← Κύπρος

Στυλιανού ν. Α. ΚΑΙΡΙΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αίτησης: 912/12, 12/9/2018

Στυλιανού ν. Α. ΚΑΙΡΙΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αίτησης: 912/12, 12/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:46 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Μ. Πρωτοπαπά ) Χρ. Χριστοφόρου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 912/12 Μεταξύ: XXXXX Στυλιανού Αιτήτριας και

  1. Α. ΚΑΙΡΙΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΤΑΜΕΙΟΝ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 12/9/
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Η κα Ζένιου. Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1: Καμία εμφάνιση. Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Ο κ.Αθανασιάδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς η Αιτήτρια αξιώνει από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησής της σύμφωνα με το άρθρο 3

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 1967 (Ν.24/67)όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («ο Νόμος») αν ήθελε αποδειχθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησής της στις 30/5/2011 ήταν παράνομος και αδικαιολόγητος, και διαζευκτικά αξιώνει από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») πληρωμή, με βάση το άρθρο 16
(1)του Νόμου σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου, σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι η απόλυσή της οφειλόταν σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, νόμιμο τόκο, έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής τους απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις και ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας οφειλόταν σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού και συγκεκριμένα (α) λόγω μείωσης του όγκου εργασιών της επιχείρησής τους και/ή του περιορισμού του όγκου της ίδιας της επιχείρησης, (β) λόγω κατάργησης τμήματος και συγκεκριμένα του τμήματος παροχής υπηρεσιών σε γυναίκες και (γ) λόγω αλλαγών στο πελατολόγιο και στο είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών της επιχείρησης που είχε ως αποτέλεσμα την ελάττωση των αναγκαιούντων σ΄ αυτήν εργοδοτουμένων. Το Ταμείο στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής του αρνείται τις εναντίον του αξιώσεις ισχυριζόμενο ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Ταμείου ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας δεν οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού καθότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν παρουσίαζαν μείωση εργασιών αλλά ούτε και έπαυσαν τις εργασίες τους κατά τον ουσιώδη χρόνο του τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας. Ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 απέλυσαν την Αιτήτρια με τον ισχυρισμό της μείωσης των εργασιών και/ή της παύσης της λειτουργίας της επιχείρησή τους ενώ στον ουσιώδη χρόνο προέβησαν σε πρόσληψη νέου εργοδοτουμένου στην ίδια ειδικότητα με αυτή της Αιτήτριας. Στις 26/1/2017 ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε τους Καθ' ων η Αίτηση 1 ζήτησε άδεια να αποσυρθεί από δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση 1 καθότι το διοικητικό συμβούλιο των Καθ' ων η Αίτηση 1 τον πληροφόρησε ότι έλαβαν απόφαση όπως προχωρήσουν σε διάλυση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και ανέφερε στο Δικαστήριο ότι του ζητήθηκε όπως δηλώσει στο Δικαστήριο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν προτίθενται να συνεχίσουν να εμφανίζονται στην παρούσα διαδικασία. Το Δικαστήριο παρείχε την αιτούμενη άδεια. Έκτοτε οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν διόρισαν άλλο δικηγόρο να τους εκπροσωπεί. Στις 15/11/2017 άρχισε η ακροαματική διαδικασία της αίτησης εργατικής διαφοράς στην απουσία των Καθ' ων η Αίτηση 1. Βάρος Απόδειξης Το άρθρο 5 του Νόμου προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης από τον εργοδότη. Με το εδάφιο (β) του εν λόγω άρθρου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης λόγω πλεονασμού. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος απολύεται από τον εργοδότη, το άρθρο 6
(1)του Νόμου καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτουμένου σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός της απασχόλησης τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου ως μη γενόμενος για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Νόμου. Σημειώνουμε ότι το άρθρο 6
(1)του Νόμου δημιουργεί τεκμήριο ότι ο τερματισμός της απασχόλησης δεν γίνεται λόγω πλεονασμού. Ενόψει της μη εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση 1 κατά την ακρόαση της υπόθεσης και ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση 1 για αντίκρουση του νόμιμου μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 6 του Νόμου (με το οποίο ο τερματισμός των υπηρεσιών ενός εργοδοτουμένου τεκμαίρεται ότι δεν έγινε νόμιμα για κάποιο ή κάποιους από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου μέχρι αποδείξεως του εναντίου από την πλευρά του εργοδότη), ο τερματισμός των υπηρεσιών της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 θεωρείται ως αδικαιολόγητος και παράνομος και η Αιτήτρια δικαιούται σε πληρωμή αποζημιώσεων από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 δυνάμει του άρθρου 3
(1)του Νόμου. Η Αιτήτρια κατά την ακρόαση της υπόθεσης δεν περιορίστηκε στο να αποδείξει το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούται να πληρωθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 λόγω παράνομης και αδικαιολόγητης απόλυσής της αλλά προσέφερε μαρτυρία προς απόδειξη της θέσης ότι η απόλυσή της οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού. Η Αιτήτρια, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6
(1)του Νόμου, έχει το βάρος να αποδείξει ότι η απόλυσή της έγινε λόγω πλεονασμού σύμφωνα με το άρθρο 5(β) του Νόμου σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου στο οποίο προβλέπονται οι λόγοι πλεονασμού (βλ. Σωτήρη Α. Χρυσάνθου κ.α. ν. Petros Pitsillis (Glass Market) Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 384, Ορθοδοξία Ζερταλή ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2003)1 Α.Α.Δ. 178). Ως εκ τούτου το Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον η απόλυση της Αιτήτριας οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Στην περίπτωση που κριθεί από το Δικαστήριο ότι η απόλυση της Αιτήτριας οφείλεται σε λόγους πλεονασμού τότε το Ταμείο θα πρέπει να καταβάλει στην Αιτήτρια πληρωμή για απόλυση που οφείλεται σε πλεονασμό και οι Καθ' ων η Αίτηση 1 θα απαλλαχτούν από την υποχρέωση να καταβάλουν στην Αιτήτρια αποζημιώσεις για παράνομο και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησής της. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού η Αιτήτρια προσκόμισε εκτός από τη δική της μαρτυρία και τη μαρτυρία της κας XXXXX Ψύλλα και του κ. XXXXX Καϊρίνου. Το Ταμείο προσκόμισε τη μαρτυρία του κ. XXXXX Μαυρομμάτη, ο οποίος εργοδοτείται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εξεταστής απαιτήσεων στο Ταμείο. Παραδεκτά / Μη αμφισβητούμενα Γεγονότα Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των διαδίκων και το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά και/ή αναντίλεκτα και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Η Αιτήτρια προσελήφθη την 1/5/1988 ως κομμώτρια στην υπηρεσία της XXXXX Καϊρίνου στο κομμωτήριο που διατηρούσε η τελευταία στη Λεμεσό. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και συστάθηκαν το
  1. Μέτοχος και διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο XXXXX Καϊρίνος, ο οποίος ήταν ο σύζυγος της XXXXX Καϊρίνου. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 ανέλαβαν τη διαχείριση του κομμωτηρίου που διατηρούσε στη Λεμεσό η XXXXX Καϊρίνου και εργοδότησαν την Αιτήτρια. Η απασχόληση της Αιτήτριας τερματίστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 στις 30/5/2011 με επιστολή τους ημερ.30/3/2011 (Τεκμήριο 1) για λόγους πλεονασμού. Πιο συγκεκριμένα, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 στην εν λόγω επιστολή τους αναφέρουν ότι θα παύσουν τη λειτουργία του κομμωτηρίου. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 έδωσαν στην Αιτήτρια την προβλεπόμενη από τον Νόμο προειδοποίηση. Η απασχόληση της Αιτήτριας στους Καθ' ων η Αίτηση 1 για σκοπούς του Νόμου είναι συνεχής με την απασχόλησή της στην Αντωνία Καϊρίνου και ως εκ τούτου η περίοδος απασχόλησης της Αιτήτριας στους Καθ' ων η Αίτηση 1 για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και του Νόμου είναι από 1/5/1988 μέχρι 31/5/2011[1]. Η Αιτήτρια υπέβαλε στις 31/5/2011 αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού (Τεκμήριο 2) στην οποία στο ερώτημα ποιους λόγους της έδωσε ο εργοδότης της για την απόλυσή της ανέγραψε ότι θα παύσει τη λειτουργία του κομμωτηρίου. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 στις 3/6/2011 συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο που τους αποστάληκε από το Ταμείο σε σχέση με την απόλυση της Αιτήτριας (Τεκμήριο 3). Σε αυτό ανέγραψαν ότι η απόλυση της Αιτήτριας οφειλόταν στην έλλειψη δουλειάς και στην παύση του κομμωτηρίου. Μαρτυρία Η Αιτήτρια κατέθεσε ότι η XXXXX Καϊρίνου ήταν κομμώτρια και αυτή εργαζόταν μαζί της στο κομμωτήριό της το οποίο ειδικευόταν στα γυναικεία κουρέματα και χτενίσματα. Ισχυρίστηκε ότι το πελατολόγιο του κομμωτηρίου ήταν μόνο γυναίκες. Ότι η XXXXX Καϊρίνου απεβίωσε αρχές του 1999 και ότι το κομμωτήριο συνέχισε να λειτουργεί υπό τη διαχείριση των Καθ' ων η Αίτηση
  2. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 εκτύπωση από το σύστημα του Εφόρου Εταιρειών στο οποίο φαίνονται τα πιο κάτω στοιχεία των Καθ' ων η Αίτηση
  3. Όνομα Α. ΚΑΙΡΙΝΟΥ ΛΤΔ Αριθμός Εγγραφής ΗΕ 108944 Τύπος Εταιρεία Υποκατηγορία Ιδιωτική Κατάσταση Ονόματος Τελευταίο Όνομα Ημερομηνία Εγγραφής 11/02/2000 Κατάσταση Οργανισμού Διαγραμμένη Ημερομηνία Κατάστασης 11/01/2016 Ημερ. Τελευταίας Καταχώρησης ΗΕ 32 8/12/2003 Διευθυντές και Γραμματέας Όνομα XXXXX ΚΑΙΡΙΝΟΣ Διευθυντής XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ Γραμματέας Ήταν η θέση της Αιτήτριας ότι κατά τα δύο πρώτα χρόνια μετά τον θάνατο της XXXXX Καϊρίνου ο XXXXX Καϊρίνος περνούσε κατά καιρούς από το κομμωτήριο για να ρωτήσει αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα. Ότι μετά αρρώστησε και επειδή λόγω της ασθένειάς του η μετακίνησή του ήταν πολύ δύσκολη έπαψε να περνά από το κομμωτήριο. Ισχυρίστηκε ότι με το θάνατο της XXXXX Καϊρίνου η εργασία του κομμωτηρίου άρχισε να ελαττώνεται και ότι το 2010 απολύθηκε για λόγους πλεονασμού η βοηθός κομμώτρια που εργαζόταν στο κομμωτήριο και παρέμεινε μόνο αυτή στο κομμωτήριο. Ότι το κομμωτήριο ήταν μικρό και μπορούσε να εξυπηρετήσει ταυτοχρόνως μόνο δύο πελάτισσες αφού είχε μόνο δύο λουτήρες και δύο καρέκλες. Ανέφερε ότι από τον Μάρτιο του 2010 ο XXXXX Καϊρίνος, γιος της XXXXX και του XXXXX Καϊρίνου, ο οποίος μάθαινε κομμωτική άρχισε να έρχεται στο κομμωτήριο και να περνά ώρες εκεί με σκοπό να αναλάβει την επιχείρηση του κομμωτηρίου. Ότι ο XXXXX Καϊρίνος άρχισε να ενεργεί ως αντιπρόσωπος του πατέρα του οποίου η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε. Υποστήριξε ότι επειδή το κομμωτήριο δεν πήγαινε καλά ο XXXXX Καϊρίνος στην προσπάθειά του να αυξήσει το πελατολόγιο άρχισε να δέχεται στο κομμωτήριο άντρες πελάτες, κυρίως νεαρούς φίλους του, τους οποίους εξυπηρετούσε ο ίδιος αποκλειστικά επειδή αυτή δεν ήταν εκπαιδευμένη στα αντρικά κουρέματα. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο XXXXX Καϊρίνος έπαιρνε μισθό ή πληρωνόταν ούτε αν είχε οποιαδήποτε συμφωνία με τον πατέρα του. Λόγω του ότι το υποστατικό στο οποίο στεγαζόταν το κομμωτήριο ήταν πολύ μικρό δεν μπορούσε να γίνει οποιαδήποτε μετατροπή του ώστε να διαχωριστούν οι χώροι που εξυπηρετούνταν οι άντρες πελάτες από τους χώρους που εξυπηρετούνταν οι γυναίκες πελάτισσες. Ήταν η θέση της ότι μετά που άρχισε να εξυπηρετεί άντρες πελάτες ο XXXXX Καϊρίνος διαπιστώθηκε ότι οι γυναίκες πελάτισσες του κομμωτηρίου, οι οποίες ήταν μεγάλης ηλικίας, άρχισαν μην ανανεώνουν τα τακτικά ραντεβού τους και ότι την ενημέρωσαν ότι δεν ένιωθαν πλέον άνετα στο κομμωτήριο λόγω της παρουσίας των ανδρών πελατών. Ότι λιγοστές γυναίκες πελάτισσες συνέχισαν να έρχονται στο κομμωτήριο. Ότι συνεπεία των πιο πάνω ελαχιστοποιήθηκε η δουλειά της. Ότι αυτή δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει άντρες πελάτες γιατί δεν γνώριζε να κουρεύει άντρες. Υποστήριξε ότι η προσπάθεια να μετατραπεί η επιχείρηση του κομμωτηρίου σε unisex κατέληξε στο να γίνει το κομμωτήριο κουρείο. Υποστήριξε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσής της ο κύκλος εργασιών του κομμωτηρίου μειώθηκε σε τέτοιο βαθμό που οι υπηρεσίες της δεν χρειάζονταν. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 ένα αντίγραφο εγγράφου που δείχνει τις μηνιαίες και τις ετήσιες απολαβές της και ισχυρίστηκε ότι έπαιρνε 13ο μισθό. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι νομίζει ότι ο XXXXX Καϊρίνος πήγε για έξι μήνες σε σχολή κομμωτικής και ότι δεν θυμάται πότε τελείωσε τη σχολή. Ούτε θυμόταν πότε ξεκίνησε να δέχεται πελάτες στο κομμωτήριο. Είπε ότι την απόλυσή της της την έδωσε ο XXXXX Καϊρίνος και ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον όταν αυτή έφυγε από το κομμωτήριο το κομμωτήριο σταμάτησε να λειτουργεί. Επανεξεταζόμενη είπε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον ο XXXXX Καϊρίνος πληρωνόταν από τους άνδρες φίλους του που κούρευε. Δεύτερη μάρτυρας για την Αιτήτρια ήταν η κα Ψύλλα η οποία ήταν πελάτισσα του κομμωτηρίου Αντωνίας. Ανέφερε ότι ξεκίνησε να πηγαίνει στο εν λόγω κομμωτήριο κατά το
  4. Ότι τότε άνηκε στην XXXXX Καϊρίνου την οποία αυτή δεν πρόλαβε πολύ καιρό καθότι απεβίωσε λίγο αργότερα. Ισχυρίστηκε ότι αυτήν την εξυπηρετούσε πάντοτε η Αιτήτρια. Ότι μαζί με την Αιτήτρια στο κομμωτήριο εργαζόταν και μια βοηθός κομμώτρια την οποία δεν ξαναείδε μετά το 2010 και ότι όταν ρώτησε γι' αυτήν της είπαν ότι απολύθηκε. Περί τον Μάρτιο του 2010 σε μια επίσκεψή της στο κομμωτήριο η Αιτήτρια την πληροφόρησε ότι ο XXXXX Καϊρίνος μαθήτευε στην κομμωτική και περνούσε ώρες στο κομμωτήριο με σκοπό να αναλάβει την επιχείρηση του κομμωτηρίου. Ότι αυτή όταν άρχισε ο XXXXX Καϊρίνος να δέχεται άντρες φίλους του στο κομμωτήριο σταμάτησε να πηγαίνει στο κομμωτήριο. Σε τυχαία συνάντηση που είχε με δύο άλλες πελάτισσες του κομμωτηρίου, την XXXXX Ευσταθίου και τη XXXXX Δημητρίου, αυτές την πληροφόρησαν ότι σταμάτησαν να πηγαίνουν στο κομμωτήριο λόγω των αντρών πελατών που πήγαιναν στο κομμωτήριο. Υποστήριξε ότι το κομμωτήριο ήταν ήσυχο, ότι η Αιτήτρια ήταν τυπική και συνεπής με τα ραντεβού, ότι αυτή είχε συνδεθεί φιλικά με την Αιτήτρια και κάθε φορά που πήγαινε στο κομμωτήριο «έλεγαν τα δικά τους» και ότι όταν άρχισαν να πηγαίνουν άντρες πελάτες το κλίμα στο κομμωτήριο άλλαξε και αυτή ένιωθε άβολα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι πρόλαβε να γνωρίσει την XXXXX Καϊρίνου. Δεν θυμόταν πότε ακριβώς αυτή σταμάτησε να πηγαίνει στο κομμωτήριο. Ο XXXXX Καϊρίνος, γιος του διευθυντή των Καθ' ων η Αίτηση 1, ήταν ο τρίτος μάρτυρας για την πλευρά της Αιτήτριας. Κατέθεσε ότι η Αιτήτρια ειδικευόταν στα γυναικεία κουρέματα και χτενίσματα και ότι μέχρι το 2010 το πελατολόγιο του κομμωτηρίου ήταν μόνο γυναίκες. Μετά τον θάνατο της μητέρας του στις 15/1/1999 τη διαχείριση του κομμωτηρίου την ανέλαβαν οι Καθ' ων η Αίτηση
  5. Σημείωσε ότι ο XXXXX Καϊρίνος δεν ήταν κομμωτής, δεν απασχολείτο στο κομμωτήριο και στην αρχή πήγαινε στο κομμωτήριο κάποιες φορές να ρωτήσει αν υπήρχε κανένα πρόβλημα και να επιληφθεί κάποιων πληρωμών αλλά μετά την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του σταμάτησε να περνά από το κομμωτήριο. Ανέφερε ότι στο κομμωτήριο εργαζόταν και μια βοηθός κομμώτρια μαζί με την Αιτήτρια η οποία απολύθηκε λόγω μείωσης της πελατείας του κομμωτηρίου το 2009 ή το
  6. Ισχυρίστηκε ότι από τον Μάρτιο του 2010 αυτός άρχισε να πηγαίνει στο κομμωτήριο και να περνά ώρες εκεί διότι μαθήτευε τότε στην κομμωτική και ήθελε να αναλάβει την επιχείρηση του κομμωτηρίου. Λόγω της τακτικής παρουσίας του στο κομμωτήριο και της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του πατέρα του ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του πατέρα του. Υποστήριξε ότι επειδή το κομμωτήριο δεν πήγαινε καλά οικονομικά προσπάθησε να αυξήσει το πελατολόγιο με το να δέχεται στον ίδιο χώρο και άντρες φίλους του τους οποίους αρχικά εξυπηρετούσε με σκοπό να εξασκηθεί. Ότι η Αιτήτρια δεν γνώριζε να κουρεύει άντρες. Ότι όταν άρχισαν να πηγαίνουν άντρες στο κομμωτήριο διαπίστωσε ότι οι γυναίκες πελάτισσες σταμάτησαν να έρχονται στο κομμωτήριο. Ότι αποφάσισαν μαζί με τον πατέρα του όπως κλείσουν το κομμωτήριο, να το ανακαινίσουν και να το ανοίξουν μετά το καλοκαίρι ως κουρείο. Ήταν η θέση του ότι στη βάση της πιο πάνω απόφασης παρέδωσε στην Αιτήτρια στις 30/3/2011 την επιστολή τερματισμού της απασχόλησής της στην οποία ανέγραψε ότι ο τερματισμός της απασχόλησής της οφείλεται στην παύση της λειτουργίας του κομμωτηρίου. Ισχυρίστηκε ότι αυτός δεν πληρωνόταν από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 μέχρι τον Σεπτέμβριο του
  7. Ότι από τον Σεπτέμβριο του 2011 το κομμωτήριο έπαψε να εξυπηρετεί γυναίκες πελάτισσες και μετατράπηκε σε κουρείο. Υποστήριξε ότι η απόλυση της Αιτήτριας οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο μειώθηκε ο κύκλος εργασιών του κομμωτηρίου σε βαθμό που δεν χρειαζόταν πλέον η Αιτήτρια και περαιτέρω λόγω της μετατροπής του κομμωτηρίου σε κουρείο η θέση της κομμώτριας γυναικείων κομμώσεων καταργήθηκε. Ανέφερε ότι το 2011 αυτός ήταν 26 χρονών. Ήταν η θέση του ότι η Αιτήτρια κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησής της λάμβανε ως ακάθαρτο μηναίο μισθό το ποσό των €972,00 και ότι είχε δικαίωμα σε 13ο μισθό. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν έχει οποιαδήποτε στοιχεία για να καταθέσει στο Δικαστήριο τα οποία να υποστηρίζουν τον ισχυρισμό του ότι το κομμωτήριο ήταν κλειστό κατά την περίοδο 1/6/2011 μέχρι 31/8/
  8. Ισχυρίστηκε ότι όταν αυτός άρχισε να πηγαίνει στο κομμωτήριο τον Μάρτιο του 2010 δεν δούλευε εκεί και ότι πήγαινε απλώς για να πάρει εμπειρίες και να δει πώς δούλευε το κομμωτήριο. Όταν ρωτήθηκε πότε τελείωσε τη σχολή κομμωτικής είπε ότι δεν θυμόταν σίγουρα και ότι ήταν «γύρω στο 2010/2011». Υποστήριξε οι πελάτισσες του κομμωτηρίου ήταν μεγάλες κυρίες που δεν τους άρεσε να έρχονται στο κομμωτήριο και να έχει εκεί και άντρες πελάτες. Ότι στην αρχή πήγαιναν στο κομμωτήριο οι φίλοι του για παρέα και ότι αυτός τους κούρευε για να μάθει. Ο κ. Μαυρομμάτης κατέθεσε ότι εξέτασε την αίτηση που υπέβαλε η Αιτήτρια στο Ταμείο όταν απολύθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση
  9. Ανέφερε ότι απέρριψε την αίτηση καθότι (α) δεν υπήρχαν ενώπιόν του στοιχεία που να δεικνύουν την παύση της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση 1 όπως π.χ. αίτηση διαγραφής από το Φ.Π.Α, αίτηση διαγραφής από το μητρώο εργοδοτών στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και (β) την 1/9/2011 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 προσέλαβαν τον XXXXX Καϊρίνο. Σημείωσε ότι κατά την εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας δεν του δόθηκαν στοιχεία που ανέφεραν την αλλαγή του πελατολογίου της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση
  10. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης εργατικής διαφοράς οι δικηγόροι που εκπροσωπούσαν τους Καθ' ων η Αίτηση 1 απέστειλαν στο Ταμείο στις 26/2/2014 μια επιστολή (Τεκμήριο 7) στην οποία ανέφεραν τους λόγους που απολύθηκε η Αιτήτρια. Υποστήριξε ότι λόγω διάφορων ανακριβειών που υπήρχαν στο εν λόγω Τεκμήριο σε σχέση με την ημερομηνία θανάτου της XXXXX Καϊρίνου, με τον ιδρυτή των Καθ' ων η Αίτηση 1, με το πότε μεταβιβάστηκε η επιχείρηση του κομμωτηρίου στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και με το πότε άρχισε ο XXXXX Καϊρίνος να εργάζεται στο κομμωτήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να βασιστεί στο εν λόγω Τεκμήριο για σκοπούς αναθεώρησης της απόφασης του Ταμείου να απορρίψει την αίτηση της Αιτήτριας. Αξιολόγηση και Ευρήματα - Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζον, και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο όταν η απασχόλησή του τερματίστηκε: «(α) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο, ή (β) διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο: .................................... (γ) Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίας της επιχειρήσεως: (i) Εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιαδήποτε άλλης αλλαγής εις τα μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων. (ii) Αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τα μεθόδους παραγωγής ή εις τα αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων. (iii) Καταργήσεις τμημάτων. (iv) Δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών. (v) Ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών (vi) Σπάνεως μέσων παραγωγής, και (vii) Περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως» Το Δικαστήριο καλείται αφού αξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του να αποφασίσει κατά πόσον η Αιτήτρια κατάφερε να αποδείξει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο συνέτρεχαν λόγοι πλεονασμού που δικαιολογούσαν την απόλυσή της. Από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό διαφαίνεται ότι η Αιτήτρια επικαλείται ως λόγο απόλυσής της ως πλεονάζον προσωπικό τη μείωση του κύκλου εργασιών της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση 1, την αλλαγή στην ειδικότητα των εργοδοτουμένων που χρειαζόταν η επιχείρηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και την κατάργηση του τμήματος που ασχολείτο με τα γυναικεία χτενίσματα και κουρέματα. Κατά συνέπεια το ερώτημα που τίθεται είναι αν με βάση την ενώπιόν μας μαρτυρία δικαιολογείται η απόλυση της Αιτήτριας σύμφωνα με τις πρόνοιες των εδαφίων (i), (ii), (iii) και (vii) της παραγράφου (γ) του άρθρου 18 του Νόμου. Mε βάση τη νομολογία το κατά πόσον υπάρχουν πραγματικές συνθήκες πλεονασμού κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια και δεν εναπόκειται στην υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή του εργοδοτουμένου. Σημειώνουμε ότι η αναδιοργάνωση / αλλαγή μιας επιχείρησης, η κατάργηση τμήματος και η μείωση του όγκου εργασίας μιας επιχείρησης αποτελούν τρεις αυτόνομους και όχι αλληλοεξαρτώμενους λόγους πλεονασμού. Επομένως οποιοσδήποτε από τους τρεις λόγους αποδειχτεί η απόφαση του εργοδότη να απολύσει τον εργοδοτούμενο για λόγους πλεονασμού θα κριθεί δικαιολογημένη. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε πραγματική μείωση του όγκου εργασιών μιας επιχείρησης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο συνήθης κύκλος εργασιών της επιχείρησης αυτής κατά τα τελευταία χρόνια προ της απολύσεως. Το Δικαστήριο κρίνοντας αντικειμενικά θα πρέπει να διαπιστώσει κατά ποσόν υπήρξε ουσιαστική μείωση του συνήθους κύκλου εργασιών κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου στον βαθμό που θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη η απόφαση για απόλυση λόγω πλεονασμού. Σχετικά με τον περιορισμό του όγκου εργασίας μιας επιχείρησης σύμφωνα με την απόφαση το Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 703, 706: «Εποχιακή ή περιοδική μείωση του όγκου της εργασίας η οποία αφήνει ανεπηρέαστο τον όγκο της εργασίας, επιμετρούμενο μέσα στο συνήθη κύκλο της εμπορικής δραστηριότητας του εργοδότη, δε συνιστά λόγο για τον τερματισμό της απασχόλησης λόγω πλεονασμού. Ο όγκος των εργασιών επιχείρησης έχει όχι μόνο εποχιακές αλλά και καθημερινές αυξομειώσεις και διακυμάνσεις. Αν γινόταν δεκτή η θέση των εφεσειόντων, θα διανοιγόταν η οδός για την καταστρατήγηση του οικοδομήματος του νόμου που συναρτά τον πλεονασμό με τα αντικειμενικά δεδομένα της επιχείρηση. Ο όγκος εργασίας προσδιορίζεται με βάση σταθερό παρονομαστή που αντανακλά τον όγκο της εργασίας του εργοδότη στο πλαίσιο του συνήθους κύκλου της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και αυτή η σημασία που ενέχει ο όρος 'όγκος εργασίας' στο πλαίσιο του άρθρου 18(γ) (vii) του Ν.24/67 (όπως έχει τροποποιηθεί).» Σημειώνουμε ότι στην υπόθεση Σωτήρη Α. Χρυσάνθου ν. 1. PETROS PITSILLIS (GLASS MARKET) LIMITED, 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2001)1 Α.Α.Δ. 383 λέχθηκαν τ' ακολούθα σε σχέση με τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση λόγω πλεονασμού: «Αυτό μας οδηγεί στον τέταρτο λόγο έφεσης που αφορά την κατάληξη του δικαστηρίου ότι κανένα πειστικό στοιχείο δεν προσκομίσθηκε σε τεκμηρίωση του ισχυρισμού για πλεονασμό. Είναι προφανές από το παρατεθέν απόσπασμα ότι το τι είχε υπ΄όψη του το δικαστήριο ήταν μαρτυρία υπό μορφή ισολογισμών και άλλων λογιστικών στοιχείων που αφορούσαν τον κύκλο εργασιών της εταιρείας. Ήταν γι΄αυτό το λόγο που το δικαστήριο θεώρησε ως άνευ σημασίας όχι μόνο τα αναφερόμενα στις επιστολές αλλά και την ίδια τη μαρτυρία του Εφεσείοντα 1 ότι το εργοστάσιο ήταν κλειστό την ημέρα που εδόθησαν οι επιστολές καθώς και ένα μήνα πριν από την ακρόαση. Αυτό θεωρούμε ότι συνιστούσε λανθασμένη προσέγγιση στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Οι ισολογισμοί και άλλα λογιστικά στοιχεία που αφορούν τον κύκλο εργασιών του εργοδότη μπορεί να είναι σημαντικά στοιχεία προς απόδειξη τέτοιας μείωση του κύκλου εργασιών του ώστε να δικαιολογούν συμπέρασμα πλεονασμού, δεν είναι όμως τα μόνα και αποκλειστικά στοιχεία που να μπορούν να συνιστούν τέτοια μαρτυρία, ούτε περιορίζεται νομολογιακά το είδος της μαρτυρίας που ενδεχόμενα να τεκμηρίωνε πλεονασμό. Η αναφορά του δικαστηρίου στην υπόθεση Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου
(1994)1 ΑΑΔ 703 σε στήριξη της άποψης του ότι δεν παρουσιάσθησαν στοιχεία υπό μορφή ισολογισμών και άλλων τέτοιων που να καταδείκνυαν "πραγματικές συνθήκες πλεονασμού" ως εκ της μείωσης του συνήθους κύκλου εργασιών της εταιρείας, παραγνωρίζει τα πιο πάνω. Η εν λόγω υπόθεση δεν αφορούσε το είδος της μαρτυρίας που μπορεί να τεκμηριώσει πλεονασμό αλλά τη συνάρτηση της εποχιακής και περιοδικής μείωσης του κύκλου εργασιών προς το συνήθη κύκλο εργασιών του εργοδότη. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε μαρτυρία, που ήταν και μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου, ότι το εργοστάσιο της εταιρείας ήταν κλειστό τόσο την ημέρα που εδόθησαν οι επιστολές τερματισμού όσο και ένα μήνα πριν από την ακρόαση. Χωρίς βέβαια να λέγουμε ότι αυτό θα ήταν αρκετό να αποδείξει τον ισχυριζόμενο πλεονασμό, θεωρούμε ότι, σε συνάρτηση και με την αναφορά που εγίνετο στις επιστολές ως προς το λόγο του τερματισμού, η μαρτυρία αυτή ήταν μαρτυρία που θα έπρεπε να σταθμισθεί από το δικαστήριο και όχι να αποκλεισθεί a priori ως μη σχετική. Η καθολική αναστολή των εργασιών του εργοδότη που απεκάλυπτε το κλείσιμο του εργοστασίου συνιστούσε στοιχείο μαρτυρίας που ήταν σχετικό προς το επίδικο θέμα.»[2] Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση Α/φοί Γαλαταριώτη Λτδ ν. Παρασκευής Γρηγορά κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1985 όπου η εργοδότρια εταιρεία επικαλέστηκε τη συνεχιζόμενη κρίση στον τομέα του γενικού εμπορίου ως την αιτία απόλυσης της αιτήτριας και λέχθηκε στη σελίδα 1990 ότι: «...η απόλυση της εφεσίβλητης δεν οφειλόταν ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση με τη μείωση του κύκλου εργασιών του καταστήματος, αιτία που δεν συνάδει με την πρόσληψη νέου υπαλλήλου». Στη συνέχεια στη σελίδα 1992 λέχθηκαν τ' ακόλουθα: «Το κρίσιμο ερώτημα ήταν λοιπόν, κατά πόσο υπήρξε περιορισμός του όγκου εργασίας των εφεσειόντων. Το Δικαστήριο αξιολογώντας το μαρτυρικό υλικό κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν υπήρχαν ενώπιον του τέτοια στοιχεία, οικονομικά ή λογιστικά, που θα μπορούσαν όντως να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό για περιορισμό του όγκου εργασιών της επιχείρησης των εφεσειόντων ή του τμήματος στο οποίο εργαζόταν η εφεσίβλητη. Και εφόσον δεν υπήρξε μαρτυρία που βάσιμα θα μπορούσε να τεκμηριώσει την ύπαρξη συγκεκριμένων οικονομικών περιστάσεων δεν παρίστατο ανάγκη εξέτασης κατά πόσο η απόλυση του Αιτητή οφειλόταν αποκλειστικά ή κυρίως στις οικονομικές περιστάσεις των εφεσειόντων.» (Η υπογράμμιση είναι δική μας) Αναφορικά με τους άλλους λόγους που αφορούν την αλλαγή στις ειδικότητες των εργοδοτουμένων και την αναδιοργάνωση, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο κάθε εργοδότης έχει το δικαίωμα, μέσα στα πλαίσια της επιχειρηματικής του δράσης, να διενεργεί οποιαδήποτε αλλαγή ή αναδιοργάνωση σχετιζόμενη με τη λειτουργία της επιχείρησής του. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε αλλαγή ή μορφή αναδιοργάνωσης που γίνεται από τον εργοδότη συνιστά ταυτόχρονα και λόγο πλεονασμού σύμφωνα με τις προλεγόμενες πρόνοιες του Νόμου. Καθώς έχει αναφερθεί στην απόφαση Α/φοι Γαλαταριώτη Λτδ ν Παρασκευής Γρηγορά κ.α. (πιο πάνω): «Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ο εκσυγχρονισμός ή αναδιοργάνωση ή οποιαδήποτε αλλαγή της επιχείρησης για να συνιστά βάσιμο λόγο πλεονασμού πρέπει να είναι τέτοιου βαθμού, σε έκταση και σοβαρότητα, ώστε να επιφέρει μεταβολή στη φύση των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή την κατάργηση τους ώστε το αποτέλεσμα να συνεπάγεται "ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων" κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18(γ)(i) του Νόμου». Στο σύγγραμμα C. Grunfeld, "The Law of Redundancy", 3rd Edition, Sweet & Maxwell στη σελίδα 124 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Dismissals for redundancy will result in law only if the new system or technology caused the requirements of the business for employees to do work of a particular kind to cease or diminish." Απαραίτητη προϋπόθεση για απόδειξη ύπαρξης πλεονασμού λόγω αναδιοργάνωσης είναι η μεταβολή ή κατάργηση/μείωση των καθηκόντων εργασίας του απολυόμενου εργοδοτουμένου. Στην υπόθεση S & G Colocassides Ltd v. Πολύβιος Λαζαρίδης κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 2181 σημειώθηκε ότι εφόσον τα καθήκοντα της θέσης που καταργήθηκε ή του εργοδοτουμένου που απολύθηκε για λόγους αναδιοργάνωσης παραμένουν και εκτελούνται από άλλον εργοδοτούμενο η απόλυση του εργοδοτουμένου δεν μπορεί να συνιστά απόλυση για λόγους πλεονασμού σύμφωνα με τον Νόμο. Μια μέθοδος εξακρίβωσης του αν υπάρχει ή όχι πλεονασμός καθορίστηκε στην υπόθεση Hindle v. Percival Boats Ltd
(1969)1 ALL E.R. 836. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής, σε κάθε περίπτωση για να δικαιολογηθεί πλεονασμός πρέπει να διακριβωθούν οι πραγματικές απαιτήσεις της επιχείρησης και κατά πόσο αυτές μειώθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στη συνέχεια πρέπει να διακριβωθεί κατά πόσο οι συγκεκριμένες μειωμένες απαιτήσεις συνδέονται με τα καθήκοντα του εργοδοτουμένου που θα απολυθεί ως πλεονάζον. Αν στη διαδικασία αυτή, με αντικειμενικά κριτήρια επιβεβαιωθεί ο επηρεασμός της εργασίας του εργοδοτουμένου, αυτός θεωρείται πλεονάζον προσωπικό. Τονίζουμε ότι με βάση τη νομολογία το κατά πόσον υπάρχουν πραγματικές συνθήκες πλεονασμού κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια αφού αναφέρεται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης και δεν εναπόκειται στην υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή του εργοδοτουμένου. (Βλέπε United Hotels (Lordos) Ltd ν. Ανδρούλας Σταύρου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 515). Στην υπόθεση Murray and Another v. Foyle Meats Ltd [1999] ICR 827 η Βουλή των Λόρδων στην απόφασή τους σημείωσαν ότι στις περιπτώσεις που το επίδικο ζήτημα αφορά απολύσεις λόγω κατ' ισχυρισμό πλεονασμού το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει σε δύο ερωτήματα γεγονότων: "The first is whether one or other of various states of economic affairs exists. In this case, the relevant one is whether the requirements of the business for employees to carry out work of a particular kind have diminished. The second question is whether the dismissal is attributable, wholly or mainly, to that state of affairs. This is a question of causation." Στο σύγγραμμα C. Grunfeld, "The Law of Redundancy" (πιο πάνω), στη σελίδα 127 αναφέρονται τα ακόλουθα: "
  1. Reorganisation: A Change in Duties The cases concerned with a change in duties substantially involve the application of the statutory phrase, "work of a particular kind". Early on, the National Industrial Relations court observed: "The phrase . means, in our judgement, work which is distinguishable from other work of the same general kind by requiring special aptitudes, special skills or knowledge." ......... European Chefs (Catering) Ltd v. Currell was a straightforward example. Currell was a pastry cook whose speciality was making eclairs and meringues. His employers decided to stop making pastry cases, upon which Currell had been engaged, and instead to make and sell continental pastries. For this purpose a pastry cook skilled in making such pastry was engaged in place of Currell who was dismissed. Held: he had dismissed for redundancy since the making of eclair and meringue cases was skilled work of a different kind from the making of continental pastries." Στην ίδια σελίδα στην υποσημείωση 48 αναφέρονται υποθέσεις στις οποίες η απόλυση εργοδοτουμένων κρίθηκε ότι ήταν πλεονασμός λόγω αλλαγής καθηκόντων. Παραθέτουμε πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα: "Hall v. Farrington Data Processing Ltd. [1969] I.T.R.230 (D.C.) (branch manager - salesman dismissed for refusing to change to duties of salesman only; held: redundancy); O' Neill v. Merseyside Plumbing Ltd. [1973] I.T.R. 122 (N.I.R.C.) (gas fitting a different kind of work from plumbing); Denton v. Neepsend Ltd. [1976] I.R.L.R 164 (work with cold saws different from work with abrasive cutting machine)." Σ΄ αυτό το σημείο θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι προσλήψεις νέου προσωπικού από ένα εργοδότη, ο οποίος απολύει προσωπικό λόγω μείωσης του όγκου εργασίας του αντιβαίνουν τον λόγο πλεονασμού που επικαλείται ο εργοδότης εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις καθότι ένας εργοδότης δεν μπορεί να απολύει προσωπικό λόγω μείωσης του όγκου εργασιών και ταυτόχρονα να προβαίνει σε νέες προσλήψεις, λίγο πριν ή λίγο μετά τις απολύσεις λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών του. Σημειώνουμε ότι η πρόσληψη προσωπικού από εργοδότη ο οποίος απολύει προσωπικό είτε λόγω μείωσης του όγκου εργασιών είτε λόγω αναδιοργάνωσης είτε λόγω κατάργησης τμήματος μπορεί να μην αναιρέσει και να μην εμποδίσει τυχόν διαπίστωση για υπάρχον πλεονάζον προσωπικό στις περιπτώσεις που αφού εξεταστούν όλες οι περιβάλλουσες συνθήκες που αφορούν τις απολύσεις και τις νέες προσλήψεις κριθεί ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις οι νέες προσλήψεις δεν επηρεάζουν το τυχόν συμπέρασμα για δικαιολογημένο πλεονασμό εντός του πλαισίου του Νόμου. Στην Packman v. Fauchon [2012] ICR 1362 το Employment Appeal Tribunal ανέτρεψε την απόφαση του Industrial Tribunal ότι η απόλυση της εργοδοτούμενης λογίστριας δεν οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού παρά το ότι απολύθηκε συνεπεία της μείωσης του κύκλου εργασιών του εργοδότη της και της εγκατάστασης ενός λογιστικού λογισμικού συστήματος τα οποία μείωσαν τις απαιτήσεις του εργοδότη για τήρηση λογιστικών βιβλίων επειδή η εργοδοτούμενη απολύθηκε μετά που αρνήθηκε να εργάζεται λιγότερες ώρες από ότι εργαζόταν και ο εργοδότης προσέλαβε άλλη λογίστρια η οποία εργαζόταν λιγότερες ώρες και σημείωσε ότι η απόλυση της Αιτήτριας οφειλόταν στις μειωμένες απαιτήσεις του εργοδότη για λογιστικές εργασίες (παρά το ότι δεν υπήρξε μείωση στον αριθμό των εργοδοτουμένων στη θέση του λογιστή υπήρξε μείωση στις ώρες εργασίας). Αξιολογώντας το ενώπιόν μας υλικό σημειώνουμε τα πιο κάτω: A. Το Ταμείο στο δικόγραφό του ισχυρίζεται ότι οι απολαβές της Αιτήτριας ανέρχονταν στο ποσό των €207,69 εβδομαδιαίως και ότι η Αιτήτρια δεν λάμβανε 13ο μισθό ενώ η Αιτήτρια στο δικόγραφό της ισχυρίζεται ότι λάμβανε €972,00 μηνιαίως πλέον 13ο μισθό. H μαρτυρία της Αιτήτριας και του XXXXX Καϊρίνου σε σχέση με τις απολαβές της Αιτήτριας δεν αμφισβητήθηκε από τον δικηγόρο του Ταμείου και ούτε προσκομίστηκε από το Ταμείο οποιαδήποτε μαρτυρία που να την αντικρούει. Παρατηρούμε ότι δεν τέθηκαν ενώπιόν μας οποιαδήποτε απτά στοιχεία που να στηρίζουν τις θέσεις της Αιτήτριας και του XXXXX Καϊρίνου σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα πέραν του Τεκμηρίου 5 (κατάσταση αποδοχών της Αιτήτριας για το 2011) το περιεχόμενο του οποίου ενώ υποστηρίζει την εκδοχή της Αιτήτριας για το ύψος των μηνιαίων απολαβών της δεν υποστηρίζει τη θέση της Αιτήτριας και του XXXXX Καϊρίνου ότι η Αιτήτρια λάμβανε 13ο μισθό. Στη βάση των πιο πάνω γίνονται αποδεκτοί ως αξιόπιστοι μόνο οι ισχυρισμοί που αφορούν το ύψος των μηναίων απολαβών της Αιτήτριας. Συνακόλουθα αποτελεί εύρημά μας ότι η Αιτήτρια λάμβανε €972,00 ως ακάθαρτο μηνιαίο μισθό. Β. Δεν τέθηκαν ενώπιόν μας οποιαδήποτε απτά και συγκεκριμένα στοιχεία που να στηρίζουν και να δικαιολογούν τον ισχυρισμό για μείωση του κύκλου εργασιών του κομμωτηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας ήταν πολύ γενική και περιορίστηκε στις αόριστες αναφορές ότι μετά το θάνατο της XXXXX Καϊρίνου ο όγκος εργασιών του κομμωτηρίου άρχισε να μειώνεται, ότι το 2010 απολύθηκε και η βοηθός κομμώτρια για λόγους πλεονασμού και ότι μετά τον Μάρτιο του 2010 η δουλειά του κομμωτηρίου ελαχιστοποιήθηκε. Δεν προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο λογιστικοί λογαριασμοί του κομμωτηρίου που να δείχνουν τις εισπράξεις του κομμωτηρίου ή λογαριασμοί κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και νερού του υποστατικού στο οποίο στεγαζόταν το κομμωτήριο. Ούτε οποιεσδήποτε καταστάσεις συναλλαγών που είχαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 με τους προμηθευτές του κομμωτηρίου τέθηκαν ενώπιόν μας. Επίσης δεν προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο στοιχεία που να δεικνύουν ότι η βοηθός κομμώτρια απολύθηκε λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών του κομμωτηρίου και ότι το Ταμείο μετά που εξέτασε σχετική αίτησή της που υποβλήθηκε σε αυτό για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού κατέβαλε σε αυτή πληρωμή για απόλυση που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού αποδεχόμενο ότι κατά τον χρόνο απόλυσής της υπήρχε μείωση του κύκλου εργασιών του κομμωτηρίου. Τα εν λόγω στοιχεία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για να εξετάσουμε και να αποφανθούμε κατά ποσόν (α) ο ισχυρισμός για μείωση του κύκλου εργασιών του κομμωτηρίου κατά τον χρόνο της απόλυσης της Αιτήτριας ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και (β) η μείωση ήταν τέτοιας έκτασης που να δικαιολογεί μείωση του προσωπικού των Καθ' ων η Αίτηση
  2. Λόγω των πιο πάνω αδυναμιών στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας σε σχέση με τον ισχυρισμό της μείωσης του κύκλου εργασιών κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε στην εν λόγω μαρτυρία και να εξάγουμε συμπεράσματα που να υποστηρίζουν τη θέση της μείωσης του κύκλου εργασιών. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας υπήρχε μείωση του κύκλου εργασιών που δικαιολογούσε την απόλυση της Αιτήτριας. Γ. Προκύπτει ότι το Ταμείο βάσει των δηλώσεων της Αιτήτριας και των Καθ' ων η Αίτηση 1 στα έντυπα του Ταμείου (Τεκμήρια 2 και 3) εξετάζοντας την αίτηση της Αιτήτριας διερεύνησε κατά πόσον ή όχι η επιχείρηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 έπαυσε να διεξάγει εργασίες και γι' αυτό τον σκοπό εξέτασε κατά πόσον οι Καθ' ων η Αίτηση 1 διαγράφηκαν από το μητρώο του Φ.Π.Α. και από το μητρώο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον κ. Μαυρομμάτη το Ταμείο απέρριψε την αίτηση της Αιτήτριας λόγω του ότι κατά την εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας (α) δεν εντόπισε οποιαδήποτε επίσημη ένδειξη διακοπής των εργασιών της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση 1 και (β) διαπίστωσε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δήλωσαν στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι την 1/9/2011 προσέλαβαν νέο εργοδοτούμενο. Ενώπιόν μας η εκδοχή που παρουσιάστηκε από την πλευρά της Αιτήτριας ήταν ότι αυτό που έγινε στην πραγματικότητα ήταν ότι το κομμωτήριο των Καθ' ων η Αίτηση 1 έπαυσε να λειτουργεί ως κομμωτήριο για γυναίκες και ότι μετατράπηκε σε κουρείο για άνδρες. Σημειώνουμε ότι η διαφοροποίηση και/ή η αλλαγή της επιχειρηματικής δραστηριότητας ενός εργοδότη μπορεί να δικαιολογήσει πλεονασμό στην περίπτωση που οι ανάγκες του εργοδότη όσον αφορά τις ειδικότητες των εργοδοτουμένων αλλάζουν και διαφοροποιούνται και ότι στις περιπτώσεις που δικαιολογείται πλεονασμός στη βάση των πιο πάνω τυχόν προσλήψεις νέων εργοδοτουμένων σε διαφορετικές ειδικότητες δεν αναιρούν το συμπέρασμα πλεονασμού. Ενόψει της πιο πάνω εκδοχής το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να εξετάσουμε και να αποφανθούμε είναι κατά πόσο η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας προς υποστήριξη της πιο πάνω εκδοχής είναι αξιόπιστη, πειστική και ικανοποιητική σε τέτοιο βαθμό που να τεκμηριώνει στο βαθμό που απαιτείται σε διαδικασίες όπως την παρούσα την ύπαρξη των συγκεκριμένων αναφερόμενων περιστάσεων. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε μαρτυρία που βάσιμα τεκμηριώνει την ύπαρξη των συγκεκριμένων περιστάσεων τότε θα πρέπει να εξεταστεί (α) κατά ποσόν οι εν λόγω περιστάσεις συνιστούν πλεονασμό εντός των πλαισίων του Νόμου και της νομολογίας και (β) κατά πόσον η απόλυση της Αιτήτριας οφειλόταν αποκλειστικά ή κυρίως στις εν λόγω περιστάσεις. Είμαστε της γνώμης ότι οι οποιεσδήποτε ανακρίβειες / αντιφάσεις των μαρτύρων της πλευράς της Αιτήτριας σχετικά με τις ημερομηνίες (α) που πέθανε η XXXXX Καϊρίνου, (β) που ιδρύθηκαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και που ανέλαβαν ως εργοδότες το προσωπικό του κομμωτηρίου και (γ) που απολύθηκε η βοηθός κομμώτρια, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από τα εν λόγω γεγονότα μέχρι την ημερομηνία που οι μάρτυρες της πλευράς της Αιτήτριας έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο και της ελάχιστης σημασίας που έχουν τα εν λόγω γεγονότα με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας διαδικασίας δεν επηρεάζουν αρνητικά την αξιοπιστία των εν λόγω μαρτύρων σε τέτοιο βαθμό ώστε να απορρίψουμε ολόκληρη τη μαρτυρία τους. Το γεγονός ότι η κα Ψύλλα ανέφερε ότι άρχισε να επισκέπτεται το κομμωτήριο το 1999 και ότι πρόλαβε να γνωρίσει την XXXXX Καϊρίνου πριν αυτή αποβιώσει, για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω, κρίνουμε ότι δεν είναι αρκετό να μας οδηγήσει στην απόρριψη ολόκληρης της μαρτυρίας της ως αναξιόπιστης. Η μαρτυρία της κας Ψύλλα στο σύνολό της ήταν φυσική και πειστική και ως εκ τούτου γίνεται αποδεχτή ως αξιόπιστη. Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας από την πλευρά της Αιτήτριας (α) ότι η Αιτήτρια γνώριζε να κουρεύει και να χτενίζει μόνο γυναίκες και δεν είχε τις γνώσεις να κουρεύει άντρες και (β) ότι το κομμωτήριο μέχρι και τον Μάρτιο του 2010 είχε μόνο γυναίκες πελάτισσες παρέμεινε αναντίλεκτη αφού ούτε αμφισβητήθηκε ούτε αντικρούστηκε από την πλευρά του Ταμείου. Ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα. Από το σύνολο της ενώπιόν μας μαρτυρίας προκύπτει ως παραδεκτό το γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δήλωσαν στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι προσέλαβαν τον XXXXX Καϊρίνο την 1/9/
