ΚΟΝΤΕΑΤΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1035/2013, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:18 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Φιλίππου και Κ. Χρίστου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 1035/2013 Μεταξύ: XXXXX ΚΟΝΤΕΑΤΟΥ Αιτήτρια -και- ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Μαρτίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα. Κ. Λιασίδου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα. Ι. Παπαμιλτιάδους ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια, κατά τον χρόνο τερματισμού των υπηρεσιών της και δη στις 31.12.2012, κατείχε τη θέση του Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού, επί τη βάσει συμβολαίου ορισμένου χρόνου, για εκτέλεση γραφειακών καθηκόντων και ή οποιωνδήποτε άλλων συναφών καθηκόντων της ανατίθεντο. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι καθ' όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας της εργαζόταν στα Κεντρικά Γραφεία των Καθ' ων η αίτηση, υπό όρους υπηρεσίας που της επέβαλλαν κατά καιρούς οι προϊστάμενοι της, υπάλληλοι των Καθ' ων η αίτηση, ότι συμμορφωνόταν προς τις εκάστοτε οδηγίες τους και επιμελώς και επιτυχώς, εκτελούσε τα καθήκοντα που της ανατίθεντο και τα οποία προσομοίαζαν με τα καθήκοντα της θέσεως του Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού και γενικώς η υπηρεσία της δεν υπολείπετο ούτε διακρίνετο από την εν γένει υπηρεσία των υπαλλήλων των Καθ' ων η αίτηση που κατείχαν τη θέση του Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού. Διατείνεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της και ή η μη ανανέωση της υπηρεσίας της είναι παράνομος και ή καταχρηστικός και ότι έγινε κατά παράβαση του Νόμου αλλά και του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου Νόμου
- Έτσι, με την Αίτηση της αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Διαταγή του Δικαστηρίου που να διαγιγνώσκει ότι κατά τον χρόνο τερματισμού των υπηρεσιών της ήταν υπάλληλος και εργοδοτούμενη στους Καθ' ων η αίτηση με βάση σύμβαση αορίστου διαρκείας και ή υπό συνθήκες που την καθιστούσαν εργοδοτούμενη στην έννοια του Νόμου και ή μεταξύ αυτής και των Καθ' ων η αίτηση συνάγετο και ή υφίστατο σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Καθ' ων η αίτηση όπως επαναπροσλάβουν την Αιτήτρια καθότι η διακοπή και ή ο τερματισμός της απασχόλησης της έλαβε χώρα υπό συνθήκες οι οποίες καθιστούν τον τερματισμό καταχρηστικό, άδικο, παράνομο και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και ή κατά τρόπο δυσμενή προς την Αιτήτρια και ότι περαιτέρω ο τερματισμός της απασχόλησης έγινε κατά παράβαση του Νόμου 24/67 ως τροποποιήθηκε και ή του Νόμου 98(Ι)/2003 και ή των σχετικών οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ή της πρακτικής. Γ. Αποζημιώσεις και ή όπως θα ήθελε το Δικαστήριο καθορίσει ως απώλεια ενδιάμεσων μισθών και ή απολαβών και ή ωφελημάτων και ή αδειών για την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας τερματισμού της απασχόλησης της από την υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, ήτοι την 31.12.2012 και για όσο χρονικό διάστημα παραμένει εκτός εργασίας. Δ. Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό απασχολήσεως Ε. Αποζημίωση αντί προειδοποίησης ΣΤ Γενικές αποζημιώσεις για δυσμενή μεταχείριση Ζ. Νόμιμο τόκο Η. Οιανδήποτε άλλη περαιτέρω θεραπεία η οποία προβλέπεται από τη Νομοθεσία Θ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ Οι Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης εγείρουν τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις: α) Ισχυρίζονται ότι το παρόν Δικαστήριο είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να εκδικάσει την η sub judice αίτηση καθότι η θεραπεία δηλωτικής φύσεως δεν εμπίπτει στην έννοια της διαφοράς αστικής φύσεως συμφώνως του άρθρου 10 του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου, Ν. 98(Ι/2003 ως αυτός τροποποιήθηκε. β) Ισχυρίζονται ότι το παρόν Δικαστήριο είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να εκδικάσει την υπό εκδίκαση Αίτηση καθότι αδυνατεί να υποκαταστήσει τη Διοίκηση, η Δήλωση της οποίας επιδιώκεται με την υπό εκδίκαση Αίτηση. γ) Ισχυρίζονται ότι δεν ανεφύη εργατική διαφορά. δ) Ισχυρίζονται ότι sub justice Αίτηση είναι εκπρόθεσμη. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια από 1.12.2006 μέχρι 31.12.2006 και από 11.1.2007 μέχρι 4.3.2007 απασχολήθηκε στην υπηρεσία τους με βάση συμφωνία παροχής - αγοράς υπηρεσιών για σκοπούς ενημέρωσης περιεχομένου της ευρωπαϊκής διαδικτυακής πύλης. Έπειτα της προσέφεραν θέση έκτακτου Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού πάνω σε 15νθήμερη βάση και ακολούθως απασχολήθηκε και πάλι με βάση συμφωνία παροχής - αγοράς υπηρεσιών για την περίοδο από 14.9.2007 μέχρι 13.9.
- Περαιτέρω και για διάφορες περιόδους η Αιτήτρια εργαζόταν πάνω σε 15νθήμερη βάση. Η ουσιαστική υπεράσπιση των Καθ' ων η αίτηση, όπως αυτή δικογραφείται, αλλά και επαναλαμβάνεται με την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια κατά την ημέρα τερματισμού των υπηρεσιών της, ήτοι στις 31.12.2012, συμπλήρωσε 829 ημέρες απασχόλησης με συμβόλαια πάνω σε 15νθημερη βάση και 82 ημέρες απασχόλησης με συμβόλαια αγοράς υπηρεσιών. Είναι η θέση τους ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εργάστηκε σε θέση αορίστου χρόνου καθότι κατά τον χρόνο τερματισμού των υπηρεσιών της δεν συμπλήρωσε υπηρεσία 30 μηνών όπως προβλέπει η σχετική Νομοθεσία. Σημειωτέον ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν προώθησαν καμιά από τις παραπάνω προβαλλόμενες προδικαστικές ενστάσεις. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν την Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλούνται. Για τους Καθ' ων η αίτηση κατέθεσαν τρεις από τους υπαλλήλους τους, ο κ. XXXXX Μαχλουζαρίδης, Λειτουργός Πληροφορικής στο Τμήμα Μάρκετινγκ και Επικοινωνίας, ο κ. XXXXX Γιαλλουρίδης, Λειτουργός Νομικών Θεμάτων και η κα XXXXX Ούλουπη, Ανώτερη Γραμματειακός Λειτουργός, ενώ για την Αιτήτρια κατέθεσε μόνο η ίδια. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο κ. Χ. Μαχλουζαρίδης ευρίσκεται στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση από την 1.1.2001 και κατέχει τη θέση Λειτουργού Πληροφορικής στο Κλάδο Ηλεκτρονικού Marketing Τμήμα Marketing και επικοινωνίας. Σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση του, η συνεργασία με την Αιτήτρια προέκυψε δεδομένων των γνώσεων και ικανοτήτων που διέθετε από προηγούμενη απασχόληση της στον Οργανισμό, για σκοπούς συλλογής, οργάνωσης και ενημέρωσης της ιστοσελίδας που δημιουργήθηκε για το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Τουρισμού που έγινε στην Κύπρο και ως εκ τούτου είχε τις ανάλογες / απαραίτητες εμπειρίες για την ανάθεση της υπηρεσίας ανάπτυξης και δημιουργίας / επεξεργασίας ανάλογου περιεχομένου και για τη διαδικτυακή πύλη του Οργανισμού. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η Αιτήτρια ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών ανάπτυξης και δημιουργίας /επεξεργασίας περιεχομένου για τη νέα διαδικτυακή Πύλη του Οργανισμού από την 1.12.2006 μέχρι την 31.12.2006 και από 11.1.2007 μέχρι 4.3.2007, έναντι συμφωνημένης αμοιβής, ως προκύπτει από τα Τεκμήρια 1 και 2 που είναι οι αντίστοιχες επιστολές ανάθεσης και αποδοχής από την Αιτήτρια ημερ. 28.11.2006 και 10.1.
- Στη συνέχεια και αφότου έληξε η περίοδος ανάθεσης και αποδοχής υπηρεσιών, η Αιτήτρια απασχολήθηκε για την περίοδο από 7.3.2007 μέχρι 19.4.2007, 23.4.2007 μέχρι 5.6.2007, 7.6.2007 μέχρι 18.7.2007 και 23.7.2007 μέχρι 3.9.2007, ως οι ημέρες που αναγράφονται στο Τεκ.29, στη θέση Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού πάνω σε 15νθήμερη βάση στο Τμήμα Marketing (Κλάδος Ηλεκτρονικού Marketing) με μισθολογική κλίμακα Α2, ως τα Τεκμήρια 3-6 που είναι οι αντίστοιχες επιστολές προς την Αιτήτρια ημερ. 5.3.2007, 18.4.2007, 4.6.2007 και 11.7.
- Ακολούθως για την περίοδο από 14.9.2007 μέχρι 13.9.2008, 14.9.2008 μέχρι 13.9.2009 και 14.9.2009 μέχρι 13.9.2010 η Αιτήτρια απασχολήθηκε με βάση συμβόλαιο ημερομηνίας 14.9.2007 με αριθμό προκήρυξης προσφοράς 29/2007 έναντι συνολικού ποσού ΛΚ8000 πλέον ΦΠΑ καθώς και με βάση συμβόλαιο ημερομηνίας 15.9.2008 έναντι του ποσού των €13.942,19 πλέον ΦΠΑ. Το εν λόγω συμβόλαιο παρατάθηκε για ακόμη ένα έτος για την περίοδο μέχρι 13.9.2010 έναντι του ποσού των €14.221,03 πλέον ΦΠΑ. Τα εν λόγω συμβόλαια μαζί με εγγυητικές επιστολές κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 7, 8, 8.1, 9 και 9.
- Κατά τις αναφερόμενες περιόδους, η απασχόληση της Αιτήτρια ήταν η παροχή υπηρεσιών για διαχείριση καταχωρήσεων προβολής τρίτων στη Διαδικτυακή Πύλη του Οργανισμού. Στη συνέχεια η Αιτήτρια απασχολήθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση στη θέση Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού, πάνω σε 15ημερη βάση, για τη εκτέλεση γραμματειακών καθηκόντων κατά τις κάτωθι περιόδους: 17.09.2010 - 01.11.2010 03.11.2010 - 14.12.2010 16.12.2010 - 31.12.2010 24.01.2011 - 31.01.2011 02.02.2011 - 28.02.2011 14.03.2011 - 28.04.2011 02.05.2011 - 10.06.2011 15.06.2011 - 02.08.2011 19.09.2011 - 31.10.2011 02.11.2011 - 13.12.2011 15.12.2011 - 31.12.2011 02.01.2012 - 31.01.2012 02.02.2012 - 29.02.2012 03.04.2012 - 17.05.2012 21.05.2012 - 02.07.2012 04.07.2012 - 14.08.2012 20.08.2012 - 28.09.2012 03.10.2011 - 13.11.2012 15.11.2012 - 31.12.2012 (επιστολή διορισμού ημερ. 16.9.2010) (επιστολή διορισμού ημερ. 01.11.2010) (επιστολή διορισμού ημερ. 14.12.2010) (επιστολή διορισμού ημερ. 21.01.2011) (επιστολή διορισμού ημερ. 02.02.2011) (επιστολή διορισμού ημερ. 14.03.2011) (επιστολή διορισμού ημερ. 20.04.2011) (επιστολή διορισμού ημερ. 24.05.2011) (επιστολή διορισμού ημερ. 16.09.2011) (επιστολή διορισμού ημερ. 24.10.2011) (επιστολή διορισμού ημερ. 09.12.2011) (επιστολή διορισμού ημερ. 02.01.2012) (επιστολή διορισμού ημερ. 02.02.2012) (επιστολή διορισμού ημερ. 02.04.2012) (επιστολή διορισμού ημερ. 14.05.2012) (επιστολή διορισμού ημερ. 04.07.2012) (επιστολή διορισμού ημερ. 09.08.2012) (επιστολή διορισμού ημερ. 25.09.2012) (επιστολή διορισμού ημερ. 06.11.2012) (Τεκ.10) (Τεκ.11) (Τεκ.12) (Τεκ.13) (Τεκ.14) (Τεκ.15) (Τεκ.16) (Τεκ.17) (Τεκ.18) (Τεκ.19) (Τεκ.20) (Τεκ.21) (Τεκ.22) (Τεκ.23) (Τεκ.24) (Τεκ.25) (Τεκ.26) (Τεκ.27) (Τεκ.28) Με τη λήξη του τελευταίου συμβολαίου, οι Καθ' ων η αίτηση δεν προχώρησαν σε ανανέωση του. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η θέση των Καθ' ων η αίτηση είναι ότι η Αιτήτρια, κατά την ημερομηνία τερματισμού των υπηρεσιών της, ήτοι την 31.12.2012, συμπλήρωσε 829 ημέρες με συμβόλαιο πάνω σε 15νθήμερη βάση και 82 ημέρες απασχόλησης με αγορά υπηρεσιών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατά τον χρόνο πρόσληψης της Αιτήτριας είχαν αρχίσει τη νέα ιστοσελίδα του Οργανισμού και υπήρχε ανάγκη για χειριστή του περιεχομένου της ιστοσελίδας. Έτσι η Αιτήτρια προσλήφθηκε για να χειρίζεται το περιεχόμενο, το οποίο στη συνέχεια καταχωρείτο στην ιστοσελίδα. Ακολούθως για τρία χρόνια και δη για την περίοδο από 14.9.2007 μέχρι 13.9.2010 ασχολήθηκε με τη διαχείριση διαφημίσεων στην ιστοσελίδα του Οργανισμού και παράλληλα εκτελούσε και τα υπόλοιπα καθήκοντα, γιατί υπήρχε χρόνος για να απασχοληθεί με επιπρόσθετα καθήκοντα. Επίσης, η Αιτήτρια εργαζόταν κάτω από τις οδηγίες και την επίβλεψη του ιδίου, ακολουθώντας σταθερό ωράριο που ήταν οι ώρες εργασίας του Οργανισμού. Για το Τεκ. 29, ανέφερε ότι ο υπολογισμός των ημερών έγινε από τον δικηγόρο του Οργανισμού και ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί. Για τα καθήκοντα που εκτελούσε η Αιτήτρια ανέφερε ότι μετά τον τερματισμό της απασχόλησης της ανατέθηκαν σε μόνιμο υπάλληλο που μεταφέρθηκε από άλλο τμήμα του Οργανισμού. Σε ερώτηση που δέχθηκε κατά την επανεξέταση του, εάν υπήρχε ανάγκη να γίνει άλλη δουλειά πέραν της δημιουργίας της ιστοσελίδας, ο μάρτυρας ανέφερε επί λέξει ότι η ιστοσελίδα όσον αφορά την ανάπτυξη της μπορεί να δημιουργήθηκε, αλλά οι ανάγκες για το περιεχόμενο είναι συνεχείς. Σε ερώτηση επίσης εάν τα καθήκοντα της Αιτήτριας ήταν για να βοηθήσει στη δημιουργία της ιστοσελίδας, ο μάρτυρας ανέφερε επί λέξει ότι τα καθήκοντα της αφορούσαν το περιεχόμενο και όχι απλώς τη δημιουργία της ιστοσελίδας. Ο κ. Σπ. Γιαλλουρίδης, με τη γραπτή δήλωση του ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εργάστηκε σε θέση αορίστου χρόνου καθότι την ημερομηνία τερματισμού των υπηρεσιών της είχε συμπληρώσει 829 ημέρες απασχόλησης ως εργοδοτούμενη με σύμβαση εργασίας και όχι 30 μήνες όπως προβλέπεται στη σχετική Νομοθεσία. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το έγγραφο (Τεκ.29) ετοιμάστηκε από το λογιστήριο με βάση τις ημερομηνίες απασχόλησης της Αιτήτριας και ότι αποτελεί μέρος του προσωπικού αρχείου του Οργανισμού. Σύμφωνα με την κα Α. Ούλουπη ανάμεσα στα καθήκοντα της περιλαμβάνεται και η εποπτεία του κλάδου Αδειών. Η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι ο υπολογισμός των ημερών απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε από την ίδια ως το Τεκ.29, βασιζόμενη στη διάρκεια του κάθε συμβολαίου απασχόλησης της και τους επισυνημμένους επί αυτού όρους απασχόλησης, όπως και στον έλεγχο της κάρτας εισόδου / εξόδου κάθε μήνα σε συνεργασία με το Λογιστήριο. Για την πληρωμή του μισθού κάθε μήνα λήφθηκαν υπόψη ως εργάσιμες όλες οι ημέρες του συμβολαίου και αφαιρέθηκαν τυχόν αργίες εντός της εβδομάδας, εκτός Σαββάτου και Κυριακής. Περαιτέρω αφαιρέθηκαν οι ημέρες που ήταν τερματισμός συμβολαίου, δηλαδή εκτός διάρκειας συμβολαίου, όπως και απουσίες πέραν της δικαιολογημένης άδειας εντός του συμβολαίου. Για να ενισχύσει τη θέση της παρουσίασε ως έγγραφα καταστάσεις του λογιστηρίου που αναγραφούν τον αριθμό των ημερών που πληρώθηκε η Αιτήτρια για κάθε μήνα και τις οποίες υπολόγισαν. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι κατά τον υπολογισμό των ημερών αφαιρούντο οι καθημερινές αργίες και οι μέρες αδείας όταν η απουσία ήταν πέραν της δικαιούμενης αδείας που αναγράφεται στους όρους απασχόλησης. Η Αιτήτρια με τη γραπτή δήλωση της ανέφερε ότι η εργοδότηση της στους Καθ' ων η αίτηση άρχισε την 1.12.2006 με σύμβαση που έληγε στις 31.12.
- Στη συνέχεια υπογραφήκαν διαδοχικά διάφορες συμβάσεις ορισμένου χρόνου μεταξύ της ιδίας και των Καθ' ων η αίτηση, μέχρι και τις 31.12.2012 που τερματίσθηκε η απασχόληση της. Αφού αναφέρθηκε λεπτομερώς σε όλες τις περιόδους απασχόλησης της, ως προκύπτουν και από τα διάφορα συμβόλαια που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η εργοδότηση της συνέπιπτε με τη δημιουργία του Τμήματος Ηλεκτρονικού Μάρκετινγκ του Οργανισμού και ότι κατά τη διάρκεια των έξι ετών της απασχόλησης της, είχε τα ίδια καθήκοντα που αφορούσαν και ήταν συναφή με τη διαχείριση της ιστοσελίδας - διαδικτυακής πύλης του Κ.Ο.Τ., όπως και με μερικά γραμματειακά καθήκοντα που της ανάθετε κατά καιρούς ο προϊστάμενος της που όλα αυτά τα χρόνια ήταν ο κ. XXXXX Μαχλουζαρίδης, από τον οποίο λάμβανε οδηγίες και εντολές. Επίσης ότι εργαζόταν στο ίδιο Τμήμα, δηλαδή το Τμήμα Ηλεκτρονικού Μάρκετινγκ που στεγαζόταν εντός του κτιρίου του Κ.Ο.Τ. και χρησιμοποιούσε τις εγκαταστάσεις και τους Η/Υ όπως και οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία του εν λόγω Οργανισμού που ήταν απαραίτητα για την εκτέλεση των καθηκόντων της, ακολουθώντας το ίδιο ωράριο εργασίας όπως όλοι οι υπάλληλοι του Κ.Ο.Τ. Περαιτέρω με την έναρξη της εργοδότησης της και δη περί της αρχές του 2007, παρακολούθησε μέσω των Καθ' ων η αίτηση εκπαίδευση που παρείχετο από την εταιρεία ΙΒΜ σχετικά με τη διαχείριση της ιστοσελίδας τους. Ισχυρίστηκε ότι τα καθήκοντα της ήταν συνεχή και ότι κάλυπταν μόνιμες ανάγκες του Κ.Ο.Τ., εννοώντας ότι τα καθήκοντα που εκτελούσε δεν ήταν κάτι εποχιακό ή προσωρινό, αλλά καθήκοντα μιας μόνιμη θέσης, απαραίτητης στον Κ.Ο.Τ. Επισήμανε ότι με τον τερματισμό των υπηρεσιών της, τα καθήκοντα της ανατέθηκαν σε άλλο άτομο, που μεταφέρθηκε από άλλο Τμήμα του Οργανισμού. Είναι η θέση της ότι η απασχόληση της υπερέβαινε συνολικά τους 30 μήνες και ότι με βάση τη σχετική νομοθεσία κατά το χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της η σύμβαση εργασίας της είχε καταστεί αορίστου διαρκείας. Ερωτηθείσα περαιτέρω, διευκρίνισε ότι καθόλα τη διάρκεια της απασχόλησης της τα καθήκοντα της αφορούσαν τη διαχείριση της τότε καινούργιας ιστοσελίδας του Κ.Ο.Τ. από τη μέρα που βγήκε στον αέρα μέχρι που τερματίστηκε η απασχόληση της. Επίσης το ωράριο απασχόλησης της ήταν από τις 7:30π.μ. μέχρι τις 2:30μ.μ. με ένα απόγευμα τη βδομάδα. Αντεξεταζόμενη, αναγνώρισε όλα τα συμβόλαια εργοδότησης που υπέγραψε με την πρόσληψη της. Σημείωσε ωστόσο ότι, κατά τον χρόνο της εργοδότησης της, από την 1.12.2006 και μέχρι την απόλυση της στις 31.12.2012, είχε τα ίδια καθήκοντα, τους ιδίους όρους με τους υπόλοιπους εργαζόμενους του Κ.Ο.Τ. με τη διαφορά ότι στα τρία συνεχή χρόνια που ήταν με αγορά υπηρεσιών έκανε κι αυτό που έλεγε το συμβόλαιο της. Επίσης όλα αυτά τα χρόνια ήταν στο ίδιο γραφείο κάτω από τα ίδια άτομα. Περαιτέρω απόρριψε υποβολή της άλλης πλευράς ότι δεν τηρούσε το ίδιο ωράριο με τους υπόλοιπους υπαλλήλους και ότι οι ανάγκες του Οργανισμού ήταν ορισμένης διάρκειας, σημειώνοντας ότι η ιστοσελίδα για την οποία προσλήφθηκε συνεχίζει να υπάρχει και να αναβαθμίζεται. Επίσης ότι προσλήφθηκε όχι μόνο για την οργάνωση της ιστοσελίδας αλλά και τη διαχείριση. Η διοργάνωση είναι για 2 ή 3 μήνες και μετά αρχίζει η διαχείριση. Ακολούθως συμφώνησε ότι προσλήφθηκε για σκοπούς ενημέρωσης του περιεχομένου της νέας διαδικτυακής πύλης του Οργανισμού, σημειώνοντας ότι μια ιστοσελίδα για να είναι πάντα ενημερωμένη πρέπει να μπαίνουν συνέχεια νέα στοιχεία. Μια ιστοσελίδα, οποιαδήποτε και να είναι, δεν μπορείς να την κάνεις σε μια μέρα και τέλειωσε. Αγορεύσεις Μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσέφεραν και οι δύο πλευρές, Αιτήτριας και Καθ' ων η αίτηση, κινήθηκε και η γραμμή των αγορεύσεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι δυο συνήγοροι. Είναι η εισήγηση της συνηγόρου της Αιτήτριας ότι με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προδήλως η Αιτήτριας εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για συνολική περίοδο πέραν των 30 μηνών δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με επακόλουθο να θεωρείται ότι η σύμβαση απασχόλησης της κατέστη αορίστου διαρκείας επί τη βάσει των προνοιών του άρθρου 7
(1)του περί Εργοδοτούμενου με Εργασία Ορισμένου χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου (Ν.98(Ι)/2003). Προβάλλοντας τη δικογραφημένη θέση της Αιτήτριας, την οποία προώθησε με τη μαρτυρία της, εισηγήθηκε ότι για τον υπολογισμό του χρόνου εργοδότησης της θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και να προσμετρήσουν οι περίοδοι που η Αιτήτρια προσέφερε την εργασία της επί τη βάσει ετησίων συμβολαίων αγοράς υπηρεσιών, καθώς για όλα τα χρόνια που απασχολείτο στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση εργαζόταν στο ίδιο τμήμα και με τα ίδια καθήκοντα. Είναι περαιτέρω εισήγηση της ότι, οι Καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν κατάφεραν να αποδείξουν ενώπιον του Δικαστηρίου την ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που θα δικαιολογούσε τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου με την Αιτήτρια και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου διαρκείας, καθώς ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν προωθείται μέσα από τους γενικούς λόγους εμφάνισης των Καθ' ων η αίτηση και δεν υποστηρίζεται από την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Αντιθέτως, αυτό που προκύπτει, είναι ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση της εναρμονιστικής νομοθεσίας και της οδηγίας 1999/70/ΕΚ και καταχρηστικά συνομολόγησαν διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με την Αιτήτρια με απώτερο σκοπό η απασχόλησης της να μη μετατραπεί ποτέ σε αορίστου διαρκείας. Είναι η εισήγηση της συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση ότι στην προκείμενη περίπτωση υπάρχουν ουσιαστικοί αντικειμενικοί λόγοι δυνάμει του άρθρου 7
(2)(α) του Ν.98(Ι)/2003 που δικαιολογούν τη διαφορετική μεταχείριση της Αιτήτριας και συνηγορούν στο να μην θεωρηθεί η σύμβαση εργασίας της αόριστου χρόνου, καθώς οι ανάγκες του Οργανισμού κατά τον επίδικο χρόνο ήταν προσωρινές και απέβλεπαν στη δημιουργία της νέας διαδικτυακής πύλης, μέσω εξειδικευμένων υπηρεσιών. Έθεσε μάλιστα ως αντικειμενικό λόγο και το γεγονός ότι η Αιτήτρια αντικαταστάθηκε από άλλο άτομο που ανήκε στο υφιστάμενο προσωπικό του Οργανισμού. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι εργαζόταν με συγκεκριμένο ωράριο υπό την επίβλεψη του κ. Μαχλουζαρίδη, εισηγήθηκε ότι ο τελευταίος είχε ρόλο σαν «επιτροπή παρακολούθησης» του έργου που επιτελούσε η Αιτήτρια και αυτός ήταν ο λόγος που η Αιτήτρια έπρεπε να βρίσκεται στον χώρο του Οργανισμού κατά τον χρόνο που βρισκόταν και η εν λόγω επιτροπή. Τέλος είναι εισήγηση της ότι η Αιτήτρια δεν συμπλήρωσε τις μέρες που απαιτούνταν για να καταστεί αορίστου διαρκείας. Ανάλυση Από τη θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι φανερό ότι τα γεγονότα που σχετίζονται με τις χρονικές περιόδους που η Αιτήτρια προσέφερε τις υπηρεσίες της στους Καθ' ων η αίτηση, είτε με 15νθήμερα συμβόλαια εργασίας ορισμένου χρόνου είτε με συμβόλαια αγοράς υπηρεσιών, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Αντιθέτως έχουν δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός. Επίσης κατατέθηκαν από κοινού ως Τεκμήρια και τα σχετικά συμβόλαια που συνομολογήθηκαν μεταξύ των μερών. Τέλος δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και ο τελευταίος μισθός της Αιτήτριας που ανερχόταν στα €1.169= μηνιαίως, χωρίς δικαίωμα καταβολής 13ου μισθού. Αμφισβητούμενη παραμένει ωστόσο η διάρκεια απασχόλησης της Αιτήτριας. Ενώ οι Καθ' ων η αίτηση θέτουν ως περίοδο απασχόλησης της την προβλεπομένη στα 15νθήμερα συμβόλαια εργασίας ορισμένου χρόνου, ισχυριζόμενοι ότι η Αιτήτριας συμπλήρωσε μόνο 829 ημέρες απασχόλησης ως εργοδοτούμενη με σύμβαση εργασίας και όχι 30 μήνες όπως προβλέπει η σχετική Νομοθεσία (Ν.98(Ι)/2003), η Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλείται ισχυρίζεται ότι η περίοδος απασχόλησης της ήταν συνεχής από τη μέρα της πρόσληψης της μέχρι και τις 31.12.2012 που απολύθηκε. Προφανώς ο χρόνος απασχόλησης της Αιτήτριας στη βάση των 15νθήμερων συμβολαίων δεν καλύπτει τη συνολική περίοδο των 30 μηνών. Τίθεμαι ωστόσο το ερώτημα κατά ποσό μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου, για όλη την περίοδο που η Αιτήτρια βρισκόταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των εγγράφων που είχαν συνομολογηθεί μεταξύ τους. Επομένως το Δικαστήριο, πριν εξετάσει τη βασιμότητα των επιμέρους αξιώσεων της Αιτήτριας οφείλει να προβεί στον νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που τη συνέδεε με τους Καθ' ων η αίτηση, εφόσον αυτοί αμφισβητούν την ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου, για την περίοδο που αυτή προσέφερε τις υπηρεσίες της δυνάμει συμβολαίων αγοράς υπηρεσιών και δη από 1.12.2006 μέχρι 31.12.2006, 11.1.2007 μέχρι 4.3.2007 και 14.9.2007 μέχρι 13.9.2010. Προτού προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, κρίνουμε σκόπιμο για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να παραθέσουμε τη νομική πτυχή που διέπει τον νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, όπως αυτή προκύπτει από τον Νόμο και τη νομολογία. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου: «Εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου εργοδοτούμενου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας. Νοείται ότι ο όρος «εργοδοτούμενος» περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο και εργάζεται στην εταιρεία αυτή όχι όμως με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου». Δικαστικό προηγούμενο αποτελεί η υπόθεση Prousi v. Redundant Employees Fund
(1988)1 C.L.R. 363 όπου το Δικαστήριο επισήμανε ότι, η διαπίστωση της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου αποτελεί πραγματικό ζήτημα και τα γεγονότα που αφορούν την κάθε υπόθεση θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Η καταβολή μισθού δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της σχέσης αλλά θα πρέπει ακόμα να θεμελιωθεί ότι ο εργοδότης μπορεί να ασκεί έλεγχο πάνω στη δουλειά του άλλου (βλ. και Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ασφαλ. Ετ. Ζωής
(1997)1 Α.Α.Δ.1551). Δικαστικό προηγούμενο αποτελεί επίσης και η υπόθεση Christofides v. Redundant Employees Fund
(1978)1C.L.R. 208, που μνημονεύει και υιοθετεί την υπόθεση Ready Mixed Concrete (South East) Ltd v. Minister of Pensions & National Insurance [1968] 1 All E.R. 433. Η τελευταία αυτή υπόθεση επικροτεί και επαναλαμβάνει τη θέση ότι ακόμη και αυτή η έκφραση της πρόθεσης των μερών για τον χαρακτηρισμό της μεταξύ τους συμφωνίας, αν και λαμβάνεται υπόψη, δεν είναι παράγων αποφασιστικής σημασίας για να προσδιοριστεί η αληθινή της φύση. Η διευθέτηση μεταξύ των μερών θα πρέπει να εξετάζεται ως σύνολο και ειδικότερα οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα τους. Μια δήλωση από τα μέρη, ότι ο εργοδοτούμενος θα είναι ή θα θεωρείται αυτοεργοδοτούμενος ή ανεξάρτητος εργολάβος, θα πρέπει να αγνοηθεί εντελώς, έστω κι αν έχει ενσωματωθεί στη μεταξύ τους σύμβαση, εάν οι υπόλοιποι όροι που διέπουν τη σχέση, αποτελούν όρους σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, καθώς ο νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ τους σχέσης καθορίζεται από τον Νόμο και όχι από την «ετικέτα» που της έβαλαν. Από την ίδια υπόθεση ο δικαστής παραθέτει επίσης περικοπή που επεξηγεί τους όρους που συγκροτούν τη σύμβαση εργασίας ή τη σχέση κυρίου - υπηρέτη με προεξάρχον συστατικό στοιχείο το δικαίωμα του εργοδότη να εποπτεύει και ελέγχει τον μισθωτό αποτελεσματικά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση: Ελεύθερη απόδοση «Το βασικό test που θα πρέπει να εφαρμοστεί σύμφωνα με επιφανείς άγγλους δικαστικούς και το Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α. είναι το εξής: το πρόσωπο που έχει δεσμευτεί να εκτελέσει αυτές τις υπηρεσίες τις εκτελεί ως πρόσωπο εργαζόμενο για δικό του λογαριασμό; Αν η απάντηση είναι καταφατική τότε πρόκειται για σύμβαση υπηρεσιών. Αν είναι αρνητική τότε είναι σύμβαση εργασίας. Εξαντλητικός κατάλογος στοιχείων που είναι σχετικά με τον καθορισμό της ερώτησης αυτής δεν έχει συνταχθεί και ίσως ούτε να μπορεί να συνταχθεί ούτε και μπορούν να τεθούν αυστηροί κανόνες ως προς το σχετικό βάρος το οποίο έχουν τα διάφορα στοιχεία σε συγκεκριμένες υποθέσεις. Το περισσότερο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι το στοιχείο άσκησης ελέγχου χωρίς αμφιβολία θα πρέπει πάντα να εξετάζεται αλλά δεν μπορεί πια να εκλαμβάνεται ως ο μόνος καθοριστικός παράγοντας. Τέτοιοι άλλοι παράγοντες που μπορεί να έχουν σημασία είναι θέματα όπως κατά πόσο το πρόσωπο που εκτελεί τις υπηρεσίες προμηθεύει τα δικά του μηχανήματα/εξοπλισμό, κατά πόσο προσλαμβάνει τους δικούς του βοηθούς, τι βαθμό οικονομικού κινδύνου αναλαμβάνει, τι βαθμό ευθύνης για επένδυση και διεύθυνση/διοίκηση έχει και κατά πόσο, όπως και σε ποια έκταση, έχει την ευκαιρία να ωφεληθεί από την ορθή διεύθυνση της επιτέλεσης του καθήκοντος του». Τα ίδια κριτήρια ακολουθήθηκαν και στην απόφαση Tsapaco Catering Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 796, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η κατηγορία των μισθωτών συμπεριλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση καθορίζεται από σύμβαση εργασίας που παρέχεται κάτω από συνθήκες που υποδεικνύουν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου (master and servant). Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου (master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών (Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition p.698). Ο καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο, (α) από την υποχρέωση του εργοδοτούμενου να παρέχει τις υπηρεσίες του (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτούμενου». Παρόμοιες είναι οι αντιλήψεις που επικρατούν και στην Ελλάδα όπου στο σύγγραμμα των Τούση και Σταυρόπουλου, «Εργατικό Δίκαιο» 1967 σελ. 35, για το οποίο γίνεται αναφορά στην Prousi διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Κριτήριον της διαστολής μεταξύ της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και της ειδικώς υπό της κοινωνικής νομοθεσίας προστατευομένης συμβάσεως εργασίας, αποτελεί η προσωπική εξάρτησις του εργαζομένου από τον εργοδότην, ήτοι το δικαίωμα του εργοδότου προς διεύθυνσιν και εποπτείαν της εργασίας του μισθωτού και η αντίστοιχος υποχρέωσις του τελευταίου τούτου να υπακούει εις τας οδηγίας του εργοδότου.» Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Δ. Ζερδελής, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας»,
(2002), σελ.247, «σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και στον μισθό που συμφωνήθηκε, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, και ακόμη ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες δεσμευτικές για τον εργαζόμενο αναφορικά με τον χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο κατά την εκτέλεση της προς διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς τις οδηγίες του. Αντίθετα δεν έχουμε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, όταν ο εργαζόμενος αναλαμβάνει μεν να παράσχει την εργασία του για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, άσχετα από το έργο που θα εκτελέσει, χωρίς όμως το στοιχείο της εξάρτησης, όταν δηλαδή διατηρεί την ελευθερία του να προσδιορίζει τον τρόπο και κυρίως τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και δεν υπόκειται σε εποπτεία και έλεγχο από τον εργοδότη» Αξιολογώντας το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που σχετίζεται με το υπό εξέταση θέμα, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια, ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια. Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου, είναι αρκετό να καταγράφουν τα όσα ανέφερε ο κ. Χ. Μαχλουζαρίδης, ο οποίος ουσιαστικά επιβεβαίωσε τα όσα η Αιτήτρια κατέθεσε κατά την κυρίως εξέταση και επανέλαβε κατά την αντεξέταση της. Οι Καθ' ων η αίτηση, εκτός από τα συμβόλαια παροχής υπηρεσιών (Τεκ.7, 8, και 9), δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλα στοιχεία, είτε μέσω των μαρτύρων τους είτε κατά την αντεξέταση της Αιτήτριας, που να θέτουν σε αμφισβήτηση ή να διαψεύδουν τα όσα αυτή κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποδεχόμενοι λοιπόν τη μαρτυρία της Αιτήτρια καταλήγουμε στα πιο κάτω ευρήματα τα οποία παραθέτουμε: Η Αιτήτρια ενόσω απασχολείτο στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ασκούσε τα ίδια καθήκοντα που αφορούσαν και ήταν συναφή με τη διαχείριση της ιστοσελίδας - διαδικτυακής πύλης του Οργανισμού, όπως και με μερικά γραμματειακά καθήκοντα που της ανέθετε κατά καιρούς ο προϊστάμενος της που όλα αυτά τα χρόνια ήταν ο κ. Χ. Μαχλουζαρίδης, από τον οποίο λάμβανε οδηγίες και εντολές. Για την περίοδο από 14.9.2007 μέχρι 13.9.2010, που παρείχε τις υπηρεσίες της δυνάμει συμβολαίων παροχής υπηρεσιών, τόσο η ίδια όσο και ο κ. Μαχλουζαρίδης, υποστήριξαν ότι απασχολείτο με τη διαχείριση διαφημίσεων στην ιστοσελίδα του Οργανισμού και παράλληλα εκτελούσε και τα υπόλοιπα καθήκοντα, καθώς είχε χρόνο για την αποπεράτωση και των εν λόγω καθηκόντων. Επίσης, από την αρχή της εργοδότησης της και μέχρι την απόλυση της εργαζόταν στο Τμήμα Ηλεκτρονικού Μάρκετινγκ που στεγαζόταν εντός του κτιρίου του Οργανισμού και χρησιμοποιούσε τις εγκαταστάσεις, τους Η/Υ και άλλα περιουσιακά στοιχεία του Οργανισμού που ήταν απαραίτητα για την διεκπεραίωση των καθηκόντων της. Ακολουθούσε επίσης το ίδιο σταθερό ωράριο εργασίας με το υπόλοιπο προσωπικό του Οργανισμού, δηλαδή από τις 7:30πμ μέχρι τις 2:30μμ με ένα απόγευμα τη βδομάδα. Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης από τα μέρη, όπως προκύπτει από τις νομικές αρχές που παραθέτουμε παραπάνω, δεν είναι κρίσιμος. Το πραγματικό περιεχόμενο της σύμβασης προκύπτει από τους όρους που έχουν συμφωνήσει τα μέρη και από τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες παρέχεται πράγματι η εργασία. Εάν οι συνθήκες αυτές αποκλίνουν από τους συμφωνημένους όρους, τότε αποφασιστική σημασία έχουν οι πρώτες. Από το πώς εκτελείται στην πράξη η σύμβαση μπορεί κανείς να συναγάγει συμπέρασμα για το τι θέλησαν πραγματικά τα μέρη. Επομένως, και στην προκειμένη περίπτωση ο νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης δεν εξαρτάται από το πώς τα ίδια τα μέρη, Αιτήτρια και Καθ' ων η αίτηση, χαρακτήρισαν τη σύμβαση. Άλλωστε, στην πράξη, συχνά, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ως σύμβαση αγοράς υπηρεσιών συγκαλύπτει σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου. Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα Π. Πολυβίου, «Εργατικό Δίκαιο στην Κύπρο»,
(2018)σελ.118: «.Η σύμβαση εργοδότησης δεν είναι μια συνήθης εμπορική σύμβαση, αλλά μια εξειδικευμένη συμφωνία μεταξύ των μερών με ιδιαίτερα σημαντικές νομικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Γι' αυτό το λόγο το τι τα μέρη πιστεύουν, ή επιθυμούν ή δηλώνουν δεν έχει οποιαδήποτε νομική σημασία. Το ερώτημα τι είδους σύμβαση εργασίας έχουν συνομολογήσει τα μέρη αποτελεί νομικό θέμα, που το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλύσει χωρίς αναφορά στις δηλώσεις των μερών. Αυτή ήταν η προσέγγιση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Ferguson v. John Dawson & Partners (Contractors) Ltd [1976] 1 WLR 1213, όπου ο Δικαστής Megaw ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "A declaration by the parties, even if it were incorporated in the contract, that the workman was to be, or was to be deemed to be, self-employed, an independent contractor, ought to be wholly disregarded - not merely treated as not being conclusive - if the remainder of the contractual terms, governing the realities of the relationship, showed the relationship of employer and employee." Από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει προφανώς η πραγματική διευθέτηση μεταξύ των μερών, Αιτήτριας και Καθ' ων η αίτηση, ήταν η σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου, με την Αιτήτρια να είναι εργοδοτούμενη εν τη εννοία του Νόμου ανεξάρτητα από τι προνοούσαν τα συνομολογηθέντα μεταξύ τους συμβόλαια αγοράς υπηρεσιών. Ειδικότερα: (α) Η Αιτήτρια ανέλαβε την προσφορά εργασίας ή υπηρεσιών προς τους Καθ' ων η αίτηση έναντι συγκεκριμένης ετήσιας αμοιβής που της καταβαλλόταν σε δώδεκα ίσες μηνιαίες δόσεις. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η Αιτήτρια παρείχε αυτοπροσώπως την εργασία της στους Καθ' ων η αίτηση χωρίς να της παρέχεται η δυνατότητα να την εκπληρώσει μέσω τρίτων προσώπων, γεγονός που είναι συμβατό με την έννοια της σύμβασης εργασίας. (β) Η Αιτήτρια για όλη την περίοδο της απασχόλησης της στους Καθ' ων η αίτηση εκτελούσε τα ίδια καθήκοντα που ήταν συναφή με τη διαχείριση της ιστοσελίδας - διαδικτυακής πύλης του Οργανισμού, όπως και με μερικά γραμματειακά καθήκοντα που της ανέθετε κατά καιρούς ο προϊστάμενος της κ. Χ. Μαχλουζαρίδης, από τον οποίο λάμβανε οδηγίες και εντολές. Κατά την επίδικη μάλιστα περίοδο που προσέφερε τις υπηρεσίες της δυνάμει συμβολαίου αγοράς υπηρεσιών, η Αιτήτρια εκτός από τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που προέβλεπε το εν λόγω συμβόλαιο, απασχολείτο επίσης με τη διεκπεραίωση πρόσθετων καθηκόντων που ήταν η διαχείριση της ιστοσελίδας - διαδικτυακής πύλης του Οργανισμού, όπως και με γραμματειακά καθήκοντα. Εν ολίγοις η Αιτήτρια υπό τις εντολές και οδηγίες του προϊσταμένου της κ. Μαχλουζαρίδη όφειλε να διεκπεραιώνει εκτός των καθηκόντων που καθορίζοντο στο συμβόλαιο αγοράς υπηρεσιών και τα υπόλοιπα καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί κατά καιρούς ενόσω ασχολείτο στον Οργανισμό. Επίσης όλα αυτά τα χρόνια ακολουθούσε ένα σταθερό ωράριο εργασίας από τις 7:30πμ μέχρι 2:30μμ με ένα απόγευμα την ημέρα, όπως και το υπόλοιπο προσωπικό του Οργανισμού, χωρίς να της παρέχεται η ευχέρεια να προσδιορίσει η ίδια ελεύθερα τον χρόνο εργασίας της, ή να αποχωρεί από την εργασία της με την διεκπεραίωση των καθηκόντων που προβλέπονταν στη σύμβαση αγοράς υπηρεσιών, καθώς με τη διεκπεραίωση τους θα έπρεπε να ασχοληθεί και με τα υπόλοιπα καθήκοντα. Περαιτέρω, από την αρχή της εργοδότησης και μέχρι την απόλυση της, εργαζόταν στο Τμήμα Ηλεκτρονικού Μάρκετινγκ που στεγαζόταν εντός του κτιρίου του Οργανισμού και χρησιμοποιούσε τις εγκαταστάσεις, τους Η/Υ και άλλα περιουσιακά στοιχεία του Οργανισμού που ήταν απαραίτητα για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων της. Όλα τα πιο πάνω τείνουν να καταδείξουν ότι στην Αιτήτρια δεν παρεχόταν η ευχέρεια να προσδιορίσει από μόνη της το είδος, τον τρόπο, χρόνο και τόπο διαπεραίωσης των καθηκόντων της, στοιχεία κατ' εξοχή δηλωτικά της σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου, για τα οποία θα έπρεπε να ακολουθεί τις οδηγίες των Καθ' ων η αίτηση. Άλλωστε η Αιτήτρια δεν προσέφερε τις επίδικες υπηρεσίες για δικό της λογαριασμό αλλά για λογαριασμό και προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση, στοιχείο που με βάση αγγλική νομολογία, επίσης τείνει να τεκμηριώσει μια τέτοια σχέση. Περαιτέρω επρόκειτο για υπηρεσίες και καθήκοντα που από τη φύση τους δεν μπορούν να ξεφύγουν του έλεγχου των εργοδοτών. (γ) Πέραν των πιο πάνω στοιχείων στο συμβόλαιο αγοράς υπηρεσιών δεν υπάρχουν και ή δεν προκύπτουν οποιαδήποτε δηλωτικά στοιχεία ή πρόνοιες που να εξουδετερώνουν την έννοια της σχέσης εργασίας μεταξύ των δύο πλευρών. Το γεγονός ότι η Αιτήτρια δήλωνε τα εισοδήματα της ή πλήρωνε φόρους στο Δημόσιο για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες ως προερχόμενα από την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος δεν είναι κρίσιμα στοιχεία για τον χαρακτηρισμό της σχέσης και συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να επικεντρωθεί αποκλειστικά στο περιεχόμενο του προρρηθέντος συμβολαίου αλλά στην ολότητα των γεγονότων και δεδομένων της υπόθεσης, εν όψει των πιο πάνω στοιχείων που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης για την ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα παραπάνω στοιχεία καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ανεξάρτητα από το τι προνοούσαν τα συμβόλαια παροχής υπηρεσιών, η Αιτήτρια προσέφερε τις υπηρεσίες της στους Καθ' ων η αίτηση υπό τέτοιες συνθήκες και περιστάσεις που εύκολα μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη της σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου. (i) Η διάγνωση του χαρακτήρα της σύμβασης απασχόλησης τoυ Αιτητή Το σημείο που τίθεται προς εξέταση και που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της παρούσας υπόθεσης συνδέεται άμεσα με το καθεστώς εργοδότησης της Αιτήτριας. Κατά πόσο δηλαδή η Αιτήτρια κατέστη εργοδοτούμενη αορίστου διαρκείας ή υφίσταντο αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούσαν το προσωρινό της απασχόλησης της. Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του Νόμου (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), σκοπός του παρόντος Νόμου είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας διευκρινίζει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας - πλαισίου είναι ιδίως η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη θέσπιση των ελάχιστων προδιαγραφών προς εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Με το άρθρο 7 του Νόμου (ρήτρα 5 της Οδηγίας), ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποφυγής κατάχρησης από τον κίνδυνο προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο τριάντα μηνών σε μια τέτοια σύμβαση για να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου, εκτός εάν ο εργοδότης ήθελε αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους που υφίστανται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες γίνεται περιοριστική αναφορά στο Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου, «7.-
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως ∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 7 του Νόμου, οφείλει, κατά τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την Οδηγία αποτέλεσμα, ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν θα διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου ημερ. 23.4.2009, το ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι, «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ' ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ' ολοκληρία. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ' αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Στην υπόθεση C-614/15, Rodica Popescu v. Derectia Sanitar Veterinara si Pentru Sigurunta Al Mente Lor Gorj, ημερ. 21.9.2016, το ΔΕΕ ακολουθώντας προηγούμενη νομολογία του ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
- Πράγματι, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως αυτή της κύριας δίκης δεν χρησιμοποιείται, στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό (βλ., συναφώς, αποφάσεις της26ης Ιανουαρίου 2012, Kücük, C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 101).
- Προς τούτο, πρέπει να εξετάζονται, σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, όλες οι κρίσιμες περιστάσεις, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 2012, Kücük, C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 102). Περαιτέρω στην σκέψη 61 της εν λόγω απόφασης, αναφερόμενο το ΔΕΕ στο μόνιμο ή μη μόνιμο χαρακτήρα της προσφερθείσας εργασίας επισήμανε τα ακόλουθα:
- Επιπλέον, ο προβαλλόμενος μη μόνιμος χαρακτήρας των ελεγκτικών καθηκόντων ανατρέπεται από το γεγονός ότι οι παρατάσεις της συμβάσεως ορισμένου χρόνου της προσφεύγουσας της κύριας δίκης κατέληξαν σε αδιάλειπτη παροχή υπηρεσιών 6 ετών και 7 μηνών, οπότε φαίνεται ότι η σχέση εργασίας δεν κάλυψε μόνον προσωρινή ανάγκη, αλλά πάγια. Είναι προφανές, από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, από την ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα ως έκτακτη υπάλληλος, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου από την 1.12.2006 μέχρι 31.12.2012 με ενδιάμεσες διακοπές. Η περίοδος απασχόλησης της με βάση τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία υπολογίζεται σε 5½ έτη. Εν ολίγοις, κατά τον χρόνο της απόλυσης της πληρούσε τα απαιτούμενα από τον Ν.98(Ι)/2003 χρονικά πλαίσια που θα της επέτρεπαν να θεωρηθεί εργοδοτούμενη αορίστου διαρκείας. Εν όψει τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση θα πρέπει να αποδείξουν την τυχόν κατ' εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου, που δικαιολογούσε την απασχόληση της Αιτήτριας με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προκύπτει από τους γενικούς λόγους εμφάνισης των Καθ' ων η αίτηση, όπου απλώς αναφέρεται «ότι η Αιτήτρια δε μπορεί να θεωρηθεί ότι εργάστηκε σε θέση αορίστου χρόνου, καθότι την ημερομηνία τερματισμού των υπηρεσιών της είχε συμπληρώσει μόνο 829 ημέρες απασχόλησης ως εργοδοτούμενη με σύμβαση εργασίας και όχι 30 μήνες όπως προβλέπει η σχετική Νομοθεσία», χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά. Ο κ. Μαχλουζαρίδης, παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του, ότι τα καθήκοντα που εκτελούσε η Αιτήτρια ανατέθηκαν, μετά την απόλυση της, σε μόνιμο υπάλληλο που μεταφέρθηκε από άλλο τμήμα του Οργανισμού. Κατά την επανεξέταση του δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι τα καθήκοντα της Αιτήτριας αφορούσαν τόσο τη δημιουργία της ιστοσελίδας του Οργανισμού όσο και τις ανάγκες του περιεχομένου της που είναι συνεχείς. Προς την ίδια κατεύθυνση συγκλίνουν και οι θέσεις της Αιτήτριας η οποία ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησης της ασχολήθηκε με τη διαχείριση της τότε καινούργιας ιστοσελίδας του Κ.Ο.Τ. από τη μέρα που βγήκε στον αέρα μέχρι που τερματίστηκε η απασχόληση της. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι τα καθήκοντα της δεν αφορούσαν μόνο την οργάνωση της ιστοσελίδας αλλά και τη διαχείριση της. Η διοργάνωση, καθώς είπε, είναι για 2 ή 3 μήνες και μετά αρχίζει η διαχείριση. Ακολούθως συμφώνησε ότι προσλήφθηκε για σκοπούς ενημέρωσης του περιεχομένου της νέας διαδικτυακής πύλης του Οργανισμού, σημειώνοντας ότι μια ιστοσελίδα για να είναι πάντα ενημερωμένη πρέπει να μπαίνουν συνέχεια νέα στοιχεία. Μια ιστοσελίδα, οποιαδήποτε και να είναι, δεν μπορείς να την κάνεις σε μια μέρα και τέλειωσε. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», 434, η κάλυψη προσωρινών αναγκών της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους και στην πράξη συνηθέστερους λόγους που δικαιολογούν τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ωστόσο τέτοιες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό, ως αντικειμενικός λόγος δικαιολογητικός της σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, υφίστανται όταν κατά τη σύναψη της σύμβασης με επαρκή ασφάλεια αναμένεται ότι με τη λήξη της θα παύσει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Μια τέτοια πρόγνωση θα πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία και να είναι αρκούντως θεμελιωμένη. Θα πρέπει δηλαδή ο εργοδότης να είναι σε θέση να δικαιολογήσει, με συγκεκριμένα στοιχεία γιατί με την πάροδο της ορισμένης διάρκειας της σύμβασης θα εκλείψει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Η εγκυρότητα επίσης του συγκεκριμένου συμβατικού όρου της ορισμένης διάρκειας προϋποθέτει ότι ο εργοδοτούμενος προσελήφθη για να καλύψει ακριβώς τις συγκεκριμένες αυξημένες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός και δεν προσκομίστηκαν συγκεκριμένα στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, οι Καθ' ων η αίτηση θα μπορούσαν να στηρίξουν με επαρκή ασφάλεια ότι με τη λήξη της θα έπαυε και η ανάγκη απασχόλησης της Αιτήτριας. Αντίθετα, το τι επιβεβαιώνουν τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι ότι η Αιτήτρια προσλαμβάνετο δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, ασκώντας καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης της τα ίδια καθήκοντα, που αφορούσαν τόσο τη δημιουργία της ιστοσελίδας του Οργανισμού όσο και τις ανάγκες του περιεχομένου της που είναι συνεχείς. Είναι λοιπόν φανερό ότι η Αιτήτρια δεν προσλήφθηκε για την εκτέλεση εργασιών που ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι έχουν μια περιορισμένη, κατά κανόνα σύντομη διάρκεια, αλλά για την εκτέλεση πάγιων εργασιών με διαρκή χαρακτήρα. Άλλωστε, πως είναι δυνατό να γίνεται λόγος για εργασίες μη σταθερές, όταν επί έξι σχεδόν έτη δεν παρουσιάστηκε ποτέ η ανάγκη κατάργησης της θέσης για την οποία προσλήφθηκε και ούτε εξέλειπαν τα καθήκοντα της, τα οποία και μετά την απόλυση της συνέχισαν να υφίστανται και να εκτελούνται από άλλο μόνιμο υπάλληλο του Οργανισμού. Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν κατάφεραν να αποδείξουν τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που θα δικαιολογούσαν τη μη μετατροπή της σύμβασης εργοδότησης της Αιτήτριας σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί τερματισμού απασχολήσεως Νόμου,
- Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) .............................. (β) ................................. (γ) ............................... (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Διαιτητικών Δικαστήριον θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· Οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας προβάλλοντας ως λόγο τη λήξη της σύμβασης απασχόλησης της. Ωστόσο, με βάση την πιο πάνω κατάληξη μας η ενδεδειγμένη μορφή σύμβασης για την απασχόληση της ήταν η σύμβαση αορίστου διαρκείας. Ως επακόλουθο, ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν ένα από τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 5 του Νόμου με επακόλουθο η απασχόληση της Αιτήτριας να κρίνεται παράνομη και αδικαιολόγητη. Επαναπρόσληψη Με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)του Νόμου, που εισήχθη με τον Τροποποιητικό Νόμο 61(Ι)/1994, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτούμενου που έχει απολυθεί παράνομα από τον εργοδότη του. Σύμφωνα με την εν λόγω επιφύλαξη: Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών. Από το γράμμα της πιο πάνω διατάξεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επαναπρόσληψη του απολυθέντος εργοδοτούμενου εάν συντρέ-χουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο εργοδότης απασχολούσε πέραν των 19 εργοδοτουμένων, (β) ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, (γ) ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου ήταν έκδηλα παράνομος και κακόπιστος, (δ) το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει τη άποψη ότι οι περιστάσεις το δικαιολογούν. Σε διάφορες αγγλικές αποφάσεις τονίζεται ότι στις περιπτώσεις (α) όπου δεν υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου (Nothmam v. London Borough of Barnet (No.2) [1980] IRLR 6) και (β) όπου το κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και πίστης έχει κλονισθεί (Wood Group Heavy Industrial Turbines Ltd v. Crossan [1998] IRLR 680), τότε δεν θεωρείται πρακτικά εφικτό να εκδοθεί διάταγμα επαναπρόσληψης. Παρά την κάπως διαφορετική νομοθετική διατύπωση της επαναπρόσληψης στο Αγγλικό και στο Κυπριακό δίκαιο, οι βασικές αρχές φαίνεται να είναι περίπου οι ίδιες, με αποτέλεσμα η επαναπρόσληψη να διατάσσεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν υπήρχε θέμα κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου, ανεξάρτητα από την προέλευση των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν και που οδήγησαν στον τερματισμό απασχόλησης. Το βασικό στοιχείο που θα πρέπει να έχουν κατά νου τα Δικαστήρια είναι ότι η επαναπρόσληψη είναι θεραπεία στο αστικό δίκαιο, που δεν έχει σαν σκοπό ούτε την τιμωρία του εργοδότη ούτε την ηθική ικανοποίηση του εργοδοτουμένου. Βασικός σκοπός των θεραπειών στο χώρο αυτό, όπως και αλλού στο αστικό δίκαιο, είναι η αποζημίωση του εργοδοτουμένου του οποίου τα δικαιώματα παραβιάστηκαν. Συνήθως, η χρηματική αποζημίωση συνιστά ικανοποιητική νομική αποκατάσταση, αλλά κάποτε, σε σπάνιες περιπτώσεις, επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων δεν είναι αρκετή και είναι τότε που το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει επαναπρόσληψη (Βλ. Π. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, τ.Β, σελ.693-694). Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα γεγονότα και συμπεράσματα στα οποία έχουμε καταλήξει, κατά την άποψη μας οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος επαναπρόσληψης. Έχοντας υπόψη τον σκοπό που επιδιώκεται με την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από του τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας και την έλλειψη στοιχείων αναφορικά με την εργασιακή κατάσταση ή οργάνωση που υπάρχει σήμερα στους Καθ' ων η αίτηση δεν θεωρούμε πρακτικά εφικτό να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Υπό τις περιστάσεις κρίνουμε ικανοποιητική την επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων. Άλλες Θεραπείες Η Αιτήτριας εκτός από τις αξιώσεις της για επαναπρόσληψη και αποζημιώσεις λόγω παρανόμου τερματισμού της απασχόλησης της, αξιώνει περαιτέρω καταβολή όλων των δικαιωμάτων της περιλαμβανομένων μισθών και άλλων ωφελημάτων που απώλεσε ενόσω βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της, καθώς και γενικές αποζημιώσεις για δυσμενή μεταχείριση. Να τονίσουμε ότι η Οδηγία δεν επιβάλλει συγκεκριμένες κυρώσεις για την καταχρηστική προσφυγή στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και δεν επιβάλλει κατ' ανάγκη ως κύρωση τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Η μετατροπή αυτή προβλέπεται από την Οδηγία ως μια δυνατότητα, χωρίς φυσικά να αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων κατά του εργοδότη, όπως π.χ. η καταβολή αποζημίωσης στους εργαζόμενους, με τον περιορισμό ότι θα πρόκειται για κυρώσεις που θα εξασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της Οδηγίας, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού (ΔΕΕ 23.4.2009, Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-378/07 και C-380/07, ΔΕΕ 4.7.2006 (Αδενελέρ κλπ), Συλλογή Νομολογίας 2006 Ι 6057). Στις παραπάνω υποθέσεις, εξετάστηκε επίσης η συμβατότητα των πάγιων διατάξεων του εναρμονιστικού με την Οδηγία Π.Δ.164/2004 που αφορά τον ευρύτερο Ελληνικό δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, μια εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του Π.Δ.164/2004, η οποία απαγορεύει απόλυτα στο δημόσιο τομέα να μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου μια σειρά διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που στην πράξη είχαν ως αντικείμενο την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εργοδότη, για να θεωρηθεί ότι συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο, θα πρέπει η εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους να προβλέπει, στον εν λόγω τομέα, ένα άλλο αποτελεσματικό μέτρο ώστε να αποτρέπεται και εν ανάγκη να τιμωρείται η καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Με τον αντίστοιχο εναρμονιστικό Ν.98(Ι)/2003, ο Κύπριος νομοθέτης, έθεσε ως αποκλειστική κύρωση για την καταχρηστική προσφυγή στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου τη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Συνεπώς η αποτελεσματική αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να ανακύψει από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αντιμετωπίζεται με οποιαδήποτε άλλη μορφή κύρωσης, όπως π.χ. η καταβολή αποζημίωσης, παρά μόνο με τη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ως κύρωση δεν επιβάλλεται επίσης ούτε η καταβολή γενικών αποζημιώσεων για δυσμενή μεταχείριση με βάση τις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 98(Ι)/2003 που αποβλέπουν στη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου και στην αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου. Πρόσθετα, η καταβολή μισθών θα μπορούσε να δικαιολογηθεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου στα πλαίσια έκδοσης διατάγματος επαναπρόσληψης δυνάμει του άρθρου 3
(2)του Νόμου 24/67. Από την άλλη ως αυτοτελής αξίωση δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία της Αιτήτριας για να είναι σε θέση το Δικαστήριο να καταλήξει, μέσα στα πλαίσια ειδικής απαίτησης, σε εύλογο αποτέλεσμα αλλά ούτε και γίνεται λόγος στις τελικές αγορεύσεις. Για όλα τα πιο πάνω οι εν λόγω αξιώσεις της Αιτήτριας δεν βρίσκουν έρεισμα στις διατάξεις του προρρηθέντος εναρμονιστικού Νόμου. Κατάληξη Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί. Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), ενώ, από την άλλη, η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Εκτός από τα όσα προνοούνται στις παραγράφους 2 και 3 του Πίνακα το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό που θα επιδικάσει. Για τον υπολογισμό όμως του εν λόγω ποσού, δέον να λάβει υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενο (β) την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου (γ ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου» Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για πέντε έτη και έξι μήνες και ότι για σκοπούς του Νόμου λάμβανε €269,77 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας, τη διάρκεια της απασχόλησης της, τα ημερομίσθια της ως και όλους τους άλλους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο και δίκαιο να της επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €3.507,01 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 13 βδομάδων. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9 του Νόμου η Αιτήτρια δικαιούνται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 7 βδομάδων, ήτοι το ποσό των €1888,39 Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το συνολικό ποσό των €5395,40 με νόμιμο τόκο από 31.12.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση διατάσσονται όπως καταβάλουν στον Αιτητή το ποσό των €1500 ως δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο από 31.12.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον νόμιμο τόκο πλέον Φ.Π.Α επί των εξόδων. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Φιλίππου, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο