← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΜΕΡΕΜΕTΗ ν. ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 948/2014, 12/9/2018

ΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΜΕΡΕΜΕTΗ ν. ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 948/2014, 12/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:48 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Νεοφύτου και Γ. Κασιούρη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 948/2014 Μεταξύ: XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΜΕΡΕΜΕTΗ Αιτητής -και- ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 12η Σεπτεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Μ. Φλωρίδης Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα. Ν. Χατζηιωάννου ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση του Αιτητή, όπως αναφέρεται στους Γενικούς Λόγους της Αίτησης, ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του στους Καθ' ων η αίτηση (στο εξής η «ΑΤΗΚ» ή η «Αρχή») ως μισθωτό πρόσωπο και ή ως εργοδοτούμενο πρόσωπο δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η ΑΤΗΚ αδικαιολόγητα και χωρίς προειδοποίηση τερμάτισε την απασχόληση του και ή δεν ανανέωσε τη σύμβαση εργασίας του. Στη βάση αυτή εξαιτείται τις πιο κάτω θεραπείες: Α. (
  2. i)Διάταγμα του Δικαστηρίου που να δηλώνει και ή αναγνωρίζει ότι η δημιουργηθείσα μεταξύ των διαδίκων σχέση ήταν σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου. (
  3. ii)Διάταγμα επαναφοράς (reinstatement) και ή επαναπρόσληψης του Αιτητή αναδρομικά από την ημερομηνία απόλυσης και ή τερματισμού της εργοδότησης του (iii) εφόσον διαταχθεί αναδρομική επαναφορά και ή επαναπρόσληψη του Αιτητή από την ημέρα απόλυσης του ως το (
  4. ii)αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη λόγω του παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του με ποσό ίσο με το ακαθάριστο μηνιαίο μισθό του και τα άλλα ωφελήματα του από την ημέρα απόλυσης μέχρι την ημέρα επαναπρόσληψης του, ή υπαλλακτικά (
  5. iv)εφόσον δεν διαταχθεί η αναδρομική επαναφορά και ή επαναπρόσληψη του αποζημίωση για τη ζημιά την οποία υπέστη λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του χωρίς προειδοποίηση και αποζημίωση. Β. Απόφαση υπέρ του Αιτητή για ποσό €22.566,49:- το οποίο ο Αιτητής κατέβαλε στο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων από 1.3.2008 αφ' ότου κατέστη υπάλληλος αορίστου διαρκείας μέχρι τον τερματισμό της απασχόλησης του, ενώ τούτο αποτελούσε υποχρέωση της ΑΤΗΚ ως εργοδοτών του Αιτητή. Γ. Γενικές, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Δ. Διάταγμα επαναπρόσληψης του Αιτητή. Ε. Οιανδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαια. ΣΤ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Η ΑΤΗΚ αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι ο Αιτητής, που επελέγη μετά από προσφορά, παρείχε υπηρεσίες ως ανεξάρτητος εργολάβος με βάση τις πρόνοιες της Συμφωνίας ημερ. 21.7.2005 που προνοούσε ρητά μεταξύ άλλων ότι η σχέση που δημιουργείτο μεταξύ αυτής και του Αιτητή, ήταν σχέση ανεξάρτητου συνεργάτη που δεν συνιστούσε και ούτε ερμηνεύετο ως δημοσιοϋπαλληλική ή υπαλληλική σχέση ή σχέση αντιπροσώπου / αντιπροσωπευόμενου, κοινοπραξία, σχέση εργοδότησης, προνόμιο ή σχέση αντιπροσώπευσης. Επίσης ότι ο Αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του ως εξωτερικός συνεργάτης και όχι ως μισθωτός και ότι η ίδια δεν είχε καμία υποχρέωση να ανανεώσει τη μεταξύ τους Συμφωνία η οποία τερματίστηκε νόμιμα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής εμποδίζεται από τις πρόνοιες της Συμφωνίας και την όλη συμπεριφορά του, να απαιτεί ως η Αίτηση και /ή ότι έχει αποποιηθεί το όποιο δικαίωμα του αν υπήρχε - που δε υπάρχει - να πράττει κατ' αυτό τον τρόπο. Μαρτυρία Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ο Αιτητής και από πλευράς της ΑΤΗΚ η κα XXXXX Χρίστου Ππουρή, η οποία κατέχει τον βαθμό του Διευθυντή Β και προΐσταται της Διεύθυνσης Προσωπικού της Αρχής. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την ενώπιον μας τεθείσα μαρτυρία, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μέρων και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Ο Αιτητής είναι αδειούχος πολιτικός μηχανικός. Η ΑΤΗΚ είναι Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου που ιδρύθηκε και λειτουργεί σύμφωνα με τον περί Υπηρεσίας Τηλεπικοινωνιών Νόμο (Κεφ.302) και παρέχει τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες στο κοινό. Στις 20.12.2004 η ΑΤΗΚ προκήρυξε τον Διαγωνισμό 41/2004, δεχόμενη προσφορές για παροχή υπηρεσιών πολιτικού μηχανικού. Η προσφορά κατακυρώθηκε στον Αιτητή με σχετική επιστολή που παραδόθηκε στον ίδιον δια χειρός στις 18.7.2005 (Τεκ.7). Ακολούθως, με την κατακύρωση της προσφοράς, στις 21.7.2005 υπεγράφη σχετική Συμφωνία μεταξύ των διαδίκων (Τεκ.8), δυνάμει της οποίας η ΑΤΗΚ θα χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες του Αιτητή ως πολιτικού μηχανικού για σκοπούς επίβλεψης, εκτέλεσης και συντήρησης Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων για περίοδο δύο ετών, ήτοι από 1.9.2005 μέχρι 31.8.2007 έναντι της συνολικής αμοιβής των ΛΚ41.280 (€70.531,07). Στην εν λόγω Συμφωνία προβλέπονταν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι όροι: - Το ως άνω συνολικό ποσό της αμοιβής θα πληρωνόταν στον Αιτητή σε 24 ίσες μηνιαίες δόσεις εκ ΛΚ1.720,00 (€2.938,79) εκάστη, από 30.9.2005 χωρίς οποιαδήποτε αποκοπή για δημόσιες αργίες. Σε περίπτωση δε, που δεν συμπληρωνόταν ολοκληρωμένος μήνας υπηρεσίας, η ΑΤΗΚ θα κατέβαλλε στον Αιτητή αμοιβή κατ' αναλογία των δεδουλευμένων ημερών. - Ο Αιτητής θα κατέβαλλε Φόρο Εισοδήματος και την αναγκαία από το Νόμο συνεισφορά στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προσωπικά ως αυτοτελώς εργαζόμενο άτομο. - Ο Αιτητής κατά τη διεκπεραίωση των εργασιών του δεν θα υπόκειτο στην εποπτεία της ΑΤΗΚ και/ή σε οποιαδήποτε ιεραρχική εποπτεία αλλά θα υπείχε ευθύνη έναντι της Αρχής για την αποτελεσματική εκτέλεση των υπηρεσιών του χωρίς να υπάγεται ιεραρχικά σε οποιονδήποτε υπάλληλο της Αρχής. - Θα παρείχε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια του ωραρίου και χρόνου εργασίας που εργάζονταν τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας /τμήματος που είναι ημικρατικοί υπάλληλοι ή που θα υπεδείκνυε ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Κτίρια και Δομικά Έργα, και θα μπορού-σε να περιλαμβάνει εργασία και το Σάββατο. - Θα παρείχε τις υπηρεσίες του επιμελώς και αποδοτικά, θα παρείχε οποιεσδήποτε πληροφορίες ή στοιχεία του ζητούνταν και θα απείχε από οποιανδήποτε πράξη ή συμπεριφορά η οποία θα προξενούσε ή πιθανόν να προξενούσε ζημιά στην ΑΤΗΚ, υποχρεούτο δε να συμπεριφέρεται καθόλα και πάντοτε με κυριότητα και ευπρέπεια, να επιδεικνύει ευγένεια και εντιμότητα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και ιδιαίτερα να υπακούει και να συμμορφώνεται προς όλους τους Νόμους, Κανονισμούς και οδηγίες της ΑΤΗΚ. Θα εισηγείτο γραπτά στην ΑΤΗΚ, στην περίπτωση που θα του ζητείτο, για οδηγίες, και/ή προτάσεις, και/ή αποφάσεις που έπρεπε να λάβει η ΑΤΗΚ. - Ο Αιτητής θα ήταν ανεξάρτητος συνεργάτης και η σχέση που δημιουργείτο με την εν λόγω Συμφωνία δεν θα συνιστούσε και δεν θα ερμηνεύετο, μεταξύ άλλων, ως δημοσιοϋπαλληλική ή υπαλληλική σχέση και ο Αιτητής δεν θα είχε άλλα δικαιώματα ή υποχρεώσεις πέραν των καθορισθέντων από την εν λόγω Συμφωνία. - Με τη λήξη της Συμφωνίας παρείχετο στην ΑΤΗΚ μονομερές δικαίωμα ανανέωσης της, για περίοδο μέχρι και πέντε έτη. - Πέραν του συμφωνηθέντος ποσού αμοιβής στον Αιτητή δεν θα καταβαλλόταν οποιονδήποτε επιπρόσθετο ποσό αμοιβής και ή οποιοδήποτε επιπρόσθετο ποσό τιμαριθμικής αύξησης ή εξόδων παρά μόνο το ποσό του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας που θα υποχρεούτο ο Αιτητής να καταβάλει για τις προσφερόμενες υπηρεσίες. - Περαιτέρω ο Αιτητής υποχρεούτο να συμμορφώνεται με όλες τις οδηγίες της ΑΤΗΚ και ή του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Κτίρια και Δομικά Έργα, προσφέροντας τις υπηρεσίες του με τη δέουσα φροντίδα, εμπειρία και προσοχή και εκτελώντας όλες τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τα καθιερωμένα επαγγελματικά επίπεδα για την κάθε Υπηρεσία. Η Συμφωνία ανανεώθηκε αρχικά μέχρι τις 31.8.2008 και ακολούθως με σειρά επιστολών από 1.9.2008 μέχρι 25.7.2014 με μικρή διακοπή από 1.3.2014 μέχρι 18.3.2014 (Τεκ.20 - Τεκ.41) Ο Αιτητής πέραν των πιο πάνω παραδεκτών και ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων, αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση ότι με την έναρξη παροχής των υπηρεσιών του, η ΑΤΗΚ του παρέδωσε κάρτα υπαλλήλου (Τεκ.9) και για σκοπούς διαδικτυακής ενημέρωσης καταχώρησε το όνομα του στην ιστοσελίδα της, ως υπάλληλο με ειδικότητα συνεργάτη (Τεκ.10). Επίσης τον συμπεριέλαβε σε οργανόγραμμα που ετοίμασε μετά την πρόσληψη του ως συνεργάτη πολιτικό μηχανικό (Τεκ.11). Περαιτέρω στις 12.6.2009 με προτροπή της ΑΤΗΚ και κατόπιν σχετικού αιτήματος του, το προσωπικό κινητό τηλέφωνο του μετατράπηκε σε υπηρεσιακό. Και ενώ η Συμφωνία προέβλεπε ότι θα προσέφερε τις υπηρεσίες του ως αυτοτελώς εργαζόμενος, εντούτοις του ζητήθηκε όπως τηρεί κανονικό ωράριο εργασίας επί πενθήμερης βάσης με 38 ώρες εβδομαδιαίως και να κτυπά κάρτα εργασίας ώστε να καταγράφονται οι ώρες απασχόλησης του, όπως έπρατταν όλοι οι υπάλληλοι της Αρχής (Τεκ.14 και 15). Επίσης, παρόλο που ο ίδιος συμβατικά δεν υπαγόταν ιεραρχικά σε οποιονδήποτε υπάλληλο της Αρχής, εν τούτοις όταν απαιτείτο να απουσιάσει από την εργασία του, του ζητείτο όπως υποβάλλει γραπτό αίτημα στον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Υπαλλήλων ο οποίος είχε το δικαίωμα έγκρισης ή απόρριψης του (Τεκ.16). Περαιτέρω όταν για κάποιο λόγο υπήρχε απόκλιση ή υπέρβαση στο ωράριο εργασίας του, απαιτείτο όπως υποβάλει ιεραρχικά γραπτό αίτημα για έγκριση από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας (Τεκ.17). Σημειωνει ότι ο εξοπλισμός και τα μέσα που χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ακόμη και το αυτοκίνητο διακίνησης του ως και οποιοσδήποτε άλλος εξοπλισμός απαιτείτο, ανήκαν αποκλειστικά στην ΑΤΗΚ και εξασφαλίζονταν κατόπιν αιτήματος του (Τεκ.18). Επίσης, στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του και κατόπιν σχετικής αίτησης, του δόθηκε δυνατότητα πρόσβασης και διαχείρισης σε διάφορα προγράμματα της Αρχής κάτι που παρείχετο μόνο σε υπαλληλικό προσωπικό (Τεκ.19). Είναι περαιτέρω η θέση του, ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του η ΑΤΗΚ τον μεταχειριζόταν ως υπάλληλο και του ασκείτο πλήρης και συνεχής έλεγχος και επιτήρηση σε σχέση με τον τόπο και τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του και το έργο στο οποίο θα απασχολείτο καθημερινά, χωρίς να έχει το δικαίωμα ή τη δυνατότητα κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας να απασχοληθεί, ως αυτοτελώς εργαζόμενος, σε άλλες εργασίες πλην της ΑΤΗΚ ή να εργοδοτήσει άλλο προσωπικό ή να δημιουργήσει κέρδος από την προσφορά των υπηρεσιών του. Επίσης δεν είχε χρόνο για ανάληψη άλλων εργασιών ως ιδιώτης. Σημειώνει ότι η ενασχόληση του στην ΑΤΗΚ ήταν συνεχής και σε πάμπολλα έργα όπου έκρινε η προϊστάμενη αρχή, τα δε καθήκοντα του αφορούσαν πάγιες, διαρκείς και όχι έκτακτες, εποχιακές ανάγκες της ΑΤΗΚ. Διευκρινίζει ότι ο ίδιος δεν είχε κανένα πεδίο ελευθερίας, αναφορικά με τον χρόνο και τόπο άσκησης των καθηκόντων του, αλλά ούτε και τον τρόπο με τον οποίο ως επιστήμονας μπορούσε να ενεργήσει, καθώς τα πάντα θα έπρεπε να ελέγχονται από τον προϊστάμενο του ο οποίος είχε τον τελευταίο λόγο, λ.χ. ο ίδιος δεν μπορούσε από μόνος του να διατάξει να γίνει οποιαδήποτε εργασία αν δεν λάμβανε εκ των προτέρων υποχρεωτικά την έγκριση του προϊσταμένου του, δεν μπορούσε να εγκρίνει από μόνος του οποιαδήποτε διατακτικά πληρωμής, παρά το γεγονός ότι ήταν μέσα στα καθήκοντα του και για οποιαδήποτε επείγουσα διορθωτική εργασία που διαπίστωνε δεν μπορούσε να ενεργήσει χωρίς να λάβει έστω και τηλεφωνικά την έγκριση του προϊσταμένου του. Επίσης υπήρχε έλεγχος κατά τη διακίνηση του με το όχημα στο οποίο υπήρχε εγκατεστημένο GPS. Και ενώ η μεταξύ τους Συμφωνία προέβλεπε περίοδο απασχόλησης δύο ετών με δικαίωμα ανανέωσης μέχρι πέντε συνολικά έτη, εν τούτοις η εν λόγω Συμφωνία ανανεώθηκε διαδοχικά για εννέα σχεδόν έτη μέχρι και την 25.7.2014 που ο ίδιος έπαυσε να εργάζεται στην υπηρεσία της ΑΤΗΚ. Με την ανανέωση της Συμφωνίας υπήρχε και αναπροσαρμογή της ετήσιας αμοιβής του κατά το ποσό που αναλογούσε στην τιμαριθμική αύξηση που λάμβαναν και οι υπάλληλοι της ΑΤΗΚ (Τεκ.22). Επίσης ενώ θα απασχολείτο ως αυτοτελώς εργαζόμενος και χωρίς την παροχή ετήσιας άδειας, εν τούτοις από την 1.9.2008 του παραχωρήθηκε δικαίωμα μη παροχής υπηρεσιών χωρίς αποκοπές για περίοδο είκοσι ημερών (Τεκ.23). Ισχυρίζεται ο Αιτητής ότι τα καθήκοντα που συμπεριλήφθηκαν στη Συμφωνία και για τα οποία εγένετο η ανάθεση, δεν αφορούσαν συγκεκριμένα έργα με καθορισμένο χρόνο ολοκλήρωσης, αλλά κάλυπτε την ανάθεση οποιωνδήποτε έργων της ειδικότητας του, ανάλογα με τις ανάγκες της ΑΤΗΚ, λόγω μειωμένης στελέχωσης της υπηρεσίας με προσοντούχο προσωπικό, για κάλυψη ουσιαστικά των υπηρεσιακών αναγκών που δεν ήταν προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις εκθέσεις του Τμήματος Τεχνικής Υποστήριξης, όπου γίνεται αναφορά στην ανάγκη στελέχωσης της υποδομής κτιρίων με προσοντούχο και έμπειρο προσωπικό επί μονίμου βάσεως (Τεκ.47 και Τεκ.48) Με επιστολή ημερ. 29.6.2012 (Τεκ.32) ο Αιτητής μαζί με άλλο συνάδελφο του αρχιτέκτονα, ζήτησαν όπως αναγνωριστούν ως εργοδοτούμενοι αορίστου διαρκείας απαιτώντας επίσης την επιστροφή των εισφορών που κατέβαλλαν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως αυτοτελώς εργαζόμενοι. Το ίδιο αίτημα υπέβαλαν και μέσω του δικηγόρου τους στις 4.10.2012 (Τεκ.33) χωρίς ωστόσο να έχουν οποιαδήποτε απάντηση. Αναφορικά με τις μισθολογικές απολαβές του, σημειώνει ότι με βάση τις τελευταίες καταστάσεις πληρωμών ανέρχονταν στα €3.578,49 μηνιαίως πλέον τον εκάστοτε Φ.Π.Α. (Τεκ.50 και Τεκ.51). Επίσης ότι από 1.3.2008 και μέχρι την ημέρα τερματισμού των υπηρεσιών του κατέβαλε στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων το συνολικό ποσό των €22.566,49 (Τεκ.52). Αφαιρουμένου δε του ποσού των εισφορών που ο ίδιος θα κατέβαλλε ως μισθωτό πρόσωπο απαιτεί από την ΑΤΗΚ το ποσό των €15.044,32 που ως εργοδότρια όφειλε να καταβάλει. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι ως μέλος ομάδας ήταν φυσιολογικό να εργάζεται το ίδιο ωράριο με την υπόλοιπη ομάδα και ότι ο προϊστάμενος του θα έπρεπε να γνωρίζει πότε θα απουσίαζε και πότε όχι. Ισχυρίστηκε ότι το ωράριο εργασία του στην ΑΤΗΚ - από τις 7:00πμ μέχρι 3:00 ή 4:00μμ - δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με οτιδήποτε άλλο ή να εργοδοτεί άλλο άτομο για την εκτέλεση των δικών του εργασιών, καθώς οι ώρες που δουλεύουν όλοι οι πολιτικοί μηχανικοί και τα εργοτάξια συνέπιπταν με τις ώρες που ο ίδιος προσέφερε τις υπηρεσίες του αποκλειστικά στην ΑΤΗΚ και ότι ήταν αυτονόητο να μην μπορεί να συνεργάζεται με άλλους εξωτερικούς συνεργάτες στο χρονικό διάστημα που εργαζόταν στην ΑΤΗΚ. Επέμενε ότι υπηρεσιακό τηλέφωνο έχουν μόνο οι υπάλληλοι της ΑΤΗΚ. Αναφορικά με τον εποπτικό έλεγχο συμφώνησε ότι παρείχε τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τις οδηγίες της ΑΤΗΚ και τους όρους της Συμφωνίας, ισχυριζόμενος ωστόσο ότι στην πορεία εξελίχθηκε σε πλήρη εποπτεία καθώς δεν προέβαινε σε μια απλή ενημέρωση αλλά ενεργούσε όπως όλοι οι υπάλληλοι. Δεν διαφώνησε ότι ως εξωτερικός συνεργάτης δεν μπορούσε να υπογράψει τα διατακτικά, διευκρινίζοντας ότι όλοι οι υπάλληλοι της Αρχής ενημερώνουν ή εκδίδουν οδηγίες, αλλά μόνο οι προϊστάμενοι εγκρίνουν και προχωρούν στην υλοποίηση τους. Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ούτε και οι άλλοι υπάλληλοι που εργάζονταν μαζί του μπορούσαν να δεσμεύουν την ΑΤΗΚ χωρίς την έγκριση των προϊσταμένων τους, καθώς όλες οι οδηγίες και εντολές φέρουν την έγκριση και υπογραφή των προϊσταμένων. Η κα Ππουρή αναφέρθηκε κατ' αρχάς στην τακτική που υιοθέτησε η ΑΤΗΚ από το 2000 για αγορά υπηρεσιών από «Συνεργάτες» για κάλυψη αναγκών σε διάφορες ειδικότητες που δεν ήταν μόνιμες και δεν δικαιολογείτο η δημιουργία οργανικής θέσης στο Οργανόγραμμα εργοδότησης μόνιμου προσωπικού, όπως ειδικότητα πολιτικού μηχανικού, αρχιτέκτονα, κοινωνικού λειτουργού, ιατρού και νομικού. Αφού αναφέρθηκε στον τρόπο επιλογής του Συνεργάτη που γίνεται μέσω προκήρυξης και παρουσίασε τις Προδιαγραφές (όρους διαγωνισμού) και διευκρινίσεις καθώς και τη Συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ Αρχής και Αιτητή [Τεκ.53(α)(Β)(γ)], ισχυρίστηκε ότι από τα εν λόγω στοιχεία είναι ξεκάθαρο ότι ο Αιτητής θα προσέφερε τις υπηρεσίες του ως ανεξάρτητος εργολάβος. Επίσης ότι η ΑΤΗΚ δεν εμπόδισε τον Αιτητή ή οποιονδήποτε άλλο συνεργάτη από του να εργάζεται ως αυτοτελώς εργαζόμενος ή να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε άλλους, εκτός των ωρών που αγόραζε η Αρχή. Τα όσα δε επικαλείται ο Αιτητής για να αποδείξει υπαλληλική ιδιότητα αποτελούν μέρος της Συμφωνίας ή μέθοδο ελέγχου της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του. Η μάρτυς παρουσίασε οργανογράμματα για το 2007, 2008 και 2011 όπου αναγράφεται ο τίτλος της μονάδας και το προσωπικό του Οργανισμού, περιλαμβανομένων των πολιτικών μηχανικών [Τεκ.55(α)(β)(γ)], καθώς και καταλόγους με το προσωπικό της οργανικής μονάδας κτιρίων και δομικά έργα (Τεκ.56) στα οποία δεν περιλαμβάνεται ο Αιτητής ως συνεργάτης. Για το οργανόγραμμα (Τεκ.11) ισχυρίστηκε ότι δεν αποτελεί επίσημο έγγραφο της Αρχής. Αντεξεταζόμενη ενώ επέμενε ότι το Τεκ.11 δεν αποτελεί επίσημο οργανόγραμμα της ΑΤΗΚ, εντούτοις δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι το εν λόγω έγγραφο ετοιμάστηκε από τον διευθυντή υποδομών και κτιρίων κ. Χ. Μακρή. Ερωτηθείσα αν ο Αιτητής προσλήφθηκε για συγκεκριμένα έργα, επέμενε ότι προσλήφθηκε γι' αυτά που αναφέρονται στο παράρτημα Α του Συμφωνητικού Εγγράφου. Σε υποβολή ότι δεν προσλήφθηκε για συγκεκριμένα έργα ή εργασίες αλλά γενικά όπου απαιτούσαν οι ανάγκες της Αρχής, επέμεινε στη θέση της, ισχυριζόμενη επίσης ότι οι ανάγκες δεν ήταν διαχρονικές καθώς η Συμφωνία καταρτίστηκε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για το οποίο είχαν καθοριστεί οι ανάγκες τότε. Οι ανανεώσεις, όπως ανέφερε, απαιτήθηκαν να γίνουν γιατί η Αρχή είναι δυναμικός Οργανισμός και οι ανάγκες μεταβάλλονται συνεχώς, κάτι που δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει εκ των προτέρων. Ερωτηθείσα εισέτι γιατί δεν προσέλαβαν υπαλλήλους, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, όπως επίσης δεν γνώριζε αν στα εννέα χρόνια απασχόλησης του Αιτητή παρουσιάστηκε ποτέ ανάγκη διακοπής της μεταξύ τους συνεργασίας. Παραδέχθηκε ότι κατά τον χρόνο τερματισμού της εργοδότησης του Αιτητή συνέχισαν να υπάρχουν ανάγκες απασχόλησης πολιτικού μηχανικού για τα έργα της Αρχής. Περαιτέρω ενώ διαφώνησε με τη θέση της άλλης πλευράς ότι οι εργασίες της ΑΤΗΚ ήταν μόνιμες και διαχρονικές, εν τούτοις ερωτηθείσα εάν κατά τη διάρκεια των εννέα χρόνων η υπηρεσία του τμήματος - δομικά έργα, υποδομή, κτίρια - ήταν υποστελεχωμένη, απάντησε ότι κατά καιρούς ήταν υποστελεχωμένη. Παραδέχθηκε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια απασχόλησης του Αιτητή, δεν είχε ποτέ οποιαδήποτε επαφή μαζί του και ότι για τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του γνωρίζει αυτά που αναφέρονται στα επίσημα έγγραφα της Αρχής. Σε σχέση με τον έλεγχο και την εποπτεία που ασκείτο στον Αιτητή, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, η μάρτυς επέμενε ότι ο Αιτητής ήταν υποχρεωμένος να εφαρμόζει τους όρους της Συμφωνίας και να παρέχει οποιεσδήποτε υπηρεσίες του ζητούνταν από την ΑΤΗΚ και τον προϊστάμενο του. Την ιδία θέση προέβαλε και σε σχέση με το κατά πόσο ο Αιτητής τηρούσε συγκεκριμένο ωράριο ή αν μπορούσε να απουσιάζει από την εργασία του, επιμένοντας στους όρους της Συμφωνίας. Σε υποβολή ότι στον Αιτητή δόθηκε άδεια μετ' απολαβών όπως δίδεται και στους υπαλλήλους της Αρχής, ανέφερε ότι αυτό είναι απόφαση του συμβουλίου προσφορών που προφανώς άλλαξε κάποιους όρους. Ερωτηθείσα επίσης γιατί στη συνέχεια δόθηκε στον Αιτητή τιμαριθμική αναπροσαρμογή όπως και στους υπαλλήλους, η μάρτυς δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, αναφέροντας ωστόσο ότι είδε κάποια τεκμήρια που πιθανώς να είναι η βάση πάνω στην οποία υπολόγισαν τη νέα αμοιβή. Αγορεύσεις Μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσέφεραν και οι δύο πλευρές, Αιτητής και ΑΤΗΚ, κινήθηκε και η γραμμή των αγορεύσεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι δυο συνήγοροι. Με ουσιαστικό υπόβαθρο τους όρους των προδιαγραφών και του υπογραφέντος Συμφωνητικού Εγγράφου, η ευπαίδευτη συνήγορος για την ΑΤΗΚ εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι τα όσα ο Αιτητής προβάλλει στη μαρτυρία του αναφορικά με εξοπλισμούς, γραφεία και αυτοκίνητα της Αρχής που χρησιμοποιούσε για σκοπούς άσκησης των καθηκόντων του, δεν αποτελούν ενδείξεις υπαλληλικής ιδιότητας αλλά εκπλήρωση προϋπόθεσης που έθεταν οι προδιαγραφές, όπως επίσης η τήρηση ωραρίου και η καταβολή αποζημιώσεων σε περίπτωση μη παροχής των υπηρεσιών στον προβλεπόμενο χρόνο, που καθορίζονται από τον όρους 4.1(α) και 21.1 του Συμφωνητικού Εγγράφου. Για σκοπούς έλεγχου και συμμόρφωσης δόθηκε στον Αιτητή η κάρτα υπαλλήλου όπου καταγραφόταν ο χρόνος προσέλευσης και αποχώρησης του. Έλεγχος γινόταν επίσης και μέσω του GPS με το οποίο εν πάση περιπτώσει ήταν εφοδιασμένα όλα τα αυτοκίνητα της Αρχής. Την ίδια εισήγηση προέβαλε και σε σχέση με την υπέρβαση ωραρίου και το αίτημα παροχής αδείας τα οποία καλύπτονταν από τον όρο 5 και 10 αντίστοιχα των προδιαγραφών ημερομηνίας 18.1.2005 και από το Τεκ.23 όπου γίνεται αναφορά όχι σε άδεια αλλά σε δικαίωμα παροχής υπηρεσιών χωρίς αποκοπές. Για την εποπτεία εισηγήθηκε ότι για σκοπούς έλεγχου εκπλήρωσης της υπόσχεσης του, τα όσα επικαλείται ο Αιτητής είναι αυτονόητα για κάθε ανεξάρτητο εργολάβο και ότι εκείνο που επιμελώς παραβλέπει είναι ότι με βάση το Συμφωνικό Έγγραφο ευθυνόταν έναντι της Αρχής (όρος 4.1(ζ), 4.2(α) και (β) και 7.2.) και σε καμία περίπτωση δεν του στερείτο το δικαίωμα να προσφέρει υπηρεσίες σε άλλους εκτός των ωρών που προσέφερε υπηρεσίες στην ΑΤΗΚ. Είναι η τελική εισήγηση της ότι το συμφωνητικό έγγραφο και οι σχετικές ανανεώσεις αφορούσαν παροχή υπηρεσιών και όχι εργοδότηση προσωρινή ή έκτακτη, ότι τα μέρη συμφωνήσαν πως ο Αιτητής θα παρείχε τις υπηρεσίες του ως ανεξάρτητος συνεργάτης και όχι ως εργοδοτούμενος (όρος 6), θα πλήρωνε από μόνος του ως αυτοτελώς εργαζόμενος, φόρο εισοδήματος, κοινωνικές ασφαλίσεις και ΦΠΑ [όροι 3.2, 21.3(α)(β)], δεν θα λάμβανε 13ο μισθό και θα παρείχε εγγυήσεις που δεν παρείχαν οι υπάλληλοι της Αρχής. Καταλήγει ότι ο Αιτητής ήταν και παρέμεινε ανεξάρτητος εργολάβος και ότι εμποδίζεται, από τα όσα ό ίδιος συμφώνησε και παραδέχθηκε, να επικαλείται κάτι το διαφορετικό. Αν είχε διαφορετική θέση δεν μπορούσε να συμφωνεί στην ανανέωση του Συμφωνητικού Εγγράφου. Στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Αιτητή, αναφερόμενος στο ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό και σε νομολογία που διέπει τη σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου, εισηγήθηκε ότι οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο Αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του στην ΑΤΗΚ εύκολα μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ύπαρξης εξηρτημένης εργασίας, δηλαδή σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και όχι σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών όπως ισχυρίζεται η Αρχή και τούτο ανεξάρτητα του χαρακτηρισμού που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στο Συμφωνητικό Έγγραφο που είχαν υπογράψει. Είναι περαιτέρω εισήγηση του ότι με βάση το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προδήλως ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της ΑΤΗΚ για περίοδο πέραν των 30 μηνών δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με επακόλουθο να θεωρείται ότι η σύμβαση απασχόλησης του κατέστη αορίστου διαρκείας επί τη βάσει των προνοιών του άρθρου 7

(1)του περί Εργοδοτούμενου με Εργασία Ορισμένου χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου (Ν.98(Ι)/ 2003), καθώς η πλευρά της ΑΤΗΚ σε καμία περίπτωση δεν κατάφερε να αποδείξει την συνδρομή αντικειμενικού λόγου που θα δικαιολογούσε τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου διαρκείας. Είναι η τελική εισήγηση του ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή ήταν τέτοιες που δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος επαναπρόσληψης και ή την επιδίκαση αυξημένων αποζημιώσεων. Ανάλυση Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον Αιτητή όσο και την μάρτυρα της ΑΤΗΚ να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων. Από τη θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι φανερό ότι τα γεγονότα που σχετίζονται με τις χρονικές περιόδους που ο Αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του στην ΑΤΗΚ, δεν έχουν αμφισβητηθεί, όπως επίσης σε καμία περίπτωση δεν έχουν αμφισβητηθεί τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια, πλην του οργανογράμματος (Τεκ.11) που και πάλι η μάρτυς κα Ππουρή, ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν αποτελεί επίσημο έγγραφο της Αρχής, δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι ετοιμάστηκε από υπάλληλο της Αρχής και δη τον διευθυντή υποδομών και κτιρίων κ. Χ. Μακρή. Περαιτέρω δεν έχουν αμφισβητηθεί οι απολαβές του Αιτητή, που με βάση τα τελευταίες καταστάσεις πληρωμών (Τεκ.50 και Τεκ.51) ανέρχονταν στα €3.578,49 μηνιαίως πλέον τον εκάστοτε Φ.Π.Α., χωρίς δικαίωμα καταβολής 13ου μισθού. Εξετάζοντας περαιτέρω το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια. Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου, είναι αρκετό να καταγραφεί ότι τα όσα ο Αιτητής κατέθεσε αναφορικά με τους όρους και τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες παρείχε τις υπηρεσίες του στην ΑΤΗΚ, επιβεβαιώνονται από τα διάφορα έγγραφα που ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία παρέμειναν χωρίς αμφισβήτηση. Η κα Ππουρή εκτός από τα οργανογράμματα και τους καταλόγους με το προσωπικό της οργανικής μονάδας κτιρίων και δομικά έργα, δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που θα μπορούσαν να θέσουν σε αμφισβήτηση ή να κλονίσουν τα όσα ο Αιτητής κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω από τη μαρτυρία της διεφάνη ότι η ίδια δεν ήταν γνώστης των συνθηκών υπό τις οποίες ο Αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του και ότι τα όσα ανέφερε στηρίζονταν αποκλειστικά σε ερμηνεία των όρων και του χαρακτηρισμού που έδωσαν τα διάδικα μέρη στο Συμφωνητικό Έγγραφο που είχαν υπογράψει. Για όλα τα πιο πάνω αποδεχόμαστε ότι η μαρτυρία του Αιτητή αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τη μαρτυρία της κ. Ππουρή την απορρίπτουμε σε όσα σημεία δεν συνάδει με αυτή του Αιτητή. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, ο Αιτητής με τη Αίτηση του εξαιτείται διάφορες θεραπείες που προβλέπουν διάφορες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Η εργατική νομοθεσία και γενικότερα οι κανόνες του εργατικού δικαίου προϋπο-θέτουν για την εφαρμογή τους την ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου. Επομένως, προτού το Δικαστήριο εξετάσει τη βασιμότητα των επιμέρους αξιώσεων του Αιτητή, θα πρέπει να προβεί στον νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που τον συνέδεε με την ΑΤΗΚ, εφόσον η τελευταία αμφισβητεί την ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου: «Εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου εργοδοτούμενου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας. Νοείται ότι ο όρος «εργοδοτούμενος» περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο και εργάζεται στην εταιρεία αυτή όχι όμως με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου». Αναφορικά με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό μιας τέτοιας σχέσης, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Christofides v. Redundant Employees Fund
(1978)1C.L.R. 208, υιοθέτησε την προσέγγιση του Δικαστή Cook στην υπόθεση Market Investigation Ltd v. Minister of Social Security [1968] 3 All E.R. σ. 732, 737, παραθέτοντας το πιο κάτω απόσπασμα: Ελεύθερη απόδοση «Το βασικό test που θα πρέπει να εφαρμοστεί σύμφωνα με επιφανείς άγγλους δικαστικούς και το Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α. είναι το εξής: το πρόσωπο που έχει δεσμευτεί να εκτελέσει αυτές τις υπηρεσίες τις εκτελεί ως πρόσωπο εργαζόμενο για δικό του λογαριασμό; Αν η απάντηση είναι καταφατική τότε πρόκειται για σύμβαση υπηρεσιών. Αν είναι αρνητική τότε είναι σύμβαση εργασίας. Εξαντλητικός κατάλογος στοιχείων που είναι σχετικά με τον καθορισμό της ερώτησης αυτής δεν έχει συνταχθεί και ίσως ούτε να μπορεί να συνταχθεί ούτε και μπορούν να τεθούν αυστηροί κανόνες ως προς το σχετικό βάρος το οποίο έχουν τα διάφορα στοιχεία σε συγκεκριμένες υποθέσεις. Το περισσότερο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι το στοιχείο άσκησης ελέγχου χωρίς αμφιβολία θα πρέπει πάντα να εξετάζεται αλλά δεν μπορεί πια να εκλαμβάνεται ως ο μόνος καθοριστικός παράγοντας. Τέτοιοι άλλοι παράγοντες που μπορεί να έχουν σημασία είναι θέματα όπως κατά πόσο το πρόσωπο που εκτελεί τις υπηρεσίες προμηθεύει τα δικά του μηχανήματα/εξοπλισμό, κατά πόσο προσλαμβάνει τους δικούς του βοηθούς, τι βαθμό οικονομικού κινδύνου αναλαμβάνει, τι βαθμό ευθύνης για επένδυση και διεύθυνση/διοίκηση έχει και κατά πόσο, όπως και σε ποια έκταση, έχει την ευκαιρία να ωφεληθεί από την ορθή διεύθυνση της επιτέλεσης του καθήκοντος του». Στην ίδια απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο σε διάφορες Αγγλικές αποφάσεις επανέλαβε τη θέση ότι, μολονότι η εκφρασθείσα πρόθεση των μερών μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για να αποφασισθεί η πραγματική φύση της σύμβασης που έχουν συνάψει, ωστόσο, δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο της διευθέτησης και ειδικότερα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών. Μια δήλωση, ακόμη κι αν ενσωματωθεί στη μεταξύ τους σύμβαση, ότι ο εργάτης θα είναι ή θα θεωρείται πως είναι αυτοεργοδοτούμενος ή ανεξάρτητος εργολάβος, θα πρέπει να αγνοηθεί εντελώς - και όχι απλώς να μη ληφθεί υπόψη ως καθοριστικό στοιχείο - εάν το υπόλοιπο των συμβατικών όρων που διέπει τις πραγματικότητες της σχέσης, αποτελεί σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Η σχέση των μερών καθορίζεται από τον Νόμο και όχι από την ετικέτα που επιλέγουν να τοποθετήσουν σ' αυτή. Στην υπόθεση Ready Mixed Concrete (South East) Ltd v. Minister of Pensions & National Insurance [1968] 1 All E.R. 433 - για την οποία γίνεται αναφορά στην Christofides (ανωτέρω) - ο Δικαστής McKenna εντοπίζει τρία βασικά στοιχεία για τον καθορισμό της σύμβασης εργοδότησης: (i) ότι η σύμβαση αυτή βασίζεται στην καταβολή αμοιβής από το ένα μέρος έναντι της προσωπικής προσφοράς υπηρεσιών από το άλλο μέρος, (ii) ο εργοδοτούμενος με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, συμφωνεί ότι θα παρέχει τις υπηρεσίες του υπό τον έλεγχο ή την εποπτεία του εργοδότη, (iii) Εάν η σύμβαση μεταξύ των μερών επιτρέπει στον προσφέροντα υπηρεσία ή εργασίες να αναθέσει ή να εκχωρήσει την προσφορά υπηρεσιών ή εργασίας σε άλλο πρόσωπο, τότε δεν πρόκειται για σύμβαση εργοδότησης αλλά για σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Το ούτω καλούμενο προσωπικό στοιχείο θεωρείται από την παραδοσιακή θεωρία ως βασικός άξονας της σύμβασης εργοδότησης. (Βλ. Π. Πολυβίου, «Εργατικό Δίκαιο στην Κύπρο»,
(2018)σελ.121). Στην υπόθεση Prousi v. Redundant Employees Fund
(1988)1 C.L.R. 363 το Δικαστήριο επισήμανε ότι η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου είναι πάντοτε ζήτημα πραγματικό που εξετάζεται υπό το πρίσμα του συνόλου των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει ένα κριτήριο ή αριθμός προκαθορισμένων κριτηρίων που θα μπορούν να επιλύσουν το υπό κρίση θέμα. Χρειάζεται εξέταση και σφαιρική ανάλυση όλων των δεδομένων. Το γεγονός ότι ο Αιτητής κατέβαλλε εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εργοδοτούμενος και πληρωνόταν μισθό επί τη βάσει κοινής απόφασης με τον συνδιευθύνοντα του, δεν ήταν αρκετό για τη θεμελίωση σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου, επειδή κανείς δεν μπορούσε να ασκήσει επάνω του έλεγχο, ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του (βλ. και Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ασφαλ. Ετ. Ζωής
(1997)1 Α.Α.Δ.1551). Σχετική είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στην υπόθεση Tsapaco Catering Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 796, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η κατηγορία των μισθωτών συμπεριλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση καθορίζεται από σύμβαση εργασίας που παρέχεται κάτω από συνθήκες που υποδεικνύουν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου (master and servant). Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου (master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών (Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition p.698). Ο καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο, (α) από την υποχρέωση του εργοδοτούμενου να παρέχει τις υπηρεσίες του (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτούμενου». Παρόμοιες είναι οι αντιλήψεις που επικρατούν και στην Ελλάδα. Το Ανώτατο Δικαστήριο στις δυο πιο πάνω αποφάσεις του, Prousi και Tsapaco, υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από το Ελληνικό σύγγραμμα των Τούση και Σταυρόπουλου, «Εργατικό Δίκαιο»
(1967)σελ. 35, όπου τονίζεται και πάλι το στοιχείο του ελέγχου από τον εργοδότη της εργασίας του εργοδοτούμενου: «Κριτήριον της διαστολής μεταξύ της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και της ειδικώς υπό της κοινωνικής νομοθεσίας προστατευομένης συμβάσεως εργασίας, αποτελεί η προσωπική εξάρτησις του εργαζομένου από τον εργοδότην, ήτοι το δικαίωμα του εργοδότου προς διεύθυνσιν και εποπτείαν της εργασίας του μισθωτού και η αντίστοιχος υποχρέωσις του τελευταίου τούτου να υπακούει εις τας οδηγίας του εργοδότου.» Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Δ. Ζερδελής, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας»,
(2002), σελ.247, «σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και στον μισθό που συμφωνήθηκε, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, και ακόμη ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες δεσμευτικές για τον εργαζόμενο αναφορικά με τον χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο κατά την εκτέλεση της προς διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς τις οδηγίες του. Αντίθετα δεν έχουμε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, όταν ο εργαζόμενος αναλαμβάνει μεν να παράσχει την εργασία του για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, άσχετα από το έργο που θα εκτελέσει, χωρίς όμως το στοιχείο της εξάρτησης, όταν δηλαδή διατηρεί την ελευθερία του να προσδιορίζει τον τρόπο και κυρίως τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και δεν υπόκειται σε εποπτεία και έλεγχο από τον εργοδότη.» Όπως εντοπίζεται στο εν λόγω σύγγραμμα, κριτήριο για τη διάκριση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών και, επομένως τον χαρακτηρισμό του παρέχοντος τις υπηρεσίες του ως μισθωτού, είναι η προσωπική εξάρτηση του από τον αντισυμβαλλόμενο του. Σύμφωνα με τη θεωρία της προσωπικής εξάρτησης, η εξαρτημένη εργασία εκδηλώνεται με τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Τη δέσμευση του παρέχοντος τις υπηρεσίες του ως προς τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας, στοιχείο κατ' εξοχήν δηλωτικό της προσωπικής εξάρτησης, (β) την υποχρέωση του να ακολουθεί τις οδηγίες του άλλου μέρους, όσον αφορά τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας και να δέχεται τον έλεγχο του προς διαπίστωση της συμμόρφωσης προς αυτές, (γ) την παροχή της εργασίας στο πλαίσιο μιας οργάνωσης εργασίας, την οποία καθορίζει και διευθύνει ένας τρίτος και στην οποία εντάσσεται ο εργαζόμενος, (δ) την υποχρέωση του εργαζόμενου να εκτελέσει αυτοπροσώπως την οφειλόμενη εργασία. Αναφορικά με τον τελολογικό προσδιορισμό της έννοιας «εξαρτημένη εργασία» σημειώνονται τα ακόλουθα: «Ο τελολογικός προσδιορισμός διευκολύνεται, αν στην έννοια του μισθωτού αντιπαραθέσουμε την αντίθετη έννοια, αυτή του ανεξάρτητου επαγγελματία, στον οποίο δεν εφαρμόζεται το εργατικό δίκαιο. Άλλωστε, γενικότερα, σκόπιμο είναι να εξετάζεται μια έννοια όχι «αυτή καθαυτή» αλλά σε συσχέτιση με την αντίθετη έννοια, από την οποία και διακρίνεται. Τα ίδια γνωρίσματα τα οποία χρησιμοποιούνται για τον χαρακτηρισμό κάποιου ως μισθωτού, χαρακτηρίζουν, αν τα δει κανείς αντίστροφα, τον ανεξάρτητο επαγγελματία. Ο ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμορφώνει ελεύθερα, με δική του ευθύνη, τη βιοποριστική του δραστηριότητα, καθορίζει ο ίδιος τους στόχους της και φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Αντίθετα, ο μισθωτός, για χρόνο ορισμένο ή αόριστο, θέτει την εργασιακή του δύναμη στη διάθεση ενός άλλου προσώπου, το οποίο τη χρησιμοποιεί για την επίτευξη των δικών του στόχων και, για το λόγο αυτό, εύλογο είναι να φέρει και τον κίνδυνο. Ο μισθωτός, κατά την διάρκεια της συμβατικής του δέσμευσης, παραιτείται προς όφελος ενός άλλου προσώπου από την επαγγελματική του ανεξαρτησία, από τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί την εργασία του και να αναπτύξει μια οικονομική δραστηριότητα με δική του ευθύνη και κίνδυνο, για την πραγμάτωση σκοπών που ο ίδιος έχει καθορίσει και σύμφωνα με τις ανάγκες και την κατάσταση της αγοράς. Το γεγονός αυτό, η παραίτηση του εργαζόμενου, με τη σύναψη της σύμβασης, από την αξιοποίηση επιχειρηματικά της εργασιακής του δύναμης και η εκχώρηση της εξουσίας διάθεσης της στον αντισυμβαλλόμενο, δικαιολογεί την ειδική προστασία που του παρέχει το εργατικό δίκαιο, όπως, επίσης, εξηγεί γιατί με την προστασία αυτή επιβαρύνεται σε μεγάλο βαθμό ο εργοδότης.» Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης από τα μέρη, όπως προκύπτει από τις νομικές αρχές που παραθέτουμε παραπάνω, δεν είναι κρίσιμος. Το πραγματικό περιεχόμενο της σύμβασης προκύπτει από τους όρους που έχουν συμφωνήσει τα μέρη και από τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες παρέχεται πράγματι η εργασία. Εάν οι συνθήκες αυτές αποκλίνουν από τους συμφωνημένους όρους, τότε αποφασιστική σημασία έχουν οι πρώτες. Από το πώς εκτελείται στην πράξη η σύμβαση μπορεί κανείς να συναγάγει συμπέρασμα για το τι θέλησαν πραγματικά τα μέρη. Επομένως, και στην προκειμένη περίπτωση ο νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης δεν εξαρτάται από το πώς τα ίδια τα μέρη, Αιτητής και ΑΤΗΚ, χαρακτήρισαν τη σύμβαση. Άλλωστε, στην πράξη, συχνά, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ως σύμβαση αγοράς υπηρεσιών συγκαλύπτει σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου. Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα Π. Πολυβίου, «Εργατικό Δίκαιο στην Κύπρο»,
(2018)σελ.118: «.Η σύμβαση εργοδότησης δεν είναι μια συνήθης εμπορική σύμβαση, αλλά μια εξειδικευμένη συμφωνία μεταξύ των μερών με ιδιαίτερα σημαντικές νομικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Γι' αυτό το λόγο το τι τα μέρη πιστεύουν, ή επιθυμούν ή δηλώνουν δεν έχει οποιαδήποτε νομική σημασία. Το ερώτημα τι είδους σύμβαση εργασίας έχουν συνομολογήσει τα μέρη αποτελεί νομικό θέμα, που το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλύσει χωρίς αναφορά στις δηλώσεις των μερών. Αυτή ήταν η προσέγγιση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Ferguson v. John Dawson & Partners (Contractors) Ltd [1976] 1 WLR 1213, όπου ο Δικαστής Megaw ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "A declaration by the parties, even if it were incorporated in the contract, that the workman was to be, or was to be deemed to be, self-employed, an independent contractor, ought to be wholly disregarded - not merely treated as not being conclusive - if the remainder of the contractual terms, governing the realities of the relationship, showed the relationship of employer and employee." Από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει, προφανώς η πραγματική διευθέτηση μεταξύ των μερών, Αιτητή και ΑΤΗΚ, ήταν η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου, με τον Αιτητή να είναι εργοδοτούμενος εν τη εννοία του Νόμου, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο και τον νομικό χαρακτηρισμό που τα μέρη έδωσαν στο Συμφωνητικό Έγγραφο που είχαν υπογράψει. Ειδικότερα: - Ο Αιτητής ανέλαβε την προσφορά εργασίας ή υπηρεσιών προς την ΑΤΗΚ έναντι συγκεκριμένης ετήσιας αμοιβής που του καταβαλλόταν σε δώδεκα ίσες μηνιαίες δόσεις. Και ενώ με βάση τη Συμφωνία ο Αιτητής δεν θα δικαιούταν σε οποιαδήποτε επιπρόσθετη αμοιβή ή τιμαριθμική αύξηση, εν τούτοις με την ανανέωση της Συμφωνίας υπήρξε αναπροσαρμογή της ετήσιας αμοιβής του, κατά το ποσό που αναλογούσε στην τιμαριθμική αύξηση που λάμβαναν οι υπάλληλοι της ΑΤΗΚ. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο Αιτητής είχε υποχρέωση να παρέχει αυτοπροσώπως την οφειλόμενη εργασία στην ΑΤΗΚ, χωρίς να του παρέχεται η δυνατότητα ανάθεσης, εκχώρησης ή εκπλήρωσης της μέσω τρίτων προσώπων, γεγονός συμβατό με την έννοια της σύμβασης εργασίας και όχι της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών. - Ο Αιτητής, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Σύμβασης και τον τρόπο που αυτή λειτουργούσε στην πράξη, δεν μπορούσε να προσδιορίζει ελεύθερα τον χρόνο εργασίας του, αλλά ακολουθούσε ως προς αυτόν της οδηγίες της ΑΤΗΚ, σε όχι μικρότερη έκταση απ' ότι οι υπάλληλοι της Αρχής. Βάσει της Σύμβασης ο Αιτητής θα παρείχε τις υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια του ωραρίου και χρόνου εργασίας που εργάζονταν τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας / τμήματος που είναι ημικρατικοί υπάλληλοι ή που θα υποδείκνυε ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας και θα μπορούσε να περιλάβει εργασία και Σάββατο. Στην πράξη όμως, ο Αιτητής τηρούσε κανονικό ωράριο εργασίας επί πενθήμερης βάσης με 38 ώρες εβδομαδιαίως, από τις 7:00πμ μέχρι τις 3:00 ή 4:00μμ κτυπώντας κάρτα εργασίας ώστε να καταγράφονται οι ώρες απασχόλησης του, όπως έπρατταν όλοι οι υπάλληλοι της Αρχής. Περαιτέρω ενώ ο ίδιος συμβατικά δεν υπαγόταν ιεραρχικά σε οποιονδήποτε υπάλληλο της Αρχής, εν τούτοις, όταν απαιτείτο να απουσιάσει από την εργασία του, όφειλε να υποβάλει γραπτό αίτημα στον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Υπαλλήλων, ο οποίος είχε το δικαίωμα έγκρισης ή απόρριψης του. Περαιτέρω όταν για κάποιο λόγο υπήρχε απόκλιση ή υπέρβαση στο ωράριο εργασίας του, όφειλε να υποβάλει ιεραρχικό γραπτό αίτημα για έγκριση από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας. - Ο Αιτητής ήταν επίσης υποχρεωμένος να ακολουθεί τις οδηγίες της ΑΤΗΚ ως προς τον τόπο παροχής της εργασίας και τον τρόπο εκτέλεσης της, και να δέχεται τον έλεγχο και τις οδηγίες του προϊσταμένου του προς διαπίστωση της συμμόρφωσης προς αυτές. Συγκεκριμένα ο Αιτητής δεν μπορούσε, ως αυτοτελώς εργαζόμενος, να προσδιορίσει από μόνος του τον τόπο εργασίας, καθώς τα καθήκοντα που συμπεριλήφθηκαν στη Συμφωνία και για τα οποία εγένετο η ανάθεση, δεν αφορούσαν συγκεκριμένα έργα με καθορισμένο χρόνο ολοκλήρωσης, αλλά κάλυπταν την ανάθεση οποιωνδήποτε έργων της ειδικότητας του. Επίσης ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του, δεν του παρείχετο κανένα πεδίο ελευθερίας, καθώς τα πάντα θα έπρεπε να ελέγχονται από τον προϊστάμενο του που είχε τον τελευταίο λόγο, όπως και για οποιαδήποτε εργασία για την οποία υποχρεωτικά θα λάμβανε εκ των προτέρων την έγκριση του. Ο Αιτητής προσέφερε την εργασία του στο πλαίσιο μιας οργάνωσης εργασίας την οποία καθόριζε και διεύθυνε η ΑΤΗΚ. Η ένταξη του Αιτητή στο πλαίσιο αυτό εκδηλώνεται τόσο με την υποχρέωση του να ακολουθεί τις οδηγίες της ΑΤΗΚ ως προς τον χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας, όσο και με το γεγονός ότι η εργασία παρεχόταν σε διαρκή και στενή συνεργασία με άλλα πρόσωπα που ήταν υπάλληλοι της ΑΤΗΚ και με τη βοήθεια του τεχνικού εξοπλισμού και, γενικότερα των υλικών μέσων της ΑΤΗΚ που αποτελούν ακόμη ένα υποδηλωτικό παράγοντα της σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου. - Εν όψει των συμβατικών δεσμεύσεων που είχε αναλάβει ο Αιτητής απέναντι στην ΑΤΗΚ, δεν έμεναν σ' αυτόν άξια λόγου περιθώρια να διαμορφώσει τις δραστηριότητες του. Βάσει της Σύμβασης, στον Αιτητή δεν παρείχετο το δικαίωμα ή η δυνατότητα κατά τη διάρκεια του ωραρίου του στην ΑΤΗΚ να απασχοληθεί, ως αυτοτελώς εργαζόμενος, σε άλλες εργασίες πλην της ΑΤΗΚ. Μια τέτοια δυνατότητα παρείχετο στον Αιτητή εν ώρα που δεν προσέφερε υπηρεσίες στην ΑΤΗΚ. Εν όψει όμως των χρονικών δεσμεύσεων, στις οποίες υπόκειτο κατά την παροχή της εργασίας του και της υποχρέωσης του να βρίσκεται καθημερινώς από τις 7:00πμ μέχρι τις 3:00 ή 4:00μμ στην υπηρεσία της ΑΤΗΚ, η προσφορά υπηρεσιών σε τρίτους πλην της ΑΤΗΚ δεν ήταν δυνατή. Το ωράριο εργασίας του στην ΑΤΗΚ, όπως ο ίδιος υποστήριξε, δεν του επέτρεπε να απασχοληθεί με οτιδήποτε άλλο ή να εργοδοτήσει άλλο άτομο για τις δικές του δουλειές, καθώς οι ώρες που δουλεύουν οι πολιτικοί μηχανικοί και τα εργοτάξια συνέπιπταν με τις ώρες που ο ίδιος προσέφερε τις υπηρεσίες του αποκλειστικά στην ΑΤΗΚ και συνεπώς ήταν αυτονόητο να μη μπορεί να συνεργαστεί με άλλους εξωτερικούς συνεργάτες. Για τον χαρακτηρισμό της σχέσης κρίσιμο είναι αν η δυνατότητα του Αιτητή να προσφέρει υπηρεσίες σε τρίτους ήταν πραγματική και όχι απλώς θεωρητική, χωρίς βέβαια να ενδιαφέρει αν ο Αιτητής έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής. Εν ολίγοις, όπως υποστηρίζεται και από τη νομολογία, ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της συμβατικής του δέσμευσης, παραιτήθηκε προς όφελος της ΑΤΗΚ από την επαγγελματική του ανεξαρτησία, από τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει την εργασία του και να αναπτύξει μια οικονομική δραστηριότητα με δική του ευθύνη και κίνδυνο, θέτοντας την εργασιακή του δύναμη στη διάθεση της ΑΤΗΚ, η οποία τη χρησιμοποίησε για την επίτευξη των δικών της σκοπών και, για το λόγο αυτό εύλογο ήταν να φέρει και τον κίνδυνο. Από την αντίθετη ωστόσο πλευρά, ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, ο Αιτητής θα ήταν σε θέση να διαμορφώνει ελεύθερα, με δική του ευθύνη, τη βιοποριστική του δραστηριότητα, με το να καθορίζει ο ίδιος τους στόχους της και να φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο, κάτι που δεν μπορούσε να πράξει λόγω των συμβατικών δεσμεύσεων και των συνθηκών κάτω από τις οποίες προσέφερε τις υπηρεσίες του στην ΑΤΗΚ. - Ένδειξη για την ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου, αποτελεί και η απόφαση του Ειδικού Συμβουλίου Προσφορών της Αρχής, σύμφωνα με την οποία από την 1.9.2008 παραχωρείτο στον Αιτητή δικαίωμα μη παροχής υπηρεσιών χωρίς αποκοπές για περίοδο είκοσι ημερών. Ουσιαστικά επρόκειτο για ετήσια άδεια την οποία με βάση τη σχετική νομοθεσία μόνο εργοδοτούμενοι δικαιούνται. Το γεγονός μάλιστα ότι οι μέρες αυτές δεν καθορίζονταν μονομερώς από τον Αιτητή αλλά μόνον κατόπιν αιτήματος με την έγκριση του Προϊσταμένου Υπηρεσίας, επιβεβαιώνει την έντονη, και από άποψη χρόνου, δέσμευση του Αιτητή όσον άφορα τη διαμόρφωση της δραστηριότητας του. - Πέραν των πιο πάνω στοιχείων στη Συμφωνία δεν φαίνεται να υπάρχουν και ή να προκύπτουν οποιαδήποτε δηλωτικά στοιχεία ή πρόνοιες που να εξουδετερώνουν την έννοια της σχέσης εργασίας μεταξύ των δύο πλευρών. Το γεγονός ότι ο Αιτητής δήλωνε τα εισοδήματα του ή πλήρωνε φόρους στο Δημόσιο για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες ως προερχόμενα από την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος δεν είναι κρίσιμα στοιχεία για τον χαρακτηρισμό της σχέσης και συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να επικεντρωθεί αποκλειστικά στο περιεχόμενο της Σύμβασης αλλά στην ολότητα των γεγονότων και δεδομένων της υπόθεσης, εν όψει των πιο πάνω στοιχείων που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης για την ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτού-μενου. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα παραπάνω στοιχεία καταλήγουμε στο συμπέρα-σμα ότι ανεξάρτητα από το τι προνοούσε το Συμφωνητικό Έγγραφο, ο Αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του στην ΑΤΗΚ υπό τέτοιες συνθήκες και περιστάσεις που εύκολα μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη της σχέσης εργοδότη εργοδοτουμένου. (i) Η διάγνωση του χαρακτήρα της σύμβασης απασχόλησης τoυ Αιτητή Ως επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης μας, το σημείο που τίθεται προς εξέταση και που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της παρούσας υπόθεσης συνδέεται άμεσα με το καθεστώς εργοδότησης του Αιτητή. Κατά πόσο δηλαδή ο Αιτητής κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου διαρκείας ή υφίσταντο αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούσαν το προσωρινό και σε τελικό στάδιο τον τερματισμό της απασχόλησης του. Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής Νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του Νόμου (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), σκοπός του παρόντος Νόμου είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η 14η αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας διευκρινίζει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας - πλαισίου είναι ιδίως η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη θέσπιση των ελάχιστων προδιαγραφών προς εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Με το άρθρο 7 του Νόμου (ρήτρα 5 της Οδηγίας), ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποφυγής κατάχρησης από τον κίνδυνο προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο τριάντα μηνών σε μια τέτοια σύμβαση για να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου, εκτός εάν ο εργοδότης ήθελε αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους που υφίστανται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες γίνεται περιοριστική αναφορά στο Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου, «7.-
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως ∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 7 του Νόμου, οφείλει, κατά τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την Οδηγία αποτέλεσμα, ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν θα διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου ημερ. 23.4.2009, το ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι, «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ' ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ' ολοκληρία. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ' αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Στην υπόθεση C-614/15, Rodica Popescu v. Derectia Sanitar Veterinara si Pentru Sigurunta Al Mente Lor Gorj, ημερ. 21.9.2016, το ΔΕΕ ακολουθώντας προηγούμενη νομολογία του ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
  1. Πράγματι, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α', της συμφωνίας-πλαισίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως αυτή της κύριας δίκης δεν χρησιμοποιείται, στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό (βλ., συναφώς, αποφάσεις της26ης Ιανουαρίου 2012, Kücük, C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 101).
  2. Προς τούτο, πρέπει να εξετάζονται, σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, όλες οι κρίσιμες περιστάσεις, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 2012, Kücük, C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 102). Περαιτέρω στην σκέψη 61 της εν λόγω απόφασης, αναφερόμενο το ΔΕΕ στο μόνιμο ή μη μόνιμο χαρακτήρα της προσφερθείσας εργασίας επισήμανε τα ακόλουθα:
  3. Επιπλέον, ο προβαλλόμενος μη μόνιμος χαρακτήρας των ελεγκτικών καθηκόντων ανατρέπεται από το γεγονός ότι οι παρατάσεις της συμβάσεως ορισμένου χρόνου της προσφεύγουσας της κύριας δίκης κατέληξαν σε αδιάλειπτη παροχή υπηρεσιών 6 ετών και 7 μηνών, οπότε φαίνεται ότι η σχέση εργασίας δεν κάλυψε μόνον προσωρινή ανάγκη, αλλά πάγια. Είναι προφανές, από τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της ΑΤΗΚ, ως Πολιτικός Μηχανικός, με Σύμβαση ορισμένου χρόνου που ανανεωνόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα, από 21.7.2005 μέχρι 25.7.2014 με μία μικρή ενδιάμεση διακοπή από 1.3.2014 μέχρι 18.3.
  4. Εν ολίγοις, κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του πληρούσε τα απαιτούμενα από τον Ν.98(Ι)/2003 χρονικά πλαίσια που θα επέτρεπαν η Σύμβαση εργοδότησης του να θεωρηθεί για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου χρόνου. Η ΑΤΗΚ επομένως θα πρέπει να αποδείξει την τυχόν κατ' εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου, που δικαιολογούσε την απασχόληση του Αιτητή επί τη βάσει συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου και τη μη μετατροπή της σε σύμβαση αορίστου διαρκείας. Η κα Ππουρή, κατά την αντεξέταση της, ενώ ισχυρίστηκε ότι οι ανάγκες της ΑΤΗΚ δεν ήταν διαχρονικές καθώς η Συμφωνία καταρτίστηκε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για το οποίο είχαν καθοριστεί και οι τότε ανάγκες, ακολούθως δεν παρέλειψε να παραδεχθεί ότι η κατ' εξακολούθηση ανανέωση της Σύμβαση κατέστη αναγκαία καθώς η ΑΤΗΚ είναι δυναμικός Οργανισμός και οι ανάγκες μεταβάλλονται συνεχώς, γεγονός που δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει εκ των προτέρων. Επίσης ενώ έδειξε άγνοια, εάν στα εννέα χρόνια απασχόλησης του Αιτητή παρουσιάστηκε ποτέ ανάγκη διακοπής της Σύμβασης, στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι κατά τον χρόνο τερματισμού της εργοδότησης του, οι ανάγκες απασχόλησης πολιτικού μηχανικού για τα έργα της Αρχής συνέχισαν να υπάρχουν. Παραδέχθηκε επίσης ότι όλα αυτά τα χρόνια η υπηρεσία του τμήματος όπου απασχολείτο ο Αιτητής ήταν κατά καιρούς υποστελεχωμένη. Από τα έγγραφα επίσης που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, φαίνεται ότι πριν από τον τερματισμό της απασχόλησης του ενεκρίθη από το Συμβούλιο Γενικής Διεύθυνσης της ΑΤΗΚ η ανανέωση της Σύμβασης του, για την περίοδο από 1.3.2014 μέχρι 28.2.2015 (Τεκ.45). Σε έκθεση ημερ. 26.11.2013 που υπέβαλαν οι προϊστάμενοι του Αιτητή, περιγράφονται τα έργα στα οποία θα απασχολείτο κατά την περίοδο ανανέωσης (Τεκ.46). Επίσης σε νέα έκθεση που υπέβαλαν οι προϊστάμενοι του προς τη διεύθυνση, ημερ. 24.6.2014, αναφέρονται στην ανάγκη συνέχισης των υπηρεσιών του με ανανέωση της Σύμβαση μέχρι τις 31.12.2015 (Τεκ.47). Σε παλαιότερη έκθεση του Διευθυντή υποδομής κτιρίων προς τον Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή της ΑΤΗΚ ημερ.1.9.2012, γίνεται εκτενής αναφορά στην ανάγκη στελέχωσης της υποδομής κτιρίων με προσοντούχο και έμπειρο προσωπικό σε μόνιμη βάση (Τεκ.48). Στην ίδια έκθεση γίνεται επίσης αναφορά σε απόλυτη ανάγκη συνέχισης της στελέχωσης με έμπειρο πολιτικό μηχανικό πέραν των μονίμων στελεχών της, και ότι τα έργα στα οποία απασχολούνταν οι συνεργάτες -πολιτικός μηχανικός και αρχιτέκτονας - εξακολουθούσαν να είναι σε εξέλιξη και ότι η υπηρεσία συστηματικά καλείτο να αναλάβει νέα έργα της αρμοδιότητας τους. Σε έκθεση ημερ. 18.11.2011, γίνεται παραδοχή για υποστελέχωση της υπηρεσίας με μηχανικούς και αρχιτέκτονες και σε συνδυασμό με το μεγάλο φόρτο εργασίας καθιστά επιβεβλημένη τη συνέχιση της συνεργασίας μαζί τους, καθώς «.τυχόν αποχώρηση των Συνεργατών θα δημιουργήσει μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό και θα επηρεάσει σημαντικά την εύρυθμη λειτουργία του τμήματος, το οποίο δεν θα μπορεί πλέον να επιτελέσει την αποστολή του, και τα εν λόγω έργα . θα είναι αδύνατο να εκτελεστούν από το υφιστάμενο προσωπικό». Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», 434, η κάλυψη προσωρινών αναγκών της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους και στην πράξη συνηθέστερους λόγους που δικαιολογούν τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ωστόσο τέτοιες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό, ως αντικειμενικός λόγος δικαιολογητικός της σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, υφίστανται όταν κατά τη σύναψη της σύμβασης με επαρκή ασφάλεια αναμένεται ότι με τη λήξη της θα παύσει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Μια τέτοια πρόγνωση θα πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία και να είναι αρκούντως θεμελιωμένη. Θα πρέπει δηλαδή ο εργοδότης να είναι σε θέση να δικαιολογήσει, με συγκεκριμένα στοιχεία γιατί με την πάροδο της ορισμένης διάρκειας της σύμβασης θα εκλείψει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Η εγκυρότητα επίσης του συγκεκριμένου συμβατικού όρου της ορισμένης διάρκειας προϋποθέτει ότι ο εργοδοτούμενος προσελήφθη για να καλύψει ακριβώς τις συγκεκριμένες αυξημένες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός και ούτε προσκομίστηκαν οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι κατά τον χρόνο σύναψης της Σύμβασης, η ΑΤΗΚ ήταν σε θέση να στηρίξει με επαρκή ασφάλεια ότι με τη λήξη της θα έπαυε και η ανάγκη απασχόλησης του Αιτητή. Αντίθετα, στη βάση της μαρτυρίας όπως έχει τεθεί ενώπιον μας, των αποδεκτών γεγονότων και της πραγματικής μαρτυρίας, καθίσταται φανερό ότι ο Αιτητής δεν προσλήφθηκε για την εκτέλεση εργασιών που ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι έχουν μια περιορισμένη, κατά κανόνα σύντομη διάρκεια, αλλά για να καλύψει πάγιες και μόνιμες ανάγκες του Εργοδότη του. Άλλωστε, πως είναι δυνατό να γίνεται λόγος για εργασίες μη σταθερές, όταν επί εννέα ολόκληρα έτη δεν παρουσιάστηκε ποτέ η ανάγκη κατάργησης της θέσης για την οποία προσλήφθηκε και ούτε εξέλειπαν τα καθήκοντα του, τα οποία και μετά την απόλυση του συνέχισαν να υφίστανται και να εκτελούνται από τα μόνιμα στελέχη του Οργανισμού. Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι η ΑΤΗΚ δεν κατάφερε να αποδείξει τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που θα δικαιολογούσαν τη μη μετατροπή της Σύμβασης εργοδότησης του Αιτητή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί τερματισμού απασχολήσεως Νόμου,
  5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) ................................. (β) ..................................... (γ) ................................... (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτου-μένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Διαιτητικών Δικαστήριον θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· Η ΑΤΗΚ τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή ισχυριζόμενη ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του ως εξωτερικός συνεργάτης και όχι ως μισθωτός και ότι η ίδια δεν είχε καμία υποχρέωση να ανανεώσει τη μεταξύ τους Συμφωνία η οποία τερματίστηκε νόμιμα. Ωστόσο, με βάση την πιο πάνω κατάληξη μας ο Αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του στην ΑΤΗΚ υπό τέτοιες συνθήκες και περιστάσεις που εύκολα μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη της σχέσης εργοδότη εργοδοτουμένου. Επίσης η ΑΤΗΚ έχουσα το βάρος απόδειξης δεν κατάφερε να αποδείξει τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που θα δικαιολογούσαν τη μη μετατροπή της Σύμβασης εργοδότησης του Αιτητή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η ΑΤΗΚ παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή. Επαναπρόσληψη Με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)του Νόμου, που εισήχθη με τον Τροποποιητικό Νόμο 61(Ι)/1994, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτούμενου που έχει απολυθεί παράνομα από τον εργοδότη του. Σύμφωνα με την εν λόγω επιφύλαξη: Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών. Από το γράμμα της πιο πάνω διατάξεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επαναπρόσληψη του απολυθέντος εργοδοτούμενου εάν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο εργοδότης απασχολούσε πέραν των 19 εργοδοτουμένων, (β) ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, (γ) ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου ήταν έκδηλα παράνομος και κακόπιστος, (δ) το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει τη άποψη ότι οι περιστάσεις το δικαιολογούν. Σε διάφορες αγγλικές αποφάσεις τονίζεται ότι στις περιπτώσεις (α) όπου δεν υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου (Nothmam v. London Borough of Barnet (No.2) [1980] IRLR 6) και (β) όπου το κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και πίστης έχει κλονισθεί (Wood Group Heavy Industrial Turbines Ltd v. Crossan [1998] IRLR 680), τότε δεν θεωρείται πρακτικά εφικτό να εκδοθεί διάταγμα επαναπρόσληψης. Παρά την κάπως διαφορετική νομοθετική διατύπωση της επαναπρόσληψης στο Αγγλικό και στο Κυπριακό δίκαιο, οι βασικές αρχές φαίνεται να είναι περίπου οι ίδιες, με αποτέλεσμα η επαναπρόσληψη να διατάσσεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν υπήρχε θέμα κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου, ανεξάρτητα από την προέλευση των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν και που οδήγησαν στον τερματισμό απασχόλησης. Το βασικό στοιχείο που θα πρέπει να έχουν κατά νου τα Δικαστήρια είναι ότι η επαναπρόσληψη είναι θεραπεία στο αστικό δίκαιο, που δεν έχει σαν σκοπό ούτε την τιμωρία του εργοδότη ούτε την ηθική ικανοποίηση του εργοδοτουμένου. Βασικός σκοπός των θεραπειών στο χώρο αυτό, όπως και αλλού στο αστικό δίκαιο, είναι η αποζημίωση του εργοδοτουμένου του οποίου τα δικαιώματα παραβιάστηκαν. Συνήθως, η χρηματική αποζημίωση συνιστά ικανοποιητική νομική αποκατάσταση, αλλά κάποτε, σε σπάνιες περιπτώσεις, επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων δεν είναι αρκετή και είναι τότε που το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει επαναπρόσληψη (Βλ. Π. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, τ.Β, σελ.693-694). Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα γεγονότα και συμπεράσματα στα οποία έχουμε καταλήξει, κρίνουμε ότι οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος επαναπρόσληψης. Έχοντας υπόψη τον σκοπό που επιδιώκεται με την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή και την έλλειψη στοιχείων αναφορικά με την εργασιακή κατάσταση ή οργάνωση που υπάρχει σήμερα στην ΑΤΗΚ και δη στο Τμήμα όπου απασχολείτο ο Αιτητής, κρίνουμε ως μη εφικτή την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Υπό τις περιστάσεις κρίνουμε ικανοποιητική την επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων. Άλλες Θεραπείες Ο Αιτητής περάν των αξιώσεων για επαναπρόσληψη και αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, αξιώνει περαιτέρω καταβολή του ποσού που κατέβαλε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις από 1.3.2008 μέχρι τον τερματισμό της απασχόλησης του. Σημειώνουμε ότι το εν λόγω ποσό ο Αιτητής κατέβαλλε ως αυτοτελώς εργαζόμενος με βάση τους όρους του Συμφωνητικού Εγγράφου. Είμεθα της γνώμης ότι εισφορές που καταβάλλονται στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν εμπίπτουν στην έννοια των αυτοτελών αξιώσεων με βάση το άρθρο 12
(1)(ε) του περί Ετησίων Αδειών με Απολαβών Νόμου (Ν8/67) και ως εκ τούτου δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο του 2010 (Ν.59(Ι)/2010)τέτοια ζητήματα που αφορούν την επιστροφή εισφορών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, εξετάζονται σε πρώτο στάδιο από τον Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και σε δεύτερο στάδιο με ιεραρχική προσφυγή που γίνεται με γραπτή αίτηση στον Αρμόδιο Υπουργό. Ως εκ τούτου η εν λόγω αξίωση του Αιτητή δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Κατάληξη Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικάσει. Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), ενώ, από την άλλη, η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Εκτός από τα όσα προνοούνται στις παραγράφους 2 και 3 του Πίνακα το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό που θα επιδικάσει. Για τον υπολογισμό όμως του εν λόγω ποσού, δέον να λάβει υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενο (β) την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου (γ ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου» Από τα γεγονότα της υπόθεσης εξάγεται με σαφήνεια ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της ΑΤΗΚ για εννέα συναπτά έτη και ότι για σκοπούς του Νόμου λάμβανε το ποσό των €825,80 εβδομαδιαίως. Περαιτέρω ο Αιτητής έδωσε λόγους και εξηγήσεις γιατί δεν κατόρθωσε να εξεύρει νέα εργασία μέχρι τον Δεκέμβριο 2015 που εργοδοτήθηκε στη Σαουδική Αραβία μακριά από την οικογένεια και τα τρία παιδιά του. Οι εξηγήσεις που έδωσε ο Αιτητής δεν αντικρούστηκα σε βαθμό ώστε να αποδυναμωθεί ο λόγος του. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του, την ηλικία του (46 ετών κατά τον χρόνο απόλυσης του), την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, το χρονικό διάστημα που παρέμεινε χωρίς εργασία μέχρι την εξεύρεση νέας εργασίας στο εξωτερικό ως και την οικογενειακή του κατάσταση, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €28.903 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 35 βδομάδων. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9 του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι το ποσό των €6.606,40 Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της ΑΤΗΚ για το συνολικό ποσό των €35.509,40 με νόμιμο τόκο από 19.12.2014 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω η ΑΤΗΚ διατάσσεται όπως καταβάλει στον Αιτητή έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αξίωση του Αιτητή για καταβολή του ποσού που κατέβαλε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Νεοφύτου, Μέλος Γ. Κασιούρης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.