← Κύπρος

ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αίτηση αρ.: Ε50/2016, 31/8/2018

ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αίτηση αρ.: Ε50/2016, 31/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2018:33 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου Αίτηση αρ.: Ε50/2016 Μεταξύ: XXXXX ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ, από την Λευκωσία Αιτήτρια και 1) XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, από τη Λεμεσό 2) XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, από τη Λεμεσό 3) XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, από τη Λεμεσό Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 21.5.2018 31/8/2018 Για τους Αιτητές 1, 2 και 3: κος Η. Ηλία Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κος Στ. Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στην κυρίως Αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, πριν την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση, υποβλήθηκε από τους Αιτητές (στην παρούσα αίτηση, Καθ' ων η αίτηση στην κυρίως Αίτηση που στο εξής θα αναφέρονται ως "οι Αιτητές") το παρόν αίτημα για τροποποίηση της Απάντησης, με την προσθήκη ισχυρισμών, μεταξύ άλλων, αναφορικά με: (α) την σύναψη συμφωνίας για αφαίρεση ποσού €50.000 από τα ενοίκια και/ή αποχή από την πληρωμή ενοικίων (με έναρξη δυο έτη μετά την σύναψη της συμφωνίας ενοικίασης), το οποίο αφορούσε επιδιορθώσεις και/ή συντήρηση του επίδικου υποστατικού. (β) την κατάσταση του επίδικου ακινήτου, το οποίο χρειαζόταν γενική επιδιόρθωση και ανακαίνιση, με κόστος €53.

  1. (γ) την ανάγκη δημιουργίας νέας ηλεκτρικής εγκατάστασης στο μίσθιο κατόπιν προτροπής της ΑΗΚ, με κόστος €2.
  2. (ε) την λήψη φωτογραφιών στις οποίες εμφαίνεται η κατάσταση του επίδικου υποστατικού πριν την έναρξη της ενοικίασης, από την θυγατέρα του Αιτητή
  3. (δ) την ανάθεση σε τρίτο πρόσωπο των εργασιών ανακαίνισης και επιδιόρθωσης και την έκδοση τιμολογίων για συνολικό ποσό €56.399,85, τα οποία έχουν καταβληθεί. (στ) τις συνθήκες υπογραφής του γραμματίου και την συμφωνηθείσα αντιπαροχή του. (ότι ο Αιτητής 2, χωρίς την παρουσία του δικηγόρου του, υπέγραψε γραμμάτιο, χωρίς αυτό να έχει υπογραφεί από τα υπόλοιπα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτό, ενώ παράλληλα του είχε αναφερθεί ότι σε αυτό θα καταγραφεί το ποσό που θα αποκοπεί σε σχέση με τις εργασίες ανακαίνισης). Η αίτηση βασίζεται "στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Θ.1 και Δ.48 Θ.1, 2, 8 και 9 και στον περί Ενοικιοστασίου νόμο 23/83 και ως τροποποιήθη και εις την διακριτική ευχέρεια και εξουσία του Δικαστηρίου" και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή 2, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι κατά την ετοιμασία της Απάντησης και Ανταπαίτησης, λόγω καλόπιστου λάθους, δεν καταγράφηκαν σημαντικές λεπτομέρειες της παρούσας υπόθεσης. Το κενό αυτό αποκαλύφθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, στις 15.5.
  4. Τα γεγονότα που ζητείται να προστεθούν είναι αναγκαία και απαραίτητα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Σε αντίθετη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν θα ακούσει σημαντικά γεγονότα, τα οποία και δεν θα λάβει υπόψη του, με αποτέλεσμα να υποστούν οι Αιτητές ανεπανόρθωτη ζημιά. Ένσταση Η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση (στην παρούσα αίτηση, Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση, που στο εξής θα αναφέρεται ως "η Καθ' ης η αίτηση") καταχώρησε στις 31.5.2018, ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στο αίτημα για τροποποίηση προβάλλοντας 14 λόγους ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται στα πιο κάτω: (α) Η αίτηση είναι αντικανονική, νομικά αβάσιμη, παράτυπη και ελαττωματική και έχει υποβληθεί από μη δικηγόρο, ο οποίος δεν δύναται να εκπροσωπεί τους υπόλοιπους Αιτητές. (β) Δεν υπήρξε καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου των Αιτητών, δεν έχουν προκύψει νέα δεδομένα και δεν παρουσιάζεται ικανοποιητικός λόγος για την μη συμπερίληψη των γεγονότων στην Απάντηση. (γ) Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και η καθυστέρηση αυτή δεν δικαιολογείται επαρκώς, ενώ οι Αιτητές γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τα γεγονότα που επιθυμούν να εισάξουν στην Απάντηση. (δ) Η αιτούμενη τροποποίηση συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και εισαγωγή νέας υπόθεσης και νέων θεμάτων, τα οποία θα επηρεάσουν τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση. (ε) Εάν επιτραπεί η τροποποίηση θα παραβιαστεί η αρχή της ισότητας των όπλων και θα τεθεί η Καθ' ης η αίτηση σε δυσμενέστερη θέση, ενώ δεν θα μπορεί να καλυφθεί, η ζημιά που αυτή θα υποστεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ της. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση ένστασης, η Καθ' ης η αίτηση, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και υποστηρίζει περαιτέρω ότι οι Αιτητές έχουν ήδη δικογραφήσει τη θέση τους ότι προέβηκαν κατ' ισχυρισμό σε επιδιορθώσεις, ύψους €53.
  5. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκουν να προσθέσουν νέο ισχυρισμό, ότι το ποσό των €50.000 αφορούσε τη συντήρηση της επίδικης κατοικίας, ενώ νέος ισχυρισμός θα εισαχθεί αναφορικά με την πληρωμή τελών προς την ΑΗΚ. Εφόσον η ίδια έχει ήδη καταθέσει στο Δικαστήριο και αυτές οι θέσεις των Αιτητών δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση της, θα βρεθεί σε δυσμενή θέση και δεν θα μπορεί να αντικρούσει τους νέους ισχυρισμούς. Ειδικά όσον αφορά την υπογραφή του γραμματίου, οι Αιτητές επιδιώκουν να θέσουν νέα γραμμή υπεράσπισης, σε αντίθεση με τις υφιστάμενες παραδοχές στο δικόγραφο σε σχέση με την υπογραφή του γραμματίου. Ζητεί τέλος την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των Αιτητών. Αγορεύσεις: Εφόσον το ζήτημα που εξετάζεται είναι αμιγώς νομικό, το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι προχώρησαν σε αγορεύσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΠΑΡΑΤΥΠΙΑ Υποστηρίζει ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση, ότι η νομική βάση της παρούσας αίτησης πάσχει διότι δεν γίνεται αναφορά στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί επιβάλλουν όπως στις ενδιάμεσες αιτήσεις παρατίθενται με ακρίβεια οι διατάξεις που αποτελούν το νομικό τους υπόβαθρο. Οι Κανονισμοί αυτοί εφαρμόζονται αναλογικά από το παρόν Δικαστήριο[1], εφόσον δεν υπάρχει στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο ή στους Κανονισμούς άλλη ρητή πρόνοια. Ανατρέχοντας στη Δ.48 Θ.2

(1)διαπιστώνουμε ότι σε αυτή προνοούνται τα ακόλουθα: "Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded." Η συγκεκριμένη διάταξη έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας στην οποία έχει επεξηγηθεί ότι ο καθορισμός των σχετικών διατάξεων στις ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει να εφαρμόζεται αυστηρά, επειδή οι ενδιάμεσες διαδικασίες εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης. Για το λόγο αυτό, πρέπει τα πραγματικά και νομικά ζητήματα να καθορίζονται με ακρίβεια, ώστε να δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα σύντομης εκδίκασης αυτών των διαβημάτων [βλ. Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120]. Προκειμένου να διαπιστωθεί η ορθότητα ή μη της νομικής βάσης της παρούσας αίτησης, θα πρέπει να εξεταστούν μία προς μία οι διατάξεις που αποτελούν την νομική της βάση. Δ.25 Θ.1 Αυτή είναι η διαταγή η οποία ρυθμίζει το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων. Με δεδομένη την απουσία άλλης ειδικής πρόνοιας στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αυτός είναι ο κανονισμός της δευτερογενούς νομοθεσίας που διέπει το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων και στις υποθέσεις του παρόντος δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι πράγματι απουσιάζουν από την νομική βάση της αίτησης, οι κανονισμοί που παραπέμπουν στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα οι κανονισμοί 2(β) και 12(α) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών: «12(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» Δ.48 θθ.1, 2, 8 και 9 Αναφορικά με αυτή τη διάταξη υιοθετώ το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1B 736, το οποίο ομιλεί αφ' εαυτού: "Η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ' εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιασδήποτε αίτησης. Η Δ.48 διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μία ενδιάμεση αίτηση εφ' όσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του Νόμου ή ειδικό Θεσμό (specific section of the Law or specific Rule of Court). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1965, με αναφορά στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120, σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο ειδικό άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και ή τον ειδικό θεσμό ή τους θεσμούς που το στοιχειοθετούν, παρέχοντας την απαραίτητη δικαιοδοσία στο δικαστή, αποτελεί σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.1, όρο απαράβατο για την έγκυρη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου (βλ. επίσης, Ματθαίου κ.α. ν. Άνιφτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 529)." Περί Ενοικιοστασίου Νόμος 23/83 Ούτε και η απλή επίκληση του Ν.23/83 παρέχει δικαίωμα καταχώρησης ενδιάμεσης αίτησης, αφού δεν στοιχειοθετεί τέτοιο ζήτημα. Εφόσον στη νομική βάση της αίτησης δεν αναφέρονται οι περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί που επιτρέπουν την εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας από το παρόν Δικαστήριο, βρίσκω ότι έχει εμφιλοχωρήσει παρατυπία στην παρούσα αίτηση. Οι συνέπειες της παρατυπίας προβλέπονται στον Κανονισμό 12(β) (ως έχει αναριθμηθεί ο Κανονισμός 11(α) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού), ως εξής: «12 (β) Μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Κανονισμών δε συνεπάγεται την ακύρωση της διαδικασίας εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει τούτο.» Παρά το γεγονός ότι δεν τυγχάνει απευθείας εφαρμογής στις υποθέσεις ενοικιοστασίου η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σημειώνω ότι οι πρόνοιες των δύο διατάξεων[2] είναι παρόμοιες και σκοπό έχουν να ανάγουν στο Δικαστήριο την απόρριψη ή διαγραφή (λόγω μη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς), οποιουδήποτε μέτρου. Ως εκ τούτου, οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.64 τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής και στις περιπτώσεις του κανονισμού 12(β). Βασική αυθεντία στο ζήτημα της παράλειψης συμμόρφωσης με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς αποτελεί η απόφαση Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 στην οποία διευκρινίστηκε ότι: "[Σ]σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
  1. Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα [.] πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. [.] Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι: Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς (βλ. Metroinvest (πιο πάνω), Carmel Exporters (Sales) Ltd v. Sea-Land Services Inc. [1981] 1 W.L.R. 1068, 1079), η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία (βλ. Leal v. Dunlop Bio-Process Inter Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 881), και το μέγεθος της παρατυπίας." Εξετάζοντας κατά πόσο η παρατυπία θα μπορούσε να θεραπευθεί, και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι:
  2. Το δικονομικό πλαίσιο της αίτησης ως ενδιάμεσης αίτησης (Δ.48 θθ.1, 2, 8, 9) και ο θεσμός που διέπει το ειδικό ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων (Δ.25), έχουν περιληφθεί στην νομική βάση της αίτησης,
  3. Οι περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί δεν περιέχουν κάποια ειδική πρόνοια για το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, παρά μόνο παραπομπή στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας,
  4. Κανένας δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της Καθ' ης η αίτηση προκύπτει από την παρατυπία, ενώ τυχούσα απόρριψη της αίτησης ως παράτυπης θα επηρέαζε προφανώς δυσμενώς τους Αιτητές, βρίσκω ότι η παράλειψη αναφοράς στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποβεί μοιραία. Η ιδιαίτερα αυστηρή εισήγηση της Καθ' ης η αίτηση, για απόρριψη ως παράτυπης και άκυρης της παρούσας αίτησης, δεν βρίσκει έρεισμα στην πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία. Εκπροσώπηση διαδίκων Από το σώμα της αίτησης αυτής προκύπτει ότι αυτή έχει καταχωρηθεί από τους Αιτητές 1, 2 και 3 και υπογράφεται από τον Αιτητή 2 (προσωπικά και για λογαριασμό των Αιτητών 1 και 3). Από τον φάκελο της υπόθεσης (στα πρακτικά ημερομηνίας 16.5.2018 και ακόλουθα) φαίνεται ότι ο συνήγορος των Αιτητών, για λόγους που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, κωλυόταν τυπικά για κάποιο διάστημα να παρουσιάζεται ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων. Το κώλυμα του συνηγόρου παρουσιάστηκε την 16.5.2018 και διήρκησε μέχρι την 1.6.2018, οπότε και εμφανιζόταν πλέον κανονικά ως συνήγορος των Αιτητών. Στο διάστημα του κωλύματος του συνηγόρου καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση (στις 21.5.2018) και ορίστηκε με οδηγίες του δικαστηρίου αυθημερόν). Η αίτηση καταχωρήθηκε προσωπικά από τους Αιτητές 1, 2, 3, υπογράφεται όμως μόνο από τον Αιτητή 2 "δια Αιτητές 1, 2, 3". Είναι προφανές ότι ο χειρισμός αυτός οφείλεται στην αδυναμία του συνηγόρου να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση, με δεδομένη την ανάγκη για ταχεία επίλυση του ζητήματος που είχε προκύψει σε προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Βρίσκω ότι υπό τις περιστάσεις ο χειρισμός των Αιτητών δεν είναι μεμπτός, ενώ με την επανεμφάνιση του συνηγόρου, η όποια παρατυπία (αν υπήρξε) έχει ξεπεραστεί. Νομική Πτυχή: Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων διέπεται από τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας οι οποίοι εφαρμόζονται αναλογικά από το παρόν Δικαστήριο δυνάμει των κανονισμών 2(β) και 12(α) των Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του
  5. Η Δ.25, θθ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «
  6. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.
  7. The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may thing just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings." Η νομολογία έχει επανειλημμένα ασχοληθεί με αιτήματα για τροποποίηση δικογράφων. Η αντιμετώπιση ποικίλει, αναλόγως του σταδίου στο οποίο υποβάλλεται ένα τέτοιο αίτημα. Παραθέτω, πιο κάτω, αποσπάσματα από τη σχετική νομολογία. Στην υπόθεση Courtis a.o. v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, αναφέρθηκε (σελ. 182): "If in the course of the trial it appears that a party's pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails." Στην υπόθεση Tsiappas v. The Republic
(1974)1 C.L.R. 167 στη σελ. 169 αναφέρονται τα εξής: «The guiding consideration for the trial Judge in making up his mind whether or not he should exercise his discretion one way or the other is the need to ensure that the triable issues be properly and sufficiently defined before he pronounces final judgment in the case and such leave to amend may be granted in a proper case even during the trial." Και πιο κάτω, στην ίδια σελίδα, αναφέρει: "..... no real injustice has been done thereby to the claimant once he has been awarded the appropriate costs." Στην υπόθεση Andreas Evripidou & Another v. Panayiota M. Kannaourou
(1985)2 C.L.R., p. 24, αναφέρονται: "It is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs;" Στην καθοδηγητική απόφαση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(E) C.L.R. 33, διατυπώθηκαν αναλυτικά από τον έντιμο Πική Δ. (όπως ήταν τότε) οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, (στη σελ. 36 της απόφασης): "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ., 704, ο έντιμος Δικαστής Νικήτας αναφέρει στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd. & Άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd. [1988] 1 All E. R. 38: "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence."" Τελευταία αναφορά κάνω στην απόφαση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1(A) C.L.R., 223, όπου στη σελ. 228 αναφέρονται τα εξής: "Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. Ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 A.A.Δ. 726." Στη βάση της πιο πάνω αναφερόμενης νομολογίας, θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, εκτός από το ζήτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, τόσο η γνησιότητα των προθέσεων των Αιτητών όσο και η αναγκαιότητα και ο βαθμός της χρησιμότητας της τροποποίησης. Συνοψίζοντας την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία καταλήγω ότι κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης λαμβάνονται υπόψη οι εξής παράγοντες: · Η τροποποίηση δικογράφων είναι δυνατή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της διαφοράς των διαδίκων, εκτός όπου αυτή θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή όπου υπάρχει εμφανής κακή πίστη από πλευράς Αιτητή. · Η έννοια της ανεπανόρθωτης ζημιάς δεν περιλαμβάνει τη ζημιά που μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. · Η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας λαμβανομένου υπόψη του παράγοντα της ζημιάς που θα προκληθεί στον αντίδικο καθώς και της καθυστέρησης που τυχόν παρατηρείται στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση. · Κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. · Εφόσον το αίτημα υποβλήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο κίνδυνος εκτροχιασμού της δίκης θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Ανάκληση παραδοχής Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι με την αιτούμενη τροποποίηση οι Αιτητές επιχειρούν να ανακαλέσουν την παραδοχή των παραγράφων Γ.7 και Δ.2 της Απάντησης και Ανταπαίτησης και συγκεκριμένα την παραδοχή της υπογραφής από τον Αιτητή 1 "γραμματίου και/ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους για τα ενοίκια από Σεπτέμβριο του 2014 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2015, ήτοι για ποσό €11.350,00 το οποίο θα αποπληρώνετο με μηνιαίες δόσεις των €200,00 από 1.1.2016."[3] Το ζήτημα της ανάκλησης ή απόσυρσης παραδοχής δυνάμει τροποποίησης δικογράφου εξετάζεται και από το σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 131, όπου διευκρινίζεται ότι όταν η αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκει να ανακαλέσει μια παραδοχή, το Δικαστήριο θα επιτρέψει την τροποποίηση μόνο όπου η παραδοχή είχε γίνει εκ παραδρομής ή όταν νέα γεγονότα έχουν έρθει στην επιφάνεια που δικαιολογούν την ανάκληση της παραδοχής. Καλείται με αυτόν τον τρόπο το Δικαστήριο να διερευνήσει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε αρχικά η παραδοχή. «Εqually where an amendment seeks to withdraw an admission, the court will inquire into the circumstances in which the admission was made and will grand such leave only where the admission was made inadvertently or where new facts have come to light justifying its admission». Τα ίδια αναφέρονται και στο Annual Practice 1958, στη σελ. 626, όπου εξηγείται ότι η τροποποίηση δικογράφου για ανάκληση παραδοχής που έγινε εκ λάθους είναι θεμιτή. Χρήζει, επομένως, εξέτασης σε κάθε περίπτωση όπου οι διάδικοι επιχειρούν την ανάκληση της παραδοχής τους, η αιτιολογία που δίδεται. Στην παρούσα περίπτωση καμία εξήγηση και καμία αιτιολογία προσφέρεται από τους Αιτητές αναφορικά με αυτό το ζήτημα, παρά το ότι η παραδοχή που θα ανακληθεί είναι ουσιαστική αφού αφορά την αναγνώριση του χρέους από μέρους του Αιτητή
  1. Στην απουσία εξηγήσεων αναφορικά με την ανάκληση της παραδοχής, βρίσκω ότι η αιτούμενη ανάκληση της παραδοχής και προβολής νέων ισχυρισμών που τείνουν να ανατρέψουν α γεγονότα των παραγράφων Γ.7 και Δ.2 δεν μπορεί να εγκριθεί. Δεν μπορεί επίσης να επιτραπεί η τροποποίηση με την προσθήκη ως "λεπτομερειών", της νέας παραγράφου "Γ9β". Οι παρουσιαζόμενες ως λεπτομέρειες στο αιτητικό αυτό, αποτελούν μαρτυρία και η προσθήκη τους στο δικόγραφο βρίσκεται σε φανερή αντίθεση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 θ.
  2. Ως προς τα υπόλοιπα αιτήματα, διαπιστώνω ότι:
  3. Στην παρούσα υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση της Απάντησης υποβλήθηκε με καθυστέρηση, παρόλα αυτά δεν βρίσκω να επηρεάζει την υπόθεση η καθυστέρηση εφόσον αυτή έχει δικαιολογηθεί, με αναφορά σε διαπίστωση του κενού στα δικόγραφα κατά την ακροαματική διαδικασία. Συγκεκριμένα, στο στάδιο της εξέτασης του Μ.Κ.1, είχαν τεθεί σ' αυτόν ερωτήσεις οι οποίες δεν επιτράπηκαν (μετά την προβολή ένστασης), διότι αφορούσαν μη δικογραφημένα ζητήματα.
  4. Κανένας εκτροχιασμός της δίκης από την πορεία της θα παρατηρηθεί, εάν εγκριθεί η τροποποίηση, αφού η ανταπαίτηση για επιδιορθώσεις στο μίσθιο ύψους €53.000,00 δικογραφείται στην Ανταπαίτηση των Αιτητών, χωρίς όμως την παράθεση λεπτομερειών.
  5. Η αναφορά στην ηλεκτρική εγκατάσταση μπορεί να προβάλλεται για πρώτη φορά μέσα από την αιτούμενη τροποποίηση, βρίσκω όμως ότι με αυτήν προσδιορίζονται και διατυπώνονται όλες οι θέσεις των Αιτητών.
  6. Δεν διαπιστώνω κακοπιστία από πλευράς των Αιτητών, ούτε έχω πειστεί ότι η Καθ' ης η αίτηση θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση, ή ότι θα υποστεί ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ της. Σημειώνω ότι η προσθήκη περαιτέρω αξίωσης από τους Αιτητές δεν συνεπάγεται αυτόματα και την πρόκληση "ανεπανόρθωτης ζημιάς" στην Καθ' ης η αίτηση, εφόσον οι Αιτητές θα έχουν πάντα το βάρος απόδειξης της δικής τους απαίτησης. 5.Το γεγονός ότι η Αιτήτρια έχει ήδη παρουσιάσει την υπόθεση της δεν είναι από μόνο του αποτρεπτικό της έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση, αφού η Καθ' ης η αίτηση έχει πάντα το δικαίωμα να αιτηθεί την παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας, εάν το κρίνει απαραίτητο. Διαπιστώνω επομένως, ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί τον προσδιορισμό όλων των επίδικων θεμάτων και την διατύπωση των θέσεων των διαδίκων[4], αφού έτσι αποφεύγεται η ανάγκη καταχώρησης νέας Αίτησης αναφορικά με τις Ανταπαιτήσεις των Αιτητών. Περαιτέρω, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η επίλυση όλων των διαφορών των διαδίκων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση των ανωτέρω, καταλήγω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της μερικής έγκρισης της παρούσας αίτησης και εκδίδω διάταγμα για τροποποίηση της Απάντησης και Ανταπαίτησης, ως οι παράγραφος Α. Από την παράγραφο Γ εγκρίνεται μόνο η προσθήκη της νέας παραγράφου Γ9α. Το αιτητικό Β και το υπόλοιπο μέρος του αιτητικού Γ απορρίπτονται. Οι Αιτητές να καταχωρήσουν τροποποιημένη Απάντηση και Ανταπαίτηση εντός επτά ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Η Ανταπάντηση στην Απάντηση και Απάντηση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός επτά ημερών από την καταχώριση της τροποποιημένης Απάντησης και Ανταπαίτησης. Τα τέλη για την έκδοση του παρόντος διατάγματος να καταβληθούν εντός δύο εργάσιμων ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης για τροποποίηση καθώς και τα έξοδα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση (Αιτήτριας στην κυρίως αίτηση), όπως θα υπολογιστούν από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Χρ. Ραγουζαίου Πρόεδρος Δικαστηρίου Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας Subject: Rent Control/Interim Αναφορά: Τροποποίηση Απάντησης μετά την έναρξη της ακρόασης - ανάκληση παραδοχής [1] Δυνάμει των Κανονισμών 2(β) και 12(α) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών. [2] Του Κανονισμού 12(β) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού και της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία προνοούνται τα εξής: 1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς.
  1. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση. [3] Βλ. παράγραφο Γ.
  2. της Απάντησης και Ανταπαίτησης. [4] Βλ. Icos Cif Ltd ν. Μartin Coward (πιο πάνω). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.