ΜΗΧΑΗΛΙΔΟΥ ν. D PSALTIS DESIGNS LTD, Αρ. Αίτησης: 166/12, 31/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:25 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Δ. Αναστασίου ) Ι. Τσουρή ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 166/12 Μεταξύ: XXXXX ΜΗΧΑΗΛΙΔΟΥ Αιτήτριας και D & P PSALTIS LTD Καθ' ων η Αίτηση ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 5/6/2014 Μεταξύ: XXXXX ΜΗΧΑΗΛΙΔΟΥ Αιτήτριας και D PSALTIS DESIGNS LTD Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 31 Μαΐου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Η κα Χατζηκωστή. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Η κα Αγρότου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς διατηρούσαν και διαχειρίζονταν διάφορα καταστήματα λιανικής πώλησης ενδυμάτων και άλλων εμπορευμάτων και ήταν οι ιδιοκτήτες και οι διαχειριστές του καταστήματος πώλησης ειδών ένδυσης με το όνομα BSB στην οδό Ανεξαρτησίας στη Λεμεσό («το Κατάστημα»). Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση στις 15/3/2005 και εργάστηκε ανελλιπώς στο Κατάστημα ως υπεύθυνη του Καταστήματος μέχρι τις 6/2/2012 ημερομηνία κατά την οποία τερματίστηκε η απασχόλησή της μονομερώς από τους Καθ' ων η Αίτηση. Από τον Νοέμβριο του 2011 μέχρι την απόλυση της Αιτήτριας στο Κατάστημα εργάζονταν δύο υπάλληλοι, η Αιτήτρια και η κα XXXXX Σακαρίδου. Οι ώρες εργασίας που όφειλε η Αιτήτρια, κατά την απασχόλησή της στους Καθ' ων η Αίτηση, να εργάζεται ήταν 38 ώρες την εβδομάδα. Ο τελευταίος μηνιαίος μισθός της Αιτήτριας ανερχόταν σε €1.349,
- Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει από τους Καθ' ων η Αίτηση αποζημιώσεις για παράνομο και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησής της, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμους τόκους, έξοδα και Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επίδοσης. Οι Καθ' ων η Αίτηση στους γενικούς λόγους της εγγράφου εμφανίσεώς τους απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι νόμιμα τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας λόγω του ότι η Αιτήτρια επέδειξε διαγωγή που την καθιστούσε υποκείμενη σε απόλυση χωρίς προειδοποίηση και/ή λόγω του ότι η Αιτήτρια διέπραξε σοβαρό παράπτωμα κατά την άσκηση των εργασιακών καθηκόντων της και/ή λόγω του ότι η Αιτήτρια επέδειξε διαγωγή η οποία καθιστούσε σαφές ότι η σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένεται ότι θα συνεχιστεί. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια εκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη που είχαν οι Καθ' ων η Αίτηση προς αυτήν υπέβαλε ψευδή στοιχεία και/ή παραστάσεις προς το λογιστήριο των Καθ' ων η Αίτηση αναφορικά με τις ώρες και ημέρες που προσήλθε για εργασία τους μήνες Δεκέμβριο του 2011 και Ιανουάριο του 2012 με σκοπό να πληρωθεί περισσότερα χρήματα «έναντι αυτών που εργάστηκε». Ως εκ τούτου ζητούν απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ τους. Βάρος Απόδειξης Το άρθρο 3
(1)του Νόμου προβλέπει ότι: ″3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:″ Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου, ″..... ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων″ δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου. Στην παρούσα περίπτωση, οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Ειδικά, οι Καθ' ων η Αίτηση θα πρέπει να αποδείξουν ότι με βάση τους λόγους που προβάλλουν στην έγγραφο εμφάνισή τους, ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχεται στην Αιτήτρια το δικαίωμα αποζημίωσης και πληρωμής αντί προειδοποίησης. Για να αποσείσουν το βάρος απόδειξης οι Καθ' ων η Αίτηση προσκόμισαν τη μαρτυρία του κ.XXXXX Ψάλτη, διευθυντή των Καθ' ων η Αίτηση και της κας XXXXX Rasulova η οποία, κατά τον Δεκέμβριο του 2011 και τον Ιανουάριο του 2012, ήταν υπάλληλος των Καθ' ων η Αίτηση σε κατάστημα που διαχειρίζονταν οι Καθ' ων η Αίτηση. Η Αιτήτρια για να υποστηρίξει το αίτημά της πρόσφερε εκτός από τη δική της μαρτυρία και τη μαρτυρία της κας XXXXX Σακαρίδου. Εκτός από την προφορική μαρτυρία ενώπιόν μας υπάρχει η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνουμε σκόπιμο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Ο κ.Ψάλτης κατέθεσε ότι η Αιτήτρια απολύθηκε με επιστολή των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 6/2/2012 (Τεκμήριο 1). Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής: «D.PSALTIS DESIGNS LTD Λεωφ. XXXXX 9 Πάφος Α.Μ.Ε. 7XXXXX4/5/4XXXXX1 Προς: XXXXX Μιχαηλίδου Υπεύθυνη Καταστήματος BSB Λεμεσού Α.Τ.XXXXX4980, ΑΚΑ XXXXX869 6 Φεβρουαρίου 2012 Κυρία Μιχαηλίδου, λόγω της απαράδεκτης συμπεριφοράς σου δεν έχω άλλη επιλογή από το να σου ανακοινώσω την άμεση απόλυση σου. Συγκεκριμένα, προσπάθησες κατ΄ εξακολούθηση, με ψευδείς παραστάσεις, να παραπλανήσεις το λογιστήριο της εταιρείας για να πληρωθείς περισσότερες ώρες και μέρες απ΄ ότι στην πραγματικότητα δούλεψες. Τα στοιχεία που έστειλες στο λογιστήριο για τις ώρες και μέρες που δούλεψες κατά τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο δεν είχαν καμία σχέση με τις πραγματικές ώρες και μέρες σου σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες που πήραμε από διάφορες πηγές. Με τιμή, XXXXX Ψάλτης Διευθύνων Σύμβουλος». Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια ως υπεύθυνη του Καταστήματος είχε την ευθύνη να ετοιμάζει το εβδομαδιαίο πρόγραμμα στο οποίο αναγράφονταν οι ώρες κατά τις οποίες εργάζονταν οι υπάλληλοι του Καταστήματος. Ήταν η θέση του ότι με το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας γινόταν έλεγχος κατά πόσον οι υπάλληλοι των καταστημάτων (α) συμπλήρωναν τις ώρες εργασίας τους, (β) αργοπορούσαν, (γ) απουσίαζαν ή (δ) άλλαζαν μεταξύ τους τις βάρδιες εργασίας τους. Ισχυρίστηκε ότι κάθε τέλος του μήνα τα εβδομαδιαία προγράμματα εργασίας των υπαλλήλων αποστέλλονταν από τους υπεύθυνους των καταστημάτων στο λογιστήριο των Καθ' ων η Αίτηση. Ότι η Αιτήτρια απέφευγε να στέλλει το εβδομαδιαίο πρόγραμμα που ετοίμαζε αυτή στο λογιστήριο των Καθ' ων η Αίτηση προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε αλλαγή βάρδιας μεταξύ των υπαλλήλων και ότι όλοι οι υπάλληλοι του Καταστήματος συμπλήρωναν τις απαιτούμενες ώρες εργασίας. Ότι οι υπάλληλοι των Καθ' ων η Αίτηση ήταν υποχρεωμένοι να χτυπούν κάρτα κατά την είσοδό τους στο και την έξοδό τους από τον χώρο εργασίας τους. Ότι το σύστημα της κάρτας το οποίο βρισκόταν στο Κατάστημα συνδέεται με το λογισμικό σύστημα «Navision Microsoft» το οποίο διατηρεί στα κεντρικά γραφεία της στην Ελλάδα η εταιρεία την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση αντιπροσωπεύουν στην Κύπρο με τα καταστήματα BSB. Ήταν η θέση του ότι το εν λόγω ηλεκτρονικό σύστημα/πρόγραμμα παρουσιάζει ξεχωριστά για τον κάθε υπάλληλο για κάθε εργάσιμη ημέρα του μήνα (α) τις συνολικές ώρες που εργάστηκε και (β) τις συνολικές ώρες που απουσίαζε για διάλειμμα κατά τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τον Δεκέμβριο του 2011 (α) ενημερώθηκε από υπαλλήλους άλλων υποκαταστημάτων των Καθ' ων η Αίτηση ότι όταν τηλεφωνούσαν σε ώρες αιχμής στο Κατάστημα κατά τις ώρες που δήλωνε η Αιτήτρια ότι θα εργάζεται η Αιτήτρια δεν ανταποκρινόταν στα τηλεφωνήματά τους, (β) η υπάλληλος που εργαζόταν στο κατάστημα που είναι δίπλα από το Κατάστημα τον ενημέρωσε ότι στο Κατάστημα που εργαζόταν η Αιτήτρια εργαζόταν μόνο μία υπάλληλος αντί δύο υπάλληλοι που ήταν το συνήθες και (γ) πληροφορήθηκε ότι το λογιστήριο των Καθ' ων η Αίτηση όταν τηλεφωνούσε στην Αιτήτρια στο Κατάστημα σε ώρες που δήλωνε ότι θα εργαζόταν «αυτή δεν ανταποκρινόταν». Ότι λόγω των πιο πάνω ζήτησε από την Αιτήτρια όπως αποστείλει στα κεντρικά γραφεία τα σχετικά εβδομαδιαία προγράμματα εργασίας. Τότε διαπίστωσε ότι οι ημέρες και οι ώρες που δήλωνε η Αιτήτρια στα εβδομαδιαία προγράμματα ότι θα εργαζόταν δεν ταυτίζονταν με τις ώρες και ημέρες που φαίνονταν «βάσει του προγράμματος το οποίο αποστέλνετο από τα κεντρικά γραφεία στην Ελλάδα». Προς απόδειξη των πιο πάνω θέσεών του κατέθεσε ως Τεκμήρια 2Α και 2Β αντίγραφα των χειρόγραφων εβδομαδιαίων προγραμμάτων που ετοίμασε η Αιτήτρια για τους μήνες Δεκέμβριο του 2011 και Ιανουάριο του 2012 και ως Τεκμήριο 4, εκτύπωση από ηλεκτρονικό σύστημα στην οποία φαίνονται «βάσει του λογισμικού προγράμματος «Navision Microsoft» το οποίο αποστέλνετο από τα κεντρικά γραφεία στην Ελλάδα» οι ώρες που εργάστηκε η Αιτήτρια για τους μήνες Δεκέμβριο του 2011 και Ιανουάριο του 2012. Ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε ένα συνοπτικό πίνακα τον οποίο ετοίμασε ο ίδιος με την κα XXXXX Χαραλαμπίδου, η οποία εργαζόταν στο λογιστήριο των Καθ' ων η Αίτηση, στον οποίο φαίνονται στην πρώτη στήλη η ημερομηνία της ημέρας εργασίας, στη δεύτερη στήλη «οι ώρες οι οποίες φαίνονται βάσει του λογισμικού προγράμματος «Navision Microsoft» ότι εργάστηκε η Αιτήτρια κατά τις εν λόγω ημερομηνίες, στην τρίτη στήλη οι ώρες κατά τις εν λόγω ημερομηνίες που δήλωσε η Αιτήτρια στα εβδομαδιαία προγράμματα που είχε ετοιμάσει ότι εργάστηκε και στην τέταρτη στήλη η διαφορά μεταξύ των ωρών που δήλωσε η Αιτήτρια στα εβδομαδιαία προγράμματα ότι εργαζόταν σε σχέση με τις ώρες με τις οποίες εργάστηκε. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο τον εν λόγω πίνακα: « XXXXX MIXAHLIDOY Η/Υ PROGR. DIAFORA 9/12/2011 2:52 8:00 5:08 10/12/2011 0:00 8:00 8:00 19/12/2011 0:00 9:00 9:00 22/12/2011 0:00 8:00 8:00 9/1/2012 5:48 8:00 2:12 13/1/2012 6:39 8:00 1:21 16/1/2012 0:00 8:00 8:00 18/1/2012 0:00 5:00 5:00 31/1/2012 5:13 8:00 2:47 20:32:00 70:00:00 49:28:00» Υποστήριξε ότι από τα πιο πάνω προκύπτει ότι μεταξύ των ωρών τις οποίες δήλωσε η Αιτήτρια ότι εργαζόταν βάσει του εβδομαδιαίου προγράμματος που ετοίμαζε και των ωρών τις οποίες πραγματικά εργαζόταν βάσει του προγράμματος το οποίο αποστέλνετο από την Ελλάδα υπάρχει μία διαφορά 49 ωρών και 28 λεπτών. Δηλαδή η Αιτήτρια δήλωσε ψευδώς ότι εργάστηκε 49 ώρες και 28 λεπτά περισσότερες από αυτές που στην πραγματικότητα εργάστηκε. Ήταν η θέση του ότι η Αιτήτρια εκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη που της έδειξαν οι Καθ' ων η Αίτηση υπέβαλε ψευδή στοιχεία και παραστάσεις στο λογιστήριο των Καθ' ων η Αίτηση αναφορικά με τις ώρες και ημέρες που εργάστηκε τους μήνες Δεκέμβριο του 2011 και Ιανουάριο του 2012 με σκοπό «να πληρωθεί περισσότερα χρήματα». Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια κατά την απασχόλησή της στους Καθ' ων η Αίτηση μιλούσε συνεχώς στο κινητό τηλέφωνό της στον χώρο της αποθήκης του Καταστήματος παραγνωρίζοντας τους κανόνες εργασίας της και γι΄ αυτό τον λόγο οι διευθυντές των Καθ' ων η Αίτηση της έκαναν επανειλημμένες προφορικές παρατηρήσεις. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η διεύθυνση των Καθ' ων η Αίτηση ενημερωνόταν από την υπεύθυνη του κάθε καταστήματος για το ωράριο των υπαλλήλων στο κάθε κατάστημα το οποίο ωράριο καθοριζόταν από την υπεύθυνη του κάθε καταστήματος με τέτοιο τρόπο ώστε βάσει των αναγκών του καταστήματος να συμπληρώνονται 38 ώρες εργασίας την εβδομάδα από τον κάθε υπάλληλο και ότι επειδή υπήρχαν αλλαγές στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας κατά τη διάρκεια της εβδομάδας κάθε τέλος του μήνα τα εβδομαδιαία προγράμματα όπως τελικά υλοποιήθηκαν αποστέλλονταν στο λογιστήριο για να «βγάλει» τους μηνιαίους μισθούς. Στην περίπτωση που κάποιος υπάλληλος εργαζόταν περισσότερες από 38 ώρες την εβδομάδα πληρωνόταν υπερωρίες ή έπαιρνε κάποιες ώρες off τις επόμενες εβδομάδες. Ισχυρίστηκε ότι επειδή χρειαζόταν αρκετός χρόνος για να «βγουν» οι ώρες εργασίας του κάθε υπαλλήλου από το σύστημα της κάρτας η διεύθυνση των Καθ' ων η Αίτηση εμπιστευόταν τις υπεύθυνες του κάθε καταστήματος και ο μισθός των υπαλλήλων υπολογιζόταν από το λογιστήριο στη βάση των εβδομαδιαίων προγραμμάτων που έστελλαν στο λογιστήριο οι υπεύθυνες του κάθε καταστήματος. Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια ετοίμαζε τα εβδομαδιαία προγράμματα από την ημερομηνία που προσλήφθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση. Ότι η Αιτήτρια δεν έστελλε τα εβδομαδιαία πρόγραμμα στο λογιστήριο προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχαν αλλαγές στο πρόγραμμα εργασίας και ότι οι εργοδοτούμενοι συμπλήρωναν 38 ώρες εργασίας εβδομαδιαίως. Ήταν η θέση του ότι τους τελευταίους μήνες πριν την απόλυση της Αιτήτριας, το λογιστήριο των Καθ' ων η Αίτηση πίεσε την Αιτήτρια να του στέλλει τα εβδομαδιαία προγράμματα. Ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 επιβεβαιώνεται και από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που υπήρχε στο Κατάστημα. Ήταν η θέση του ότι αυτός είδε τις καταγραφές του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του Καταστήματος λίγες ημέρες πριν απολύσει την Αιτήτρια. Ανέφερε ότι πριν απολύσει την Αιτήτρια δεν την κάλεσε σε συνάντηση και ούτε της γνωστοποίησε αυτά που διαπίστωσε σε σχέση με τις ώρες εργασίας της καθ΄ ότι η Αιτήτρια δεν μπορούσε να του πει κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει αυτά που διαπίστωσε. Η κα XXXXX Rasulova κατέθεσε ότι τον Δεκέμβριο του 2011 και τον Ιανουάριο του 2012 εργαζόταν σε κατάστημα που ανήκε στους Καθ' ων η Αίτηση. Ότι το εν λόγω κατάστημα βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το Κατάστημα. Τα δύο καταστήματα συνδέονταν μεταξύ τους αφού η αποθήκη του καταστήματος που δούλευε αυτή βρισκόταν στο Κατάστημα και η τουαλέτα και για τα δύο καταστήματα βρισκόταν στο κατάστημα που εργαζόταν αυτή. Ισχυρίστηκε ότι τα δύο καταστήματα είχαν το ίδιο ωράριο εργασίας και ότι αυτή είχε καθημερινή επικοινωνία με τους υπαλλήλους που εργάζονταν στο Κατάστημα. Ήταν η θέση της ότι τον Ιανουάριο του 2012 παρατήρησε ότι η Αιτήτρια απουσίαζε από την εργασία της πολλές φορές και ότι το εν λόγω γεγονός το ανέφερε στον κ.XXXXX Ψάλτη. Ότι όταν αυτή πήγαινε σε αποθήκη του Καταστήματος δύο - τρεις φορές την ημέρα δεν έβρισκε την Αιτήτρια στο Κατάστημα. Ότι λόγω του ότι στο Κατάστημα εργάζονταν μόνο δύο υπάλληλοι η απουσία της Αιτήτριας φαινόταν έντονα. Η Αιτήτρια κατέθεσε ότι κατά την περίοδο που εργαζόταν στους Καθ' ων η Αίτηση επικοινωνούσε καθημερινά με τους διευθυντές των Καθ' ων η Αίτηση (τον κ.XXXXX Ψάλτη και την κα XXXXX Ψάλτη) για θέματα του Καταστήματος. Ότι καθημερινά μετά το κλείσιμο του Καταστήματος «τηλεφωνούσε στην κα XXXXX Ψάλτη για να την ενημερώσει για την είσπραξη της ημέρας». Υποστήριξε ότι ουδέποτε της έγινε οποιαδήποτε παρατήρηση ότι δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα άλλων υπαλλήλων των Καθ' ων η Αίτηση. Ήταν η θέση της ότι το ωράριο εργασίας της, το οποίο πάντοτε καθοριζόταν από τους Καθ' ων η Αίτηση, ήταν οκτώ
(8)ώρες την ημέρα έξι
(6)ημέρες την εβδομάδα. Ότι κατά την είσοδό της στο και την έξοδό της από το Κατάστημα χτυπούσε κάρτα και ότι ως υπεύθυνη του Καταστήματος καθημερινά έπρεπε να ανοίγει και να κλείνει το Κατάστημα. Υποστήριξε ότι τρεις - τέσσερις μήνες πριν την απόλυσή της οι Καθ' ων η Αίτηση αποφάσισαν όπως στο εξής ετοιμάζεται και ένα χειρόγραφο εβδομαδιαίο πρόγραμμα με σημειωμένες τις ώρες εργασίας της κάθε υπαλλήλου και ανέθεσαν σ΄ αυτήν ως υπεύθυνης του Καταστήματος την ετοιμασία του εν λόγω προγράμματος. Ότι αυτή αφού το ετοίμαζε το απέστελλε κάθε εβδομάδα στην κα Πόπη Ψάλτη για έγκριση. Ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω πρόγραμμα γινόταν για σκοπούς ελέγχου από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και ήταν ενδεικτικό των ωρών εργασίας των υπαλλήλων αφού πολλές φορές αυτό τροποποιείτο πάντοτε όμως με τη σύμφωνη γνώμη των Καθ' ων η Αίτηση. Ότι αν υπήρχε κάποια τροποποίηση στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα δεν υπήρχε απαίτηση από τους Καθ' ων η Αίτηση να τροποποιείται ανάλογα και το χειρόγραφο εβδομαδιαίο πρόγραμμα αφού υπήρχε το σύστημα της κάρτας και οι υπάλληλοι χτυπούσαν κάρτα κατά την είσοδό τους στο και την έξοδό από το κατάστημα. Ότι το εν λόγω σύστημα κάρτας ελεγχόταν από το λογιστήριο επειδή υπήρχε σωστή ενημέρωση των ωρών που εργάζετο ο κάθε υπάλληλος των Καθ' ων η Αίτηση. Υποστήριξε ότι λόγω της ύπαρξης του συστήματος της κάρτας το χειρόγραφο εβδομαδιαίο πρόγραμμα που ετοίμαζε δεν είχε και τόση σημασία και ότι ουδέποτε κατά τη διάρκεια της εργοδότησής της στους Καθ' ων η Αίτηση δόθηκε οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό. Ισχυρίστηκε ότι τέλη Ιανουαρίου του 2012 (α) οι Καθ' ων η Αίτηση παρέλειψαν να της καταβάλουν τον μισθό της για τον εν λόγω μήνα ενώ οι άλλοι υπάλληλοι των Καθ' ων η Αίτηση που εργάζονταν στα άλλα καταστήματα των Καθ' ων η Αίτηση είχαν πληρωθεί κανονικά και (β) η στάση της κας XXXXX Ψάλτη προς αυτήν είχε αλλάξει. Ότι στις 6/2/2012 η ώρα 7:15 μ.μ. ο κ.XXXXX Ψάλτης επισκέφτηκε το Κατάστημα και της είπε ότι λόγω του ότι ήταν ψηλόμισθη δεν τον συμφέρει πλέον και ότι για αυτόν τον λόγο αποφάσισε να την απολύσει. Στη συνέχεια της παρέδωσε επιστολή απόλυσης (Τεκμήριο 1) η οποία είχε εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Ότι αυτή αντέδρασε όταν διάβασε την επιστολή γιατί περιείχε διάφορους ανυπόστατους και αναληθείς ισχυρισμούς, απέρριψε το περιεχόμενό της και είπε στον κ.XXXXX Ψάλτη ότι όλα αυτά που γράφει στην επιστολή ήταν ψέματα. Υποστήριξε ότι λίγο πριν την απόλυσή της εκτύπωσε από το σύστημα που ήταν εγκατεστημένο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Καταστήματος κατάσταση στην οποία φαίνονταν οι ώρες που χτυπούσε κάρτα κατά την είσοδό της στο και την έξοδό της από το Κατάστημα για την περίοδο από 23/3/2011 μέχρι 3/2/2012 και κατέθεσε αντίγραφο της εν λόγω εκτύπωσης ως Τεκμήριο 7. Ότι από αυτή την κατάσταση φαίνεται ότι για κάποιες από τις ημέρες που ισχυρίζονται οι Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν εργάστηκε αυτή είχε εργαστεί κανονικά. Ότι για τις τρεις
