← Κύπρος

ΠΕΤΡΟΥ ν. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΛΛΑΝΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΚΑΥΚΑΛΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αίτησης: 361/14, 18/7/2018

ΠΕΤΡΟΥ ν. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΛΛΑΝΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΚΑΥΚΑΛΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αίτησης: 361/14, 18/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:41 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Ν. Στυλιανού ) Τ. Τιμοθέου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 361/14 Μεταξύ: XXXXX ΠΕΤΡΟΥ Αιτήτριας και

  1. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΛΛΑΝΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΚΑΥΚΑΛΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Καθ΄ ών η Αίτηση ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ Ημερομηνία: 18 Ιουλίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: Η κα Βελισσαρίου. Για τους Καθ΄ ών η Αίτηση 1 : Η κα Ζαλτή. Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Ο κ. Αθανασιάδης. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια καταχώρησε στις 14/5/2014 την Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό («η Αίτηση») και αξιώνει από τους Καθ΄ ών η Αίτηση 1 αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής της σύμφωνα με το άρθρο 3

(1)του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («ο Νόμος») και διαζευκτικά σε περίπτωση που οι Καθ΄ ών η Αίτηση 1 αποδείξουν ότι η απόλυσή της οφείλεται σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, πληρωμή από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») με βάση το άρθρο 16 του Νόμου σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου. Οι Καθ΄ ών η Αίτηση 1 καταχώρησαν Έγγραφο Εμφάνισης στις 15/7/2014 και με τους Γενικούς Λόγους που περιέχονται σ΄ αυτό απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι σε σχέση με τον λόγο τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας ότι η Αιτήτρια απολύθηκε για λόγους πλεονασμού (πιο συγκεκριμένα λόγω μείωσης του όγκου εργασιών της επιχείρησής τους). Στην παράγραφο 1 των Γενικών Λόγων της Εγγράφου Εμφάνισής τους εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η Αίτηση εις βάρος τους έχει παραγραφεί και «συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί σαν παραγραφείσα.» Το Ταμείο καταχώρησε Έγγραφο Εμφάνισης στις 3/3/2015 και απορρίπτει τις εναντίον του αξιώσεις ισχυριζόμενο ότι (α) η απόλυση της Αιτήτριας δεν οφείλεται σε λόγους πλεονασμού καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η επιχείρηση των Καθ΄ ών η Αίτηση 1 δεν παρουσίαζε μείωση του όγκου εργασιών της και (β) ότι η Αιτήτρια δεν συμπλήρωσε 104 εβδομάδες συνεχούς απασχόλησης στους Καθ΄ ών η Αίτηση 1. Στις 16/3/2018 οι Καθ΄ ών η Αίτηση 1 καταχώρησαν ενδιάμεση αίτηση («η αίτηση») με την οποία εξαιτούνταν τα πιο κάτω: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η εκδίκαση των προδικαστικών θεμάτων που εγείρονται στους Γενικούς Λόγους Ένστασης παράγραφος 1. Β. Διάταγμα απορρίπτον κάτω από τις περιστάσεις την Αίτηση σαν παραγραφείσα, απαράδεκτη και/ή μη καταδεικνύουσα οιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διάταγμα υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο. Δ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση στηριζόταν στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ. 1-6, Δ.48 Θ.1-9, Δ.27. Θ1-3, στους Κανονισμούς 11
(1)(β), 12 και 13 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Στις 3/5/2018, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη τόσο η αίτηση και όσο η Αίτηση για οδηγίες, οι δικηγόροι της Αιτήτριας και του Ταμείου δήλωσαν ότι αν πλευρά των Καθ΄ ών η Αίτηση 1 δεχτεί να δηλωθούν ως παραδεχτά γεγονότα (α) η ημερομηνία απόλυσης της Αιτήτριας, (β) η ημερομηνία που η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού για την απόλυσή της από τους Καθ΄ ών η Αίτηση 1, (γ) η ημερομηνία που το Ταμείο απάντησε στην εν λόγω αίτησή της και (δ) η ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης δεν έχουν ένσταση να αποδεχτούν όπως η προδικαστική ένσταση που εγείρουν οι Καθ΄ ών η Αίτηση 1 στην παράγραφο 1 των Γενικών Λόγων της Εγγράφου Εμφάνισής τους εκδικαστεί προδικαστικά (δηλαδή να εκδοθεί διάταγμα ως το αιτητικό Α της αίτησης). Η πλευρά των Καθ΄ ών η Αίτηση 1 συμφώνησε και δηλώθηκαν τα πιο κάτω γεγονότα ως παραδεκτά: (Α) Η απασχόληση της Αιτήτριας στους Καθ΄ ών η Αίτηση 1 τερματίστηκε στις 31/3/2012 από τους Καθ΄ ών η Αίτηση 1 με τον ισχυρισμό του πλεονασμού (ο λόγος που επικαλέστηκαν οι Καθ΄ ών η Αίτηση 1 για την απόλυση της Αιτήτριας ήταν η μείωση του όγκου εργασιών της επιχείρησης τους). (Β) Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού στις 4/4/
  1. (Γ) Το Ταμείο απάντησε στην Αιτήτρια την 1/11/2013 με σχετική επιστολή του με την οποία την ενημέρωνε ότι η αίτησή της απορρίφθηκε. (Δ) Η Αιτήτρια καταχώρησε την Αίτηση στις 14/5/
  2. Στη βάση των πιο πάνω η πλευρά της Αιτήτριας και του Ταμείου συμφώνησαν στο να εκδοθεί το διάταγμα Α της αίτησης και ζήτησαν όπως τα έξοδα της αίτησης ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της προδικαστικής εκδίκασης. Αφού η δικηγόρος των Καθ΄ ών η Αίτηση 1 δήλωσε ότι συμφωνεί με τα πιο πάνω το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διατασσόταν η προδικαστική εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης που εγείρεται στην παράγραφο 1 των Γενικών Λόγων της Εγγράφου Εμφάνισης των Καθ΄ ών η Αίτηση 1 στη βάση των παραδεκτών γεγονότων που δηλώθηκαν από τους δικηγόρους των διαδίκων. Η προδικαστική ένσταση των Καθ΄ ών η Αίτηση 1 εδράζεται στο άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμου 1967, Ν.8/67όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Ν.8/67») το οποίο προνοεί τα πιο κάτω: «12(10Α). Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για το πλεονάζων προσωπικό.» Είναι θέση των Καθ΄ ών η Αίτηση 1 ότι η Αίτηση εναντίον τους είναι εκπρόθεσμη και παραγραμμένη λόγω του ότι έχει καταχωρηθεί κατά παράβαση του άρθρου 12(10Α) του Ν.8/67 καθ΄ ότι δεν καταχωρήθηκε εντός 12 μηνών από την ημερομηνία απόλυσης της Αιτήτριας. Ο δικηγόρος των Καθ΄ ών η Αίτηση 1 εισηγήθηκε με την αγόρευσή του ότι η προθεσμία για καταχώρηση αίτησης εργατικών διαφορών εναντίον του εργοδότη είναι αυτή των 12 μηνών και ότι η πρόνοια της προθεσμίας των 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου είναι ανεξάρτητη και αφορά μόνο το Ταμείο και όχι τον εργοδότη. Η πιο πάνω εισήγηση του δικηγόρου των Καθ΄ ών η Αίτηση 1 δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Και εξηγούμε. Το εδάφιο (10Α) εισήχθηκε στο άρθρο 12 του Ν.8/67 με τον τροποποιητικό Νόμο Ν.169
(1)/2002. Με το εν λόγω εδάφιο ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης εργατικής διαφοράς στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.»). Σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου 12(10Α), οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. πρέπει να υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα (δηλαδή εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που δημιουργήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης εργατικών διαφορών που καταχωρήθηκε στο Δ.Ε.Δ.) ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου. Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας η θεραπεία μέσω του Δ.Ε.Δ. για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη όμως το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα παραμένει αναλλοίωτο και ο αιτητής/η αιτήτρια μπορεί να το διεκδικήσει με άλλο τρόπο. Σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώθηκαν από τη νομολογία, όπου το λεκτικό ενός νομοθετήματος είναι καθαρό και σαφές θα πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια (βλέπε Μακεδόνας ν. Δημοκρατία
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 ΑΑΔ 355). Στην υπόθεση Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ (πιο πάνω) ο κ. Νικολάου Δ., εκφράζοντας τις θέσεις της Ολομέλειας, σημειώνει ότι: «η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος ...... έχει πλέον εδραιωθεί» και παραθέτει τ΄ ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 ΑΑΔ 59: «Σκοπός της ερμηνείας του Νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου». Στην υπόθεση Κωμοδρόμος ν. White
(2010)1 Α.Α.Δ. 1903 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Συνιστά πάγια θέση της νομολογίας μας ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς, στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων είναι μεν επιτρεπτή, πλην όμως δεν καθιστά εφικτή ούτε και δικαιολογεί την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου πρέπει να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη. Αυτό είναι και το μόνο ζητούμενο.» Όπου το ζητούμενο είναι η ερμηνεία νομοθετήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το λεκτικό, το ιστορικό και οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπισή του, οι ευρύτεροι σκοποί που επιχειρήθηκε να εξυπηρετηθούν καθώς και η πρόθεση του νομοθέτη. (βλ. Melios v. Nicolaou
(1963)2 C.L.R 414 και Krassimenos v. Hadjiyiannis
(1963)2 C.L.R. 448, Αναφορικά με την εταιρεία Cyprus Popular Bank, ECLI:CY:AD:2014:D295, Πολιτική Έφεση Αρ.60/2014 ημερ.7/5/2014). Σημειώνουμε ότι η πρόνοια του εδαφίου 10Α του άρθρου 12 του Ν.8/67 αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου που διέπει τα δικαιώματα ενός απολυθέντα εργοδοτουμένου για λόγους πλεονασμού. Είμαστε της άποψης ότι η εν λόγω πρόνοια δεν μπορεί να ερμηνευτεί απομονωμένα χωρίς να ληφθεί υπόψη το σύνολο των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που αφορά τα δικαιώματα ενός εργοδοτουμένου που απολύεται για λόγους πλεονασμού. Το άρθρο 3
(1)του Νόμου (το οποίο φέρει τον πλαγιότιτλο Δικαίωμα του εργοδοτουμένου εις αποζημίωσιν επί τω τερματισμώ της απασχολήσεως του) προνοεί ότι: «Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα: ...................................» Το άρθρο 5 του Νόμου προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης από τον εργοδότη του. Με το εδάφιο (β) του εν λόγω άρθρου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης λόγω πλεονασμού. Στην περίπτωση που η απασχόληση του εργοδοτουμένου τερματίζεται λόγω πλεονασμού τότε σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του Νόμου ο εργοδοτούμενος «δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού εκ του Ταμείου, υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Τέταρτον Πίνακα:........». Το άρθρο 24 του Νόμου προβλέπει για την ίδρυση του Ταμείου από το Υπουργικό Συμβούλιο. Περαιτέρω το εδάφιο 1 του άρθρου 25 του Νόμου προνοεί ότι το Υπουργικό Συμβούλιο εκδίδει Κανονισμούς για τη ρύθμιση και διοίκηση του Ταμείου και ότι το Ταμείο οφείλει να ενεργεί όλες τις πράξεις του σύμφωνα με τους Κανονισμούς. Το εδάφιο 2 του άρθρου 25 του Νόμου προβλέπει ότι οι Κανονισμοί μπορούν να καθορίζουν, μεταξύ άλλων, «(γ) τον τρόπον κατά τον οποίον πληρωμή εκ του Ταμείου θα καταβάλληται εις εργοδοτούμενον και τας περιστάσεις υπό τας οποίας το προς λήψιν της τοιαύτης πληρωμής δικαίωμα απόλλυται». (Η υπογράμμιση είναι δική μας) Το Υπουργικό Συμβούλιο ασκώντας τις εξουσίες του που του χορηγούνται από τα άρθρα 24 και 25 του Νόμου εξέδωσε τους Περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Ταμείον διά Πλεονάζον Προσωπικόν) Κανονισμούς του 1997 έως 1996 («οι Κανονισμοί»). Οι Κανονισμοί 11, 12 και 13 των Κανονισμών διαλαμβάνουν τα πιο κάτω: «11.-
(1)΄Απασαι αι απαιτήσεις διά πληρωμάς λόγω πλεονασμού εξετάζονται υπό εξεταστού απαιτήσεων.
(2)Κατόπιν εξετάσεως απαιτήσεως διά πληρωμήν λόγω πλεο­νασμού ο εξεταστής απαιτήσεων δύναται— (α) να εγκρίνη αυτήν εν όλω ή εν μέρει ή (β) να απορρίψη αυτήν ή (γ) κατόπιν γνωστοποιήσεως του γεγονότος προς τον αιτούντα να παραπέμψη αυτήν είς το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών.
(3)Οσάκις ο εξεταστής απαιτήσεων εγκρίνει μερικώς μόνον ή απορρίπτει απαίτησιν διά πληρωμήν λόγω πλεονασμού, εντός δέκα ημερών, από της απορρίψεως αποστέλλεται είς τον αιτούντα έγγρα­φος γνωστοποίησις περί τούτου περιλαμβάνουσα το αιτιολογικόν της αποφάσεως, ως και μνείαν του γεγονότος ότι εάν ο αιτών δεν είναι ικανοποιημένος εκ της εκδοθείσης αποφάσεως δύναται να εκκαλέση ταύτην ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. 12-
(1)Πάσα αίτησις προς χορήγησιν πληρωμής λόγω πλεονασμού δυνάμει του άρθρου 16 του Νόμου δέον όπως υποβάλλεται εντός τριών μηνών από της ημέρας του σχετικού τερματισμού της απασχολήσεως.
(2)Πάσα αίτησις προς χορήγησιν πληρωμής έκ του Ταμείου δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου υποβάλλεται εντός τριών μηνών από της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών[1].
(3)Είς περίπτωσιν καθ' ήν ο αιτών ήθελεν αποδείξει ευλογον αιτίαν δια την μη υποβολήν εμπροθέσμου αιτήσεως, η προθεσμία παρατείνεται δι' όσον χρόνον υφίσταται η τοιαύτη εύλογος αιτία, άλλ' έν ουδεμία περιπτώσει πέραν των δώδεκα μηνών: Νοείται ότι, είς περίπτωσιν καθ' ην η κριθείσα ως εύλογος αιτία ή ως μία των ευλόγων αιτιών είναι η υπό του αιτούντος υποβολή αιτήσεως δια τον σχετικόν τερματισμόν της απασχολήσεως είς το άρμόδιον Δικαστήριον, η προθεσμία παρατείνεται και πέραν των δώδεκα μηνών. 13. Ουδείς δικαιούται είς πληρωμήν λόγω πλεονασμού έκτος εάν— (α) υποβάλη αίτησιν ως προνοείται υπό του Κανονισμού 12 και (β) προσαγάγη τοιαύτα πιστοποιητικά, έγγραφα, πληροφορίας και αποδεικτικά στοιχεία προς τον σκοπόν εξετάσεως της αιτήσεως αυτού διά πληρωμήν λόγω πλεονασμού ως ο Διευθυντής ήθελε ζητήσει και προσέλθη είς τοιούτο γραφείον ή τόπον ως ο Διευθυντής ήθελεν ορίσει.» (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Σημειώνουμε ότι το άρθρο 3
(1)του Νόμου περιέχεται στο Μέρος ΙΙ του Νόμου το οποίο αφορά τον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη. Με βάση την πιο πάνω πρόνοια το δικαίωμα του εργοδοτουμένου για αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησής του ή για πληρωμή από το Ταμείο λόγω νόμιμου τερματισμού για λόγους πλεονασμού συναρτάται με τον τερματισμό της απασχόλησής του. Δηλαδή το δικαίωμα του εργοδοτουμένου για υποβολή αίτησης στο Δ.Ε.Δ. για θεραπείες βάσει των διατάξεων του Νόμου ανακύπτει τη μέρα που τερματίζεται η εργοδότησή του. Στην προκείμενη περίπτωση η απασχόληση της Αιτήτριας τερματίστηκε στις 31/3/
  1. Δηλαδή η ημερομηνία δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος της Αιτήτριας να καταχωρήσει αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. για την απόλυσή της από τους Καθ΄ ών η Αίτηση 1 και τα δικαιώματά της που προκύπτουν από το γεγονός της απόλυσής της είναι η 31/3/
  2. Η εν λόγω ημερομηνία είναι το χρονικό σημείο της έναρξης της δωδεκάμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/
  3. Όμως όπως αναφέραμε πιο πάνω το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 προβλέπει διαζευκτικά ότι αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. μπορεί να υποβληθεί εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου. Κατά τη γνώμη μας η εν λόγω πρόνοια το άρθρου 12(10Α) του Ν.8/67 θα πρέπει να ερμηνευτεί σε συνδυασμό και σε συνάρτηση με τις (i) υπόλοιπες πρόνοιες του άρθρου 12 του Ν.8/67, (ii) τις διατάξεις του Νόμου και (iii) τις πρόνοιες των Κανονισμών καθότι (α) το δικαίωμα για υποβολή αίτησης για πληρωμή λόγω πλεονασμού στο Ταμείο διέπεται από τις πρόνοιες του Νόμου και των Κανονισμών και (β) το δικαίωμα υποβολής αίτησης εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. διέπεται από τις πρόνοιες (i) του Ν.8/67 και (ii) του Νόμου και των Κανονισμών. Κρίνουμε ότι ο σκοπός και η πρόθεση του Νομοθέτη σχετικά με την επίδικη πρόνοια μπορεί να διαπιστωθεί υπό το φως του συνόλου των προνοιών που αφορούν τα δικαιώματα ενός εργοδοτουμένου σε σχέση με τον τερματισμό της απασχόλησής του και την πληρωμή για λόγους πλεονασμού. Σημειώνουμε ότι στην υποπαράγραφο (β) του άρθρου 12
(1)του Ν.8/67 προβλέπονται ως υπαγόμενα στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. ανάμεσα σε άλλα τ΄ ακόλουθα: «(β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος, παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων∙». Με το άρθρο 30[2] του Νόμου προβλέπεται ότι το Δ.Ε.Δ. έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει επί όλων των εργατικών διαφορών που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου ή των σχετικών κανονισμών (δηλαδή το Δ.Ε.Δ. έχει καθ' ύλη δικαιοδοσία να εξετάζει θέματα που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής των Κανονισμών). Με βάση τις πρόνοιες του Νόμου ο εν λόγω Νόμος ρυθμίζει τ' ακόλουθα ζητήματα: (α) Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου σε αποζημίωση ή επαναπρόσληψη σε περίπτωση παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του από τον εργοδότη. (β) Την υποχρέωση για παροχή χρονικής περιόδου προειδοποίησης τόσο του εργοδότη όσο και του εργοδοτουμένου σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου. (γ) Την υποχρέωση πληρωμής αντί προειδοποίησης από τον εργοδότη σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης από τον εργοδότη και τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου κατά την περίοδο της προειδοποίησης. (δ) Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου σε πληρωμή από το Ταμείο σε περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησης οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Δυνάμει των προνοιών του Νόμου το Δ.Ε.Δ. εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του εργοδότη να τερματίσει την απασχόληση του εργοδοτουμένου είναι νόμιμη και δικαιολογημένη εντός των πλαισίων που ορίζει ο Νόμος. Απόλυση ενός εργοδοτουμένου για λόγους πλεονασμού όπως αυτοί καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 18 του Νόμου θεωρείται ως νόμιμη απόλυση (Βλέπε άρθρο 5(β) του Νόμου) και σ΄ αυτή την περίπτωση ο εργοδότης δεν οφείλει να αποζημιώσει τον εργοδοτούμενο αλλά το Ταμείο οφείλει να καταβάλει πληρωμή στον εργοδοτούμενο όπως προβλέπεται στο μέρος IV του Νόμου (Βλέπε άρθρο 16 του Νόμου). Στο μέρος IV του Νόμου περιέχονται πρόνοιες που αφορούν το πότε ένας εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων, το ύψος της πληρωμής που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος που απολύεται για λόγους πλεονασμού, τις περιπτώσεις που ένας εργοδούμενος παρά το ότι απολύεται για λόγους πλεονασμού δεν δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού, την ίδρυση και τη λειτουργία του Ταμείου καθώς την εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου να εκδίδει κανονισμούς που αφορούν τον τρόπο λειτουργίας και τη διοίκηση του Ταμείου. Στη βάση του Νόμου και των Κανονισμών ένας εργοδοτούμενος που απολύεται για λόγους πλεονασμού έχει δικαίωμα είτε να υποβάλει αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού και στην περίπτωση που διαφωνεί με την απάντηση του Ταμείου να καταχωρήσει αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. ώστε το Δ.Ε.Δ. να αποφασίσει κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η απόλυσή του και ποιος είναι υπεύθυνος να του καταβάλει πληρωμή αποζημιώσεων για την απόλυσή του (το Ταμείο ή ο εργοδότης) είτε να καταχωρήσει απευθείας αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. αναφορικά με το ζήτημα της νομιμότητας της απόλυσής του και συνακόλουθα του δικαιώματός του για πληρωμή αποζημιώσεων λόγω της απόλυσής του και να αξιώσει πληρωμή αποζημιώσεων είτε από το Ταμείο είτε από τον εργοδότη ή και από τους δύο διαζευκτικά. Στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος επιλέξει να υποβάλει αίτηση στο Ταμείο η εξέταση της αίτησής του από το Ταμείο και το τυχόν δικαίωμα του για πληρωμή από το Ταμείο προβλέπονται από τους Κανονισμούς και τον Νόμο. Στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος διαφωνεί με την απόφαση του Ταμείου έχει δικαίωμα με βάση τους Κανονισμούς και τον Νόμο να «εκκαλέσει» την απόφαση του Ταμείου με αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. Σημειώνουμε ότι με την αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. δεν προσβάλλεται η απόφαση του Ταμείου αλλά το Δ.Ε.Δ. εξετάζει πρωτογενώς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του εργοδοτουμένου και καταλήγει στα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα σε σχέση με τη νομιμότητα της απόλυσης του εργοδοτουμένου (δηλαδή κατά πόσον ή όχι η απόλυση του εργοδοτουμένου οφείλεται σε λόγους πλεονασμού) και κατά συνέπεια ποιο πρόσωπο (ο εργοδότης ή το Ταμείο) ευθύνεται να αποζημιώσει τον εργοδοτούμενο για την απόλυσή του. Κατά την άποψή μας λαμβάνοντας υπόψη το όλο νομικό και κανονιστικό πλαίσιο είναι σ΄ αυτήν την περίπτωση που η προθεσμία καταχώρησης αίτησης εργατικής διαφοράς με βάση το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 παρατείνεται και διαφοροποιείται από τη γενική πρόνοια της δωδεκάμηνης προθεσμίας. Περαιτέρω είμαστε της γνώμης ότι αυτή η παράταση αφορά τόσο τον εργοδότη όσο και το Ταμείο. Αυτό γίνεται λόγω της αναμονής της απάντησης του Ταμείου στην αίτηση που υπέβαλε ο εργοδοτούμενος σ΄ αυτό καθώς και από το γεγονός ότι ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα και την ευχέρεια να «προσβάλλει» στο Δ.Ε.Δ., όπως προβλέπουν οι Κανονισμοί, την απορριπτική απόφαση του Ταμείου επί της αίτησής του για πληρωμή λόγω πλεονασμού όταν αυτή εκδοθεί (η οποία μπορεί να εκδοθεί αφού περάσουν 12 μήνες από την απόλυσή του) χωρίς να χάσει οποιαδήποτε από τα δικαιώματά του προκύπτουν από το γεγονός της απόλυσής του και να αξιώσει είτε από τον εργοδότη είτε από το Ταμείο ή και από τους δύο διαζευκτικά, αποζημιώσεις για τον τερματισμό της απασχόλησής του. Εξυπακούεται, κατά την γνώμη μας, από το σύνολο των νομοθετικών και κανονιστικών προνοιών που παραθέσαμε πιο πάνω ότι η παροχή δικαιώματος για καταχώρηση αίτησης εργατικής διαφοράς «εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου» με βάση το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67, παρά το ότι το αγώγιμο δικαίωμα γεννάται την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης, δίνεται στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος ο οποίος απολύθηκε για λόγους πλεονασμού, υποβάλει αίτηση στο Ταμείο και ενεργήσει σύμφωνα με τις πρόνοιες των Κανονισμών, οι οποίοι του δίνουν μεταγενέστερα το δικαίωμα «να προσβάλει» την απόφαση του Ταμείου στο Δ.Ε.Δ. και ότι η εν λόγω παράταση της χρονικής προθεσμίας για την καταχώρηση αίτησης στο Δ.Ε.Δ. ισχύει τόσο για το πρόσωπο του εργοδότη όσο και για το Ταμείο αφού ο σκοπός που εξυπηρετεί δεν είναι άλλος από το να δώσει στον εργοδοτούμενο που συμμορφώνεται με τις πρόνοιες των Κανονισμών το δικαίωμα «να προσβάλει» με μια διαδικασία στο Δ.Ε.Δ. την απόφαση του Ταμείου με την οποία διαφωνεί και παράλληλα να ζητήσει από το Δ.Ε.Δ. να αποφανθεί αναφορικά με το ζήτημα της νομιμότητας της απόλυσής του και συνακόλουθα της ευθύνης για την πληρωμή της αποζημίωσής του για την απόλυσή του. Στη βάση των πιο πάνω βρίσκουμε ότι ο σκοπός και η πρόθεση του Νομοθέτη αναφορικά με την πρόνοια του άρθρου 12(10Α) το Ν.8/67που προβλέπει ότι η καταχώρηση αίτησης στο Δ.Ε.Δ. μπορεί να γίνει εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου είναι η εξυπηρέτηση της διαδικασίας υποβολής αίτησης στο Ταμείο σύμφωνα με τους Κανονισμούς και η «προσβολή» της απόφασης του Ταμείου από τον εργοδοτούμενο με αίτηση στο Δ.Ε.Δ. στην περίπτωση που διαφωνεί με αυτήν παράλληλα με τη διαφύλαξη του δικαιώματος του εργοδοτουμένου να ζητήσει από το Δ.Ε.Δ. τον καθορισμό των δικαιωμάτων του που προκύπτουν από γεγονός της απόλυσής του για λόγους πλεονασμού. Ότι σε αυτήν περίπτωση η προθεσμία καταχώρησης αίτησης στο Δ.Ε.Δ. παρατείνεται τόσο εναντίον του εργοδότη όσο και εναντίον του Ταμείου στους 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου άσχετα από την ημερομηνία που ανέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα του εργοδοτουμένου. Οποιαδήποτε άλλη διαφορετική ερμηνεία πιστεύουμε θα ήταν ενάντια στον σκοπό του Νομοθέτη. Δεν ήταν ποτέ πρόθεση και σκοπός του Νομοθέτη να προβλέψει ότι για την ίδια απόλυση θα εφαρμόζονται διαφορετικές χρονικές προθεσμίες καταχώρησης αίτησης στο Δ.Ε.Δ. για τον εργοδότη και το Ταμείο καθότι αυτό θα οδηγούσε στο να καταχωρούνται δύο διαφορετικές αιτήσεις εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. για το ίδιο επίδικο γεγονός στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος επιλέξει να υποβάλει αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού. Στην υπό εξέταση περίπτωση η Αίτηση βασίζεται στα δικαιώματα που παρέχει ο Νόμος σε ένα απολυθέντα εργοδοτούμενο για λόγους πλεονασμού. Η απασχόληση της Αιτήτριας τερματίστηκε προβάλλοντας ως λόγο την ύπαρξη πλεονασμού. Η Αιτήτρια υπέβαλε την αίτησή της για πληρωμή λόγω πλεονασμού στο Ταμείο εμπρόθεσμα σύμφωνα με τους Κανονισμούς (εντός της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπει η παράγραφος 1 του Κανονισμού 12 αφού υπέβαλε την αίτησή της 4 μέρες μήνες μετά την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησής της). Το Ταμείο εξέτασε την αίτησή της και την 1/11/2013 την πληροφόρησε ότι η αίτησή της έχει απορριφθεί. Η Αιτήτρια καταχώρησε την Αίτηση στις 14/5/2014 (δηλαδή 6.5 μήνες μετά την απορριπτική απάντηση του Ταμείου) εντός της προθεσμίας των 9 μηνών που προβλέπει ο Ν.8/67. Βρίσκουμε ότι η περίπτωση της Αιτήτριας εμπίπτει στις περιπτώσεις που η προθεσμία καταχώρησης της αίτησης εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. παρατείνεται μέχρι και 9 μήνες μετά την απάντηση του Ταμείου και ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα. Βάσει των πιο πάνω καταλήγουμε ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας καταχωρήσει αίτηση στο Δ.Ε.Δ. εναντίον των Καθ΄ ών η Αίτηση 1 για την απόλυσή της στις 31/3/2012 δεν παραγράφηκε. Συνακόλουθα η προδικαστική ένσταση των Καθ΄ ών η Αίτηση 1 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Επιδικάζονται εναντίον των Καθ΄ ών η Αίτηση 1 και υπέρ της Αιτήτριας και του Ταμείου δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............. Ν. Στυλιανού, Μέλος. Τ. Τιμοθέου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Προδικαστική εκδίκαση για ζήτημα παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος). [1] Το άρθρο 3 του Νόμου προβλέπει ότι στην περίπτωση που αποδοθούν από το Δ.Ε.Δ. στον εργοδοτούμενο αποζημιώσεις για παράνομη απόλυσή του οι οποίες υπερβαίνουν τα ημερομίσθια του για ένα έτος τότε ο εργοδότης καταβάλλει στον εργοδοτούμενο μόνο το ποσό που αντιστοιχεί στα ημερομίσθια ενός έτους και το υπόλοιπο ποσό της απόφασης καταβάλλεται από το Ταμείο. [2] « 30.-
(1)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.
(2)Ουδέν των εν των παρόντι άρθρω ερμηνεύεται ως επηρεάζον το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως αναφορικώς προς τερματισμόν απασχολήσεως προσφύγη εις το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας εν η ο εργοδοτούμενος ηργοδοτείτο κατά τον χρόνον καθ΄ ον ανέκυψεν η διαφορά εις περίπτωσιν καθ΄ ην η αξίωσης αυτού είναι δι΄ αποζημιώσεις υπερβαίνουσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.