ΖΑΧΑΡΙΑ κ.α. ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ, Συνενωμένες Υποθέσεις: 437/2016, 438/2016 και 439/2016, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:9 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Κ. Δημητρίου και Γ. Λεοντίου, Μελών Συνενωμένες Υποθέσεις: 437/2016, 438/2016 και 439/2016 Μεταξύ: XXXXX ΖΑΧΑΡΙΑ XXXXX ΖΑΧΑΡΙΑ XXXXX ΖΑΧΑΡΙΑ Αιτητές -και- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 28η Φεβρουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Σ. Σάββας Για Καθ' ου η αίτηση: κ. Ν. Παναγιώτου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές ήταν εργοδοτούμενοι της εταιρείας MINERVA MOSAICS FACTORY LTD (στο εξής: «η Εργοδότρια Εταιρεία). Με τον τερματισμό της απασχόλησης τους και την απόρριψη της αίτησης τους για πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο (στο εξής «το Ταμείο»), στις 28.9.2011 καταχώρησαν εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας και του Ταμείου τις Αιτήσεις Εργατικής Διαφοράς με αρ. 562/2011, 559/2011 και 560/2011 αντίστοιχα. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, στις 13.9.2013 εξέδωσε διάταγμα εκκαθάρισης της Εργοδότριας Εταιρείας διορίζοντας τον Επίσημο Παραλήπτη ως Προσωρινό Εκκαθαριστή της περιουσίας της. Οι πιο πάνω Αιτήσεις συνενώθηκαν και κατόπιν ακροάσεως το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ως ακολούθως:
- Απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση 559/2011 (XXXXX Ζαχαρία) και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 (Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της περιουσίας της Εργοδότριας Εταιρείας) για το συνολικό ποσό των €4.378,92 με νόμιμο τόκο από 28.9.2011, πλέον έξοδα ήτοι ποσό €717 με νόμιμο τόκο από 28.9.2011 συν Φ.Π.Α. πλέον €55 πραγματικά έξοδα, πλέον αναλογία εξόδων των τριών συνενωμένων υποθέσεων, ήτοι €210 συν Φ.Π.Α., όπως αυτά υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο.
- Απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση 560/2011 (XXXXX Ζαχαρία) και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 (Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της περιουσίας της Εργοδότρια Εταιρείας) για το συνολικό ποσό των €2.067,84 με νόμιμο τόκο από 28.9.2011, πλέον έξοδα ήτοι ποσό €717 με νόμιμο τόκο από 28.9.2011 συν Φ.Π.Α. πλέον €55 πραγματικά έξοδα, πλέον αναλογία εξόδων των τριών συνενωμένων υποθέσεων, ήτοι €210 συν Φ.Π.Α., όπως υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο.
- Απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση 562/2011 (XXXXX Ζαχαρίας) και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 (Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της περιουσίας της Εργοδότριας Εταιρείας) για το συνολικό ποσό των €9.822,17 πλέον νόμιμο τόκο από 28.9.2011, πλέον έξοδα ήτοι ποσό €717 με νόμιμο τόκο από 28.9.2011 συν Φ.Π.Α. πλέον €55 πραγματικά έξοδα, πλέον αναλογία εξόδων των τριών συνενωμένων υποθέσεων, ήτοι €210 συν Φ.Π.Α. όπως υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Οι Αιτητές με επιστολές των δικηγόρων τους ημερομηνίας 13.1.2016 και 15.2.2016, επικαλούμενοι το άρθρο 31
(3)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67) (στο εξής «ο Νόμος»), ζήτησαν από το Ταμείο όπως τους καταβάλει ολόκληρο το προς όφελος τους επιδικασθέν ποσό, συμπεριλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων. Το Ταμείο, κρίνοντας ότι η περίπτωση των Αιτητών ενέπιπτε στις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Νόμου, καθώς κατά τον χρόνο επιδίκασης από το Δικαστήριο είχε αρχίσει αναφορικά με την Εργοδότρια Εταιρεία διαδικασία δυνάμει του Μέρους V του περί Εταιρειών Νόμου, τους κατέβαλε πληρωμή για τα επιδικασθέντα προς όφελος τους ποσά που αφορούσαν την αποζημίωση λόγω παράνομης απόλυσης πλέον τόκους. Για τα επιδικασθέντα έξοδα τους ενημέρωσε ότι δεν καλύπτονταν από τις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)και ως εκ τούτου δεν τους καταβλήθηκε καμία πληρωμή. Συγκεκριμένα στους Αιτητές καταβλήθηκαν τα πιο κάτω ποσά: - Στον Αιτητή στην Αίτηση 437/2016 το ποσό των €10.883,37 που αφορά το επιδικασθέν ποσό της αποζημίωσης πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού. - τον Αιτητή στην Αίτηση 438/2016 το ποσό των €4.852,02 που αφορά το επιδικασθέν ποσό της αποζημίωσης πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού - Στον Αιτητή στην Αίτηση 439/2016 το ποσό των €2.291,25 που αφορά το επιδικασθέν ποσό της αποζημίωσης πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού. Έτσι οι Αιτητές με τις υπό κρίση Αιτήσεις αξιώνουν από το Ταμείο τις πιο κάτω θεραπείες: (Α) Δήλωση και ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι δικαιούνται να εισπράξουν ολόκληρο το επιδικασθέν υπέρ τους ποσό, περιλαμβανομένων δικηγορικών και πραγματικών εξόδων, τόκων και Φ.Π.Α. σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ημερομηνίας 21.12.2015 στις συνενωμένες Αιτήσεις με αρ. 562/2011, 559/2011 και 560/2011, από το Ταμείο. (Β) Απόφαση και ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει το Ταμείο όπως καταβάλει στους Αιτητές ολόκληρο ρο επιδικασθέν υπέρ τους ποσό, περιλαμβανομένων δικηγορικών και πραγματικών εξόδων, τόκων και Φ.Π.Α., σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ημερομηνίας 21.12.2015, στις συνενωμένες Αιτήσεις με αρ. 562/2011, 559/2011 και 560/2011, από το Ταμείο (Γ) €927 ως επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα για κάθε υπόθεση. (Δ) €55 ως πραγματικά έξοδα για κάθε υπόθεση (Ε) Νόμιμο Τόκο επί των εξόδων από 28.9.2011 (ΣΤ) Φ.Π.Α. επί των εξόδων (Ζ) Έξοδα και έξοδα επίδοσης, των υπό κρίση Αιτήσεων (Η) Νόμιμο Τόκο συν ΦΠΑ Κατά το στάδιο των αγορεύσεων και οι δύο πλευρές παρέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τις δικές τους εισηγήσεις. Ο κ. Σάββας επικαλούμενος προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου Εργατικών Διάφορων εισηγήθηκε ότι σε κάθε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ή και οποιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας τα δικηγορικά έξοδα αποτελούν παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό θέμα αφού η λήψη απόφασης περί εξόδων εξυπακούεται. Ότι τα έξοδα δεν αποτελούν άλλο θέμα καθότι δεν πηγάζουν από άλλο νόμο, για να τύχει εφαρμογής η Χριστόδουλος Κυριάκου και άλλοι v. Ταμείου Διά Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 ΑΑΔ 1020, αλλά από τον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό 1999 που εκδόθηκε δυνάμει του Συντάγματος. Συνεπώς στην παρούσα περίπτωση τα επιδικασθέντα έξοδα αποτελούν παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό θέμα σε διαφορά που ηγέρθη δυνάμει των προνοιών του Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δικαιούται να εισπράξει τα έξοδα από το Ταμείο δυνάμει του άρθρου 31
(3)του Νόμου. Αντίθετα ο κ. Παναγιώτου επικαλούμενος την πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέληξε σε διαφορετικά συμπεράσματα για να εισηγηθεί στο Δικαστήριο ότι πλην της προβλεπόμενης αποζημίωσης και προειδοποίησης που είναι πληρωτέα δυνάμει των προνοιών του Νόμου, από το γράμμα του άρθρου 31
(3)του Νόμου, φαίνεται ότι τα δικηγορικά έξοδα δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στα προβλεπόμενα από τον Νόμο επιδικασθέντα ποσά. Σύμφωνα με το άρθρο 31
(3)του Νόμου: «Όταν κατά τον χρόνον της επιδικάσεως υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφόρων, έχη αρχίσει διαδικασία αναφορικώς προς τον εργοδότην δυνάμει του περί Πτωχεύσεως Νόμου ή του Μέρους V του περί Εταιρειών Νόμου ο εργοδοτούμενος προς τον οποίον εγένετο η επιδίκασις εισπράττει ολόκληρον το επιδικασθέν ποσόν εκ του Ταμείου. Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου αναφορικώς προς πάσαν επιδικασθείσαν πληρωμήν καταβλητέαν απ' ευθείας υπό του εργοδότου μεταβιβάζονται εις το Ταμείον.» Στην υπόθεση Χριστόδουλος Κυριάκου (ανωτέρω), τέθηκε ως ουσιαστικό θέμα προς εξέταση η εμβέλεια του άρθρου 31
(3)του Νόμου. Η ουσία της αιτιολογίας της πρωτόδικης απόφασης εντοπίζεται στην άποψη πως το άρθρο αυτό καλύπτει κάθε ποσό που επιδικάζεται υπέρ των εργοδοτουμένων στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Και τούτο γιατί η παράγραφος
(1)του άρθρου αναφέρεται σε απόφαση επιδικάζουσα "οιονδήποτε ποσό" και οι παράγραφοι
(2)και
(3)σε "ποσό επιδικασθέν" χωρίς οποιαδήποτε διάκριση. Και εφόσον, όπως έκρινε το πρωτόδικό Δικαστήριο, η διεκδίκηση των δεδουλευμένων μισθών και των άλλων ωφελημάτων ήταν "εργατική διαφορά" σύμφωνα με τον ορισμό του Νόμου που ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, θα έπρεπε το Ταμείο να ικανοποιήσει την απόφαση που εκδόθηκε. Επιλαμβανομένου του θέματος το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «.. Είναι το κεντρικό χαρακτηριστικό του Νόμου 24/67 ο καθορισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συναρτώνται προς τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτουμένου. Η μελέτη των προνοιών του ως συνόλου αποκαλύπτει πως βρίσκονται έξω από το πλαίσιο των ρυθμίσεων του ζητήματα σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν διαρκούσας της εργοδότησης και είναι άσχετα προς τον τερματισμό της. Έτσι, ο Νόμος καθορίζει τα περί την αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης, για πληρωμή αντί προειδοποίησης για τερματισμό της απασχόλησης και για πληρωμή λόγω πλεονασμού. Βέβαια με τις ερμηνευτικές του διατάξεις ο Νόμος προσδίδει στην "εργατική διαφορά" ευρεία έννοια, όμοια με την αντίστοιχη του Νόμου 8/67. Αυτό όμως δεν διαφοροποιεί τις ουσιαστικές του πρόνοιες και, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 30
(1)που εντάσσει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών όχι κάθε εργατική διαφορά αλλά μόνο τις εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου ή οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του, περιλαμβανομένου, φυσικά, και "παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος". Είναι σαφές ότι οι δεδουλευμένοι μισθοί και τα άλλα διεκδικηθέντα και επιδικασθέντα ωφελήματα δεν συνδέονται με τον τερματισμό της απασχόλησης αλλά είναι ποσά πληρωτέα ως εκ της εργοδότησης και όχι ως εκ του τερματισμού της. Κρίνουμε ότι η φράση "επιδικασθέν ποσό" στο άρθρο 31
(3)εμφανώς ως εκ του σκοπού του Νόμου, αναφέρεται σε ποσά πληρωτέα δυνάμει των προνοιών του και όχι σε οποιαδήποτε άλλα ποσά πληρωτέα είτε δυνάμει των προνοιών άλλου Νόμου είτε γενικά στο πλαίσιο της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Αν η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν διαφορετική θα αναμέναμε, ως εκ της φύσεως του θέματος που βρίσκεται έξω από όσα συνιστούν το αντικείμενο ρύθμισης από το συζητούμενο Νόμο, να διατυπωνόταν ρητά. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα να θεωρείται υπόλογο το Ταμείο Πλεονασμού ως προς δεδουλευμένους μισθούς μή πληρωθέντες παρά το ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου ουδέποτε ετερματίσθη επειδή, κατά την άποψη που δέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η διεκδίκηση τέτοιων μισθών συνιστά εργατική διαφορά εμπίπτουσα στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. ..» Στις υπό κρίση Αιτήσεις η αξίωση των Αιτητών αφορά την είσπραξη ποσού που επιδικάστηκε προς όφελος τους ως αποζημίωση για τον τερματισμό της απασχόλησης τους πλέον τα έξοδα της διαδικασίας. Το δικαίωμα των Αιτητών να εισπράξουν το επιδικασθέν ποσό της αποζημίωσης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Νόμου δεν έχει αμφισβητηθεί από το Ταμείου, εξ ου και κατέβαλε πληρωμή στους Αιτητές για το εν λόγω ποσό. Αμφισβητείται ωστόσο η καταβολή των εξόδων. Το ζητούμενο, επομένως είναι εάν το προρρηθέν άρθρο, ορθά ερμηνευόμενο, παρέχει στους Αιτητές το δικαίωμα να εισπράξουν από το Ταμείο και τα δικηγορικά έξοδα που τους επιδικάστηκαν στα πλαίσια εργατικής διαφοράς που ηγέρθη δυνάμει των προνοιών του Νόμου. Όπως αναφέρθηκε στην προρρηθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το άρθρο 31
(3)του Νόμου, κατά την ερμηνεία του, θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 30
(1)όπου προσδιορίζεται η αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών σε διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου. Μεταξύ άλλων μέσα στα πλαίσια της αρμοδιότητας αυτής περιλαμβάνεται και «παν παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό προς τοιαύτας διαφοράς θέμα». Στις υπό κρίση Αιτήσεις, τα έξοδα που επιζητούν οι Αιτητές να εισπράξουν από το Ταμείο αποτελούν μέρος της απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος τους συνεπεία της επιδίκασης αποζημιώσεων για το αδικαιολόγητο του τερματισμού της απασχόλησης τους. Εν ολίγοις, κατά την κρίση μας, πρόκειται για μια συνακόλουθη συμπληρωματική οφειλή προς τους Αιτητές ως αμοιβή για τους καρπούς της επιτυχίας τους σε υπόθεση εργατικής διαφοράς που ανεφύη συνεπεία εφαρμογής του Νόμου. Ως επακόλουθο, καταλήγουμε ότι τα έξοδα αποτελούν «θέμα παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό» εργατικής διαφοράς που ανεφύη συνεπεία εφαρμογής του Νόμου και ως τέτοιο θέμα εμπίπτει στην έννοια του «επιδικασθέντος ποσού» όπως απαντάται στο άρθρο 31
(3)του Νόμου, με επακόλουθο οι Αιτητές να δικαιούνται να εισπράξουν τα επιδικασθέντα προς όφελος τους έξοδα από το Ταμείο. Οι Αιτήσεις επιτυγχάνουν. Εκδίδεται απόφαση υπέρ εκάστου Αιτητή και εναντίον του Ταμείου ως οι αξιώσεις Α έως Στ ανωτέρω, με €300 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. προς όφελος εκάστου Αιτητή και εναντίον του Ταμείου. (υπ).................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Κ. Δημητρίου, Μέλος Γ. Λεοντίου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο