάκης Για τους Καθ' ων η αίτηση 2: κ. Χ. Ιακώβου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Καθ' ου η αίτηση 2 (στο εξής «Το Κοινοτικό Συμβούλιο») ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτης του υφιστάμενου Κοινοτικού Σφαγείου που βρίσκεται στο χωρίο Άγιοι Τριμιθιάς (στο εξής «το Κοινοτικό Σφαγείο»). Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία του Κοινοτικού Συμβουλίου στις 11.2.2005 και εργάστηκε ανελλιπώς μέχρι τις 30.9.2012, αρχικά ως υπεύθυνος και ακολούθως ως επόπτης στο ως άνω Κοινοτικό Σφαγείο. Στις 19.9.2012 υπεγράφη μεταξύ του Κοινοτικού Συμβουλίου και της εταιρείας Vouros Healthcare Ltd συμφωνία υπεκμίσθωσης μακράς διαρκείας (Τεκ.1) δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων η υπενοικίαση του Κοινοτικού Σφαγείου για περίοδο είκοσι
(20)ετών, αρχομένης την 1.10.
- Η εταιρεία Vouros Healthcare Ltd ήταν ο επιτυχών προσφοροδότης σε διαγωνισμό που είχε προκηρυχτεί για σκοπούς υπενοικίασης και διαχείρισης του Κοινοτικού Σφαγείου. Με βάση τους όρους της εν λόγω συμφωνίας η εταιρεία Vouros Healthcare Ltd υπενοικίασε το κτήμα το ευρισκόμενο στο δρόμο Αγίων Τριμιθιάς - Πάνω Δευτεράς επί του τεμαχίου 344, Φ/Σχ. XX/XX στο χωρίο Άγιοι Τριμιθιάς, Λευκωσία, περιλαμβανομένων των κτιρίων που ευρίσκονται εντός αυτού, ολόκληρο τον εξοπλισμό του Σφαγείου, τον βιολογικό σταθμό, ολόκληρη τη γη εντός του περιφραγμένου χώρου του κτήματος και όλες τις άδειες λειτουργίας του Σφαγείου ως προνοούνται από την υφιστάμενη νομοθεσία. Ακολούθως στις 30.9.2012, η εταιρείας Vouros Healthcare Ltd ανέθεσε τη διαχείριση του Κοινοτικού Σφαγείου και ή εκχώρησε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της από την συμφωνία υπεκμίσθωσης, στους Καθ' ων η αίτηση
- Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση 1 ως υπεύθυνος παραγωγής από 1.10.2012 μέχρι 5.4.2013 που η υπηρεσία του τερματίστηκε άμεσα με σχετική επιστολή (Τεκ.4) το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε: «Εν συνεχεία των δύο προειδοποιητικών επιστολών παράβλεψης των καθηκόντων σου και συναδελφικής αλληλεγγύης, όπως επίσης η παράκαμψη σας εις ανώτερο σας και σεβασμού και υπακοής προς τον διευθυντή του σφαγείου, με την παρούσα σου ανακοινώνεται ο τερματισμός της συνεργασίας μας. Ο τερματισμός των υπηρεσιών σου ισχύει άμεσα και έχει δοθεί εντολή στο λογιστήριο για να τακτοποιήσει το χρηματικό ποσό που σου οφείλεται από την εταιρεία, αφότου παραδώσεις το κράνος, τις μπότες και τον ρουχισμό που ανήκουν στην εταιρεία. Βάσσος Δρουσιώτης Works Officers» Της εν λόγω επιστολής ως ρητά αναφέρεται, προηγήθηκαν δύο προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 18.1.2013 (Τεκ.2) και 2.4.2013 (Τεκ.3). Σύμφωνα με την επιστολή ημερ. 18.1.2013, ενώ ο Αιτητής ήταν υπεύθυνος βάσει εντολών της διεύθυνσης να κατέχει κλειδί του γραφείου του Υπεύθυνου Παραλαβής, μετά από έλεγχο του ηλεκτρονικού υπολογιστή από τον IT Manager, διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής εισήλθε σε σελίδες πορνογραφικού περιεχομένου. Επίσης σύμφωνα με την επιστολή ημερ. 2.4.2013, παρατηρήθηκε ότι ο Αιτητής δεν είχε συναδελφική αλληλεγγύη εν ώρα εργασίας κατά το τελευταίο διάστημα. Ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν εκτελούσε τα καθήκοντα του σωστά και με τον ανάλογο ζήλο και αντί αυτού καθόταν στο γραφείο αρκετές ώρες της ημέρας χωρίς να εκτελεί οποιαδήποτε εργασία, με αποτέλεσμα να κωλυσιεργεί. Τρίτη επιστολή που δόθηκε στον Αιτητή την προηγούμενη μέρα της απόλυσης του, στις 4.4.2014 (Τεκ.8), αναφέρεται σε μονομερή απόφαση των Καθ' ων η αίτηση 1 για μείωση των μισθολογικών απολαβών του από τον Απρίλιο 2013, την οποία επίσης παραθέτουμε: «Λόγω της κρίσης που επηρεάζει την κυπριακή οικονομία και κατ' επέκταση την Εταιρεία μας και μη θέλοντας να αναγκαστεί να προβεί σε απολύσεις προσωπικού σε αυτές τις δύσκολες εποχές, η Εταιρεία αποφάσισε όπως προβεί σε μείωση του μισθού σας το οποίο θα ανέρχεται πλέον στο ποσό των €950,00 μηνιαίως από τον μήνα Απρίλιο. Ευελπιστούμε στην καλυτέρευση της κατάστασης, ούτως ώστε στο μέλλον να επανεξεταστεί το θέμα της αμοιβής σας. Ευελπιστούμε στην κατανόηση και θετική σας ανταπόκριση. XXXX Δρουσιώτης Διευθυντής Οι ακαθάριστες μισθολογικές απολαβές του Αιτητή, κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του, ανέρχονταν στο ποσό των €370 εβδομαδιαίως περιλαμβανομένου και 13ου μισθού. Έχοντας καταγράψει ένα φάσμα παραδεκτών και ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων τα οποία πιστεύουμε ότι είναι ικανοποιητικά για να καταστήσουν πιο εύκολη την παρακολούθηση της απόφασης και της επίδικης διαφοράς, προχωρούμε στην αποτύπωση των ουσιαστικών δικογραφημένων θέσεων Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση. Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι με τη σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας συνέχισε την απασχόληση του στους Καθ' ων η αίτηση 1 χωρίς διακοπή και χωρίς τερματισμό των υπηρεσιών του από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Επίσης ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του δεν οφείλετο στους λόγους που επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση 1 αλλά στο γεγονός ότι δεν αποδέχθηκε τη μείωση των μισθολογικών απολαβών του, θέτοντας τον τερματισμό της απασχόληση του ως εκδικητικό και προδήλως παράνομο. Στη βάση αυτή αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, αυξημένες αποζημιώσεις, πληρωμή αντί προειδοποίησης, δεδουλευμένα ημερομίσθια για το μήνα Απρίλιο 2013, αναλογία ετήσιας άδεια, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 αρνούνται και απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε από τους ιδίους κατά ή περί την 1.10.2012 ως υπεύθυνος παραγωγής, αρνούμενοι τον ισχυρισμό ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο δεν τερμάτισε τις υπηρεσίες του Αιτητή και ή ότι ο Αιτητής συνέχισε να απασχολείται στην υπηρεσία τους χωρίς διακοπή. Επίσης ότι ο τερματισμός τα απασχόλησης του Αιτητή ήταν καθόλα νόμιμος και δικαιολογημένος και ότι κατ' επανάληψη προέβησαν σε προφορικές παρατηρήσεις /συστάσεις προς τον Αιτητή για τη μη ικανοποιητική και/ή αμελή και/ή με τη χωρίς τον ανάλογο ζήλο εκτέλεση των καθηκόντων του, για την έλλειψη επίδειξης συναδελφικής αλληλεγγύης, όπως επίσης και για την έλλειψη σεβασμού και υπακοής προς τον διευθυντή του σφαγείου στην παρουσία συναδέλφων και ή υφισταμένων. Με αναφορά στην επιστολή ημερ. 18.1.2013 (Τεκ.2) ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής την παρέλαβε και υπέγραψε χωρίς καμιά διαμαρτυρία. Επίσης ότι συνέχισε την ίδια απρεπή συμπεριφορά με αποτέλεσμα στις 2.4.2013 να του δοθεί και δεύτερη προειδοποιητική επιστολή (Τεκ.3) την οποία επίσης παρέλαβε και υπέγραψε αδιαμαρτύρητα. Επειδή και πάλι δεν υπήρξε συμμόρφωση, με την επιστολή τους ημερ. 5.4.2013 (Τεκ.4) τερμάτισαν την απασχόληση του. Το Κοινοτικό Συμβούλιο εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν έχει κανένα νόμιμο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, αφού στο μεταξύ η οικονομική μονάδα την οποία ήλεγχε και εργοδοτείτο σ' αυτήν ο Αιτητής, μεταβιβάστηκε νόμιμα στην εταιρεία Vouros Healthcare Ltd στην οποία μεταβιβάστηκαν επίσης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου και ακολούθως η Vouros Healthcare Ltd εκχώρησε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της προς τους Καθ' ων η αίτηση 1 και συνεπώς για όλα τα επίδικα εργασιακά θέματα αρμόδιοι είναι οι Καθ' ων η αίτηση
- Επίσης ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 κατέστησαν οι τελευταίοι εργοδότες του Αιτητή κατόπιν νόμιμης συμφωνίας μεταβίβασης υφιστάμενης οικονομικής μονάδας στα πλαίσια εναρμονιστικού Νόμου και των Ευρωπαϊκών Οδηγιών. Περαιτέρω ότι ενημέρωσαν γραπτώς τόσο τους εργαζομένους, συμπεριλαμβανομένου του Αιτητή, όσο και το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας για την εν λόγω μεταβίβαση και ο Αιτητής δεν έφερε καμία ένσταση και συνέχισε με τα ίδια καθήκοντα και τους ίδιους όρους την εργασία του στους Καθ' ων η αίτηση
- Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απόλυσε τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν για τους Καθ' ων η αίτηση 1 δύο μάρτυρες, ο τότε γενικός υπεύθυνος του Κοινοτικού Σφαγείου κ. XXXXX Τυμπιώτης και ο διευθυντής τους κ. Αντώνης Βούρος. Για το Κοινοτικό Συμβούλιο κατέθεσε ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου κ. XXXXX Ιακώβου. Ο Αιτητής υποστήριξε τη θέση του με την προσωπική του μαρτυρία. Σημειωτέον ότι η κυρίως εξέταση όλων των μαρτύρων περιέχεται σε ανάλογες γραπτές δηλώσεις. Σύμφωνα με τον κ. Τυμπιώτη, το περιστατικό που αναφέρεται στην επιστολή ημερ. 18.1.2013 (Τεκ.2) περιήλθε σε γνώση του από κάποιο υπάλληλο του σφαγείου ονόματι XXXXX Μπαρμπού και ότι ο ίδιος ενημέρωσε τον κ. Δρουσίωτη, ο οποίος με τη σειρά του αφού έδωσε οδηγίες στον IT Manager να ελέγξει τον Η/Υ, διαπίστωσε ότι ο Αιτητής μπήκε σε ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου. Παραδίδοντας στον Αιτητή το Τεκ.2, το παρέλαβε και υπέγραψε χωρίς καμιά διαμαρτυρία και χωρίς να αρνηθεί το γεγονός. Αντίθετα άρχισε να κλαίει και να παρακαλεί να μην μαθευτεί το γεγονός έξω και στην οικογένεια του. Ισχυρίστηκε ότι τους επόμενους μήνες ο Αιτητής δεν εκτελούσε σωστά και με τον ανάλογο ζήλο τα καθήκοντα του, δεν βοηθούσε τους συναδέλφους του και καθόταν αρκετές ώρες στο γραφείο του φύλακα χωρίς να εργάζεται. Ειδικότερα δεν άλλαζε τις λεπίδες του πριονιού έγκαιρα με αποτέλεσμα να σταματά η γραμμή παραγωγής. Δεν έστελνε στους Υπευθύνους τις λίστες στις οποίες καταγράφονταν (α) ο πελάτης στον οποίον ανήκαν τα ζώα (β) ο αριθμός των ζώων, (γ) η μάντρα που βρίσκονταν τα ζώα και (δ) η σειρά σφαγής των ζώων, γεγονός που επίσης προκαλούσε μεγάλη καθυστέρηση στη γραμμή παραγωγής αλλά και σύγχυση. Πρόσθετα δεν ενημέρωνε έγκαιρα τον Τεχνικό για τις βλάβες στα μηχανήματα και ότι ο ίδιος για όλα τα πιο πάνω δεχόταν συνεχώς παράπονα από τους Υπεύθυνους τομέων. Επίσης στις 2.4.2013 δέχθηκε παράπονο από τον υπεύθυνο ψυγείου και τον ταξινομητή ότι ο Αιτητής δεν τους εφοδίασε με τις λίστες παραγωγής και συνεπώς δεν μπορούσαν να σφάξουν, να ταξινομήσουν και να τοποθετήσουν κατά πελάτη τα σφαγμένα ζώα και ότι ο Κτηνίατρος απειλούσε ότι θα πάρει τις σφραγίδες πιστοποίησης κρέατος και θα φύγει. Αφού φώναξε τον Αιτητή και του έκανε παρατήρηση, ακολούθως ενημέρωσε τηλεφωνικώς τόσο τον κ. Δρουσιώτη όσο και τον κ. Α. Βούρο, και ότι κατ' εντολή του τελευταίου παρέδωσε στον Αιτητή το Τεκ.3, το οποίο επίσης παρέλαβε και υπέγραψε αδιαμαρτύρητα. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο Αιτητής συνέχισε την ίδια απρεπή διαγωγή και συμπεριφορά επιδεικνύοντας έλλειψη σεβασμού προς τους συναδέλφους του και τον Διευθυντή του Σφαγείου κ. Δρουσιώτη. Συγκεκριμένα στις 5.4.2013 με δική του πρωτοβουλία και αντίθετα με τις εντολές του πελάτη, ο Αιτητής έδωσε οδηγίες σε εργάτες όπως γίνει αποδερμάτωση ενός ζώου με μαχαίρι αντί με μηχανή εκδοράς, γεγονός για το οποίο αντέδρασε τόσο ο κτηνίατρος όσο και ο ιδιοκτήτης του ζώου, ο οποίος τηλεφωνικώς άρχισε να φωνάζει και να διαμαρτύρεται. Ενημερώνοντας τον κ. Δρουσιώτη, ο τελευταίος κάλεσε τον Αιτητή στο γραφείο του και αφού του έκανε παρατήρηση, ο Αιτητής άρχισε να φωνάζει λέγοντας ότι «έχει χρόνια που κάμνω του πασιή έτσι» εννοώντας ότι πάντοτε αποδερματώνει τα ζώα του συγκεκριμένου πελάτη με τον ίδιο τρόπο. Επίσης «εν θα με μάθετε εσείς ρε ανίδεοι που τωρά εγεννηθήκατε ήνταλως να δουλεύκω.» Όταν ο κ. Δρουσιώτης του ζήτησε να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής του, ο Αιτητής συνέχισε λέγοντας του, «εγιώ έτσι εν να μιλώ τζαι εν φοούμε κανένα τζαι εν να πάω να φέρω τον σιεπέττο να σας παίξω». Τότε ο κ. Δρουσιώτης του ζήτησε να βγει έξω από το γραφείο του και ο Αιτητής αρνείτο, οπότε φώναξε τον μάρτυρα και του ζήτησε να τον βγάλει έξω. Φεύγοντας ο Αιτητής πήγε και κάθισε στο γραφείο του φύλακα. Ενόψει τούτου, την ίδια μέρα ο κ. Δρουσιώτης κατ' εντολή του κ. Βούρου παρέδωσε στον Αιτητή την επιστολή απόλυσης (Τεκ.1). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας συμφώνησε ότι οι κτιριακές εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούσαν οι Καθ' ων η αίτηση 1 για τη λειτουργία του Σφαγείου ήταν οι ίδιες με αυτές που χρησιμοποιούσε το Κοινοτικό Συμβούλιο, από το οποίο παρέλαβαν και όλα τα μηχανήματα και τους εξοπλισμούς. Αναφορικά με το προσωπικό ισχυρίστηκε ότι κάποια άτομα που δούλευαν εκεί προσλήφθηκαν ξανά, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ποιοι ακριβώς ήταν οι όροι απασχόλησης τους. Σε υποβολή ότι ο Αιτητής λάμβανε τον ίδιο μισθό και έκανε τα ίδια ακριβώς καθήκοντα όπως και προηγουμένως, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Για το κατ' ισχυρισμό περιστατικό που αναφέρεται στην επιστολή ημερ. 18.1.2013, ενώ παραδέχθηκε ότι τη συγκεκριμένη ώρα δεν βρισκόταν στο Σφαγείο, σε υποβολή ότι ο Αιτητής ουδέποτε προέβη σε μια τέτοιο ενέργεια, ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι ο Αιτητής το παραδέχθηκε στον κ. Δρουσιώτη. Σε νέα υποβολή ότι από τη στιγμή που δεν ήταν παρών, τα όσα αναφέρει είναι αυτά που του είπε ο κ. Δρουσιώτης, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι στη συζήτηση ήταν παρών. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε, τι κακό έκανε ο Αιτητής και δεν έπρεπε να το μάθει η γυναίκα του, προέβαλε ένα νέο ισχυρισμό λέγοντας ότι «είχε να κάνει με παιδικό πορνογραφικό υλικό». Αφού του υπεβλήθη ότι υπεύθυνος για την αλλαγή των λεπίδων του πριονιού είναι ο υπεύθυνος πριονιού και όχι ο Αιτητής, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής θα έπρεπε να πάρει τη λεπίδα για να την αλλάξουν μαζί, γιατί το πριόνι είναι μεγάλο σε μέγεθος και απαιτείται η παρουσία δύο ατόμων. Επίσης ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο υπεύθυνος του ζήτησε τη λεπίδα και ο Αιτητής δεν την πήρε. Σε υποβολή ότι δεν ήταν δουλειά του Αιτητή αλλά του υπεύθυνου και ότι αυτός ουδέποτε του ζήτησε να αλλάξει τη λεπίδα, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι οι λεπίδες ήταν σε άλλο δωμάτιο και ότι ο υπεύθυνος δεν μπορούσε φύγει από το πόστο του για λόγους υγιεινής. Αναφορικά με τις λίστες ενώ υπεβλήθη ότι δεν ήταν δουλειά του Αιτητή να στέλνει τις λίστες και ότι ήταν ο Αιτητής που έδιδε οδηγίες στο προσωπικό τι θα έσφαζαν, ο μάρτυρας διαφώνησε. Σε ερώτηση, εάν γνώριζε ότι τα μεγάλα γουρούνια δεν μπορούν να αποδερματωθούν με μηχανή εκδοράς αλλά μόνο με μαχαίρι, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν ευσταθεί και ότι απαγορεύεται από τον νόμο. Επίσης ότι λίγους μήνες μετά που ανέλαβαν το Σφαγείο προμηθεύτηκαν μηχανή αποδερμάτωσης των 8000 bar, γιατί η υφιστάμενη ήταν 3500 bar. Σε υποβολή ότι πάντοτε και μέχρι την απόλυση του Αιτητή οι εκδορές των μεγάλων γουρουνιών γίνονταν με μαχαίρι, αρκέστηκε να πει ότι δεν γνωρίζει πως γίνονταν οι αποδερματώσεις επί Κοινοτικού Συμβούλιο, γνωρίζει όμως πως γίνονταν μετά που ανέλαβαν οι Καθ' ων η αίτηση
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι για το εν λόγω γεγονός ενημέρωσε ο ίδιος τον κ. Δρουσιώτη και ακολούθως βγήκε έξω απέναντι που είναι η κουζίνα και κάθισε εκεί. Σε ερώτηση πως γνωρίζει τι είπε ο Αιτητής στον κ. Δρουσιώτη αφού δεν ήταν παρών, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι τον φώναξε ο κ. Δρουσιώτης να πάει στο γραφείο του και ότι στην κατάθεση του αναφέρει αυτά που άκουσε. Όταν μάλιστα του διαβάστηκαν αυτά που γράφει στην κατάθεση του, ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι δεν τα έβαλε σωστά συνταχτικά. Αφού του υποδείχθηκε το έντυπο του Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκ.5) όπου αναγράφεται ότι ο Αιτητής αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του (Τεκ.5) και αφού αναγνώρισε την υπογραφή του κ. Δρουσιώτη δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κάτι, όπως επίσης και για την επιστολή ημερ. 4.4.2013 (Τεκ.8) που αναφέρεται σε μείωση του μισθού του Αιτητή από τον Απρίλιο 2012 την οποία επίσης υπογράφει ο κ. Δρουσιώτης. Ο κ. Αντώνης Βούρος, αφού αναφέρθηκε στην συμφωνία υπομίσθωσης ισχυρίστηκε ότι για το προσωπικό δεν υπήρξε καμία συμφωνία συνέχισης της εργοδότησης του από τους Καθ' ων η αίτηση
- Ότι ανέλαβαν το Κοινοτικό Σφαγείο χωρίς προσωπικό και ότι μετά από σχετική διαδικασία προσέλαβαν νέο προσωπικό με νέους όρους απασχόλησης, εκ των οποίων κάποια άτομα έτυχε να εργάζονται προηγουμένως στο Σφαγείο υπό την εργοδότηση του Κοινοτικού Συμβουλίου, ένας εκ των οποίων ήταν και ο Αιτητής, ο οποίος προσελήφθη από τους Καθ' ων η αίτηση 1 την 1.10.
- Για να υποστηρίξει τη θέση του παρέπεμψε στους όρους προκήρυξης του διαγωνισμού και συγκεκριμένα σε διευκρινιστικό έγγραφο του Κοινοτικού Συμβουλίου (Τεκ.7) όπου ρητά αναφέρεται ότι «τυχόν διατήρηση υφιστάμενου προσωπικού αφορά αποκλειστικά το μόνιμο προσωπικό του Σφαγείου που δεν υπερβαίνει τα 4 άτομα και εναπόκειται στην κρίση του πλειοδότη κατά πόσον επιθυμεί να διατηρήσει οποιονδήποτε ή και όλα τα μέλη του μόνιμου προσωπικού του Σφαγείου υπό την εργοδότηση του». Αναφερόμενος επί των γεγονότων που η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση 1 επικαλούνται για την απόλυση του Αιτητή ισχυρίστηκε ότι για το γεγονός που επισυνέβη μια μέρα πριν της 18.1.2013 ενημερώθηκε από τον κ. Δρουσιώτη και ότι θεώρησαν το γεγονός πολύ σοβαρό γι' αυτό και έδωσαν στον Αιτητή το Τεκ.
- Ισχυρίστηκε ότι τους επόμενους μήνες ενώ δόθηκε στον Αιτητή μία ακόμη ευκαιρία να συνεχίσει την εργοδότηση του, άλλοτε ο κ. Δρουσίωτη και άλλοτε ο κ. Τυμπιώτη ή και οι δύο, τον ενημέρωναν ότι ο Αιτητής δεν εκτελούσε τα καθήκοντα του σωστά και με τον ανάλογο ζήλο, δεν βοηθούσε τους συναδέλφους του και καθόταν αρκετές ώρες στο γραφείο του φύλακα χωρίς να εργάζεται. Για την κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά που επέδειξε ο Αιτητής στις 2.4.2013 ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τον κ. Τυμπιώτη και ότι με δική του εντολή ο τελευταίος παρέδωσε στον Αιτητή το Τεκ.
- Για τα όσα συνέβησαν στις 5.4.2013, ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε από τον κ. Δρουσιώτη και ότι την ίδια μέρα του έδωσε εντολή όπως παραδώσει στον Αιτητή την επιστολή απόλυσης (Τεκ.4). Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι τα όσα αναφέρει στη δήλωση του, αναφορικά με τη συμπεριφορά του Αιτητή τα πληροφορήθηκε από τον διευθυντή του Σφαγείου ή κατά καιρούς από άλλους υπαλλήλους και ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά στα όσα του είχαν αναφέρει χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε διερεύνηση. Επίσης αφού του υπεβλήθη ότι ο Αιτητής συνέχισε να εργάζεται στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση 1 με τους ίδιου όρους και τον ίδιο μισθό που είχε στο Κοινοτικό Συμβούλιο, ο μάρτυρας ενώ διαφώνησε δε ήταν σε θέση να παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν το αντίθετο. Αφού του υποδείχτηκε η επιστολή ημερ. 4.4.2013 (Τεκ.8) δεν αμφισβήτησε ότι με βάση το περιεχόμενο της οι Καθ' ων η αίτηση 1 αποφάσισαν τη μείωση των απολαβών του Αιτητή από τον Απρίλιο. Πέραν τούτο ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Ομολόγησε ότι η απόλυση του Αιτητή έγινε κατόπιν δικών του οδηγιών στηριζόμενος στα όσα του ανέφερε ο κ. Δρουσιώτης. Δεν ζήτησε οποιεσδήποτε εξηγήσεις από τον Αιτητή, καθώς δεν έχει κανένα λόγο να αμφισβητεί τις πληροφορίες που παίρνει από τους διευθυντές ή υπεύθυνους των εταιρειών του. Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ο κ. Δρουσιώτης ήθελε να πάρει και τη δική του γνώμη για το συγκεκριμένο θέμα και σίγουρα μετά που μίλησαν και έλαβε γνώση των γεγονότων του έδωσε την εντολή. Ο κ. Γ. Ιακώβου, αφού αναφέρθηκε στη συμφωνία υπομίσθωσης, ισχυρίστηκε ότι βασική έγνοια του Κοινοτικού Συμβουλίου, ήταν και η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του υφιστάμενου προσωπικού. Έτσι πριν την υπογραφή της συμφωνίας έθεσαν τους προβληματισμούς τους ως Κοινοτικό Συμβούλιο στο αρμόδιο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας, το οποίο με επιστολή του ημερ. 25.10.2011 (Τεκ.9) τους ενημέρωσε ότι ο υπεκμισθωτής υποχρεωτικά θα συνεχίσει να τηρεί τους όρους εργασίας και ότι όλες οι υποχρεώσεις και δικαιώματα του εργοδοτούμενου μεταφέρονται στον υπεκμισθωτή. Επίσης πριν την υπογραφή της συμφωνίας υπήρξαν συναντήσεις με το προσωπικό στις οποίες παρευρέθηκε και ο Αιτητής όπου ενημερώθηκαν για την αλλαγή του εργοδότη. Ακολούθως το Κοινοτικό Συμβούλιο με επιστολή ημερ. 26.10.2012 (Τεκ.10), ενημέρωσε το προσωπικό για τη συναφθείσα συμφωνία και τη μεταφορά του στους Καθ' ων η αίτηση
- Το συνεχές της απασχόληση του για σκοπούς του Νόμου επιβεβαιώθηκε και με την απαντητική επιστολή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερ. 9.11.2012 (Τεκ.11). Αντεξεταζόμενος από τον κ. Νικολάου παρουσίασε τον Αιτητή ως ένα καλό υπάλληλο που διεκπεραίωνε τα καθήκοντα του με επιμέλεια. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Χριστάκη επέμενε ότι υπήρχε προφορική συμφωνία για συνέχιση της απασχόλησης του προσωπικού με τους ίδιους όρους και τον ίδιο μισθό από τον νέο εργοδότη. Συμφώνησε ότι υπήρξε προκήρυξη προσφορών και ότι με το Τεκ.7 δόθηκαν διευκρινίσεις για το υφιστάμενο προσωπικό που δεν υπερέβαινε τα 4 άτομα, μεταξύ των οποίων και ο Αιτητής. Ισχυρίστηκε ότι το προσωπικό ενημερώθηκε και αποδέχθηκε να συνεχίσει στον νέο εργοδότη και ότι πριν την κοινοποίηση της επιστολή ημερ. 14.10.2011 (Τεκ.12) όλα είχαν συμφωνηθεί και αναμενόταν η κατάθεση της εγγυητικής από τους Καθ' ων η αίτηση
- Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι στον Αιτητή δεν δόθηκε επιστολή απόλυσης από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Ο Αιτητής ανέφερε ότι προσλήφθηκε από το Κοινοτικό Συμβούλιο στις 11.2.2005 ως υπεύθυνος Σφαγείου και ότι από 1.11.2007 αναβαθμίστηκε στη θέση επόπτη σφαγείου (Τεκ.14). Μέχρι τον Οκτώβριο 2012 που ανάλαβαν οι Καθ' ων η αίτηση 1 δεν παρουσιάστηκε κανένα πρόβλημα και δεν υπήρξε κανένα παράπονο ή παρατήρηση από τους εργοδότες του αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του. Αναφερόμενος σε προφορική ενημέρωση που είχε από το Κοινοτικό Συμβούλιο για την ανάληψη του Σφαγείου από τους Καθ' ων η αίτηση 1, ισχυρίστηκε ότι από την 1.10.2012 συνέχισε την απασχόληση του χωρίς οποιαδήποτε διακοπή με τους ίδιους όρους απασχόλησης και τα ίδια καθήκοντα. Απορρίπτει ως εντελώς ψέμα το γεγονός ότι ενώ βρισκόταν στο γραφείο του Υπευθύνου παραλαβής εισήλθε σε σελίδες πορνογραφικού υλικού, σημειώνοντας ότι θα έπρεπε να ήταν βλάκας να κάνει κάτι τέτοιο τη στιγμή που ήξερε από Η/Υ και ότι εύκολα μπορούσε κάποιος να ελέγξει τις ιστοσελίδες που επισκέφθηκε. Όταν μάλιστα τον ρώτησε ο κ. Δρουσιώτης, αρνήθηκε και τον προκάλεσε να του δείξει τις σελίδες που δήθεν επισκέφθηκε. Απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ότι έκλαιγε και παρακαλούσε να μην μαθευτεί το γεγονός έξω και στην οικογένεια του, γιατί τι νόημα θα είχε αφού του δόθηκε επιστολή με αναφορά στο εν λόγω γεγονός. Δεν απάντησε στην επιστολή γιατί δεν ήθελε να δημιουργήσει ένταση στις μεταξύ τους σχέσεις. Ισχυρίστηκε ότι μέχρι τον Απρίλιο τα πράγματα κυλούσαν ομαλά χωρίς κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα, ενώ άρχισαν να τον πιέζουν πιο συχνά και φορτικά να αποδεχθεί μείωση του μισθού του. Στις 2.4.2012 χωρίς να συμβεί οτιδήποτε ο κ. Δρουσιώτης του παρέδωσε την επιστολή Τεκ.3, για την οποία απόρησε και ζήτησε περαιτέρω εξηγήσεις, χωρίς όμως να του λεχτεί κάτι το συγκεκριμένο. Πλέον αντιλήφθηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 αναζητούσαν τρόπους να τον απολύσουν γιατί δεν δεχόταν μείωση του μισθού του. Οι υποψίες του επιβεβαιώθηκαν πλήρως δύο μέρες μετά όταν του δόθηκε η επιστολή ημερ. 4.4.2013 (Τεκ.8) που αναφέρετο στην απόφαση της Εταιρεία να μειώσει τις απολαβές του στα €950 από τον μήνα Απρίλιο. Μόλις πήρε την εν λόγω επιστολή αμέσως συναντήθηκε με τον κ. Δρουσιώτη και του ανέφερε ότι δεν συμφωνεί και ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα λάμβανε όλα τα αναγκαία μέτρα να αποτρέψει τη μείωση του μισθού του. Την επόμενη μέρα, στις 5.4.2013 τον κάλεσε στο γραφείο του ο κ. Δρουσιώτης ο οποίος έδειχνε φανερά ενοχλημένος γιατί απέρριψε την πρόταση για μείωση του μισθού, ήταν μουτρωμένος και νευριασμένος και άρχισε να του φωνάζει ότι θα τον απολύσει γιατί είχε παράπονα εναντίον του από τον κτηνίατρο και τον ιδιοκτήτη ζώου. Ο Αιτητής του απάντησε ότι γύρευαν αφορμή να τον απολύσουν γιατί δεν δέχθηκε τη μείωση του μισθού και ότι γνώριζε ότι αργά ή γρήγορα αυτό θα συνέβαινε για να τον τιμωρήσουν. Του είπε επίσης ότι την αδικία που κάνει θα τη βρει από το Θεό. Αρνήθηκε τα όσα οι Καθ' ων η αίτηση 1 του καταλόγισαν και ισχυρίστηκε ότι πριν προλάβει να ολοκληρώσει αυτά που ήθελε να πει, φώναξε τον κ. Τυμπιώτη και του είπε να τον οδηγήσει στο γραφείο του φύλακα μέχρι να ετοιμαστεί η επιστολή απόλυσης, η οποία του δόθηκε μετά από λίγη ώρα. Στις 18.4.2013 έκανε αίτηση για επίδομα ανεργίας στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στο σχετικό έντυπο (Τεκ.5) που του απεστάλη από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, οι Καθ' ων η αίτηση 1 απάντησαν ότι εγκατέλειψε την εργασία του θεληματικά. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι ως επόπτης του Σφαγείου λογοδοτούσε στον Κοινοτικό Συμβούλιο και ότι προΐστατο όλου του προσωπικού. Για τη συνέχιση της απασχόλησης του στον νέο εργοδότη ισχυρίστηκε ότι είχε γραπτώς και προφορικώς τις διαβεβαιώσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου. Δεν ρώτησε τους Καθ' ων η αίτηση 1 εάν συμφωνούσαν με το Κοινοτικό Συμβούλιο, αφού με την ανάληψη του Σφαγείου συνέχισε να εργοδοτείται στην υπηρεσία τους με τον ίδιο μισθό και τους ίδιους όρους. Επέμενε ότι για την εργοδότηση του στους Καθ' ων η αίτηση 1, δεν προηγήθη καμία συνέντευξη και ότι με τον μόνο που μίλησε ήταν ο κ. Δρουσιώτης ο οποίος του είπε ότι θα συνέχιζε με τους ίδιους όρους. Την απασχόληση τους στον νέο εργοδότη συνέχισαν και οι υπόλοιποι μόνιμοι υπάλληλοι του Σφαγείου, που ήταν ο Γ. Ξυδιάς, ο XXXXX και η XXXXX. Επανέλαβε ότι δεν μπήκε σε παράνομες ιστοσελίδες και ότι χρησιμοποίησε τον Η/Υ για να χρεώσει τα ζώα που παρέλαβε. Αρνήθηκε τα όσα του καταλόγισαν για έλλειψη αδελφικής αλληλεγγύης, λέγοντας ότι βρισκόταν στη δουλειά του και ότι ένας ταξινομητής κρεάτων, όπως ήταν ο ίδιος, δεν μπορεί να φύγει ούτε λεπτό από το πόστο του. Για τη μείωση του μισθού του, ισχυρίστηκε ότι μόλις πήρε την επιστολή πήγε στο γραφείο του κ. Δρουσιώτη και αφού εξέφρασε τη διαφωνία του ο τελευταίος του είπε θα τον απολύσει. Διαφωνώντας με τη θέση της άλλης πλευράς, ότι στις 5.4.2013 ο κ. Δρουσιώτης δέχθηκε παράπονο από τον κτηνίατρο για την αποδερμάτωση ενός ζώου με μαχαίρι αντί με μηχανή εκδοράς, ισχυρίστηκε ότι οι οδηγίες που είχε από τον κτηνίατρο ήταν να μην μπαίνει ζώο στο ψυγείο που δεν τηρούσε τις προδιαγραφές. Ενώ παραδέχθηκε ότι στο Σφαγείο υπάρχει μηχανή εκδοράς, εν τούτοις ισχυρίστηκε ότι τα μεγάλα ζώα όπως οι γουρούνες, όταν δεν μπορεί να τα αποδερματώσει η μηχανή καθαρίζονται με το μαχαίρι. Όπως και στην προκείμενη περίπτωση που το σφάγιο εισήχθη στην καθαρή περιοχή με τρίχες και οπωσδήποτε θα έπρεπε να καθαριστεί. Για τις λεπίδες ισχυρίστηκε ότι τις άλλαζε ο μηχανικός που ήταν ο κ. Γ. Ξυδάς και ότι ο ίδιος ως επόπτης είχε άλλα καθήκοντα. Τέλος, αρνήθηκε ότι στη τελευταία συνάντηση με τον κ. Δρουσιώτη, είπε τα όσα του καταλογίζονται. Ανάλυση - Συμπεράσματα Η όλη υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί με την εξέταση των πιο κάτω βασικών σημείων: (i) οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, (ii) κατά πόσο χρήζουν εφαρμογής οι προστατευτικές διατάξεις της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/2000 «Περί της Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων». (i) Οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «
- Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετον ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)............................................................................................................................ (γ)............................................................................................................................. (δ)............................................................................................................................ (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing
(1981)1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.: «Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view». (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το σωστό επομένως κριτήριο, που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της απασχόλησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στη απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (Galatariotis Tele/cations Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550 και L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, ECLI:CY:AD:2014:A410, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014). Όπως έχει επισημανθεί, η απόφαση για απόλυση του Αιτητή, έχει στο επίκεντρο της τους αμφιλεγόμενους λόγους που οι Καθ' ων η αίτηση 1 επικαλούνται με την επιστολή απόλυσης (Τεκ.4). Ενώ στην εν λόγω επιστολή οι λόγοι τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή προβάλλονται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα, εντούτοις από την ενώπιον μας μαρτυρία, φαίνεται ότι οι λόγοι που οδήγησαν εν τέλει στην εν λόγω απόφαση αφορούσαν τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στις 5.4.2013 και συγκεκριμένα, κατά πρώτο λόγο, τις οδηγίες που έδωσε ο Αιτητής σε εργάτες για αποδερμάτωση ενός ζώου με μαχαίρι αντί με μηχανή εκδοράς και, κατά δεύτερο λόγο, τα όσα διημείφθησαν στο γραφείο του Διευθυντή του Σφαγείου κ. Δρουσιώτη όταν ο τελευταίος κάλεσε τον Αιτητή και του έκανε παρατήρηση. Σημαντικές και καθοριστικές ωστόσο για την κρίση του Δικαστηρίου είναι και οι δύο προειδοποιητικές επιστολές (Τεκ.2 και 3) καθώς και η επιστολή ημερ. 4.4.2013 (Τεκ.8) που απεστάλη στον Αιτητή μια μέρα πριν την απόλυση του, αναφορικά με τη μονομερή απόφαση των Καθ' ων η αίτηση 1 να προβούν σε ουσιαστική και άμεση μείωση του μισθού του, επί των οποίων επίσης θα αναφερθούμε. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων. Και οι δύο μάρτυρες που κατέθεσαν για τους Καθ' ω η αίτηση 1, δεν παρέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι η εντολή που έδωσε ο Αιτητής σε εκδοροσφαγέα για αποδερμάτωση του ζώου με μαχαίρι, ήταν αντίθετη από τις εντολές του πελάτη και πολύ περισσότερο παράνομη κατά τον ισχυρισμό του κ. Τυμπιώτη. Ούτε επίσης τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε υποστηρικτική μαρτυρία των όσων ο κ. Τυμπιώτης ισχυρίστηκε, ότι για το γεγονός διαμαρτυρήθηκε στον ίδιο τόσο ο Κτηνίατρος όσο και ο ιδιοκτήτης του ζώου. Άλλωστε όπως ήδη έχουμε επισημάνει τέτοιος ισχυρισμός δεν προβάλλεται ούτε και στην επιστολή απόλυσης όπου απλώς γίνεται αναφορά σε παράκαμψη ανωτέρου. Ο κ. Τυμπιώτης για να υποστηρίξει τη θέση του, ισχυρίστηκε ότι λίγους μήνες μετά που ανέλαβαν το Σφαγείο οι Καθ' ων η αίτηση 1, προμηθεύτηκαν μηχανή αποδερμάτωσης των 8000 bar, γιατί η υφιστάμενη μηχανή ήταν των 3500 bar. Όταν του υποβλήθηκε ότι πάντοτε και μέχρι την απόλυση του Αιτητή οι εκδορές των μεγάλων γουρουνιών γίνονταν με μαχαίρι, ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι δεν γνωρίζει πως γίνονταν οι αποδερματώσεις επί Κοινοτικού Συμβούλιο, γνωρίζει όμως πως γίνονταν μετά που ανέλαβαν οι Καθ' ων η αίτηση 1. Η ανάγκη για προμήθεια μεγαλύτερης μηχανής αποδερμάτωσης, οπωσδήποτε απέβλεπε στην κάλυψη αναγκών που δεν μπορούσε να καλύψει η μικρότερη υφιστάμενη μηχανή. Πότε όμως οι Καθ' ων η αίτηση 1 προμηθεύτηκαν την συγκεκριμένη μηχανή παρέμεινε αδιευκρίνιστο, εν όψει και του γεγονότος ότι οι Καθ' ων η αίτηση απέλυσαν τον Αιτητή λίγους μήνες μετά που ανέλαβαν το Σφαγείο. Δεν δόθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που να φανερώνουν εάν η νέα μηχανή αποδερμάτωσης εισήχθη πριν ή μετά την απόλυση του Αιτητή, ή ποιες ήταν οι ανάγκες που μπορούσε να εξυπηρετήσει η μια ή η άλλη μηχανή. Επί του συγκεκριμένου σημείου οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ο Αιτητής, χωρίς να αρνηθεί το γεγονός της αποδερμάτωσης του ζώου, έδωσε τις δικές του εξηγήσεις ισχυριζόμενος ότι στα μεγάλα ζώα που δεν μπορεί να τα αποδερ-ματώσει η μηχανή καθαρίζονται με το μαχαίρι. Όπως και στην προκείμενη περίπτωση που το σφάγιο εισήχθη στην καθαρή περιοχή με τρίχες και οπωσδήποτε θα έπρεπε να καθαριστεί, γιατί διαφορετικά δεν θα τηρούσε τις προδιαγραφές και δεν θα μπορούσε να τοποθετηθεί στο ψυγείο, με βάση τις οδηγίες που είχε από τον κτηνίατρο. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η μαρτυρία που έθεσαν οι Καθ' ων η αίτηση 1 ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να καταδείξει και συνεπώς να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη ενέργεια του Αιτητή ήταν αντίθετη με τις εντολές του πελάτη και πολύ περισσότερη με τις εντολές των Καθ' ων η αίτηση 1, στη βάση συγκεκριμένων κανονισμών και ή οδηγιών. Το τι διημείφθη στη συνάντηση που είχε ο Αιτητής με τον κ. Δρουσιώτη, και οι δύο μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση έδωσαν τη δική τους συγκλίνουσα εκδοχή. Οφείλουμε ωστόσο να παρατηρήσουμε ότι ο κ. Τυμπιώτης, προσπαθώντας να καταδείξει στο Δικαστήριο ότι είχε άμεση γνώση των όσων διημείφθησαν κατά τη εν λόγω συνάντηση, δεν παρέμεινε σταθερός στις τοποθετήσεις του και περιέπεσε σε ουσιαστικές αντιφάσεις με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να τίθεται σε δοκιμασία και να αυτοαναιρείται. Συγκεκριμένα, κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι ο κ. Δρουσιώτης τον φώναξε μέσα και του ζήτησε να βγάλει έξω από το γραφείο του τον Αιτητή, που ηρνείτο να βγει, πράγμα που έπραξε. Κατά την αντεξέταση του, ενώ αρχικά ανέφερε ότι ενημέρωσε ο ίδιος τον κ. Δρουσιώτη για το γεγονός και ότι στη συνέχεια βγήκε απέναντι που είναι η κουζίνα και κάθισε εκεί, σε ερώτηση πως γνωρίζει τι είπε ο Αιτητής στον κ. Δρουσιώτη αφού δεν ήταν παρών, ο μάρτυρας έδωσε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, λέγοντας ότι τον φώναξε ο κ. Δρουσιώτης να πάει στο γραφείο του και ότι στην κατάθεση του αναφέρει αυτά που άκουσε. Όταν εν τέλει του υπεβλήθη τι είπε στην κατάθεση του, αρκέστηκε να πει ότι δεν τα έβαλε σωστά συντακτικά. Για όλα τα πιο πάνω η θέση του κ. Τυμπιώτη δεν κρίνεται αξιόπιστη από το Δικαστήριο. Ως επακόλουθο το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι κανένας από τους μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση 1 δεν είχε άμεση γνώση των όσων διημείφθησαν στη συνάντηση μεταξύ Αιτητή και κ. Δρουσιώτη. Υπό τις συνθήκες αυτές φυσιολογικό είναι τα όσα κατέθεσαν οι δύο μάρτυρες να προέρχονται από ενημέρωση που είχαν από τον κ. Δρουσιώτη ή να αποτελούν εκ των υστέρων δικές τους σκέψεις. Η ουσία ωστόσο της όλης υπόθεσης είναι ότι για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, όπως το παρουσιάζει η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση 1, που εν τέλει οδήγησε στο έσχατο μέτρο του τερματισμού της απασχό-λησης του Αιτητή, δεν δόθηκε η παραμικρή εξήγηση γιατί να μην προσέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου ο κ. Δρουσιώτης, που είχε άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων, ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να αξιολογήσει τη μαρτυρία του και να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Ελλείψει μιας τέτοιας μαρτυρίας η μόνη άμεση μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή του Αιτητή, η οποία σε τελικό στάδιο παρέμεινε αναντίλεκτη. Όπως έχουμε επισημάνει η επιστολή απόλυσης αναφέρεται και στις δύο προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 18.1.2013 (Τεκ.2) και 2.4.2013 (Τεκ.3). Αναφορικά με την πρώτη επιστολή που υπογράφεται από τον κ. Δρουσιώτη, επίσης δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία που να επιβεβαιώνει το γεγονός, εν όψει και της άρνησης του Αιτητή ότι ποτέ δεν προέβη σε μια τέτοια ενέργεια. Η θέση και των δύο μαρτύρων ότι ο Αιτητής παραδέχθηκε την πράξη του με τη λήψη και υπογραφή της επιστολής, δεν σημαίνει τίποτε παραπάνω, απ' ότι με την υπογραφή του επιβεβαίωσε απλώς τη λήψη της επιστολής. Περαιτέρω ούτε και η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τους δύο μάρτυρες δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη ή ικανοποιητική για την απόδειξη ενός τέτοιου γεγονός. Αντίθετα ο κ. Τυμπιώτης στην προσπάθεια του να εντυπωσιάσει το Δικαστήριο και να γίνει πιο πειστικός στα όσα επικαλείτο, δεν δίστασε, κάτω από το βάρος της αντεξέτασης, να προβάλει με έμφαση ένα νέο ισχυρισμό, «ότι οι ιστοσελίδες που εισήλθε ο Αιτητής είχαν να κάνουν με παιδικό πορνογραφικό υλικό». Περαιτέρω και οι δύο μάρτυρες ισχυρίστηκαν ότι τους επόμενους μήνες ο Αιτητής δεν εκτελούσε τα καθήκοντα του σωστά και με τον ανάλογο ζήλο, δεν βοηθούσε τους συναδέλφους του και καθόταν αρκετές ώρες στο γραφείο του φύλακα χωρίς να εργάζεται. Για να υποστηρίξουν τη θέση τους αναφέρθηκαν σε διάφορες κατ' ισχυρισμό παραλείψεις του Αιτητή, χωρίς ωστόσο να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τη θέση τους ή να προσδιορίζουν τον χρόνο που ο Αιτητής δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια. Οι εξηγήσεις που έδωσε ο κ. Τυμπιώτης στις επιμέρους παραλείψεις του Αιτητή δεν στάθηκαν καθόλου ικανοποιητικές καθώς πέραν της γενικότητας των λόγων που προέβαλε κατά την κυρίως εξέταση του, υπό το βάρος της αντεξέτασης η μαρτυρία του δεν στάθηκε καθόλου πειστική ενόψει και των θέσεων που προέβαλε η πλευρά του Αιτητή. Ενδεικτικά, ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής δεν άλλαξε τις λεπίδες του πριονιού καταρρίπτεται από την εξήγηση που έδωσε κατά την αντεξέταση του, όταν του υπεβλήθη ότι δεν ήταν ο Αιτητής υπεύθυνος για την αλλαγή αλλά ο υπεύθυνος πριονιού. Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά κατέστησε τον Αιτητή υπεύθυνο για τη μη αλλαγή της λεπίδας, υπό το βάρος της αντεξέτασης αρκέστηκε να πει ότι ο Αιτητής δεν πήρε τις λεπίδες όταν του τις ζήτησε ο υπεύθυνος πριονιού. Επί του θέματος ο Αιτητής δίδοντας τη δική του εξήγηση, απάντησε ευθέως ότι υπεύθυνος για την αλλαγή ήταν ο μηχανικός Γ. Ξυδάς και ότι ο ίδιος ως επόπτης είχε άλλα καθήκοντα. Το ίδιο παρατηρούμε και σε σχέση με τις λίστες που ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής δεν έστελνε στους διάφορους υπεύθυνους. Πλην του εν λόγω ισχυρισμού δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι όλα αυτά ενέπιπταν στα καθήκοντα του Αιτητή. Αδιευκρίνιστοι παρέμεναν επίσης και οι ισχυρισμοί του Τεκ.3 για τους οποίους ο Αιτητής επέδειξε πλήρη άγνοια. Πέραν από την πιο πάνω κατάληξη μας, θα πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι ουδεμία απόλυση εργοδοτούμενου δύναται να θεωρηθεί δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς σε σχέση με τη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, εάν ο λόγος που επέφερε την ρήξη της εργασιακής σχέσης δεν μπορεί από μόνος του να δικαιολογήσει απόλυση. Και τούτο, κάτω από το σκεπτικό ότι ανά πάσα στιγμή ο εργοδοτούμενος θα κινδύνευε να χάσει την εργασία του για ασήμαντους λόγους, παρατείνοντας έτσι την αβεβαιότητα ως προς την συνέχιση της εργασιακής σχέσης, για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο θα επικρέμεται πάνω από την εργασιακή σχέση ως δαμόκλειος σπάθη η απόλυση, κατά παράβαση των προστατευτικών διατάξεων των άρθρων 5(ε) και (στ) του Νόμου. Εξαιρούνται ωστόσο οι περιπτώσεις όπου το παράπτωμα που οδήγησε στην απόλυση του εργοδοτούμενου επιβεβαιώνει την κατ' επανάληψη αρνητική συμπεριφορά του, κατόπιν σχετικών προειδοποιήσεων. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει πιο πάνω, μια μέρα πριν την απόλυση του Αιτητή και δη στις 4.4.2013, οι Καθ' ων η αίτηση 1 του παρέδωσαν επιστολή (Τεκ.8) με την οποία τον ενημέρωναν για τη μονομερή απόφαση τους να προβούν σε μείωση του μισθού του από τον μήνα Απρίλιο. Το εν λόγω έγγραφο υποδείχτηκε στους μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση 1, κατά την αντεξέταση τους. Η απάντηση του κ. Τυμπιώτη ήταν ότι δεν γνωρίζει κάτι. Ο κ. Βούρος κατά την κυρίως εξέταση του αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του ήταν εκδικητικός και τιμωρητικός επειδή δεν είχε αποδεχθεί τη μείωση μισθού. Αντεξεταζόμενος όμως, αφού του υποδείχθηκε η εν λόγω επιστολή, εξέφρασε άγνοια δηλώνοντας ότι είναι κάτι που χειριζόταν και χειρίζεται ο εκάστοτε διευθυντής με τους στόχους που έχει για την κερδοφορία της Εταιρείας. Ο Αιτητής τόσο με τους γενικούς λόγους της Αίτησης όσο και με τη μαρτυρία του προβάλλει ως λόγο απόλυσης την άρνηση του να αποδεχθεί μείωση μισθού και ότι τα όσα ακολούθησαν ήταν προφάσεις για την απόλυση του. Εξετάζοντας το μέρος αυτό της μαρτυρίας δυσκολευόμαστε πραγματικά να πεισθούμε ότι για ένα τόσο σοβαρό θέμα, που αφορούσε μείωση μισθού του προσωπικού, ο κ. Βούρος, ως ένας εκ των διευθυντών των Καθ' ων η αίτηση 1, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ή δεν έλαβε οποιαδήποτε ενημέρωση από τον διευθυντή του Σφαγείου, ενώ για θέματα που αφορούσαν τη συμπεριφορά του Αιτητή ήταν πάντα ενήμερος τόσο από τον διευθυντή όσο και από τον κ. Τυμπιώτη. Περαιτέρω δεν παραγνωρίζουμε τη δήλωση του κ. Τυμπιώτη ότι δεν γνώριζε κάτι γι' αυτό το θέμα, θέση που λογικά τείνει να καταδείξει ότι η εν λόγω απόφαση για μείωση του μισθού δεν αφορούσε τον ίδιο προσωπικά ως εργοδοτούμενο των Καθ' ων η αίτηση 1, αλλά ορισμένους υπαλλήλους ή τον Αιτητή αποκλειστικά. Καταλήγουμε ότι τα όσα έθεσε ο Αιτητής σε σχέση με τη μείωση του μισθού του παρέμειναν αδιαμφισβήτητα. Αδιαμφισβήτητος παρέμεινε επίσης ο ισχυρισμός του ότι η άρνηση να αποδεχθεί μείωση του μισθού του αποτέλεσε και τον λόγο απόλυσης του, έλλειψη οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που έτεινε να καταδείξει το αντίθετο. Τα πιο πάνω είναι αρκετά για να θεμελιώσουν και το βάθρο στήριξης της αξίωσης του Αιτητή. Όπως εντοπίζεται στην Demil Imports Exports v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ, Πολ.Εφ. 299/2008, ημερ. 17.6.2011: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par. 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, Μαρσέλ ν. Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858)». Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους βαρύνει και κατ' επέκταση δεν κατάφεραν να αποδείξουν στη βάση του Νόμου οποιοδήποτε λόγο που θα δικαιολογούσε την απόλυση του Αιτητή. (ii) Οι προστατευτικές διατάξεις της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/2000 Τον κανόνα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων και της διατήρησης αμετάβλητων των όρων εργασίας, κατοχύρωσε ρητά ο νομοθέτης με τον Νόμο 104(Ι)/2000, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων σε άλλο εργοδότη, που προκύπτουν από νομική μεταβίβαση ή συγχώνευση [άρθρο 3
(1)]. Ο Νόμος αυτός ψηφίστηκε, προκειμένου να εναρμονισθεί η κυπριακή νομοθεσία με το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα, με τις Οδηγίες 77/187 και 98/50/ΕΚ και ακολούθως με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ που κωδικοποίησε απλώς τις δύο προηγούμενες. Σημειώνουμε ότι κατά την ερμηνεία των εναρμονιστικών διατάξεων και δη του Νόμου 104(Ι)/2000, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι ρυθμίσεις των Οδηγιών, ώστε η ερμηνεία που θα δίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και το σκοπό των ρυθμίσεων αυτών. Μεταξύ δε περισσοτέρων ερμηνειών πρέπει να ακολουθείται εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο σκοπό της Οδηγίας. Με το άρθρο 1§1 της Οδηγίας και 3
(2)του Ν. 104(Ι)/2000 προσδιορίζεται η έννοια της «μεταβίβασης», ως μια βασική και θεμελιώδης έννοια για την εφαρμογή της Οδηγίας. Ως τέτοια, «.θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητα της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα εάν αυτή η δραστηριότητα είναι κύρια ή δευτερεύουσα.»[1] Η διατήρηση της ταυτότητας της οικονομικής οντότητας και υπό τον νέο φορέα είναι το αποφασιστικό κριτήριο, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη μεταβίβασης. Όπως επισημαίνει το ΔΕΕ[2], η προϋπόθεση αυτή προκύπτει από τον σκοπό της Οδηγίας, στόχος της οποίας είναι η διατήρηση και συνέχιση των εργασιακών σχέσεων στο πλαίσιο μιας υφιστάμενης οικονομικής μονάδας, μιας μονάδας δηλαδή η οποία, ανεξάρτητα από τη μεταβολή του προσώπου που τη διευθύνει και ελέγχει διατηρεί την ταυτότητα της. Η διατήρηση της ταυτότητας δεν αναιρείται ούτε στην περίπτωση που ο νέος φορέας προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα, αλλά ούτε βέβαια και σε περίπτωση μεταβολής του τίτλου ή της νομικής μορφής της επιχείρησης ή της μερικής μεταβολής του σκοπού της[3]. Εξ άλλου, σύμφωνα με το ΔΕΕ, η διατήρηση της ταυτότητας δεν προϋποθέτει τη διατήρηση της οργανωτικής δομής της οικονομικής μονάδας και υπό το νέο φορέα της. Προκειμένου να προσδιοριστεί αν πληρούνται οι προϋπόθεσεις της μεταβίβασης μιας οικονομικής οντότητας με διατήρηση της ταυτότητας της, πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την επίμαχη πράξη, μεταξύ των οποίων αποκτούν σημασία ιδίως η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κλπ.), η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών καθώς και η αξία τους (σήμα, διπλώματα ευρεσιτεχνίας, διακριτικοί τίτλοι και γνωρίσματα κ.α.), η ανάληψη ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού από τον νέο επιχειρηματία, η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση καθώς και η διάρκεια της τυχόν αναστολής των δραστηριοτήτων της. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν παρά επί μέρους πτυχές της συνολικής αξιολόγησης που επιβάλλεται και επομένως δεν μπορούν να αξιολογηθούν μεμονωμένα. Ούτε βέβαια η απουσία κάποιου ή κάποιων από αυτά αποκλείει εκ προοιμίου την ύπαρξη μεταβίβασης. Η βαρύτητα των διαφόρων στοιχείων που πρέπει ο εθνικός δικαστής να λάβει υπόψη, προκειμένου να εκτιμήσει αν υπάρχει μεταβίβαση κατά την έννοια της οδηγίας, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό, από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για την οποία πρόκειται[4]. Κατά το ΔΕΕ[5] προκειμένου να τυγχάνει εφαρμογής η Οδηγία δεν αρκεί η ανάληψη ορισμένης οικονομικής δραστηριότητας. Πρέπει σε κάθε περίπτωση η μεταβίβαση να αφορά μια κατά σταθερό τρόπο οργανωμένη οικονομική οντότητα, δηλαδή ένα οργανωμένο σύνολο στοιχείων - τελούντων μεταξύ τους σε σχέση λειτουργικής ενότητας - που παρέχει τη δυνατότητα συνέχισης των δραστηριοτήτων ή ορισμένων δραστηριοτήτων (κυρίων ή δευτερευουσών) του εκχωρητή επί μονίμου βάσεως που επιδιώκει ίδιον σκοπό. Διευκρινίζεται[6] ότι κρίσιμο στοιχείο για την ύπαρξη μεταβίβασης αποτελεί το γεγονός ότι ο προς ον η μεταβίβαση πράγματι συνεχίζει ή αναλαμβάνει εκ νέου την εκμετάλλευση της συγκεκριμένης οικονομικής οντότητας, με τις ίδιες ή ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες. Η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων (υλικών και ή άυλων) είναι μία σημαντική ένδειξη για τη διατήρηση της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας, όχι όμως αναγκαία προϋπόθεση. Επομένως δεν αποκλείεται να έχομε μεταβίβαση εκμεταλλεύσεως ή τμήματος εκμεταλλεύσεως χωρίς τη μεταβίβαση υλικών ή άυλων στοιχείων. Σε ορισμένους κλάδους, στους οποίους η οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, είναι δυνατό ένα σύνολο εργαζομένων, τους οποίους ενώνει κατά τρόπο σταθερό και διαρκή μια κοινή δραστηριότητα, να αποτελεί οικονομική μονάδα και επομένως η ανάληψη ενός σημαντικού, από άποψη αριθμού και ειδικών γνώσεων, μέρους του προσωπικού να συνηγορεί υπέρ της διατήρησης της ταυτότητάς της. Έτσι, ενώ το ίδιο το ΔΕΕ ορίζει την οικονομική μονάδα ως ένα «οργανωμένο σύνολο προσώπων και πραγμάτων», στους κλάδους αυτούς η οικονομική μονάδα είναι δυνατόν, κατά το ΔΕΕ, να συντίθεται από ένα σύνολο προσώπων μόνο. Η ανάληψη ενός μεγάλου μέρους του προσωπικού, ως στοιχείο από τη συνεκτίμηση του οποίου μπορεί να συναγάγει κανείς συμπέρασμα για το ότι συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμήματος εκμετάλλευσης, αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ορισμένες επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις παροχής υπηρεσιών (καθαρισμού, φύλαξης κ.α) στις οποίες τα υλικά στοιχεία τους έχουν κατά κανόνα επουσιώδη σημασία[7]. Αν, αντίθετα, οι δραστηριότητες των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών απαιτούν τη χρήση σημαντικού εξοπλισμού και εγκαταστάσεων και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βασίζονται προεχόντως στο εργατικό δυναμικό, η μη μεταβίβαση μεγάλου μέρους των περιουσιακών στοιχείων συνηγορεί κατά της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης μονάδας[8]. Για να κριθεί αν συντρέχει μεταβίβαση, αξιολογείται και μάλιστα ως ουσιώδες στοιχείο το «αν ο νέος επιχειρηματίας, συνεχίζει πράγματι ή αρχίζει εκ νέου την εκμετάλλευση της εν λόγω μονάδας, με τις ίδιες ή ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες»[9], οπότε και απευθύνεται στον ίδιο, κατά βάση, κύκλο πελατείας. Μελετώντας με προσοχή τα όσα οι μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση και ο Αιτητής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, σε συνάρτηση με τα παραδεκτά ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα και την πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που αφορούν το υπό εξέταση σημείο, οφείλουμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα: Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο είναι οι ιδιόκτητες του Κοινοτικού Σφαγείου το όποιο τελούσε υπό τη διαχείριση τους μέχρι τις 30.9.
- Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι μετά από συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ του Κοινοτικού Συμβουλίου και της εταιρείας Vouros Healtcare Ltd, οι Καθ' ων η αίτηση 1 ανέλαβαν από 1.10.2013 τη διαχείριση του Κοινοτικού Σφαγείου. Με βάση τους όρους της συμφωνίας αυτής, ανέλαβαν από το Κοινοτικό Συμβούλιο όλες τις κτηριακές εγκαταστάσεις και τα κτήμα εντός του οποίου ασκούσε και θα συνέχιζε να ασκεί τις δραστηριότητες του το Κοινοτικό Σφαγείο, ολόκληρο τον εξοπλισμό του Σφαγείου, τον βιολογικό σταθμό και όλες τις άδειες λειτουργίας του Σφαγείου ως προνοούνται από την υφιστάμενη νομοθεσία. Την ανάληψη του Κοινοτικού Σφαγείου μαζί με τις κτιριακές εγκαταστάσεις και την παραλαβή από τους Καθ' ων η αίτηση 1 όλων των μηχανημάτων και του εξοπλισμού που χρησιμοποιούσε το Κοινοτικό Συμβούλιο για τη λειτουργία του Σφαγείου, επιβεβαίωσε με την μαρτυρία του ο κ. Τυμπιώτης αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι κάποια άτομα που εργάζονταν εκεί προηγουμένως προσλήφθηκαν ξανά. Ο κ Βούρος ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε καμία συμφωνία συνέχισης της εργοδότησης του προσωπικού, ότι ανέλαβαν το Σφαγείο χωρίς προσωπικό και ότι μετά από σχετική διαδικασία προσέλαβαν νέο προσωπικό με νέους όρους απασχόλησης, ο κ. Ιακώβου έδωσε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή την οποία επανέλαβε και ο Αιτητής λέγοντας ότι συνέχισε χωρίς διακοπή την απασχόληση του στους νέους εργοδότες με τον ίδιο μισθό και τους ίδιους όρους απασχόλησης, όπως και το υπόλοιπο μόνιμο προσωπικό που αποτελείτο από τρία ακόμη άτομα. Ανέφερε επίσης ότι το συνεχές της απασχόλησης τους επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της επιστολή του Κοινοτικού Συμβου-λίου ημερ. 26.10.2012 (Τεκ.10). Οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 που έφεραν και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους δεν παρέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβαίνουν το αντίθετο, ότι δηλαδή ο Αιτητής και το υπόλοιπο μόνιμο προσωπικό δεν συνέχισε να εργάζεται στην υπηρεσία τους με τον ίδιο μισθό και τους ίδιους όρους απασχόλησης. Είναι λοιπόν εύρημα μας ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 αναλαμβάνοντας τη διαχείριση του Σφαγείου, ανάλαβαν επίσης και το υφιστάμενο μόνιμο προσωπικό που δεν υπερέβαινε τα 4 άτομα συμπεριλαμβανομένου του Αιτητή. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, η μεταβίβαση δραστηριότητας, για να θεωρηθεί μεταβίβαση επιχείρησης, κατά την έννοια του Νόμου και της Οδηγίας, θα πρέπει να συνοδεύεται και από άλλα στοιχεία (π.χ. μεταβίβαση υλικών και ή άυλων στοιχείων) ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για μεταβίβαση ενός «συνόλου οργανωμένων πόρων» το οποίο να επιτρέπει τη συνέχιση της δραστηριότητας την οποία μέχρι πρότινος ασκούσε ο μεταβιβάζων. Στην προκείμενη περίπτωση προδήλως τα υλικά και άυλα στοιχεία που χρησιμοποιούντο προηγουμένως από το Κοινοτικό Συμβούλιο για τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων τους αναλήφθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση
- Τόσο οι κτιριακές εγκαταστάσεις εντός των οποίων το Κοινοτικό Συμβούλιο διεξήγαγαν τις δραστηριότητες του, όσο και όλα τα μηχανήματα και ολόκληρος ο αναγκαίος εξοπλισμός που χρησιμοποιούσαν για τη λειτουργία του Κοινοτικού Σφαγείου ως και οι απαιτούμενες άδειες λειτουργίας αναλήφθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση
- Συνεχίζοντας επομένως, οι Καθ' ων η αίτηση 1 να ασκούν τις ίδιες δραστηριότητες με τον προκάτοχο τους και με τη χρήση όλων των αναγκαίων και απαραίτητων υλικών και άυλων στοιχείων που επέτρεπαν στους τελευταίους να λειτουργούν το Κοινοτικό Σφαγείο, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να υπάρξει αποκλεισμός της πελατείας. Η ανάληψη επίσης του υφιστάμενου προσωπικού από τους Καθ' ων η αίτηση αποτελεί ακόμη ένα παράγοντα. Σε τελική ανάλυση, συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον μας στοιχεία, καταλήγουμε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση εμπίπτει εντός των πλαισίων των προστατευτικών διατάξεων της Οδηγίας και του Ν.104(Ι)/
- Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω, στην προκείμενη περίπτωση, έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από το Κοινοτικό Συμβούλιο στους Καθ' ων η αίτηση 1 κατά την έννοια των διατάξεων της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/2000, δεδομένου ότι οι τελευταίοι ανέλαβε τη διαχείριση του Κοινοτικού Σφαγείου σε αντικατάσταση των πρώτων, χωρίς να επέλθει μεταβολή της ταυτότητας της μεταβιβασθείσας επιχείρησης και κατά τρόπο ώστε τα επί μέρους μεταβιβασθέντα στοιχεία της εν λόγω επιχείρησης να διατηρήσουν την οργανική τους ενότητα αλλά και την ικανότητα τους να πραγματοποιήσουν τον σκοπό της εκμετάλλευσης και υπό τον νέο φορέα, τους Καθ' ων η αίτηση
- Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, αρ.
- 2073: «Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επηρεάζει ούτε την υπόσταση ούτε το περιεχόμενο των σχέσεων εργασίας στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση όπου λαμβάνει χώρα. Ο εργαζόμενος διατηρεί έναντι του νέου εργοδότη όλα τα δικαιώματα που είχε από τη σύμβαση εργασίας και τα πλεονεκτήματα που έχει αποκτήσει από την απασχόληση, η οποία συνεχίζεται με τους ίδιους όρους και συνθήκες. Επομένως ο νέος εργοδότης οφείλει να συνυπολογίσει τον χρόνο προϋπηρεσίας του εργαζόμενου στον προηγούμενο εργοδότη όχι μόνο για τον καθορισμό της αποζημίωσης, σε περίπτωση καταγγελίας αλλά και για κάθε άλλο σκοπό. Ο κανόνας της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων διαμορφώθηκε κατ' απόκλιση της βασικής αρχής του ενοχικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία, για τη μεταβίβαση εργασιακής σχέσης in toto, όπως και κάθε ενοχικής σχέσης, απαιτείται συμφωνία των μερών.» Ως επακόλουθο, συνεχίζοντας ο Αιτητής την απασχόληση του στους Καθ' ων η αίτηση 1 διατήρησε όλα τα δικαιώματα που είχε από τη σύμβαση εργασίας του και τα πλεονεκτήματα που απέκτησε από την απασχόληση του, η οποία συνεχίστηκε με τους ίδιους όρους και συνθήκες στους Καθ' ων η αίτηση 1, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι ως οι νέοι εργοδότες να οφείλουν να συνυπολογίσουν τα χρόνια υπηρεσίας του στο Κοινοτικό Συμβούλιο για σκοπούς καθορισμού της αποζημίωσης για το αδικαιολόγητο του τερματισμού της απασχόλησης του. Υπολογισμός Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Ω επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης μας, ο χρόνος απασχόλησης του Αιτητή στους Καθ' ων η αίτηση 1 συνυπολογίζεται στα οκτώ και πλέον συναπτά έτη. Οι ακαθάριστες απολαβές του όπως είναι παραδεκτό ανέρχονταν κατά τον χρόνο της απόλυσης του στα €370 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του, την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του (που δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε στοιχεία) και την ηλικία του (61 ετών κατά τον χρόνο της απόλυσης του), κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €6.660 που αντιστοιχεί με απολαβές 18 βδομάδων. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9 του Νόμου, ο Αιτητή δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι ποσό €2.
- Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €9620 με νόμιμο τόκο από 22.8.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Τέλος επιδικάζεται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστή-ριο. Η Αίτηση εναντίον του Κοινοτικού Συμβουλίου απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Παναγής, Μέλος Μ. Αρχοντίδης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε μέσα από τον ορισμό της «οικονομικής μονάδας» για την οποία γίνεται λόγος στην απόφαση C-13/95 Suzen [1997] ECR I-1259 και την οποία ορίζει ως ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και πραγμάτων για την άσκηση ορισμένης οικονομικής δραστηριότητας που επιδιώκει δικούς της σκοπούς. [2] C-51/00 Tempo Service Industries [2002] ECR I-
- [3] Φ. Δ. Δερμιτζάκη, Το δίκαιο της μεταβίβασης επιχειρήσεων, Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, σ.1326 [4] C-13/95 Suzen [1997] ECR 1275 σκ.17, C-24/85 Spijkers [1986] ECR 1119 σκ.13, C-234/98 Allen 2.12.1999 σκ.31, C-340/01 Abler [2003] ECR I-14046 σκ.
- [5] C-13/95 Suzen [1997] ECR I-1259 σκ.13, C-48/94 Rygaard [1995] I-2745 σκ.21, C-234/98 Allen 2.12.1999, C-172/99 Oy LiiKenne [2001] ECR I-745 σκ.31 [6] C-24/85 Spijkers [1986] ECR 1119 σκ.11-12, 15, C-287/86 Ny Molle Kro [1987] ECR 5479 σκ.18 [7] C-13/95 Suzen [1997] ECR I-1259, C-469/09 Clese SA (20.1.2011) [8] C-172/99 Oy LiiKenne [2001] ECR I-745, C-340/01 Abler [2003] ECR I-14023, (Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο 1272 κ.ε.) [9] C-287/86 Ny Molle Kro [1987] ECR 5479 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο