ΠΙΣΤΗ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 323/2015, 16/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:19 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Β. Μιχαηλίδου και Κ. Χρίστου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 323/2015 Μεταξύ: XXXXX ΠΙΣΤΗ Αιτήτρια -και- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 16η Απριλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Αρ. Γεωργίου Για Καθ' ου η αίτηση: κ. Α. Χριστοφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια στις 9.1.2014 καταχώρησε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών την Αίτηση αρ.16/2014 εναντίον της Holroyd Partners («η Εργοδότρια Εταιρεία») και του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο»), λόγω τερματισμού της απασχόλησης της. Στην εν λόγω Αίτηση ενώ αρχικά καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας ακολούθως ο συνήγορος δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν μπορούσε πλέον να εμφανίζεται γιατί η Εργοδότρια Εταιρεία είχε τεθεί υπό εκκαθάριση. Ως επακόλουθο η Αιτήτρια στις 30.10.2014 καταχώρησε ενδιάμεση αίτηση τροποποίησης του τίτλου της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς με την προσθήκη του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Εργοδότριας Εταιρείας. Στις 10.11.2014 εξεδόθη το σχετικό διάταγμα και ακολούθως η τροποποιημένη Αίτηση επιδόθηκε στον Επίσημο Παραλήπτη. Ο τελευταίος παρέλειψε να καταχώρηση έγγραφο εμφανίσεως και ως εκ τούτου στις 22.1.2015 το Δικαστήριο προχώρησε σε ακρόαση της Αίτησης στην απουσία του. Στις 22.1.2015 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της περιουσίας της Εργοδότριας Εταιρείας για το ποσό των €8.483,80 ως αποζημίωση για τον παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της πλέον νόμιμο τόκο. Περαιτέρω επιδίκασε προς όφελος της Αιτήτριας το ποσό των €1000 ως δικηγορικά έξοδα πλέον νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. Η Αιτήτρια, με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 3.3.2015, επικαλούμενη το άρθρο 31
(3)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67) (στο εξής «ο Νόμος»), ζήτησε από το Ταμείο όπως της καταβάλει ολόκληρο το προς όφελος της επιδικασθέν ποσό, συμπεριλαμβανομένων των δικηγορικών εξόδων Το Ταμείο με επιστολή του ημερ. 25.5.2015, αποδεχόμενο ότι ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 31
(3)του Νόμου, κατέβαλε στην Αιτήτρια πληρωμή για το επιδικασθέν προς όφελος της ποσό που αφορούσε την αποζημίωση λόγω παράνομης απόλυσης πλέον τόκους, πλην όμως με την ίδια επιστολή απέρριψε το αίτημα για πληρωμή των επιδικασθέντων δικηγορικών εξόδων με τη δικαιολογία ότι αυτά δεν καλύπτονταν από τις πρόνοιες του άρθρου 31
(3). Διαφωνώντας η Αιτήτρια με την απόφαση του Ταμείου καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση με την οποία αξιώνει τα πιο κάτω: Α. Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται το Ταμείο, όπως πληρώσει το ποσό των €1000 πλέον τόκους από 9.1.2014 πλέον Φ.Π.Α. δυνάμει των προνοιών του άρθρου 31
(3)του Νόμου και της νομολογίας. (Β) Νόμιμο τόκο από 9.1.2014 μέχρι πλήρους εξόφλησης (Γ) Έξοδα και Φ.Π.Α. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι συνήγοροι και των δύο πλευρών παρέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τις δικές τους εισηγήσεις. Ο κ. Γεωργίου επικαλούμενος προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου Εργατικών Διάφορων εισηγήθηκε ότι σε κάθε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ή και οποιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας τα δικηγορικά έξοδα αποτελούν μέρος της απόφασης και ταυτόχρονα παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό θέμα. Επικαλούμενος την Χριστόδουλος Κυριάκου και άλλοι v. Ταμείου Διά Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 ΑΑΔ 1020, εισηγήθηκε ότι στην υπό κρίση Αίτηση τα επιδικασθέντα έξοδα αποτελούν παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό θέμα σε διαφορά που ηγέρθη δυνάμει των προνοιών του Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δικαιούται να εισπράξει τα έξοδα από το Ταμείο δυνάμει του άρθρου 31
(3)του Νόμου. Με τη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του, ο κ. Χριστοφόρου στηριζόμενος στην πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εισηγήθηκε ότι στην υπό κρίση Αίτηση το Ταμείο δεν υποχρεούται σε πληρωμή των επιδικασθέντων δικηγορικών εξόδων καθότι αυτά δεν εμπίπτουν στην εμβέλεια του άρθρου 31(
(3)του Νόμου. Η φράση «επιδικασθέν ποσό» εμφανώς ως εκ του σκοπού του Νόμου, αναφέρεται σε ποσά πληρωτέα δυνάμει των προνοιών του και όχι σε οποιαδήποτε άλλα ποσά πληρωτέα είτε δυνάμει των προνοιών άλλου Νόμου, είτε γενικά στο πλαίσια της σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου. Σημειώνει ως πολύ γνωστό ότι τα δικηγορικά έξοδα προβλέπονται και άρα διέπονται από τον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999 και ως εκ τούτου η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί αν πετύχει και πρέπει να απορριφθεί με έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 31
(3)του Νόμου: «Όταν κατά τον χρόνον της επιδικάσεως υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφόρων, έχη αρχίσει διαδικασία αναφορικώς προς τον εργοδότην δυνάμει του περί Πτωχεύσεως Νόμου ή του Μέρους V του περί Εταιρειών Νόμου ο εργοδοτούμενος προς τον οποίον εγένετο η επιδίκασις εισπράττει ολόκληρον το επιδικασθέν ποσόν εκ του Ταμείου. Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου αναφορικώς προς πάσαν επιδικασθείσαν πληρωμήν καταβλητέαν απ' ευθείας υπό του εργοδότου μεταβιβάζονται εις το Ταμείον.» Στην υπόθεση Χριστόδουλος Κυριάκου (ανωτέρω), τέθηκε ως ουσιαστικό θέμα προς εξέταση η εμβέλεια του άρθρου 31
(3)του Νόμου. Η ουσία της αιτιολογίας της πρωτόδικης απόφασης εντοπίζεται στην άποψη πως το άρθρο αυτό καλύπτει κάθε ποσό που επιδικάζεται υπέρ των εργοδοτουμένων στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Και τούτο γιατί η παράγραφος
(1)του άρθρου αναφέρεται σε απόφαση επιδικάζουσα "οιονδήποτε ποσό" και οι παράγραφοι
(2)και
(3)σε "ποσό επιδικασθέν" χωρίς οποιαδήποτε διάκριση. Και εφόσον, όπως έκρινε το πρωτόδικό Δικαστήριο, η διεκδίκηση των δεδουλευμένων μισθών και των άλλων ωφελημάτων ήταν "εργατική διαφορά" σύμφωνα με τον ορισμό του Νόμου που ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, θα έπρεπε το Ταμείο να ικανοποιήσει την απόφαση που εκδόθηκε. Επιλαμβανομένου του θέματος το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «.. Είναι το κεντρικό χαρακτηριστικό του Νόμου 24/67 ο καθορισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συναρτώνται προς τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτουμένου. Η μελέτη των προνοιών του ως συνόλου αποκαλύπτει πως βρίσκονται έξω από το πλαίσιο των ρυθμίσεων του ζητήματα σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν διαρκούσας της εργοδότησης και είναι άσχετα προς τον τερματισμό της. Έτσι, ο Νόμος καθορίζει τα περί την αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης, για πληρωμή αντί προειδοποίησης για τερματισμό της απασχόλησης και για πληρωμή λόγω πλεονασμού. Βέβαια με τις ερμηνευτικές του διατάξεις ο Νόμος προσδίδει στην "εργατική διαφορά" ευρεία έννοια, όμοια με την αντίστοιχη του Νόμου 8/67. Αυτό όμως δεν διαφοροποιεί τις ουσιαστικές του πρόνοιες και, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 30
(1)που εντάσσει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών όχι κάθε εργατική διαφορά αλλά μόνο τις εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου ή οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του, περιλαμβανομένου, φυσικά, και "παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος". Είναι σαφές ότι οι δεδουλευμένοι μισθοί και τα άλλα διεκδικηθέντα και επιδικασθέντα ωφελήματα δεν συνδέονται με τον τερματισμό της απασχόλησης αλλά είναι ποσά πληρωτέα ως εκ της εργοδότησης και όχι ως εκ του τερματισμού της. Κρίνουμε ότι η φράση "επιδικασθέν ποσό" στο άρθρο 31
(3)εμφανώς ως εκ του σκοπού του Νόμου, αναφέρεται σε ποσά πληρωτέα δυνάμει των προνοιών του και όχι σε οποιαδήποτε άλλα ποσά πληρωτέα είτε δυνάμει των προνοιών άλλου Νόμου είτε γενικά στο πλαίσιο της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Αν η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν διαφορετική θα αναμέναμε, ως εκ της φύσεως του θέματος που βρίσκεται έξω από όσα συνιστούν το αντικείμενο ρύθμισης από το συζητούμενο Νόμο, να διατυπωνόταν ρητά. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα να θεωρείται υπόλογο το Ταμείο Πλεονασμού ως προς δεδουλευμένους μισθούς μή πληρωθέντες παρά το ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου ουδέποτε ετερματίσθη επειδή, κατά την άποψη που δέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η διεκδίκηση τέτοιων μισθών συνιστά εργατική διαφορά εμπίπτουσα στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. ..» Στην υπό κρίση Αίτηση η αξίωση της Αιτήτριας αφορά την είσπραξη ποσού που επιδικάστηκε προς όφελος της ως αποζημίωση για τον τερματισμό της απασχόλησης της πλέον τα έξοδα της διαδικασίας. Το δικαίωμα της Αιτήτριας να εισπράξει το επιδικασθέν ποσό της αποζημίωσης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Νόμου δεν έχει αμφισβητηθεί από το Ταμείο, εξ ου και κατέβαλε πληρωμή στην Αιτήτρια για το εν λόγω ποσό. Αμφισβητείται ωστόσο η καταβολή των εξόδων. Το ζητούμενο, επομένως είναι εάν το προρρηθέν άρθρο, ορθά ερμηνευόμενο, παρέχει στην Αιτήτρια το δικαίωμα να εισπράξει από το Ταμείο και τα δικηγορικά έξοδα που της επιδικάστηκαν στα πλαίσια εργατικής διαφοράς που ηγέρθη δυνάμει των προνοιών του Νόμου. Όπως αναφέρθηκε στην προρρηθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το άρθρο 31
(3)του Νόμου, κατά την ερμηνεία του θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 30
(1)όπου προσδιορίζεται η αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών σε διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου. Μεταξύ άλλων μέσα στα πλαίσια της αρμοδιότητας αυτής περιλαμβάνεται και «παν παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό προς τοιαύτας διαφοράς θέμα». Στις υπό κρίση Αιτήσεις, τα έξοδα που επιζητά η Αιτήτρια να εισπράξει από το Ταμείο αποτελούν μέρος της απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος της, συνεπεία της επιδίκασης αποζημιώσεων για το αδικαιολόγητο του τερματισμού της απασχόλησης της. Εν ολίγοις, κατά την κρίση μας, πρόκειται για μια συνακόλουθη συμπληρωματική οφειλή προς την Αιτήτρια ως αμοιβή για τους καρπούς της επιτυχίας της σε υπόθεση εργατικής διαφοράς που ανεφύη συνεπεία εφαρμογής του Νόμου. Ως επακόλουθο, καταλήγουμε ότι τα έξοδα αποτελούν «θέμα παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό» εργατικής διαφοράς που ανεφύη συνεπεία εφαρμογής του Νόμου και ως τέτοιο θέμα εμπίπτει στην έννοια του «επιδικασθέντος ποσού» όπως απαντάται στο άρθρο 31
(3)του Νόμου, με επακόλουθο η Αιτήτρια να δικαιούται να εισπράξει τα επιδικασθέντα προς όφελος της έξοδα από το Ταμείο. Η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Ταμείου ως οι αξίωση Α της Αίτησης, με €500 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον του Ταμείου. (υπ).................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Β. Μιχαηλίδου, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο