← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. THEODOROS IOANNIDES LTD, Αρ. Αίτησης: 969/12, 19/10/2018

ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. THEODOROS IOANNIDES LTD, Αρ. Αίτησης: 969/12, 19/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:56 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Αιμ. Θεοδούλου ) Μ. Φιλιππίδη ) Μελών Αρ. Αίτησης: 969/12 Μεταξύ: ......... ΧΡΙΣΤΟΦΗ Αιτητή και THEODOROS IOANNIDES LTD Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 19/10/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Η κα Ευθυβούλου. Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1: Ο κ.Αργυρού με την κα Θεοχάρους. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») ασχολούνται με την εισαγωγή και εμπορία εργαλείων και μηχανημάτων επαγγελματικής χρήσης για συνεργεία αυτοκινήτων, μηχανουργεία και εργοστάσια. Ο Αιτητής προσελήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 14/1/1998 ως διακινούμενος πωλητής εξοπλισμού συνεργείων αυτοκινήτων για τις επαρχίες Λεμεσού και Πάφου. Μετά από κάποια χρόνια ο Αιτητής πρόσφερε και υπηρεσίες τεχνικού στην Εργοδότρια Εταιρεία. Από την 1/1/2012 οι απολαβές του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία ανέρχονταν σε €664,00 βασικός μισθός πλέον Α.Τ.Α. πλέον προμήθειες επί της αξίας των πωλήσεων που διενεργούσε ο Αιτητής αφαιρουμένου του Φ.Π.Α.. Ο Αιτητής δεν είχε δικαίωμα για 13ο μισθό για το

  1. Περαιτέρω ο Αιτητής δικαιούτο προμήθεια 3% επί των αξίας των πωλήσεων σε μηχανήματα «εξοπλισμού γραμμών M.O.T.». Η συμφωνηθείσα προμήθεια ήταν πληρωτέα κατά τον μήνα εκτέλεσης της παραγγελίας των μηχανημάτων και έκδοσης του σχετικού τιμολογίου. Περαιτέρω ο Αιτητής λάμβανε το ποσό των €170,00 μηνιαίως για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην Εργοδότρια Εταιρεία ως τεχνικός. Ο μηνιαίος μισθός του Αιτητή κατατίθετο από την Εργοδότρια Εταιρεία κάθε μήνα σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή. Στις 15/6/2012 η Εργοδότρια Εταιρεία, μέσω του υπαλλήλου της κ. Αλέξη Κολιού, διενήργησε έλεγχο / καταμέτρηση των αποθεμάτων που είχε στην κατοχή του ο Αιτητής (stock valuation). Στις 25/6/2012 η Εργοδότρια Εταιρεία απέστειλε επιστολή σε όλους τους εργοδοτούμενούς της (Τεκμήριο 12) στην οποία σημείωνε ότι μετά από πολλές παρατηρήσεις και συστάσεις που έγιναν σχετικά με τον έλεγχο των αποθεμάτων του κάθε υπαλλήλου και τα αποτελέσματα των τελευταίων καταμετρήσεων που έγιναν αποφάσισε να πάρει διάφορα μέτρα σε σχέση τα αποθέματα και την καταμέτρηση των αποθεμάτων που έχει στην κατοχή του ο κάθε πωλητής. Στις 28/6/2012 ο Αιτητής εξέδωσε το έντυπο παραγγελίας με αριθμό 0564 στο όνομα της εταιρείας Polemidiotis Car Painters Ltd για το ποσό των €6.000,00 πλέον Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 6) και εισέπραξε το ποσό των €2.500,00 από την εν λόγω εταιρεία ως προκαταβολή για την εν λόγω παραγγελία και εξέδωσε σχετική απόδειξη (Τεκμήριο 7). Η Εργοδότρια Εταιρεία εξέδωσε τιμολόγιο για την εν λόγω παραγγελία στις 13/9/2012 (Τεκμήριο 8). Στις 3/7/2012 ο Αιτητής απέστειλε με ταξί στο λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λευκωσία (Τεκμήριο 25) το βιβλιάριο με τα τιμολόγια της Εργοδότριας Εταιρείας που είχε στην κατοχή του το οποίο περιείχε τα τιμολόγια με αριθμούς από 57751 μέχρι 57800 (Τεκμήριο 14Β). Στις 31/7/2012 η Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή το ποσό των €800,
  2. Την 1/8/2012 η Εργοδότρια Εταιρεία παρέδωσε στον Αιτητή δύο γραπτές παρατηρήσεις ημερομηνίας 31/7/2012 (Τεκμήρια 4Α και 4Β). Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών. Τεκμήριο 4Α: « Tρίτη 31 Ιουλίου 2012 Κύριε Χριστοφή, Επικοινωνούμε μαζί σας σχετικά με σωρεία παραπτωμάτων που έχουν έρθει εις γνώση μας το τελευταίο διάστημα και πρέπει να τύχουν παρατήρησης. (α) Παρακράτηση δύο

(2)μπλοκ τιμολογίων, σε αντίθεση με την πολιτική της εταιρείας όσον αφορά την επιστροφή αυτών με την συμπλήρωση τους και τα οποία επέστρεψες μόνο κατόπιν διερεύνησης από τη διεύθυνση. (β) Τέσσερα
(4)τιμολόγια που εκδόθηκαν, δεν παρουσιάστηκαν στην εταιρεία και μόνον κατόπιν διερεύνησης από τη διεύθυνση παραδέχθηκες ότι τα κατακρατούσες για εξυπηρέτηση συγκεκριμένου πελάτη, για τον οποίο υπήρχαν ρητές εντολές και πάλι από τη διεύθυνση για μη έκδοση περαιτέρω τιμολογίων πριν την εξόφληση των καθυστερημένων ποσών που του αναλογούσαν. (γ) Ηθελημένη απόκρυψη εμπορευμάτων κατά τη διάρκεια προγραμματισμένης καταμέτρησης τα οποία ήταν προϊόν των πιο πάνω τιμολογίων. (δ) Παρουσιάσθηκαν αδικαιολόγητες ελλείψεις προϊόντων κατά τη διάρκεια τις προγραμματισμένης καταμέτρησης. Λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των πιο πάνω παραπτωμάτων και το γεγονός ότι αγνόησες ρητές εντολές της διεύθυνσης και λειτουργικών διαδικασιών της εταιρείας, παρακαλούμε η παρούσα επιστολή να θεωρηθεί σαν προειδοποίηση. Ευελπιστούμε ότι παρόμοια περιστατικά δεν θα ξανά εμφανιστούν ούτως ώστε να συνεχίσουμε όλοι απρόσκοπτα τις προσπάθειες μας. Εκ της Διευθύνσεως Έλαβα γνώσιν XXXXX Ιωαννίδης ............. Χριστοφή Διευθύνων Σύμβουλος» Τεκμήριο 4Β: « Τρίτη 31 Ιουλίου 2012 Κύριε Χριστοφή, Επικοινωνούμε μαζί σας με αφορμή την απόδοση σας για το πρώτο εξάμηνο του
  1. Τα αποτελέσματα των πωλήσεων σας είναι πολύ πιο κάτω από τα αναμενόμενα (50%) και παρατηρούμε ότι παρ' όλες τις υποδείξεις και παροτρύνσεις, αλλά και υποστήριξη, από τη διεύθυνση για μεγαλύτερη προσπάθεια και ανάκαμψη του κύκλου εργασιών, τα αποτελέσματα παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Η επιείκεια που επέδειξε η Εταιρεία μέχρι σήμερα αποτελεί την τελευταία προειδοποίηση και σε καλεί να ανεβάσεις άμεσα την απόδοση σου αλλά και το ύψος των πωλήσεων σου, εντός των επόμενων μηνών. Εκ της Διευθύνσεως Έλαβα γνώσιν XXXXX Ιωαννίδης ............. Χριστοφή Διευθύνων Σύμβουλος» Ο Αιτητής υπέγραψε ότι παρέλαβε τις δυο πιο πάνω επιστολές και ανέγραψε χειρογράφως και στις δύο επιστολές τα εξής: «Έλαβα γνώση αλλά δεν συμφωνώ με το περιεχόμενο της επιστολής αυτής. Θεωρώ την επιστολή αυτή ως εξαναγκασμό σε παραίτηση.» Στις 2/8/2012 ο δικηγόρος του Αιτητή απέστειλε στην Εργοδότρια Εταιρεία την ακόλουθη επιστολή (Τεκμήριο 5): «Κύριοι, Κατόπιν οδηγιών από τον πελάτη μου κ. ........... Χριστοφή αναφέρομαι στις επιστολές σας προς αυτόν ημερομηνίας 31.7.2012 τις οποίες του έχετε παραδώσει την 1.8.2012 και σας πληροφορώ ότι το περιεχόμενο τους κατά την άποψη του πελάτη μου αποτελεί μέρος μεθόδευσης και/ή προειλημμένης απόφασης και/ή υστεροβουλίας και/ή εκ του πονηρού, σε συνδυασμό δε με την αυθαίρετη και μονομερή αποκοπή μέρους των απολαβών του από τον μισθό Ιουλίου 2012 αποτελούν ενέργειες που καθιστούν τη συνέχιση της εργοδότησης του αδύνατη και συνιστούν εξαναγκασμό σε απόλυση του. Ως εκ τούτου οι υπηρεσίες του πελάτη μου έχουν τερματισθεί με δική σας υπαιτιότητα και ο πελάτης μου επιφυλάσσει όλα τα νόμιμα του δικαιώματα.» Ο Αιτητής στις 14/12/2012 καταχώρησε την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς στους γενικούς λόγους της οποίας ισχυρίζεται ότι (α) τον Ιανουάριο του 2012 αποδέχτηκε μείωση του μισθού του, (β) αρχές Ιουλίου του 2012 είχε ενημερωθεί ότι θα απολυθεί από την εργασία του και του ζητήθηκε να υποβάλει οικειοθελή παραίτηση και να υπογράψει δήλωση ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση, (γ) αφού απέρριψε το πιο πάνω αίτημα κλήθηκε στις 23/7/2012 στα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας όπου του ανακοινώθηκε προφορικά η απόλυσή του η οποία μετά την πάροδο 30 λεπτών ανακλήθηκε, (δ) την 1/8/2012 του δόθηκαν δύο επιστολές ημερ.31/8/2012 με μειωτικό περιεχόμενο για το πρόσωπό του και θεώρησε ότι οι εν λόγω ενέργειες της Εργοδότριας Εταιρείας αποσκοπούσαν στο να τον εξαναγκάσουν σε παραίτηση και (ε) στο τραπεζικό λογαριασμό του δεν κατατέθηκαν όλες οι μηνιαίες απολαβές του για τον μήνα Ιούλιο του
  2. Ότι λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς της Εργοδότριας Εταιρείας εγκατέλειψε την εργασία του ενημερώνοντας την Εργοδότρια Εταιρεία με επιστολή του δικηγόρου του ημερ.2/8/2012 ότι έχει εξαναγκασθεί να το πράξει. Κατά την ημερομηνία που τερματίστηκε η εργασιακή του σχέση με την Εργοδότρια Εταιρεία η Εργοδότρια Εταιρεία του όφειλε το πoσό των €170,00 ως μέρος των δεδουλευμένων του για τον μήνα Ιούλιο του 2012 καθώς και τα ποσά των προμηθειών επί των πωλήσεών του για τον μήνα Ιούλιο του 2012 και των παραγγελιών που έλαβε και δεν είχαν ακόμα εκτελεστεί. Στη βάση των πιο πάνω αξιώνει πληρωμή αντί προειδοποίησης, αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, αναλογία ετήσιας άδειας, €170,00 ως μέρος των δεδουλευμένων του για τον μήνα Ιούλιο του 2012, τα ποσά των προμηθειών επί των πωλήσεων που είχε διενεργήσει για τον μήνα Ιούλιο του 2012 και των παραγγελιών που έλαβε και δεν είχαν ακόμα εκτελεστεί και έξοδα πλέον Φ.Π.Α.. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι (α) ο Αιτητής σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσέφερε ως τεχνικός σε αυτή παρείχε τις εν λόγω υπηρεσίες ως «ιδιωτικός τεχνικός», (β) τον Ιανουάριο του 2012 δεν έγινε μείωση μισθού στον Αιτητή αλλά άλλαξε ο τρόπος καταβολής των προμηθειών του, (γ) αρχές Ιουλίου του 2012 ο Αιτητής συναντήθηκε με τη διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λευκωσία για να συζητηθούν διάφορα εργασιακά παραπτώματα του Αιτητή, ότι κατά την εν λόγω συνάντηση ο Αιτητής παραδέχτηκε τα εν λόγω παραπτώματα και υπέβαλε την παραίτησή του λέγοντας ότι θα παραμείνει στην εργασία του μέχρι το τέλος του μήνα και ότι του ζητήθηκε όπως με την αποχώρησή του από την εργασία του υπογράψει επιστολή ότι αποχωρεί οικειοθελώς και ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση από την Εργοδότρια Εταιρεία, (δ) στις 23/7/2012 ο Αιτητής από μόνος του προσήλθε στα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας και ανέφερε στη διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας ότι έλαβε συμβουλή από δικηγόρο να μην υπογράψει επιστολή παραίτησης αλλά να παραμείνει στην εργασία του ώστε η Εργοδότρια Εταιρεία να υποχρεωθεί να τον απολύσει ως πλεονάζον προσωπικό, (ε) παραδόθηκαν στον Αιτητή δύο επιστολές ημερ. 31/7/2012 οι οποίες παρατηρούσαν τον Αιτητή για την εργασιακή συμπεριφορά του και ήταν απλώς προειδοποιητικές επιστολές, (στ) από τον Ιανουάριο του 2012 πάγια πολιτική της ήταν να γίνεται μία αρχική πληρωμή στον Αιτητή ύψους €800,00 στο τέλος κάθε μήνα και στη συνέχεια να γίνεται μια δεύτερη πληρωμή μετά από τον υπολογισμό των προμηθειών του Αιτητή εντός της πρώτης εβδομάδας του κάθε ερχόμενου μήνα και (ζ) από τον Αύγουστο του 2012 εκδόθηκαν επιταγές στο όνομα του Αιτητή για το ποσό των €170,00, για τις προμήθειες που του οφείλονταν και την αναλογία της ετήσιας άδειάς του και ότι παρόλο που ο Αιτητής ενημερώθηκε προφορικώς και γραπτώς ότι οι εν λόγω επιταγές είναι στο λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι μπορεί να τις παραλάβει όποτε θέλει, παρέλειψε να παραλάβει τις εν λόγω επιταγές. Είναι η θέση της Εργοδότριας Εταιρείας ότι με κανένα τρόπο δεν εξανάγκασε τον Αιτητή να υποβάλει την παραίτησή του και ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε την εργασία του οικειοθελώς. Ως εκ τούτου αιτείται απόρριψη της Αίτησης του Αιτητή με έξοδα εναντίον του. Βάρος Απόδειξης Α. Τερματισμός της απασχόλησης Το άρθρο 7 του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67(«ο Νόμος») προβλέπει ότι: «
(1)Όταν εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότου, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ΄ οιονδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως». Στην παρούσα περίπτωση, ο Αιτητής έχει το βάρος να αντικρούσει το νόμιμο μαχητό τεκμήριο που προβλέπει το άρθρο 7
(2)του Νόμου και να αποδείξει ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόλησή του λόγω της διαγωγής της Εργοδότριας Εταιρείας. Για να αποσείσει το βάρος αυτό ο Αιτητής προσκόμισε τη δική του μαρτυρία. Για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσαν ο κ. XXXXX Ιωαννίδης, διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας και ο κ. Αλέξης Κολιός, εργοδοτούμενος της Εργοδότριας Εταιρείας. Β. Αυτοτελείς Αξιώσεις Ο Αιτητής έχει το βάρος απόδειξης των αξιώσεών του για οφειλόμενους μισθούς και προμήθειες[1] και οφειλόμενη αναλογία ετήσιας άδειας. Μαρτυρία Ο Αιτητής καταθέτοντας ανέφερε ότι ο μισθός του είχε συμφωνηθεί στο ποσό των €1.560,00 και ότι μέχρι τις 31/12/2011 λάμβανε τον εν λόγω μισθό καθώς και 13ο μισθό. Ότι από την 1/1/2012 μετά από παράκληση της Εργοδότριας Εταιρείας με αφορμή την οικονομική κρίση αποδέχτηκε να μειωθεί ο μισθός του στο ποσό των €970,00 (€664,00 βασικός μισθός πλέον Α.Τ.Α. πλέον €170,00 για τις υπηρεσίες που πρόσφερε ως τεχνικός) πλέον προμήθεια 7% επί της αξίας των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε για ποσά μέχρι €5,000 και 5% επί της αξίας των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε για ποσά πάνω από €5,
  1. Υποστήριξε ότι στις 4/7/2012 ενημερώθηκε προφορικά από τον κ. Γιώτη Ιωαννίδη ότι πρόκειται να απολυθεί από την εργασία του. Ότι ο κ. Ιωαννίδης δεν του εξήγησε τον λόγο και ότι στη συνέχεια του ζήτησε να υποβάλει οικειοθελή παραίτηση και να υπογράψει δήλωση ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση ώστε να του δώσουν συστατική επιστολή και να μπορεί η Εργοδότρια Εταιρεία να προσλάβει άλλο υπάλληλο. Ότι αυτός αρνήθηκε να υπογράψει και συνέχισε την εργασία του. Ήταν η θέση του ότι στις 11/7/2012 είδε στην εφημερίδα «ο Φιλελεύθερος» αγγελία που δημοσιεύτηκε από την εταιρεία HMR CONSULTANTS, η οποία συνεργαζόταν με την Εργοδότρια Εταιρεία, με την οποία ζητείτο υπάλληλος για τη θέση εργασίας που κατείχε αυτός (Τεκμήριο 1). Ότι μετά από αυτό πήγε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στην Πάφο και υπέβαλε παράπονο εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για την πιο πάνω συμπεριφορά της (Τεκμήριο 2). Ότι στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων τον πληροφόρησαν ότι το εν λόγω παράπονό του δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά τους. Ήταν η θέση του ότι στις 23/7/2012 κλήθηκε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λευκωσία όπου ο κ. Ιωαννίδης του ανακοίνωσε προφορικά την απόλυσή του αλλά μετά από 30 περίπου λεπτά του είπε ότι η απόλυσή του δεν ισχύει και να το ξεχάσει. Ότι στις 24/7/2013 απέστειλε στην Εργοδότρια Εταιρεία επιστολή σε σχέση με «το εν γένει καθεστώς της εργοδότησής του» και με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 23/7/2012 (Τεκμήριο 3). Ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4Α και 4Β ήταν μειωτικό γι' αυτόν και ότι τα παρέλαβε χωρίς να αποδέχεται το περιεχόμενό τους «θεωρώντας ότι προσπαθούν να τον εξαναγκάσουν σε παραίτηση.» Ισχυρίστηκε ότι στις 2/8/2012 αφού διαπίστωσε ότι στον τραπεζικό λογαριασμό του αντί να κατατεθεί ολόκληρος ο μισθός του κατατέθηκε μόνο το ποσό των €800,00 επισκέφθηκε τον δικηγόρο του και του έδωσε οδηγίες να ενημερώσει τους εργοδότες του ότι η συμπεριφορά τους καθιστά τη συνέχιση της εργοδότησής του αδύνατη και ότι τον εξαναγκάζουν σε παραίτηση τερματίζοντας έτσι την εργασιακή σχέση που είχε με την Εργοδότρια Εταιρεία (Τεκμήριο 5). Προέβαλε τη θέση ότι κατά τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης του με την Εργοδότρια Εταιρεία η Εργοδότρια Εταιρεία του όφειλε: (α) το ποσό των €170,00 που απέκοψε από τον μισθό του, (β) το ποσό των €400,00 που αφορά προμήθεια για την πώληση που έκανε στις 28/6/2012 (Τεκμήρια 6, 7 και 8) και (γ) αναλογία ετήσιας άδειας για τους επτά μήνες που εργάστηκε (11,6 μέρες). Ότι ενημερώθηκε από τον δικηγόρο του ότι οι επιταγές για τα οφειλόμενα από την Εργοδότρια Εταιρεία προς αυτόν ποσά είναι έτοιμες και ότι είχε ζητηθεί από την Εργοδότρια Εταιρεία είτε να τις καταθέσει στον τραπεζικό λογαριασμό του είτε να τις αποστείλει στην Πάφο. Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έπραξε κάτι από τα πιο πάνω και ήταν η θέση του ότι τα πιο πάνω ποσά εξακολουθούν να του οφείλονται. Αναφερόμενος στους ισχυρισμούς της Εργοδότριας Εταιρείας σε σχέση με τα τιμολόγια που είχε εκδώσει στην εταιρεία KAIZER AUTO SERVICE LTD για προμήθεια εμπορευμάτων χωρίς ημερομηνία έκδοσης ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω εταιρεία ήταν πελάτης της Εργοδότριας Εταιρείας ο οποίος διατηρούσε λογαριασμό με την Εργοδότρια Εταιρεία και αυτός κατά πάσαν πιθανότητα τυχαία ή κατά λάθος κατά την έκδοση των τιμολογίων σε αυτήν δεν σημείωσε την ημερομηνία. Σημείωσε ότι υπάρχουν (α) άλλα τιμολόγια επ' ονόματι της εν λόγω εταιρείας που φέρουν ημερομηνία και (β) τιμολόγια επ' ονόματι άλλων εταιρειών πελατών της Εργοδότριας Εταιρείας που δεν φέρουν ημερομηνία. Κατέθεσε δέσμη από διάφορα αντίγραφα τιμολογίων της Εργοδότριας Εταιρείας τα οποία εκδόθηκαν επ' ονόματι της εταιρείας KAIZER AUTO SERVICE LTD τον Ιούλιο του 2012 (Τεκμήριο 9). Σε σχέση με την καταμέτρηση αποθεμάτων (stock valuation) που διενήργησε η Εργοδότρια Εταιρεία στις 15/6/2012 στα αποθέματά του υποστήριξε ότι για την πραγματοποίηση του εν λόγω ελέγχου η Εργοδότρια Εταιρεία είχε στην κατοχή της όλα τα βιβλιάρια τιμολογίων που χρησιμοποιήθηκαν μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, ότι δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε έλλειψη στα εμπορεύματά του και ότι δεν του έγινε οποιαδήποτε προσωπική παρατήρηση ή υπόδειξη. Ότι το έγγραφο το οποίο συμπληρώθηκε κατά την πιο πάνω καταμέτρηση είχε υπογραφεί από αυτόν και τον κ. Αλέξη Κολιό που διενήργησε την καταμέτρηση. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι δεν έπαιρνε μηνιαία κατάσταση αποδοχών (payslip) όταν εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ισχυρίστηκε ότι στις 2/7/2012 απέστειλε με ταξί στο λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας τα έντυπα της κατάθεσης στην Τράπεζα των εισπράξεων που είχε κάνει και απέρριψε υποβολή ότι απέστειλε το βιβλιάριο τιμολογίων που είχε στην κατοχή του το οποίο περιείχε τα τιμολόγια με αριθμό 57201 μέχρι 57250 (Τεκμήριο 14Α). Υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να έχει στην κατοχή του πέραν των δύο βιβλιάριων τιμολογίων και ότι το πιο πάνω βιβλιάριο το απέστειλε στην Εργοδότρια Εταιρεία μόλις αυτό συμπληρώθηκε. Ως Τεκμήριο 15 κατατέθηκε δέσμη εγγράφων που αποτελείται από τα έντυπα των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων που δεικνύουν την Κατάσταση Αποδοχών του Αιτητή για τα έτη 1998 - 2012 και ως Τεκμήριο 16 αντίγραφα των καταστάσεων του τραπεζικού λογαριασμού του για τα έτη 2010 -
  2. Ισχυρίστηκε ότι πριν το 2012 δεν λάμβανε προμήθειες εκτός από κάποιες προμήθειες που αφορούσαν συγκεκριμένα μηχανήματα (3% επί της αξίας της πώλησης των μηχανημάτων που είχαν σχέση με το M.O.T.). Ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4Β δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα για τον λόγο ότι το 2012 είχε πραγματοποιήσει μια πώληση ύψους €60.000,00 την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έλαβε υπόψη της αφού ισχυρίζεται ότι οι πωλήσεις του για το 2012 ανέρχονταν στις €38.000,
  3. Ο κ. XXXXX Ιωαννίδης κατέθεσε ότι ο Αιτητής παρείχε υπηρεσίες τεχνικού στην Εργοδότρια Εταιρεία ως ιδιώτης τεχνικός και όχι ως υπάλληλος της Εργοδότριας Εταιρείας και πληρωνόταν κάθε μήνα ανάλογα με τις υπηρεσίες που προσέφερε. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παραχώρησε στον Αιτητή και τα ανάλογα μηχανήματα τα οποία ο Αιτητής επέστρεψε στην Εργοδότρια Εταιρεία αρχές Ιουλίου του 2012 όταν η Εργοδότρια Εταιρεία προσέλαβε άλλο πρόσωπο ως μόνιμο τεχνικό. Ήταν η θέση του ότι μέχρι τον Δεκέμβριο του 2011 η Εργοδότρια Εταιρεία είχε συμφωνία με όλους τους εργοδοτούμενους πωλητές της όπως τους δίνεται το εξασφαλισμένο ποσό των €1.560,00 μηνιαίως (παρά το ότι είχαν συμφωνία για σταθερό μηναίο μισθό €664,00 πλέον Α.Τ.Α. πλέον προμήθειες) και κάθε τέλος του χρόνου να υπολογίζονται οι συνολικές τους προμήθειες και στην περίπτωση που το ποσό των προμηθειών τους ήταν μεγαλύτερο από αυτό που έλαβαν κατά τη διάρκεια του έτους μέσω των μηνιαίων απολαβών τους η Εργοδότρια Εταιρεία να τους καταβάλλει τη διαφορά ενώ στην περίπτωση που το συνολικό ποσό των προμηθειών τους ήταν μικρότερο από αυτό που έλαβαν να τους γίνεται η σχετική αποκοπή. Σημείωσε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παρά την ύπαρξη της πιο πάνω συμφωνίας ουδέποτε απέκοψε οποιοδήποτε ποσό από τους εργοδοτούμενούς της. Ότι από τον Ιανουάριο του 2012 η Εργοδότρια Εταιρεία ενημέρωσε τον Αιτητή ότι δεν θα ακολουθείται η πιο πάνω συμφωνία και ότι δεν θα δίνεται το εξασφαλισμένο ποσό και ότι θα λαμβάνει κάθε μήνα τον βασικό μηναίο μισθό του πλέον Α.Τ.Α. πλέον τις προμήθειες επί των πωλήσεων που θα διενεργεί. Υποστήριξε ότι ο Αιτητής αποδέχτηκε τον νέο τρόπο πληρωμής του και ότι δεν έγινε οποιαδήποτε μείωση του μισθού του Αιτητή. Κατέθεσε ως Τεκμήρια αντίγραφα των μηνιαίων καταστάσεων πληρωμών του Αιτητή για τους μήνες Ιανουάριο του 2011, Ιανουάριο του 2012, Μάιο του 2012 και Ιούλιο του 2012 (Τεκμήρια 17, 18, 19 και 20). Κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 κατάσταση αποδοχών του Αιτητή στην οποία φαίνεται ο υπολογισμός της οφειλόμενης ετήσιας άδειας του Αιτητή για το 2012 (12 μέρες- €384 ακάθαρτα και €326.07 καθαρά) και ως Τεκμήριο 22 ένα αντίγραφο εγγράφου της Εργοδότριας Εταιρείας που δεικνύει τα τιμολόγια του Αιτητή που εκκρεμούσαν το
  4. Προέβαλε τη θέση ότι τον Ιούνιο του 2012 έγινε καταμέτρηση των αποθεμάτων του Αιτητή στην παρουσία του Αιτητή από τον κ. XXXXX Κολιό. Ότι κατά την εν λόγω καταμέτρηση καταγράφηκαν τα αποθέματα που είχε στην κατοχή του ο Αιτητής και αντιπαραβλήθηκαν με τις ποσότητες των αποθεμάτων που ήταν χρεωμένες στον Αιτητή στο σύστημα της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι τα αποτελέσματα της εν λόγω καταμέτρησης φαίνονται στο Τεκμήριο 13 το οποίο ήταν το έγγραφο που χρησιμοποιήθηκε κατά την εν λόγω καταμέτρηση και στο οποίο ο κ. Κολιός σημείωσε χειρόγραφα τις διαπιστώσεις του. Υποστήριξε ότι κατά την εν λόγω καταμέτρηση διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν ελλείψεις στα αποθέματα του Αιτητή και ότι ο Αιτητής αμελούσε και αρνείτο να παραδώσει τα βιβλιάρια των τιμολογίων που είχε στην κατοχή του. Ότι όταν ο Αιτήτης κλήθηκε να εξηγήσει το τι είχε συμβεί παραδέχτηκε ότι δεν είχε παραδώσει τα βιβλιάρια τιμολογίων που κρατούσε λέγοντας ότι ορισμένα τιμολόγια δεν είχαν εκδοθεί. Ότι γι' αυτόν τον λόγο του ζητήθηκε να παραδώσει τα βιβλιάρια τιμολογίων που είχε στην κατοχή του ώστε να ενημερωθεί η «μερίδα» του και να διαπιστωθεί κατά πόσον υπάρχουν ή όχι ελλείψεις στα αποθέματά του. Ότι ο Αιτητής απέστειλε με ταξί στην Εργοδότρια Εταιρεία το Τεκμήριο 14Α στις 2/7/2012 και το Τεκμήριο 14Β στις 3/7/
  5. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης του κατέθεσε αντίγραφα αποδείξεων της εταιρείας ταξί ημερ.3/7/2012 και 2/7/2012 (Τεκμήρια 25 και 26 αντίστοιχα). Ισχυρίστηκε ότι όταν στάληκαν τα πιο πάνω αναφερόμενα βιβλιάρια τιμολογίων διαφάνηκε ότι υπήρχαν τιμολόγια που εκδόθηκαν στην εταιρεία KAIZER AUTO SERVICE LTD τα οποία δεν είχαν τιμολογηθεί από την Εργοδότρια Εταιρεία γιατί μέχρι τότε δεν είχαν παραδοθεί από τον Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι τότε με βάση τα εν λόγω τιμολόγια κάποιες από τις ελλείψεις στα αποθέματα του Αιτητή δικαιολογήθηκαν αφού φάνηκε ότι κάποια προϊόντα πωλήθηκαν προς την εν λόγω εταιρεία. Σημείωσε ότι τα αντίτυπα των τιμολογίων επ' ονόματι της KAIZER AUTO SERVICE LTD στα Τεκμήρια 14Α και 14Β δεν έφεραν ημερομηνία ενώ τα άλλα αντίτυπα τιμολογίων που είχαν εκδοθεί επ' ονόματι άλλων εταιρειών είχαν ημερομηνίες. Σημείωσε ότι προηγουμένως είχαν δοθεί ρητές οδηγίες στον Αιτητή να παύσει να προμηθεύει την εταιρεία KAIZER AUTO SERVICE LTD καθότι καθυστερούσε στην αποπληρωμή των οφειλών της στην Εργοδότρια Εταιρεία και ότι ο Αιτητής το 2012 κατά παράβαση των πιο πάνω οδηγιών της συνέχισε να προμηθεύει την εν λόγω εταιρεία με αποτέλεσμα να αυξηθεί το χρεωστικό υπόλοιπό της. Απέρριψε τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με το τι συνέβηκε στις 4/7/2012 και ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής αρχές Ιουλίου του 2012 μετέβηκε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λευκωσία για να δώσει εξηγήσεις για τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν μετά την πραγματοποίηση της πιο πάνω καταμέτρησης των αποθεμάτων (η οποία ήταν η καθιερωμένη εξάμηνη καταμέτρηση των αποθεμάτων των προϊόντων του στη βάση των εκδοθέντων τιμολογίων και αποδείξεων). Ήταν η θέση του ότι υπήρχαν υπόνοιες για διάπραξη παραπτωμάτων από τον Αιτητή και ότι ο Αιτητής κατά την πιο πάνω συνάντηση παραδέχτηκε τα παραπτώματά του χωρίς όμως να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για τις πράξεις του. Ότι ο Αιτητής ζήτησε να αποχωρήσει από την εργασία του οικειοθελώς και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αποδέχτηκε το αίτημά του να παραμείνει στην Εργοδότρια Εταιρεία μέχρι το τέλος του μήνα. Υποστήριξε ότι λόγω των πιο πάνω γεγονότων η Εργοδότρια Εταιρεία ζήτησε από τον Αιτητή όπως με την αποχώρησή του στο τέλος του μήνα υπογράψει γραπτή επιστολή με την οποία θα δήλωνε ότι αποχωρεί οικειοθελώς από την υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση από αυτήν και ο Αιτητής συμφώνησε. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι κατά την πιο πάνω αναφερομένη συνάντηση ο Αιτητής προθυμοποιήθηκε και εισηγήθηκε όπως προσεγγίσει άτομο που γνώριζε και το οποίο εκτελούσε παρόμοιου είδους εργασίας για να τον αντικαταστήσει στην εργασία του μετά την αποχώρησή του και έδωσε τα στοιχεία του εν λόγω ατόμου στην Εργοδότρια Εταιρεία. Αναφορικά με το Τεκμήριο 1 είπε ότι λόγω του χρόνου που παρήλθε δεν είναι σε θέση να αναφέρει κατά πόσον η συγκεκριμένη δημοσίευση αφορούσε την Εργοδότρια Εταιρεία αλλά σημείωσε ότι η εν λόγω δημοσίευση έγινε μετά τη συνάντηση που έγινε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την οποία ο Αιτητής υπέβαλε την παραίτησή του. Ισχυρίστηκε ότι στις 23/7/2012 ο Αιτητής μετέβηκε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας από μόνος του και του ανέφερε ότι είχε μιλήσει με δικηγόρο ο οποίος τον συμβούλεψε να μην υπογράψει επιστολή παραίτησης και να παραμείνει στην εργασία του ώστε να υποχρεωθεί η Εργοδότρια Εταιρεία να τον βγάλει πλεονάζον. Ήταν η θέση του ότι το Τεκμήριο 3 στάλθηκε ταχυδρομικώς στην Εργοδότρια Εταιρεία συστημένο στις 26/7/2012 και παραλήφθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία στις 17/8/2012 (ως Τεκμήριο 24 κατατέθηκε αντίγραφο φακέλου επιστολής από τον Αιτητή προς την Εργοδότρια Εταιρεία που φέρει σφραγίδα αποστολής από το ταχυδρομείο Πάφου με ημερομηνία 26/7/2012 και χειρόγραφη σημείωση R-17/8). Ήταν η θέση του ότι τα Τεκμήρια 4Α και 4Β δόθηκαν ως προειδοποίηση - παρατήρηση στον Αιτητή στη βάση των γεγονότων που διαπίστωσε η Εργοδότρια Εταιρεία με δεδομένο το τι συνέβηκε στις 23/7/
  6. Ότι με το Τεκμήριο 4Α ο Αιτητής παρατηρείται για την παρακράτηση των δύο βιβλιαρίων τιμολογίων, τη μη παρουσίαση τεσσάρων τιμολογίων στην Εργοδότρια Εταιρεία τα οποία παρουσιάστηκαν στην Εργοδότρια Εταιρεία μετά τη διερεύνηση για τις ελλείψεις στα αποθέματα του Αιτητή τα οποία ο Αιτητής παραδέχτηκε ότι κατακράτησε προς εξυπηρέτηση της εταιρείας KAIZER AUTO SERVICE LTD για την οποία του είχαν δοθεί οδηγίες να μην την προμηθεύει με προϊόντα πριν την εξόφληση των καθυστερημένων οφειλών της προς την Εργοδότρια Εταιρεία, την απόκρυψη των εμπορευμάτων τα οποία ήταν το αντικείμενο των πιο πάνω αναφερόμενων τιμολογίων κατά τη διάρκεια της καταμέτρησης των αποθεμάτων του και τις αδικαιολόγητες ελλείψεις στα αποθέματά του. Υποστήριξε ότι το πρώτο εξάμηνο του 2012 η μείωση των πωλήσεων του Αιτητή σε σχέση (α) με τα προηγούμενα έτη και (β) με τις προβλέψεις της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν πολύ μεγάλη και γι' αυτό κρίθηκε αναγκαίο όπως δοθεί το Τεκμήριο 4Β στον Αιτητή. Προς υποστήριξη της θέσης του κατέθεσε ως Τεκμήριο 23 ένα αντίγραφο εγγράφου που δεικνύει τις πωλήσεις του Αιτητή για τα έτη 2010 (€105.836,51) και 2011 (€91.878,68) και για τους επτά μήνες του 2012 (€37.693,46). Είπε ότι η πώληση μια γραμμής M.O.T. αξίας €59,800 που έκανε ο Αιτητής τον Μάιο του 2012 δεν περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 23 καθότι αυτή μπαίνει σε διαφορετικό λογαριασμό. Σε σχέση με την προμήθεια που ζητά ο Αιτητής στη βάση των Τεκμηρίων 6, 7 και 8 ανέφερε ότι η πάγια πολιτική της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν η προμήθεια να καταβάλλεται με την τιμολόγηση και όχι με τη λήψη της σχετικής παραγγελίας και την πληρωμή της προκαταβολής και ότι η εν λόγω πώληση τιμολογήθηκε στις 13/9/2012 και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούται την προμήθεια που αξιώνει. Υποστήριξε ότι με την παράδοση των βιβλιαρίων των τιμολογίων από τον Αιτητή τον Ιούλιο του 2012 το λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας τιμολόγησε τον Ιούλιο του 2012 τα τιμολόγια που δεν έφεραν ημερομηνία και βάσει αυτής της τιμολόγησης υπολογίστηκαν οι προμήθειες του Αιτητή για τον μήνα Ιούλιο 2012 στο ποσό των €236.59 (Τεκμήρια 20 και 22). Ότι για τον μήνα Ιούλιο του 2012 είχε γίνει μια πληρωμή €800,00 στον Αιτητή καθότι η πολιτική της Εργοδότριας Εταιρείας από τον Ιανουάριο του 2012 ήταν να γίνεται μια αρχική πληρωμή ύψους €800,00 στο τέλος κάθε μήνα και στη συνέχεια εντός της πρώτης εβδομάδας του κάθε επόμενου μήνα να γίνεται μια δεύτερη πληρωμή μετά τον υπολογισμό των προμηθειών και των τεχνικών υπηρεσιών του Αιτητή. Ότι στις 31/7/2012 εκδόθηκε η επιταγή για το ποσό των €170,86 που αφορούσε την αμοιβή του Αιτητή για τις υπηρεσίες τεχνικού που προσέφερε, στις 6/8/2012 εκδόθηκε η επιταγή για το ποσό των €158,95 που αντιπροσώπευε τη διαφορά μεταξύ του βασικού καθαρού μισθού πλέον Α.Τ.Α πλέον προμήθειες του Αιτητή για τον μήνα Ιούλιο του 2012 και των €800,00 που καταβλήθηκαν στον Αιτητή και στις 31/8/2012 η επιταγή για το ποσό των €325,07 για τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια του Αιτητή (Τεκμήριο 32). Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ενημέρωσε τον Αιτητή και τον δικηγόρο του με επιστολές ημερ.30/8/2012, 12/9/2012 και 14/9/2012 ότι οι πιο πάνω επιταγές είναι στο λογιστήριό της και να διευθετήσει να τις παραλάβει αλλά ο Αιτητής παρέλειψε να προσέλθει να τις παραλάβει. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι για το ποσό των €170,00 που λάμβανε ο Αιτητής για τις υπηρεσίες του ως τεχνικός η Εργοδότρια Εταιρεία δεν κατέβαλλε εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ο κ. XXXXX Κολιός καταθέτοντας ανέφερε ότι εντός των εργασιακών του καθηκόντων εμπίπτει και ο έλεγχος των εμπορευμάτων και η διεξαγωγή των καταμετρήσεων των εμπορευμάτων που έχουν στην κατοχή τους οι πωλητές της Εργοδότριας Εταιρείας οι οποίες καταμετρήσεις διεξάγονται δύο φόρες τον χρόνο, κάθε Ιούνιο και Δεκέμβριο. Ισχυρίστηκε ότι τον Ιούνιο του 2012 έκανε την καταμέτρηση των αποθεμάτων του Αιτητή στην παρουσία του Αιτητή και ότι για την εν λόγω καταμέτρηση χρησιμοποίησε το έγγραφο Τεκμήριο 13 (το εν λόγω έγγραφο χρησιμοποιήθηκε για να ελεγχθούν τα αποθέματα που είχε στην κατοχή του ο Αιτητής - σε αυτό περιέχονταν οι ποσότητες που ήταν χρεωμένες στο όνομα του Αιτητή στο σύστημα της Εργοδότριας Εταιρείας και αντιπαραβλήθηκαν με αυτές που ήταν στην κατοχή του Αιτητή). Υποστήριξε ότι κατέγραψε χειρογράφως τις διαπιστώσεις του κατά την πιο πάνω καταμέτρηση και ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις που φαίνονται στο Τεκμήριο 13 είναι δικές του. Ήταν η θέση του ότι εν λόγω χειρόγραφες σημειώσεις αφορούν τις ελλείψεις που διαπίστωσε κατά την πιο πάνω αναφερόμενη καταμέτρηση. Ότι ο Αιτητής του έδωσε εξηγήσεις για κάποιες από τις ελλείψεις που διαπίστωσε αλλά είχε και κάποιες ελλείψεις που δεν μπορούσε να τις εξηγήσει/ δικαιολογήσει. Ότι στη συνέχεια παρέδωσε το Τεκμήριο 13 με τις σημειώσεις του στον κ. Γ. Ιωαννίδη. Κατά την αντεξέτασή του επέμενε ότι η κατάσταση που αφορούσε την καταμέτρηση των αποθεμάτων που έγινε τον Ιούνιο του 2012 δεν υπογράφηκε από αυτόν και τον Αιτητή και ότι κατά τα 10 χρόνια που διεξάγει τις καταμετρήσεις των αποθεμάτων των πωλητών της Εργοδότριας Εταιρείας ουδέποτε υπογράφτηκαν τα έγγραφα που χρησιμοποιούνται για την καταμέτρηση αποθεμάτων. Νομική Πτυχή Α. Τερματισμός της απασχόλησης Κρίνουμε σκόπιμο στο παρόν στάδιο να αναφερθούμε στη νομική πτυχή που αφορά το επίδικο θέμα της λύσης της εργασιακής σχέσης μεταξύ των μερών. Στην απόφαση Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1 CLR 448 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τις καθοδηγητικές νομικές αρχές που καθιέρωσε το Court of Appeal για τις υποθέσεις εξαναγκασμού σε παραίτηση στην υπόθεση Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)1 ALL E.R. 713. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρονται τα εξής: ".. if the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer's conduct. He is constructively dismissed. The employee is entitled in those circumstances to leave at the instant without giving any notice at all, or alternatively, he may give notice and say he is leaving at the end of the notice. But the conduct must in either case be sufficiently serious to entitle him to leave at once. Moreover, he must make up his mind soon after the conduct of which he complains: for, if he continues for any length of time without leaving, he will lose his right to treat himself as discharged. He will be regarded as having elected to affirm the contract." Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 98, 103 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1 CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεχτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου ..». Όπως λέχθηκε και από τον Lord Denning στην υπόθεση Woods v. W.M. Car Services (Petersborough) Ltd [1981] ICR 666: "The circumstances (of constructive dismissal) are so infinitely various that there can be and is no rule of law saying what circumstances justify and what do not. It is a question of fact for the tribunal of fact- in this case the Industrial Tribunal." Παραβίαση από την πλευρά του εργοδότη ενός ρητού (όπως για παράδειγμα του όρου για πληρωμή της συμφωνηθείσας αντιμισθίας[2],της καταβολής αμοιβής για υπερωριακή εργασία[3], της παροχής αυτοκινήτου για ιδιωτική χρήση[4]) ή ενός εξυπακουόμενου όρου της σύμβασης εργασίας θεωρείται, στην περίπτωση που είναι αρκετά σοβαρή[5], ως διαγωγή που δικαιολογεί παραίτηση του εργοδοτουμένου. Σημειώνουμε ότι κατά ποσόν η εν λόγω παράβαση είναι αρκούντως σοβαρή ώστε να δικαιολογεί συμπέρασμα εξαναγκασμού σε παραίτηση αποτελεί ζήτημα γεγονότων και βαθμού[6]. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 5th Edition, Vol.40 p.170 para.720 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: "Among the types of breach of contract by the employer that may support a finding of constructive dismissal are:
(1)a failure to pay wages or unilateral decision to cut pay;
(2)......" Το Αγγλικό Εφετείο στην απόφαση του Cantor Fitzgerald International v. Callaghan
(1999)IRLR 234 τόνισε ότι: ″ .....the question whether non-payment of agreed wages or interference by an employer with a salary package is or is not fundamental to the continued existence of a contract of employment depends on the critical distinction to be drawn between an employer's failure to pay, or to delay in paying , renewed remuneration and his deliberate refusal to do so. Where the failure or delay constitutes a breach of contract, depending on the circumstances this may represent no more than a temporary fault in the employer's technology, an accounting error or simple mistake or illness or accident on unexpected events (see, for example Adams v Charles Zub Associates Limited [1978] IRLR 551.) If so it would be open to the court to conclude that the breach did not go to the root of the contract. On the other hand if the failure or delay in payment were repeated and persistent, perhaps also unexplained, the court might be driven to conclude that the breach or the breaches were indeed repudiatory. Where an employer unilaterally reduces an employee΄s pay or diminishes the value of his salary package the entire foundation of the contract of employment is undermined. Therefore an emphatic denial by the employer of his obligation to pay the agreed salary or wage or a determined resolution not to comply with his contractual obligations in relation to pay and remuneration will normally be regarded as repudiatory.″[7] Ένας από τους εξυπακουόμενους όρους της σύμβασης εργασίας είναι ότι η κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργήσει με τρόπο που θα βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence) το οποίο είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των δύο πλευρών για να λειτουργήσει η εργασιακή σχέση[8]. Στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων Malic v. BCCI
(1997)4 ALL E.R. 1 o Lord Steyn ανέφερε ότι ο εργοδότης δεν πρέπει παράλογα και χωρίς νόμιμη αιτία να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστρέψει ή να βλάψει τη σχέση πίστης και εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου τονίζοντας ότι ο εν λόγω εξυπακουόμενος όρος έχει διατυπωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτει τη μεγάλη ποικιλία των περιπτώσεων στις οποίες πρέπει να τηρηθεί μια ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του εργοδότη στο να διευθύνει, να οργανώνει και να λειτουργεί την επιχείρησή του όπως αυτός κρίνει ορθό και των συμφερόντων του εργοδοτουμένου να μην τον εκμεταλλεύονται άδικα και αντικανονικά. Ως εκ τούτου όταν ένας εργοδότης έχει ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να έχει καταστρέψει την αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης και πίστης με αποτέλεσμα να καθίσταται η συνέχιση της εργασιακής σχέσης αδύνατη, ένας εργοδοτούμενος μπορεί να παραιτηθεί και να ισχυριστεί ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω επίδειξης από τον εργοδότη συμπεριφοράς ασυμβίβαστης με το παραδεχτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη εργοδοτουμένου[9]. Στην υπόθεση Morrow v. Safeway Stores plc [2002] IRLR 9 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: "In general terms, a finding that there has been conduct which amounts to a breach of the implied term of trust and confidence will mean, inevitably, that there has been a fundamental or repudiatory breach going necessarily to the root of the contract." Σημειώνουμε ότι το Employment Appeal Tribunal στην απόφασή του στην υπόθεση United Bank v. Akhtar [1989] IRLR 507 τόνισε ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου η συμπεριφορά του εργοδότη μπορεί να θεωρηθεί ως συμπεριφορά που έχει υπολογιστεί ή είναι πιθανόν να καταστρέψει ή να βλάψει σοβαρά τη σχέση πίστης και εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου παρά το ότι οι όροι που προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας παρέχουν στον εργοδότη την εξουσία και τη δυνατότητα να συμπεριφερθεί με αυτόν τον τρόπο καθότι ο εξυπακουόμενος όρος ότι ο εργοδότης δεν πρέπει παράλογα και χωρίς νόμιμη αιτία να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστρέψει ή να βλάψει τη σχέση πίστης και εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου είναι ανεξάρτητος από τους υπόλοιπους όρους που περιέχονται στη σύμβαση εργασίας και επιπρόσθετος όρος που εξυπακούεται σε όλες τις συμβάσεις εργασίας[10]. Συνακόλουθα ο τρόπος με τον οποίο εξασκούνται οι εξουσίες του εργοδότη που προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας πρέπει να είναι σε συμφωνία με τον εν λόγω εξυπακουόμενο όρο. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5th Edition, Vol.39 para.48 αναφέρονται τα πιο κάτω: "The implied term of trust and respect in the contract of employment has been held to have overriding effect, that is to say that, even where the employer has express power to act in a particular way under the terms of the contract, he must exercise that power in the light of his overall duty of trust and respect, with the result that, if he does not do to so, the employee may be contractually entitled to leave his employment and claim constructive dismissal, in spite of the employer's claim that he was merely exercising his rights". Στην υπόθεση L' Union National (Tourist and Sea Resorts) Ltd v. Γιώργος Χουλιώτης, Πολ. Έφεση Αρ.176/2010 ημερομηνίας 10/9/2015 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η εξουσία, οι δυνατότητες και τα δικαιώματα που έχει ένας εργοδότης δυνάμει των όρων που προβλέπονται από τη σύμβαση εργοδότησης πρέπει να εξασκούνται όχι μόνο εντός των συμβατικών παραμέτρων αλλά και σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τις συμβάσεις εργασίας. Περιπτώσεις όπου ο εργοδότης στο πλαίσιο του διευθυντικού δικαιώματός του εξασκεί, χωρίς εύλογη και δικαιολογημένη αιτία, δικαιώματά του τα οποία προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας και η εν λόγω πράξη του επηρεάζει τα συμφέροντα του εργοδοτουμένου[11] μπορεί να θεωρηθούν ως συμπεριφορές που παραβιάζουν τον πιο πάνω εξυπακουόμενο όρο. Το Employment Appeal Tribunal στην απόφασή του στην υπόθεση Hilton v. Shiner Ltd [2001] IRLR 727 σημείωσε τ΄ ακόλουθα αναφορικά με τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του ζητήματος κατά πόσον ο εργοδότης ενέργησε κατά παράβαση του εξυπακουομένου όρου πίστης και εμπιστοσύνης: "Thus, in order to determine whether there has been a breach of the implied term two matters have to be determined. The first is whether, ignoring their cause, there have been acts which are likely on the face of them seriously to damage or destroy the relationship of trust and confidence between employer and employee. The second is whether that act has no reasonable and proper cause." Στην υπόθεση Bournemouth University Higher Education Corpn v. Buckland [2011] QB 323 το Court of Appeal αποφάσισε ότι το τεστ για να αποδειχθεί κατά πόσον η συμπεριφορά του εργοδότη ήταν τέτοια που δικαιολογούσε εξαναγκασμό του εργοδοτουμένου στη βάση της παράβασης του εξυπακουομένου όρου πίστης και εμπιστοσύνης είναι το συμβατικό και όχι αυτό της λογικότητας του εργοδότη και απέρριψε το επιχείρημα των εργοδοτών ότι ένας εργοδοτούμενος μπορεί να αποδείξει μια ουσιαστική παράβαση του εξυπακουομένου όρου πίστης και εμπιστοσύνης μόνο όπου η συμπεριφορά του εργοδότη ήταν εκτός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις («outside the range of reasonable responses»). Διευκρίνισε ότι το κριτήριο της λογικότητας είναι σχετικό μόνο κατά την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσον ο εργοδότης είχε λογική και ορθή αιτία («reasonable and proper cause») για τη συμπεριφορά που παραπονείται ο εργοδοτούμενος. Το κατά πόσον η συμπεριφορά του εργοδότη συνιστά συμπεριφορά που δικαιολογεί την υποβολή παραίτησης από την πλευρά του εργοδοτουμένου κρίνεται εκτιμώντας αντικειμενικά τα δεδομένα και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης[12]. Οι υποκειμενικές ευαισθησίες του εργοδοτουμένου δεν λαμβάνονται υπόψη. Δεν αποτελεί προϋπόθεση για να κριθεί ότι η συμπεριφορά του εργοδότη συνιστά παραβίαση του όρου για αμοιβαία εμπιστοσύνη και πίστη να διαφανεί ότι η συμπεριφορά του εργοδότη ήταν σκόπιμη και κακόπιστη[13]. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση στην υπόθεση Bradbury v. BBC [2015] EWHC 1368 στην οποία αφού γίνεται μια σύνοψη των νομολογιακών αρχών σε σχέση με την παράβαση του πιο πάνω εξυπακουομένου όρου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με το κριτήριο της διαπίστωσης της παράβασης του εξυπακουόμενου όρου πίστης και εμπιστοσύνης: "The question is therefore whether, objectively, there has been a breach of the implied term. In my view, that objective assessment must be carried out in relation to the implied term read as a whole thus encompassing both elements of that term. Accordingly, the conduct must be such as, objectively, is calculated or likely to undermine the duty of trust and confidence and must be conduct for which there is, objectively, no reasonable and proper cause. Reasonableness, objectively judged, necessarily comes into establishing whether or not there has been a breach of the implied term. But this is not to apply, by the back door as it were, the "range of reasonable responses" test. It is not a question of establishing whether a particular cause of action is within the range of reasonable responses to the particular state of affairs and the situation the employer finds itself; rather, the question is whether the particular course of action is a reasonable and proper response to that state of affairs and situation in the context of the implied term so as to prevent what would otherwise be a breach of duty from being one......................reasonableness is one of tools in the employment tribunal's factual analysis kit for deciding whether there has been a fundamental breach......................the question whether the conduct of the employer which might otherwise give rise to a breach of the implied term is without reasonable and proper cause must take account of the particular state of affairs and the situation in which the employer finds itself; the conduct must be a response to that state of affairs and situation. It must be a response which resolves the tension, so far as is possible, between, on the one hand, the courses of conduct open to the employer to meet the situation which it faces and, on the other hand, acting in a way which does not cause undue detriment to the employee." Η παραβίαση του πιο πάνω εξυπακουόμενου όρου μπορεί να συνιστάται από σειρά πράξεων από την πλευρά του εργοδότη οι οποίες πράξεις σωρευτικά αποτελούν την παράβαση του εν λόγω όρου, παρά το ότι κάθε μια πράξη ξεχωριστά μπορεί να μην αποτελεί παραβίαση του όρου.[14] Στην Lewis v. Motorwolrd Garages Ltd [1986] ICR 666 λέχθηκε ότι: ".the repudiatory conduct may consist of a series of acts or incidents, some of them perhaps quite trivial, which cumulative amount to a repudiatory breach of the implied term of the contract of employment that the employer will not , without reasonable and proper cause, conduct himself in a manner calculated or likely to destroy or seriously damage the relationship of confidence between employer and employee". Το Employment Appeal Tribunal στην απόφαση του Croft v. Consignia plc [2002] IRLR 851 διευκρίνισε ότι ο όρος αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης παραβιάζεται μόνο από πράξεις και/ή παραλείψεις που βλάπτουν σοβαρά ή καταστρέφουν την αναγκαία πίστη και εμπιστοσύνη και ότι και οι δύο πλευρές αναμένονται να απορροφούν και να αντέχουν μικρότερα χτυπήματα[15]. Ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να υποβάλει λογικές παρατηρήσεις στον εργοδοτούμενό του αναφορικά με την ομαλή λειτουργία της επιχείρησής του όπως και να απαιτεί αυστηρή προσήλωση στην εκτέλεση οδηγιών ή όρων από τον εργοδοτούμενο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Επίσης έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε καλόπιστες παρατηρήσεις και παραστάσεις με σκοπό τη βελτίωση της συμπεριφοράς και της απόδοσης του εργοδοτουμένου. Περαιτέρω μέχρι ενός σημείου έντονη κριτική από τον εργοδότη μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της καθημερινής συναλλαγής μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου. Στην περίπτωση όμως που οι παρατηρήσεις και οι παραστάσεις του εργοδότη γίνονται χωρίς βάσιμο λόγο, είτε με σκοπό να απαλλαγεί ο εργοδότης από τον εργοδοτούμενο είτε όχι, καθιστώντας τη συνέχιση της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ανυπόφορη για τον εργοδοτούμενο τότε η συμπεριφορά του εργοδότη είναι τέτοια που παραβιάζει τον όρο για αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη και δείχνει την πρόθεσή του να μην δεσμεύεται πλέον από τη σύμβαση εργασίας και παραίτηση του εργοδοτουμένου λόγω αυτής της συμπεριφοράς μπορεί θεωρηθεί εξυπακουόμενη απόλυση (constructive dismissal). Στην υπόθεση Stanley Cole (Wainfleet) Ltd v. Sheridan
(2003)4 All E.R. 1181 λέχθηκε ότι μια αδικαιολόγητη και αβάσιμη τελευταία γραπτή προειδοποίηση από τον εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης να θεωρηθεί ως συμπεριφορά που εξαναγκάζει τον εργοδοτούμενο και να δικαιολογήσει την απόδοση αποζημιώσεων για εξυπακουόμενη απόλυση. Στην υπόθεση Walker v. Josiah Wedgwood
(1978)IRLR 175 τονίστηκε ότι η παροχή μίας αδικαιολόγητης γραπτής προειδοποιητικής επιστολής (warning) ή σειράς αδικαιολόγητων προειδοποιήσεων μπορεί να είναι ένας λόγος πάνω στον οποίο μπορεί να βασιστεί ένας εργοδοτούμενος ο οποίος ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ειδικά αν προσπαθεί να αποδείξει ότι οι προειδοποιήσεις δεν δόθηκαν με σκοπό να καλυτερεύσει την απόδοση και τη συμπεριφορά του αλλά με σκοπό να τον ωθήσουν να παραιτηθεί[16]. Στην υπόθεση Horkulak v. Cantor Fitzgerald International [2003] IRLR 756 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: "The law has developed so as to recognize an employment contract as engaging obligations in connection with the self esteem and dignity of the employee. Whilst high standards of performance are legitimate requirements in an employment contract, these legitimate demands must be balanced by a fair system of enforcement which reflects the particular conditions affecting employment. The level of rebuke must be proportionate to the alleged failing on the part of the employee." Στην περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (στο εξής «το Δ.Ε.Δ») ότι η συμπεριφορά του εργοδότη παρείχε στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να παραιτηθεί λόγω παράβασης από την πλευρά του εργοδότη των όρων της σύμβασης εργασίας του και να αξιώσει αποζημιώσεις από τον εργοδότη, το Δ.Ε.Δ. θα πρέπει στη συνέχεια να εξετάσει τον λόγο, τον τρόπο και τον χρόνο αποχώρησης του εργοδοτουμένου από την εργασία του. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5th edition, Vol. 40 p.170 para.720, σημειώνονται τ' ακόλουθα: "The employee must leave in response to the breach of contract. While, as matter of fact, the employee may usually expected to indicate that he is treating the contract as repudiated, there is no rule of law that the employee must always inform the employer of the true reason for leaving. Delay in so doing may amount to waiver of the breach and affirmation of the contract, though this will depend on the facts of the case, and a realistic approach must be taken, so that it may be reasonable for the employee to work on for a period under protest, especially if trying to resolve matters without leaving or seeking other work before leaving." Σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας όταν υπάρχει παράβαση της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, ο εργοδοτούμενος πρέπει να αποδείξει ότι παραιτήθηκε από την εργασία του εξαιτίας αυτής της παράβασης για να έχει το δικαίωμα να επικαλεστεί ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση[17]. Το Δ.Ε.Δ. βασιζόμενο στα περιστατικά της κάθε υπόθεσης θα κρίνει κατά πόσον ο εργοδοτούμενος παραιτήθηκε εξαιτίας της καταγγελίας (repudiation) της σύμβασης από τον εργοδότη και όχι για κάποιον άλλο λόγο. Δεν αποτελεί προϋπόθεση η παράβαση των όρων εργοδότησης από τον εργοδότη να είναι ο μοναδικός λόγος της παραίτησης. Είναι αρκετό να είναι ο ουσιαστικός λόγος[18]. Από την στιγμή που εκδηλώθηκε η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη (η παράβαση όρου της σύμβασης εργασίας ή εξάσκηση ενός συμβατικού δικαιώματος με τέτοιο τρόπο που κλονίζει το κλίμα αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης) που θα δικαιολογούσε την αποχώρηση του εργοδοτουμένου από την εργασία του ('repudiatory breach'), ο εργοδοτούμενος έχει το δικαίωμα να θεωρήσει την εν λόγω συμπεριφορά ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, να παραιτηθεί από την εργασία του τερματίζοντας τη σύμβαση εργασίας του με τον εργοδότη και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση. Αυτό το δικαίωμά του δεν παραμένει ανοιχτό στον εργοδοτούμενο επ' αόριστον. Αν ο εργοδοτούμενος καθυστερήσει να εγκαταλείψει την εργασία του τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβεβαίωσε (affirm) τη σύμβαση εργασίας του και ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να τερματίσει τη σύμβαση εργασίας του και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση από τον εργοδότη του[19]. (Βλ. Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp (πιο πάνω), W.E. Cox Toner (International) Ltd v. Crook [1981] 1 I.C.R. 823). Το ζήτημα κατά ποσόν ο εργοδοτούμενος έχει επιβεβαιώσει ή όχι τη σύμβαση εργασίας όπως τροποποιήθηκε μονομερώς από τον εργοδότη ώστε να εμποδίζεται από το εξασκήσει το δικαίωμά του να τερματίσει τη σύμβαση εργασίας είναι ζήτημα γεγονότων[20]. Το Δ.Ε.Δ. κατά την απόφανσή του επί του εν λόγω ζητήματος οφείλει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης[21] (όπως π.χ. τον χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ της εκδήλωσης της συμπεριφοράς από τον εργοδότη που έδινε το δικαίωμα στον εργοδοτούμενο να παραιτηθεί και της παραίτησης του εργοδοτουμένου, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργαζόταν ο εργοδοτούμενος και το τί διαδραματίστηκε κατά την πιο πάνω περίοδο, την περίοδο απασχόλησης του εργοδοτουμένου, τη φύση της παράβασης του εργοδότη). Στην απόφαση του Employment Appeal Tribunal Ms RV Simms v. Sainsbury Supermarkets Ltd [2005] ΑLL ER (D) 144 παραπέμποντας στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση W.E. Cox Toner λέχθηκε ότι από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος καθιστά σαφή τη διαφωνία του με ό,τι γίνεται (δηλαδή την παράβαση όρων της σύμβασης εργασίας) δεν θα θεωρηθεί ότι έχει επιβεβαιώσει τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται και να πληρώνεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Τονίστηκε ότι είναι ζήτημα επί των γεγονότων («question of fact») της κάθε υπόθεσης αν υπήρξε επιβεβαίωση της σύμβασης εργασίας από τον εργοδοτούμενο. Στην περίπτωση που ένας εργοδοτούμενος χωρίς να επιφυλάξει τη θέση του, συνεχίζει να εργάζεται για μεγάλο διάστημα μετά που ο εργοδότης ξεκαθαρίζει τη θέση του πάνω σε ένα θέμα όπου υπάρχει μεταξύ τους διαφωνία, τότε ο εργοδοτούμενος θεωρείται ότι επιβεβαίωσε τη σύμβαση και δεν μπορεί να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση αργότερα. Στην απόφαση Lewis v. Motorworld Garages Ltd (πιο πάνω) τονίστηκε ότι στις περιπτώσεις όπου ένας εργοδότης παραβίασε ένα ρητό όρο της σύμβασης εργασίας και ο εργοδοτούμενος συνέχισε να εργάζεται επιβεβαιώνοντας τη σύμβαση εργασίας, η εν λόγω παραβίαση μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως μέρος σειράς περιστατικών που μπορούν στο σύνολο τους να καταδείξουν ότι ο εργοδότης παραβίασε τον εξυπακουόμενο όρο για πίστη και εμπιστοσύνη[22]. Β. Αυτοτελείς Αξιώσεις (i)Ετήσια Άδεια Σημειώνουμε ότι η ετήσια άδεια αναπαύσεως αποτελεί δικαίωμα του εργοδοτουμένου το οποίο απορρέει από τον Περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμο Ν.8/67 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να του στερηθεί. Σε περίπτωση που ο εργοδότης αρνηθεί να παραχωρήσει στον εργοδοτούμενο την άδεια που δικαιούται με βάσει τον νόμο και τη σύμβαση εργασίας του τότε ο εργοδοτούμενος μπορεί να την διεκδικήσει δικαστικώς. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν.8/67 εργοδότης που παραλείπει να χορηγήσει ετήσια άδεια σε εργοδοτούμενο είναι ένοχος αδικήματος. Ακόμη σημειώνουμε ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να πληρώσει τον εργοδοτούμενο αντί της παραχώρησης άδειας και ότι η άδεια δεν μπορεί να συσσωρεύεται[23] εκτός ως προβλέπεται από τον Ν.8/67 αλλά πρέπει να λαμβάνεται εντός του έτους άδειας για το οποίο οφείλεται. Η μόνη περίπτωση που ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε πληρωμή για μη ληφθείσα ετήσια άδεια είναι όταν λήξει η εργασιακή σχέση του με τον εργοδότη του. Σε αυτήν την περίπτωση δικαιούται σε αποζημίωση που αντιστοιχεί στις μέρες ετήσιας άδειας που δικαιούτο και δεν έλαβε μέχρι την μέρα που τερματίστηκε η εργασιακή σχέση του με τον εργοδότη του. (ii)Οφειλόμενοι Μισθοί/Οφειλόμενες απολαβές και προμήθειες Μια από τις βασικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις του εργοδότη σε μία σύμβαση εργασίας είναι η καταβολή του συμφωνηθέντος ή συμβατικού μισθού και των συμφωνηθέντων ή συμβατικών απολαβών στον εργοδοτούμενο. Παράλειψη καταβολής του μισθού ή των απολαβών κατά τον χρόνο που αυτά είναι πληρωτέα με βάση τη συμφωνία εργασίας δίνει στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να αξιώσει την καταβολή του οφειλόμενου δεδουλευμένου μισθού ή των οφειλόμενων απολαβών[24]. Ανάλυση Μαρτυρίας - Γεγονότα - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής Α. Τερματισμός της απασχόλησης Κατ' αρχάς σημειώνουμε ότι αποτελεί βασική αρχή ότι η εξέταση από το Δ.Ε.Δ. της νομιμότητας της απόφασης της απόλυσης του εργοδοτουμένου βασίζεται και περιορίζεται στα γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά κατά τον χρόνο της απόλυσης του εργοδοτουμένου και η κρίση του Δ.Ε.Δ. επί του εν λόγω θέματος θα πρέπει να βασιστεί στα στοιχεία που είχε ενώπιόν του και στα οποία στηρίχτηκε ο εργοδότης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης του εργοδοτουμένου[25]. Η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις που το Δ.Ε.Δ. εξετάζει ζήτημα εξαναγκασμού σε παραίτηση του εργοδοτουμένου, δηλαδή η κρίση του Δ.Ε.Δ. πρέπει να βασίζεται στα γεγονότα που έλαβαν χώρα και ήταν σε γνώση των διαδίκων μέχρι την απόφαση του εργοδοτουμένου να παραιτηθεί. Στη βάση των πιο πάνω η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας και αφορούσε ισχυρισμούς γεγονότων που έλαβαν χώρα ή που διαπιστώθηκαν από τον εργοδότη μετά την υποβολή παραίτησης από τον Αιτητή (όπως π.χ. τιμόλογια επ' ονόματι ανύπαρκτου προσώπου) θα αγνοηθεί από το Δικαστήριο. Περαιτέρω τονίζουμε ότι η παρούσα υπόθεση αφορά ζήτημα εξαναγκασμού του Αιτητή σε παραίτηση για τους λόγους που επικαλείται ο Αιτητής ((
  1. i)ότι στις 4/7/2012 ο διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας αρχικά τον ενημέρωσε ότι θα απολυθεί χωρίς να του αναφέρει κάποιο λόγο και στη συνέχεια ανακάλεσε και του ζήτησε να παραιτηθεί οικειοθελώς, (
  2. ii)ότι στις 11/7/2012 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ο Φιλελεύθερος» αγγελία για λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας με την οποία ζητείτο υπάλληλος για τη θέση εργασίας που κατείχε αυτός, (iii) ότι στις 23/7/2012 ο διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας τον κάλεσε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας όπου αρχικά του είπε ότι απολύεται και μετά από 30 λεπτά ανακάλεσε την εν λόγω απόλυση, (
  3. iv)ότι την 1/8/2012 ο διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας του παρέδωσε δύο γραπτές παρατηρήσεις μειωτικές προς το πρόσωπό του και (
  4. v)ότι για τον μήνα Ιούλιο του 2012 δεν του καταβλήθηκε ολόκληρο το ποσό των απολαβών του) και όχι ζήτημα απόλυσης του Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία και ως εκ τούτου τα επίδικα γεγονότα αφορούν μόνο τους λόγους που επικαλείται ο Αιτητής και όχι τη γενική εργασιακή συμπεριφορά που επιδείκνυε ή διαπιστώθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία μετά την παραίτησή του ότι είχε επιδείξει ο Αιτητής. Αναντίλεκτα είναι τα γεγονότα ότι η Εργοδότρια Εταιρεία (α) την 1/8/2012 παρέδωσε στον Αιτητή τις δύο γραπτές παρατηρήσεις - προειδοποιήσεις Τεκμήρια 4Α και 4Β και (β) στις 31/7/2012 κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή το ποσό των €800,00[26]. Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσον ο επίδικος τερματισμός της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης ήταν εντός του πλαισίου του Νόμου και της νομολογίας εξαναγκασμός του Αιτητή σε παραίτηση ή όχι θα πρέπει πρώτα να αξιολογήσει την ενώπιόν του μαρτυρία ώστε να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με (α) τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο Αιτητής ότι έλαβαν χώρα στις 15/6/2012, στις 4/7/2012, στις 11/7/2012 και στις 23/7/2012, (β) το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4Α και 4Β και (γ) τα γεγονότα που περιβάλλουν την κατάθεση του ποσού των €800,00 στις 31/7/2012 και στη συνέχεια να αποφανθεί κατά πόσον τα γεγονότα όπως έχουν αποδειχτεί συνιστούν παράβαση είτε του ρητού όρου της σύμβασης εργασίας του Αιτητή σε σχέση με τις απολαβές του είτε του εξυπακουόμενου όρου της πίστης και της εμπιστοσύνης. Στην περίπτωση που η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα είναι καταφατική το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον η οποιαδήποτε παράβαση της σύμβασης εργασίας ήταν αρκούντως σοβαρή ώστε να δικαιολογεί την υποβολή παραίτησης από τον Αιτητή. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Αιτητή παρατηρούμε κατ' αρχάς ότι τα ποσά των αποδοχών του για τα έτη 2011 - 2012 που φαίνονται στο Τεκμήριο 15 (το οποίο σημειώνουμε ότι έχει κατατεθεί από τον Αιτητή χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη αναφορικά με το περιεχόμενό του) δεν συμφωνούν με τα ποσά τα οποία φαίνονται στο Τεκμήριο 16 και τα οποία όπως υποστήριξε ο Αιτητής είναι οι αποδοχές του για τα έτη 2011 - 2012. Σημειώνουμε ότι στο Τεκμήριο 16 δεν φαίνονται και δεν μας υποδείχτηκαν ποιες είναι οι καταθέσεις που αντιστοιχούν στις απολαβές του Αιτητή που καταβλήθηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία τον Δεκέμβριο του 2011 και τον Ιανουάριο του 2012 γεγονός που μας ξενίζει. Περαιτέρω ενώ ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι από τον Ιανουάριο του 2012 ο μηνιαίος μισθός του μειώθηκε από €1.560,00 σε €970,00 στο Τεκμήριο 16 δεν φαίνεται να υπάρχει κατάθεση ποσού €970,00 τέλη Ιανουαρίου 2012 και αρχές Φεβρουαρίου 2012. Κατάθεση του ποσού των €970,86 στο Τεκμήριο 16 υπάρχει στις 29/2/2012, στις 30/3/2012, στις 30/4/2012, στις 31/5/2012 και στις 29/6/2012. Ο Αιτητής στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι μέχρι τον Δεκέμβριο του 2011 είχε σταθερό μηνιαίο μισθό και ότι από τον Ιανουάριο του 2012 συμφωνήθηκε ο μισθός των €970,00 πλέον προμήθειες και ειδικότερα σημείωσε ότι «είχε συμφωνηθεί επίσης προμήθεια 3% πάνω σε συγκεκριμένα είδη εξοπλισμού μεγάλης αξίας». Αντεξεταζόμενος διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι έπαιρνε και πριν τον Ιανουάριο του 2012 προμήθεια για τις πωλήσεις συγκεκριμένων προϊόντων (των μηχανημάτων που είχαν σχέση με το M.O.T.). Ισχυρίστηκε ότι το 2010 και το 2011 είχε πωλήσει μηχανήματα που είχαν σχέση με το M.O.T. και ότι η προμήθειά του ήταν 3% επί της αξίας της τιμής πώλησής τους. Ερωτώμενος πόσα τέτοια μηχανήματα είχε πωλήσει το 2010 και πόσα το 2011 απάντησε ότι δεν θυμάται ακριβώς αν ήταν ένα ή δύο, γεγονός που δεν μας φαίνεται φυσιολογικό ενόψει της μεγάλης αξίας των εν λόγω μηχανημάτων (πέραν των €55.000,00) και συνεπακόλουθα του ποσού της προμήθειας που θα έπαιρνε το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ήταν το μόνο ποσό που έπαιρνε ως προμήθειες εκείνα τα έτη. Όταν του ζητήθηκε να υποδείξει το ποσό της προμήθειας που έλαβε τα έτη 2010 και 2011 στο Τεκμήριο 16 αρχικά απάντησε ότι δεν το θυμάται και ότι πρέπει να βρει το τιμολόγιο, στη συνέχεια είπε ότι δεν υπάρχει τέτοια πληρωμή στο Τεκμήριο 16 και ακολούθως είπε ότι δεν φαίνεται στις καταστάσεις του τραπεζικού λογαριασμού του μέχρι το 2011 καθότι, αν δεν κάνει λάθος, το ποσό της εν λόγω προμήθειας του δόθηκε τον Φεβρουάριο του 2012 και ότι ίσως αυτό να φαίνεται στις καταθέσεις που έγιναν τον μήνα Φεβρουάριο του 2012. Ερωτώμενος για ποιο λόγο για δύο χρόνια η Εργοδότρια Εταιρεία δεν του κατέβαλε ποσό ως προμήθεια παρά το ότι, όπως ισχυρίζεται, διενήργησε πωλήσεις των μηχανημάτων που είχαν σχέση με το M.O.T. απάντησε προβάλλοντας για πρώτη φορά τη θέση ότι η τακτική της Εργοδότριας Εταιρείας πριν το 2012 ήταν οι προμήθειες από τις πωλήσεις των μηχανημάτων M.O.T. να καταβάλλονται μετά το πέρας της χρονιάς κατά την οποία έγινε η πώληση αρχές του επόμενου έτους. Δεν μας υπόδειξε οποιαδήποτε τέτοια κατάθεση στο Τεκμήριο 16. Πέραν τούτου στο Τεκμήριο 15 δεν φαίνεται κατά τα έτη 2010 και 2011 να υπάρχει κάποιος μήνας κατά τον οποίο το ποσό των απολαβών του να είναι αυξημένο (εκτός από τον Δεκέμβριο που ο Αιτητής λάμβανε 13ο μισθό) ούτε φαίνεται ότι τον Φεβρουάριο του 2012 να δηλώθηκε στις κοινωνικές ασφαλίσεις ότι ο Αιτητής έλαβε ένα μεγάλο ποσό απολαβών όπως έγινε με τον μήνα Μάιο του 2012. Τα πιο πάνω μας δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με το αξιόπιστο της εκδοχής του Αιτητή. Περαιτέρω μας δημιουργείται η απορία για ποιο λόγο ο Αιτητής εγείρει ζήτημα μείωσης των απολαβών του στην παρούσα αίτηση τη στιγμή που όπως ισχυρίζεται αποδέχτηκε/ συμφώνησε με την Εργοδότρια Εταιρεία στην καταβολή βασικού μισθού πλέον Α.Τ.Α. πλέον προμήθειες τον Ιανουάριο του 2012 αντί του μισθού των €1.560,00 μηνιαίως και δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε συγκεκριμένη και σαφή μαρτυρία ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της εν λόγω συμφωνίας δέχτηκε πίεση από την Εργοδότρια Εταιρεία να αποδεχτεί αυτή τη διευθέτηση ή ότι δεν συμφωνούσε με αυτή τη διευθέτηση. Σημειώνουμε ότι στο παράπονο που υπέβαλε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στις 20/7/2012 (Τεκμήριο 2) δεν ανέφερε ότι έχει οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τον μισθό του που του καταβάλλεται γεγονός που μας φαίνεται παράδοξο. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι ο Αιτητής εγείρει για πρώτη φορά στο Τεκμήριο 3 στις 24/7/2012 (δηλαδή μετά τη συνάντηση στις 23/7/2012) ζήτημα μείωσης του μισθού του αφού αναφέρει ότι: «(α) Παρά τη σημαντική μείωση του μισθού μου και άλλων παρεμφερών ωφελημάτων, τα οποία από μονά τους θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως εξαναγκασμός σε παραίτηση, συνέχισα να εργάζομαι στην εταιρεία με τον ίδιο ζήλο και την ίδια ευσυνειδησία που εργαζόμουν τόσα χρόνια.». Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής με τη μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε σε μείωση παρεμφερών ωφελημάτων. Μας φαίνεται παράξενο και μη λογικό το γεγονός ότι ο Αιτητής στο Τεκμήριο 3 αναφέρει ακροθιγώς το τι συνέβηκε, σύμφωνα με αυτόν, στις 23/7/2012 και εγείρει διάφορα άλλα γενικής φύσεως θέματα και δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά στα γεγονότα που έλαβαν χώρα σύμφωνα με αυτόν στις 4/7/2012 (και τη δημοσίευση της αγγελίας στην εφημερίδα «ο Φιλελεύθερος») τη στιγμή (α) που είχε ήδη υποβάλει παράπονο για τα πιο πάνω στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στις 20/7/2012 και τον ενημέρωσαν ότι το παράπονό του δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εν λόγω τμήματος και ότι δεν μπορούν να κάνουν κάτι για το παράπονό του και (β) όπως ισχυρίστηκε η Εργοδότρια Εταιρεία από τις 4/7/2012 προσπαθούσε να τον πείσει να παραιτηθεί ώστε να προσλάβει άλλο υπάλληλο με σχέδιο επιδότησης μισθού από το κράτος. Ο Αιτητής
(1)δεν έθεσε ενώπιόν μας στοιχεία που να δεικνύουν ότι η Εργοδότρια Εταιρεία έλαβε γνώση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 2 πριν τις 2/8/2012 και
(2)δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δεικνύει πότε αποστάληκε το Τεκμήριο 3 και αν ήταν σε γνώση της Εργοδότριας Εταιρείας πριν τις 2/8/2012 παρόλο που η Εργοδότρια Εταιρεία στο δικόγραφό της αναφέρει ότι το εν λόγω Τεκμήριο 3 στάληκε σε αυτήν με συστημένο ταχυδρομείο στις 26/7/2012 και παραλήφθηκε από αυτήν στις 17/8/
  1. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να προσδώσουμε οποιαδήποτε ουσιαστική βαρύτητα στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 και 3, να βασιστούμε σε αυτά και να εξάγουμε συμπεράσματα που να υποστηρίζουν την εκδοχή του Αιτητή. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έλαβε οδηγίες από την Εργοδότρια Εταιρεία να σταματήσει να προμηθεύει την εταιρεία KAIZER AUTO SERVICE LTD μέχρι αυτή να μειώσει το υπόλοιπο του λογαριασμού της και ότι δεν γνωρίζει και ούτε θυμάται ποιο ήταν το υπόλοιπο του λογαριασμού που διατηρούσε η εν λόγω εταιρεία με την Εργοδότρια Εταιρεία κατά το
  2. Υπό το φως του ισχυρισμού του ότι ο διευθυντής της εταιρείας KAIZER AUTO SERVICE LTD το 2012 του ανέφερε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τον πίεζε να περιορίσει το υπόλοιπό της, ότι τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει οικονομικά και ότι αυτός κατέθεσε διάφορα ποσά συνολικού ύψους €6.250,00 στον λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας έναντι του χρέους της πιο πάνω εταιρείας διερωτόμαστε πώς γίνεται να μην γνώριζε το ύψους του υπόλοιπου του λογαριασμού της εν λόγω εταιρείας. Περαιτέρω μας δημιουργείται η απορία για ποιο λόγο αποπλήρωνε το χρέος της εν λόγω εταιρείας προς την Εργοδότρια Εταιρεία και ιδιαίτερα για ποιο λόγο μέσα σε περίοδο δύο μηνών (από 2/5/2012 μέχρι 2/7/2012) κατέβαλε έναντι του χρεωστικού υπολοίπου της εν λόγω εταιρείας το ποσό των €6.000,00 τη στιγμή που όπως μας ανέφερε απλώς η Εργοδότρια Εταιρεία πίεζε την εν λόγω εταιρεία να μειώσει το υπόλοιπο του λογαριασμού της (αλλά δεν του αναφέρθηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία είχε πρόβλημα να συνεχίσει να την προμηθεύει με εμπορεύματα). Παρατηρούμε ότι ο Αιτητής όταν ρωτήθηκε πόσες ήταν οι πωλήσεις του το 2010 και το 2011 απάντησε για ακόμα μια φόρα ότι δεν θυμάται. Διερωτόμαστε για ποιο λόγο την 1/8/2012 δεν συμφώνησε με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4Β χωρίς να ζητήσει κάποιες διευκρινίσεις από την Εργοδότρια Εταιρεία. Μας φαίνεται παράξενο που ο Αιτητής κατά τη μαρτυρία του περιορίστηκε στο να αναφερθεί πολύ γενικά στα κατ' ισχυρισμό γεγονότα χωρίς να δώσει ιδιαιτέρες λεπτομέρειες όπως π.χ. δεν μας ανέφερε πώς αντέδρασε όταν ο κ. Ιωαννίδης τον απέλυσε στις 23/7/2012 και τι ανέφερε αυτός στον κ. Ιωαννίδη μετά που ανακάλεσε την εν λόγω απόλυσή του. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσον έλαβε (και πότε) προμήθεια για τα τιμολόγια που η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται ότι απέκρυψε ή βρίσκονταν στα βιβλιάρια τιμολογίων που ισχυρίζεται η Εργοδότρια Εταιρεία ότι παρακράτησε, απάντησε με υπεκφυγή λέγοντας ότι δεν γνωρίζει για ποια τιμολόγια έπαιρνε προμήθειες κάθε μήνα και ότι δεν είχε λίστα με τις πωλήσεις του για να υπολογίζει τις προμήθειές του αφού αυτό ήταν δουλειά του λογιστηρίου. Δεν μας φαίνεται πειστική η πιο πάνω απάντησή του ενόψει της θέσης του ότι το 2012 μειώθηκαν οι απολαβές του σημαντικά και ο μισθός του συμπληρωνόταν από τις προμήθειες που ελάμβανε. Σημειώνουμε ότι ενώ στα Τεκμήρια 4Α και 4Β ανέγραψε ότι θεωρεί το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών του ως εξαναγκασμό σε παραίτηση, στη γραπτή δήλωση του αναφέρει ότι παράλαβε τις εν λόγω επιστολές χωρίς να αποδέχεται το περιεχόμενό τους θεωρώντας ότι προσπαθούν να τον εξαναγκάσουν να παραιτηθεί. Δεν μας ξεκαθάρισε πότε ακριβώς υπόβαλε την παραίτησή του την (1/8/2012 ή στις 2/8/2012;). Ούτε μας ανέφερε κατά πόσον στις 2/8/2012 πήγε στην εργασία του και μετά υπέβαλε την παραίτησή του. Από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό προκύπτει ότι
(1)το πρώτο τιμολόγιο που περιέχεται στο Τεκμήριο 14Α εκδόθηκε στις 27/1/2012, το προτελευταίο στις 26/3/2012 και το τελευταίο (που είναι στο όνομα της KAIZER AUTO SERVICE LTD) δεν έχει ημερομηνία έκδοσης που να είναι ευδιάκριτη,
(2)στο Τεκμήριο 14Α υπάρχουν 7 τιμολόγια στο όνομα της KAIZER AUTO SERVICE LTD που είτε δεν φέρουν ημερομηνία είτε δεν έχουν ευδιάκριτη ημερομηνία έκδοσης, 3 τιμολόγια στο όνομα της KAIZER AUTO SERVICE LTD τα οποία φέρουν ημερομηνία, 1 τιμολόγιο στο όνομα κάποιου τρίτου προσώπου που δεν φέρει ημερομηνία (τα υπόλοιπα στο όνομα διαφόρων άλλων προσώπων έχουν ημερομηνία),
(3)το πρώτο τιμολόγιο που περιέχεται στο Τεκμήριο 14Β εκδόθηκε στις 26/3/2012, το πέμπτο πριν το τέλος στις 24/5/2012, το τέταρτο πριν το τέλος στις 25/6/2012 και το τρίτο και το δεύτερο πριν το τέλος τα οποία είναι στο όνομα της KAIZER AUTO SERVICE LTD στις 2/7/2012 και το τελευταίο που δεν φέρει όνομα πελάτη και είναι τοις μετρητοίς στις 2/7/2012,
(4)στο Τεκμήριο 14Β υπάρχουν 4 τιμολόγια στο όνομα της KAIZER AUTO SERVICE LTD που είτε δεν φέρουν ημερομηνία είτε δεν έχουν ευδιάκριτη ημερομηνία έκδοσης, 2 τιμολόγια στο όνομα της KAIZER AUTO SERVICE LTD τα οποία φέρουν ημερομηνία (αυτά που έχουν ημερομηνία 2/7/2012), 4 τιμολόγια στο όνομα κάποιων άλλων προσώπων που δεν φέρουν ημερομηνία (τα υπόλοιπα στο όνομα διαφόρων άλλων προσώπων έχουν ημερομηνία) και
(4)στις 6/7/2012 ο Αιτητής εξέδωσε το τιμολόγιο με αριθμό 58229 στο όνομα της KAIZER AUTO SERVICE LTD (Βλέπε Τεκμήριο 9 - το εν λόγω τιμολόγιο περιέχεται σε άλλο βιβλιάριο τιμολογίων της Εργοδότριας Εταιρείας το οποίο άρχιζε από τον αριθμό 58201) δηλαδή μέχρι τις 6/7/2012 ο Αιτητής είχε εκδώσει 29 τιμολόγια από το βιβλιάριο τιμολογίων που άρχιζε με τον αριθμό τιμολογίου
  1. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι από τα 16 τιμολόγια που δεν έχουν ημερομηνία έκδοσης στα Τεκμήρια 14Α και 14Β τα 11 αφορούν την εταιρεία KAIZER AUTO SERVICE LTD και ότι στο Τεκμήριο 14Β όλα τα τιμολόγια που αφορούσαν πωλήσεις στην εν λόγω εταιρεία πριν τις 2/7/2012 δεν έχουν ημερομηνία γεγονός που μας προβληματίζει. Δεν μας φαίνεται φυσικό τα περισσότερα λάθη και αβλεψίες του Αιτητή να αφορούν την εν λόγω εταιρεία. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι δεν μας εξήγησε ο Αιτητής, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι συνήθως είχε στην κατοχή του ένα βιβλιάριο τιμολογίων και όταν έμεναν μόνο λίγα φύλλα (περίπου 8-10) να συμπληρωθούν τότε του έστελλαν ακόμα ένα από το λογιστήριο γιατί δεν ήξερε πότε θα τελείωνε αυτό που είχε στην κατοχή του και ότι πάντοτε παρέδιδε τα βιβλιάρια όταν αυτά τελείωναν, για ποιο λόγο ενώ το πέμπτο τιμολόγιο πριν το τέλος του Τεκμηρίου 14Β εκδόθηκε στις 24/5/2012 τα υπόλοιπα τέσσερα από το τέλος του εκδόθηκαν στις 25/6/2012 και στις 2/7/2012 υπό το φως των Τεκμηρίων 9, 28 και 33 τα οποία δεικνύουν ότι παρέλαβε στις 29/5/2012 το βιβλιάριο τιμολογίων που ξεκινούσε με τον αριθμό 58201 (το περιεχόμενο των Τεκμηρίου 33 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του κ. Ιωαννίδη αναφορικά με τις ημερομηνίες που αποστάληκαν τα βιβλιάρια των τιμολογίων στον Αιτητή), ότι στις 18/6/2012 είχε εκδώσει τα τιμολόγια με αρ. 58201 και 58216 και ότι στις 6/7/2012 ο Αιτητής εξέδωσε τιμολόγιο με αριθμό
  2. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε για ποιο λόγο ο Αιτητής κρατούσε το Τεκμήριο 14Β και δεν το συμπλήρωσε μετά τις 24/5/2012 και άφησε τα τέσσερα τιμολόγια που παρέμειναν σε αυτό αχρησιμοποίητα και χρησιμοποιούσε άλλο βιβλιάριο τιμολογίων μέχρι και τις 25/6/2012 όπου ξανά εξέδωσε τιμολόγιο από το Τεκμήριο 14Β και στη συνέχεια το συμπλήρωσε στις 2/7/
  3. Όλα τα πιο πάνω δεικνύουν, κατά την άποψή μας, ότι η μαρτυρία του Αιτητή είχε πολλά κενά και ουσιαστικές αδυναμίες. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να αποδεχτούμε τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Σε σχέση με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας σημειώνουμε τα πιο κάτω: (α) Η εντύπωση που μας άφησε ο κ. Κολιός ήταν ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει τα γεγονότα όπως τα βίωσε χωρίς επηρεασμό από το γεγονός ότι εξακολουθεί να είναι εργοδοτούμενος στην Εργοδότρια Εταιρεία. Η μαρτυρία του ήταν σταθερή, φυσική και πειστική. Δεν εντοπίσαμε οτιδήποτε στο περιεχόμενό της το οποίο μπορεί να αξιολογηθεί ως ουσιαστική αντίφαση. Ως εκ τούτου αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα. (β) Η εκδοχή που παρουσίασε ο κ. Ιωαννίδης μας φάνηκε πειστική και λογική. Περαιτέρω η εν λόγω εκδοχή φαίνεται να υποστηρίζεται από τα περισσότερα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιόν μας. Όμως εντοπίσαμε τις ακόλουθες αδυναμίες στη μαρτυρία του κ. Ιωαννίδη:
(1)οι ισχυρισμοί του προβλήθηκαν με γενικότητα αφού ο κ. Ιωαννίδης δεν μας έδωσε συγκεκριμένες σαφείς λεπτομέρειες αναφορικά (
  1. i)με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις συναντήσεις που είχε με τον Αιτητή αρχές Ιουλίου του 2012 (όπως π.χ. ποια ακριβώς ήταν τα παραπτώματα που παραδέχτηκε ο Αιτητής) και στις 23/7/2012 (όπως π.χ. ποιες ήταν οι απειλές που εκστομίσε ο Αιτητής και τι ακριβώς λέχθηκε μεταξύ του Αιτητή και αυτού) και (
  2. ii)με τη διερεύνηση που διεξήγαγε η Εργοδότρια Εταιρεία μετά τον έλεγχο των αποθεμάτων του Αιτητή στις 15/6/2012 (όπως π.χ. ποιες ελλείψεις είχαν δικαιολογηθεί με την αποστολή των βιβλιαρίων των τιμολογίων από τον Αιτητή και με ποια συγκεκριμένα τιμολόγια δικαιολογήθηκαν),
(2)ο κ. Ιωαννίδης δεν είχε άμεση και προσωπική γνώση όλων των εγγράφων που κατέθεσε (π.χ. δεν μπορούσε να απαντήσει θετικά σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 33 το οποίο διαφοροποιείται από αυτά που μας ανέφερε στο Δικαστήριο σε σχέση με το πότε παρέλαβε το λογιστήριο τα βιβλιάρια τιμολογίων που είχε στην κατοχή του ο Αιτητής) και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο κάποιο άλλο πρόσωπο από την Εργοδότρια Εταιρεία που είχε άμεση και προσωπική επί των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε ο κ. Ιωαννίδης για να δώσει μαρτυρία και να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο και
(3)οι ισχυρισμοί του σε σχέση με την πληρωμή των €170,00 στον Αιτητή στις 31/7/2012 (ότι ήταν τακτική της Εργοδότριας Εταιρείας να καταβάλλεται πρώτα ο βασικός μισθός και μετά οι προμήθειες μαζί με τις άλλες απολαβές) έρχεται σε αντίθεση (
  1. i)με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16 (στο εν λόγω τεκμήριο φαίνεται ότι από τα τέλη Φεβρουαρίου του 2012 μέχρι και τα τέλη Ιουνίου του 2012 κατατίθετο στον τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή το ποσό των €970,86) και (
  2. ii)με τη θέση του που προέβαλε ότι επειδή θα έφευγε ο Αιτητής κρατήθηκαν τα €170,00 για να καταβληθούν μετά μαζί με τις άδειες και τις προμήθειές του (παρατηρούμε ότι ο τελευταίος ισχυρισμός του δεν συνάδει με τα γεγονότα ότι στις 31/7/2012 που έγινε η κατάθεση του ποσού των €800,00 δεν είχαν δοθεί ακόμη στον Αιτητή τα Τεκμήρια 4Α και 4Β και στις 23/7/2012, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κ. Ιωαννίδη, ο Αιτητής τον ενημέρωσε ότι δεν θα έφευγε από την εργασία του και ότι γι' αυτόν τον λόγο αποφασίστηκε να του δοθούν τα Τεκμήρια 4Α και 4Β). Θεωρούμε ότι τα πιο πάνω συνιστούν ουσιώδεις αδυναμίες στη μαρτυρία του κ. Ιωαννίδη καθότι (α) οι λεπτομέρειες ήταν στοιχεία τα οποία θα μας βοηθούσαν να αποφανθούμε κατά πόσον ή όχι η εκδοχή του κ. Ιωαννίδη ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και (β) η αντίφαση που εντοπίσαμε δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχτούμε στη μαρτυρία του κ. Ιωαννίδη για εξαγωγή ευρημάτων γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Συνακόλουθα η μαρτυρία του κ. Ιωαννίδη δεν γίνεται αποδεκτή. Λόγω των αδυναμιών στη μαρτυρία που προσκόμισε ο Αιτητής η μαρτυρία του σε σχέση με τις συνθήκες και τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα εργατική διαφορά δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι το σύνολο των περιστάσεων κάτω από τις οποίες υπέβαλε παραίτηση. Το σύνολο των περιστάσεων θα αποτελούσε το βάθρο της κρίσης του Δικαστηρίου κατά πόσον τα γεγονότα της υπόθεσης δικαιολογούσαν αντικειμενικά κρινόμενα υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εξαναγκασμό του Αιτητή σε παραίτηση. Ενόψει των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον τα αναντίλεκτα γεγονότα (α) της παράδοσης στον Αιτητή των Τεκμηρίων 4Α και 4Β και (β) της κατάθεσης μόνο του ποσού των €800,00, είτε το κάθε ένα από μόνο του είτε και τα δύο μαζί σωρευτικά, μπορούν να δικαιολογήσουν εξαναγκασμό του Αιτητή σε παραίτηση. Υπό το φως των σχετικών νομικών αρχών που παραθέσαμε πιο πάνω, κρίνουμε ότι το γεγονός της παράδοσης των δύο γραπτών παρατηρήσεων στον Αιτητή από μόνο του χωρίς την απόδειξη των συνθηκών που περιβάλλει το εν λόγω γεγονός στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει στον βαθμό που απαιτείται, σε διαδικασίες όπως την παρούσα, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παραβίασε τον εξυπακουόμενο όρο πίστης και εμπιστοσύνης αφού δεν έχει αποδειχτεί ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, αντικειμενικά κρινόμενη, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δίνοντας στον Αιτητή τις εν λόγω παρατηρήσεις άσκησε παράλογα, χωρίς οποιοδήποτε βάσιμο λόγο και αυθαίρετα την εξουσία, το δικαίωμα και την ευχέρεια που της παρέχεται από τη σύμβαση εργασίας να παρατηρεί τους εργοδοτούμενους της για την εργασιακή συμπεριφορά και απόδοσή τους. Ούτε η μη κατάθεση του συνολικού ποσού των €970,00 στις 31/7/2012 στο λογαριασμό του Αιτητή μπορεί, υπό τις περιστάσεις, από μόνη της να θεωρηθεί ως παραβίαση του ρητού όρου της σύμβασης εργασίας του Αιτητή για την καταβολή της μισθοδοσίας του καθότι δεν αποδείχτηκε ότι κατά τον χρόνο της υποβολής της παραίτησής του ο Αιτητής είχε διαπιστώσει ότι η μη καταβολή του ποσού των €170,00 ήταν σκόπιμη και ηθελημένη και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία είχε πρόθεση να μην τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Περαιτέρω ενόψει του ότι δεν αποδείχτηκε ενώπιόν μας ότι οι πιο πάνω ενέργειες της Εργοδότριας Εταιρείες έγιναν σκόπιμα και κακόπιστα με σκοπό να ωθήσουν τον Αιτητή να παραιτηθεί ούτε σωρευτικά οι εν λόγω ενέργειες μπορεί να θεωρηθούν ως παράβαση του εξυπακουόμενου όρου πίστης και εμπιστοσύνης. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που τον βάρυνε και ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι κατά τον χρόνο υποβολής της παραίτησής του δικαιολογημένα υπέβαλε την παραίτησή του λόγω της συμπεριφοράς που επέδειξε η Εργοδότρια Εταιρεία. Το γεγονός της μη προσκόμισης επαρκούς αξιόπιστης μαρτυρίας για το σύνολο των συνθηκών που περιβάλλουν την παρούσα εργατική διαφορά από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας (η μαρτυρία του κ. Κόλιου απλώς απέδειξε ότι στις 15/6/2012 διαπιστώθηκαν ελλείψεις στα αποθέματα του Αιτητή και αυτό από μόνο του δεν δικαιολογεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4Α) δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την πιο πάνω κατάληξή μας ενόψει του συμπεράσματος του Δικαστηρίου για την αναποτελεσματικότητα της μαρτυρίας του Αιτητή ο οποίος είχε το βάρος απόδειξης στους ώμους του. (Βλέπε Paphos Stone C.Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, ECLI:CY:AD:2014:A457, Πολ. Έφεση Αρ. 361/2009 ημερ. 3/7/2014). Συνακόλουθα με τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι δικαιολογημένα εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω των ενεργειών της Εργοδότριας Εταιρείας με αποτέλεσμα ο Αιτητής να μην δικαιούται σε καταβολή αποζημίωσης για εξαναγκασμό σε παραίτηση και πληρωμής αντί προειδοποίησης. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνουμε ότι στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του Αιτητή και καταλήγαμε ότι τα γεγονότα ήταν ως η εκδοχή του Αιτητή, θα βρίσκαμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης θα μπορούσαν στο σύνολό τους να θεωρηθούν ως παραβίαση του εξυπακουόμενου όρου για πίστη και εμπιστοσύνη και συνακόλουθα να δικαιολογήσουν την υποβολή από τον Αιτητή παραίτησης λόγω εξαναγκασμού (αφού οποιαδήποτε παράβαση του εξυπακουόμενου όρου για πίστη και εμπιστοσύνη από μόνη της θεωρείται ως ουσιαστική παράβαση που δικαιολογεί τερματισμό της σύμβασης εργασίας χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν είναι επαρκώς ουσιώδης). Περαιτέρω, αν γινόταν δεκτή η εκδοχή του Αιτητή τότε (α) θα συμπεραίναμε ότι ο Αιτητής παραιτήθηκε από την εργασία του λόγω των πράξεων της Εργοδότριας Εταιρείας και όχι για κάποιον άλλο λόγο και (β) υπό το φως των αρχών της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα της επιβεβαίωσης τις οποίες παραθέσαμε πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, τη φύση της παράβασης της σύμβασης εργασίας (στην περίπτωση που αυτή αποδεικνύετο), τη χρονική περίοδο που μεσολάβησε μεταξύ 1/8/2012-2/8/2012 (ημερομηνία που του δόθηκαν τα Τεκμήρια 4Α και 4Β και ημερομηνία που ο Αιτητής διαπίστωσε ότι δεν του καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των απολαβών του για τον Ιούλιο του 2012) - 1/8/2012-2/8/2012 (ημερομηνία που υπέβαλε παραίτηση ο Αιτητής), η άποψή μας θα ήταν ότι ο Αιτητής ενήργησε αμέσως μόλις διαπίστωσε τις παραβάσεις των όρων εργασίας του και ότι δεν προκύπτει ζήτημα επιβεβαίωσης της σύμβασης εργασίας του και παραίτησης του δικαιώματός του να παραιτηθεί από την εργασία του επικαλούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση. Β. Αυτοτελείς Αξιώσεις (i)Ετήσια Άδεια Η Εργοδότρια Εταιρεία παραδέχεται ότι ο Αιτητής δικαιούται πληρωμή για 12 μέρες μη παραχωρηθείσας ετήσιας άδειας για το 2012. Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής αξιώνει 11.6 μέρες μη χρησιμοποιηθείσα ετήσια άδεια για το 2012. Στη βάση των πιο πάνω βρίσκουμε ότι ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή 12 μερών για μη ληφθείσα ετήσια άδεια για το 2012, δηλαδή πληρωμή που αντιστοιχεί σε 2.4 εβδομαδιαίες απολαβές. Σημειώνουμε ότι για το 2012 (α) η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλε εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τις προμήθειες που έπαιρνε ο Αιτητής (δηλαδή οι προμήθειες δεν θεωρούνταν ως έκτακτες ή κατά χάριν πληρωμές[27]) και (β) οι απολαβές του Αιτητή δεν ήταν σταθερές λόγω των προμηθειών που λάμβανε. Ενόψει του (α) ότι η πληρωμή για τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις τερματισμού της εργασιακής σχέσης και (β) ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη που να καθορίζει πώς υπολογίζονται οι απολαβές για σκοπούς αποζημίωσης για μη ληφθείσα ετήσια άδεια κατά τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης κρίνουμε ότι ο υπολογισμός των εβδομαδιαίων απολαβών για σκοπούς αποζημίωσης θα πρέπει να γίνει στη βάση που υπολογίζονται οι εβδομαδιαίες απολαβές στα πλαίσια του Νόμου Ν.24/67. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3 της παραγράφου 4 του Τετάρτου Πίνακα και του άρθρου 5(α) του Τρίτου Πίνακα του Νόμου, για την περίπτωση του Αιτητή ως εβδομαδιαία ημερομίσθια για σκοπούς του Νόμου θεωρούνται ο μέσος όρος των εβδομαδιαίων ημερομισθίων των τελευταίων δώδεκα πλήρων εβδομάδων εργασίας πριν τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης που είχε με την Εργοδότρια Εταιρεία. Στην παρούσα περίπτωση με βάση τις απολαβές του Αιτητή για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2012 ως αυτές δηλώθηκαν στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15) ο εν λόγω μέσος όρος αντιστοιχεί σε €447,08 [(€3.121 + €1.169 + €1.075) ÷ 12]. Συνακόλουθα καταλήγουμε ότι ο Αιτητής δικαιούται το ποσό των €1.072,99 ως αποζημίωση για τη μη ληφθείσα άδεια του για το έτος 2012. (ii)Οφειλόμενοι Μισθοί/Οφειλόμενες απολαβές και προμήθειες Η Εργοδότρια Εταιρεία παραδέχεται ότι οφείλει στον Αιτητή (α) το ποσό των €170,86 για τις υπηρεσίες τεχνικού που της προσέφερε τον Ιούλιο του 2012 και (β) το ποσό των €158,95 ως προμήθειες για τις πωλήσεις που έκανε τον μήνα Ιούλιο του 2012. Ο Αιτητής ζητά επιπλέον το πόσο των €400,00 ως προμήθεια για μια πώληση που διενέργησε τον Ιούνιο του 2012. Σημειώνουμε ότι αποτελεί κοινό έδαφος και για τις δύο πλευρές ότι η καταβολή της προμήθειας στους πωλητές γινόταν με την τιμολόγηση και όχι με τη λήψη της παραγγελίας, ότι η συμφωνηθείσα προμήθεια ήταν πληρωτέα στον Αιτητή κατά τον μήνα εκτέλεσης της παραγγελίας και την έκδοση του σχετικού τιμολογίου και ότι ο Αιτητής δεν ήταν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας όταν εκτελέστηκε η παραγγελία για την οποία αξιώνει το ποσό των €400,00 ως προμήθεια και εκδόθηκε το σχετικό τιμολόγιο. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι ήταν ο Αιτητής το πρόσωπο που έλαβε την εν λόγω παραγγελία. Στη βάση των πιο πάνω βρίσκουμε ότι οι προμήθειες καταβάλλονταν από την Εργοδότρια Εταιρεία στους πωλητές τον μήνα που εκδιδόταν το τιμολόγιο για την παραγγελία που έλαβαν. Δηλαδή η προμήθεια στους πωλητές ήταν καταβλητέα κατά τον μήνα που εκδιδόταν το τιμολόγιο για την παραγγελία. Κρίνουμε ότι ο Αιτητής δικαιούται την εν λόγω αιτούμενη προμήθεια (η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αμφισβήτησε το ύψους του αξιούμενου ποσού από τον Αιτητή) εφόσον η εν λόγω παραγγελία εκτελέστηκε. Το δικαίωμά του για πληρωμή της εν λόγω προμήθειας ανέκυψε την ημερομηνία που εκδόθηκε το σχετικό τιμολόγιο. Το γεγονός ότι κατά την ημερομηνία έκδοσης του σχετικού τιμολογίου ο Αιτητής δεν βρισκόταν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας δεν συνιστά, κατά την κρίση μας, παράγοντα μη πληρωμής σ' αυτόν της αιτούμενης προμήθειας. Σημειώνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε σαφή και συγκεκριμένη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι υπήρχε όρος στη σύμβαση εργασίας του Αιτητή που προέβλεπε ότι εφόσον ο πωλητής δεν βρίσκεται στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας δεν δικαιούται την προμήθεια για παραγγελίες που έλαβε πριν να φύγει από την υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας αλλά εκτελέστηκαν μετά τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης του με την Εργοδότρια Εταιρεία. Ως εκ τούτου καταλήγουμε ότι ο Αιτητής δικαιούται: (α) το ποσό των €170,86 για υπηρεσίες τεχνικού για τον μήνα Ιούλιο του 2012, (β) το ποσό των €158,95 ως προμήθειες για τις πωλήσεις του για τον μήνα Ιούλιου του 2012 και (γ) το ποσό των €400,00 ως προμήθεια για μια πώληση που διενέργησε τον Ιούνιο του 2012 και εκτελέστηκε/τιμολογήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2012. (iii) Ο κ. Ιωαννίδης ισχυρίστηκε ότι από το 2012 η Εργοδότρια Εταιρεία ενημέρωσε τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς πολλές φορές τον Αιτητή ότι οι επιταγές για τα οφειλόμενα προς αυτόν ποσά για τις προμήθειες, τις ετήσιες άδειες και τις τεχνικές υπηρεσίες είναι έτοιμες και ότι μπορεί να μεταβεί στο λογιστήριό της να τις παραλάβει αλλά ότι ο Αιτητής για άγνωστο προς αυτήν λόγο δεν πήγε να τις παραλάβει. Παρατηρούμε ότι ενώπιόν μας πέραν των αντιγράφων των σχετικών επιταγών δεν τέθηκαν από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας οποιαδήποτε απτά στοιχεία που να υποστηρίζουν και να επιβεβαιώνουν τον πιο πάνω ισχυρισμό της. Διερωτόμαστε για ποιο λόγο αφού η πρακτική που ακολουθείτο κατά την περίοδο που ο Αιτητής απασχολείτο σε αυτήν ήταν να κατατίθενται στον τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή οι απολαβές του η Εργοδότρια Εταιρεία δεν το έπραξε και για τις επιταγές που εξέδωσε μετά την παραίτηση του Αιτητή και ανέμενε από τον Αιτητή να μεταβεί στο λογιστήριο της στη Λευκωσία για να τις παραλάβει. Περαιτέρω στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής της η Εργοδότρια Εταιρεία αναφέρει ότι μετά την παραίτηση του Αιτητή του ανακάλυψε και άλλες παρανομίες του Αιτητή και ότι μέχρι να ξεκαθαρίσουν οι εν λόγω παρανομίες δεν θα καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στον Αιτητή. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η πιο πάνω θέση του κ. Ιωαννίδη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω: (Α) Οι αξιώσεις του Αιτητή για πληρωμή αντί προειδοποίησης και αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση απορρίπτονται. (Β) Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εις βάρος της Εργοδότριας Εταιρείας για το συνολικό ποσό €1.802,80 με νόμιμο τόκο ως αποζημίωση για μη ληφθείσα ετήσια άδεια και ως πληρωμή για οφειλόμενες προμήθειες και για αμοιβή για υπηρεσίες τεχνικού. (Γ) Δεν θα επιδικάσουμε έξοδα όσον αφορά το επίδικο ζήτημα του εξαναγκασμού του Αιτητή σε παραίτηση καθότι δεν έγινε δεκτή η εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας λόγω μη προσκόμισης επαρκούς αξιόπιστης μαρτυρίας από αυτήν. Επιδικάζονται όμως €1.500,00 δικηγορικά έξοδα υπέρ του Αιτητή και εις βάρος της Εργοδότριας Εταιρείας για το επίδικο ζήτημα που αφορούσε τα οφειλόμενα ποσά προς τον Αιτητή εφόσον η Εργοδότρια Εταιρεία δεν απέδειξε ότι είναι εξ υπαιτιότητας του Αιτητή που δεν καταβλήθηκαν προηγουμένως τα εν λόγω ποσά στον Αιτητή. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Αιμ. Θεοδούλου, Μέλος Μ. Φιλιππίδης, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Εξαναγκασμός σε παραίτηση λόγω παρατηρήσεων και μη πληρωμής μισθού) [1] Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε πριν την τροποποίηση του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν.35(Ι)/2007στις 28/12/2012 που προβλέπει ότι το βάρος απόδειξης της καταβολής των μισθών το φέρει ο εργοδότης. [2] R F Hill v. Moneey [1981] IRLR 258. [3] Stokes v. Hampstead Wine Co Ltd [1979] IRLR 298. [4] Ramage v. Harper- Mackay Ltd [1966] ITR 503. [5] Στο σύγγραμμα St.D. Anderman , "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στη σελίδα 81 σημειώνεται ότι σε όλες τις περιπτώσεις η παράβαση όρου της σύμβασης εργοδότησης πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρή για να θεωρείται ως συμπεριφορά που αποκηρύσσει τη σύμβαση εργοδότησης. ("The breach must be sufficiently serious to amount to a repudiation" ). [6] St.D. Anderman , "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στη σελίδα 81. [7] Στην Adams v. Charles Zub Associates Ltd [1978] IRLR 551 o Mr. Justice Slynn, Πρόεδρος του Employment Appeal Tribunal σημείωσε τ΄ ακόλουθα:" The Industrial Tribunal had not erred in holding the failure by an employer to pay the employee his monthly salary on the due date though a breach of contract was not so serious a breach as to justify the Appellant in resigning and claiming constructive dismissal. Failure to pay an employee's salary on the due date may amount to conduct which constitute breach going to the root of the contract but which shows that the employer has no intention thereafter to honour the contract and thus justifies the employee in resigning but the circumstances of each case must be looked at." [8] Courtaulds Northern Textiles Ltd v Andrew [1979] IRLR 84. [9] Καθότι παραβίαση του εξυπακουόμενου όρου για αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη θεωρείται ως θεμελιώδης παράβαση των όρων εργασίας που κλονίζει τα θεμέλια της σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου. Βλέπε Post Office v. Roberts [1980] IRLR 347, Woods v. W.M. Car Services (Petersborough ) Ltd [1981] ICR 666. [10]Βλέπε επίσης Stevens v. University of Birmingham [2015] EWHC 2300. [11] Gogay v Hertfordshire County Council [2000] IRLR 703. [12] Ο Lord Steyn στην υπόθεση Malikv. BCCI (πιο πάνω) σημείωσε ότι: "The conduct must , of course, impinge on the relationship in the sense that, looked at objectively , it is likely to destroy or seriously damage the degree of trust and confidence the employee is reasonably entitled to have in his employer. That requires one to look at all the circumstances.". Το Court of Appeal στην υπόθεση Tullett Prebon PLC v. BGC Brokers LP [2011] IRLR 420 τόνισε ότι το ζήτημα του κατά πόσο υπήρξε παράβαση του εξυπακουομένου όρου της πίστης και εμπιστοσύνης που δικαιολογεί εξαναγκασμό σε παραίτηση αποφασίζεται εξετάζοντας αντικειμενικά όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης από την πλευρά του λογικού προσώπου που βρίσκεται στη θέση του αθώου μέρους («.the legal test is whether, looking at all the circumstances objectively, that is from the perspective of a reasonable person in the position of the innocent party.»). [13] Στην απόφαση Post Office v. Roberts [1980] IRLR 347 το επιχείρημα των εργοδοτών ότι η παραβίαση πρέπει να είναι σκόπιμη και κακόπιστη για να συνιστά συμπεριφορά που δικαιολογεί εξαναγκασμό σε παραίτηση απορρίφθηκε και λέχθηκε ότι η συμπεριφορά πρέπει να είναι: ". such that its effect judged reasonably and sensibly is to disable the other party from properly carrying out its obligations. ". Στην απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Lewis v. Motorwolrd Garages Ltd [1986] ICR 157 αναφέρθηκαν τ' ακόλουθα: ".whether an employee had been entitled to terminate his contract of employment without notice by reason of the employer's conduct depended not upon whether the employer had intended the conduct to be repudiatory or could reasonably have believed that it would be accepted as such, but upon whether the employer's conduct, viewed objectively, evinced an intention no longer to be bound by the contract.". Στην Woods v. W.M. Car Services ( Petersborough ) Ltd [1981] ICR 666 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα : "To constitute a breach of this implied term , it is not necessary to show that the employer intended the repudiation of the contract. The employment tribunal's function is to look at the employer' s conduct as a whole and to determine whether it is such that it is cumulative effect judged reasonably and sensibly is such that the employee cannot be expected to put up with." [14] Garner v Grange Furnishing Ltd [1977] IRLR 206 "Conduct amounting to a repudiation can be a series of small incidents over a period of time. If the conduct of the employer is making it impossible for the employee to go on working that is plainly a repudiation of the contract". Βλέπε επίσης την υπόθεση Woods v. W.M. Car Services ( Petersborough) Ltd [1981] ICR 666. [15] "..it is only breached by acts or omissions which seriously damage or destroy the necessary trust and confidence. Both sides are expected to absorb lesser blows". [17] Στην υπόθεση Walker v Josiah Wedgwood & Sons Ltd, [1978] ICR 744, το Employment Appeal Tribunal σημείωσε τα εξής : " .it is at least requisite that the employee should leave because of the breach of the employer's relevant duty to him, and that this should demonstrably be the case...And secondly, we think it is not sufficient if he leaves in circumstances which indicate some ground for his leaving other than the breach of the employer's obligation to him." [18] Στο σύγγραμμα St. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths LexisNexis στη σελίδα 112 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: "Yet the test of acceptance of repudiation is ultimately one of whether the resignation was effectively caused by the employer' s repudiation. In Jones v F Sirl & Son ( Furnishers ) Ltd [1997] IRLR 493 the employee faced with worsened terms and conditions waited three-and-a half weeks until she was approached by another firm and offered a job before she resigned claiming constructive dismissal. The employment tribunal' s conclusion that the resignation was in response to the job offer and not the repudiation was overturned by the EAT which stated that the test was not what was the sole cause of resignation but rather what in fact was the effective cause.". Σημειώνουμε ότι στην υπόθεση Weathersfield Ltd v. Sargent
(1999)I.C.R. 425, το Court of Appeal έκρινε ότι δεν είναι αναγκαίο για τον εργοδοτούμενο όταν αποχωρεί να δηλώσει ξεκάθαρα ότι εξαναγκάζεται σε παραίτηση εξαιτίας της παράβασης της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη και μια τέτοια δήλωση δεν αποτελεί προϋπόθεση επίκλησης από τον εργοδοτούμενο εξαναγκασμού σε παραίτηση για λόγους που αφορούν τη συμπεριφορά του εργοδότη. [19] Το Employment Appeal Tribunal στην απόφαση του στην υπόθεση New Southern Railway Ltd v Quinn, Appeal No.313/ 005 ημερ.28.11.2005 συνόψισε τις εφαρμοστέες αρχές σχετικά με το ζήτημα της επιβεβαίωσης ως ακολούθως:"(
  1. i)Where there has been a repudiatory breach of the contract of employment the innocent party can choose whether to affirm the contract or accept the breach and treat the contract as discharged;(
  2. ii)Once the contract has been affirmed the right to treat it as repudiated has gone;(iii) Delay in itself does not constitute affirmation but may be evidence of implied affirmation; (
  3. iv)If the innocent party calls upon the employer to perform, that will normally be taken to be affirmation because it would be conduct consistent only with continuance of the contract;(
  4. v)The right to accept a repudiatory breach is not lost if the innocent party performs a contract for a limited time while reserving the right to accept the repudiation or only continues with contract while affording the guilty party the opportunity to remedy the breach." [20] W.E. Cox Toner (International) Ltd v. Crook (πιο πάνω). [21]".the question whether delay in a particular case means that an employee has waived the breach will depend on all the circumstances including for example the employee's length of service (GW Stephens and Son v Fish [1989] ICR 324) or the nature of the breach and whether the employee has protested at the changes to her contract (W.E. Cox Toner (International) Ltd v. Crook [1981] ICR 157). ... the length of service of an employee will always be relevant to the length of the time for which it is reasonable for him/her to consider the position before deciding whether to resign and claim constructive dismissal." Στην υπόθεση Miceli v Signal House Limited Appeal No.EAT /180/95 ημερομ. 16.2.96 το Employment Appeal Tribunal διευκρίνισε ότι η καθυστέρηση στην υποβολή παραίτησης δεν συνιστά επιβεβαίωση αλλά μπορεί να αποτελέσει απόδειξη επιβεβαίωσης και τόνισε ότι συνιστά σφάλμα το να εξισωθεί από το Employment Tribunal η καθυστέρηση με την επιβεβαίωση χωρίς να αποφασισθεί εντός του πλαισίου της υπόθεσης αν η καθυστέρηση σε συνδυασμό με άλλα θέματα (όπως π.χ. η φύση της παράβασης από τον εργοδότη, η περίοδος απασχόλησης του εργοδοτουμένου) μπορεί υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ως επιβεβαίωση από τον εργοδοτούμενο. [22] "Even if an employee has not treated a breach of an express contractual term as a wrongful repudiation , he is entitled to add such a breach to other actions which taken together may cumulative amount to a breach of the implied term of trust and confidence" . [23] Σε σχέση με τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια το άρθρο 7
(2)του Ν.8/67 προνοεί τ΄ ακόλουθα:«Δια συμφωνίας μεταξύ του εργοδότου και του εργοδοτουμένου, αι άδειαι δυνατόν να συσσωρεύωνται μέχρις ανωτάτου ορίου ισουμένου προς την άδειαν εις την οποίαν ο εργοδοτούμενος δικαιούται ως προς δύο έτη». [24] Ο τρόπος και η περιοδικότητα της καταβολής του μισθού έχει ρυθμιστεί νομοθετικά με τη θέσπιση του του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν.35(Ι)/2007. [25] Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol.16(1B) στη σελ. 103, παραγ. 645 αναφέρονται τ' ακόλουθα: "It is a central principle of unfair dismissal law that the fairness of a dismissal should be determined on the facts as known to the employer at the time of dismissal. In contrast to the common law on wrongful dismissal, an employer cannot rely on subsequently discovered facts, especially misconduct by the employee, to justify a dismissal that was unfair on the facts known at the time.". [26] Σε σχέση με τη δημοσίευση της αγγελίας στην εφημερίδα «ο Φιλελεύθερος» στις 11/7/2012 σημειώνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν παραδέχτηκε ότι η εν λόγω αγγελία αφορούσε αυτήν και ότι από το περιεχόμενο της εν λόγω αγγελίας δεν διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι η εν λόγω αγγελία αφορούσε την Εργοδότρια Εταιρεία. [27] Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου και του Νόμου περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ν.59(Ι)/2010: ««ημερομίσθιον» περιλαμβάνει πάσαν χρηματικήν αντιμισθίαν εκ της απασχολήσεως εργοδοτουμένου ή παν κέρδος εκ της τοιαύτης απασχολήσεως δεκτικόν χρηματικής αποτιμήσεως ως και την εισφοράν την καταβλητέαν εις το Κεντρικόν Ταμείον Αδειών, το ιδρυθέν δυνάμει του περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου, εξαιρουμένων όμως εκτάκτων προμηθειών και κατά χάριν (ex-gratia) πληρωμών.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.