(3)ημέρες που φαίνεται να εργάζεται λιγότερες από οκτώ
(8)ώρες είναι η θέση της ότι αυτό έγινε κατόπιν σχετικής άδειας που πήρε από τους Καθ' ων η Αίτηση. Ότι στις 9/1/2012 είχε πάρει άδεια από τους εργοδότες της για να παραστεί σε μία κηδεία και ότι δεν θυμάται τι έγινε στις άλλες δύο ημερομηνίες που δεν εργάστηκε οκτώ
(8)ώρες αλλά είναι σίγουρη ότι είχε πάρει άδεια από τους εργοδότες της για να απουσιάσει από την εργασία της. Ότι στις 18/1/2012 ενώ αρχικά ήταν προγραμματισμένο να πάρει off η κα XXXXX, τελικά πήρε αυτή off αφού αντάλλαξαν μεταξύ τους τα offs τους. Ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν περιπτώσεις που ξεχνούσε να χτυπήσει την κάρτα της και ότι όταν συνέβαινε αυτό ενημέρωνε το λογιστήριο ότι ξέχασε να χτυπήσει κάρτα ώστε να «το διορθώσει». Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση βρήκαν 10 ημέρες πριν την απολύσουν μία κοπέλα που μπορούσε να την αντικαταστήσει με μισθό ίσο με το μισό του δικού της μισθού και γι΄ αυτόν αποφάσισαν να την απολύσουν προφασιζόμενοι ότι κατά τη σύγκριση του χειρογράφου εβδομαδιαίου προγράμματος με τα χτυπήματα της κάρτας διαπιστώθηκαν διαφορές στις ώρες εργασίας της. Η κα XXXXX Σακαρίδου κατέθεσε ότι υπήρχαν περιπτώσεις που αυτή και η Αιτήτρια ξεχνούσαν να χτυπήσουν κάρτα κατά την είσοδό τους στο Κατάστημα και/ή την έξοδό τους από το Κατάστημα. Είπε ότι όταν γινόταν «αυτό» δεν ενημέρωναν «σχετικά με αυτό» κανέναν και ότι ποτέ δεν τους δημιούργησαν πρόβλημα «για το χτύπημα της κάρτας». Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια καθημερινά πρωί - βράδυ μιλούσε με την κα XXXXX Ψάλτη και ότι οι εργοδότες τηλεφωνούσαν στο Κατάστημα τρεις - τέσσερις φορές την ημέρα. Ότι στις 6/2/2012 η Αιτήτρια δεν χτύπησε κάρτα. Ότι την ημέρα που απολύθηκε η Αιτήτρια απολύθηκε και αυτή. Ότι ο κ.XXXXX Ψάλτης έδωσε στην Αιτήτρια χαρτί με τον λόγο της απόλυσής της και της είπε ότι λυπάται πολύ αλλά πρέπει να τερματίσει τη συνεργασία τους γιατί είναι ψηλόμισθη ενώ σε αυτήν δεν ανέφερε τίποτα. Ήταν η θέση της ότι αυτή εργαζόταν καθημερινά με την Αιτήτρια οκτώ
(8)ώρες την ημέρα με δύο
(2)ώρες διάλειμμα έξι
(6)ημέρες την εβδομάδα. Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια ουδέποτε απουσίασε από το Κατάστημα και ότι όταν χρειαζόταν να πάει στην Τράπεζα έφευγε μόνο μετά που εξασφάλιζε την άδεια/έγκριση της κας XXXXX Ψάλτη. Ήταν η θέση της ότι πολλές φορές το σύστημα της κάρτας παρουσίαζε πρόβλημα και δεν μπορούσαν να χτυπήσουν την κάρτα τους και ότι ενημέρωναν είτε τον κ.XXXXX είτε την κα XXXXX ότι «κόλλησε το σύστημα» γιατί χτυπούσαν την κάρτα στον ίδιο ηλεκτρονικό υπολογιστή που χτυπούσαν τα ρούχα που πωλούσαν (δηλαδή ήταν το ταμείο) και δεν μπορούσαν να διενεργήσουν κάμουν ταμειακές πράξεις. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι η Αιτήτρια συμπλήρωνε εβδομαδιαίο πρόγραμμα με τις ώρες εργασίας των υπαλλήλων στο Κατάστημα και ότι αυτό το πρόγραμμα γινόταν από το 2007 που προσλήφθηκε αυτή στους Καθ' ων η Αίτηση. Ήταν η θέση της ότι το εβδομαδιαίο πρόγραμμα γινόταν για σκοπούς του Γραφείου Εργασίας και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έδιναν οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό για σκοπούς πληρωμής του μηνιαίου μισθού τους γιατί αυτές χτυπούσαν κάρτα. Υποστήριξε ότι δεν μπορούσαν να δηλώνουν άλλες ώρες από αυτές που πραγματικά εργάζονταν γιατί (α) υπήρχαν κάμερες στο Κατάστημα και (β) είχαν καθημερινή επικοινωνία με τον κ.XXXXX και την κα XXXXX Ψάλτη. Ανέφερε ότι έτυχε πολλές φορές το πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή που αφορούσε το σύστημα κάρτας να έχει βλάβη και ότι πολλές φορές αυτή και η Αιτήτρια χτυπούσαν δύο φορές την κάρτα τους για να είναι σίγουρες ότι την χτύπησαν. Ότι την ημέρα που απολύθηκαν λίγο πριν κλείσουν το Κατάστημα ο κ.XXXXX Ψάλτης τους τηλεφώνησε στο Κατάστημα και τους είπε ότι θα έρθει να τις δει. Ότι όταν ήλθε ο κ.Ψάλτης απέλυσε και τις δύο τους (αυτή και την Αιτήτρια). Ότι αυτή ήταν μαζί με την Αιτήτρια όταν τους ανακοίνωσε ο κ.XXXXX Ψάλτης την απόλυσή τους και ισχυρίστηκε ότι ο κ.Ψάλτης δεν τους είπε κάτι άλλο εκτός από το ότι απολύονται και τους έδωσε δύο μηνιαίους μισθούς. Σημείωσε ότι πριν φύγουν από το Κατάστημα ο κ.XXXXX Ψάλτης είπε στην Αιτήτρια ότι την απολύει γιατί είναι ψηλόμισθη. Νομική Πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: ............................ (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: ....................................................................................................................... (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (
- i)διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (
- ii)διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσως των καθηκόντων του (
- v)σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην παρούσα περίπτωση οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια απολύθηκε λόγω της διαγωγής που επέδειξε κατά την άσκηση των εργασιακών της καθηκόντων, και πιο συγκεκριμένα λόγω της υποβολής από αυτήν αναληθών στοιχείων στο λογιστήριο σε σχέση με τις πραγματικές ώρες εργασίας της με σκοπό την πληρωμή του μηνιαίου μισθού της, με τη δικαιολογία ότι η εν λόγω συμπεριφορά της κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου με αποτέλεσμα να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχισή της. Σημειώνουμε ότι είναι θεμελιώδης αρχή του εργατικού δικαίου ότι η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ότι τερματισμός της εργασιακής σχέσης δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτουμένου ήταν τέτοια που κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη - εργοδοτουμένου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχισή της. Για να διατηρηθεί το κλίμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τον εργοδότη του έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά, να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και «να κάνει το καλύτερο δυνατό για την επιτυχία των σκοπών και συμφερόντων του εργοδότη και να παραλείπει να κάνει οτιδήποτε μπορεί να βλάψει τα συμφέροντα του εργοδότη του.» Από την πιο πάνω γενική υποχρέωση του εργοδοτουμένου απορρέουν σειρά ειδικών υποχρεώσεων με σκοπό την τήρηση συμπεριφοράς που να διασφαλίζει το κλίμα αμοιβαίας συνεργασίας κατά την εκτέλεση της εργασίας. (Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562-563). Σύμφωνα με τη νομολογία, η άμεση απόλυση ως δραστικό μέτρο θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. (Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια,
(2006)1 Β ΑΑΔ 1227, Kanika Developments Ltd ν. Λουκά
(2004)1 A.A.Δ. 603). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου (Αναστασία Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919). Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτουμένου λόγω της διαγωγής που επέδειξε εντός των πλαισίων του Νόμου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Σύμφωνα με τη νομολογία η απόφαση για απόλυση ενός εργοδοτουμένου θα πρέπει να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιον του στοιχείων («within the band of reasonable responses of reasonable employer»). (Βλέπε επίσης Πολ. Έφεση 103/12 Μ. Γεωργίου v. Columbia World Wide Movers Ltd, ημερ. 7/7/2017). Κατά την άσκηση του δικαιώματός του για απόλυση ενός εργοδοτουμένου ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή διαδικασία (a fair procedure) κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν τη λήψη της απόφασης απόλυσής του[1]. (Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1 Α ΑΑΔ 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318). Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, (πιο πάνω) παρατίθεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R. στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swift
(1981)1 I.R.L.R. 91: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quite reasonably take a different view". Στην απόφαση Galatariotis Telecommunications Ltd. v. Σωτήρη Βασιλείου (πιο πάνω) στη σελ. 325, το Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης των συνεκδικασθεισών εφέσεων Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank plc) v. Madden
(2001)1 All ER. 550, ανέφερε τ' ακόλουθα: «.. μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση. Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω: «In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence.Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank's investigation into the matter had been reasonable in the circumstances." Και σε μετάφραση: «Αποφασίζοντας ότι η απόλυση του κ. Madden για το λόγο εκείνο ήταν παράλογη, το δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αντικαθιστώντας την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του, κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Αντ΄ αυτού το δικαστήριο έπρεπε να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο κ. Madden υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη.» (H υπογράμμιση είναι δική μας) Στις περιπτώσεις που η υπό εξέταση διαγωγή είναι ολοφάνερη ή παραδεκτή το ερώτημα για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι κατά πόσον στην υπό εξέταση περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις η συγκεκριμένη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου εύλογα μπορούσε να θεωρηθεί ως τόσο σοβαρή στο βαθμό που να δικαιολογείται η συνοπτική απόλυση[2]. Στην Kanika Developments Ltd (πιο πάνω) τονίστηκε ότι: «Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση ήταν το κατά πόσο, ένεκα του εν λόγω επεισοδίου, ήταν λογικό να έχανε ο εφεσίβλητος τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Γιατί οπωσδήποτε, αν ήταν ακατάλληλος για ένα ξενοδοχείο το ίδιο εξ αντικειμένου θα ίσχυε και για άλλο ξενοδοχείο. Επρόκειτο για άνθρωπο οικογενειάρχη με σύζυγο και τρία παιδιά, ο οποίος για δέκα και πλέον χρόνια πρόσφερε στο ξενοδοχείο τις υπηρεσίες του χωρίς πρόβλημα. Υπέστη, με την απόλυση, καίριο πλήγμα. Μήπως ένα τέτοιο σφάλμα σήμαινε την κατάρρευση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου ώστε να δικαιολογούσε την απόλυση; Αναμένεται πως έτσι θα αντιδρούσε ένας λογικός εργοδότης; Η απάντηση θα πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται, στη μια μεριά, η επιλήψιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμπεριφορά του υπαλλήλου και γενικότερα οι αδυναμίες και τα προτερήματα του. Στην άλλη μεριά βρίσκονται οι ανάγκες του εργοδότη, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται σε ευρύ φάσμα παραγόντων. Σε μερικές δε περιπτώσεις αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα λεπτοί και ευαίσθητοι. Οπότε, σε καλύτερη θέση να τους αποτιμήσει είναι ο ίδιος ο εργοδότης. Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση. Δεν είναι πάντοτε εύκολη η στάθμιση. Τον πρώτο λόγο τον έχει βέβαια ο εργοδότης. Του αναγνωρίζονται περιθώρια. Μόνο όταν τα υπερβεί επεμβαίνει το Δικαστήριο.» Στις περιπτώσεις που η συμπεριφορά δεν είναι ολοφάνερη το ερώτημα είναι κατά ποσόν έχει αποδειχτεί ότι ο εργοδοτούμενος επέδειξε τη διαγωγή που επικαλείται ο εργοδότης. Στην απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, ανέφερε τα πιο κάτω σχετικά με το τι πρέπει να αποδείξει ο εργοδότης, ποιο είναι το ζητούμενο σε υποθέσεις τέτοιας φύσης και ποιο το σχετικό βάρος απόδειξης: «Σε περιπτώσεις σοβαρού παραπτώματος (gross misconduct) από εργοδοτούμενο το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο εργοδότης είχε εύλογες υποψίες που έφθαναν στην πεποίθηση ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος κατά το σχετικό χρόνο - και ότι προχώρησε σε διερεύνηση της υπόθεσης μέσα σε λογικά αναμενόμενα πλαίσια. Επίσης ότι ακολούθησε μία λογική διαδικασία πριν την κατάληξη του στην απόλυση του εργοδοτούμενου. ............................... Βρισκόμαστε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και το ζητούμενο είναι όχι η απόδειξη πειθαρχικού παραπτώματος ως υποβάθρου και προϋπόθεσης απόλυσης αλλά η ικανοποίηση των όρων του άρθρου 5. Το κριτήριο, όπως και πάλι ορθά το αντελήφθη το Δικαστήριο, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ΄ όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» (H υπογράμμιση είναι δική μας) Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση του αναφερόμενο στο Άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Περί Τερματισμού της Απασχόλησης του 1985 (Ν.45/85)[3] το οποίο προβλέπει ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος τους, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα», σημείωσε ότι: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ΄ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Το δικαίωμα ακρόασης παρέχεται για να δοθεί στον εργοδοτούμενο η ευκαιρία να ανατρέψει ή να αποδυναμώσει την ακρίβεια των γεγονότων και των πληροφοριών επί των οποίων στηρίζεται ο εργοδότης για τη σχεδιαζόμενη απόλυση. Περαιτέρω η άμεση επαφή εργοδότη-εργοδοτουμένου μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που για κάποιο λόγο διαταράχτηκε και έτσι να αποφευχθεί η λήψη του μέτρου της απόλυσης. Το εν λόγω δικαίωμα του εργοδοτουμένου δεν είναι απόλυτο. Στις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα δεν μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν ή ομολογούνται από τον εργοδοτούμενο τότε η συζήτηση του εργοδότη με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί. (West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)1 ALL ER 513 (House of Lords)). Στην αγγλική υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt
(2003)1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων του εργοδότη εφαρμόζεται και στην ερώτηση κατά πόσο η έρευνα αναφορικά με την κακή διαγωγή του εργοδοτουμένου ήταν εύλογη κάτω από τις περιστάσεις, όπως στον ίδιο βαθμό που ισχύει για το εύλογο της απόλυσης λόγω συμπεριφοράς. Στις περιπτώσεις που διαφαίνεται ότι ο τρόπος που διερεύνησε ο εργοδότης την περίπτωση του εργοδοτουμένου που απολύθηκε ήταν τέτοιος που εμπόδισε τον εργοδότη να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες μπορούσαν εύλογα να θεωρηθούν ότι μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται ότι ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις[4]. Στην ILEA v. Gravett
(1988)IRLR 497 αναφέρθηκαν τα εξής: "In determining whether in all the circumstances the employer could reasonably believe that the employee was guilty of misconduct, the situations which arise can vary from the one extreme where the employee was virtually caught in the act to the other extreme where the issue is one of pure inference. As the scale moves towards the latter end, so the amount of inquiry and investigation which may be required, including questioning of the employee, is likely to increase. At some stage, the employer will need to face the employee with the information which he has. That may be during an investigation prior to a decision that there is sufficient evidence upon which to form a view or it may be at the initial disciplinary hearing. In some cases it may be that after hearing the employee's version further investigation ought fairly to be made". (H υπογράμμιση είναι δική μας) Σημειώνουμε ότι αποτελεί βασική αρχή ότι η εξέταση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών τόσο του λόγου της απόλυσης όσο και της λογικότητας της απόλυσης του εργοδοτουμένου βασίζονται και περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά κατά τον χρόνο της απόλυσης του εργοδοτουμένου. Η κρίση του Δικαστηρίου επί του εν λόγω θέματος θα πρέπει να βασιστεί στα στοιχεία που είχε ενώπιον του και στα οποία στηρίχτηκε ο εργοδότης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης του εργοδοτουμένου[5] καθώς και στα στοιχεία που θα μπορούσαν να περιέλθουν στη γνώση του κατά την απόλυση του εργοδοτουμένου[6]. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol.16(1B) στη σελ. 103, παραγ.645 αναφέρονται τ' ακόλουθα: "It is a central principle of unfair dismissal law that the fairness of a dismissal should be determined on the facts as known to the employer at the time of dismissal. In contrast to the common law on wrongful dismissal, an employer cannot rely on subsequently discovered facts, especially misconduct by the employee, to justify a dismissal that was unfair on the facts known at the time." Ανάλυση Μαρτυρίας - Γεγονότα - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής Από το σύνολο της ενώπιόν μας τεθείσας μαρτυρίας προκύπτουν τα πιο κάτω αναντίλεκτα γεγονότα: (α) Η Αιτήτρια εντός του πλαισίου των εργασιακών καθηκόντων της ως υπεύθυνη του Καταστήματος ετοίμαζε το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας των υπαλλήλων του Καταστήματος στο οποίο καταγράφονταν οι ώρες εργασίας των υπαλλήλων του Καταστήματος, (β) Η Αιτήτρια ήταν το πρόσωπο που ετοίμασε τα εβδομαδιαία προγράμματα εργασίας των υπαλλήλων που εργάζονταν στο Κατάστημα για τους μήνες Δεκέμβριο του 2011 και Ιανουάριο του 2012 (Τεκμήρια 2Α και 2Β), (γ) Στο Κατάστημα υπήρχε σύστημα κάρτας και τόσο η Αιτήτρια όσο και η κα Σακαρίδου όφειλαν κατά την είσοδό τους στο και την έξοδό τους από το Κατάστημα να χτυπούν κάρτα ώστε να φαίνονται οι ώρες που εισέρχονταν στο και εξέρχονταν από το Κατάστημα, (δ) Ο μηνιαίος μισθός της Αιτήτριας της καταβαλλόταν μετά που το λογιστήριο των Καθ' ων η Αίτηση βεβαιωνόταν ότι είχε εργαστεί 38 ώρες την εβδομάδα, και (ε) Οι Καθ' ων η Αίτηση πριν απολύσουν την Αιτήτρια δεν την ενημέρωσαν για (α) το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 και (β) το ότι, σύμφωνα με αυτούς, είχαν διαπιστώσει με διάφορους τρόπους ότι τις ώρες που είχε αναγράψει στα Τεκμήρια 2Α και 2Β ότι εργαζόταν δεν ήταν παρούσα στο Κατάστημα. Ούτε της ζήτησαν να τους εξηγήσει για ποιο λόγο υπήρχε διαφορά μεταξύ των ωρών εργασίας που φαίνονταν στα Τεκμήρια 2Α και 2Β και των ωρών που φαίνονται στο Τεκμήριο 4. Περαιτέρω από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν μας διαφαίνεται ότι τα Τεκμήρια 2Α και 2Β στάληκαν από την Αιτήτρια στο λογιστήριο και στη διεύθυνση των Καθ' ων η Αίτηση. Παρακολουθήσαμε με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες τόσο των Καθ' ων η Αίτηση όσο και της Αιτήτριας να καταθέτουν ενώπιόν μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία των Καθ' ων η Αίτηση παρατηρούμε τα πιο κάτω: Α. Η μαρτυρία του κ.Ψάλτη σε σχέση με την προηγούμενη εργασιακή συμπεριφορά της Αιτήτριας και πιο συγκεκριμένα σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι η Αιτήτρια μιλούσε διαρκώς στο κινητό τηλέφωνό της ήταν ασαφής, αόριστη και γενικόλογη. Δεν τέθηκαν ενώπιόν μας οποιεσδήποτε συγκεκριμένες λεπτομέρειες που να στηρίζουν τις εν λόγω αναφορές. Οι εν λόγω αναφορές του κ.Ψάλτη δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές και/ή να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο καθ΄ ότι (α) ελλείπουν τα στοιχεία τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να εξετάσει ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσον οι εν λόγω αναφορές
(1)ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και
(2)μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή βάση για απόδοση αρνητικής εργασιακής διαγωγής στην Αιτήτρια, (β) δεν είναι δικογραφημένες και (γ) δεν αναφέρονται στην επιστολή απόλυσης της Αιτήτριας γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη κατά το στάδιο της λήψης της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας. Β. Η μαρτυρία του κ.Ψάλτη αναφορικά με το ότι η Αιτήτρια από την μέρα που προσλήφθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση όφειλε να καταρτίζει εβδομαδιαία προγράμματα εργασίας του προσωπικού ήταν σταθερή και ο εν λόγω ισχυρισμός του κ.Ψάλτη στο τέλος έγινε παραδεκτός και από την Αιτήτρια. Σημειώνουμε ότι υπό το φως του ισχυρισμού του κ.Ψάλτη ότι η Αιτήτρια, παρά την υποχρέωσή της να στέλλει κάθε τέλος του μήνα το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας στο λογιστήριο των Καθ' ων η Αίτηση ώστε να «βγουν» και να καταβληθούν οι μηνιαίοι μισθοί των υπαλλήλων, απέφευγε να στέλλει το εβδομαδιαίο πρόγραμμα με τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχε αλλαγή στο ωράριο εργασίας των υπαλλήλων και όλοι οι υπάλληλοι συμπλήρωναν τις απαιτούμενες ώρες εργασίας, μας δημιουργούνται ερωτηματικά σχετικά με το αξιόπιστο της θέσης του ότι οι μηνιαίοι μισθοί του προσωπικού του Καταστήματος καταβάλλονταν βάσει του εβδομαδιαίου προγράμματος εργασίας που στελλόταν στο λογιστήριο κάθε τέλος του μήνα. Περαιτέρω μας δημιουργείται απορία αφού τα εβδομαδιαία προγράμματα ήταν η βάση για την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων γιατί επιτράπηκε στην Αιτήτρια να μην αποστέλλει τα εβδομαδιαία προγράμματα (παρατηρούμε ότι ο κ.XXXXX Ψάλτης δεν μας ανέφερε για πόσο χρονικό διάστημα η Αιτήτρια δεν έστελλε τα εβδομαδιαία προγράμματα εργασίας των υπαλλήλων του Καταστήματος στο λογιστήριο) με αποτέλεσμα οι μισθοί να καταβάλλονται χωρίς να γίνει έλεγχος των εβδομαδιαίων προγραμμάτων εργασίας. Ο κ.Ψάλτης στα αρχικά στάδια της αντεξέτασής του είπε ότι χρειαζόταν αρκετός χρόνος για να βγουν οι ώρες εργασίας του κάθε υπαλλήλου από το σύστημα της κάρτας και γι' αυτόν τον λόγο το λογιστήριο κατέβαλλε τους μηνιαίους μισθούς των υπαλλήλων στη βάση των δεδομένων που τους έδιναν οι υπεύθυνες των καταστημάτων στις οποίες έδειχναν εμπιστοσύνη ότι θα τους ανέφεραν τις πραγματικές ώρες εργασίας των υπαλλήλων. Στη συνέχεια απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που του έγιναν ανέφερε ότι το σύστημα κάρτας λειτουργεί με απλό τρόπο και ότι κάποιος που χειρίζεται τον ηλεκτρονικό υπολογιστή μπορεί να εκτυπώσει ένα αναλυτικό κατάλογο στον οποίο φαίνονται οι ώρες εισόδου στο και εξόδου από το Κατάστημα των υπαλλήλων. Παρατηρούμε ότι ο κ.Ψάλτης δεν μας εξήγησε για ποιο λόγο χρειαζόταν αρκετός χρόνος για να υπολογιστούν οι μισθοί των υπαλλήλων σε σχέση με τις ώρες εργασίας τους όπως φαίνονταν στο σύστημα κάρτας υπό το φως του γεγονότος ότι το περιεχόμενο της εκτύπωσης του Τεκμηρίου 4 είναι πολύ απλό και όπως ισχυρίστηκε αυτά τα έγγραφα αποστέλλονταν από την Ελλάδα. Η μαρτυρία της κας Rasulova επί της πρακτικής που ακολουθείτο στο κατάστημα που εργαζόταν αυτή δεν μπορεί, κατά την άποψή μας, να αποτελέσει βάση για εξαγωγή ευρημάτων στην παρούσα υπόθεση εν όψει του ότι στο Κατάστημα της Αιτήτριας υπήρχε σύστημα κάρτας ενώ στο κατάστημα που εργαζόταν η μάρτυρας δεν υπήρχε τέτοιο σύστημα. Ο κ.Ψάλτης ανέφερε (χωρίς να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες) ότι τον Δεκέμβριο του 2011 του δημιουργήθηκαν υποψίες σχετικά με τις ώρες που εργαζόταν η Αιτήτρια καθότι είχε ενημερωθεί
(1)από υπαλλήλους άλλων καταστημάτων και του λογιστηρίου των Καθ' ων η Αίτηση ότι τηλεφωνούσαν στο Κατάστημα σε ώρες αιχμής και ώρες που δήλωνε η Αιτήτρια ότι εργαζόταν και η Αιτήτρια δεν ανταποκρινόταν στα τηλεφωνήματά τους και
(2)από υπάλληλο που εργαζόταν στο διπλανό κατάστημα ότι συνήθως εργαζόταν μόνο μία υπάλληλος στο Κατάστημα αντί δύο ως έπρεπε. Παρατηρούμε ότι η κα Rasulova σε αντίθεση με την πιο πάνω αναφορά του κ.Ψάλτη κατέθεσε ότι ήταν τον Ιανουάριο του 2012 που διαπίστωσε ότι η Αιτήτρια απουσίαζε συχνά από το Κατάστημα και το ανέφερε στον κ.Ψάλτη. Κατά την αντεξέτασή του o κ.Ψάλτης ανέφερε ότι η υπάλληλος που εργαζόταν στο κατάστημα που βρισκόταν δίπλα από το Κατάστημα του είπε ότι «υπάρχει πρόβλημα δίπλα, εργάζεται μία κοπέλα μόνο, άλλα χτυπάνε, άλλα δείχνουν, άλλα έρχονται.» . Η πιο πάνω αναφορά του κ. Ψάλτη μας ξενίζει υπό το φως της θέσης της κας Rasulova ότι δεν γνώριζε ότι στο Κατάστημα το προσωπικό είχε υποχρέωση να χτυπά κάρτα. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι ο κ.Ψάλτης προέβαλε με γενικότητα και αοριστία τη θέση ότι είχε ελέγξει τόσο μέσω του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που βρισκόταν στο Κατάστημα όσο και μέσω τηλεφωνημάτων που έκαναν στο Κατάστημα οι υπεύθυνες των άλλων καταστημάτων των Καθ' ων η Αίτηση και οι υπαλλήλοι του λογιστηρίου των Καθ' ων η Αίτηση κατά πόσον η Αιτήτρια εργαζόταν τις ώρες που δήλωνε ότι εργαζόταν. Δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιεσδήποτε λεπτομέρειες συγκεκριμένων γεγονότων που να στηρίζουν και να δικαιολογούν τις πιο πάνω θέσεις του αφού δεν έθεσε με τη μαρτυρία του ενώπιόν μας κανένα σχετικό συγκεκριμένο περιστατικό. Κατά την αντεξέτασή του ο κ.Ψάλτης ανέφερε πάλι γενικά και αόριστα ότι κάποιες φορές τον Δεκέμβρη του 2011 και τον Ιανουάριο του 2012 επισκέφτηκε σκόπιμα το Κατάστημα και ότι σε αυτές τις επισκέψεις του δεν έβρισκε την υπάλληλο που όφειλε να είναι στο Κατάστημα. Μας φαίνεται παράξενο το γεγονός ότι ο κ.Ψάλτης δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα και με λεπτομέρεια στα πιο πάνω αναφερόμενα από αυτόν γεγονότα. Παρατηρούμε ότι όταν του ζητήθηκε να γίνει πιο συγκεκριμένος απάντησε υπεκφεύγοντας λέγοντας ότι δεν χρειαζόταν να επισκεφθεί το Κατάστημα για να προβεί στις πιο πάνω διαπιστώσεις καθότι υπήρχε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Αιτήτρια ουδέποτε απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία της περιορίστηκε στο να πει ότι διαφωνεί με την εν λόγω υποβολή. Οι πιο πάνω γενικόλογες αναφορές του κ.Ψάλτη, κατά την κρίση μας, πλήττουν την αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Σημειώνουμε ότι όλες οι πιο πάνω αναφορές του κ.Ψάλτη ενώ τέθηκαν ενώπιόν μας προς υποστήριξη της θέσης των Καθ' ων η Αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν εργάστηκε τις ώρες που ανέγραψε στα Τεκμήρια 2Α και 2Β, δεν συσχετίστηκαν με συγκεκριμένο τρόπο με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2Α, 2Β και
- Τα ίδια ισχύουν και για τη μαρτυρία της κας Rasulova επί του συγκεκριμένου σημείου αφού η μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας επί του εν λόγω θέματος ήταν γενικόλογη και αόριστη, χωρίς οποιεσδήποτε συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφορικά με τις ώρες και ημέρες που διαπιστώθηκε η απουσία της Αιτήτριας από το Κατάστημα. Περαιτέρω η εν λόγω μάρτυρας όπως παραδέχτηκε δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον η Αιτήτρια απουσίαζε από την εργασία της μετά από εξασφάλιση σχετικής άδειας από τους Καθ' ων η Αίτηση. Παρατηρούμε ότι το Τεκμήριο 4 φέρει ημερομηνία 11/12/
- Καμία εξήγηση δεν μας δόθηκε για ποιο λόγο το εν λόγω έγγραφο φέρει αυτή την ημερομηνία τη στιγμή που ο κ.Ψάλτης ισχυρίστηκε ότι έλαβε την εν λόγω εκτύπωση κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας. Το εν λόγω γεγονός μας δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσον το εν λόγω Τεκμήριο 4 ή το περιεχόμενό του ήταν σε γνώση των Καθ' ων η Αίτηση κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση της Αιτήτριας. Σημειώνουμε ότι ούτε στο Τεκμήριο 1 γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στις ώρες τις οποίες, σύμφωνα με τους Καθ' ων η Αίτηση δεν εργάστηκε ενώ στα Τεκμήρια 2Α και 2Β είχε δηλώσει ότι εργαζόταν, γεγονός που ενισχύει τις πιο πάνω αμφιβολίες μας. Ο κ.Ψάλτης όταν ρωτήθηκε κατά πόσον μπορεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο εκτύπωση που να φαίνονται αναλυτικά οι ώρες εισόδου στο και εξόδου από το Κατάστημα για τη χρονική περίοδο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 4 απάντησε ότι δεν μπορεί να απαντήσει με σιγουριά και ότι θέλει κάποιο χρόνο να μιλήσει με την Ελλάδα για να δει αν «μπορεί να μετατρέψει την εκτύπωση». Σημειώνουμε ότι ενώ δόθηκε στον κ.Ψάλτη το Τεκμήριο 7 κατά το τέλος της πρώτης δικασίμου, στις δικασίμους που ακολούθησαν οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προσκόμισαν μαρτυρία που να αμφισβητεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Ούτε έθεσαν ενώπιόν μας συγκεκριμένη και σαφή μαρτυρία που να στηρίζει/επιβεβαιώνει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Περαιτέρω παρατηρούμε ότι ο κ.Ψάλτης δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα και με σαφήνεια στον τρόπο λειτουργίας του λογισμικού προγράμματος "Navision Microsoft" και δεν κατέθεσε τα συγκεκριμένα δεδομένα στα οποία στηρίχτηκε το εν λόγω πρόγραμμα για να παράξει το Τεκμήριο
- Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το Τεκμήριο 4 φέρει ημερομηνία 11/12/2012 μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 δεν μπορεί να γίνει αποδεχτό από μόνο του ως αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορούμε να στηριχτούμε με ασφάλεια για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Σ΄ αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι ο κ.Ψάλτης ενώ επικαλέστηκε πολλές φορές κατά την μαρτυρία του ότι οι αναφορές του σε σχέση με τις πραγματικές ώρες που εργάστηκε η Αιτήτρια τους μήνες Δεκέμβριο του 2011 και Ιανουάριο του 2012 υποστηρίζονται (και επιβεβαιώνονται) και έχουν επιβεβαιωθεί από το περιεχόμενο των καταγραφών του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που βρισκόταν εγκατεστημένο στο Κατάστημα το εν λόγω υλικό δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να μην μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο οι ισχυρισμοί του κ.Ψάλτη ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Παρατηρούμε ότι ο κ.Ψάλτης στις υποβολές που του έγιναν σε σχέση με την εκδοχή της Αιτήτριας για τις ώρες που εργάστηκε κατά τις ημερομηνίες που είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν εργάστηκε ως αναγράφεται στα Τεκμήρια 2Α και 2Β απαντούσε γενικά και αόριστα λέγοντας απλώς ότι διαφωνεί και ότι το σύστημα της κάρτας έδειχνε αυτά που αναφέρονται στο Τεκμήριο
- Όταν του υποβλήθηκε ότι στις 9/1/2012 η Αιτήτρια εργάστηκε 6 ώρες λόγω του ότι έπρεπε να παραστεί σε μία κηδεία και ότι προτού απουσιάσει από την εργασία της είχε ζητήσει άδεια από την κα XXXXX Ψάλτη απάντησε υπεκφεύγοντας λέγοντας ότι αυτά που φαίνονται στο Τεκμήριο 4 είναι αυτά που χτύπησε η Αιτήτρια (παρατηρούμε ότι στο Τεκμήριο 4 φαίνεται ότι η Αιτήτρια εργάστηκε 5 ώρες και 48 λεπτά) χωρίς να αναφερθεί στην υποβολή για άδεια απουσίας που δόθηκε στην Αιτήτρια από την κα XXXXX Ψάλτη. Όλα τα πιο πάνω δεικνύουν ότι η μαρτυρία των Καθ' ων η Αίτηση είχε σημαντικά κενά και αδυναμίες και ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με (α) το ποια ήταν τα συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα και ποιες οι περιβάλλουσες συνθήκες κατά τον ουσιώδη χρόνο (Δεκέμβριο του 2011 - Φεβρουάριο του 2012) και (β) το ποια πραγματικά γεγονότα και ποιες περιβάλλουσες περιστάσεις ήταν στη γνώση των Καθ' ων η Αίτηση πριν και κατά την λήψη της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας των Καθ' ων η Αίτηση κρίνουμε ότι οι γενικόλογοι ισχυρισμοί του κ.Δ. Ψάλτη και της κας Rasulova χωρίς τη συνοδεία απτών στοιχείων και συγκεκριμένων σαφών λεπτομερειών, εκτός του ότι πλήττουν ουσιαστικά το αξιόπιστο της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων, δεν μπορούν από μόνοι τους να αποτελέσουν το υπόβαθρο για την εξαγωγή ευρημάτων που στηρίζουν την εκδοχή των Καθ' ων η Αίτηση αφού ελλείπουν τα δεδομένα και τα στοιχεία που πειστικά και αντικειμενικά θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο στα ασφαλή συμπεράσματα ότι (α) οι Καθ' ων η Αίτηση βασίζονταν στο περιεχόμενο των εβδομαδιαίων προγραμμάτων για να καταβάλουν το μηνιαίο μισθό της Αιτήτριας, (β) οι Καθ' ων η Αίτηση κατά τη λήψη της απόφασης για απόλυση της Αιτήτριας γνώριζαν ότι η Αιτήτρια εργάστηκε μόνο τις ώρες που αναγράφονται στο Τεκμήριο 4 και (γ) ότι όντως η Αιτήτρια εργάστηκε μόνο τις ώρες που αναγράφονται στο Τεκμήριο 4 (χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος που να δικαιολογεί την απουσία της από την εργασία τις ώρες που δεν βρισκόταν στην εργασία της). Ως εκ τούτου η μαρτυρία τους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά της Αιτήτριας παρατηρούμε ότι μέσα από αυτή προβάλλουν στοιχεία τα οποία δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία της. Πιο συγκεκριμένα: (α) Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας και της κας Σακαρίδου ότι η Αιτήτρια καθόλη την περίοδο που εργάστηκε στους Καθ' ων η Αίτηση κάθε μέρα που εργαζόταν μιλούσε με την κα XXXXX Ψάλτη όταν έκλεινε το Κατάστημα δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες των Καθ' ων η Αίτηση κατά την αντεξέτασή τους. Ούτε ο ισχυρισμός της ότι τις τελευταίες 10 ημέρες πριν την απόλυσή της η συμπεριφορά των διευθυντών των Καθ' ων η Αίτηση και ιδιαίτερα της κας XXXXX Ψάλτη προς το πρόσωπο της Αιτήτριας είχε αλλάξει τέθηκε στον κ.Ψάλτη κατά την αντεξέτασή του. Καμία εξήγηση ή δικαιολογία δεν δόθηκε για την παράλειψη της υποβολής των εν λόγω ισχυρισμών στους μάρτυρες των Καθ' ων η Αίτηση. Καθοδηγούμενοι από τις αποφάσεις στις υποθέσεις Fredericou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1527, Adidas v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, βρίσκουμε ότι το εν λόγω γεγονός εξασθενεί ουσιαστικά τη βαρύτητα των εν λόγω ισχυρισμών της Αιτήτριας. Περαιτέρω, κατά τη γνώμη μας, το εν λόγω γεγονός τείνει να καταδείξει ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της Αιτήτριας μειώνοντας σε ουσιαστικό βαθμό την αξιοπιστία της. (β) Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι το ωράριο εργασίας της ήταν οκτώ
(8)ώρες την ημέρα, έξι
(6)ημέρες την εβδομάδα (με δύο
(2)ώρες διάλειμμα) δεν συνάδει (α) με το παραδεκτό γεγονός ότι η Αιτήτρια εργαζόταν 38 ώρες την εβδομάδα και (β) με την αναφορά της ότι έπαιρνε και ένα off την εβδομάδα. (γ) Η θέση της Αιτήτριας ότι στις 6/2/2012 ο κ.XXXXX Ψάλτης την απέλυσε λέγοντας ότι δεν τον συμφέρει οικονομικά γιατί είναι ψηλόμισθη και στη συνέχεια της έδωσε το Τεκμήριο 1 στην οποία αναφέρεται άλλος λόγος απόλυσής της δεν είναι δικογραφημένη γεγονός που μας εμποδίζει να την λάβουμε υπόψη. Περαιτέρω ενώ
(1)η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι στις 6/2/2012 πρώτα της ανακοινώθηκε η απόλυσή της από τον κ.XXXXX Ψάλτη προφορικά και στη συνέχεια της δόθηκε το Τεκμήριο 1 και ότι αυτή όταν έλαβε το Τεκμήριο 1 αντέδρασε και ανέφερε στον κ.Ψάλτη ότι αυτά που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1 είναι ψέματα και
(2)από το σύνολο της μαρτυρίας της Αιτήτριας δεν διαφαίνεται ότι η κα Σακαρίδου ήταν μαζί της όταν απολύθηκε, η κα Σακαρίδου ανέφερε ότι ήταν μαζί με την Αιτήτρια όταν ο κ.Ψάλτης στις 6/2/2012 ανακοίνωσε και στις δύο τους ότι απολύονται δίνοντάς τους τους μισθούς τους και στην Αιτήτρια ένα φάκελο (στον οποίο υπήρχε μέσα το Τεκμήριο 1) τον οποίο η Αιτήτρια άνοιξε μετά όταν επέστρεφαν στο σπίτι τους. (δ)(i) Ενώ η Αιτήτρια με τη μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι στις 13/1/2012 και στις 31/1/2012 δεν εργάστηκε οκτώ
(8)ώρες αλλά λιγότερες από οκτώ
(8)ώρες αφού προηγουμένως είχε εξασφαλίσει σχετική άδεια απουσίας από τους εργοδότες της, η δικηγόρος της Αιτήτριας δεν υπέβαλε τις πιο πάνω θέσεις της Αιτήτριας στον κ.XXXXX Ψάλτη. Να σημειώσουμε ότι μας ξενίζει το γεγονός ότι η Αιτήτρια ενώ ισχυρίζεται ότι εκτύπωσε τον Φεβρουάριο του 2012 το Τεκμήριο 7 για να φαίνονται οι ώρες εργασίας της ώστε να της καταβληθεί η σχετική πληρωμή και στη συνέχεια απολύθηκε και οι Καθ' ων η Αίτηση της έδωσαν το Τεκμήριο 1 στο οποίο γίνεται αναφορά ότι τα στοιχεία που έστειλε αυτή στο λογιστήριο δεν έχουν σχέση με τις ώρες που πραγματικά εργάστηκε, δεν θυμάται για ποιο λόγο απουσίαζε από την εργασία της στις 13/1/2012 και 31/1/2012 τη στιγμή που όπως ισχυρίστηκε είχε εξασφαλίσει τη σχετική έγκριση των εργοδοτών της για να απουσιάσει κατά τις εν λόγω ημερομηνίες. (
- ii)Ενώ η Αιτήτρια υποστήριξε ότι στις 18/1/2012 είχε ανταλλάξει το off της με αυτό της κας Σακαρίδου, η δικηγόρος της Αιτήτριας δεν υπέβαλε τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό στον κ.Ψάλτη κατά την αντεξέτασή του. Σημειώνουμε ότι παρά τις επίμονες ερωτήσεις της δικηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση με ποιο off της κας Σακαρίδου είχε αλλάξει αυτό το off της, η Αιτήτρια απέφυγε να απαντήσει λέγοντας ότι δεν θυμάται και στη συνέχεια ενώ ανέφερε ότι «άμα δει το Τεκμήριο 7 θα μπορεί να απαντήσει» συγκεκριμένα στην εν λόγω ερώτηση, δεν μας ανέφερε οτιδήποτε σχετικό βάσει των δεδομένων που αναγράφονται στο Τεκμήριο 7. Περαιτέρω η κα Σακαρίδου όταν ρωτήθηκε για τις 18/1/2012 είπε ότι δεν θυμάται την εν λόγω ημέρα ενώ όταν ρωτήθηκε τι συνέβηκε στις 6/2/2012 (η οποία σημειώνουμε ήταν η ημέρα που απολύθηκε) απάντησε ευθέως και άμεσα ότι εκείνη την ημέρα η Αιτήτρια δεν χτύπησε κάρτα γεγονός που μας φαίνεται παράξενο. Κατά την άποψή μας η εν λόγω απάντηση της κας Σακαρίδου δεικνύει ότι η μαρτυρία της δεν ήταν αυθεντική και πηγαία. (iii) Η δικηγόρος της Αιτήτριας υπέβαλε στον κ.Ψάλτη ότι η Αιτήτρια στις 10/12/2011, στις 19/12/2011, στις 22/12/2012 και στις 16/1/2012 είχε εργαστεί 8.5 ώρες, 9 ώρες, 8.5 ώρες και 8 ώρες αντίστοιχα και η Αιτήτρια κατέθεσε γενικά, χωρίς οποιοδήποτε συσχετισμό των αναφορών της με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, ότι κατά τις εν λόγω ημερομηνίες εργάστηκε κανονικά και σε άλλο σημείο της κατάθεσής της γενικά και αόριστα ανέφερε ότι υπήρχαν περιπτώσεις που ξεχνούσε να χτυπήσει την κάρτα της και όταν συνέβαινε αυτό ενημέρωνε το λογιστήριο το οποίο διόρθωνε την εν λόγω παράλειψη. Παρατηρούμε ότι η τελευταία θέση της Αιτήτριας (α) δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση του κ.XXXXX Ψάλτη και (β) είναι σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της κας Σακαρίδου ότι όταν ξεχνούσαν να χτυπήσουν κάρτα δεν ενημέρωναν «σχετικά με αυτό κανένα». Περαιτέρω παρατηρούμε ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 7 η Αιτήτρια δεν χτύπησε κάρτα κατά την έξοδό της από το Κατάστημα για μεσημεριανό διάλειμμα στις 10/12/2011, κατά την είσοδό της στο κατάστημα το πρωί, κατά την έξοδό της για διάλειμμα και κατά την είσοδό της μετά το διάλειμμα στις 19/12/2011, κατά την είσοδό της το πρωί στις 22/12/2011 και κατά την έξοδό της για διάλειμμα, κατά την είσοδό της μετά το διάλειμμα και κατά την έξοδό της στις 16/1/2012. Όταν υποβλήθηκαν τα πιο πάνω στην Αιτήτρια, η Αιτήτρια απαντούσε γενικά και αόριστα λέγοντας ότι αυτές τις φορές ίσως να ξέχασε να χτυπήσει την κάρτα της. Σημειώνουμε ότι η κα Σακαρίδου ανέφερε ότι αρκετές φορές το σύστημα της κάρτας παρουσίαζε πρόβλημα και δεν μπορούσαν να χτυπήσουν κάρτα ενώ η Αιτήτρια δεν ανέφερε κάτι τέτοιο κατά τη μαρτυρία της. (
- iv)Ερωτώμενη η Αιτήτρια για ποιο λόγο στο Τεκμήριο 7 φαίνεται ότι στις 9/12/2011 είχε χτυπήσει την κάρτα της κατά την είσοδό της στο Κατάστημα στις 2:00:43 και στις 2:01:43 ανέφερε ότι δεν καταλαβαίνει τον λόγο που φαίνονται στο εν λόγω έγγραφο δύο χτυπήματα και είπε ότι η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι αν κατά λάθος η κα Σακαρίδου αντί να βάλει το όνομά της όταν χτύπησε την κάρτα της έβαλε το δικό της όνομα (της Αιτήτριας) ή αν αυτή χτύπησε δύο φορές την κάρτα, ενώ σε προηγούμενο στάδιο της αντεξέτασής της σε ερώτηση κατά πόσον υπήρχε περίπτωση να χτυπήσει δύο φορές την κάρτα απάντησε αρνητικά. Η κα Σακαρίδου σε διάσταση με τις πιο πάνω αναφορές της Αιτήτριας επέμενε ότι πολλές φορές χτυπούσαν δύο φορές την κάρτα τους για να είναι σίγουρες ότι την χτύπησαν και ότι η Αιτήτρια αυτό το πράγμα το έκανε πολύ συχνά. (ε) Η Αιτήτρια αρχικά ισχυρίστηκε ότι 10 ημέρες πριν την απόλυσή της οι Καθ' ων η Αίτηση βρήκαν μία κοπέλα η οποία μπορούσε να την αντικαταστήσει στα εργασιακά καθήκοντά της με απολαβές ίσες με το μισό του δικού της μισθού και γι΄ αυτόν τον λόγο την απέλυσαν, στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι πιστεύει ότι η κοπέλα που την αντικατέστησε μετά την απόλυσή της δεν έπαιρνε τον ίδιο μισθό με αυτή επειδή ο κ.XXXXXΨάλτης είπε σ΄ αυτήν όταν την απέλυε ότι δεν τον συνέφερε οικονομικά και ακολούθως αφού παραδέχτηκε ότι δεν γνωρίζει τον μισθό που έπαιρνε η αντικαταστάτρια της πρόσθεσε ότι ο κ.XXXXX Ψάλτης όταν την απέλυε της ανέφερε ότι θα προσλάβει άλλη κοπέλα στη θέση της η οποία θα παίρνει πιο χαμηλό μισθό από αυτήν λόγω της οικονομικής κρίσης. (στ) Η Αιτήτρια καταθέτοντας ισχυρίστηκε ότι τρεις - τέσσερις μήνες πριν την απόλυσή της, οι Καθ' ων η Αίτηση αποφάσισαν όπως στο εξής ετοιμάζεται και ένα χειρόγραφο εβδομαδιαίο πρόγραμμα στο οποίο θα σημειώνονταν οι ώρες εργασίας του κάθε υπαλλήλου, ότι ανέθεσαν σε αυτή την ετοιμασία του εν λόγω προγράμματος, ότι αυτή το έστελλε κάθε εβδομάδα στην κα XXXXX Ψάλτη για έγκριση, ότι αυτό το πρόγραμμα γινόταν για σκοπούς ελέγχου από το Τμήμα Εργασίας και ήταν ενδεικτικό των ωρών εργασίας των υπαλλήλων αφού τροποποιείτο και ότι επειδή υπήρχε το σύστημα κάρτας δεν δινόταν βαρύτητα στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα. Κατά την αντεξέτασή της διαφοροποιήθηκε παρουσιάζοντας μία άλλη εκδοχή λέγοντας ότι μπορεί να ετοίμαζαν και προηγουμένως εβδομαδιαίο πρόγραμμα αλλά αυτό γινόταν μόνο για να βλέπουν οι υπαλλήλοι ποιες ώρες θα εργάζονταν και ποιες θα ήταν off/διάλειμμα και ότι το έστελλαν σε λογιστήριο και κεντρικά γραφεία των Καθ' ων η Αίτηση μόνο τους τελευταίους τρεις - τέσσερις μήνες πριν την απόλυσή της. Ακολούθως ανασκεύασε και είπε ότι πάντα είχαν εβδομαδιαίο πρόγραμμα στο Κατάστημα. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτουμε τη μαρτυρία της Αιτήτριας και της κας Σακαρίδου ως αναξιόπιστη. Λόγω των αδυναμιών στη μαρτυρία των Καθ' ων η Αίτηση, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχτεί σε αυτή τη μαρτυρία για εξαγωγή συμπερασμάτων και ότι δεν ήταν δυνατό να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις της υπόθεσης κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης της Αιτήτριας. Οι εν λόγω περιστάσεις θα αποτελούσαν τη βάση της κρίσης του Δικαστηρίου κατά πόσον η απόφαση απόλυσης της Αιτήτριας στις 6/2/2012 δικαιολογείτο εντός του πλαισίου του Νόμου και της Νομολογίας. Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση απέτυχαν με τη μαρτυρία που έθεσαν ενώπιόν μας να στοιχειοθετήσουν στον βαθμό που απαιτείται, σε διαδικασίες όπως την παρούσα, το συμπέρασμα ότι κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση της Αιτήτριας, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ένας λογικός εργοδότης εύλογα θα κατέληγε ότι η Αιτήτρια διέπραξε σοβαρό εργασιακό παράπτωμα και ότι επέδειξε κακή εργασιακή διαγωγή. Περαιτέρω στην προκειμένη περίπτωση οι Καθ' ων η Αίτηση δεν ενημέρωσαν την Αιτήτρια για την πεποίθηση και τις διαπιστώσεις τους ότι δεν εργαζόταν τις ώρες που δήλωνε ότι εργαζόταν και δεν της έδωσαν την ευκαιρία πριν την απολύσουν να την ακούσουν και να τους παρουσιάσει τις θέσεις της για την αρνητική εργασιακή συμπεριφορά που της απέδιδαν. Είμαστε της άποψης ότι οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα περίπτωση για να είναι σε θέση να διαμορφώσουν μια σωστή εικόνα των πραγματικών γεγονότων που θα τους οδηγούσε στην εύλογη κατάληξη της απόφασης τερματισμού ή όχι των υπηρεσιών της Αιτήτριας όφειλαν να δώσουν την ευκαιρία και στην Αιτήτρια να προβάλει τις θέσεις της για τη συμπεριφορά που της απέδιδαν. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν επιδίωξαν να την ακούσουν ώστε προτού λάβουν την απόφαση για την απόλυσή της να έχουν την πλήρη και αληθινή εικόνα των επίδικων γεγονότων. Στη παρούσα υπόθεση με δεδομένο ότι τα επίδικα παραπτώματα που αποδόθηκαν στην Αιτήτρια δεν διαφάνηκε να ήταν αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά, λογικά θα αναμενόταν ότι θα δινόταν στην Αιτήτρια η δυνατότητα να ακουστεί και να εκθέσει τις απόψεις της πριν ληφθεί η απόφαση τερματισμού των υπηρεσιών της καθότι η διαπίστωση των επίδικων γεγονότων σχετικά με τις πραγματικές ώρες εργασίας της και του συνόλου των συνθηκών που περιέβαλαν τα εν λόγω γεγονότα ήταν ουσιαστικής σημασίας για τη λήψη της απόφασης των Καθ' ων η Αίτηση για τον τερματισμό ή όχι των υπηρεσιών της Αιτήτριας. Κρίνουμε ότι η διερεύνηση η οποία διενεργήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση δεν μπορεί να ενταχθεί μέσα στα λογικά αναμενόμενα πλαίσια διερεύνησης τέτοιων περιστατικών και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν ακολούθησαν μια λογική διαδικασία (δεν φρόντισαν να ενημερωθούν για όλες τις περιβάλλουσες συνθήκες και δεν έδωσαν την ευκαιρία στην Αιτήτρια να παρουσιάσει τη δική της εκδοχή) πριν πάρουν την απόφαση να τερματίσουν τις υπηρεσίες της Αιτήτριας. Είμαστε της γνώμης ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις οι ενέργειες των Καθ' ων η Αίτηση δεν ήταν μέσα στα πλαίσια των αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη. Είναι κατάληξή μας ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν τερμάτισαν νόμιμα την εργοδότηση της Αιτήτριας εντός των πλαισίων του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου. Το γεγονός της αναξιοπιστίας της Αιτήτριας δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την πιο πάνω κατάληξή μας αφού ενόψει του συμπεράσματος του Δικαστηρίου για την απόρριψη της μαρτυρίας των Καθ' ων η Αίτηση δεν υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω εξέταση ως προς το αξιόπιστο ή μη της εκδοχής της Αιτήτριας. Σχετική αναφορά για το θέμα αυτό γίνεται στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 CLR 21[7] και Paphos Stone C.Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, ECLI:CY:AD:2014:A457, Πολ. Έφεση Αρ. 361/2009 ημερ. 3/7/2014[8]. Συνακόλουθα η Αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις σύμφωνα με τον Νόμο. Αποζημιώσεις Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία της Αιτήτριας ως αναξιόπιστη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας σχετικά με τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη (α) το γεγονός ότι από τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι Καθ' ων η Αίτηση δεν αποδείχθηκε νόμιμος τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας, (β) το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών της Αιτήτριας (€311,33 [€1.349,08 Χ 12 ÷ 52]), (γ) τη διάρκεια της υπηρεσίας της Αιτήτριας στους Καθ' ων η Αίτηση (7 έτη) και (δ) το ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε σαφής και συγκεκριμένη μαρτυρία αναφορικά με την ηλικία της Αιτήτριας και τη σταδιοδρομία της, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως της επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές 15.5 εβδομάδων ήτοι €4.825,63 (ήτοι 15.5 Χ €311,33). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9(ζ) του Νόμου η Αιτήτρια δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με απολαβές 8 εβδομάδων ήτοι ποσό €2.490,
- Λόγω του ότι η μαρτυρία της Αιτήτριας κρίθηκε ως αναξιόπιστη κρίνουμε ότι θα ήταν δικαιότερο όπως επιδικάσουμε υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση μόνο το ½ των δικηγορικών εξόδων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για το ποσό των €7.316,27 με νόμιμο τόκο πλέον το ½ των δικηγορικών εξόδων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .............. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............ (Υπ.) ............ Δ. Αναστασίου, Μέλος. Ι. Τσουρής, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Απόλυση λόγω παραπτώματος/ψευδή δήλωση ωρών εργασίας). [1] Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2010 L.PAPAPHILIPPOU&CO, ο οποίος μετονομάστηκε σε L. PAPAPHILIPPOU&CO LTD ν ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΛΟΥΚΑ, ημερ. 20/6/14 τονίστηκε ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας και συνακόλουθα και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση τερματισμού της απασχόλησής του, «είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του.» [2] Βλέπε Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol.16(1B) page 109 para.651 [3] Βλέπε επίσης Πολ. Έφεση αρ. 310/2009 Δημήτρης Φωτιάδης v Alpha Bank Ltd ημερομηνίας 26/6/
- [4] Στο σύγγραμμα St. D. Anderman , "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στις σελίδες 148-149 αναφέρονται τα ακόλουθα:. "the lack of investigative diligence of the employer affects the reasonableness of his decision if the omission, looked at from the time the decision was taken , created a real possibility that the result would be unreasonable.. In Henderson v Granville Tours Ltd the EAT Scottish Division asserted 'It is an error of law for an [Employment] Tribunal to hold that had an employer carried out further investigation into allegations against an employee, that investigation would have been the same ...In considering whether there has been an adequate investigation , the tribunal is concerned with the employer's state of mind at the moment of dismissal and the sufficiency of information to justify that state of mind that is not a procedural question; it goes to the heart of fairness of the dismissal and to whether or not the test of the fairness has been fulfilled..' Moreover in W Weddel & Co Ltd v Tepper the Court of Appeal agreed with the EAT that an employment tribunal had the discretion to decide that a failure by the employer to engage in further investigation could itself make a dismissal unfair even where the employer already had evidence amounting to a strong prima facie case of breach of regulations ... The court suggested however, that the limit to the tribunal's discretion to require further investigation was what 'ought to have been reasonably known to the employer in the circumstance'. That is to say the employer had carried out as much investigation as was reasonable in all the circumstances of the case...The tribunal's role in determining whether the employers had carried out a reasonable investigation was to consider the nature of the material before the employer when the decision to dismiss was taken. " (Η υπογράμμιση είναι δική μας) [5] Στο σύγγραμμα IDS Employment Law Handbook - Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, στη σελ. 84 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: " In determining the reason for a dismissal, the tribunal may only take account of those facts (or beliefs) that were known to the employer at the time of the dismissal. This means that no account will be taken of matters coming to light or occurring after the dismissal has taken place -W Devis and Sons Ltd v Atkins 1977 ICR 662, HL. Thus, if an employee is dismissed on the employer's whim for no reason at all, the dismissal will not made retrospectively fair if the employer later finds out that he employee had been engaged in long standing and large -scale embezzlement from the company that would have amply justified the dismissal if it had been discovered earlier." Στη σελίδα 92 σημειώνονται τα εξής: "In determining the reasonableness of an employer' s decision to dismiss, the tribunal may only take account of those facts (or beliefs) that were known to the employer at the time of dismissal." [6] Στο σύγγραμμα St. D. Anderman , "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στις σελίδες 136-137 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Hence in judging the reasonableness of an employer's action an employment tribunal must normally take into account only those circumstances actually known to the employer at the time of dismissal or circumstances of which he could and should have known at the moment of dismissal....any event that occurs subsequent to the decision to dismiss, even though it may bear upon the correctness or incorrectness of the dismissal, will not normally be admissible in evidence either to support or to deny the reasonableness of the employer's decision to dismiss.....any information that becomes available to the employer after the dismissal is normally not admissible on the question of the reasonableness of his decision to dismiss, even if the information consists of evidence of misconduct by the employee or injustice to an employee which occurred prior to the dismissal. For example, where, as in Devin' s case, an employee is dismissed for a failure to comply with directions and is subsequently discovered to have been dishonest, the evidence of dishonesty may not normally be allowed on the question of the reasonableness of the employer's decision to dismiss. The test for the tribunal was the reasonableness of the employer's behavior at and leading up to the time of dismissal." [7] «If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weight thereafter». [8] «Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά επιδίκασε αποζημιώσεις. Από τη στιγμή που έκρινε ότι οι Εφεσείοντες δεν απέσεισαν το βάρος που είχαν να αποδείξουν ότι ο τερματισμός έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 5(α), (ε) και (στ) του Νόμου, τότε ο Εφεσίβλητος δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Νόμου σε αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του. Το γεγονός ότι η μαρτυρία του Εφεσίβλητου δεν αξιολογήθηκε θετικά, δεν επηρεάζει κατά την άποψη μας το δικαίωμα του Εφεσίβλητου σε αποζημιώσεις, εφόσον το βάρος απόδειξης ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος δεν ήταν στους ώμους του, αλλά στους ώμους των Εφεσειόντων.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο