ΚΤΙΣΤΗ ν. ΙΕΡΑΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ ΔΙΑ ΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΚΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΛΛΥΡΙΑΣ κ.κ. ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1027/2013, 18/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:55 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Χριστοφίδη και Σ. Φιλίππου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 1027/2013 Μεταξύ: XXXXX ΚΤΙΣΤΗ Αιτητής -και- ΙΕΡΑΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ ΔΙΑ ΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΚΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΛΛΥΡΙΑΣ κ.κ. ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 18η Οκτωβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Χρ. Χριστάκης Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Χ. Βελάρης με κ. Ι. Θεοδοσίου ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση του Αιτητή, όπως αυτή προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι η Καθ' ης η αίτηση μονομερώς προχώρησε σε αλλαγή των όρων και συνθηκών απασχόλησης του με αποτέλεσμα να τον εξαναγκάσει σε παραίτηση από την εργασία του. Έτσι με την Αίτηση του εξαιτείται τις πιο κάτω θεραπείες: (Α) Αποζημίωση ανερχόμενη σε δύο
(2)ετών ημερομίσθια ή στο ποσό που το Δικαστήριο θα θεωρήσει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, για κακόπιστη, κακόβουλη και παράνομη απόλυση και ή για κακόπιστο, κακόβουλο και παράνομο εξαναγκασμό του σε παραίτηση. (Β) Πληρωμή αντί προειδοποίησης, ίση με απολαβές οκτώ
(8)εβδομάδων. (Γ) Τρεις μηνιαίους μισθούς ως οφειλόμενους 13ους μισθούς για τα έτη 2011, 2012 και
- (Δ) 98 ημέρες ετήσιας άδειας για τα έτη 2000 - 2007 (Ε) €11.894,72 ως οφειλόμενο υπόλοιπο μισθών για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο
- (ΣΤ) Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο (Ζ) Νόμιμο τόκο (Η) Έξοδα και Φ.Π.Α. Με τους γενικούς λόγους εμφάνισης η Καθ' ης η αίτηση αρνείται τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι ο Αιτητής συμφώνησε ρητά και ή δια της συμπεριφοράς του στη μείωση των ωρών εργασίας του και στη συνακόλουθη μείωση του μισθού του. Παραδέχεται ότι κατέβαλε καθυστερημένα τους μισθούς του Αιτητή για τους μήνες Ιούλιο έως Οκτώβριο 2013 και αρνείται ότι οφείλει οποιονδήποτε άλλο ποσό αναφορικά με τους μισθούς του. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής συμφώνησε στη μείωση και μη καταβολή 13ου μισθού για τα έτη 2011 έως 2013 και ότι κωλύεται στο παρόν στάδιο να προβάλλει αυτούς τους ισχυρισμούς όπως επίσης κωλύεται να απαιτεί την καταβολή συσσωρευμένης αδείας για τα έτη 2000 έως
- Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73, (ο «Νόμος»):
(1)Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ' εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως. Με το εν λόγω άρθρο, καθιερώνεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο δυνάμει του οποίου ο Αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση του, λόγω της διαγωγής της Καθ' ης η αίτηση. Την ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου υποστήριξε με τη μαρτυρία του ο ίδιος ο Αιτητής. Για την Καθ' ης η αίτηση κατέθεσε ο υπεύθυνος λογιστηρίου της Ιεράς Μονής Κύκκου κ. XXXXX Παύλου και ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Κύκκου κ.κ. Νικηφόρος ( στο εξής: «Ο Ηγούμενος της Μονής»). Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι εκείνο που απαιτείται από το Δικαστήριο είναι ο ορθός προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, η σύνοψη του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, ο συσχετισμός της με τα ευρήματα και συμπεράσματα καθώς και η συνάρτηση της ετυμηγορίας με τα επίδικα θέματα και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. (Καννάουρου κ.ά. ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35, 39). Είναι αχρείαστη η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε πτυχή της. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεχτή αναφορά των μαρτύρων, ως και το περιεχόμενο της ενώπιον μας πραγματικής μαρτυρίας αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό έστω κι αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση. Προτού όμως γίνει αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία, θα ήταν χρήσιμο να καταγραφούν τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Η Καθ' ης η αίτηση είναι Εκκλησιαστικός Οργανισμός, ο οποίος λειτουργεί σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση την 1η Σεπτεμβρίου
- Σε σύντομο χρόνο από την πρόσληψη του ο Ηγούμενος της Μονής του ανέθεσε καθήκοντα διευθυντή στο υπό δημιουργία τότε Οινοποιείο Κύκκου, το οποίο άρχισε να λειτουργεί το
- Τον Δεκέμβριο του 2007 του ανέθεσε καθήκοντα διευθυντή της Kykkos Springs Limited όπως και καθήκοντα διευθυντή προσωπικού στο Πολιτιστικό Ίδρυμα Αρχάγγελος, θέση που διατηρούσε μέχρι την ημέρα της αποχώρησης του. Στις 19.6.2013 η Καθ' ης η αίτηση παρέδωσε στον Αιτητή επιστολή (Τεκ.8), υπογεγραμμένη από τον Ηγούμενο της Μονής, με την οποία τον πληροφορούσε ότι από το 2011 που άρχισε η οικονομική κρίση να πλήττει την Κύπρο και μετά τη φοβερή απόφαση του Eurogroup, η Μονή περιήλθε σε δεινή οικονομική κατάσταση λόγω της άμεσης και κάθετης μείωσης των ετησίων εισοδημάτων της. Επίσης ότι κατά την τελευταία τουλάχιστον διετία κατέβαλλε τους μισθούς των υπαλλήλων της και κάλυπτε τα έξοδα λειτουργίας της, κατά μεγάλο βαθμό, με δάνεια που κατά καιρούς συνήπτε από τις Τράπεζες, οι οποίες αδυνατούν πλέον να παράσχουν νέα δάνεια με επακόλουθο η θέση της Μονής να καταστεί ακόμα περισσότερο δυσχερής και επικίνδυνη. Καταλήγει ότι η Μονή αδυνατεί πλέον να καλύπτει εξ ολοκλήρου το τεράστιο μισθολόγιο των υπαλλήλων της και ότι ως Ηγουμενοσυμβούλιο της Μονής κατέληξαν να μη απολύσουν δηλαδή κανένα αλλά να μειώσουν τις ώρες εργασίας κατά το ήμισυ, με ανάλογη κατ' επέκταση μείωση και των απολαβών τους, από τον τρέχοντα μήνα Ιούνιο. Μια βδομάδα μετά, στις 26.6.2013, εξαμελής επιτροπή υπαλλήλων του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Μονής, μεταξύ των οποίων και ο Αιτητής, συναντήθηκαν με τον Ηγούμενο της Μονής, όπου του εξέφρασαν το παράπονο τους για την πιο πάνω απόφαση, χωρίς όμως να υπάρξει οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Με επιστολή ημερ. 3.7.2013 (Τεκ.10) o Αιτητής ζήτησε από τον Ηγούμενο της Μονής, όπως προβεί σε δεύτερες σκέψεις για ανάκληση της επιστολής (Τεκ.8), τονίζοντας του ότι το νέο status εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό. Με νέα επιστολή ημερομηνίας 26.9.2013 (Τεκ.11), ο Αιτητής αναφέρθηκε σε επιταγή και πιστοποιητικό αποδοχών για τον μήνα Ιούλιο 2013 που παράλαβε μια μέρα προηγουμένως, όπου με μεγάλη του λύπη και απογοήτευση παρατήρησε ότι οι απολαβές του για τον μήνα Ιούλιο ήταν μειωμένες κατά 50%. Θεωρώντας ότι η ενέργεια αυτή αποτελούσε αλλαγή και ή διαφοροποίηση των όρων και συνθηκών απασχόλησης του, γεγονός το οποίο τον εξανάγκαζε σε μη οικειοθελή παραίτηση και περαιτέρω σε διεκδίκηση όλων των νομίμως δικαιωμάτων του, κάλεσε την Καθ' ης η αίτηση όπως εντός 10 ημερών ανακαλούσε την απόφαση της και κατέβαλλε στον ίδιο το υπόλοιπο του μισθού Ιουλίου 2013 και ολόκληρο τον μισθό για τον μήνα Αύγουστο. Ακολούθησε νέα επιστολή από τον δικηγόρο του Αιτητή ημερομηνίας 9.10.2013 (Τεκ.12), στην οποία γίνεται αναφορά σε αναπάντητες προφορικές και γραπτές διαμαρτυρίες του Αιτητή για την απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου την οποία δεν αποδέχεται. Θεωρώντας ότι η εν λόγω απόφαση πλήττει ριζικά τη σύμβαση εργοδότησης και ότι προκαλεί σοβαρότατες οικονομικές και άλλες συνέπειες στον Αιτητή, κάλεσε εκ νέου την Καθ' ης η αίτησης όπως ανακαλέσει την απόφαση της μέχρι τις 18.10.
- Ως επακόλουθο των πιο πάνω επιστολών, ο Αιτητής με επιστολή ημερ. 25.10.2013 (Τεκ.13) υπέβαλε την παραίτηση του επικαλούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση, με τελευταία ημερομηνία απασχόλησης του την 31.10.
- Κάλεσε μάλιστα την Καθ' ης η αίτηση όπως τον ενημερώσει άμεσα σε περίπτωση διαφοροποίησης της απόφασης της και όχι αργότερα από την τεθείσα ημερομηνία. Στην συνέχεια, στις 4.11.2013 ο Αιτητής παρέδωσε στην Καθ' ης η αίτηση τα κλειδιά του γραφείου του και τη σφραγίδα του Πολιτιστικού ιδρύματος. Στη ως άνω επιστολή η Καθ' ης η αίτηση απάντησε με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 5.11.2013 (Τεκ.14). Μη αποδεχόμενη τους ισχυρισμούς του Αιτητή και επιφυλάσσοντας όλα τα νόμιμα δικαιώματα της, σημειώνει ότι οι αμοιβές που λάμβανε ο Αιτητής στα πλαίσια της εργασίας του ήταν γενναιόδωρες και υψηλότατες σε σύγκριση με άλλους εργαζόμενους με τα δικά του ή παρόμοια προσόντα και ότι το λιγότερο που θα ανέμενε η Μονή είναι μια έκφραση ευγνωμοσύνης, και στις πλέον δύσκολες οικονομικές περιστάσεις της ιστορίας της, μετά την αφειδώλευτη προσφορά της, τουλάχιστον κατανόηση και συμβιβαστική διάθεση. Για ολοκλήρωση του παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου πλαισίου της υπόθεσης θα 'ταν χρήσιμο να καταγραφεί και η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή, που ήταν από 1.9.1989 μέχρι 31.10.2013, καθώς και οι μισθολογικές απολαβές του, οι οποίες πριν την απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου και δη μέχρι τον Ιούνιο 2013 ανέρχονταν στα €5.947,36 και ακολούθως από Ιούλιο μέχρι και Οκτώβριο 2013 στα €2.640,13 μηνιαίως (Τεκ.15,16 και 17). Το εάν ο Αιτητής λάμβανε ή εδικαιούτο και 13ο μισθό, είναι ένα από τα επίδικα θέματα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Η κυρίως εξέταση του Αιτητή περιέχεται σε γραπτή δήλωση του (Τεκ.Α) και με αυτή, ουσιαστικά επαναλαμβάνει τις θέσεις που διατυπώνονται στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Πέραν των όσων αναφέρονται στα παραδεκτά και μη επιδεχόμενα αμφισβήτησης γεγονότα, απορρίπτει ως αβάσιμες τις θέσεις της Καθ' ης η αίτησης, ισχυριζόμενος ότι δεν εγκατέλειψε οικειοθελώς την εργασία του αλλά ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση εξαιτίας των μονομερών δραστικών αλλαγών στους όρους και συνθήκες απασχόλησης του. Αναφέρει ότι κατά τον χρόνο του εξαναγκασμού του σε παραίτηση ήταν 60 ετών και ότι λόγω της ηλικίας του, της ανεργίας που αποδεδειγμένα πλήττει την Κύπρο και με βάση τη θέση που κατείχε στην Καθ' ης η αίτηση και τις σπουδές του (δημοσιογραφία), από τις οποίες έχει αποξενωθεί λόγω της πολυετούς υπηρεσίας του στην Καθ'ης η αίτηση, είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να εξεύρει οποιαδήποτε άλλη εργασία παρά τις προσπάθειες που έχει καταβάλει με αποτέλεσμα να παραμένει άνεργος από την ημέρα τερματισμού της απασχόλησης του. Ο Αιτητής αναφέρθηκε επίσης και στις αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρει με την αίτηση του όπως 13ο μισθό για τα έτη 2011, 2012 και 2013, υπόλοιπο μισθών για τους μήνες Ιούλιο έως και Οκτώβριο 2013 καθώς και ετήσιες άδειες για τα έτη 2002 έως
- Αντεξεταζόμενος, επέμεινε στη θέση του ότι ουδέποτε αποδέχθηκε την απόφαση της Καθ' ης η αίτηση για μείωση του μισθού και του ωραρίου απασχόλησης του και διαφώνησε με τη θέση της άλλης πλευράς ότι απεχώρησε στο μισό ωράριο λέγοντας ότι στο γραφείο πάντοτε προσερχόταν στις 7:30πμ και έφευγε μετά τις 3:00 ή 4:00μμ. Ενώ δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο που θα επιβεβαίωνε τη θέση του, σημείωσε ότι μετά την κοινοποίηση της επιστολής του Ηγουμένου (Τεκ.8), οι περισσότεροι υπάλληλοι έφευγαν και απ' ότι θυμάται έμενε ο γραμματέας του κ. XXXXX Φλουρέντζος και κάποιες φορές η κα Αιμ. Στυλιανού. Ακολούθως, αφού του υποβλήθηκε ότι κατά τη συνάντηση που είχαν με τον Ηγούμενο στις 26.6.2013 διεφάνη ότι δεν θα υπήρχε κατάληξη ικανοποιητική για τους ίδιους, διαφώνησε και αφού παρέπεμψε στο πρακτικό της συνάντησης (Τεκ.9), ισχυρίστηκε ότι ο Ηγούμενος τους είπε ότι θα μελετούσε τα πράγματα και τους ζήτησε να φέρουν σχέδια πρόωρης αφυπηρέτησης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι εκτός από τις επιστολές του προς τον Ηγούμενο, συζητούσε το θέμα συνεχώς μαζί του και ότι ο τελευταίος συνεχώς του έλεγε «θα σκεφτούμε όλα αυτά τα θέματα, δεν απορρίπτω τίποτε, θα το σκεφτώ». Σε υποβολή ότι ψεύδεται γιατί κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στις επιστολές, ισχυρίστηκε ότι δεν έκρινε σοβαρό να αναφερθεί σε προφορικές συνομιλίες. Δικαιολογώντας την παρουσία του στην Καθ' ης η αίτηση και μετά τη συνάντηση και την αποστολή της επιστολής ημερ. 3.7.2013 (Τεκ.10), ανέφερε ότι τον Αύγουστο το γραφείο είχε κλείσει και επομένως δεν μπορούσε να περιμένει καμιά απάντηση. Επίσης, ότι ο μισθός Ιουλίου τους πληρώθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου και μέχρι τότε δεν ήξερε αν θα εκτελούσε ο Ηγούμενος την απόφαση του. Έτσι μόλις έλαβε την επιταγή στις 26.9.2013 επανήλθε με νέα επιστολή (Τεκ.11). Ερωτηθείς για τις προσπάθειες που κατέβαλε για εξεύρεση νέας εργασίας περιορίστηκε να πει ότι πήγε σε διάφορες εφημερίδες, τηλεφώνησε και ρώτησε συναδέλφους του σε διάφορες εφημερίδες χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Αναφορικά με τις αξιώσεις του για 13ο μισθό για το 2011 έως 2013 και ετήσια άδεια από το 2000 μέχρι και το 2007, αφού του ζητήθηκε να υποδείξει οπουδήποτε που απαίτησε αυτά τα πράγματα πριν φύγει από την εργασία του, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι για την ετήσια άδεια υπήρχε αγωγή την οποία στο τέλος απέσυρε με την υπόσχεση ότι θα τον ικανοποιούσαν. Σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση του πρώτου μάρτυρα για την Καθ' ης η αίτηση κ. XXXXX Παύλου, ο χώρος εργασίας του βρίσκεται στο Μετόχι της Ιεράς Μονής Κύκκου και δεν είχε άμεση επαφή ή σχέση με τον χώρο εργασίας του Αιτητή που βρισκόταν στο Πολιτιστικό Ίδρυμα στον Αρχάγγελο. Ωστόσο γνωρίζει τον Αιτητή, τον οποίο έβλεπε συχνά στο Μετόχι. Απαντώντας στα όσα ανέφερε ο Αιτητής αναφορικά με τις ώρες που εργαζόταν μετά που έλαβε την επιστολή του Ηγουμένου ημερ. 19.6.2013, σημείωσε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα τι ώρα σχολνούσε ο Αιτητής. Όμως ο ισχυρισμός του Αιτητή τον παραξένεψε εφόσον είχε την εντύπωση ότι σχολνούσε με το νέο ωράριο, όπως οι υπόλοιποι εργαζόμενοι στον Αρχάγγελο. Στην προσπάθεια του να διερευνήσει τους ισχυρισμούς του Αιτητή προέβη σε έρευνα για να διαπιστώσει αν υπήρχαν οποιαδήποτε έγγραφα, όπως επιστολές ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο που να δείχνουν ότι πράγματι ο Αιτητής δεν τηρούσε το ωράριο του, χωρίς όμως να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός οποιουδήποτε στοιχείου που να επιβεβαιώνει τέτοιο ισχυρισμό, όπως έγγραφα που απεστάλησαν μετά τις 2:00μμ ή κατά τις ημέρες Πέμπτη και Παρασκευή που δεν εργαζόταν το προσωπικό. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο Αιτητής ήταν υπεύθυνος για το Πολιτιστικό Ίδρυμα της Μονής με καθήκοντα τον συντονισμό των τμημάτων που λειτουργούσαν στο εν λόγω Ίδρυμα. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι ώρα σχολνούσε ο Αιτητής πριν τις 19.6.2013, ούτε αν δούλευε υπερωρίες, καθώς δεν ήταν παρών να τον ελέγχει. Ερωτηθείς αν οι υπάλληλοι κτυπούσαν κάρτα ανέφερε ότι σε κάποια φάση στον Αρχάγγελο υπήρχε σύστημα κάρτας, δεν γνώριζε όμως εάν ήταν σε ενέργεια εκείνη την περίοδο. Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι με τη λήψη της επιστολής του Ηγουμένου συνέχισε να εργάζεται και μετά τις 2:00μμ τον παραξένεψε καθώς δεν περιήλθε σε γνώση του αν κάποιος υπάλληλος εργαζόταν πέραν του ωραρίου στον Αρχάγγελο. Σε υποβολή ότι ο Αιτητής εργαζόταν και μετά τις 2:00μμ από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή ο μάρτυρας δεν διαφώνησε σημειώνοντας ότι ίσως να είχε λανθασμένη εντύπωση. Οι έρευνες του, καθώς είπε, επικεντρώθηκαν στο προσωπικό του Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο και αυτό της Γραμματείας της Μονής, θεωρώντας ότι τα επίσημα e-mails θα έπρεπε να φθάνουν εκεί, χωρίς όμως να εντοπίσει οτιδήποτε. Περαιτέρω ο μάρτυρας δεν αρνήθηκε ότι οι μισθοί Ιουλίου - Αυγούστου 2013 πληρώθηκαν στα τέλη Σεπτεμβρίου και του Οκτώβρη τον Ιανουάριο 2014 γιατί εκείνη την περίοδο η Μονή αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα cash flow. Ο Ηγούμενος της Μονής, με τη γραπτή δήλωση του, αναφέρθηκε κατ' αρχάς στις θέσεις και στα καθήκοντα που ο ίδιος ανέθεσε κατά καιρούς στον Αιτητή. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ο Αιτητής είχε ελάχιστα καθήκοντα που περιορίζονταν στην διεύθυνση του προσωπικού του Πολιτιστικού Ιδρύματος. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι δεν αποδέχθηκε το μειωμένο ωράριο και ότι συνέχιζε να εργάζεται κανονικά, ισχυρίστηκε ότι όσες φορές επισκέφθηκε κατά το διάστημα εκείνο τον Αρχάγγελο σε ώρες πέραν του μειωμένου ωραρίου - κάτι που έκανε τακτικά - ουδέποτε βρήκε τον Αιτητή και μάλιστα τα γραφεία του Πολιτιστικού Ιδρύματος ήσαν ερμητικά κλειστά. Σημείωσε ότι μεγάλο ψέμα είναι κι ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι, κατά το καλοκαίρι του 2013, ο ίδιος τον διαβεβαίωνε από τηλεφώνου ότι θα κατέβαλλε προσπάθειες να του καταβάλει ολόκληρο τον μισθό του, χωρίς τη μείωση του 50%. Σημείωσε επίσης ότι ουδεμία τηλεφωνική επικοινωνία είχε με τον Αιτητή κατά το διάστημα εκείνο κι ότι ο Αιτητής γνώριζε πολύ καλά ότι, τόσο οι μισθοί όσο και το ωράριο είχαν μειωθεί κατά το ήμισυ κι είχε συμμορφωθεί με το νέο καθεστώς, παρά τις κατά καιρούς υστερόβουλες διαμαρτυρίες του. Αντεξεταζόμενος ο Ηγούμενος της Μονής επέμενε ότι μετά τη μείωση των ωρών εργασίας, επισκέφθηκε επανειλημμένως τους χώρους του Πολιτιστικού Ιδρύματος κατά τις απογευματινές ώρες και ότι ουδέποτε συνάντησε εκεί τον Αιτητή. Κατά τον Αύγουστο πιθανόν να μην επισκέφθηκε τον χώρο γιατί κατά τη διάρκεια του μήνα όλο το προσωπικό παίρνει τις άδειες του και ο ίδιος μεταφέρεται στην Ιερά Μονή Κύκκου. Περαιτέρω, αναφερόμενος σε συνάντηση που είχε με το προσωπικό της Μόνης πριν τον Ιούνιο 2013, ισχυρίστηκε ότι όλοι περιλαμβανομένου και του Αιτητή αποδέχθηκαν τη μείωση του μισθού και το συγκεκριμένο πρόγραμμα εργασίας το οποίο πρότειναν οι ίδιοι. Η επιθυμία τους ωστόσο τόσο πριν όσο και μετά την κοινοποίηση της επιστολής ήταν να μην υπάρξει μείωση του μισθού, ούτε μείωση των ωρών εργασίας, αλλά η αδήριτη ανάγκη το επέβαλε, γι' αυτό και είναι με πόνο ψυχής. Ο μάρτυρας θεώρησε ως υστερόβουλες τις κατά καιρούς διαμαρτυρίες του Αιτητή σημειώνοντας ότι εκ των πραγμάτων ο ίδιος ουσιαστικά αποδέχθηκε τις αλλαγές με το να λάβει τους μειωμένους μισθούς πέντε μηνών από Ιούλιο έως Οκτώβριο
- Με την αποστολή της επιστολής ο Αιτητής αντέδρασε φραστικά και όχι ουσιαστικά, γιατί έπρεπε να αρνηθεί να πάρει τους μισθούς του. Συμφώνησε ωστόσο ότι τους εν λόγω μισθούς η Καθ' ης η αίτηση κατέβαλε καθυστερημένα και τούτο λόγω αντικειμενικών δυσκολιών. Επί των όσων ο Αιτητής αναφέρθηκε κατά την αντεξέταση του επικαλούμενος το πρακτικό της συνάντησης ημερ. 26.6.2013 (Τεκ.9), ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι ουδόλως θυμάται να είπε τέτοιο πράγμα, «αφήστε το να λειτουργήσει να δούμε πόσοι θα αποχωρήσουν» ή ότι αναφέρθηκε σε σχέδιο πρόωρης αφυπηρέτησης. Επίσης ότι το πρακτικό δεν είναι υπογραμμένο από τον ίδιο και δεν το αναγνωρίζει. Αγορεύσεις Μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσέφεραν και οι δύο πλευρές, Αιτητής και Καθ' ης η αίτηση, κινήθηκε και η γραμμή των αγορεύσεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι δυο συνήγοροι. Το γεγονός ότι υπήρξε μονομερής διαφοροποίηση των όρων απασχόλησης του Αιτητή που συνιστά παράβαση των όρων απασχόλησης του, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση. Με αναφορά ωστόσο στις ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η διαφοροποίηση και δη τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες που βρέθηκε η Μονή κατά το 2013, η Καθ' ης η αίτηση προτίμησε τη μείωση των ωρών εργασίας και των μισθών των εργοδοτουμένων της παρά την απόλυση τους. Η σοβαρότητα της παράβασης, καθώς αναφέρει, μπορεί να ελαφρυνθεί στα μάτια του σεβαστού Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη πρώτα τον λόγο και δεύτερο τον τρόπο με τον οποίο έγινε. Η μείωση τόσο του μισθού, αλλά και των ωρών εργασίας, έγινε με τρόπο ούτως ώστε να διευκολύνει τους επηρεαζόμενους να αναζητήσουν και αλλού εργασία για να συμπληρώσουν το εισόδημα τους, αλλά ταυτόχρονα διατηρώντας τις ελάχιστες απαιτούμενες ώρες εργασίας για να μην χαθούν άλλα ωφελήματα τους. Στην περίπτωση του Αιτητή, σημειώνει ότι τον άφηνε με ένα διόλου ευκαταφρόνητο μηνιαίο εισόδημα της τάξης των €2.500 ευρώ περίπου. Με ουσιαστικό επίσης υπόβαθρο τον χρόνο αποχώρησης του Αιτητή από την εργασία του, η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση, με αναφορά στη νομολογία, εισηγείται στο Δικαστήριο ότι ο Αιτητής με τη συμπεριφορά του επιβεβαίωσε την κατάσταση πραγμάτων. Ενώ ο Αιτητής γνώριζε την απόφαση της Καθ' ης η αίτηση από τις 19.6.2013, η αποχώρηση από την εργασία του έγινε τον Οκτώβριο 2013, τέσσερεις και πλέον μήνες μετά που η Καθ' ης η αίτηση κατέστησε ειλημμένη και αμετάβλητη την απόφαση της και που ο Αιτητής συνέχισε να εργάζεται υπό το νέο καθεστώς. Στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Αιτητή, αναφερόμενος στο ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό και επί των νομολογιακών αρχών που διέπουν το θέμα της τεκμαρτής απόλυσης (Constructive Dismissal), εισηγήθηκε ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο αξιόπιστη, επαρκή και πειστική μαρτυρία για να αποδείξει ότι ο Αιτητής τηρούσε το νέο ωράριο. Σημείωσε ότι το βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού το φέρει η Καθ' ης η αίτηση η οποία δεν κατάφερε να το αποσείσει. Είναι η θέση του ότι ο Αιτητής εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω της μονομερούς, αυθαίρετης και βλαπτικής απόφασης της Καθ' ης η αίτηση να μειώσει κατά το ήμισυ τον μισθό και το ωράριο του, με επακόλουθο να δικαιούται στις ως άνω αιτούμενες θεραπείες. Ανάλυση - Συμπεράσματα (i) Οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους του μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων. Είναι γεγονός ότι τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν την απαίτηση του Αιτητή παραμένουν ουσιαστικά χωρίς αμφισβήτηση. Ότι παρέμεινε υπό αμφισβήτηση είναι ο ισχυρισμός του Αιτητή, όπως προκύπτει από την αντεξέταση του, ότι και μετά την αλλαγή συνέχισε να τηρεί το ίδιο ωράριο όπως και προηγουμένως, και οι κατ' ισχυρισμό υποσχέσεις που εξέλαβε από τον Ηγούμενο κατά τη συνάντηση που είχαν στις 26.6.2013 και σε συζητήσεις που είχε συνεχώς μαζί του αναφορικά με το όλο θέμα. Καταθέτοντας ο Αιτητής επί των εν λόγω σημείων οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που έτεινα να καταδείξουν ότι ο ίδιος δεν αποχώρησε στο μισό του ωραρίου εργασίας και ότι συνέχισε να προσέρχεται στο γραφείο πάντοτε στις 7:30πμ και να φεύγει στις 3:00 ή 4:00μμ. Αστήρικτος παρέμεινε επίσης ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι εκτός από τις επιστολές του, συζητούσε το θέμα των αλλαγών με τον Ηγούμενο και ότι αυτός συνεχώς του έλεγε, «θα σκεφτούμε όλα αυτά τα θέματα, δεν απορρίπτω τίποτε, θα το σκεφτώ». Άλλωστε τέτοιοι ισχυρισμοί περί υποσχέσεων δεν προκύπτουν από τις επιστολές που ο Αιτητής κοινοποίησε προς τον Ηγούμενο, αλλά ούτε και από τους γενικούς λόγους της Αίτησης. Πρόκειται για ισχυρισμούς ζωτικής σημασίας για την απαίτηση του, τους οποίους δεν πιστεύουμε ότι θα παρέλειπε να επικαλεστεί εάν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Επίσης, τα όσα λέχθηκαν από τον Ηγούμενο στη συνάντηση που έγινε στις 26.6.2013 προκύπτουν μέσα από τα πρακτικά που τηρούσε η κα Στυλιανού, χωρίς ωστόσο να αποτελούν υποσχέσεις εκ μέρους του Ηγουμένου. Ο κ. Γ. Παύλου στην προσπάθεια του να αμφισβητήσει τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι συνέχισε να τηρεί το κανονικό ωράριο εργασίας και να προσέρχεται στην εργασία εν ώρα που δεν ασχολείτο το υπόλοιπο προσωπικό, παρέθεσε τους δικούς του ισχυρισμούς, χωρίς ωστόσο να θέσει με τη σειρά του οποιαδήποτε υποστηρίχτηκα στοιχεία. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι ώρα σχολνούσε ο Αιτητής πριν τις 19.6.2013, παραδεχόμενος ότι οι χώροι εργασίας τους ήταν διαφορετικοί και ότι δεν ήταν παρών να τον ελέγχει. Αναφορικά με το ωράριο εργασίας που τηρούσε ο Αιτητής κατέθεσε και ο Ηγούμενος της Μονής ο οποίος με τη σειρά του επίσης δεν έθεσε οποιαδήποτε στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του. Με τη σειρά του επίσης αμφισβήτησε έντονα τους ισχυρισμούς περί υποσχέσεων που δόθηκαν από τον ίδιο προς τον Αιτητή, αμφισβητώντας επίσης και το ίδιο το πρακτικό της συνάντησης, το οποίο συντάχτηκε σε ανύποπτο χρόνο από τρίτο άτομο, εργοδοτούμενο της Μονής. Σε τελική ανάλυση ο Αιτητής που έφερε και το βάρος απόδειξης δεν μπόρεσε με τη μαρτυρία του να στηρίξει τους ισχυρισμούς του. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η μαρτυρία του επί των εν λόγω σημείων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και συνακόλουθα κρίνουμε ότι δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή ευρημάτων που υποστηρίζουν τη θέση του. Όπως εντοπίζεται στην Demil Imports Exports v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ, Πολ.Εφ. 299/2008, ημερ. 17.6.2011: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par. 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, Μαρσέλ ν. Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858)». Πότε υπάρχει εξαναγκασμός σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη (Constructive Dismissal), έχει αποφασιστεί σε σειρά υποθέσεων. Καθοδηγητική είναι η απόφαση στην Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)1All E.R. 713, 769 την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1CLR 448 και Κ. Χριστοφίδης ν. Deloitte & Touché κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 1241. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση: "If the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer's conduct. He is constructively dismissed." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εάν ο εργοδότης είναι ένοχος διαγωγής, η οποία συνιστά σημαντική παράβαση που φθάνει στη ρίζα της σύμβασης εργασίας ή που δείχνει ότι ο εργοδότης δεν προτίθεται πλέον να δεσμεύεται από ένα ή περισσότερους ουσιώδους όρους αυτής τότε, ο εργοδοτούμενος δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του αποδεσμευμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν το κάνει αυτό τότε τερματίζει τη σύμβαση λόγω της διαγωγής του εργοδότη. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση.» Ενασχόληση επί του ιδίου θέματος γίνεται και στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) ΑΑΔ 98, 103 όπου μεταξύ άλλων αποφασίστηκε ότι, «Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεκτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση σελ.440 απαριθμούνται οι πιο κάτω παραβάσεις του εργοδότη που μπορούν, να δικαιολογήσουν εξαναγκασμό σε παραίτηση: "
(1)a failure to pay wages or unilateral decision to cut pay,
(2)demotion or other change in status,
(3)a change of job content not permitted or envisaged by the contract,
(4)undermining a senior employee's position,
(5)change of the place of work, or breach of a mobility clause, whether express or implied,
(6)unilateral change of hours,
(7)failure to ensure the employee's safety,
(8)breach of the term of trust and respect,
(9)failure to follow a contractually binding disciplinary procedure,
(10)imposition of a disciplinary measure in a disproportionate manner,
(11)failure to provide a reasonably suitable working environment,
(12)failure to deal with grievances properly and timeously" Μια από τις βασικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις του εργοδότη είναι η καταβολή του συμφωνηθέντος ή συμβατικού μισθού στον εργοδοτούμενο. Μονομερής (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτούμενου) και αυθαίρετη (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα του εργοδότη) τροποποίηση των όρων μισθοδοσίας η οποία έχει ως συνέπεια τη μείωση των απολαβών του εργοδοτούμενου συνιστά, στην περίπτωση που η μείωση είναι επαρκώς ουσιώδης ('of sufficient materiality'), παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εργασίας, η οποία παρέχει στον τελευταίο το δικαίωμα να τερματίσει νόμιμα την απασχόληση του σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Στην υπόθεση Cantor Fitzgerald International v. Callaghan
(1999)IRLR 234 το Αγγλικό Εφετείο τόνισε τα ακόλουθα: ″ . Where an employer unilaterally reduces an employee΄s pay or diminishes the value of his salary package the entire foundation of the contract of employment is undermined. Therefore an emphatic denial by the employer of his obligation to pay the agreed salary or wage or a determined resolution not to comply with his contractual obligations in relation to pay and remuneration will normally be regarded as repudiatory.″ Στην υπόθεση Rigby v. Ferodo [1987] IRLR 51 μια σοβαρή οικονομική κρίση έπληξε τις επιχειρήσεις των εργοδοτών και ένας μεγάλος αριθμός εργοδοτουμένων κατέστησαν πλεονάζοντες, με επακόλουθο οι αυξήσεις να μην δοθούν και οι οικονομίες των εργοδοτών να διατεθούν σε όσους είχαν απολυθεί. Ευρισκόμενοι οι εργοδότες σε ένα οικονομικό γκρεμό, τον Αύγουστο του 1982 προσπάθησαν μονομερώς να παρουσιάσουν στο προσωπικό μια αναθεωρημένη δομή μισθών, την οποία σε εκείνο το στάδιο, δεν κατάφεραν να εφαρμόσουν. Προ του κινδύνου να απολύσουν προσωπικό και να θέσουν τις επιχειρήσεις τους σε μαρασμό, επιδίωξαν ως μόνη εφικτή εναλλακτική λύση τη μείωση μισθών. Η General Workers Union, μια από τις συντεχνίες, συμφώνησε στη μείωση, όπως και μια άλλη ένωση συμφώνησε να βοηθήσει τους εργοδότες. Στις 19.8.1982 οι εργοδότες ζήτησαν από μία άλλη συντεχνία, την CSEU, μείωση μισθών κατά 5%, ενώ σε κατοπινό στάδιο την ενημέρωσαν ότι λόγω της κατάστασης, αν δεν υπήρχε διευθέτηση μέχρι τις 17.9.1982 οι μειώσεις των μισθών θα τίθεντο σε εφαρμογή. Σειρά συναντήσεων δεν οδήγησαν σε συμφωνία και έτσι στις 18.9.1982 οι εργοδότες διακήρυξαν γραπτώς την κατ' αναλογία μείωση μισθών. Σε συνελεύσεις των μελών της συντεχνίας αποφασίστηκε μετά από ψήφιση ότι δεν θα λαμβάνονταν απεργιακά μέτρα. Το κατά πόσο οι μειώσεις των μισθών γίνονταν η όχι αποδεκτές δεν τέθηκε σε ψήφιση Στις 14.10.1982 σε νέα συνάντηση με τους εργοδότες η CSEU απαίτησε την καταβολή των αποκοπέντων μισθών. Η διαφορά δεν καταβλήθηκε και τον Φεβρουάριο του 1983 ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση η οποία απορρίφθηκε. Στις 22.3.1984 άσκησε αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για παράβαση της σύμβασης απασχόλησης του. Ο πρωτόδικος Δικαστής απεφάσισε κατ' αρχήν ότι η CSEU δεν συμφώνησε στην αποκοπή μισθών. Καταλήγοντας ανέφερε ότι η ανακοίνωση για τη μείωση των μισθών που ψηφίστηκε στις 18.9.1982 αποτελούσε παραβίαση της σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή, η οποία συνεχίστηκε να ισχύει και μετά τη ψήφιση της. Ότι κατά παράβαση της σύμβασης οι εργοδότες πλήρωσαν στον Αιτητή χαμηλότερο μισθό απ' ότι δικαιούταν, με επακόλουθο να δικαιούται σε αποζημίωση. Υιοθετώντας την κατάληξη του Πρωτόδικού δικαστή και του Court of Appeal ο Lord Oliver ανέφερε επί λέξει τα ακόλουθα: ".For my part, I can see no reason in Law or logic why, leaving aside for the moment the extreme case of outright dismissal or walk-out, a contract of employment should be on any different footing from any other contract as regards the principle that "an unaccepted repudiation is a thing writ in water and of no value to anybody": per Asquith L.J. in Howard v. Pickford Truck Co. Ltd [1951] 1 K.B. 417, 421. My Lords, the one thing that is clear in this case is that the appellant had no intention whatever of terminating the contracts of employment with its workforce except by compelling the acceptance of new contractual terms which Mr. Rigby and his fellow C.S.E.U. members were, as they made it quite clear, unwilling to accept and which they never did accept. Faced with that situation the appellant could have chosen to terminate their contracts on proper notice. It chose not to do so. It could have dismissed them out of hand and faced the consequences. It chose not to do so. It continued to employ them, week by week under contracts which entitled them to a certain level of wages but withheld from them a part of that entitlement. I can, in those circumstances, see no answer at all to Mr. Rigby's claim and the trial Judge and the Court of Appeal were, in my judgment, plainly right in the conclusions at which they arrived. It has been submitted that there were some sort of implied acceptance on the part of Mr. Rigby of the appellant's repudiation by working on. At the trial this was put on the basis of estoppel, waiver and acquiescence. All there were rejected the trial Judge and, in my judgment, he was on the facts which he found, quite plainly right to reject them. I can, for my part, see no other basis upon which it can be argued that the continued working by Mr. Rigby and his acceptance for the time being under protest of the wage that the appellant, with full knowledge of his lack of agreement, chose to pay him is to be construed as an acceptance by him either, the repudiation by the appellant of the original continuing contractor the new terms which the appellant was seeking to impose". Όπως προκύπτει από τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, η Καθ' ης η αίτηση με την επιστολή ημερ. 19.6.2013 (Τεκ.8), πληροφόρησε τον Αιτητή για την απόφαση της να μειώσει τις ώρες απασχόλησης του προσωπικού κατά το ήμισυ με ανάλογη μείωση και των μισθολογικών απολαβών του, επικαλούμενη ως λόγο για την εν λόγω απόφασης τη δεινή οικονομική θέση στην οποία περιήλθε η Μονή λόγω της οικονομικής κρίσης και της φοβερής απόφασης του Eurogroup. Για την εν λόγω απόφαση ο Αιτητής εξέφρασε τη διαφωνία του με σειρά επιστολών που κοινοποίησε προς τον Ηγούμενο της Μονής ημερ. 3.7.2013 (Τεκ.10), 26.9.2013 (Τεκ.11), 9.10.2013 (Τεκ.12) και 25.10.2013 (Τεκ.13). Επίσης πριν την κοινοποίηση των εν λόγω επιστολών, στις 26.6.2013, εξαμελής επιτροπή υπαλλήλων του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Μονής, μεταξύ των οποίων και ο Αιτητής, συναντήθηκαν με τον Ηγούμενο της Μονής, όπου του εξέφρασαν το παράπονο τους για την πιο πάνω απόφαση. Υπό το φως των προαναφερθέντων στοιχείων και των ευρημάτων στα οποία κατά-λήξαμε, είναι φανερό ότι ο Αιτητής σε καμία περίπτωση δεν συμφώνησε με την απόφαση της Καθ' ης η αίτηση να μειώσει τις ώρες απασχόλησης του στο ήμισυ με ανάλογη μείωση των μισθολογικών απολαβών του. Κρίνουμε, επομένως, ότι η Καθ' ης η αίτηση, μονομερώς και αυθαιρέτως προχώρησε σε τροποποίηση των όρων απασχόλησης του Αιτητή σε σχέση με τις ώρες εργασίας και τις μισθολογικές απολαβές του, τους οποίους σε καμία περίπτωση δεν νομιμοποιείτο να τροποποιήσει / διαφοροποιήσει ή διαμορφώσει με οποιονδήποτε τρόπο χωρίς τη σύμφωνο γνώμη του Αιτητή ή την ύπαρξη οποιουδήποτε συμβατικού όρου που της παρείχε τέτοιο δικαίωμα. Καθοδηγούμενοι επίσης από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές (βλ. Rigby v. Ferodo και Cantor Fitzgerald Inter-national v. Callaghan) και αντισταθμίζοντας τα συμφέροντα του εργοδότη να προβεί στις αλλαγές και του εργοδοτούμενου να μην τις αποδεχθεί, κρίνουμε ότι τα οικονομικά προβλήματα που επικαλείται η Καθ' ης η αίτηση ως επακόλουθο της οικονομικής κρίσης και η απόφαση της να διατηρήσει όλο το προσωπικό στην υπηρεσία της για τους λόγους που επικαλείται, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ή νομιμοποιήσουν μια τέτοια απόφαση. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη τις αλλαγές που επέφερε η απόφαση της Καθ' ης η αίτηση στο ωράριο απασχόλησης του Αιτητή, ως και το ύψος του ποσού το οποίο μονομερώς απέκοψε από τις μηνιαίες μισθολογικές απολαβές του, κρίνουμε ότι εξ αντικειμένου ήταν αρκούντως σημαντικές (of sufficient materiality) και ικανές να κλονίσουν το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου καθώς μια τέτοια αλλαγή συνιστά σοβαρή παράβαση και ή μεταβολή ουσιώδους όρου (fundamental repudiation) της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης, που δεν ξεφεύγει του πλαισίου των προνοιών του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Επίσης, από το περιεχόμενο της επιστολή ημερ. 25.10.2013 (Τεκ.13), είναι φανερό ότι η εν λόγω παράβαση αποτέλεσε και τον λόγο που ο Αιτητής τερμάτισε την απασχόληση του επικαλούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση. Καμία άλλη μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που τείνει να καταδείξει ότι η παραίτηση του οφείλετο σε άλλο λόγο. Ως επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης μας το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο ο Αιτητής επιβεβαίωσε την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας, με επακόλουθο να εμποδίζεται να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση. Σύμφωνα με καλά καθιερωμένες αρχές που πηγάζουν από τη νομολογία αφ' ης στιγμής εκδηλωθεί η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη, που θα δικαιολογούσε την αποχώρηση του εργοδοτούμενου, ο δεύτερος θα πρέπει να εγκαταλείψει την απασχόληση του χωρίς καθυστέρηση ή μετά από εύλογο χρόνο. Όπως τονίστηκε στην προαναφερθείσα υπόθεση Western Excavating (ανωτέρω): "...The employee is entitled in those circumstances to leave at the instant without giving any notice at all, or alternatively, he may the conduct must in either case be sufficiently serious to entitle him to leave at once. Moreover, he must make up his mind soon after the conduct of which he complains: for, id he continues for any length of time without leaving, he will lose his right to treat himself as discharged. He will be regarder as having elected to affirm the contract". Σε ελεύθερη μετάφραση; «.Ο εργοδοτούμενος δικαιούται κάτω από τις περιστάσεις να αποχωρήσει αμέσως χωρίς να δώσει οποιανδήποτε προειδοποίηση ή διαζευκτικά μπορεί να δώσει προειδοποίηση και να λέγει ότι θα αποχωρήσει στο τέλος της προειδοποίησης. Αλλά είτε στη μια, είτε στην άλλη περίπτωση η διαγωγή πρέπει να είναι αρκετά σοβαρή για να δικαιούται να αποχωρήσει αμέσως, επί πλέον πρέπει να αποφασίσει αμέσως μετά τη διαγωγή για την οποία παραπονείται: διότι αν συνεχίσει για οποιαδήποτε χρονική περίοδο χωρίς να αποχωρήσει θα απολέσει όλα τα δικαιώματα του να θεωρήσει τον εαυτό του απολυόμενο. Θα θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει την σύμβαση». Ενδεικτικά ως προς τη σοβαρότητα που αποδίδεται στην ανάγκη για αποχώρηση του εργοδοτούμενου από την απασχόληση του χωρίς καθυστέρηση, στην απόφαση W.E. Cox Joner (International) Ltd v. Crook [1981] I.C.R. 823, 831 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "... to stay at work for a period of one month to look around starting from the initial breach of contract, might well not have been fatal; but to work for a further month, six months already having elapsed, seems to be inconsistent with saying that he had not affirmed the contract ..." Από τη στιγμή που ο εργοδότης διαπράττει μία τέτοια παράβαση με την οποία αποκηρύσσει τη σύμβαση, ο εργοδοτούμενος έχει να επιλέξει μια από τις πιο κάτω πορείες: (α) Να επιβεβαιώσει τη σύμβαση απασχόλησης του και να επιμείνει στην περαιτέρω εκτέλεση της (β) να αποδεχθεί την αποκήρυξη της, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση η σύμβαση φθάνει σ' ένα τέλος. Μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί να παραμείνει ανοικτή μέχρι τέλους. Ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να ενεργήσει άμεσα γιατί εάν συνεχίσει να απασχολείται για κάποια χρονική περίοδο κινδυνεύει να χάσει όλα τα δικαιώματα του και να θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει τη σύμβαση (The Employment Contract, D. Brodie). Στην υπόθεση Wilton v. Peebles (EAT/835/93) προέκυψε η εξής επιχειρηματολογία: Οι εργοδοτούμενοι δεν έφεραν ένσταση, δεν παραπονέθηκαν και δεν διαμαρτυρήθηκαν όσο συστηματικά και έντονα μπορούσαν να πράξουν. Παρόλα αυτά αποφασίστηκε ότι αυτό το επιχείρημα ήταν νομικά άσχετο. Δεν είναι αναγκαίο για έναν εργοδοτούμενο που παραπονείται να ξεκινήσει μια συστηματική ή έντονη διαμαρτυρία για να εμποδίσει μια συμφωνία που του έχει επιβληθεί μονομερώς από τον εργοδότη του. Εφόσον έχει καταστήσει ξεκάθαρη τη θέση του ότι δεν συμφωνεί στη μείωση του μισθού του, με το να συνεχίσει να εργάζεται δεν μπορεί να δεσμεύεται από μια συμφωνία που του επιβάλλει να αποδεχθεί τη μείωση. Παρόλα ταύτα η υπόθεση Wilton ενεργεί για να μας θυμίζει ότι η έκφραση της αντίρρησης είναι αναγκαία. Ο καθορισμός του εύλογου χρόνου που απαιτείται για τον εργοδοτούμενο να προσδιορίσει τη θέση του και να αποφασίσει την αποχώρηση του, ισχυριζόμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση, θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες. Ειδικότερα, κατά την εξέταση του θέματος εάν ένας εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε ή όχι την τροποποιημένη σύμβασης εργασία του προτού παραιτηθεί, η περίοδος απασχόλησης του είναι πάντα σχετική για τον καθορισμό του ευλόγου χρόνου που απαιτείται για να εξετάσει τη θέση του προτού λάβει την απόφαση να παραιτηθεί και να ισχυριστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση (The Governing Body of St Edmund Canterbury Catholic High School v. Ann Hines [2003] UKEAT 1138/02). Αποτελεί σφάλμα για το Δικαστήριο να εξισώσει την καθυστέρηση με την επιβεβαίωση εάν το όλο θέμα δεν εξεταστεί σε συνδυασμό με άλλα θέματα όπως η φύση της παράβασης από τον εργοδότη και η περίοδος απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο δεν είναι κατά πόσο ο εργοδοτούμενος καθυστέρησε πάρα πολύ να παραιτηθεί, αλλά κατά πόσο επιβεβαίωσε τη σύμβαση εργασίας (Miceli v. Signal House Ltd [1996] UKEAT 180/95). Από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος καθιστά σαφή τη διαφωνία του με την παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας του δεν θα θεωρείται ότι επιβεβαίωσε τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται και να πληρώνεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Το αν υπήρξε επιβεβαίωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό στηριζόμενο επί των γεγονότων (question of fact) της κάθε υπόθεσης. Στην περίπτωση που ένας εργοδοτούμενος, χωρίς να επιφυλάξει τη θέση του, συνεχίζει να εργάζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά που ο εργοδότης κατέστησε σαφή τη θέση του επί ενός θέματος διαφωνίας, τότε θεωρείται ότι ο εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε τη σύμβαση και δεν μπορεί να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση σε κατοπινό στάδιο (Ms RV Simms v. Sainsbury Supermarkets Ltd [2005] All ER (D) 144 με παραπομπή στην W.E. Cox Toner). Με καθοδήγηση τις πιο πάνω αρχές, επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης επαναλαμβάνουμε ότι ο Αιτητής από την πρώτη στιγμή που ενημερώθηκε για την απόφαση της Καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει σε μονομερή και ουσιαστική μείωση των απολαβών του, εξέφρασε τη διαφωνία του τόσο στη συνάντηση που είχαν με τον Ηγούμενο στις 26.6.2013, όσο και με προσωπική επιστολή του ημερ. 3.7.2013 (Τεκ.10). Και ενώ η Καθ' ης αίτηση προχώρησε και έθεσε σε εφαρμογή το μειωμένο ωράριο απασχόλησης του προσωπικού της από τις 19.6.2013, εν τούτοις ο μισθός Ιουνίου κατεβλήθη κανονικά στο προσωπικό χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε μείωση. Είναι επίσης κοινά παραδεκτό ότι λόγω οικονομικών προβλημάτων (cash flow) η Καθ' ης η αίτηση κατέβαλε τους μισθούς του προσωπικού για τον μήνα Ιούλιο στις 25.9.2013 και για τον μήνα Αύγουστο σε μεταγενέστερο στάδιο. Με την παραλαβή του μισθού για τον μήνα Ιούλιο, ο Αιτητής μια μέρα μετά, κοινοποίησε στον Ηγούμενο νέα επιστολή (Τεκ.11) εκφράζοντας ξανά την έντονη αντίθεση του στην ειλημμένη απόφαση τους για μείωση των απολαβών και των ωρών απασχόληση του κατά 50% επιμένοντας στην κανονική καταβολή του μισθού του. Το ίδιο επανέλαβε με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 9.10.2013 (Τεκ.12) και ακολούθως με προσωπική επιστολή του ημερ. 25.10.2013 με την οποία υπέβαλε την παραίτηση του από 31.10.2013, επικαλούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση (Τεκ.13). Και ενώ ο Αιτητής εξέφρασε τη διαφωνία του στη μονομερή αυτή απόφαση των εργοδοτών του, καθιστώντας ξεκάθαρη τη θέση του ότι δεν συναινεί στη μείωση των μισθολογικών απολαβών του, εν τούτοις από της γνωστοποιήσεως της αποφάσεως και μέχρι της παραιτήσεως του μεσολάβησε χρονικό διάστημα τεσσάρων και πλέον μηνών. Και ενώ η Καθ' ης η αίτηση με βάση την απόφαση της, έθεσε σε εφαρμογή το μειωμένο ωράριο απασχόλησης του προσωπικού της από τις 19.6.2013, εν τούτοις για τον μήνα Ιούνιο κατέβαλε κανονικά τον μισθό χωρίς την ανάλογη μείωση. Από την ημέρα μάλιστα καταβολής του μισθού για τον μήνα Ιούνιο και μέχρι την ημέρα καταβολής του επόμενου μισθού, μεσολάβησε χρονικό διάστημα τριών σχεδόν μηνών αφού ο μισθός Ιουλίου καταβλήθηκε στον Αιτητής τις 25.9.2013. Είναι λοιπόν φανερό ότι η διαφοροποίηση των όρων απασχόλησης του Αιτητή σε σχέση με τη μισθοδοσία του δεν είχε άμεσο πρακτικό αποτέλεσμα και επομένως δεν ήταν λογικό να αναμένεται από τον Αιτητή να διαμαρτυρηθεί για μια απόφαση που η Καθ' ης η αίτηση δεν είχε ακόμη εφαρμόσει στην πράξη (βλ. The Employment Contract, Douglas Brodie, 2005, p.219). Η Καθ' ης η αίτηση κατέστησε σαφή τη θέση της ότι θα προχωρούσε σε εφαρμογή της απόφασης της για μείωση των μισθολογικών απολαβών του προσωπικού της, με την καταβολή του μισθού Ιουλίου, στις 25.9.2013, κάτι που δεν έπραξε προηγουμένως για τον μισθό του μηνός Ιουνίου. Υπό αυτά τα δεδομένα με την καταβολή του εν λόγω μειωμένου μισθού ο Αιτητής αντέδρασε άμεσα αποστέλλοντας την επομένη προς τον Ηγούμενο την σχετική επιστολή (Τεκ.11) με την οποία εξέφραζε έντονα τη διαφωνία του. Για όλα τα πιο πάνω, ο χρόνος που μεσολάβησε από της γνωστοποιήσεως της τροποποιητικής απόφασης προς τον Αιτητή και πολύ περισσότερο από της πρακτικής εφαρμογής της εν λόγω αποφάσεως με την καταβολή των μισθολογικών απολαβών του μηνός Ιουλίου, δεν κρίνεται υπερβολικός για να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής επέλεξε να επιβεβαιώσει την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας του. Αντίθετα πέραν του χρόνου που μεσολάβησε, λαμβάνοντας υπόψη και άλλους σχετικούς παράγοντες, όπως η φύση της παράβασης που αποτέλεσε τον λόγο παραίτησης του Αιτητή, η πολύχρονη απασχόληση του στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση, η διευθυντική θέση που κατείχε και οι προοπτικές που είχε για εξασφάλιση παρόμοιας θέσης με ανάλογες απολαβές και ωφελήματα σε περίπτωση αποχώρησης του, η ηλικία του (61 ετών κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του), το γεγονός ότι δεν διεφάνη να είχε οποιαδήποτε άλλη πηγή εισοδήματος πέραν των μισθολογικών απολαβών που λάμβανε από την Καθ' ης η αίτηση, ως και η οικονομική κρίση που έπληττε την Κύπρο κατά τον ουσιώδη χρόνο με όλες τις παρεπόμενες επιπτώσεις, κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν ήταν υπερβολικό αλλά αναγκαίο και εύλογο για τον Αιτητή να εξετάσει τη θέση του προτού λάβει την απόφαση του να παραιτηθεί και να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση. Καταλήγουμε ότι ο Αιτητής δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του λόγω της διαγωγής της Καθ' ης η αίτηση που ισοδυναμεί με εξαναγκασμό σε παραίτηση. (ii) Οφειλόμενα υπόλοιπα μισθών Ως επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, η μονομερής και αυθαίρετη απόφαση της Καθ' ης η αίτηση να μειώσει τις μισθολογικές απολαβές του Αιτητή δεν κατέστη δεσμευτική για τον ίδιο, με αποτέλεσμα να δικαιούται στην καταβολή όλων των οφειλομένων υπολοίπων από μισθούς που δεν του έχουν καταβληθεί, για τους μήνες Ιούλιο έως και Οκτώβριο 2013 και που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €11.894,72. (iii) Ετήσια άδεια Ο Αιτητής με την Αίτηση του αξιώνει επίσης την καταβολή ετήσιας άδεια για τα έτη από το 2000 μέχρι και το 2007. Το μόνο που ο Αιτητής ισχυρίστηκε για την εν λόγω αξίωση του είναι ότι καταχώρησε αγωγή στο Δικαστήριο την οποία εν τέλει απέσυρε, αφού του υποσχέθηκαν ότι θα ικανοποιούσαν την απαίτηση του. Σύμφωνα με το άρθρο 7
(2)του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου (Ν.8/67)ως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 85/79: «.
(2)Δια συμφωνίας μεταξύ του εργοδότου και του εργοδοτουμένου, αι άδεια δυνατόν να συσσωρεύονται μέχρις ανωτάτου ορίου ισουμένου προς την άδειαν εις την οποίαν ο εργοδοτούμενος δύναται ως προς δύο έτη.» Όπως προκύπτει από τη δοθείσα μαρτυρία, δεν φαίνεται να υπήρξε συμφωνία μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και του Αιτητή ή των εργοδοτουμένων γενικά που να προνοεί την παροχή συσσωρευμένης άδειας. Επομένως δικαίωμα συσσωρευμένης μη χρησιμοποιηθείσας άδειας δεν μπορεί να υπάρξει ως συμβατικός όρος, αλλά ούτε και δυνάμει νόμου. Συνακόλουθα ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να διεκδικήσει πληρωμή για άδεια που δεν χρησιμοποίησε. Η αξίωση αυτή του Αιτητή δεν μπορεί να πετύχει και για ένα δεύτερο λόγο που άπτεται της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης και που δεν είναι άλλο από το ζήτημα της παραγραφής (Βλ. Χατζηστυλλής ν. Papadema κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 551, 560). Νομικό έρεισμα του υπό αναφορά ζητήματος αποτελεί το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67)όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/02 που έχει ως ακολούθως: «(10Α) Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό: Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.» Σύμφωνα με τη νομολογία, «.θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». Όταν υπάρχει έλλειψη δικαιοδοσίας δυνάμει νόμου, ζήτημα δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανεξάρτητα αν ο διάδικος που εγείρει το θέμα έχει καταχωρήσει εμφάνιση χωρίς όρους ή έχει λάβει οποιανδήποτε άλλα διαδικαστικά μέτρα στην αγωγή (βλ. Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 246). Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι θέμα δημοσίας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ Παναγιώτου v. Χ"Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι άκυρη (βλ. Μιχαηλίδης v. Γρηγορίου κ.ά.
(1988)1 Α.Α.Δ. 88). Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, του γεγονός ότι το ζήτημα της παραγραφής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τίθεται μέσα από τον δικαιοδοτικό Νόμο 8/67 και τις καταλυτικές συνέπειες που δύναται να έχει η παραγραφή ως δικαιοδοτικό ζήτημα, θεωρούμε ότι σχετίζεται με τη δημόσια τάξη και ως τέτοιο μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Από το γράμμα των διατάξεων του Νόμου είναι φανερό ότι δεν παρέχεται στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ως το κατ' εξοχήν αρμόδιο Δικαστήριο, οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια να παρατείνει τον χρόνο πέραν των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Επομένως με την πάροδο του χρόνου των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να υποβάλει αίτηση παραγράφεται και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης. Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Denning MR στην υπόθεση Dedman v. British Building & Engineering Appliances Ltd [1974] ICR 53, 'If [an application] arrives a minute after midnight on the last day the clerks must throw it out; the tribunal is not competent to hear it'. Στην υπόθεση Παντελής Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd,
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 151 εξετάζοντας το Δικαστήριο την αξίωση του εργοδοτούμενου σε σχέση με συσσωρευμένα ωφελήματα του, αποφάσισε τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει τη εισήγηση του Εφεσείοντα. Δεν συμφωνούμε ότι ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος για διεκδίκηση των ωφελημάτων του αρχίζει μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης. Ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα των όρων της Συλλογικής Σύμβασης που τα προβλέπουν επιτρέπουν τη συσσώρευση και μεταφορά τους από έτος σε έτος μέχρι τη λύση της υπαλληλικής σχέσης. Οι προθεσμίες που τάσσονται στη Συλλογική σύμβαση δεν είναι χωρίς σημασία. Σκοπό έχουν να γνωρίζει ο εργοδοτούμενος μέχρι πότε τα διάφορα ωφελήματα καταβάλλονται - και, εάν δεν καταβληθούν, να τα διεκδικήσει - και ο εργοδότης μέχρι πότε πρέπει να τα καταβάλει. Τα περί πρακτικής που ακολουθείται δεν έχουν νόημα, ενόψει της ρητής νομοθετικής διάταξης του Άρθρου 12
(10)(Α) του Νόμου.» Στην προκείμενη περίπτωση η αξίωση του Αιτητή για συσσωρευμένη ετήσια άδεια είχε προκύψει πολλά χρόνια πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και όχι κατά την ημέρα της παραίτησης του, με επακόλουθο η απαίτηση του να μη μπορεί να προωθηθεί λόγω παραγραφής. Ως εκ τούτου η σχετική αξίωση του Αιτητή απορρίπτεται. (iv) 13ος μισθός για τα έτη 2011, 2012, 2013 Ο Αιτητής επιδιώκει μεταξύ άλλων και την καταβολή 13ου μισθού για τα έτη 2011, 2012 και 2013, υποστηρίζοντας την αξίωση αυτή με τη μαρτυρία του. Η Καθ' ης η αίτηση ενώ με τους γενικούς λόγους εμφάνισης ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής συμφώνησε στη μείωση και ή στη μη καταβολή του 13ου μισθού για τα έτη 2011 έως 2013 και ότι κωλύεται να προβάλλει αυτούς τους ισχυρισμούς, επιφυλάσσοντας εισέτι το δικαίωμα της να αναφερθεί σε λεπτομέρειες κατά τη δικάσιμο, εν τούτοις κανένας από τους μάρτυρες της δεν κατέθεσε επί της εν λόγω αξιώσεως του Αιτητή. Η ερώτηση που τέθηκε στον Αιτητή κατά την αντεξέταση του, σε σχέση με την εν λόγω αξίωση, ήταν ότι θυμήθηκε 13ο μισθό από το 2011. Επίσης αφού έγινε αναφορά και στην ετήσια άδεια, ζητήθηκε από τον Αιτητή να υποδείξει οπουδήποτε που απαίτησε αυτά τα πράγματα πριν φύγει από την εργασία του, χωρίς ωστόσο να δοθεί συνέχεια. Σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του περί Προστασίας των μισθών Νόμου (Ν.35(Ι)/2007): "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές· Από το γράμμα της πιο πάνω διάταξης είναι φανερό ότι ο 13ος μισθός εμπίπτει στην έννοια του 'μισθού'. Σύμφωνα με το άρθρο 12
(1)του ιδίου Νόμου, ως έχει διαμορφωθεί από τον Τροποποιητικό Νόμο 200(Ι)/2012, ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται, για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία με τον ακαθάριστο και τον καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές. Στην Παράγραφο 3 του ιδίου άρθρο, προβλέπεται ότι το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης. Η Καθ' ης η αίτηση δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τη δικογραφημένη θέση της ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε 13ο μισθό στον Αιτητή. Κατά συνέπεια με βάση τη μοναδική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι εύρημα μας ότι η Καθ' ης αίτηση οφείλει στον Αιτητή την καταβολή 13ου μισθού για τα έτη 2011 έως
- Επαναλαμβάνοντας ωστόσο τα όσα παραθέτουμε ανωτέρω επί του θέματος της παραγραφής, σημειώνουμε και εδώ ότι η αξίωση του Αιτητή για καταβολή 13ου μισθού για το έτος 2011 έχει παραγραφεί, καθώς το διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία που ανέκυψε το εν λόγω δικαίωμα και μέχρι την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, με επακόλουθο η απαίτηση αυτή του Αιτητή να μη μπορεί να προωθηθεί λόγω παραγραφής. Ως εκ τούτου ο Αιτητής δικαιούται στην καταβολή 13ου μισθού για το έτος 2012 που ισούται με ένα μηνιαίο μισθό ήτοι ποσό των €5.947,36 και αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2013 ήτοι ποσό €4.956,
- Υπολογισμός Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Νόμου, όταν ο εργοδοτούμενος τερματίζει την απασχόληση του λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός αυτός θεωρείται ως τερματισμός από τον εργοδότη υπό την έννοια του άρθρου
- Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση για 24 συναπτά έτη και ότι για σκοπούς αποζημίωσης το ποσό που λάμβανε υπολογίζεται στα €1.486,84 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του, την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του και την ηλικία του, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €106.309,06 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 71,5 βδομάδων. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9 του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι ποσό €11.894,
- Περαιτέρω, με βάση την πιο πάνω κατάληξη μας δικαιούται το ποσό των €11.894,72 ως οφειλόμενο υπόλοιπο μισθών για τους μήνες Ιούλιο έως και Οκτώβριο 2013, καθώς και το συνολικό ποσό των €10.903,49 ως οφειλόμενο 13ο μισθό για τα έτη 2012 και
- Συνακόλουθα της πιο κατάληξη μας κατάληξης μας:
(1)Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση για το ποσό των €106.309,06 με νόμιμο τόκο από 23.12.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου ποσό €77.315,68 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια ενός έτους πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί στον Αιτητή από την Καθ' ης η αίτηση, το δε υπόλοιπο ποσό των €28.993,38- που αντιστοιχεί με ημερομίσθια 19½ εβδομάδων πλέον νόμιμο τόκο θα του καταβληθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού.
(2)Εκδίδεται περαιτέρω απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση για το συνολικό ποσό των €34.692,93 που αφορά πληρωμή αντί προειδοποίησης, οφειλόμενους μισθούς και 13ο μισθό, με νόμιμο τόκο από 23.12.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Τέλος, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αξίωση για ετήσια άδεια καθώς και η πληρωμή 13ου μισθού για το έτος 2011 απορρίπτονται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Χριστοφίδη, Μέλος Σ. Φιλίππου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο