← Κύπρος

ΚΟΥΠΠΑ κ.α. ν. ΙΩΑΝΝΙΔΗ ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Εταιρείας A.C. TRAVEL PLANNERS COLLEGE OF TOURISM AND HOTEL MANAGEMENT LTD κ.α., Συνενωμένες

ΚΟΥΠΠΑ κ.α. ν. ΙΩΑΝΝΙΔΗ ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Εταιρείας A.C. TRAVEL PLANNERS COLLEGE OF TOURISM AND HOTEL MANAGEMENT LTD κ.α., Συνενωμένες Υποθέσεις: 220/2013 και 222/2013, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:17 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Παναγή και Π. Κούμα, Μελών Συνενωμένες Υποθέσεις: 220/2013 και 222/2013 Μεταξύ: XXXXX ΚΟΥΠΠΑ XXXXX ΚΥΠΕΡΟΥΝΤΑ Αιτήτριες -και-

  1. XXXXX ΙΩΑΝΝΙΔΗ ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Εταιρείας A.C. TRAVEL PLANNERS COLLEGE OF TOURISM AND HOTEL MANAGEMENT LTD
  2. CHRYSAKO EDUCATIONAL CENTRE LIMITED Καθ' ων η αίτηση ------ Ημερομηνία: 30η Μαρτίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τις Αιτήτριες: κ. Στ. Σταυρινίδης Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Δ. Βάκης ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτήτριες είχαν εργοδοτηθεί ως καθηγήτριες από την εταιρεία A.C Travel Planners College of Tourism and Hotel Management Ltd, η οποία διατηρούσε ιδιωτικό κολλέγιο στη Λευκωσία. Η Αιτήτρια στην Αίτηση 220/2013 («η Πρώτη Αιτήτρια») εργοδοτήθηκε την 1.9.2003 και η Αιτήτρια στην Αίτηση 222/2013 («η Δεύτερη Αιτήτρια») την 1.9.
  3. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 με επιστολή που κοινοποίησε στις Αιτήτριες στις 10.2.2012 τις ενημέρωσε ότι από 14.2.2012 η επιχείρηση μεταβιβαζόταν στους Καθ' ων η αίτηση
  4. Η απασχόληση και των δύο Αιτητριών, τερματίστηκε προφορικά στις 26.2.2013 υπό συνθήκες οι οποίες αμφισβητούνται. Οι τελευταίες μισθολογικές απολαβές των Αιτητριών ανέρχονταν για την Πρώτη στα €1.568,50 και για τη Δεύτερη στα €1.763,08 μηνιαίως. Το κατά ποσό οι Αιτήτριες δικαιούνταν στην καταβολή 13ου μισθού αποτελεί ένα από τα επίδικα θέματα που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει. Είναι η θέση των Αιτητριών ότι οι Καθ' ων η αίτηση 2 τους όφειλαν τον μισθό Δεκεμβρίου και 13ο μισθό για το 2012, τα οποία απαίτησαν τόσο οι ίδιες όσο και μέσω της συντεχνίας τους χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ανταπόκριση. Αποτέλεσμα ήταν να κατέλθουν σε απεργία κατά ή περί την 23.1.2013 μαζί με άλλα μέλη του προσωπικού των Καθ' ων η αίτηση
  5. Κατά ή περί τις 25.2.2013 ενώ προσήλθαν μαζί με τον συντεχνιακό τους στον χώρο εργασίας για να συζητήσουν τον τρόπο αποπληρωμής των δεδουλευμένων τους, την επομένη οι Καθ' ων η αίτηση 2 τερμάτισαν προφορικά την απασχόληση τους, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση ή γνωστοποίηση των λόγων τερματισμού της απασχόλησης τους. Συγκεκριμένα, ενώ προσήλθαν στην εργασία τους, ανακάλυψαν ότι η κλειδαριά του γραφείου τους είχε αλλαχθεί. Έτσι με τις υπό κρίση Αιτήσεις αξιώνουν από τους Καθ' ων η αίτηση 2 τις ακόλουθες θεραπείες: (Α) Μισθό Δεκεμβρίου 2012 (Β) Μισθό Ιανουαρίου 2013 (Γ) Αναλογία μισθού Φεβρουαρίου 2013 (Δ) Αναλογία 13ου μισθού για το 2013 (Ε) Αναλογία αδείας για το ακαδημαϊκό έτος 2012 - 2103 (από Σεπτέμβριο 2012 μέχρι Αύγουστο 2013) Και από τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα: (Α) 13ο μισθό για το έτος
  6. (Β) Πληρωμή αντί προειδοποιήσεως. (Γ) Αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. (Δ) Αυξημένες αποζημιώσεις και ή αποζημιώσεις μεγαλύτερες από το προβλεπόμενο ελάχιστο ποσό αποζημιώσεων για απώλεια καριέρας. (Ε) Οποιαδήποτε άλλη ή και περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε διατάξει. (ΣΤ) Νόμιμο τόκο (Ζ) Έξοδα και Φ.Π.Α. Οι Καθ' ων η αίτηση 2 με τους τροποποιημένους γενικούς λόγους εμφάνισης που καταχώρησαν στις 7.7.2015, αρνούνται ότι οι Αιτήτριες δικαιούνταν στην καταβολή 13ου μισθού. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η απεργία στην οποία είχαν κατέλθει οι Αιτήτριες ήταν καταχρηστική και ή παράνομη. Ενώ παραδέχονται ότι στις 26.2.2013 τερμάτισαν την απασχόληση των Αιτητριών χωρίς προειδοποίηση, ισχυρίζονται ωστόσο ότι νομιμοποιούντο να προχωρήσουν σε τερματισμό της απασχόλησης τους, καθώς οι Αιτήτριες αυθαίρετα και ή αδικαιολόγητα απουσίαζαν από την εργασία τους για ένα και πλέον μήνα χωρίς λόγο και χωρίς προηγούμενη άδεια και ή έγκριση του εργοδότη τους σε περίοδο εξετάσεων προκαλώντας τόσο στους ιδίους όσο και στους φοιτητές ζημιά και ταλαιπωρία. Τέλος αρνούνται ότι προχώρησαν σε αλλαγή κλειδαριάς στο γραφείο των Αιτητριών. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ποσά που οι Καθ' ων η αίτηση 2 όφειλαν στις Αιτήτριες κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης τους που ήταν ο μισθός για τον μήνα Δεκέμβριο 2012 και αναλογία μισθού από 1 μέχρι 23 Ιανουαρίου
  7. Επίσης και οι δύο Αιτήτριες είχαν υπόλοιπο ετήσιας άδειας, η Πρώτη 11 (έντεκα) μέρες και η Δεύτερη 15 (Δεκαπέντε) μέρες. Ως επακόλουθο τα επίδικα θέματα που παραμένουν για εξέταση είναι ο 13ος μισθός για το 2012 και οι συνθήκες υπό τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση των Αιτητριών. Κατά πόσο δηλαδή δικαιολογείτο ο τερματισμός της απασχόληση τους ως διατείνονται οι Καθ' ων η αίτηση 2 ή ήταν παράνομος και αδικαιολόγητος ως διατείνονται οι Αιτήτριες. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση 2 απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν τις Αιτήτριες για τους λόγους που επικαλούνται. Περαιτέρω θα πρέπει να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι οι Αιτήτριες δεν δικαιούνταν στην παροχή 13ου μισθού για το
  1. Για τους Καθ' ων η αίτηση 2 κατέθεσε ο διευθυντής τους κ. XXXXX Αδαμίδης ενώ για τις Αιτήτριες εκτός από τις ίδιες, ο συντεχνιακός της ΠΕΟ κ. XXXXX Χ'' Θωμάς. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Με τη γραπτή κατάθεση του ο κ. Σ. Αδαμίδης αναφέρθηκε σε σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Καθ' ων η αίτηση 2, λόγω της οικονομικής κρίσης και της μη εύκολης παραχώρησης άδειας εισόδου στην Κύπρο σε ξένους φοιτητές από τους οποίους εξαρτάτο ουσιαστικά το Κολλέγιο. Έτσι, λόγω μείωσης των εσόδων του Κολλεγίου και μη έχοντας οι Καθ' ων η αίτηση άλλη επιλογή από την απόλυση προσωπικού ή τη μείωση των μισθολογικών απολαβών του, περί το Ιούνιο 2012 κάλεσαν το προσωπικό σε κοινή συνάντηση και το ενημέρωσαν για τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν και την απόφαση τους να προχωρήσουν σε μείωση μισθών από 1.1.2013 και σε μη καταβολή 13ου μισθού από το
  2. Ενημερώνοντας επίσης το προσωπικό ότι υπό διαφορετικές συνθήκες θα προχωρούσαν σε απολύσεις λόγω πλεονασμού, κανένας από το προσωπικό, συμπεριλαμβανομένων και των Αιτητριών, ανέφερε ότι διαφώνησε και σιωπηρά όλοι συμφώνησαν. Περαιτέρω ενώ ισχυρίστηκε ότι κανένας υπάλληλος δεν πήρε 13ο μισθό για το 2012 και ότι από τον Ιανουάριο 2013 οι μισθοί είχαν μειωθεί όπως είχε συμφωνηθεί τον Ιούνιο 2012, παραδέχθηκε ότι τόσο στις Αιτήτριες όσο και στο υπόλοιπο προσωπικό δεν πλήρωσαν τον μισθό Δεκεμβρίου 2012 και τούτο λόγω οικονομικών προβλημάτων, αφού εξήγησαν την κατάσταση στο προσωπικό και ζήτησαν πίστωση χρόνου για την πληρωμή. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε επιστολή ημερ. 11.1.2013 που έλαβαν από τον συντεχνιακό της Π.Α.Σ.Ε.Υ. Π.Ε.Ο. κ. Κ. Χ'' Θωμά και με την οποία τους πληροφορούσε ότι αν δεν αποπλήρωναν το συνολικό ποσό που όφειλαν στο προσωπικό, ήτοι μισθό Δεκεμβρίου 2012, 13ο μισθό και Ταμείο Προνοίας, δεν θα δίσταζαν να δημοσιοποιήσουν το θέμα ως ένα από τα πρώτα μέτρα που θα λάμβαναν (Τεκ.1). Και ενώ εξήγησαν στο προσωπικό τις δυσκολίες και ζήτησαν την κατανόηση του, στις 23.1.2013, οι Αιτήτριες χωρίς καμία προειδοποίηση και χωρίς άδεια, απουσίασαν αδικαιολόγητα και έκτοτε δεν προσήλθαν ξανά στην εργασία τους. Ο μάρτυρας παρουσίασε επίσης επιστολή του κ. Χ'' Θωμά προς το Υπουργείο Εργασίας, ημερ. 24.1.2013 και με θέμα «Επ' αόριστο απεργίας στο Κολλέγιο Τουρισμού», με την οποία ενημέρωνε το Υπουργείο ότι το προσωπικό του Κολλεγίου Τουρισμού σε γενική συνέλευση που πραγματοποιήθηκε αυθημερόν αποφάσισε όπως προχωρήσει σε επ' αόριστο απεργία μέχρι την καταβολή των μισθών Δεκεμβρίου 2012 και Ιανουαρίου 2013, 13ου μισθού για το 2012 και των οφειλών προς το Ταμείο Προνοίας και τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις (Τεκ.2). Την εν λόγω επιστολή κοινοποίησε επίσης στο Υπουργείο Παιδείας και στον ίδιο προσωπικά υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή του Κολλεγίου. Σε αντίθεση με το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, ισχυρίστηκε ότι μιλώντας με το υπόλοιπο προσωπικό του Κολλεγίου (απασχολούσαν συνολικά 20-23 άτομα), εκτός από δύο άλλους υπαλλήλους, όλοι τον διαβεβαίωσαν ότι δεν είχε συγκληθεί ή γίνει οποιαδήποτε γενική συνέλευση του προσωπικού και καμία απόφαση για απεργία λήφθηκε. Επίσης με την κοινοποίηση της επιστολής το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού απευθύνθηκε στους Καθ' ων η αίτηση 2, με σκοπό τη διασφάλιση του ανεπηρέαστου της φοίτησης των σπουδαστών. Ο μάρτυρας σημείωσε περαιτέρω ότι ο Ιανουάριο είναι μήνας εξετάσεων στο Κολλέγιο και ότι μέχρι τις 30.1.2013 θα έπρεπε να δοθούν τα αποτελέσματα στους φοιτητές που παρακάθισαν σε εξετάσεις. Οι Αιτήτριες ως καθηγήτριες του Κολλεγίου ενώ είχαν στην κατοχή τους τα γραπτά των εξετάσεως που έπρεπε να διορθώσουν και παραδώσουν στο Κολλέγιο μέχρι τις 27.1.2013, εν τούτοις παρά τις εκκλήσεις της διεύθυνσης δεν επέστρεψαν τα γραπτά τα οποία μέχρι σήμερα κατακρατούν παράνομα. Ως επακόλουθο το Κολλέγιο αναγκάστηκε να ζητήσει από τους φοιτητές να παρακαθίσουν εκ νέου σε εξετάσεις για το ίδιο θέμα δημιουργώντας έτσι ταλαιπωρία, τεράστιο κόστος και προβλήματα με τους φοιτητές. Και ενόσω οι Αιτήτριες απείχαν των καθηκόντων τους, περί τα μέσα Φεβρουαρίου έγιναν κάποιες διαβουλεύσεις με τη συντεχνία που εκπροσωπούσε τις Αιτήτριες με σκοπό τη διευθέτηση της διαφοράς χωρίς ωστόσο να επέλθει συμφωνία. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι Αιτήτριες από τις 23.1.2013 μέχρι και τις 26.2.2013 απουσίαζαν αδικαιολόγητα από την εργασία τους και στις 26.2.2013 ο ίδιος προσωπικά ανακοίνωσε σε καθεμιά απ' αυτές την απόφαση της Εταιρείας να τερματίσει την απασχόληση τους λόγω της αδικαιολόγητης απουσίας τους και των προβλημάτων που δημιούργησαν στο Κολλέγιο. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία με το προσωπικό για τη μη καταβολή 13ου μισθού για το
  3. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι έγινε συνάντηση όπου παρευρέθηκε όλο το προσωπικό, περιλαμβανομένων και των Αιτητριών, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αντίδραση ή αναφορά ότι δεν γινόταν αποδεκτή η εισήγηση της Εταιρείας. Ομολόγησε ότι μετά την αποστολή του Τεκ. 2 υπήρξαν διαβουλεύσεις στο Υπουργείο Εργασίας χωρίς να ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση ή να υπάρξει κάποιο πόρισμα. Σε υποβολή ότι αυτό που εισηγήθηκε η Εταιρεία ήταν η περαιτέρω μείωση των μισθών κατά 40% και κάποια άλλα δικαιώματα του προσωπικού, ο μάρτυρας επέμενε ότι αυτά που πρότεινε ήταν όσα ανέφερε προηγουμένως δηλαδή μισθό Δεκεμβρίου 2012 και αναλογία Ιανουαρίου
  4. Σε υποβολή ότι οι Αιτήτριες δεν παρέδωσαν τα γραπτά γιατί η διεύθυνση άλλαξε κλειδαριές και δεν είχαν πρόσβαση στο γραφείο τους, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι οι Αιτήτριες θα έπρεπε να παραδώσουν τα γραπτά όχι στο γραφείο τους, αλλά στο τμήμα ακαδημαϊκών υποθέσεων κάτι που δεν έπραξαν. Επίσης, ότι κατακρατούσαν τα γραπτά και τις βαθμολογίες των φοιτητών για να εκδικηθούν το Κολλέγιο και τίποτε άλλο. Σημείωσε ότι οι κλειδαριές αλλάχτηκαν στις 25.2.2013 όταν οι Αιτήτριες ειδοποίησαν ότι την επομένη θα επέστρεφαν στην εργασία τους, κάτι που έπραξαν. Με την γραπτή κατάθεση τους, οι Αιτήτριες ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τις θέσεις που διατυπώνουν στους γενικούς λόγους των Αιτήσεων τους. Αρνούνται τις θέσεις των Καθ' ων η αίτηση 2 και ισχυρίζονται ότι πάντοτε λάμβαναν 13ο μισθό. Αρνούνται επίσης ότι απουσίασαν αυθαίρετα από την εργασία τους και ισχυρίζονται ότι ο λόγος που κατήλθαν σε απεργία οφείλετο καθαρά στην άρνηση του εργοδότη να καταβάλει τα δεδουλευμένα τους για τον μήνα Δεκέμβριο και τον 13ο μισθό για το
  5. Σημειώνουν ότι κατείχαν σημαντική θέση στο Κολλέγιο και ότι λόγω του τερματισμού της απασχόλησης τους υφίστανται μεγάλη ζημιά και οικονομική δυσπραγία καθώς απώλεσαν το μοναδικό τους εισόδημα. Αναφορικά με τον 13ο μισθό και οι δύο Αιτήτριες ανέφεραν ότι δεν συμφώνησαν στη μη καταβολή του. Αντεξεταζόμενη η Δεύτερη Αιτήτρια επανέλαβε ότι η απασχόληση της τερματίστηκε προφορικά στις 26.2.2013 για να συμπληρώσει ότι επιστρέφοντας από την απεργία ο κ. Αδαμίδης τους έκανε πρόταση για μείωση του μισθού τους κατά 40%, μείωση χρόνου διακοπών και μη καταβολή Ταμείου Προνοίας, τονίζοντας ότι μόνο υπό αυτές τις συνθήκες θα δεχόταν να συνεχίσουν την απασχόληση τους. Όταν αυτές αρνήθηκαν τους ζήτησε να περάσουν έξω από το κτήριο. Απορρίπτοντας την υποβολή που της έγινε ότι ο λόγος απόλυσης τους ήταν γιατί απουσίαζαν αδικαιολόγητα από την εργασία τους και δεν παρέδωσαν διορθωμένα τα γραπτά, ανέφερε ότι επί του θέματος δεν έγινε καμία αναφορά. Απέρριψε επίσης τη θέση της άλλης πλευράς ότι αποδέχθηκαν όπως και το υπόλοιπο προσωπικό τη μη καταβολή 13ου μισθού. Την ίδια θέση, αναφορικά με τον 13ο μισθό, εξέφρασε κατά την αντεξέταση της και η Πρώτη Αιτήτρια, τονίζοντας ότι δεν είχε συμφωνηθεί κάτι τέτοιο. Σε υποβολή ότι ο λόγος απόλυσης τους ήταν γιατί απουσίαζαν αδικαιολόγητα από την εργασία τους και δεν παρέδωσαν διορθωμένα τα γραπτά των εξετάσεων, ισχυρίστηκε ότι τα γραπτά τα είχε διορθώσει και τα είχε στο γραφείο της. Επίσης ότι βρίσκονταν σε απεργία και επιστρέφοντας στην εργασία τους δεν μπορούσαν να εισέλθουν στα γραφεία τους για να κάνουν τη δουλειά τους. Ο κ. Κ. Χ'' Θωμάς υπήρξε στέλεχος της Π.Α.Σ.Ε.Υ. Π.Ε.Ο. μέχρι τον Σεπτέμβριο 2015 που διορίστηκε στο Υπουργείο Παιδείας ως λογοπαθολόγος. Αφού αναφέρθηκε στη διαφορά που ανέκυψε μεταξύ Κολλεγίου και Αιτητριών και στις προσπάθειες που κατέβαλε για επίλυση της μεταξύ των διαφοράς, ισχυρίστηκε ότι ακολουθώντας τον Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων, επιδίωξε κατ' αρχάς απευθείας συναντήσεις με τον εργοδότη και ακολούθως αποτάθηκε στο Υπουργείο για κάποια μεσολάβηση. Αναγνωρίζοντας τις επιστολές (Τεκ.1 και Τεκ.2) ισχυρίστηκε ότι της απεργίας προηγήθηκε γενική συνέλευση στην οποία ήταν και ο ίδιος παρών. Την Πρώτη μέρα της απεργίας που πραγματοποιήθηκε στα κτήρια του Κολλεγίου, επί της οδού Ονασαγόρου, ο κ. Αδαμίδης τους κάλεσε στο γραφείο του και τους πρότεινε κάποιες λύσεις που περιληπτικά αφορούσαν μειώσεις ωφελημάτων ή και την απάλειψη τους, κάτι που δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό ως μεσολαβητική πρόταση για λύση της απεργίας. Συνεχίζοντας την απεργίας την επομένη ή μεθεπομένη μέρα, διαπίστωσαν ότι είχαν αλλαχθεί οι κλειδαριές του κτηρίου και είχε απαγορευτεί η είσοδος στους εργαζόμενους που απεργούσαν, γεγονός που τους στέρησε το δικαίωμα να πάρουν προσωπικά αντικείμενα που είχαν στο χώρο, όσο και διάφορες εργασίες που είχαν ετοιμάσει και έπρεπε να παραδώσουν. Αναφορικά με τη συνάντηση που είχαν οι Καθ' ων η αίτηση 2 με το προσωπικό τον Ιούνιο 2012, σημείωσε ότι πάγια θέση της συντεχνίας είναι όπως οι συζητήσεις και διαπραγματεύσεις για ωφελήματα εργοδοτουμένων που είναι ενταγμένοι σε συντεχνίες γίνονται μέσω των εν λόγω οργανώσεων. Γι' αυτό το λόγο και ο ίδιος συμβούλευσε τις Αιτήτριες, όπως και τα υπόλοιπα μέλη, να μην απαντήσουν σε οποιαδήποτε από τα αιτήματα του εργοδότη και να αφήσουν να εξελιχθεί η διαπραγμάτευση μεταξύ συντεχνίας και εργοδότη. Αντεξεταζόμενος, απέρριψε την υποβολή της άλλης πλευράς ότι δεν ακολούθησε τον Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, επιμένοντας στη αρχική του θέση. Ανάλυση Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, η όλη υπόθεση θα πρέπει να αποφασισθεί με την εξέταση δύο βασικών σημείων: (i) Το δικαίωμα ή μη των Αιτητριών στην πληρωμή 13ου μισθού για το 2012, (ii) Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση των Αιτητριών. Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση των δύο πιο πάνω σημείων θα πρέπει κατ' αρχάς να αξιολογήσουμε την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ώστε η νομική ανάλυση να τεθεί σε συγκεκριμένο και στέρεο υπόβαθρο γεγονότων. Μέσα από τη μαρτυρία του κ. Αδαμίδη προκύπτει ως αναντίλεκτο το γεγονός ότι, περί τον Ιούνιο 2012 οι Καθ' ων η αίτηση 2 κάλεσαν το προσωπικό σε κοινή συνάντηση και το ενημέρωσαν για την απόφαση τους να προχωρήσουν σε μειώσεις μισθών από 1.1.2013 και σε μη καταβολή 13ου μισθού από το
  6. Αφού επικαλέστηκαν οικονομικές δυσκολίες που οφείλονταν στη μείωση των εσόδων του Κολλεγίου, ανέφεραν στο προσωπικό ότι αν αυτά δεν γίνονταν αποδεκτά αναγκαστικά θα προχωρούσαν σε απολύσεις λόγω πλεονασμού. Ο κ. Αδαμίδης εισηγήθηκε στη μαρτυρία του ότι στη συνάντηση κανένας από τους παρευρισκόμενους, περιλαμβανομένων και των Αιτητριών, ανέφερε ότι δεν συμφωνούσε και ότι σιωπηρά όλοι συμφώνησαν, ζήτημα ωστόσο που δεν επιβεβαιώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ούτε και θα μπορούσε να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα με βάση την ισχνή μαρτυρία που προσφέρθηκε, καθώς όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε δεν υπήρξε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία με το προσωπικό για μη καταβολή 13ου μισθού. Αντίθετα, σε μεταγενέστερο στάδιο από την εν λόγω συνάντηση και όταν ήδη ο 13ος μισθός για το 2012 κατέστη πληρωτέος, οι Αιτήτριες μέσω της συντεχνίας τους κοινοποίησαν την επιστολή ημερ. 11.1.2013 (Τεκ.1) απαιτώντας άμεση καταβολή του μισθού για τον μήνα Δεκέμβριο 2012 και του 13ου μισθού για το αντίστοιχο έτος. Η μη ανταπόκριση των Καθ' ων η αίτηση 2 στο περιεχόμενο της ως άνω επιστολής, οδήγησε στη λήψη περαιτέρω μέτρων με την αποχή των Αιτητριών από την εργασία τους. Είναι κοινή συνισταμένη των θέσεων των διαδίκων, όπως προβάλλεται μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι οι Αιτήτριες απουσίαζαν από την εργασία τους από τις 23.1.2013 μέχρι τις 26.2.2013 που απολύθηκαν προφορικά δια στόματος του μάρτυρα και διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση 2 κ. Αδαμίδη. Την επομένη της απουσίας τους δηλαδή στις 24.1.2013, ο συντεχνιακός της Π.Ε.Ο. κ. Χ'' Θωμάς ενημέρωσε με το Τεκ.2 το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την απόφαση του Προσωπικού του Κολλεγίου να κατέλθει σε επ' αόριστο απεργία μετά από γενική συνέλευση που πραγματοποιήθηκε αυθημερόν, με αίτημα την καταβολή των μισθών Δεκεμβρίου 2012 και Ιανουαρίου 2013, 13ου μισθού για το 2012 και των οφειλών προς το Ταμείο Προνοίας και τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Από την ενώπιον μας μαρτυρία φαίνεται ότι εκτός από τους εργοδοτούμενους - μέλη της συντεχνίας Π.Ε.Ο., το υπόλοιπο προσωπικό των Καθ' ων η αίτηση 2 δεν απείχε των καθηκόντων του. Και ενώ ο κ. Αδαμίδης έθεσε με τη μαρτυρία του ως παράνομη την απεργία στην οποία κατήλθαν οι Αιτήτριες μαζί με τους υπόλοιπους εργοδοτούμενους - μέλη της συντεχνίας Π.Ε.Ο., σημειώνοντας ότι δεν υπήρξε καμία γενική συνέλευση του προσωπικού για λήψη μιας τέτοιας απόφασης, εν τούτοις δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι στο διάστημα που οι Αιτήτριες απείχαν των καθηκόντων τους και συγκεκριμένα περί τα μέσα Φεβρουαρίου 2013, έγιναν κάποιες διαβουλεύσεις των Καθ' ων η αίτηση 2 με τη συντεχνία που εκπροσωπούσε τις Αιτήτριες με σκοπό τη διευθέτηση της διαφοράς, χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε συμφωνία. Επίσης, δεν αρνήθηκε ότι μετά την κοινοποίηση του Τεκ.2 υπήρξαν διαβουλεύσεις στο Υπουργείο Εργασίας χωρίς επίσης να ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση ή να υπάρξει κάποιο πόρισμα. Περαιτέρω, κατά την εν λόγω συνάντηση, οι Καθ' ων η αίτηση 2 σε καμιά περίπτωση δεν φάνηκε να έθεσαν υπό αμφισβήτηση το περιεχόμενο της επιστολής (Τεκ.2). Η θέση των Αιτητριών ότι οι εν λόγω διαβουλεύσεις των Καθ' ων η αίτηση 2 με τη συντεχνία έλαβε χώρα στις 25.2.2013 δεν φαίνεται να έχει αμφισβητηθεί από τον κ. Αδαμίδη. Περαιτέρω ενώ ο τελευταίος απέφυγε να τοποθετηθεί επί της θέσεως των Αιτητριών, ότι με την επιστροφή στην εργασία τους, τους προτάθηκε περαιτέρω μείωση μισθού κατά 40%, λέγοντας ότι τους πρότειναν όσα ανέφερε στην κατάθεση του, εν τούτοις κατά την κυρίως εξέταση του δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι στη συνάντηση που είχαν με το προσωπικό τον Ιούνιο 2012 αποφάσισαν πέραν του 13ου μισθού και μείωση μισθών από 1.1.2013, απόφαση που τελικά τέθηκε σε εφαρμογή από τον Ιανουάριο
  7. Επίσης ενώ αναφέρθηκε σε γραπτά εξετάσεων που οι Αιτήτριες παρέλειψαν να διορθώσουν και να παραδώσουν στο Κολλέγιο μέχρι τις 27.1.2013, ισχυριζόμενος ότι ζητήθηκε από τους φοιτητές να παρακαθίσουν εκ νέου σε εξετάσεις για το ίδιο θέμα δημιουργώντας έτσι ταλαιπωρία, τεράστιο κόστος και προβλήματα με τους φοιτητές, εν τούτοις ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν βρίσκει έρεισμα σε οποιοδήποτε έγγραφο και ούτε φαίνεται να είχε ζητηθεί από τις Αιτήτριες να επιστρέψουν τα γραπτά. Αντίθετα οι Καθ' ων η αίτηση 2 ενώ προβάλλουν τον εν λόγω ισχυρισμό ως σοβαρό λόγο για την απόλυση των Αιτητριών, εν τούτοις δεν παρέλειψαν και σε μεταγενέστερο στάδιο να ευρίσκονται σε διαβουλεύσεις με τις συντεχνίες και το Υπουργείο Εργασίας με σκοπό τη διευθέτηση της μεταξύ τους διαφοράς. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του συντεχνιακού κ. Χ'' Θωμά παρατηρούμε ότι περιέπεσε σε αρκετές αντιφάσεις αναφορικά με τον χρόνο που επισυνέβησαν τα διάφορα γεγονότα, όπως η συνάντηση με τον κ. Αδαμίδη και η αλλαγή των κλειδαριών. Η ουσία ωστόσο της μαρτυρίας του έγκειται στο γεγονός ότι επιβεβαίωσε τα διάφορα γεγονότα επί των οποίων αναφέρθηκαν οι υπόλοιποι μάρτυρες και ταυτόχρονα αναγνώρισε και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο των επιστολών (Τεκ.1 και 2). Με βάση την πιο πάνω ανάλυση της μαρτυρίας, που αποτελεί και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, θα πρέπει να εξετασθούν τα δύο σημείο που θέτουμε ανωτέρω. (i) Το δικαίωμα ή μη των Αιτητριών στην πληρωμή 13ου μισθού Αρχίζοντας τη σχετική ανάλυση πρέπει να υπενθυμίσουμε τα όσα τονίστηκαν στην Αγγλική απόφαση Laws v. London Chronicle Ltd
(1959)2 All E.R. 285, ότι μία σύμβαση εργασίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα είδος σύμβασης όπως όλες οι άλλες, έτσι ώστε το γενικότερο δίκαιο των συμβάσεων να είναι εφαρμοστέο. Σχετική αναφορά γίνεται και στο σύγγραμμα, A Practical Approach to Employment Law, του John Bowers, Seventh Edition, 2005, p.46, την οποία παραθέτουμε: 3.35 Like all other contracts, the contract of employment is constituted by offer and acceptance supported by consideration. The offer in the great majority of cases comes from the employer, and is accepted in writing or simply by the conduct of the employee in actually turning up for work. 3.40 The contract of employment is one of the most dynamic of legal agreements, changing frequently during its course as circumstances alter. Any variation in contractual terms, however, requires the assent, express or tacit, of both parties and should be supported by consideration. This tacit consent may be represented by the employee simply carrying on working under altered conditions. Από την άποψη λοιπόν του ουσιαστικού δικαίου, οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων της σύμβασης εργασίας απαιτεί τη συγκατάθεση, ρητή ή σιωπηρή, και των δύο μερών η οποία θα πρέπει να υποστηρίζεται από αντιπαροχή. Η συγκατάθεση του εργοδοτουμένου μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω συλλογικών ή ξεχωριστών διαπραγματεύσεων ή μπορεί να συναχθεί από την ίδια τη συμπεριφορά του. Η δε σιωπηρή συγκατάθεση δύναται να συναχθεί μέσα από τις ενέργειες του εργοδοτουμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους μεταβαλλόμενους όρους εργασίας. Μια από τις βασικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις του εργοδότη είναι η καταβολή του συμφωνηθέντος ή συμβατικού μισθού στον εργοδοτούμενο. Μονομερής (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτούμενου) και αυθαίρετη (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα του εργοδότη) τροποποίηση των όρων μισθοδοσίας η οποία έχει ως συνέπεια τη μείωση των απολαβών του εργοδοτούμενου συνιστά, στην περίπτωση που η μείωση είναι αρκούντως ουσιώδης ('of sufficient materiality'), παράβαση (repudiation) ουσιώδους όρου της σύμβασης εργασίας, η οποία παρέχει στον τελευταίο το δικαίωμα να τερματίσει νόμιμα την απασχόληση του σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Από τη στιγμή που εκδηλώθηκε η ενέργεια του εργοδότη, δηλαδή η παράβαση και μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, που σε τελικό στάδιο προκαλεί άμεση ή έμμεση ζημιά στον εργοδοτούμενο, τότε ο εργοδοτούμενος έχει το δικαίωμα να επιλέξει μια από τις πιο κάτω πορείες: (α) Να επιβεβαιώσει τη σύμβαση απασχόλησης του και να επιμείνει στην περαιτέρω εκτέλεση της (β) να αποδεχθεί την αποκήρυξη της, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση η σύμβαση φθάνει σ' ένα τέλος. Μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί να παραμείνει ανοικτή μέχρι τέλους. Ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να ενεργήσει άμεσα γιατί εάν συνεχίσει να απασχολείται για κάποια χρονική περίοδο κινδυνεύει να χάσει όλα τα δικαιώματα του και να θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει τη σύμβαση (D. Brodie, The Employment Contract, 2005, p.221). Στην υπόθεση Rigby v. Ferodo [1987] IRLR 51 μια σοβαρή οικονομική κρίση έπληξε τις επιχειρήσεις των εργοδοτών και ένας μεγάλος αριθμός εργοδοτουμένων κατέστησαν πλεονάζοντες, με επακόλουθο οι αυξήσεις να μην δοθούν και οι οικονομίες των εργοδοτών να διατεθούν σε όσους είχαν απολυθεί. Ευρισκόμενοι οι εργοδότες σε ένα οικονομικό γκρεμό, τον Αύγουστο του 1982 προσπάθησαν μονομερώς να παρουσιάσουν στο προσωπικό μια αναθεωρημένη δομή μισθών, την οποία σε εκείνο το στάδιο, δεν κατάφεραν να εφαρμόσουν. Προ του κινδύνου να απολύσουν προσωπικό και να θέσουν τις επιχειρήσεις τους σε μαρασμό, επιδίωξαν ως μόνη εφικτή εναλλακτική λύση τη μείωση μισθών. Η General Workers Union, μια από τις συντεχνίες, συμφώνησε στη μείωση, όπως και μια άλλη ένωση συμφώνησε να βοηθήσει τους εργοδότες. Στις 19.8.1982 οι εργοδότες ζήτησαν από μία άλλη συντεχνία, την CSEU, μείωση μισθών κατά 5%, ενώ σε κατοπινό στάδιο την ενημέρωσαν ότι λόγω της κατάστασης, αν δεν υπήρχε διευθέτηση μέχρι τις 17.9.1982 οι μειώσεις των μισθών θα τίθεντο σε εφαρμογή. Σειρά συναντήσεων δεν οδήγησαν σε συμφωνία και έτσι στις 18.9.1982 οι εργοδότες διακήρυξαν γραπτώς την κατ' αναλογία μείωση μισθών. Σε συνελεύσεις των μελών της συντεχνίας αποφασίστηκε μετά από ψήφιση ότι δεν θα λαμβάνονταν απεργιακά μέτρα. Το κατά πόσο οι μειώσεις των μισθών γίνονταν η όχι αποδεκτές δεν τέθηκε σε ψήφιση Στις 14.10.1982 σε νέα συνάντηση με τους εργοδότες η CSEU απαίτησε την καταβολή των αποκοπέντων μισθών. Η διαφορά δεν καταβλήθηκε και τον Φεβρουάριο του 1983 ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση η οποία απορρίφθηκε. Στις 22.3.1984 άσκησε αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για παράβαση της σύμβασης απασχόλησης του. Ο πρωτόδικος Δικαστής απεφάσισε κατ' αρχήν ότι η CSEU δεν συμφώνησε στην αποκοπή μισθών. Καταλήγοντας ανέφερε ότι η ανακοίνωση για τη μείωση των μισθών που ψηφίστηκε στις 18.9.1982 αποτελούσε παραβίαση της σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή, η οποία συνεχίστηκε να ισχύει και μετά τη ψήφιση της. Ότι κατά παράβαση της σύμβασης οι εργοδότες πλήρωσαν στον Αιτητή χαμηλότερο μισθό απ' ότι δικαιούταν, με επακόλουθο να δικαιούται σε αποζημίωση. Υιοθετώντας την κατάληξη του Πρωτόδικού δικαστή και του Court of Appeal ο Lord Oliver ανέφερε επί λέξει τα ακόλουθα: ".For my part, I can see no reason in Law or logic why, leaving aside for the moment the extreme case of outright dismissal or walk-out, a contract of employment should be on any different footing from any other contract as regards the principle that "an unaccepted repudiation is a thing writ in water and of no value to anybody": per Asquith L.J. in Howard v. Pickford Truck Co. Ltd [1951] 1 K.B. 417,
  1. My Lords, the one thing that is clear in this case is that the appellant had no intention whatever of terminating the contracts of employment with its workforce except by compelling the acceptance of new contractual terms which Mr. Rigby and his fellow C.S.E.U. members were, as they made it quite clear, unwilling to accept and which they never did accept. Faced with that situation the appellant could have chosen to terminate their contracts on proper notice. It chose not to do so. It could have dismissed them out of hand and faced the consequences. It chose not to do so. It continued to employ them, week by week under contracts which entitled them to a certain level of wages but withheld from them a part of that entitlement. I can, in those circumstances, see no answer at all to Mr. Rigby's claim and the trial Judge and the Court of Appeal were, in my judgment, plainly right in the conclusions at which they arrived. It has been submitted that there were some sort of implied acceptance on the part of Mr. Rigby of the appellant's repudiation by working on. At the trial this was put on the basis of estoppel, waiver and acquiescence. All there were rejected the trial Judge and, in my judgment, he was on the facts which he found, quite plainly right to reject them. I can, for my part, see no other basis upon which it can be argued that the continued working by Mr. Rigby and his acceptance for the time being under protest of the wage that the appellant, with full knowledge of his lack of agreement, chose to pay him is to be construed as an acceptance by him either, the repudiation by the appellant of the original continuing contractor the new terms which the appellant was seeking to impose". Στην υπόθεση Wilton v. Peebles (EAT/835/93) προέκυψε η εξής επιχειρηματολογία: Οι εργοδοτούμενοι δεν έφεραν ένσταση, δεν παραπονέθηκαν και δεν διαμαρτυρήθηκαν όσο συστηματικά και έντονα μπορούσαν να πράξουν. Παρόλα αυτά αποφασίστηκε ότι αυτό το επιχείρημα ήταν νομικά άσχετο. Δεν είναι αναγκαίο για έναν εργοδοτούμενο που παραπονείται να ξεκινήσει μια συστηματική ή έντονη διαμαρτυρία για να εμποδίσει μια συμφωνία που του έχει επιβληθεί μονομερώς από τον εργοδότη του. Εφόσον έχει καταστήσει ξεκάθαρη τη θέση του ότι δεν συμφωνεί στη μείωση του μισθού του, με το να συνεχίσει να εργάζεται δεν μπορεί να δεσμεύεται από μια συμφωνία που του επιβάλλει να αποδεχθεί τη μείωση. Παρόλα ταύτα η υπόθεση Wilton ενεργεί για να μας θυμίζει ότι η έκφραση της αντίρρησης είναι αναγκαία. Επί των ιδίων νομικών αρχών κινείται και η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων. Στην απόφαση του Αρείου Πάγου με αρ. 650/2005 σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν.2112/1920 και των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ προκύπτει ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης. Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημιά. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. β) Να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Και γ) Να εμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων. Η μεταβολή των όρων εργασίας παύει να είναι μονομερή, εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί αυτή ρητά ή σιωπηρά, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο εργαζόμενος δεν δύναται να ασκήσει τις ανωτέρω υπό στοιχεία β' και γ' αξιώσεις (θεώρηση της μεταβολής ως καταγγελίας και καταβολή της νόμιμης γι' αυτήν αποζημίωση ή την τήρηση των όρων της σύμβασης). Σιωπηρή αποδοχή συνιστά η επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητη και ανεπιφύλακτη συμμόρφωση του μισθωτού στους νέους όρους εργασίας.» Στην υπόθεση Ms RV Simms v. Sainsbury Supermarkets Ltd [2005] ALL ER (D) 144 παραπέμποντας το Δικαστήριο στην υπόθεση W.E. Cox Toner (ανωτέρω) σημείωσε ότι από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος καθιστά σαφή τη διαφωνία του με την παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας του δεν θα θεωρείται ότι επιβεβαίωσε τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται και να πληρώνεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Το αν υπήρξε επιβεβαίωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό στηριζόμενο επί των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Στην περίπτωση που ένας εργοδοτούμενος, χωρίς να επιφυλάξει τη θέση του, συνεχίζει να εργάζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά που ο εργοδότης κατέστησε σαφή τη θέση του επί ενός θέματος διαφωνίας, τότε θεωρείται ότι ο εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε τη σύμβαση και δεν μπορεί να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση σε κατοπινό στάδιο. Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, το Δικαστήριο για να καταλήξει στο τελικό του συμπέρασμα θα πρέπει να εξακριβώσει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης εάν υπήρξε, κατά πρώτο λόγο, μονομερής και αυθαίρετη παράβαση των όρων απασχόλησης του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με τις μισθολογικές απολαβές του, κατά δεύτερο λόγο, εάν η παράβαση αυτή ήταν αρκούντως σοβαρή ώστε να δικαιολογεί εξαναγκασμό του σε παραίτηση, κατά τρίτο λόγο, εάν η παραίτηση του οφείλετο στη συγκεκριμένη παράβαση και, κατά τέταρτο λόγο, εάν ο Αιτητής επιβεβαίωσε (affirm) ή όχι τη σύμβαση εργασίας του μετά τη διαφοροποίηση των όρων απασχόλησης του από τους Καθ' ων η αίτηση. Από τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση, επικαλούμενοι οικονομικές δυσκολίες που αφορούσαν την επιχείρηση τους, αποφάσισαν όπως προχωρήσουν σε μείωση των μισθολογικών απολαβών του προσωπικού τους, συμπεριλαμβανομένων και των Αιτητριών, από 1.1.2013 και σε μη καταβολή 13ου μισθού από το
  2. Επρόκειτο για μια μονομερή και αυθαίρετη απόφαση για την οποία οι Αιτήτριες σε καμία περίπτωση δεν διεφάνη - έστω απομακρυσμένα -, να έδωσαν τη συγκατάθεση τους. Αντίθετα, όταν ο 13ος μισθός για το 2012 κατέστη πληρωτέος, οι Αιτήτριες χωρίς καμία καθυστέρηση, κατέστησαν σαφή και ξεκάθαρη τη διαφωνία τους, απαιτώντας γραπτώς μέσω της συντεχνίας τους την άμεση καταβολή του. Επίσης, η μη ανταπόκριση των Εργοδοτών οδήγησε στη λήψη περαιτέρω μέτρων με την αποχή των Αιτητριών από την εργασία τους. Περαιτέρω, όπως παραδέχθηκε και ο κ. Αδαμίδης, δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία με το προσωπικό για μη καταβολή 13ου μισθού, αλλά ούτε και από τη σύμβαση εργασίας προκύπτει οποιοδήποτε συμβατικό δικαίωμα που θα νομιμοποιούσε τους Καθ' ων η αίτηση 2 να τροποποιήσουν / μεταβάλουν τους όρους απασχόλησης των Αιτητριών χωρίς τη συγκατάθεση τους που σε κάθε περίπτωση, εντός των πλαισίων κατάρτισης μιας έγκυρης συμφωνίας, θα πρέπει να υποστηρίζεται από αντιπαροχή. Καθοδηγούμενοι επίσης από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές (βλ. Rigby v. Ferodo) κρίνουμε ότι τα οικονομικά προβλήματα που επικαλούνται οι Εργοδότες, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την μονομερή απόφαση τους. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το ποσό που οι Καθ' ων η αίτηση 2 μονομερώς αποφάσισαν να αποκόψουν από τις μισθολογικές απολαβές των Αιτητριών, σε συνάρτηση με το σύνολο των αποδοχών τους, κρίνουμε ότι ήταν σημαντικό και αρκούντως ουσιαστικό και ότι συνιστούσε ουσιώδη παράβαση και ή ουσιώδη μεταβολή των συμφωνηθέντων όρων απασχόλησης, που θα δικαιολογούσε τον τερματισμό της απασχόλησης των Αιτητριών λόγω της διαγωγής των Καθ' ων η αίτηση
  3. Ως επακόλουθο, καταλήγουμε, ότι οι Αιτήτριες δικαιούνται στην πληρωμή 13ου μισθού για το 2012, τον οποίον οι Καθ' ων η αίτηση 2 μονομερώς και αυθαιρέτως αποφάσισαν να αποκόψουν από τις απολαβές των Αιτητριών, για λόγους που επικαλούνται και αφορούν την επιχείρηση τους και οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν μια τέτοια απόφαση. (ii) Οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης των Αιτητριών Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι Καθ' ων η αίτηση 2 έχουν αποδείξει ότι νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισαν την απασχόληση των Αιτητριών για τους λόγους που επικαλούνται και δεν είναι άλλοι από την αδικαιολόγητη απουσία των Αιτητριών από την εργασία τους και τα προβλήματα που δημιούργησαν στο Κολλέγιο. Σε αντιδιαστολή με τη θέση αυτή οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι η απουσία τους οφείλετο σε επ' αόριστο απεργία για τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή του συντεχνιακού κ. Χ'' Θωμά προς το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκ.2). Ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση 2 με την αγόρευση του θέτει την απεργία ως παράνομη καθότι οι Αιτήτριες δεν νομιμοποιούνταν από μόνες τους να κατέλθουν σε απεργία χωρίς την ύπαρξη συλλογικής απόφασης μέσω της συντεχνίας και χωρίς την τήρηση των νομίμων διαδικασιών. Είναι εισήγηση του ότι δεν συγκλήθηκε και δεν έλαβε χώρα καμία γενική συνέλευση για να ληφθεί δεόντως ή νομίμως απόφαση για απεργιακά μέτρα. Αντίθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητριών θέτει την απεργία ως νόμιμη και ως μέτρο που οι Καθ' ων η αίτηση 2 αποδέχθηκαν μέσα από τη συμπεριφορά τους. Η απεργία είναι δικαίωμα συνταγματικά κατοχυρωμένο. Σύμφωνα με το άρθρο 27
(1)του Συντάγματος, «Το δικαίωμα του απεργείν αναγνωρίζεται και η άσκησις τούτου δύναται να ρυθμισθή υπό του νόμου προς τον σκοπόν μόνον της προστασίας της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της διατηρήσεως των εφοδίων και υπηρεσιών των απαραιτήτων δια την ζωήν του λαού ή της προστασίας των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις οιονδήποτε πρόσωπον δικαιωμάτων και ελευθεριών». Το Σύνταγμα δεν περιέχει τον ορισμό της απεργίας. Ο ορισμός πρέπει να ερμηνευτεί σύμφωνα με την έννοια που του αποδίδεται στην επιστήμη και τη νομολογία. Στην απόφαση Σύνδεσμος Βιομηχάνων Θραυστών Σκύρων Άμμου και άλλοι ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού
(1992)4 Α.Α.Δ. 711, η έννοια της απεργίας παραπέμπει σε «συλλογική αποχή μισθωτών από την εργασία με σκοπό να ασκήσουν κατά κανόνα πίεση στην εργοδοτική πλευρά, στην επιδίωξη τους να εξυπηρετήσουν, να διασφαλίσουν και να προάγουν τα συλλογικά εργασιακά τους συμφέροντα». Η ίδια έννοια αποδίδεται και από τον Δ. Ζερδελή στο σύγγραμμα του «Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο», 2016, σελ. 263, όπου αναφέρονται τα εξής: «Απεργία είναι η συλλογική αποχή των εργαζομένων από την εργασία, με σκοπό να ασκήσουν, κατά κανόνα, πίεση στην εργοδοτική πλευρά στην επιδίωξη τους να διασφαλίσουν και να προάγουν τα συλλογικά συμφέροντα τους. Η αποχή είναι και προσωρινή, αφού πρόθεση των απεργών είναι να επιστρέψουν, μετά τη λήξη της απεργίας, στην εργασία τους και να συνεχίσουν κανονικά την παροχή της εργασίας τους. Επομένως, τα εννοιολογικά στοιχεία της απεργίας είναι: η προσωρινή αποχή από την εργασία, ο συλλογικός χαρακτήρας της αποχής και η άσκηση πίεσης στην άλλη πλευρά με σκοπό την ικανοποίηση συλλογικών συμφερόντων.» Παραπέμπει επίσης στην απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με αρ. 1100/1986, ΕΕργΔ 1987,62 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Εξάλλου, απεργία, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρ. 23 §2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με την εναρμονισμένη προς αυτή διάταξη του άρθρ. 19 § 1 εδαφ. α' του ν. 1264/1982, είναι η συλλογική αποχή των μισθωτών από την εργασία, που αποφασίζεται και κηρύσσεται από τις νόμιμα συνεστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις τους με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων και ως εκδήλωση αλληλεγγύης για τους ίδιους σκοπούς. Ενόψει τούτων, κάθε συλλογική αγωνιστική αποχή εργαζομένων από την εργασία τους που συγκεντρώνει τα παραπάνω στοιχεία αποτελεί απεργία, η δε μεγάλη ή μικρή διάρκεια αυτής δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των συστατικών στοιχείων της έννοιας της απεργίας, αφού για τη διεξαγωγή της δεν προβλέπονται χρονικοί περιορισμοί από την κειμένη νομοθεσία. Ούτε επίσης αποτελεί κριτήριο για την έννοια της απεργίας ο απαιτούμενος από το νόμο τρόπος της κηρύξε­ως της από κάποιο συλλογικό όργανο. Επομένως, απεργία με την προαναφερθείσα έννοια, είναι και η στάση εργασίας που πραγματοποιείται για ορισμένο συλλογικό αγωνιστικό σκοπό και κατά την οποία η αναστολή της παροχής εργασίας διαρκεί συνήθως λιγότερο από το ότι το ημερήσιο ωράριο εργασίας». Στο ίδιος σύγγραμμα, σελ. 264, τονίζεται επίσης ότι «στόχος της απεργίας είναι η ρύθμιση μιας συλλογικής διαφοράς, και όχι η επίλυση μιας καθαρά νομικής διαφοράς που έχει ανακύψει από τη μη ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων αξιώσεων των εργαζομένων συναφών με την παροχή εργασίας». Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας μπορεί να υποστεί περιορισμούς για τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στην πιο πάνω διάταξη του Συντάγματος. Περιορισμούς στην άσκηση της απεργίας θέτει και ο περί Συντεχνιών Νόμος του 1965 (Ν.71/1965)ως έχει τροποποιηθεί. Το άρθρο 18 (Πρώτο Παράρτημα) απαιτεί η απόφαση για απεργία να λαμβάνεται με μυστική ψηφοφορία και να εξασφαλίζει την έγκριση της διοικούσας επιτροπής της συντεχνίας. Η απεργία που γίνεται χωρίς να τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το Σύνταγμα και η νομοθεσία, είναι παράνομη και σε μια τέτοια περίπτωση η παράνομη απεργία ως συλλογικό φαινόμενο, έχει επιπτώσεις και στο επίπεδο των ατομικών συμβάσεων εργασίας, καθόσον η κρίση για τον νόμιμο ή παρά-νομο χαρακτήρα της απεργίας επηρεάζει και την κρίση για την νομιμότητα της συμπεριφοράς του καθενός εργαζόμενου που συμμετέχει στον απεργιακό αγώνα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει, είναι φανερό ότι στην προκείμενη περίπτωση η πλευρά των Αιτητριών δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία, όπως πρακτικά συνελεύσεως, που να καταδεικνύουν ότι η απόφαση για απεργία λήφθηκε με μυστική ψηφοφορία ως προβλέπεται στον περί Συντεχνιών Νόμο. Παρόλα αυτά όμως, από το Τεκ. 2 διαφαίνεται ότι μια τέτοιο απόφαση λήφθηκε από τους εργοδοτούμενους των Καθ' ων η αίτηση 2 που πρόσκειντο στη συντεχνίας ΠΕΟ, μεταξύ των οποίων και οι Αιτήτριες, γεγονός που επιβεβαίωσαν με την αποχή από την εργασία τους, με κοινό σκοπό τη διαφύλαξη των εργασιακών δικαιωμάτων τους. Και ενόσω οι Αιτήτριες και οι άλλοι εργοδοτούμενοι, μέλη της συντεχνίας Π.Ε.Ο. απείχαν των καθηκόντων τους, με απώτερο σκοπό τη διαφύλαξη των εργασιακών τους συμφερόντων που αφορούσαν τη μονομερή και αυθαίρετη απόφαση των Καθ' ων η αίτηση 2 να μειώσουν τις μισθολογικές απολαβές τους, οι Καθ' ων η αίτηση 2 σε καμία περίπτωση δεν έθεσαν υπό αμφισβήτηση το νόμιμο της απόφαση των εν λόγω εργοδοτουμένων να κατέλθουν σε απεργία. Αντίθετα, όπως είναι παραδεκτό, μετά την αποστολή του Τεκ.2 ακολούθησαν διαβουλεύσεις στο Υπουργείο Εργασίας, στην παρουσία των Καθ' ων η αίτηση 2 καθώς και διαβουλεύσεις των ιδίων και της συντεχνίας που εκπροσωπούσε τις Αιτήτριες, στην προσπάθεια τους να επιλύσουν την μεταξύ τους διαφορά, χωρίς ωστόσο να επέλθει οποιαδήποτε συμφωνία. Σε τελικό στάδιο ερχόμενοι οι Καθ' ων η αίτηση 2 σε διαβουλεύσεις με τις Αιτήτριες και τους εκπροσώπους τους επιδίωξαν να επιλύσουν τη μεταξύ τους εργατική διαφορά με την επιβολή των δικών τους συμβατικών όρων, προτείνοντας πέραν της αποκοπής του 13ου μισθού και περαιτέρω μείωση μισθών, κάτι που οι Αιτήτριες ήταν απρόθυμες να αποδεχθούν και ουδέποτε αποδέχθηκαν, με αποτέλεσμα οι Καθ' ων η αίτηση 2, χωρίς άλλο, να τερματίσουν προφορικά την απασχόληση τους. Όλα τα πιο πάνω λοιπόν εκθεμελιώνουν την εισήγηση της πλευράς των Καθ' ων η αίτηση 2 ότι τερμάτισαν την απασχόληση των Αιτητριών για τους λόγους που επικαλούνται. Άλλωστε μια τέτοια εισήγηση, όπως έχουμε αναφέρει ανωτέρω, δεν βρίσκει έρεισμα σε κανένα έγγραφο αλλά ούτε και στα ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης, από τα οποία δεν φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε νύξη ή επίκληση κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και ενόσω οι Αιτήτριες απείχαν των καθηκόντων τους. Είναι ανάλογο λοιπόν εύρημα μας, με βάση την αποδοχή των ουσιαστικών μέρων της μαρτυρίας των Αιτητριών, ότι οι Καθ' ων η αίτηση 2, προχώρησαν στο τερματισμό της απασχόλησης τους, λόγω της άρνησης τους να αποδεχθούν τους συμβατικούς όρους που αυτοί ήθελαν να τους επιβάλουν και όχι για τους λόγους που επικαλούνται. Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση 2 παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση των Αιτητριών. Κατάληξη Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικάσει. Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), αλλά ούτε και μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού που θα δικαιούταν ο εργοδοτούμενος εάν κηρυσσόταν πλεονάζον προσωπικό (παράγραφος 2 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό που θα επιδικάσει. Για τον υπολογισμό όμως του εν λόγω ποσού, δέον να λάβει υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενο (β) την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου (γ ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου» Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι η Πρώτη Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για εννέα συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς του Νόμου το ποσό των €392,12 εβδομαδιαίως, ενώ η Δεύτερη Αιτήτρια εργάστηκε για έντεκα συναπτά έτη και λάμβανε για σκοπούς του Νόμου το ποσό των €440,77 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση των Αιτητριών, τη διάρκεια της απασχόλησης τους, τα ημερομίσθια τους ως και τους υπόλοιπους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο και δίκαιο να επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, στην Πρώτη Αιτήτρια το ποσό των €8.038,46 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 20,5 βδομάδων και στη Δεύτερη Αιτήτρια το ποσό των €11.460,02 που αντιστοιχεί με απολαβές 26 βδομάδων. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9 του Νόμου και οι δύο Αιτήτριες δικαιούνται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι για την Πρώτη Αιτήτρια ποσό €3.136,96 και για τη Δεύτερη Αιτήτρια ποσό €3.526,16. Περαιτέρω με βάση την πιο πάνω κατάληξη μας και οι δύο Αιτήτριες δικαιούνται στην καταβολή 13ου μισθού για το 2012, ήτοι για τη Πρώτη Αιτήτρια το ποσό των €1.568,50 και για την Δεύτερη Αιτήτρια το ποσό των €1.763,08. Περαιτέρω με βάση τα δηλωθέντα παραδεκτά γεγονότα και οι δύο Αιτήτριες δικαιούνται τον μισθό του μηνός Δεκεμβρίου 2012 και δεδουλευμένα μέχρι 23.1.2013 ήτοι για την Πρώτη Αιτήτρια το ποσό των (€1.568,50 και €1.176,37 αντίστοιχα)=€2.744,87 και για την Δεύτερη Αιτήτρια το ποσό των (€1.763,08 και €1.322,31 αντίστοιχα)=€3.085,39. Τέλος με βάση τα δηλωθέντα παραδεκτά γεγονότα και οι δύο Αιτήτριες δικαιούνται υπόλοιπο ετήσια άδειας, η Πρώτη Αιτήτρια 11 (έντεκα) μέρες ήτοι ποσό €784,25 και η Δεύτερη Αιτήτρια 15 (δεκαπέντε) μέρες ήτοι ποσό €1.202,10. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ Πρώτης Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2 για το συνολικό ποσό των €16.273,04 με νόμιμο τόκο από 12.3.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Εκδίδεται επίσης απόφαση υπέρ της Δεύτερης Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2 για το συνολικό ποσό των €21.036,75 με νόμιμο τόκο από 12.3.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Τέλος επιδικάζονται υπέρ των Αιτητριών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2 έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αξίωση των Αιτητριών εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 1 δεν έχει προωθηθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Παναγής, Μέλος Π. Κούμας, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.