← Κύπρος

TODOROV KOLEV ν. FILEMINDERS LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 834/2016, 28/12/2018

TODOROV KOLEV ν. FILEMINDERS LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 834/2016, 28/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:65 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Γ. Σουρουλλά, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 834/2016 Μεταξύ: XXXXX TODOROV KOLEV Αιτητής -και- FILEMINDERS LIMITED Καθ' ων η αίτηση ---------- Ημερομηνία: 28η Δεκεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Χ. Σούρπη για κ. Α. Ιωάννου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Γ. Καραμανώλης Α. Ευσταθίου ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση, ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση, αποζημιώσεις για παράνομο και ή αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης του, οποιαδήποτε άλλη ή και περαιτέρω θεραπεία ή απόφαση το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις, νόμιμους τόκους, έξοδα συν Φ.Π.Α. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν παράνομος ή αδικαιολόγητος και επομένως ότι νομιμοποιείται στις αιτούμενες αποζημιώσεις. Διατείνονται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του ήταν καθόλα νόμιμος και δικαιολογημένος, καθώς υπήρξαν συνεχείς συζητήσεις και ή παρατηρήσεις και ή επιπλήξεις προς τον Αιτητή για τη μη ικανοποιητική απόδοση του και την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση δηλώνουν ότι ο Αιτητής κωλύεται και δεν νομιμοποιείται να προωθεί για εκδίκαση την παρούσα Αίτηση λόγω συμπεριφοράς ως αναφέρεται στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απόλυσαν τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν για τους Καθ' ων η αίτηση δύο εκ των υπαλλήλων τους, ο κ. XXXXX Φωκάς, RC Supervisor και η κα XXXXX Γιασίτη, Human Capital Executive ενώ ο Αιτητής υποστήριξε τη θέση του με την προσωπική του μαρτυρία. Και των τριών μαρτύρων η μαρτυρία δόθηκε υπό μορφή ένορκης δήλωσης χωρίς να υπάρξει αντεξέταση. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με τη φύλαξη φακέλων αρχειακού υλικού και άλλες παρεμφερείς εργασίες. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της εταιρείας P.X. IRON TRUST LTD στις 14.11.2008 ως βοηθός αποθηκάριος και μεταφορέας. Τον Οκτώβριο 2011 οι Καθ' ων η αίτηση ανέλαβαν τη συνέχιση των εργασιών της εν λόγω εταιρείας ως είχαν, ως και τη συνέχιση της απασχόλησης του εκεί απασχολούμενου προσωπικού, περιλαμβανομένου και του Αιτητή. Με επιστολή ημερ. 26.5.2016 οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή από 20.7.2016 προβάλλοντας ως λόγο τη μη ικανοποιητική απόδοση σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης. Με την ίδια επιστολή ενημέρωναν τον Αιτητή ότι θα του κατέβαλαν την προειδοποίηση και όλα τα δεδουλευμένα με βάση τον Νόμο και τη σύμβαση εργασίας του. Επίσης για την αποδοχή των καταβαλλόμενων ποσών του ζητούσαν όπως υπογράψει Υπεύθυνη Δήλωση την οποία θα επέστρεφε στην Εταιρεία. Το περιεχόμενο της Δήλωσης που φέρει την υπογραφή του Αιτητή, παραθέτουμε αυτούσια: «Εγώ, ο XXXXX Kolev με αριθμό ταυτότητας XXXXX613Α, που υπογράφω πιο κάτω, δηλώνω υπεύθυνα ότι έχω πληρωθεί όλα τα ωφελήματα που δικαιούμαι (εκτός του Ταμείου Προνοίας) από την εταιρεία Fileminders Ltd, με επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας αρXXXXX1348 ημερομηνίας 26/5/
  1. Δηλώνω, επίσης, υπεύθυνα ότι καμία άλλη απαίτηση δεν έχω ή επιφυλάσσω κατά του εργοδότη μου, παρούσα ή μελλοντική οικονομική και/ή άλλη και παραιτούμαι ρητώς από κάθε περαιτέρω αξίωση. Επίσης δηλώνω υπεύθυνα ότι δεσμεύομαι να τηρήσω κάθε εμπιστευτικότητα ως προς την θέση εργασίας μου στην εταιρεία, καθώς και κάθε εμπιστευτικότητα σχετική με οποιοδήποτε θέμα, πελάτες και πληροφορίες που τυχόν ασχολήθηκα κατά τη διάρκεια της εργοδοσίας μου, με γνώμονα την «Δήλωση Εμπιστευτικότητας» που υπέγραψα. Εάν παραβώ τη δέσμευσή μου ως προς την εμπιστευτικότητα την οποία δηλώνω, θα είμαι υπόλογος για αποζημιώσεις. Ημερομηνία: 26/5/16 Υπογραφή XXXXX Todorov Kolev» Υπεύθυνη δήλωση ιδίου περιεχομένου υπέγραψε ο Αίτησης και με τη λήψη του Ταμείου Προνοίας στις 31.7.
  2. Τόσο το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης όσο και την ισχύ της υπογραφείσας Υπεύθυνης Δήλωσης, ο Αιτητής αμφισβήτησε με επιστολή του δικηγόρο του ημερ. 1.6.2016 την οποίας επίσης παραθέτουμε: «Κύριοι, Επιστολή σας ημερ. 26/5/2016 Τερματισμός απασχόλησης XXXXX Todorov Kolev Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, έχουμε οδηγίες από τον πελάτη μας κ. XXXXX Todorov Kolev, ίνα αναφερθούμε στο πιο πάνω θέμα και να σας αναφέρουμε τα ακόλουθα:-
  3. Η εκ μέρους σας αιφνιδιαστική απόλυση του συνιστά ξεκάθαρα παράνομη απόλυση.