  3. Η μαρτυρία της Αιτήτριας και του XXXXX Καϊρίνου σχετικά με τα γεγονότα της υπόθεσης μετά τον Μάρτιο του 2010 ήταν γενική και δεν υποστηρίχτηκε από οποιαδήποτε συγκεκριμένα απτά στοιχεία. Πιο συγκεκριμένα, (α) δεν τέθηκαν ενώπιόν μας οποιαδήποτε στοιχεία που να δεικνύουν τη μείωση των γυναικών πελατισσών του κομμωτηρίου και την αύξηση των ανδρών πελάτων κατά τα έτη 2010 - 2011 και την τελική μετατροπή του κομμωτηρίου σε κουρείο και (β) ενώ ο XXXXX Καϊρίνος κατέθεσε ότι το 2011 αποφασίστηκε όπως το κομμωτήριο κλείσει και ανακαινισθεί το υποστατικό που στεγαζόταν το κομμωτήριο ώστε να γίνει κουρείο δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε στοιχεία που να δεικνύουν ότι την περίοδο 1/6/2011 - 31/8/2011 το κομμωτήριο ήταν κλειστό, ότι έγιναν εργασίες ανακαίνισης του χώρου του υποστατικού που στεγαζόταν το κομμωτήριο και ότι στη συνέχεια η επιχείρηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 άνοιξε ως κουρείο. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι τόσον η Αιτήτρια όσον και ο XXXXX Καϊρίνος δεν απάντησαν με σαφήνεια πότε τελείωσε τη σχολή κομμωτικής ο XXXXX Καϊρίνος. Στις σχετικές ερωτήσεις που τους έγιναν απάντησαν ότι δεν θυμούνται. Σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια σε ερώτηση κατά πόσον έρχονταν καθημερινά άντρες στο κομμωτήριο μετά που άρχισε να έρχεται ο XXXXX Καϊρίνος απάντησε ότι μπορεί να έρχονταν μέχρι και πέντε πελάτες την μέρα ενώ ο XXXXX Καϊρίνος σε παρόμοια ερώτηση απάντησε ότι στο κομμωτήριο έρχονταν οι φίλοι του για παρέα και ότι αυτός «μπορεί» να κούρευε κάποιον για εξάσκηση. Η θέση της Αιτήτριας ότι δεν γνωρίζει αν ο XXXXX Καϊρίνος πληρωνόταν από τους άντρες που κούρευε δεν μας φαίνεται πειστική και λογική υπό το φως της θέσης της ότι ο χώρος του κομμωτηρίου ήταν μικρός. Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι η μαρτυρία της Αιτήτριας και του XXXXX Καϊρίνου σχετικά με τα γεγονότα της υπόθεσης μετά τον Μάρτιο του 2010 δεν συνιστά ασφαλή βάση στην οποία μπορούμε να στηριχτούμε για να εξάγουμε οποιαδήποτε συμπεράσματα που να στηρίζουν την εκδοχή της μετατροπής του κομμωτηρίου σε κουρείο. Η μαρτυρία της κας Ψύλλα παρά το ότι κρίθηκε ως αξιόπιστη δεν είναι αρκετή και ικανοποιητική να αποδείξει τη μετατροπή του κομμωτηρίου των Καθ' ων η Αίτηση 1 σε κουρείο καθότι αφορούσε μόνο τρία πρόσωπα που ήταν πελάτισσες του κομμωτηρίου. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι δεν αποδείχτηκαν με αξιόπιστη, επαρκή και ικανοποιητική μαρτυρία η ύπαρξη περιστάσεων που θα δικαιολογούσαν τον πλεονασμό της Αιτήτριας αφού δεν αποδείχτηκε στην παρούσα περίπτωση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης της Αιτήτριας υπήρξε κατάργηση τμήματος και/ή οποιαδήποτε αλλαγή ή η αναδιοργάνωση της επιχείρησης που διατηρούσαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 εντός των πλαισίων του Νόμου που επέφερε την κατάργηση, μείωση ή μεταβολή των καθηκόντων που εκτελούσε η Αιτήτρια. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι δεν αποδείχτηκε στην παρούσα περίπτωση ότι η απόλυση της Αιτήτριας δικαιολογείται στη βάση των εδαφίων (i), (ii), (iii) και (vii) της παραγράφου (γ) του άρθρου 18 του Νόμου και συνακόλουθα κρίνουμε ότι η απόλυση της Αιτήτριας είναι παράνομη και συνεπώς η Αιτήτρια δικαιούται σε αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου. Αποζημιώσεις Με βάση το άρθρο 3 του Νόμου όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτουμένου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 98 σελ. 104-105 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» Θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια ήταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 για 23 συναπτά έτη για σκοπούς του Νόμου. Οι τελευταίες εβδομαδιαίες απολαβές της Αιτήτριας για σκοπούς του Νόμου ανέρχονταν σε €224,31 [(€ 972,00 Χ 12)÷ 52]. Έχοντας υπόψη την υποπαράγραφο 2 του άρθρου 4 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου, βρίσκουμε ότι το ελάχιστο ποσό που θα ελάμβανε η Αιτήτρια αν κηρυσσόταν πλεονάζων προσωπικό θα ανερχόταν στις €15.140,93 (67.5 Χ €224,31) και η μέγιστη αποζημίωση που μπορεί να της επιδικάσει το Δικαστήριο αντιστοιχεί στις απολαβές δύο χρόνων €23.328,24 (104 Χ €224,31). Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη ότι η Αιτήτρια: (α) απολύθηκε με τον ισχυρισμό λόγων πλεονασμού οι οποίοι δεν αποδείχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 ή την Αιτήτρια (σημειώνουμε όμως ότι η Αιτήτρια με τη μαρτυρία της δεν επικαλέστηκε ότι η απόλυσή της ήταν κακόπιστη), (β) εργάστηκε για 23 χρόνια στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 και την απουσία μαρτυρίας σχετικά με την ηλικία της Αιτήτριας, με τις προσπάθειες που έκανε η Αιτήτρια για την εξεύρεση άλλης εργασίας και τις επιπτώσεις που είχε η απόλυσή της στην επαγγελματική της σταδιοδρομία κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως της επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν με τις απολαβές 67.5 εβδομάδων (στη βάση των πιο πάνω δεν μπορούμε να τις επιδικάσουμε αυξημένες αποζημιώσεις) ήτοι €15.140,93. Κατάληξη Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση 1 για το ποσό των €15.140,93 πλέον νόμιμο τόκο. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου οι Καθ' ων η Αίτηση 1 είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στην Αιτήτρια μόνο το ποσό των απολαβών ενός έτους και το υπόλοιπο ποσό το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Δηλαδή ποσό €11.665,12 πλέον νόμιμο τόκο που αντιστοιχεί με τις απολαβές ενός έτους θα καταβληθούν από τους Καθ' ων η Αίτηση 1, το δε υπόλοιπο ποσό €3.476,81 πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση 1 έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η αίτηση εναντίον του Ταμείου απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Μ. Πρωτοπαπά, Μέλος. Χρ. Χριστοφόρου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το πιο πάνω γεγονός αποτελεί παραδεκτό γεγονός στα δικόγραφα όλων των διαδίκων. [2] Βλέπε επίσης Ορθοδοξία Ζερταλλή ν Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2003)1Α Α.Α.Δ. 178 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.