← Κύπρος

ΠΑΤΑΚΙΔΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΚΡΙΣΤΗΣ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 726/2013, 5/1/2018

ΠΑΤΑΚΙΔΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΚΡΙΣΤΗΣ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 726/2013, 5/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:1 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Μ. Πέτσα και Σ. Ευτυχίου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 726/2013 Μεταξύ: XXXXX ΠΑΤΑΚΙΔΟΥ Αιτήτρια -και- ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΚΡΙΣΤΗΣ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 5η Ιανουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Σ. Βασιλείου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Κ. Κωνσταντινίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Αίτηση της η Αιτήτρια εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την επαναπρόσληψη της από τους Καθ' ων η αίτηση και διαζευκτικά αποζημιώσεις από τους Καθ' ων η αίτηση για παράνομη απόλυση και ή απόλυση λόγω μητρότητας και ή λόγω διάκρισης στην απασχόληση, αυξημένες αποζημιώσεις, νόμιμους τόκους, έξοδα συν ΦΠΑ. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Οι Καθ' ων η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα των εργασιών τους στη Λευκωσία. Ασχολούνται με χονδρικό εμπόριο και με την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων και γάλακτος. Για τη διεκπεραίωση των εργασιών τους απασχολούν πέραν των 19 εργοδοτουμένων και δη πέραν των 580 υπαλλήλων. Η Αιτήτρια εργαζόταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση από τον Νοέμβριο 2002 μέχρι τις 4.2.2013 στη θέση του I.T. Support (Information Technology) με μηνιαίο μισθό €2.320- πλέον 13ο και 14ο μισθό που για σκοπούς αποζημίωσης υπολογίζονται στο ποσό των €624,60 εβδομαδιαίως. Από τη θέση που κατείχε εκτελούσε εργασία υποστήριξης των ηλεκτρονικών υπολογιστών και συστημάτων των Καθ' ων η αίτηση, ήλεγχε την ορθότητα των συστημάτων και προγραμμάτων, μετέφερε ηλεκτρονικά δεδομένα, συμφωνούσε τα διάφορα συστήματα που συνδέονταν μεταξύ τους, ήλεγχε και βοηθούσε τους χρήστες - υπαλλήλους των ηλεκτρονικών υπολογιστών σε νέα συστήματα και σε νέο τρόπο εργασίας. Στις 20.8.2012 η Αιτήτρια έλαβε άδεια ασθενείας από τον γιατρό της - λόγω εγκυμοσύνης - και στη συνέχεια στις 10.9.2012 έλαβε άδεια μητρότητας από τους Καθ' ων η αίτηση. Ακολούθως αφού έκανε χρήση μέρους της νόμιμης άδειας που εδικαιούτο για το 2012, στις 4.2.2013 επιστρέφοντας στην εργασία της, παρατήρησε στο γραφείο όπου εκτελούσε την εργασία της ότι τα προσωπικά και επαγγελματικά της αντικείμενα είχαν τοποθετηθεί σε κουτιά και σε κασόνια. Οι Καθ' ων η αίτηση παραδεχόμενοι τη θέση αυτή της Αιτήτριας διευκρινίζουν ότι αυτό ήταν συνέπεια της γενικής αναδιοργάνωσης του τμήματος IT της Εταιρείας, που μεταξύ άλλων, κατέστη αναγκαία λόγω αλλαγής του κεντρικού λογισμικού συστήματος, την πραγματοποίηση πρόσθετων προσλήψεων στο τμήμα αυτό και την αναδιοργάνωση του χώρου εργασίας όλων των υπαλλήλων του τμήματος, οι οποίοι από τούδε θα εργάζονταν σε ενιαίο χώρο. Την ίδια ήμερα αφού συναντήθηκε με τον Οικονομικό Διευθυντή και την υπεύθυνη προσωπικού των Καθ' ων η αίτηση, υπό συνθήκες οι οποίες αμφισβητούνται, υπέγραψε τρία έγγραφα (Τεκ.1, 2 και 9) και έλαβε από τους Καθ' ων η αίτηση δύο επιταγές της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €7000 και €7451,56 αντίστοιχα. Συγκεκριμένα η Αιτήτρια συμπλήρωσε στερεότυπο έντυπο που της δόθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση με τίτλο «Δήλωση Οικειοθελούς Αποχώρησης», δηλώνοντας ότι αποχωρούσε από την υπηρεσία της για προσωπικούς λόγους (Τεκ.9). Την ίδια ώρα υπέγραψε και σχετική επιστολή με την οποία οι Καθ' ων η αίτηση αποδέχονταν την αποχώρηση της (Τεκ.2). Την εν λόγω επιστολή παραθέτουμε αυτούσια: Θέμα: Υποβολή οικειοθελούς αποχώρησης σας από την εταιρεία Χαραλαμπίδης Κρίστης Λτδ. και αποδοχή αυτής Αγαπητή Κυρ. Πατακίδου, Αναφερόμαστε στη απόφαση σας να αποχωρίσετε από την εταιρεία στις 4.2.2013 όπως αυτή κοινοποιήθηκε στον Οικονομικό Διευθυντή κ. XXXXX Παπαδόπουλο όσο και της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού στις 4/2/2013 είναι αποδεκτή. Για την εταιρεία ως τελευταία ημέρα εργοδότησης σας ορίζετε η 4.2.

  1. Με βάση το πιο πάνω, η εταιρεία σε πλήρη τακτοποίηση των υποχρεώσεων της,
  2. σας παρέδωσε επιταγή με αριθμό 06251857 με ημερομηνία πληρωμής 4.2.2013 και ποσό €7451,56 προς τακτοποίηση που αφορά την προειδοποίηση 8 εβδομάδων, του 13ου μισθού (αναλογία 35 ημερών 1/13 μέχρι 4.2.2013) 14ου μισθού (αναλογία 4/12 μέχρι 4.2.2013) και ετήσια άδεια. Επιβεβαιώνουμε επίσης ότι με την σημερινή παράδοση η εταιρεία μας δεν έχει οποιαδήποτε άλλη απαίτηση από μέρους σας. Παρακαλούμε όπως υπογράψετε το παρών έγγραφο προς επιβεβαίωση ότι όλες οι απαιτήσεις και δικαιώματα σας έχουν ταχτοποιηθεί με τα πιο πάνω. (Ακολουθούν οι υπογραφές της XXXXX Καρή, Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού και της Αιτήτριας) Περαιτέρω υπέγραψε απόδειξη απαλλαγής (Τεκ.1) που έχει ως εξής: «Εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη Πατακίδου XXXXX, κάτοχος δελτίου ταυτότητας υπ' αρ. .. Έλαβα σήμερα χαριστική (ex gratia) από την εταιρεία Χαραλαμπίδης Κρίστης Λτδ, εκ Λευκωσίας, την επιταγή υπ' αρ. XXXXX1850 Τράπεζας Κύπρου δια το ποσό των €7.000 προς πλήρη ικανοποίηση του τελικού διακανονισμού πάσης και οποιασδήποτε απαιτήσεως μου εναντίον της ρηθείσης εταιρείας δι' αποζημιώσεις και/ή εν σχέσει με οιαδήποτε δικαιώματα και/ή ωφελήματα μου και/ή άλλως πως που πηγάζουν από την εργοδότηση μου στην εν λόγω εταιρεία και/ή τον τερματισμό αυτής και δια της παρούσης δηλώνω ότι ουδεμία άλλη και/ή περαιτέρω απαίτηση έχω και/ή θα έχω εναντίον της ως άνω εταιρείας. Αναγνωρίζω και αποδέχομαι ότι οιαδήποτε φορολογική και/ή άλλη υποχρέωση τυχόν να πηγάζει από την πληρωμή και/ή είσπραξη του ως άνω ποσού θα βαρύνει αποκλειστικά εμένα και η εταιρεία ουδεμία ευθύνη θα φέρει. Σε περίπτωση δε που η εταιρεία κληθεί να καταβάλει οιονδήποτε ποσό προς τις αρμόδιες αρχές εν σχέσει με την ως άνω πληρωμή, υποχρεούμαι και αναλαμβάνω όπως πληρώσω (indemnify) προς την εταιρεία το σχετικό ποσό.» Ακολούθως οι Καθ' ων η αίτηση παρέδωσαν στην Αιτήτρια συστατική επιστολή με ημερομηνία 8.2.2013 (Τεκ.10) Με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 26.2.2013 η Αιτήτρια ζήτησε από τους Καθ' ων η αίτηση την επαναπρόσληψη της ή την καταβολή όλων των ποσών που δικαιούται δια Νόμου (Τεκ.4). Οι Καθ' ων η αίτηση με απαντητική επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 28.2.2013 απέρριψαν τις θέσεις της Αιτήτριας ως ψευδείς και αβάσιμες (Τεκ.5). Η Αιτήτρια υπέβαλε επίσης καταγγελία εναντίον των Καθ' ων η αίτηση στο αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για εξαναγκασμό σε παραίτηση μετά από άδεια μητρότητας (Τεκ.6), η οποία απερρίφθη με επιστολή του Υπουργείου ημερ. 23.4.2013 (Τεκ.7). Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι ο όρος και ή όροι που περιλήφθηκαν στα πιο πάνω έγγραφα που ετοίμασαν οι Καθ' ων η αίτηση είναι άκυροι και ή καταχρηστικοί και ή δεν της δημιουργούν κώλυμα και ή δεν την εμποδίζουν στη διεκδίκηση αποζημιώσεων για τον παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της, καθώς εξασφαλίστηκαν με ψευδείς παραστάσεις και ή κατόπιν ψυχικής και ή άλλης πίεσης και ή κατόπιν εκμετάλλευσης της κακής ψυχολογικής και ή συναισθηματικής κατάστασης της, καθώς ήταν ψυχολογικά και συναισθηματικά φορτισμένη για το λόγο ότι ήταν η πρώτη μέρα που θα άφηνε το νεογέννητο παιδί της μόνο του για να επιστρέψει στην εργασία της και ή αποχωρίστηκε για πρώτη φορά το νεογέννητο παιδί της. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι ουδέποτε δήλωσε ρητά και ή ξεκάθαρα ότι είχε πρόθεση να εγκαταλείψει τα εκ του Νόμου απορρέοντα δικαιώματα της λόγω του παράνομου τερματισμού της απασχόλησης της και ή ουδέποτε αντιλήφθηκε ότι υπέγραφε τέτοια δήλωση δια της υπογραφής εγγράφων που ετοίμασαν και της παρέδωσαν οι Καθ' ων η αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση απορρίπτουν τις θέσεις της Αιτήτριας και ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια αυτόβουλα και ή με ελεύθερη βούληση και ή χωρίς οποιαδήποτε πίεση υπέγραψε γραπτή παραίτηση, έλαβε συστατική επιστολή από την Εταιρεία και υπέγραψε αποδείξεις ότι έλαβε τα καταβληθέντα ποσά προς πλήρη ικανοποίηση της και ότι καμιά απαίτηση είχε εναντίον της Εταιρείας. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Επίσης, με τo άρθρα 7
(1)και
(2)του Νόμου καθιερώνεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο δυνάμει του οποίου, όταν ο εργοδοτούμενος τερματίζει την απασχόλησή του λόγω της διαγωγής του εργοδότη, «.τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως». Στην παρούσα Αίτηση, οι Καθ' ων η αίτηση διατείνονται ότι η Αιτήτρια απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της και ότι ουδέποτε την απέλυσαν. Επομένως, στην Αιτήτρια απόκειται να αποδείξει τον τερματισμό της απασχόλησής της. (βλ. Γιώργος Αριστείδου ν. SUPER BETON LTD κ.α.
(1999)1A A.A.Δ. 114 και Λούης Τούριστ Ειτσενσυ Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 315). Η Αιτήτρια υποστήριξε τη θέση της με την προσωπική της μαρτυρία, ενώ για τους Καθ' ων η αίτηση κατέθεσε η Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού κα Μαρία Καρή. Η κυρίως εξέταση της Αιτήτριας περιέχεται σε γραπτή δήλωση της (Τεκ. Α) και με αυτή, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει τις θέσεις που διατυπώνει στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Πιο συγκεκριμένα, ότι γνώριζε πριν φύγει με άδεια μητρότητας ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν αποτελούσε πλέον θυγατρική εταιρεία της Vivartia. Γνώριζε επίσης ότι θα άλλαζε το λογισμικό σύστημα αφού από τις αρχές του 2012 έκαναν συναντήσεις - εκπαιδεύσεις με την εταιρεία που το αγόρασαν και ότι περνούσαν δεδομένα για να είναι έτοιμο με το νέο έτος. Ήδη είχε προσληφθεί IT Manager και από τον Μάρτιο γίνονταν συνεντεύξεις για προγραμματιστές καθώς δεν θα είχαν την υποστήριξη από την Ελλάδα και η ίδια περίμενε ότι τα καθήκοντα της θα έμπαιναν σε μια τάξη γιατί εργαζόταν πολλές ώρες και με πολλά θέματα του τμήματος. Ισχυρίστηκε ότι τις 4.2.2013 στη συνάντηση που είχε με τον Οικονομικό Διευθυντή και την Υπεύθυνη Προσωπικού, της ανακοινώθηκε ότι, λόγω του γεγονότος ότι οι Καθ' ων η αίτηση ήταν νέα εταιρεία με καινούργια συστήματα, είτε θα αποχωρούσε αυθημερόν από την εργασία της οπότε θα της καταβαλλόταν το ποσό των €7000 μαζί με συστατική επιστολή και τον Η/Υ που χρησιμοποιούσε, είτε θα τερματίζονταν οι υπηρεσίες της μετά από πέντε μήνες με κακούς όρους χωρίς να λάβει οτιδήποτε από τα προαναφερόμενα ανταλλάγματα. Την παρότρυναν όπως αποχωρήσει από την εργασία της την ίδια μέρα δίνοντας της συστατική επιστολή, κάτι που δεν θα έκαναν εάν δεν τερματίζονταν άμεσα οι υπηρεσίες της. Θέτοντας με λεπτομέρεια τη δική της εκδοχή στο πως διαδραματίστηκαν τα γεγονότα και τι διαμείφθηκε στη συνάντηση που είχε με τα πιο πάνω διευθυντικά στελέχη, αναφερόμενη στην ψυχολογική και συναισθηματική φόρτιση που τη διακατείχε, σημείωσε ότι αυθημερόν οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση της ισχυριζόμενοι ότι η εργασία που εκτελούσε έπαυσε να υπάρχει, ότι κατά τον χρόνο της απουσίας της με άδεια τα συστήματα που διαχειριζόταν είχαν αλλάξει, ότι δεν γνώριζε τον χειρισμό των νέων προγραμμάτων και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να συνεχίσει να εργάζεται στην υπηρεσία τους. Αφού αναφέρθηκε στα δύο ποσό που της είχαν καταβληθεί και στα έγγραφα που είχε υπογράψει, ισχυρίστηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν την ενημέρωσαν για το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και ούτε της επέτρεψαν να διαβάσει τι υπέγραφε ή να αποχωρήσει από το γραφείο που της παραδόθηκαν τα έγγραφα. Ασκώντας ψυχολογική και οικονομική πίεση επάνω της και εκμεταλλευόμενοι την κακή ψυχολογική και συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρισκόταν, την απείλησαν και την εκφόβισαν ότι αν δεν υπέγραφε τα εν λόγω έγγραφα δεν θα λάμβανε κανένα αντάλλαγμα για την απόλυση της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ουδέποτε εξέφρασε ρητά ή ξεκάθαρα την πρόθεση της να εγκαταλείψει τα εκ του Νόμου απορρέοντα δικαιώματα της, καθώς υπέγραψε τα διάφορα έγγραφα γιατί φοβήθηκε ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο και ότι οι Καθ' ων η αίτηση ήταν αποφασισμένοι να την διώξουν χωρίς να της καταβάλουν οτιδήποτε από όσα της είπαν. Επίσης ότι στη θέση που κατείχε είχε προσληφθεί άλλο άτομο και ότι τα καθήκοντα που εκτελούσε διαμοιράστηκαν σε άλλους υπαλλήλους. Ενώ για τις ανακατατάξεις που θα γίνονταν, δήλωσε ότι γνώριζε πριν φύγει με άδεια, καθώς οι Καθ' ων η αίτηση αποσυνδέθηκαν από τη μητρική εταιρεία στην Ελλάδα και ότι θα λειτουργούσε αυτόνομα, απέρριψε ωστόσο τη θέση της άλλης πλευράς ότι ενόσω βρισκόταν με άδεια διαμήνυσε ότι υπό αυτές στις συνθήκες, δηλαδή τις αλλαγές, δεν προτίθετο να επιστρέψει στην εργασία της, που καθώς δήλωσε είχε απόλυτη ανάγκη. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι επιστρέφοντας από τη άδεια δεν διαπίστωσε να υπήρξε οποιαδήποτε αναδιοργάνωση του χώρου εργασίας της, πλην της τοποθέτησης των προσωπικών της αντικειμένων σε κασόνια. Δεν διαφώνησε ότι υπήρξαν δύο νέες προσλήψεις, εκ των οποίων η μία του IT Manager έγινε πριν ακόμη η ίδια φύγει με άδεια. Σε υποβολή ότι κατά τον χρόνο απουσίας της έγιναν τρεις νέες προσλήψεις, ανέφερε ότι το μόνο που είδε, ήταν ένα καινούργιο άτομο στο γραφείο της. Εν τω μεταξύ όταν επέστρεψε ο IT Manager είχε ήδη αποχωρήσει. Ενώ αναφέρθηκε εκ νέου στα όσα διημείφθησαν κατά τη συνάντηση της με τον Οικονομικό Διευθυντή και διαφώνησε με τα όσα της υπεβλήθηκαν, ότι δηλαδή κατά την συνάντηση ενημερώθηκε από το Διευθυντή για τις αλλαγές που γίνονταν και ότι δεν θα επηρεαζόταν η θέση εργασίας της από τις νέες προσλήψεις, σημείωσε ότι αν έτσι είχαν τα πράγματα σίγουρα δεν θα βρισκόταν σήμερα στο Δικαστήριο. Απ' ότι θυμάται στη συνάντηση παρούσα από την αρχή ήταν και η Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού. Η ίδια ωστόσο, ενώ ανέμενε να ενημερωθεί από τον Οικονομικό Διευθυντή τα καθήκοντα της, θεώρησε υπερβολή να βρίσκεται στη συνάντηση άλλο άτομο. Περαιτέρω απέρριψε τη θέση της άλλης πλευράς ότι ήταν αυτή που αντέδρασε λόγω των αλλαγών που έγιναν, λέγοντας πως ούτε κατά διάνοια σκέφθηκε ποτέ να φύγει από την εργασία της με μωρό στα 45 της και εν μέσω κρίσης. Ότι ήταν συναισθηματικά φορτισμένη γιατί θα έπρεπε να αποφασίσει αμέσως. Φοβήθηκε να πει κάτι που δεν θα ήταν αρεστό και να την απολύσουν χωρίς να πάρει τίποτα. Κλειστή μέσα σε ένα γραφείο, είτε μόνη της είτε με κάποιον άλλο, την πρώτη μέρα που επέστρεψε από άδεια μητρότητας θα έπρεπε να αποφασίσει με ποιο τρόπο θα έπρεπε να φύγει από την Εταιρεία. Επίσης ότι όλα όσα υπέγραψε ήταν από την αρχή υπολογισμένα, γιατί αν η ίδια εκείνη την ώρα έλεγε να φύγει, το λογιστήριο ίσως να ήθελε μια μέρα να υπολογίσει τα ωφελήματα της. Για τη συστατική επιστολή σημείωσε ότι ενημερώθηκε εκ των υστέρων ότι ήταν κάτι που υποχρεούτο να δώσει ο εργοδότης σε κάθε περίπτωση που τερματιζόταν η εργασιακή σχέση. Τέλος, Ισχυρίστηκε, ότι την ίδια μέρα απολύθηκε και ο συνάδελφος της κ. Άθως Παύλου, που ήταν μαζί στο ίδιο γραφείο και φαντάζεται με τον ίδιο τρόπο. Η κα XXXXX Καρή, με τη γραπτή δήλωση της αναφέρθηκε τόσο στα καθήκοντα όσο και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η μεταξύ των μερών εργασιακή σχέση. Ισχυρίστηκε κατ' αρχάς ότι η Αιτήτρια εκτελούσε με ικανοποιητικό τρόπο τα καθήκοντα της και ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν κανένα λόγο να την απολύσουν. Ενώ η Αιτήτρια απουσίαζε με άδεια ασθενείας και ακολούθως με άδεια μητρότητας οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν σε γενική αναδιοργάνωση του τμήματος IT, όπου αυτή εργαζόταν, με την αλλαγή του κεντρικού λογισμικού συστήματος και τη διαμόρφωση του χώρου εργασίας των υπαλλήλων σε ένα κοινό χώρο. Ο ενιαίος χώρος θα περιλάμβανε το γραφείο του τμήματος και το διπλανό γραφείο που χρησιμοποιείτο για σκοπούς συνεδριάσεων. Έτσι ο τοίχος που χώριζε τα δύο γραφεία προγραμματίστηκε όπως κατεδαφιστεί και αυτός ήταν ο λόγος που τα αντικείμενα της Αιτήτριας τοποθετήθηκαν σε κουτιά. Πρόσθετα πριν την αποχώρηση της Αιτήτριας με άδεια ασθενείας, προσελήφθηκε IT Manager και κατά τη διάρκεια της απουσίας της με άδεια μητρότητας, προσλήφθηκαν δύο άτομα στη θέση διαχειριστή δεδομένων και System and Support Developer. Στις 4.2.2013, επιστρέφοντας η Αιτήτρια στην εργασία της άρχισε να φωνάζει στους διαδρόμους μόλις είδε τις αλλαγές που έγιναν στο τμήμα της, σε βαθμό που ακουγόταν στο επάνω όροφο που ευρίσκοντο τα γραφεία των Διευθυντών. Η μάρτυς αναφέρθηκε επίσης στη συνάντηση που είχε η Αιτήτρια με τον Οικονομικό Διευθυντή της Εταιρείας ο οποίος της εξήγησε τη νέα οργάνωση του τμήματος IT, όπου εκ των υστέρων κλήθηκε και η ίδια να είναι παρούσα. Εκεί ο εν λόγω Διευθυντής την ενημέρωσε ότι ενώ προσπάθησε να εξηγήσει στην Αιτήτρια για τις αλλαγές που είχαν γίνει στην Εταιρεία και ότι η θέση εργασίας της δεν θα επηρεαζόταν από τις εν λόγω αλλαγές, η ίδια εξέφρασε την επιθυμία να αποχωρήσει καθώς δεν ενδιαφερόταν να εργάζεται πλέον υπό αυτές τις συνθήκες. Επειδή επρόκειτο για παλιά υπάλληλο που γνώριζε αρκετά από τα επιχειρηματικά μυστικά της Εταιρεία προσπάθησαν να την μεταπείσουν, αλλά η ίδια ήταν ανένδοτη. Το όλο θέμα περιήλθε στην αντίληψη του Διευθύνοντα Συμβούλου κ. Καμπανέλα που βρισκόταν στο διπλανό γραφείο, ο οποίος έδωσε οδηγίες στη μάρτυρα όπως το θέμα οδηγείτο σε ομαλή κατάληξη, σε περίπτωση που η Αιτήτρια δεν μεταπείθετο καθώς ήταν παλιά υπάλληλος και ήταν γνώστης εμπιστευτικών επιχειρηματικών πληροφοριών της Εταιρείας. Βλέποντας την Αιτήτρια να παραμένει ανένδοτη στη θέση της, έδωσε οδηγίες για ετοιμασία των εγγράφων που αφορούσαν την οικειοθελή αποχώρηση της, τα οποία η Αιτήτρια υπέγραψε χωρίς οποιαδήποτε πίεση και χωρίς να έχει περαιτέρω απαίτηση εναντίον της Εταιρείας. Προσκόμισε μάλιστα και σχετικές αποδείξεις από τις οποίες φαίνεται ότι οι επιταγές που δόθηκαν στην Αιτήτρια εξαργυρώθηκαν την επομένη. Απορρίπτοντας τις θέσεις της Αιτήτριας ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε ποτέ πρόθεση για απόλυση της και ούτε προχώρησαν στην απόλυση της. Ότι είχε πλήρη αντίληψη των εγγράφων που υπέγραφε και ότι της δόθηκε η ευκαιρία και ο χρόνος να τα μελετήσει χωρίς να βρίσκεται κανένας δίπλα της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι νέοι διορισμοί δεν είχαν καμία σχέση με τα καθήκοντα της Αιτήτριας. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι η Αιτήτρια πριν φύγει με άδεια γνώριζε για τις αλλαγές που επρόκειτο να γίνουν. Αναφορικά με τον κ. XXXXX Παύλου ανέφερε ότι απεχώρησε οικειοθελώς από την Εταιρεία την ίδια μέρα με την Αιτήτρια, αρνούμενη ωστόσο ότι τα καθήκοντα τους σχετίζονταν με αυτά των ατόμων που είχαν προσληφθεί στο ίδιο τμήμα. Ο τοίχος που διαχώριζε τα δύο δωμάτια ανέφερε ότι τελικά κατεδαφίστηκε κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2013 μετά την αποχώρηση της Αιτήτριας. Τα αντικείμενα της τοποθετήθηκαν σε κασόνια όπως έπραξαν και τα υπόλοιπα άτομα γιατί δεν ήταν σίγουροι πότε θα έφευγε ο τοίχος. Για την αντίδραση της Αιτήτριας σε σχέση με τις προωθούμενες ανακατατάξεις ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε εκ των υστέρων, μετά την αποχώρηση της Αιτήτρια, από την υπεύθυνη του λογιστηρίου των Καθ' ων η αίτηση XXXXX Κυριάκου. Ενώ ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια, επιστρέφοντας στην εργασία της και βλέποντας τις αλλαγές που είχαν γίνει βγήκε εκτός εαυτού και άρχισε να φωνάζει δυνατά σε σημείο που ακούστηκε και στο πάνω όροφο, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί στις αλλαγές που οδήγησαν την Αιτήτρια σ' αυτό το σημείο. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι την Αιτήτρια φώναξε στο γραφείο του ο Οικονομικός Διευθυντής και ότι η ίδια προσήλθε εκεί μετά από λίγη ώρα. Επίσης ότι η Αιτήτρια ήταν συγχυσμένη και συνέχιζε να φωνάζει και μέσα στο γραφείο του Διευθυντή. Ενώ ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα από την αρχή εντούτοις ανέφερε ότι άκουε την ένταση και κάποια πράγματα που λέχτηκαν, χωρίς να είναι σε θέση να πει τι διαμείφθηκε μεταξύ τους. Ακολούθως ανέφερε ότι τα 5-10 λεπτά που δεν ήταν εκεί γνώριζε ότι έγινε έντονη συζήτηση και ακουγόταν κάποια πράγματα που αφορούσαν τη διαφωνία για την ανακατάταξη, αναδιοργάνωση. Επέμενε ότι η Αιτήτρια ήταν κάθετη στην απόφαση της για την οικειοθελή αποχώρηση της και δεν μεταπείθετο. Τέλος σε υποβολή ότι προσλήφθηκε άλλο άτομο στη θέση της Αιτήτριας η μάρτυς διαφώνησε. Ανάλυση Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση μεταξύ των μερών αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της παρούσας υπόθεσης. Η αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας με σκοπό την απόληξη σε ευρήματα σε σχέση με τις συνθήκες αυτές, θα οδηγήσει και στη λύση της μεταξύ των μερών εργατικής διαφοράς. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο την Αιτήτρια όσο και τη μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροί των διαδίκων υποστήριξαν στο στάδιο των αγορεύσεων. Ως προς το θεμελιώδες αυτό ζήτημα, το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν όπως η Αιτήτρια κατέθεσε. Η μαρτυρία της ήταν θετική, φυσική και πειστική. Μολονότι αντεξετάστηκε επί μακρόν εν τούτοις η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε και παρέμεινε αξιόπιστη μέχρι τέλους. Αντίθετα, η ανάλογη μαρτυρία της κας Μ. Καρή αξιολογείται ως αναξιόπιστη, καθότι δεν πιστεύουμε να αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Κι αυτό όχι ως απόρροια της υποκειμενικής και μόνο εικόνας που σχηματίσαμε για τις δύο μάρτυρες αλλά και για τους πιο κάτω λόγους: Η αναδιοργάνωση στην οποία αναφέρθηκε η κα Καρή και η οποία συμπεριελάμβανε την αλλαγή του κεντρικού λογισμικού συστήματος και την πραγματοποίηση νέων προσλήψεων δεν φαίνεται να ήταν άγνωστα στην Αιτήτρια η οποία με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της, έδωσε λεπτομερή αναφορά για την αλλαγή του λογισμικού συστήματος το οποίο γνώριζε, καθώς από τις αρχές του 2012 γίνονταν συναντήσεις - εκπαιδεύσεις με την προμηθεύτρια εταιρεία, στις οποίες έλαβε μέρος και περνούσαν δεδομένα για να είναι έτοιμο έως την 1.1.2013 που θα τίθετο σε λειτουργία. Αναφέρθηκε επίσης στην πρόσληψη του IT Manager που έγινε προτού η ίδια φύγει με άδεια και σε συνεντεύξεις για πρόσληψη νέου προσωπικού, καθώς ως αυτόνομη επιχείρηση οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα υποβαστάζοντο πλέον από την μητρική εταιρεία στην Ελλάδα. Και ενώ η κα Καρή αναφέρθηκε και σε αναδιοργάνωση του χώρου εργασίας όλων των υπαλλήλων του τμήματος, οι οποίοι θα συστεγάζονταν πλέον σε κοινό χώρο που θα αποτελείτο από το γραφείο του τμήματος μαζί με το γραφείο που χρησιμοποιείτο για σκοπούς συνεδριάσεων, εν τούτοις κατά την αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι ενόσω η Αιτήτρια βρισκόταν στην υπηρεσία, ο τοίχος που διαχώριζε τα δύο γραφεία δεν είχε ακόμη κατεδαφιστεί. Επομένως, με την επιστροφή της Αιτήτριας στην εργασία της μετά από άδεια μητρότητας, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναδιοργάνωση του χώρου εργασίας πλην της τοποθέτησης των προσωπικών και επαγγελματικών αντικειμένων της σε κασόνια. Και ενώ η κα Καρή ισχυρίστηκε επίσης, ότι η Αιτήτρια επιστρέφοντας στην εργασία της και βλέποντας τις αλλαγές που είχαν γίνει, βγήκε εκτός εαυτού και άρχισε να φωνάζει δυνατά, σε βαθμό που ακουγόταν στον πάνω όροφο όπου βρίσκονταν τα γραφεία των διευθυντών, εν τούτοις καμιά μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που να προσδιορίζει τις αλλαγές που έθεσαν την Αιτήτρια εκτός εαυτού. Άλλωστε ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν έχει προδιαγραφεί από τους Καθ' ων η αίτηση και ούτε έχει υποβληθεί στην Αιτήτρια κατά την αντεξέταση της. Είναι επομένως κατάληξη μας ότι δεν έχει καταδειχθεί ένας τέτοιος ισχυρισμός. Περαιτέρω, αναφερόμενη η κα Καρή στη συνάντηση που είχε η Αιτήτρια με τον Οικονομικό Διευθυντή, την πρώτη μέρα της επιστροφής της από άδεια μητρότητας, παρατηρούμε ότι σε καμία περίπτωση δεν προσδιόρισε επακριβώς τους λόγους που οδήγησαν την Αιτήτρια στην υπογραφή των επίδικων εγγράφων. Θέλοντας να υποστηρίξει τη θέση των Καθ' ων η αίτηση για οικειοθελή αποχώρηση της Αιτήτριας προέβη σε μια γενική και αόριστη αναφορά, λέγοντας ότι ενώ ο Οικονομικός Διευθυντής προσπάθησε να εξηγήσει στην Αιτήτρια για τις αλλαγές που έγιναν και της ανέφερε ότι η θέση της στην Εταιρεία δεν θα επηρεαζόταν, η ίδια εξέφρασε την επιθυμία να αποχωρήσει γιατί δεν ενδιαφερόταν να εργάζεται υπό τέτοιες συνθήκες. Ποιές όμως ήταν αυτές οι συνθήκες και ποιες οι αλλαγές που επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση ότι διαφώνησε η Αιτήτρια, δεν έγινε συγκεκριμένη αναφορά. Οι αλλαγές ωστόσο που είχαν γίνει ήταν ήδη γνωστές στην Αιτήτρια και προτού ακόμη φύγει με άδεια μητρότητας και δεν πιστεύουμε να επηρέασαν με οποιονδήποτε τρόπο την απόφαση της, να θέσει χωρίς άλλο άμεσα τη παραίτηση της. Και μάλιστα, όπως ανέφερε η ίδια, εν καιρώ κρίσης, με ένα νεογέννητο παιδί στα 45 της και τραπεζικό χρέος που έχριζε αποπληρωμής. Τέλος, ο ισχυρισμός της κας Καρή ότι η Αιτήτρια πριν τη λήξη της άδειας μητρότητας της, όταν πληροφορήθηκε για τις προωθούμενες ανακατατάξεις και ιδιαίτερα την εργασία σε κοινό χώρο διαμήνυσε ότι δεν προτίθεται να επιστρέψει υπό τέτοιες συνθήκες, επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου την καλύτερη δυνατή μαρτυρία που διέθεταν προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού και δη τη μαρτυρία της υπεύθυνης του λογιστηρίου τους, από την οποία με βάση τη μαρτυρία της κας Καρή έλαβε την πληροφορία. Από την άλλη, μέχρι και τις 4.2.2013 που η Αιτήτρια επέστρεψε στην εργασία της καμία αλλαγή δεν είχε γίνει στο χώρο εργασία για να εκδηλώσει η Αιτήτρια μια τέτοια συμπεριφορά. Ως επακόλουθο δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της κα Καρή και την απορρίπτουμε σε όσα σημεία είναι αντίθετη με αυτή της Αιτήτριας. Αποδεχόμαστε λοιπόν, τη μαρτυρία της Αιτήτριας ως ειλικρινή και αξιόπιστη και ως αποδίδουσα πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου τα οποία παραθέτουμε: Στις 4.2.2013, επιστρέφοντας η Αιτήτρια στη εργασία της μετά από άδεια μητρότητας κλήθηκε στο γραφείο του Οικονομικού Διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση, όπου στην παρουσία του Οικονομικού Διευθυντή και της κας XXXXX Καρή, της ανακοινώθηκε ότι λόγω του γεγονότος ότι οι Καθ' ων η αίτηση ήταν νέα εταιρεία με νέα συστήματα, είτε θα αποχωρούσε αυθημερόν από την εργασία της οπότε θα της καταβαλλόταν το ποσό των €7000 μαζί με συστατική επιστολή και τον Η/Υ που χρησιμοποιούσε, είτε θα τερματίζονταν οι υπηρεσίες της μετά από πέντε μήνες με κακούς όρους χωρίς να λάβει οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Την παρότρυναν όπως αποχωρήσει από την εργασία της αυθημερόν δίνοντας της συστατική επιστολή, την οποία δεν θα λάμβανε εάν δεν τερματίζονταν άμεσα οι υπηρεσίες της. Ενώ η ίδια τους απάντησε ότι δεν επιθυμούσε να φύγει από την εργασία της την οποία είχε απόλυτη ανάγκη καθώς είχε οικονομικές υποχρεώσεις από δάνεια, νεογέννητο μωρό και θα δυσκολευόταν να εξεύρει άλλη εργασία στην ηλικία που ευρίσκετο, της ανέφεραν ότι η θέση της δεν θα υπάρχει και ότι τα συστήματα τα οποία διαχειριζόταν άλλαξαν ενόσω αυτή ήταν απούσα με άδεια μητρότητας και ως εκ τούτου μη γνωρίζοντας τα νέα συστήματα δεν μπορούσε να εργάζεται στους Καθ' ων η αίτηση. Ακολούθως της παρουσίασαν τα τρία πιο πάνω έγγραφα (Τεκ.1,2 και 9) που οι ίδιοι ετοίμασαν και ζήτησαν από την Αιτήτρια όπως τα υπογράψει και αποχωρήσει αμέσως από την εργασία της, παραδίδοντας της δύο επιταγές με τα ποσά των €7000 και €7451,56 για τις οποίες γίνεται αναφορά ανωτέρω. Η κρίση του Δικαστηρίου εάν η Αιτήτρια απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της ή αναγκάστηκε να αποχωρήσει συνεπεία της εργοδοτικής συμπεριφοράς συνδέεται άμεσα με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφηκαν τα πιο πάνω έγγραφα (Τεκ.1,2,9). Εάν δηλαδή η Αιτήτρια υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα με ελεύθερη βούληση, χωρίς την εξάσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή απειλής από την εργοδοτική πλευρά. Επί των εν λόγω συνθηκών περιστράφηκαν και οι αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων με την πλευρά της Αιτήτριας να εισηγείται την ακυρότητα των πιο πάνω εγγράφων που υπέγραψε η Αιτήτρια λόγω οικονομικού εξαναγκασμού και ή ψυχικής πίεσης, σε αντιπαράθεση με την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση που εισηγούνται τη δέσμευση της Αιτήτριας με την υπογραφή των πιο πάνω εγγράφων και τη δημιουργία έγκυρης νομικής σχέσης που απαλλάσσει την πλευρά τους από οποιαδήποτε περαιτέρω ευθύνη. Η έννοια του οικονομικού εξαναγκασμού εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος Κούτας ν. Δήμος Λευκωσίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 516, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «O καταναγκασμός που επικαλείται ο εφεσείων στην παρούσα περίπτωση είναι οικονομικός καταναγκασμός. Η μορφή αυτή του καταναγκασμού έχει αναγνωριστεί από Άγγλους Δικαστές σε αριθμό σχετικά πρόσφατων υποθέσεων ότι επιφέρει τα ίδια ακυρωτικά αποτελέσματα που επιφέρει κάθε άλλη μορφή καταναγκασμού. Παράδειγμα παρέχουν οι υποθέσεις The Siboen and The Sibotre [1976] 1 Lloyds Rep. 293 and North Ocean Shipping Co Ltd v. Hyundai Construction Co Ltd, The Atlantic Baron [1978] 3 All E.R. 1170. Μερικά αποσπάσματα από την απόφαση του Λόρδου Scarman στην υπόθεση Pao On v. Lan Yiu [1979] 3 All E.R. 65 δείχνουν καθαρά ότι αναγνωρίζεται το δόγμα του οικονομικού καταναγκασμού. Στην ίδια υπόθεση ο Άγγλος Δικαστής σκιαγραφεί το δόγμα αυτό ως εξής στις σελ. 78 και 79: "Duress, whatever form it takes, is a coercion of the will so as to vitiate consent. Their Lordships agree with the observation of Kerr J in The Siboen and The Sibotre that in a contractual situation commercial pressure is not enough. There must be present some factor 'which could in law be regarded as a coercion of his will so as to vitiate his consent'. This conception is in line with what was said in this Board's decision in Barton v. Armstrong By Lord Wilberforce and Lord Simon of Glaisdale, observation with which the majority judgment appears to be in agreement. In determining whether there was a coercion of will such that there was no true consent, it is material to enquire whether the person alleged to have been coerced did not protest; whether, at the time he was allegedly coerced into making the contract, he did or did not have an alternative course open to him such as an adequate legal remedy; whether he was independently advised; and whether after entering the contract he took steps to avoid it. All these matters are, as was recognised in Maskell v. Horner, relevant in determining whether he acted voluntarily or not. . . . Από τα αποσπάσματα των Αγγλικών αποφάσεων που παραθέτουμε πιο πάνω προκύπτει ότι απαραίτητο στοιχείο του οικονομικού καταναγκασμού είναι η άσκηση πίεσης σε ένα συμβαλλόμενο να εγκαταλείψει ή να τροποποιήσει προς ζημιά του καθορισμένα συμβατικά δικαιώματά του προς όφελος του συμβαλλόμενου που ασκεί την πίεση την οποία ο νόμος θεωρεί απαράδεκτη και άδικη (inequitable).» Ιδιαίτερη μνεία επί του ζητήματος γίνεται και στην υπόθεση Το Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» ν. Σιδηρόπουλου κ.α.
(1998)1(Β) ΑΑΔ 1000, όπου στην σελίδα 1011 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο όρος "εξαναγκασμός" που αναφέρεται στο άρθρο 15 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, αναιρεί την "ελεύθερη συναίνεση", αλλά όπως είναι διατυπωμένος ο νόμος μας, δεν καλύπτει απειλές στις επιχειρήσεις ή το εμπόριο. Οι μετέπειτα εξελίξεις που σημειώθηκαν στον αγγλικό νόμο στον τομέα αυτό αναφέρονται στην Universe Tankships v. ITF (ανωτέρω) και μας φέρνουν στο δόγμα το οικονομικού εξαναγκασμού που είναι αποτέλεσμα και έκφραση του δικαίου της επιείκειας (equity) που οδηγεί και αυτό σε ακύρωση της σύμβασης αν ανατρέπει την ελεύθερη βούληση του εξαναγκασθέντος. Το δόγμα αυτό σαν δόγμα του δικαίου της επιείκειας εφαρμόζεται κατά συνέπεια και στην Κύπρο και καλύπτει τις εμπορικές συναλλαγές και εμπορικές συμβάσεις. Με βάση την αγγλική νομολογία που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας
(1989)1(Ε) 516, οικονομικός εξαναγκασμός υπάρχει εκεί που δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση και είναι επομένως σημαντικό να διαπιστωθεί κατά πόσο το άτομο που υπέστη την πίεση δεν διαμαρτυρήθηκε ή κατά πόσο είχε υπαλλακτική οδό και δεν την έλαβε, π.χ. δικαστικά μέτρα για άρση του εξαναγκασμού ή για ακύρωση της σύμβασης ή που επιβεβαίωσε τη σύμβαση. Ο οικονομικός εξαναγκασμός εφαρμόζεται εκεί που η φαινομενική συγκατάθεση της μιας πλευράς είναι προϊόν πίεσης που ασκείται από την άλλη πλευρά, την οποία ο νόμος δεν θεωρεί νόμιμη.» Ο οικονομικός εξαναγκασμός είναι μορφή καταναγκασμού που έχει αναγνωριστεί ότι επιφέρει τα ίδια ακυρωτικά αποτελέσματα όπως και κάθε άλλη μορφή καταναγκασμού. Μελέτη της Αγγλικής και Κυπριακής νομολογίας δείχνει ότι η συνήθης περίπτωση οικονομικού καταναγκασμού είναι η άσκηση πίεσης από ένα πρόσωπο σε βάρος άλλου με σκοπό την εγκατάλειψη ή την τροποποίηση συμβατικών ή άλλων δικαιωμάτων του δευτέρου μέρους, με τρόπο που η πίεση η οποία ασκείται να θεωρείται από το νόμο «απαράδεκτη και άδικη» ή «αθέμιτη». Η κακόπιστη, άδικη και ασυνείδητη συμπεριφορά του προσώπου που εσκεμμένα ασκεί την πίεση ή που κομίζει όφελος από την άσκηση της πίεσης αποτελεί το βασικότερο συστατικό του οικονομικού καταναγκασμού. Επίσης, συνήθως, απαιτείται ύπαρξη είτε συνθηκών οικονομικής αδυναμίας του θύματος είτε κινδύνου πρόκλησης μεγαλύτερης ζημιάς σε αυτόν αν αρνηθεί να υποχωρήσει στις πιέσεις. Η ανυπαρξία εύλογης διαζευκτικής λύσης ή θεραπείας στο υπό πίεση πρόσωπο είναι επίσης σημαντικό στοιχείο στη στοιχειοθέτηση υπόθεσης οικονομικού καταναγκασμού (βλ. Π. Πολυβίου, Η Σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο σελ. 239-240). Στην προκείμενη περίπτωση όπως ήδη έχουμε αναφέρει, ενώ οι Καθ' ων η αίτηση παραδέχτηκαν μέσω της μαρτυρίας της κας Καρή ότι δεν είχαν κανένα απολύτως λόγο να απολύσουν την Αιτήτρια και ότι ποτέ δεν έγιναν συστάσεις στην ίδια αναφορικά με τη διεκπεραίωση των καθηκόντων της, εν τούτοις από την πρώτη κιόλας μέρα της επιστροφής της από άδεια μητρότητας, με επίμονο τρόπο της ζητήθηκε να υπογράψει τα πιο πάνω έγγραφα (Τεκ.1,2 και 9) με τα οποία έθετε τον εαυτό της εκτός υπηρεσίας και εγκατέλειπε τα εκ του Νόμου απορρέοντα δικαιώματα της προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση. Τα όσα μας ανέφερε η Αιτήτρια τείνουν να καταδείξουν ότι η ίδια σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούσε να προχωρήσει στην υπογραφή των εν λόγω εγγράφων, καθώς δεν ήθελε να φύγει από τη εργασία της την οποία είχε απόλυτη ανάγκη λόγω των οικονομικών και άλλων υποχρεώσεων της και των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε στην εξεύρεση νέας εργασίας, λόγω ηλικίας και εν καιρώ οικονομικής κρίσης. Με όσα μάλιστα της αναφέρθηκαν από τον Οικονομικό Διευθυντή η ίδια φοβήθηκε ότι θα την απέλυαν χωρίς να πάρει οποιοδήποτε ποσό. Καταληκτικά, οι περιβάλλουσες συνθήκες της υπόθεσης οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια υπέστη οικονομικό εξαναγκασμό καθώς υπήρξε αθέμιτη πίεση εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση που αποτέλεσε τον αποφασιστικό παράγοντα υπογραφής των πιο πάνω εγγράφων (Τεκ. 1,2 και 9) με τα οποία η Αιτήτρια εγκατέλειπε τα εκ Νόμου δικαιώματα της προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση. Η υπογραφή λοιπόν των εν λόγω εγγράφων δεν ήταν το αποτέλεσμα της δικής της ελεύθερης βούλησης αλλά προϊόν καταναγκασμού που ασκήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και ως εκ τούτου δεν επιφέρουν οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα και ούτε είναι έγκυρα ή δεσμευτικά. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Στην προκείμενη ωστόσο περίπτωση, ως έχει ήδη αναφερθεί, οι Καθ' ων η αίτηση παραδέχθηκαν ότι δεν είχαν κανένα απολύτως λόγο να τερματίσουν την απασχόληση της Αιτήτριας. Οι συνθήκες επομένως, κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της ήταν αυτές που έχουμε ήδη αναφέρει πιο πάνω και τις οποίες καλούμαστε να εξετάσουμε σε συνάρτηση με τον Νόμο και τη νομολογία. Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) ΑΑΔ 98, 103, η εφεσίβλητη (αιτήτρια) κατά το πέρας της εργασίας της προέβη σε έλεγχο της ταμειακής κατάστασης και ανεύρε ότι έλειπε ποσό ΛΚ10 το οποίο συμπλήρωσε με δικά της χρήματα. Την επαύριον η συνάδελφος της την πληροφόρησε ότι είχε πλεόνασμα ΛΚ10 το οποίο της επέστρεψε. Μετά το επεισόδιο αυτό ασκήθηκε στην εφεσίβλητη σοβαρή πίεση από την εφεσείουσα (εργοδότρια εταιρεία) να υποβάλει την παραίτηση από την εργασία της. Η πίεση συνίστατο σε απειλές ότι θα καταγγελλόταν για οικειοποίηση του ποσού των ΛΚ10, πράγμα που συνιστούσε σοβαρό ποινικό αδίκημα, και ότι σε περίπτωση τέτοιας καταγγελίας η φήμη της θα αμαυρωνόταν ανεξάρτητα από την έκβαση της ποινικής υπόθεσης. Επιπλέον της αναφερόταν ότι σε τέτοια περίπτωση η προοπτική απασχόλησης της σε άλλες ξενοδοχειακές μονάδες θα μειωνόταν σημαντικά. Μέσα από τις πιέσεις αυτές η εφεσίβλητη παραιτήθηκε τελικά από τη θέση της στα πλαίσια διακανονισμού με την εφεσείουσα να μην δοθεί συνέχεια στην υπόθεση. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών βρήκε ότι η διαγωγή της εφεσείουσας ήταν τέτοια ώστε η παραίτηση της εφεσίβλητης να μην είναι οικειοθελής αλλά να ισοδυναμεί με παράνομη απόλυση της, σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Νόμου. Στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεκτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου...». Αποτελεί εξυπακουόμενο όρο της σύμβασης εργασίας ότι η κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργεί με τρόπο που να βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence). Κατά συνέπεια, η δυνατότητα που έχει ο εργοδότης δυνάμει των όρων που προβλέπονται στη σύμβαση εργασίας, πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τέτοιες συμβάσεις. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Union of Construction Allied Trades and Technicians v. Brian
(1980)I.R.L.R. 357: "There must be considered not only the nature of the order but the circumstances surrounding the giving of the order ... And also the reason for not carrying out the order." Συνεπώς όταν οι ενέργειες του εργοδότη τείνουν να καταστρέψουν την αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη σε βαθμό που να καθίσταται αδύνατη η συνέχιση της εργασιακής σχέσης, τότε ο εργοδοτούμενος μπορεί να παραιτηθεί και να ισχυριστεί ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση γιατί ο εργοδότης επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το παραδεκτό πλαίσιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου (Post Office v. Robert [1980] I.R.L.R. 347). Στην υπόθεση Malik v. BCCI [1998] AC 20 αναγνωρίστηκε με σαφέστατο τρόπο, η ύπαρξη υποχρέωσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης και καλής πίστης μεταξύ των συμβαλλόμενων σε σύμβαση εργοδότησης, με την έμφαση να δίνεται στην υποχρέωση του εργοδότη. Όπως διατυπώθηκε και επεξηγήθηκε στην εν λόγω υπόθεση και μεταγενέστερα, η εξυπακουόμενη αυτή υποχρέωση έχει ευρύτατη εμβέλεια, επιβάλλοντας στον εργοδότη όχι μόνο το καθήκον να μην προβαίνει σε ενέργειες που είναι δυσμενείς για τον εργοδοτούμενο αλλά και το θετικό καθήκον να λαμβάνει μέτρα για προστασία των συμφερόντων και δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου. Από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει είναι φανερό ότι η Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να εγκαταλείψει της εργασίας της, την οποία όπως ανέφερε, είχε απόλυτη ανάγκη. Η ίδια ωστόσο κάτω από την πίεση που της ασκήθηκε από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση αναγκάστηκε να υπογράψει τα πιο πάνω έγγραφα (Τεκ.1,2 και 9) θέτοντας έτσι τον εαυτό της εκτός υπηρεσίας. Η παραίτηση της δεν ήταν ποτέ η επιλογή της, αλλά το άμεσο αποτέλεσμα της έναντι της διαγωγής των Καθ' ων η αίτηση η οποία κρίνεται αδικαιολόγητη και ασυμβίβαστη με το παραδεκτό πλαίσιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, που σε καμιά περίπτωση δεν αναμένεται να γίνει αποδεκτή. Περαιτέρω με την διαγωγή που επέδειξαν οι Καθ' ων η αίτηση έπληξαν και παραβίασαν ανεπανόρθωτα το κλίμα της αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις των μερών, καθώς ενήργησαν κατά τρόπο που έβλαψαν τα συμφέροντα της Αιτήτριας αντί να τα διαφυλάξουν ως επέβαλλε το καθήκον τους. Σε τελική ανάλυση κρίνουμε ότι η διαγωγή των Καθ' ων η αίτηση αποτέλεσε τον καθοριστικό λόγο τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας, η οποία υπό διαφορετικές συνθήκες σε καμιά περίπτωση δεν θα υπέγραφε την «δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης» από την εργασία της, που είχε απόλυτη ανάγκη. Παρενθετικά θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το καθήκον των Καθ' ων η αίτηση να διαφυλάξουν τα συμφέροντα της Αιτήτριας επιβαλλόταν και υπό το πρίσμα των ισχυρισμών που οι ίδιοι οι Καθ' ων η αίτηση προέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου δια στόματος της κας Καρή, ότι δηλαδή η Αιτήτρια ήταν συγχυσμένη, συνέχιζε να φωνάζει και εντός του γραφείου του Οικονομικού Διευθυντή και δεν μεταπείθετο στην απόφαση της για οικειοθελή αποχώρηση. Μολονότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν έγιναν αποδεχτοί από το Δικαστήριο, εντούτοις και στην αντίθετη ακόμη περίπτωση της υιοθέτησης τους, οι Καθ' ων η αίτηση όφειλαν να ενεργήσουν με τρόπο που να μην έβλαπταν το κλίμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και καλής πίστης που υπάρχει στις σχέσης των μερών και να μην αποδέχονταν τόσο εύκολα μια τέτοια παραίτηση. Σύμφωνα με Αγγλικές αποφάσεις, όταν ο εργοδοτούμενος δίνει μια σαφή και ξεκάθαρη γνωστοποίηση της παραίτησης του, τότε ο εργοδότης μπορεί να την αποδεχτεί και δεν θα υπάρχει καμία απόλυση. Όταν όμως ο εργοδοτούμενος θέτει την παραίτηση του με ξεκάθαρα λόγια εν βρασμώ ψυχής ή όταν υπάρχει διανοητική ανικανότητα εκ μέρους του εργοδοτούμενου, ή κάποιου είδους αναπηρία, τότε ο εργοδότης έχει καθήκον να μην αποδεχθεί τόσο εύκολα μία παραίτηση αλλά να ελέγξει με σαφήνεια εάν αυτή ήταν η πραγματική πρόθεση του εργοδοτούμενου και να διερευνήσει το θέμα όταν τα πνεύματα ηρεμήσουν. Γιατί υπό διαφορετικές συνθήκες μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει απόλυση (Frank v. Sothern Charlesly [1981] IRLR 278). Ωστόσο όταν μια παραίτηση έχει δοθεί και ο εργοδοτούμενος επιθυμεί να την ανακαλέσει, τότε ο εργοδότης μπορεί να αρνηθεί μια τέτοια ανάκληση εάν η παραίτηση ήταν ξεκάθαρη και δεν συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις (Kwik-Fit (GB) Ltd v. Lineham [1992] IRLR 156 EAT). Σε μια τέτοια περίπτωση η αναφορά που παρέχεται από τον εργοδότη θα πρέπει να είναι ακριβής, δίκαιη και μη παραπλανητική. Εάν, κατά την παροχή της αναφοράς, ο εργοδότης επιθυμεί να δώσει ένα λόγο για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, θα ήταν φρόνιμο να αναφέρει απλώς ότι ο εργοδοτούμενος παραιτήθηκε. Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Αιτήτρια κατάφερε να αποδείξει ότι δεν απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της αλλά λόγω της διαγωγής που επέδειξαν οι Καθ' ων η αίτηση με αποτέλεσμα ο τερματισμός της απασχόλησης της να θεωρείται παράνομος και αδικαιολόγητος υπό την έννοια του άρθρου 3
(1)του Νόμου. Επαναπρόσληψη Με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)του Νόμου, που εισήχθη με τον Τροποποιητικό Νόμο 61(Ι)/1994, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτούμενου που έχει απολυθεί παράνομα από τον εργοδότη του. Σύμφωνα με την εν λόγω επιφύλαξη: Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών. Από το γράμμα της πιο πάνω διατάξεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επαναπρόσληψη του απολυθέντος εργοδοτούμενου εάν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο εργοδότης απασχολούσε πέραν των 19 εργοδοτουμένων, (β) ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, (γ) ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου ήταν έκδηλα παράνομος και κακόπιστος, (δ) το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει τη άποψη ότι οι περιστάσεις το δικαιολογούν. Σε διάφορες αγγλικές αποφάσεις τονίζεται ότι στις περιπτώσεις (α) όπου δεν υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου (Nothmam v. London Borough of Barnet (No.2) [1980] IRLR 6) και (β) όπου το κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και πίστης έχει κλονισθεί (Wood Group Heavy Industrial Turbines Ltd v. Crossan [1998] IRLR 680), τότε δεν θεωρείται πρακτικά εφικτό να εκδοθεί διάταγμα επαναπρόσληψης. Παρά την κάπως διαφορετική νομοθετική διατύπωση της επαναπρόσληψης στο Αγγλικό και στο Κυπριακό δίκαιο, οι βασικές αρχές φαίνεται να είναι περίπου οι ίδιες, με αποτέλεσμα η επαναπρόσληψη να διατάσσεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν υπήρχε θέμα κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου, ανεξάρτητα από την προέλευση των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν και που οδήγησαν στον τερματισμό απασχόλησης. Το βασικό στοιχείο που θα πρέπει να έχουν κατά νου τα Δικαστήρια είναι ότι η επαναπρόσληψη είναι θεραπεία στο αστικό δίκαιο, που δεν έχει σαν σκοπό ούτε την τιμωρία του εργοδότη ούτε την ηθική ικανοποίηση του εργοδοτουμένου. Βασικός σκοπός των θεραπειών στο χώρο αυτό, όπως και αλλού στο αστικό δίκαιο, είναι η αποζημίωση του εργοδοτουμένου του οποίου τα δικαιώματα παραβιάστηκαν. Συνήθως, η χρηματική αποζημίωση συνιστά ικανοποιητική νομική αποκατάσταση, αλλά κάποτε, σε σπάνιες περιπτώσεις, επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων δεν είναι αρκετή και είναι τότε που το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει επαναπρόσληψη (Βλ. Π. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, τ.Β, σελ.693-694). Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα γεγονότα και συμπεράσματα στα οποία έχουμε καταλήξει, κατά την άποψη μας οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος επαναπρόσληψης. Έχοντας υπόψη τον σκοπό που επιδιώκεται με την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από του τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας, την έλλειψη στοιχείων αναφορικά με την εργασιακή κατάσταση ή οργάνωση που υπάρχει σήμερα στους Καθ' ων η αίτηση και του γεγονότος ότι το κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και πίστης έχει κλονιστεί ανεπανόρθωτα με τα όσα έχουν διαδραματιστεί κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας, δεν θεωρούμε πρακτικά εφικτό να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Υπό τις περιστάσεις κρίνουμε ικανοποιητική την επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων. Κατάληξη Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για δέκα συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €624,60 εβδομαδιαίως. Επίσης, ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε την πρώτη μέρα που επανήλθε στην εργασία της μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)και 4Β του περί της Προστασίας της Μητρότητας Νόμου του 1997 (Ν.100(Ι)/2007)απαγορεύεται ο τερματισμός της απασχόλησης εργοδοτούμενης από την ημερομηνία έναρξης της εγκυμοσύνης της μέχρι και τρεις μήνες μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας εκτός αν η επιχείρηση του εργοδότη έπαυσε να λειτουργεί ή αν η εργοδοτούμενη είναι ένοχη σοβαρού παραπτώματος. Προφανώς ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έλαβε χώρα κατά την απαγορευτική από τον Ν.100(Ι)/2007 περίοδο, γεγονός που το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων που δικαιούται η Αιτήτρια. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας και του γεγονότος ότι η απασχόληση της τερματίστηκε εντός της απαγορευτικής από Ν.100(Ι)/1997περιόδου, τη διάρκεια της υπηρεσίας της Αιτήτριας (εργάστηκε για δέκα συναπτά έτη), τα ημερομίσθια της (που υπολογίζονται στα €624,60 εβδομαδιαίως), την ηλικία της (45 ετών κατά τον χρόνο της απόλυσης της), την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, το γεγονός ότι η Αιτήτρια παρέμεινε άνεργη για τριάμισι έτη οπότε και έφυγε για την Ελλάδα όπου εργάζεται, την έλλειψη οποιωνδήποτε στοιχείων για προσπάθειες που κατέβαλε να εξεύρει νέα εργασία, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως της επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €23.743,80 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 38 βδομάδων. Στην Αιτήτρια είχε δοθεί ήδη κατά τον τερματισμό της απασχόληση της το ποσό των €7000, το οποίο με βάση τα όσα λέχθηκαν στην Μουζούρης ν. ΚΟΣΜΟ -ΠΛΑΣΤ κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 896 θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό της αποζημίωσης. «. Αντίθετη ενέργεια από πλευράς του Πρωτόδικου Δικαστηρίου θα οδηγούσε σε διπλή πληρωμή του εφεσείοντα, κάτι που δεν είναι ορθό. Τούτο υποστηρίζεται από τις υποθέσεις Κολιού ν. Γεώργιος Δ. Κουννάς & Υιοί Λτδ
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1117 και Ιακώβου ν. Παπαδάκη
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2079 παρόλο που οι υποθέσεις αυτές δεν αφορούν αποζημίωση για παράνομο τερματισμό. Η ουσία είναι ότι δεν πρέπει ένας να αποζημιώνεται δύο φορές.» Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €16.734,80 με νόμιμο τόκο από 9.9.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση €2000 ως δικηγορικά έξοδα πλέον νόμιμο τόκο πλέον Φ.Π.Α. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Μ. Πέτσα, Μέλος Σ. Ευτυχίου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.