  4. Η γενική και αόριστη αναφορά σας στην επιστολή σας "σε συνέχεια προηγούμενων συζητήσεων και αξιολογήσεων αναφορικά με την απόδοση σας." επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει κανένας νόμιμος λόγος απόλυσης του, πέραν από τους γενικούς και αόριστους αλλά και αναληθείς ισχυρισμούς σας, αφού ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε συζήτηση μεταξύ σας και του πελάτη μας για τέτοιο θέμα.
  5. Η εκ μέρους σας ενέργεια όπως έχω αντιληφθεί από τον πελάτη μας να του ζητήσετε κατά τρόπο παραπλανητικό και παράνομο να υπογράψει σχετική δήλωση στην Ελληνική γλώσσα, η οποία συμπεριλαμβάνεται και αναφορά ότι δεν έχει καμία απαίτηση εναντίον σας, υπονοώντας και για την παράνομη απόλυση του, είναι, ως προς το θέμα αυτό υπό τας περιστάσεις, άκυρη και άνευ νομικής σημασίας. Ως εκ τούτου σας παρακαλούμε όπως εντός 10 ημερών από λήψεως της παρούσης μας ενημερώσετε κατά πόσο είσαστε έτοιμοι να αποζημιώσετε τον πελάτη μας για την παράνομη απόλυση του, άλλως θα προχωρήσουμε στην λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον σας.» Στην ως άνω επιστολή οι Καθ' ων η αίτηση απάντησαν με επιστολή του δικηγόρων τους ημερ. 27.6.2016, σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε στη βάση των όρων της σύμβασης εργοδότησης του και σε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου. Ότι οι Καθ' ων η αίτηση έχουν πιστοποιηθεί με τη διάκριση Investors in People και με το βραβείο Υγιών Εργασιακών Σχέσεων από το Υπουργείο Εργασίας και την ΟΕΒ και ότι εφαρμόζουν τις βέλτιστες πρακτικές στο τομέα της διαχείρισης ανθρωπίνου δυναμικού. Αναφορικά με τον Αιτητή σημειώνουν ότι εφαρμόστηκαν όλες οι πρόνοιες της σύμβασης εργοδότησης του και των σχετικών κανονισμών των Καθ' ων η αίτηση που αφορούν τις περιοδικές, έντυπες αξιολογήσεις απόδοσης και ότι σε κάθε αξιολόγηση απόδοσης υπήρχε συμμετοχή του Αιτητή μέσω αυτό-αξιολόγησης και ακολούθως συζήτηση με τους υπεύθυνους της Εταιρείας. Ως εκ τούτου είναι της άποψης ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καμία υποχρέωση για καταβολή αποζημίωσης στον Αιτητή. Οι ακαθάριστες απολαβές που λάμβανε ο Αιτητής κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του ανέρχονταν στα €1.032,00 μηνιαίως πλέον 13ος μισθός. Μαρτυρία Και οι δύο μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση με την ένορκη δήλωση τους προβάλλουν τον κοινό ισχυρισμό ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του Αιτητή, τόσο οι ίδιοι όσο και άλλοι εκπρόσωποι των Καθ' ων η αίτηση παρατήρησαν και επέπληξαν τον Αιτητή για τη μη ικανοποιητική απόδοση και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, προβαίνοντας επίσης και σε επανειλημμένες σχετικές συζητήσεις μαζί του για να του δοθεί η ευκαιρία να βελτιωθεί, ιδιαίτερα σε σχέση με την εξυπηρέτηση πελατών, έλλειψη πρωτοβουλίας, επικοινωνιακές ικανότητες, οργάνωση και διαπροσωπικές δεξιότητες. Η συνεχής πτώση της απόδοσης του Αιτητή, όπως ισχυρίζεται ο πρώτος μάρτυρας, προκύπτει από τις τρεις συναπτές αξιολογήσεις απόδοσης του για τα έτη 2013, 2014 και 2015, τις οποίες διενήργησε ο ίδιος στα πλαίσια των καθηκόντων του. Και οι δύο μάρτυρες, ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής, στην τελευταία αξιολόγηση του στις 13.1.2016, ζήτησε να τερματιστεί η απασχόληση του για λόγους πλεονασμού, έτσι ώστε να αιτηθεί πληρωμής από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού γιατί δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του και σκόπευε να αναχωρήσει για την πατρίδα του. Του εξήγησαν και οι δύο ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι πλεονασμού και ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν ήταν σε θέση να προβούν σε μια τέτοια ενέργεια. Θεωρούν ότι λόγω της άρνησης των Καθ' ων η αίτηση να ικανοποιήσουν το αίτημα του, ενήργησε εκδικητικά εναντίον τους με την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Επίσης μετά την τελευταία αξιολόγηση και δη στις 13.1.2016, ο Αιτητής μεταφέρθηκε σε εργασίες εντός του αρχειοφυλακείου, σε μια προσπάθεια να αποδώσει καλύτερα, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Εξαντλώντας όλα τα περιθώρια και μη έχοντας άλλη επιλογή στις 26.5.2016 τερμάτισαν την απασχόληση του. Είναι η θέση της δεύτερης μάρτυρος ότι ο Αιτητής, υπογράφοντας τις δυο Υπεύθυνες Δηλώσεις, τη μια μάλιστα μετά τον τερματισμό της απασχόλησης του, είχε πλήρη επίγνωση των συνεπειών της δήλωσης του, αφού είχε ήδη λάβει σχετική νομική συμβουλή για τον τερματισμό της απασχόλησης του και τα δικαιώματα του. Ο Αιτητής με την ένορκη δήλωση του, αφού αναφέρεται στις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόλησης του, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε του έγινε οποιαδήποτε ενημέρωση ή υπόδειξη για μειωμένη απόδοση στη δουλειά του, είτε γραπτώς είτε προφορικώς, απορρίπτοντας ως αναληθή τα όσα αναφέρονται στις επιστολές ημερ. 26.5.2016 και 27.6.
  6. Απορρίπτει επίσης και τα όσα οι μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση επικαλέστηκαν στις ένορκες δηλώσεις τους σημειώνοντας ότι τα έντυπα αξιολόγησης όπως τους ανέφεραν ήταν για να βρουν τρόπους να γίνουν όσο το δυνατό καλύτεροι και ότι σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσαν οποιαδήποτε προειδοποίηση, ότι δεν έκανε καλά τη δουλεία του και θα τον απέλυαν. Ουδέποτε ο ίδιος τους ανέφερε ότι ήθελε να αλλάξει δουλειά και ότι αυτοί του έλεγαν κατά το τελευταία διάστημα πριν την απόλυση του εάν ήθελε να βρει πιο ελαφριά δουλειά, γιατί πράγματι η δουλειά που έκανε ήταν σκληρή. Όσον αφορά την Υπεύθυνη Δήλωση ημερ. 26.5.2016, ισχυρίζεται ότι την υπέγραψε διότι όπως του είπαν εάν δεν την υπέγραφε δεν θα μπορούσε να πάρει το ταμείο προνοίας και τα άλλα δικαιώματα του. Επίσης την Υπεύθυνη Δήλωση ημερ. 31.7.2016 του είπαν να την υπογράψει και στα Βουλγάρικα και ότι ήταν μετάφραση της προηγούμενης Δήλωσης του. Σημειώνει ότι ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε δήλωση, ότι δεν έχει παράπονο για την απόλυση του, καθώς στη δήλωση που υπέγραψε δεν αναφέρεται τέτοιο πράγμα. Ανάλυση - Συμπεράσματα (i) Κώλυμα (Estoppel) Προτού εξετάσουμε τις συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή, προέχει ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η εξέταση της νομικής υπόστασης του κωλύματος που τέθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση στην παράγραφο 11 των γενικών λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως και έχει ως εξής: «Άνευ βλάβης των ανωτέρω ισχυρισμών τους, οι Καθ' ων η αίτηση δηλώνουν ότι ο Αιτητής κωλύεται και δεν νομιμοποιείται να προωθεί για εκδίκαση την παρούσα Αίτηση και ή να διεκδικεί οποιεσδήποτε αποζημιώσεις και ή θεραπείες, καθότι κατά ή περί την 26.5.2016 (δηλαδή κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του) αλλά και την 31.7.2016 (δηλαδή δύο μήνες μετά και αφού συμβουλεύτηκε τον δικηγόρο του) έχοντας πλήρη επίγνωση των συνεπειών τα πράξης του, δήλωσε γραπτώς και ενυπογράφως ότι δεν έχει και ή παραιτείται από οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον τους αναφορικά με την απασχόληση και ή τον τερματισμό της απασχόλησης του.» Απόλυτα σχετικές με την εξέταση αυτού του θέματος είναι οι δύο προρρηθείσες Υπεύθυνες Δηλώσεις που υπέγραψε ο Αιτητής στις 26.5.2016, ημέρα τερματισμού της απασχόλησης του και στις 31.7.2016 (Τεκ. Η' και Θ' αντίστοιχα στην ένορκη δήλωση της κας Χρ. Γιασίτη). Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφηκαν τα Τεκμήρια Η' και Θ' προκύπτουν τόσο από το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης ημερ. 26.5.2016 όσο και από τη μαρτυρία της κας Γιασίτη και του Αιτητή. Αγορεύοντας ο κ. Ευσταθίου, αφού αναφέρθηκε σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Χατζηστυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ. και Γ. Διονά ν. Κυπριακές Αερογραμμές (ECLI:CY:AD:2016:A250, Πολιτική Έφεση 182/2011, ημερ. 24.5.2016)], εισηγήθηκε ότι λόγω της γραπτής, ρητής, αναμφισβήτητης και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη δήλωσης του Αιτητή, ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, κωλύεται και δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον τους. Από την πλευρά του ο κ. Κίτσιος εισηγήθηκε ότι το σχετικό κείμενο των εν λόγω εγγράφων δεν συμπεριλαμβάνει σαφώς οποιαδήποτε δήλωση ότι ο Αιτητής δεν θα είχε οποιαδήποτε απαίτηση για το παράνομο του τερματισμού της απασχόλησης του. Ο Αιτητής υπέγραψε τις εν λόγω δηλώσεις αρχικά στα Ελληνικά και ακολούθως στα Βουλγάρικα για να μπορέσει να πάρει το ταμείο προνοίας και τα άλλα δικαιώματα του τα οποία υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα του καταβάλλονταν. Κατέληξε ότι το βασικότερο είναι ότι και οι δύο δηλώσεις είναι με βάση τη σχετική νομολογία άκυρες, καθώς περιορίζουν τα δικαιώματα του Αιτητή ως εργοδοτούμενου. Προς υποστήριξη της θέσεως του παρέπεμψε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αδάμος Ιωάννου & Υιοί Λτδ ν. Άγγελος Βαρνάβα (ECLI:CY:AD:2016:A146, Πολιτική Έφεση 377/2010 ημερ. 8.3.2016). Με δεδομένη την ύπαρξη των Τεκμηρίων Η' Και Θ' και την υπογραφή τους από τον Αιτητή, το ερώτημα που τίθεται και που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι κατά πόσο οι Δηλώσεις αυτές αποτελούν κώλυμα για τον Αιτητή να προωθήσει την υπόθεση του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που και οι δύο πλευρές έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα γεγονότα σε σχέση με την έκδοση και υπογραφή των εν λόγω Τεκμηρίων, συνάδουν πλήρως με τα όσα ο Αιτητής παρέθεσε στην ένορκη δήλωση του. Δηλαδή ότι του ζητήθηκε να υπογράψει τις εν λόγω Υπεύθυνες Δηλώσεις για να μπορέσει να πάρει το Ταμείο Προνοίας και τα άλλα δικαιώματα του. Η θέση του Αιτητή συνάδει πλήρως με το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης στην οποία παρατίθενται λεπτομερώς τα ποσά που του καταβλήθηκαν με την αποχώρηση του και που αφορούσαν πληρωμή αντί προειδοποίησης μαζί με τα δεδουλευμένα του μηνός Μαΐου 2016, τηλέφωνο (ποσό Μαΐου), αναλογία 13ου μισθού μέχρι 20.7.2016 και 10 ημέρες ετήσιας άδειας ήτοι το συνολικό ποσό των €3.186,01. Με την ίδια επιστολή οι Καθ' ων η αίτηση ενημέρωναν τον Αιτητή ότι τα ποσά του Ταμείου Προνοίας που ανέρχονταν περίπου στα €4.850 θα του καταβάλλονταν το αργότερο μέχρι το τέλος Αυγούστου. Του ζητείτο επίσης, όπως για την αποδοχή των πιο πάνω ποσών υπογράψει την επισυνημμένη Υπεύθυνη Δήλωση και να επιστρέψει στην Εταιρεία το πρωτότυπο έγγραφο υπογραμμένο. Είναι φανερό ότι με την υπογραφή των Υπεύθυνων Δηλώσεων ο Αιτητής έπραξε αυτό που του ζητήθηκε με την επιστολή απόλυσης, δηλαδή την αποδοχή των ποσών που του καταβλήθηκαν. Από το λεκτικό των εν λόγω εγγράφων δεν φαίνεται και δεν υποδηλώνεται η απεμπόληση ή η παραίτηση του Αιτητή από το δικαίωμα του να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το παράνομο του τερματισμού της απασχόλησης του. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «ότι καμία άλλη απαίτηση δεν έχω κατά του εργοδότη μου, παρούσα ή μελλοντική οικονομική και ή άλλη και παραιτούμαι ρητώς από κάθε περαιτέρω αξίωση» θα πρέπει να ερμηνευτεί σε συνάρτηση και κατ' αναλογία με τα ποσά που καταβλήθηκαν στον Αιτητή με τον τερματισμό της απασχόλησης του και όχι με οποιαδήποτε άλλα ποσά που ο Αιτητής νόμιμα θα εδικαιούτο να διεκδικήσει για το παράνομο του τερματισμού της απασχόλησης του. Περαιτέρω θα συμφωνήσουμε με τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή παρέθεσε στην γραπτή αγόρευση του, ότι το δικαίωμα του Αιτητή να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το παράνομο του τερματισμού της απασχόλησης του, εξαιρείται από το πεδίο της δικαιοπρακτικής ελευθερίας των μερών, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται δυσμενής για τους εργοδοτούμενους παρέκκλιση από τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου. Σχετική είναι η απόφαση Αδάμος Ιωάννου (ανωτέρω) στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα: To Δικαστήριο, αναλύοντας τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, άρθρα 5 και 6
(1)
(4)με παραπομπή σε νομολογία (Ζαβρού (ανωτέρω), Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 517 και Κanika Developme- nts Ltd v. Λουκά
(2004)1Α.Α.Δ. 603) τόνισε ιδιαιτέρως τον πρωταρχικό σκοπό του: ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου αποβλέπει στην προστασία του εργοδοτουμένου από το μονομερή τερματισμό της απασχόλησης, ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας, και εξαιρείται από το πεδίο της δικαιοπρακτικής ελευθερίας των μερών στον τομέα των συμβάσεων εργασίας, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται δυσμενής για τους εργοδοτούμενους παρέκκλιση από τις προστατευτικές αναγκαστικές του διατάξεις (Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1026, Alan v. Τουμαζί-δη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968, και απόφαση του ΔΕΚ Daddy's Dance Hall (10.2.1998) Συλλογή 1998, σ.749). Συνεπώς, έκρινε το Δικαστήριο ότι είναι άκυρες οι συμφωνίες δυνάμει των οποίων οι εργαζόμενοι συναινούν σε παραίτηση ή μείωση των δικαιωμάτων τους, ειδικότερα μάλιστα όσον αφορά σε παράνομη απόλυση. Στη βάση της ανωτέρω τεκμηριωμένης θεώρησης του το Δικαστήριο κατέληξε ότι και η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία καταστρατηγεί τις πρόνοιες του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου και κατά συνέπεια την έκρινε άκυρη. Τούτων δοθέντων, με αναφορά στα άρθρα 5 και 6
(1)του Νόμου και στη βάση του κοινού τόπου ότι οι εφεσείοντες δεν έδωσαν οποιοδήποτε νόμιμο λόγο που να δικαιολογούσε τον τερματισμό της απασχόλησης του εφεσίβλητου, έκρινε παράνομο και αδικαιολόγητο τον τερματισμό και απέδωσε στον εφεσίβλητο τις αξιούμενες αποζημιώσεις. ............................................... Η απόφαση του Δικαστηρίου μας βρίσκει καθόλα σύμφωνους: Το Δικαστήριο αντίκρισε τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των εφεσειόντων στη σωστή τους διάσταση και μέσα στο πνεύμα και το γράμμα του Νόμου. ................................................ Εδώ η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία προνοούσε επί το έλαττον: περιείχε όρους παραίτησης του εργοδοτουμένου εφεσίβλητου από τα δικαιώματα που του παρέχει ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, άρθρα 5, 6 και 9
(1)και ειδικότερα από άδικη και παράνομη απόλυση χωρίς αποζημίωση και χωρίς προειδοποίηση υπό των εργοδοτών-εφεσειόντων. Ως εκ τούτου η γραπτή συμφωνία εργοδότησης είναι κατά συνέπεια άκυρη. ............................................... Θεωρούμε ότι στα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκει άμεση εφαρμογή ο λόγος της Οdessa Hotels Ltd ν. Pino κ.α.
(2007)1 A.A.Δ. 1277, όπου κρίθηκε ότι η διευθέ-τηση που έγινε για την καταβολή μισθού ενός μηνός στους εφεσίβλητους από τους εφεσείοντες, έγινε με στόχο να αποφύγουν οι εφεσείοντες τις ρητές υποχρεώσεις τους που προκύπτουν από το Νόμο. Σχετική είναι επίσης η αναφορά που γίνεται στο σύγγραμμα του Καθ. Ιωάννη Κουκιάδη «Εργατικό Δίκαιο» σελ. 749 κάτω από τον τίτλο «ε. Η απαγόρευση της παραίτησης από τον μισθό», την οποία παραθέτουμε: «αα) Η παραίτηση αποτελεί ένα γενικό όρο του ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου που υποδηλώνει τη βούληση προσώπου να αποποιηθεί ορισμένο δικαίωμα ή ορισμένη θέση ή να αναγνωρίσει τη μη ύπαρξη δικαιώματος του. Η παραίτηση από ενοχικές αξιώσεις συντελείται με σύμβαση. Η σύμβαση της παραίτησης για να είναι νόμιμη πρέπει σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις να μη προσκρούει σε απαγορευτικό κανόνα. Το εργατικό δίκαιο ως κατά βάση δίκαιο περιορισμού της συμβατικής ελευθερίας κυριαρχείται από διατάξεις που εξυπηρετούν τη δημόσια τάξη ή την κοινωνική δημόσια τάξη, όπως είναι το πλαίσιο των προστατευτικών για τον μισθωτό διατάξεων. Γι' αυτό οι συμφωνίες παραίτησης είναι άκυρες σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες. ββ) . Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω άκυρη είναι η συμφωνία παραίτησης είτε γίνει πριν από τη γέννηση της αξίωσης είτε εκ των υστέρων. Γι' αυτό είναι άκυρη και η παραίτηση από τον απαιτητό μισθό, οπότε ουσιαστικά έχουμε συμβατική άφεση χρέους. Αν δεν γινόταν δεκτή η άποψη αυτή θα αποτύγχανε ολόκληρο το σύστημα προστασίας του μισθού. Η άποψη αυτή που είχαμε υποστηρίξει και παλαιότερα έχει σήμερα παγιωθεί. Άκυρη εξάλλου είναι η παραίτηση ακόμη και όταν γίνεται ύστερα από τη λήξη της σύμβασης, σε χρόνο δηλ. που δεν υπάρχει η εξάρτηση του μισθωτού. Το τελευταίο αυτό δέχεται ύστερα από ορισμένες διχογνωμίες, και η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. . Η ακυρότητα της συμφωνίας παραίτησης από νόμιμους μισθούς είναι απόλυτη γιατί λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και προτείνεται σε κάθε φάση της δίκης. Είναι ακόμη άκυρη και αν γίνει με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά δικαστηρίου. γγ) Για τους ίδιους λόγους η εξοφλητική απόδειξη θεωρείται παραστατική για το ποσό που αναγράφεται σ' αυτή ως εξοφλημένο. Η συνοδεύουσα την εξόφληση δήλωση ότι δεν έχει άλλη απαίτηση, μικρή σημασία έχει, γιατί δεν επιτρέπεται παραίτηση. Έτσι δεν αποτελεί εξόφληση των οφειλομένων μισθών και η δήλωση που αναγράφεται στην εξοφλητική απόδειξη ότι περιέχει πλήρη εξόφληση των απαιτήσεων του μισθωτού. Γι' αυτό θα πρέπει να είναι πλήρως ορισμένη με την έννοια να αναγράφονται στην εξοφλητική απόδειξη αναλυτικά τα ποσά που καταβλήθηκαν από κάθε αιτία.» Επίσης στο σύγγραμμα του Στυλιανού Γ. Βλαστού «Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», εντοπίζουμε τα ακόλουθα: «Οι κανόνες του εργατικού δικαίου, από το σκοπό τους, ενδιαφέρουν εντόνως την δημοσία τάξη. Τούτο σημαίνει ότι ο νομοθέτης, με τη θέσπιση των εργατικών νόμων, αποβλέπει όχι μόνο στην ενίσχυση του εργαζομένου στον οικονομικό του αγώνα κατά του εργοδότη, αλλά και στη δημιουργία κοινωνικής ισορροπίας, της οποίας το αποτέλεσμα θα είναι η πρόοδος και η ευημερία όλων των κοινωνικών τάξεων. Γι' αυτό, τόσο ο εργοδότης, όσο και ο εργαζόμενος δεν έχουν δικαίωμα να παραβούν, με αμοιβαία συναίνεση τον εργατικό νόμο. Εξ άλλου, τυχόν παραίτηση του εργαζομένου από τα δικαιώματα τα οποία του παρέχει ο εργατικός νόμος, συνεπάγεται, με βεβαιότητα, την ενθάρρυνση του εργοδότη να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα και από άλλους εργαζόμενους του και περαιτέρω την μίμηση και των λοιπών εργοδοτών στην επίτευξη του ιδίου αποτελέσματος με τους εργαζομένους τους, ώστε η εκούσια παραίτηση του ενός εργαζόμενου από τα δικαιώματα του, να προκαλεί, έστω και αντανακλαστικώς, ζημία στην εργατική τάξη, το οποίο μπορεί να αποτελέσει αφετηρία ευρύτερων κοινωνικών αναταραχών. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε τον εργατικό νομοθέτη να κηρύσσει, κατά κανόνα και με ρητές νομοθετικές διατάξεις, άκυρη κάθε συμφωνία που είναι αντίθετη προς το περιεχόμενο των εργατικών αξιώσεων οι οποίες κατοχυρώνονται με τους εργατικούς νόμους και περαιτέρω να προσδίδει στους κανόνες οι οποίοι εισάγονται με τους νόμους αυτούς, χαρακτήρα δημόσιας τάξεως (όπως ήδη αναφέρθηκε), το οποίο συνεπάγεται: α) Την ακυρότητα κάθε αντίθετης συμβάσεως, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω.» Τη διαφοροποίηση των αποφάσεων στις οποίες μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση από την παρούσα, εντοπίζει η Δικαστής κα Μιλτιάδου - Ψαρά στην απόφαση Κ. Γρηγορίου ν. 1. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας 2. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ECLI:CY:AD:2016:A251, Πολιτική Έφεση 204/2011 ημερ. 24.5.2016) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: Εν προκειμένω οι εφεσείοντες ρητά συμφώνησαν και δέχθηκαν αποζημιώσεις για αποχώρηση τους από την εταιρεία. Επικαλούνται στη συνέχεια παραβιάσεις κυρίως της αρχής της ισότητας γιατί άλλοι υπάλληλοι μεταγενέστερα εδέχθησαν να αποχωρήσουν με αυξημένα ποσά. Αυτή η θέση δεν μπορεί να ενταχθεί με οποιον-δήποτε εύλογο τρόπο στην αρχή της τριτενέργειας για κανένα από τα επικαλούμενα δικαιώματα ως αναλύονται στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων. Εν πάση περιπτώσει δεν στοιχειοθετείται ούτε παραίτηση, ούτε μείωση δικαιωμάτων και ούτε οι περιστάσεις αφορούν παράνομη απόλυση για να ισχύσουν αυτά που έχουν επισημανθεί υπό Μιχαηλίδου Δ., στην Αδάμου Ιωάννου & Υιοί Λτδ ν. Άγγελου Βαρνάβα ECLI:CY:AD:2016:A146, Πολ. Εφ.377/10 8.3.2016 είτε στο Σύγγραμμα του Ιωάννη Ληξουριώτη Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 4η έκδοση σελ.63 κ.ε., όπως αναλύουμε και στην απόφαση Γεώργιος Διονά (ανωτέρω). Είναι οι ίδιοι οι εφεσείοντες που προέβησαν στη συμφωνία αυτή έχοντας υπόψη, πόσα θα λάμβαναν και πότε τούτο θα συντελείτο και στα πλαίσια της δικαιοπρακτικής τους ελευθερίας κατέληξαν στην υπογραφή του σχετικού τεκμηρίου. (
  1. ii)Οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή Οι λόγοι που δικαιολογούν τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτούμενου και συνεπώς απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετον ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)....................................................................................................................................................... (γ)....................................................................................................................................................... (δ)....................................................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (
  2. i)διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (
  3. ii)διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (
  4. iv)απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (
  5. v)σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, που το Δικαστήριο τούτο ακολούθησε και σε παλαιότερες αποφάσεις του, η νομιμότητα μιας απόλυσης που οφείλεται στην παράλειψη του εργοδοτούμενου να εκτελέσει την εργασία του κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο, εξαρτάται από το εάν ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας. Ειδικότερα όταν ο εργοδότης κάνει χρήση του άρθρου 5(α) του Νόμου θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι η εφαρμογή της πρόνοιας αυτής απαιτεί λογική αποτελεσματικότητα (reasonable efficiency) και όχι μεγίστη αποτελεσματικότητα (utmost efficiency). Τι είναι λογική αποτελεσμα-τικότητα είναι θέμα βαθμού εξαρτώμενο από τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Συνεπώς, ο εργοδότης θα πρέπει κατ' αρχάς να αποδείξει ότι ο εργοδοτούμενος δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντα του, εντός των πλαισίων της λογικής παραγωγικότητας που απαιτείται υπό τις περιστάσεις. Ακολούθως θα πρέπει να αποδείξει ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις προέβη σε λογική έρευνα προτού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόδοση του εργοδοτούμενου δεν ήταν η λογικά αναμενόμενη και ότι έφερε εις γνώσιν του εργοδοτούμενου με σαφή τρόπο τα παράπονα που μπορεί να έχει εναντίον του σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του. Επίσης ότι έδωσε στον εργοδοτούμενο τη λογική ευκαιρία να βελτιωθεί και τον προειδοποίησε (worn him) για τις τυχόν συνέπειες πριν του δώσει προειδοποίηση (notice) απόλυσης. (St. A. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd edition p.225). Στην απόφαση James v Waltham Holy Cross UDC [1973] IRLR 348 το Δικαστήριο δήλωσε τα ακόλουθα: 'An employer should be very show to dismiss upon the grounds that the employee is incapable of performing the work which he is employed to do, without first telling the employee of the respects in which he is failing to do his job adequately, warning him of the possibilities or likelihood of dismissal on this ground and giving him an opportunity of improving his performance'. Η προειδοποίηση, κατά ένα λόγο, αποτρέπει τη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης υπέρ του εργοδοτούμενου. Πράγματι, από το γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα συγκεκριμένες ενέργειες του εργοδοτούμενου, αντίθετες προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις (π.χ. ολιγόλεπτη καθυστέρηση στην έναρξη της εργασίας, πλημμελής εκπλήρωση καθηκόντων) δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αντίδρασης ή αποδοκιμασίας από τον εργοδότη είναι δυνατό να δημιουργηθεί στο πρόσωπο του εργοδοτούμενου η δικαιολογημένη πεποίθηση ότι ο εργοδότης είναι ικανοποιημένος ή τουλάχιστον ανέχεται τον τρόπο με τον οποίο αυτός εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Στην περίπτωση αυτή, η προσφυγή του εργοδότη αιφνιδιαστικά στον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, χωρίς να δώσει στον εργοδοτούμενο προηγουμένως την ευκαιρία να μεταβάλει τη συμπεριφορά του, ώστε αυτή να είναι σύμφωνη με τις συμβατικές υποχρεώσεις του, συνιστά αντιφατική συμπεριφορά, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τις επιταγές της καλής πίστης. Δεν πρέπει να αναμένει κανείς από τον εργοδοτούμενο ότι θα μεταβάλει τη συμπεριφορά του, όταν αυτός δικαιολογημένα, εν όψει της για μεγάλο χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητης αποδοχής από τον εργοδότη της πλημμελώς εκπληρούμενης υποχρέωσης για παροχή εργασίας, θεωρεί ότι ο τελευταίος ανέχεται τη συμπεριφορά αυτή. (Δ. Ζερδελής, Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2η έκδοση σ.130 επ.) Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους του μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων. Και οι δύο μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση, ενώ προέβαλαν τον κοινό ισχυρισμό ότι, τόσο οι ίδιοι όσο και άλλοι εκπρόσωποι της Εταιρείας παρατήρησαν και επέπληξαν τον Αιτητή για την μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων του, εν τούτοις κανένα στοιχείο δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του Αιτητή και πολύ περισσότερο κατά τον ουσιώδη χρόνο πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του, προέβησαν σε τέτοιες ενέργειες. Τα μόνα στοιχεία που και οι δύο μάρτυρες επικαλέστηκαν με τη μαρτυρία τους είναι τα έντυπα αξιολόγησης του Αιτητή και το χειρόγραφο έγγραφο με την ονομασία "service guide" που η κα Γιασίτη επικαλέστηκε στην ένορκη δήλωση της, ισχυριζόμενη ότι αυτό αποδεικνύει ότι γίνονταν συστάσεις και ή παρατηρήσεις και ή επιπλήξεις προς τον Αιτητή ανεπισήμως, εκτός από τις συνήθεις επίσημες αξιολογήσεις. Μελετώντας το τελευταίο αυτό έγγραφο οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για το ποιος και πότε συνέταξε το εν λόγω έγγραφο, ή αν αυτό περιήλθε σε γνώση του Αιτητή. Αναφορικά με τα έντυπα αξιολόγησης οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι το πρώτο έντυπο αφορά την αξιολόγηση του Αιτητή για την περίοδο πριν τις 18.7.2013 (που είναι η ημερομηνία που φέρει το εν λόγω έντυπο), το δεύτερο έντυπο την περίοδο από 1.7.2013 μέχρι 1.8.2014 και το τρίτο από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2015. Για το τελευταίο έντυπο που είναι και η τελευταία αξιολόγηση για τον Αιτητή, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι συνετάχθη σε χρόνο μεταγενέστερο του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή και έξι μήνες μετά το τέλος της περιόδου για την οποία αναφέρεται. Η αναφορά των Καθ' ων η αίτηση σε αξιολόγηση που έγινε στις 13.1.2016 δεν επιβεβαιώνεται από τα ενώπιον μας στοιχεία, όπως επίσης δεν επιβεβαιώνεται η θέση τους ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία ο Αιτητής ζήτησε να τερματιστεί η απασχόληση του για λόγους πλεονασμού. Και ενώ οι εν λόγω μάρτυρες ισχυρίζονται ότι μετά τις 13.1.2016 ο Αιτητής μεταφέρθηκε σε εργασίες εντός του αρχειοφυλακείου προκειμένου να τον βοηθήσουν να αποδώσει καλύτερα, εν τούτοις από την ενώπιον μας μαρτυρία δεν φαίνεται να υπήρξε οποιαδήποτε αξιολόγηση για τον Αιτητή σε σχέση με τα νέα καθήκοντα του ή να προειδοποίησαν τον Αιτητή ή να έφεραν σε γνώση του με σαφή τρόπο τυχόν παράπονα που είχαν εναντίον του σε σχέση με την αποδοτικότητα του έτσι ώστε να λάβει γνώση των αδυναμιών του και να καταβάλει τη μεγίστη δυνατή προσπάθεια βελτίωσης του. Αντίθετα αυτό που προκύπτει είναι ότι στον Αιτητή δεν δόθηκε καμία προειδοποιητική επιστολή αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του και ότι η τελευταία αξιολόγηση που περιήλθε εις γνώση του αφορούσε την περίοδο από 1.7.2013 μέχρι 1.8.2014. Περαιτέρω, ούτε και το περιεχόμενο των αξιολογήσεων μπορεί από μόνο του να μας οδηγήσει στο εύλογο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν εκτελούσε κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο την εργασία του. Τα όσα αναφέρονται στις εν λόγω αξιολογήσεις ότι ο Αιτητής «είναι εργατικός, πληροί τις απαιτήσεις» δεν συνάδουν με τα όσα οι μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση επικαλέστηκαν με τη μαρτυρία τους ότι ο Αιτητής έχρηζε βελτίωσης ιδιαιτέρως σε σχέση με την εξυπηρέτηση πελατών, έλλειψη πρωτοβουλίας, επικοινωνιακές ικανότητες κλπ. Και όλα αυτά οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν σχετίζονται και δεν αφορούν τα νέα καθήκοντα που ανατέθηκαν στον Αιτητή από τον Ιανουάριο 2016, για τα οποία δεν υπήρξε καμία αξιολόγηση και ούτε του δόθηκε οποιαδήποτε προειδοποίηση για μη ευλόγως ικανοποιητική εκτέλεση τους. Συμφώνα με την Αγγλική νομολογία, μολονότι οι παραβάσεις της διαδικασίας σε περιπτώσεις ανικανότητας για εργασία, δεν μπορούν πάντοτε να έχουν την ίδια σημασία με τις παραβάσεις της πειθαρχικής διαδικασίας, εν τούτοις μπορούν να αποτελέσουν τη βάση διαπίστωσης του θεμιτού ή αθέμιτου μίας απόλυσης. Στις περιπτώσεις αυτές, ο εργοδότης που παραλείπει να προβεί σ' ένα σημαντικό διαδικαστικό βήμα, οφείλει να δικαιολογήσει την παράλειψη του. Η ευρεία διακριτική ευχέρεια που διατηρούν τα δικαστήρια να αποφασίσουν εάν θα αντιμετωπίσουν τη διαδικαστική παράλειψη ως λόγο διαπίστωσης αδικαιολόγητης απόλυσης διασφαλίζει ότι τα μέτρα που προτείνονται στην υπόθεση James (ανωτέρω) θα διατηρήσουν τη σημασία τους ως οδηγό για την εύλογη διαδικασία σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Έτσι, τα δικαστήρια μπορούν να αποφασίσουν ότι η απόλυση δεν δικαιολογείται, επειδή ο εργοδότης παρέλειψε να ακολουθήσει το πρότυπο του «λογικού εργοδότη» και δεν έφερε εις γνώσιν του εργοδοτούμενου με σαφή τρόπο τη δυσαρέσκεια και τα παράπονα που μπορεί να έχει εναντίον του, επιδεικνύοντας του με επάρκεια τις ελλείψεις και αδυναμίες του και προειδο-ποιώντας τον ότι λόγω αυτών των αδυναμιών η εργασία του τίθεται σε κίνδυνο. Επιπλέον, τα δικαστήρια δικαιολογούνται να θεωρούν την απόλυση αδικαιολόγητη όταν ο εργοδότης δεν παρέχει στον εργαζόμενο εύλογη ευκαιρία να βελτιωθεί. (St. A. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd edition p.231). Στην προκείμενη περίπτωση οι Καθ' ων η αίτηση δεν έδωσαν την παραμικρή εξήγηση και εν γένει δεν παρέθεσαν καμία πειστική μαρτυρία που να καθιστά φανερό ότι προειδοποίησαν τον Αιτητή για την μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων του και ειδικότερα τα νέα καθήκοντα που του ανατέθηκαν από τον Ιανουάριο 2016. Στηριζόμενοι απλώς και μόνο στις εκθέσεις αξιολόγησης του Αιτητή, το μόνο που κατάφεραν να παραθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι υπήρξε αξιολόγηση και ενημέρωση του Αιτητή για την απόδοση του, στο βαθμό που οι ίδιοι έκριναν την αποτελεσματικότητα του, μέχρι την 1.8.2014, λαμβανομένου υπόψη ότι η αξιολόγηση του για το έτος 2015 έγινε δύο μήνες μετά την απόλυση του και για το 2016, που του ανατέθηκαν νέα καθήκοντα, δεν προηγήθηκε καμία αξιολόγηση και ούτε οποιαδήποτε προειδοποίηση πριν την απόλυση του. Για όλα τα πιο πάνω είναι η κατάληξη μας ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν ακολούθησαν το πρότυπο του λογικού εργοδότη και δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι ο Αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο πριν την απόλυση του δεν εκτελούσε κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο τα καθήκοντα του και δη εντός των πλαισίων της λογικής αποτελεσματικότητας που απαιτείται υπό τις περιστάσεις. Ως επακόλουθο κρίνουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία Καθ' ων η αίτηση για 8 σχεδόν συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €258- εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του, την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του και την ηλικία του (δεν έγινε αναφορά), κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €4.644- που αντιστοιχεί με τις απολαβές 18 βδομάδων. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €4.644- με νόμιμο τόκο από 15.9.2016 μέχρι τελικής εξόφλησης. Τέλος επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο με νόμιμο τόκο από 15.9.2016 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Γ. Σουρουλλάς, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.