← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας Παγκύπριος Εταιρεία αρτοποιών Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ., Αρ. Α

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας Παγκύπριος Εταιρεία αρτοποιών Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ., Αρ. Αίτησης: 161/14, 22/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:61 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Δ. Αναστασίου ) Χρ. Χριστοφόρου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 161/14 Μεταξύ: XXXXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ Αιτητής και ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΤΟΠΟΙΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Καθ' ων η Αίτηση Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερ. 22/6/2017 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧΧ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Αιτητής και Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας Παγκύπριος Εταιρεία αρτοποιών Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ. Καθ' ων η Αίτηση Aίτηση τροποποίησης της Αίτησης και των Γενικών Λόγων της Αίτησης ημερ. 26/9/18 Ημερομηνία: 22/11/18 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Η κα Ε. Νικολάου Για τους Καθ' ων η Αίτηση: ----- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση εργατικής διαφοράς («η Αίτηση») η οποία καταχωρήθηκε στις 7/3/2014 ο Αιτητής εξαιτείται:

  1. Ποσόν €2820 ως Δεδουλευμένα Ημερομίσθια.
  2. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο.
  3. Νόμιμο τόκο.
  4. Έξοδα + Φ.Π.Α. Στους γενικούς λόγους της Αίτησης ο Αιτητής αναφέρει ότι εργοδοτείται από την εταιρεία, ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΤΟΠΟΙΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ («η Εταιρεία»). Ότι από τον Δεκέμβριο του 2012 η Εταιρεία απέκοπτε κάθε μήνα από τον μισθό του ένα ποσό. Ότι η Εταιρεία μέχρι τη μέρα της καταχώρησης της Αίτησής του οφείλει το ποσόν των €2820 ως δεδουλευμένα ημερομίσθια. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι η Αίτηση επιδόθηκε στην Εταιρεία στις 21/3/2014 και ότι στη συνέχεια η Εταιρεία καταχώρησε Έγγραφο Εμφάνισης με το οποίο απέρριπτε τις αξιώσεις του Αιτητή προβάλλοντας ισχυρισμούς που αμφισβητούν τις βάσεις των αξιώσεων του Αιτητή. Στις 31/10/2016 εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της Εταιρείας από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Στις 27/4/2017 ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης οι δικηγόροι που εμφανίζονταν για την Εταιρεία ζήτησαν άδεια από το Δικαστήριο όπως αποσυρθούν από δικηγόροι της. Το Δικαστήριο έδωσε την πιο πάνω αιτούμενη άδεια. Στις 22/6/17 το Δικαστήριο αφού ικανοποιήθηκε ότι ο Αιτητής εξασφάλισε άδεια για συνέχιση της παρούσας διαδικασίας από το αρμόδιο Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα εκκαθάρισης της Εταιρείας, εξέδωσε διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της παρούσας Aίτησης εργατικής διαφοράς εγκρίνοντας σχετική αίτηση του Αιτητή ημερομηνίας 31/5/2017 η οποία είχε επιδοθεί στον Επίσημο Παραλήπτη την 1/6/
  5. Τροποποιημένη Αίτηση καταχωρήθηκε στις 27/7/2017 και επιδόθηκε στον Επίσημο Παραλήπτη στις 28/7/
  6. Έκτοτε οι Καθ' ων η Αίτηση (Επίσημος Παραλήπτης) κατά παράβαση των διαδικαστικών κανονισμών 5

(1)και 5
(4)του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Κανονισμός») παρέλειψαν να καταχωρήσουν Έγγραφο Εμφάνιση. Ο Αιτητής στις 26/9/2018 καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται τα πιο κάτω: «Α. Διάταγμα δια του οποίου να τροποποιείται ο τίτλος της αιτήσεως με την προσθήκη της ακόλουθης θεραπείας υπό στοιχείο 1:
  1. Πληρωμή αντί προειδοποιήσεως. Β. Διάταγμα δια του οποίου τα στοιχεία των υπόλοιπων θεραπειών στον τίτλο της αιτήσεως να αναριθμηθούν σε 2,3,4, και
  2. Γ. Διάταγμα δια του οποίου να τροποποιούνται οι Γενικοί Λόγοι της αιτήσεως με την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου μετά την παράγραφο 5 με αριθμό 6: Κατά η περί την 21/07/2014 οι υπηρεσίες του αιτητή τερματίστηκαν μονομερώς από την Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Δημόσια Εταιρεία Λτδ, λόγω πλεονασμού χωρίς προειδοποίηση. Δ. Διάταγμα δια του οποίου να τροποποιείται η παράγραφος 6 των Γενικών Λόγων της αιτήσεως με την προσθήκη της ακόλουθης αξίωσης υπό στοιχείο (α): Πληρωμή αντί προειδοποιήσεως. Ε. Διάταγμα δια του οποίου τα στοιχεία των υπόλοιπων αξιώσεων της παραγράφου 6, να αναριθμηθούν σε β,γ,δ,και ε.» Η πιο πάνω αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25, Δ.30 και Δ.48 Θ.8
(1)(υ) και
(2)και 9 και στους Δικονομικούς Κανονισμούς του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών του 1999, κανονισμοί 3,6(δ),8(ι)11,12,13. Tα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερ. 13/9/2018 η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση και είναι τα πιο κάτω: (α) Η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 7/3/2014 και με αυτή ο Αιτητής αξιώνει τα δεδουλευμένα ημερομίσθια που του χρωστούσε η Εταιρεία. Κατά τον εν λόγω χρόνο η Εταιρεία δεν του είχε τερματίσει τις υπηρεσίες του. (β) Στις 31/7/14 η Εταιρεία τερμάτισε την απασχόλησή του χωρίς να εργαστεί την προειδοποίηση ή να του δοθεί πληρωμή αντί προειδοποίησης. Ο Αιτητής πίστευε ότι θα του δοθεί πληρωμή αντί προειδοποίησης χωρίς να χρειάζεται να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία γιατί έτσι τον πληροφορούσαν οι διευθυντές της Εταιρείας και η συντεχνία του. (γ) Στις 31/10/16 εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της Εταιρείας και όπως τον πληροφόρησε ο δικηγόρος του θα έπρεπε να γίνει και όντως έγινε στις 22/6/2017 τροποποίηση της Αίτησης ώστε Καθ' ων η Αίτηση να είναι ο Επίσημος Παραλήπτης. Η πιο πάνω τροποποίηση του δημιούργησε την πεποίθηση ότι με αυτή αξιώνει και την πληρωμή της προειδοποίησης. (δ) Όταν ο Αιτητής πληροφορήθηκε από πρώην συνάδελφό του ότι είχε εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ») για πληρωμή της δικής του προειδοποίησης και ότι στη συνέχεια η προειδοποίησή του του καταβλήθηκε από το Ταμείο Πλεονασμού, επικοινώνησε με τον δικηγόρο του ο οποίος τον πληροφόρησε ότι αυτός δεν καταχώρησε στο Δ.Ε.Δ. νέα αίτηση εργατικής διαφοράς όπως έπραξαν άλλοι πρώην συναδέλφοι του και γι' αυτό τον λόγο δεν έχει εκδοθεί από το Δ.Ε.Δ. απόφαση για πληρωμή αντί της προειδοποίησής του και ότι για αυτό πρέπει να γίνει τροποποίηση της Αίτησης ώστε να συμπεριληφθεί η αξίωσή του για πληρωμή αντί προειδοποίησης. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα - Κατάληξη Η διαδικασία ενώπιον του Δ.Ε.Δ. ρυθμίζεται από τις πρόνοιες των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999-2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της τροποποίησης) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τ΄ ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». H τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν τίθεται ενώπιόν του αίτημα για τροποποίηση δικογράφου υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ο χρόνος και το στάδιο που υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, η δυνατότητα που είχε το αιτών μέρος για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Οι εν λόγω παράγοντες ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης έχουν ποικίλλουσα βαρύτητα (βλέπε: Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 16, Αstor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A. G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 726[1], Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation
(2013)1 ΑΑΔ 543). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Cl.Preece v. Nάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138 λέχθηκε ότι: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου.» Στο Annual Practice 1958 στη σελ.621 αναφέρεται επιγραμματικά ο γενικός κανόνας αναφορικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων: «As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent. But if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused.» Η σύγχρονη τάση όπως ξεπροβάλλει από τη νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα αφού θεμελιακή αρχή της εν λόγω νομολογίας είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της διαφοράς[2]. (Βλέπε Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) ΑΑΔ 44, Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη
(2012)1 ΑΑΔ 817). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που (α) η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται κακόπιστα από τον αιτητή (Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 11), Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 (Ε) ΑΑΔ 704) και (β) οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως τη φύση και τη βάση της αξίωσης (Τσαγκάρη ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 156)). Στην Πολιτική Έφεση Αρ.51/2012 Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian, ν. 1. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α ημερομηνίας 11/2/2016 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα σχετικά με τις αρχές που διέπουν το θέμα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Άδεια για τροποποίηση μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ώστε όλα τα επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων για το ίδιο θέμα να εκδικαστούν σε μια διαδικασία. Με βάση τη λεγόμενη σύγχρονη τάξη της νομολογίας επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμη και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Τελικά με την πάροδο των χρόνων η προσέγγιση της νομολογίας στο θέμα της τροποποίησης έγινε αρκετά φιλελεύθερη ώστε να εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με βάση το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα (πιο πάνω) στη σελ.52 υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Bowen στην αγγλική υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch. D. 700: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . . It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right». Στην Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα σε σχέση με το πότε μια αίτηση τροποποίησης μπορεί να κριθεί ως κακόπιστη: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας , η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικού δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.». Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση παραπέμπουμε στο απόσπασμα στη σελ.707 στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά (πιο πάνω) όπου τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & Άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 All E.R. 38: "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence.''» Στην απόφαση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. Α.G. Leventis (Nigeria) Ltd κ.α. (πιο πάνω) λέχθηκε ότι ενώ ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. (Βλέπε επίσης Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη, (πιο πάνω)). Σημειώνουμε ότι τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης θα πρέπει να εξετάζεται με την έννοια όχι αφ΄ εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για τροποποίηση σε σχέση με το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης. (Βλέπε C & A Pelekanos Associates Ltd ν. Α. Πελεκάνου
(2001)1 AAΔ 2075). Όπως υποδείχτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013 IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α ημερ. 20/3/2014 η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Όσον αφορά τη δικαιολόγηση από απόψεως χρόνου του αιτήματος για τροποποίηση στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δώσει υπερβολική βαρύτητα στο ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης τροποποίησης πρόσθεσε ότι όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερήσει από τον διάδικο το δικαίωμα να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 στη σελ.624 γίνεται αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης όπως ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Before the Hearing - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position, than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 QB D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs...». Στη σελ. 627-628 σημειώνονται τ' ακόλουθα : "New Case.- The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch, 1 Ch.D.42; Hubbuck v. Helms, 56 L.J.Ch. P.539). But it will do so where amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action ( Raleigh v. Goshen, [1898] 1 Ch. p.81; cf. Edevain v Cohen, 41 Ch.D. p. 567, and Behn v.Bloom
(1911),132 L.T.J 87), or where the amendment will still leave the plaintiff without any title to sue at the date of the writ (Creed v. Creed, [1913] 1 Ir.R 48); or where the cause of action sought to be introduced by the amendment did not exist at the date of the writ ( Eshelby v. Federated European Bank, [1932] 1 K.B.254;on appeal, ib.429, C.A.); or where defendant' s position would be prejudiced by allowance of the amendment (Hilton v . Sutton Steam Laundry, [1946] 1 K.B.65, C.A.);or where a claim had been abandoned (Harries v. Ashford, [1950] 1 All E.R, 427)". "Rights Accrued, where.- Amendments which would prejudice the rights of the opposite party existing at date of proposed amendment are not, as a rule, admissible. Thus, a plaintiff will not be allowed to amend by setting up a fresh claim in respect of causes of action, which since the issue of the writ, have become barred by the Statute of Limitations (Weldon v Neal, 19 Q.B.D.394; Doyle v. Kaufman 3 Q.B.D.7; Lancaster v. Moss, 15 T.L.R. 476; Palmer v. Palmer ,[1923] 2 Ir.R.154; Marshall v. L.P.T.B., [1936] 3 All E.R.83; Batting v. L.P.T.B., [1941] 1 All E.R.228; Hilton v . Sutton Steam Laundry, [1946] 1 K.B.65, C.A) Amendments which may affect the position of the other persons, e.g. plaintiffs in similar actions may be refused (Forbes v. Samuel [1913]3 K.B.65,C.A.). Nor will a defendant be allowed to amend his defence six months after writ by alleging that a local authority, and not he, was liable, the period within which the local authority could have been sued having expired (Steward v. North Metropolitan Tramways Co, 16.Q.B.D.556..... ) ". Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th Edition, στις σελ. 131-133 αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Although the court will not refuse to allow an amendment simply because it will introduce a new case or a new ground of defence, yet leave will be refused where the amendment would change the action into one of a substantially different character which could one conveniently be made the subject of a fresh action. Leave to amend will also be refused where the cause of action sought to be introduced by the amendment arose after the date of the writ ......................., an amendment will not be allowed which will prejudice the rights of the opposite party as existing at the date of the proposed amendment, for such an amendment would do the opposite an injury which could not be compensated for by costs or otherwise,.......On this principle, ......, the plaintiff will not be allowed to reframe his case or claim by an amendment of the writ or the statement of claim which would deprive the defendant of the accrued right to rely on the Limitation Acts. Thus the plaintiff may not introduce by amendment, whether by addition or substitution, a new cause of action which, since the issue of the writ, has become barred by the Limitation Acts, although if the amendment sought does not constitute a new cause of action, but relies on the same or substantially the said facts already pleaded and constitutes no more than a different or additional approach to those facts, it will be allowed, even after the expiry of the relevant period of limitation .................... ... ». (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας ) Στην υπόθεση Gaber Alian Alia Al Somrani Alias Gaber Elelyan v. The Cyprus Ship "Poseidonia" Ex "Al Kahera"
(1990)1 Α.Α.Δ. 990 λέχθηκαν τα πιο κάτω: "Η τροποποίηση και το τροποποιημένο κλητήριο αναφέρονται στην ημερομηνία έκδοσης του αρχικού κλητηρίου και η αγωγή συνεχίζεται ως εάν η τροποποίηση περιλαμβανόταν από την αρχή. Στην υπόθεση Sneade v. Wotherton Barytes and Lead Mining Company [1904] 1 K.B. 295, στη σελ. 297, ο Collins M.R. είπε:- "It appears to me that the writ as amended becomes for this purpose the original commencement of the action, notwithstanding the fact that the writ originally claimed a larger sum. The reason why the judges have always held that the question on what terms such an amendment should be allowed requires very careful consideration, is that, except in so far as such terms may provide to the contrary, the leave to amend involves that the claim as amended may be treated as if it were the original claim in the action." Στην υπόθεση Eshelby v. Federated European Bank, Limited [1932]1 K.B. 254, ο ενάγων με το αρχικό κλητήριο ζητούσε πληρωμή μίας δόσης χρημάτων δυνάμει ενός εγγράφου. Μετά την έκδοση του κλητηρίου εντάλματος ο εναγόμενος παράλειψε την πληρωμή άλλης δόσης. Ο ενάγων ζήτησε άδεια τροποποίησης για να περιλάβει στην ίδια αγωγή τη δεύτερη δόση. Ο επίσημος Διαιτητής, στον οποίο η αγωγή είχε παραπεμφεί, έδωσε άδεια τροποποίησης με την προσθήκη του ποσού της δεύτερης δόσης. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να το πράξει. Η παράλειψη πληρωμής της δεύτερης δόσης ήταν ξεχωριστή αιτία αγωγής, η οποία δεν υφίστατο στο χρόνο έκδοσης του κλητηρίου, και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να δοθεί η άδεια για τροποποίηση. Ο Δικαστής Swift στη σελ. 259 είπε:- "He has allowed the plaintiff to bring into this action an entirely fresh cause of action, arising after this action had been started, and he has done that without the consent of the defendants." Αφού έκαμε αναφορά στη γνώμη του Bowen L.J. στην υπόθεση In Tottenham Local Board of Health v. Lea Conservancy Board,2 Times L.R. 410, ότι τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί όταν αναφέρεται σε αιτία αγωγής η οποία δεν υφίστατο στο χρόνο της έκδοσης του κλητηρίου, παράθεσε την Ιρλανδική υπόθεση Creed v. Creed
(1913)11.R. 48, 50, και κατάληξε στις σελ. 262-263:- "I do not think the Court could possibly alter the writ in that way. It could not make an amendment to say that the writ had not been issued until some date after January 15,
  1. It seems to me, therefore, that this amendment never ought to have been made and that this judgment, so far as it is for more than the
  2. 6s. which was originally claimed, is bad and must be set aside." Στην πρόσφατη απόφαση Tilcon Ltd. v. Land Investments Ltd. [1987] 1 All E.R. 615 το Αγγλικό Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε την απόφαση στην υπόθεση Eshelby (ανωτέρω). Αποφασίστηκε ότι:- "It had long been accepted that because an amendment related back to the date of the original pleading no new cause of action accruing since the original pleading would be allowed by amendment." Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2013 XXXX Forcan v.
  3. Hemslade Trading Ltd,
  4. XXXX Miscovic, ημερομ. 6/11/2018 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι είναι ανεπίτρεπτο να διαταχθεί τροποποίηση που να εισάγει βάση αγωγής η οποία δεν υπήρχε κατά τον χρόνο καταχώρησης του αρχικού δικογράφου αλλά προέκυψε μεταγενέστερα ενώ επιτρέπεται η τροποποίηση όταν ζητείται σε σχέση με γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της αγωγής και τα οποία ο διάδικος επικαλείται για υποστήριξη της αρχικής αιτίας αγωγής. Στην Πολιτική Έφεση Αρ.51/2012 Ανδριανή Αρακελιάν (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «..Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι εφικτή οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη περίπτωση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι εκεί που αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επέλθει βλάβη στον αντίδικο ή όπου είναι φανερό ότι ο Αιτητής ενεργεί με κακή πίστη. Η συνήθης βλάβη που μπορεί να επέλθει και η οποία δεν είναι εύκολο να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, είναι στις περιπτώσεις που εγείρεται θέμα παραγραφής, π.χ. όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί ή όπου ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να εγείρει συγκεκριμένη υπεράσπιση, λόγω νομοθετικής παραγραφής (βλ. Lancaster v. Moss [1899] 32
(2)Reissue, Digest 1575, Marshall v. L.P.T.D. [1936] 3 All ER 83 και Annual Practice 1959 σελ. 627).» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Έχοντας υπόψη μας τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε την ουσία της αίτησης τροποποίησης, κατά πόσον δηλαδή τηρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για έγκριση του αιτήματος. Κατ' αρχάς παρατηρούμε ότι οι αξιώσεις του Αιτητή καθώς και οι βάσεις που τις θεμελιώνουν όπως αυτές εκτίθενται στους Γενικούς Λόγους και το Αιτητικό της Αίτησης στηρίζονται και εμπίπτουν στο πλαίσιο του Περί Προστασίας Μισθών Νόμου του 2007, Ν.35(Ι)/2007ως τροποποιήθηκε και/ή των αυτοτελών αξιώσεων βάσει των όρων της σύμβασης εργασίας του. Πιο συγκεκριμένα, ο Αιτητής με την Αίτηση αξιώνει δεδουλευμένους μισθούς που δεν του καταβλήθηκαν από την Εταιρεία για εργασία που προσέφερε σε αυτήν. Από το περιεχόμενο των Γενικών Λόγων της Αίτησης διαπιστώνουμε ότι τα γεγονότα που στηρίζουν τις απαιτήσεις του Αιτητή αφορούν τη μη καταβολή των ημερομισθίων του από την Εταιρεία. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι ο Αιτητής αναφέρει στους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ότι εξακολουθεί να εργάζεται στην Εταιρεία και ότι δεν εντοπίζουμε στους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Αιτητή οποιοδήποτε άλλο θέμα. Εξετάζοντας με προσοχή τα όσα ζητούνται στην αίτηση και τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα όσα προκύπτουν από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα, διαπιστώνουμε ότι με την αίτηση επιδιώκεται η προσθήκη νέων ισχυρισμών που αφορούν τον τερματισμό από την Εταιρεία της απασχόλησης του Αιτητή στις 21/7/2014 χωρίς προειδοποίηση και/ή πληρωμή αντί προειδοποίησης και η προσθήκη νέας αξίωσης για πληρωμή αντί προειδοποίησης. Κρίνουμε ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία αφού για να παρουσιάσει ο Αιτητής σχετική μαρτυρία προς υποστήριξη και τεκμηρίωση των νέων θέσεών του και της νέας αξίωσής του για πληρωμή αντί προειδοποίησης οι εν λόγω θέσεις του (και η εν λόγω αξίωσή του) θα πρέπει να είναι δικογραφημένες. Μη έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα του στερήσει το δικαίωμα να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της Αίτησης εργατικής διαφοράς τα γεγονότα που επικαλείται προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεών του. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα παρατηρούμε ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε τέσσερα
(4)χρόνια και έξι
(6)μήνες μετά την καταχώρηση της Αίτησης. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι είχε την πεποίθηση ότι με την τροποποίηση που έγινε στις 22/6/2017 «αξίωνε και την πληρωμή της προειδοποίησής του» και ότι η ανάγκη για τροποποίηση της Αίτησης προέκυψε όταν λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης πληροφορήθηκε από πρώην συνάδελφό του ότι του έχει καταβληθεί πληρωμή για την προειδοποίησή του μετά που εκδόθηκε σχετική απόφαση από το Δ.Ε.Δ. και επικοινώνησε με τον δικηγόρο του ο οποίος τον πληροφόρησε ότι επειδή αυτός δεν είχε καταχωρήσει στο Δ.Ε.Δ. νέα αίτηση όπως έπραξαν οι άλλοι συνάδελφοι του δεν εκδόθηκε και για αυτόν απόφαση για πληρωμή της προειδοποίησής του και ότι έπρεπε να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης της Αίτησής του. Περαιτέρω είναι η θέση του Αιτητή ότι «οι περίπλοκες και πολλαπλές διαδικασίες που διενεργούνταν τόσο πριν το διάταγμα εκκαθάρισης όσο και μετά και οι αντιφατικές πληροφορίες που έπαιρνε σε σχέση με τα οφειλόμενα δικαιώματά του του δημιούργησαν μια θολή και συγχυσμένη κατάσταση σε σχέση με τον τρόπο που θα έπρεπε να επιδιώξει την ικανοποίηση των απαιτήσεών του συμπεριλαμβανομένης και της πληρωμής της προειδοποίησής του.» Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής δεν έδωσε συγκεκριμένες και σαφείς λεπτομέρειες που να στηρίζουν και να δικαιολογούν την πιο πάνω θέση του. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, φαίνεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση ήταν δυνατό να γινόταν νωρίτερα, δηλαδή μπορούσε να γίνει από την ημερομηνία που απολύθηκε ο Αιτητής. Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι υπάρχει κάποια καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Όμως ενόψει του ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει, ο χρόνος της καθυστέρησης, κατά την άποψή μας, δεν είναι τόσο μεγάλος που να μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης για τον λόγο αυτό. Περαιτέρω στη βάση των πιο πάνω είμαστε της άποψης ότι ο Αιτητής δεν δικαιολόγησε πλήρως και με σαφήνεια την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματός του για τροποποίηση (οι διαδικασίες εκκαθάρισης της Εταιρείας και οι πληροφορίες που έπαιρνε σε σχέση με τα οφειλόμενα δικαιώματά του δεν συνιστούν λόγο δικαιολόγησης της καθυστέρησης). Η μη δικαιολόγηση της καθυστέρησης της υποβολής της αίτησης και το γεγονός ότι ο Αιτητής γνώριζε από προηγουμένως όλα τα γεγονότα και μπορούσε είτε να καταχωρήσει νέα αίτηση εργατικής διαφοράς είτε να ζητήσει πιο νωρίς να συμπεριληφθούν στην Αίτησή του, με βάση την πιο πάνω νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν συνιστούν αιτίες για απόρριψη της αίτησης τροποποίησης στην περίπτωση που με την τροποποίηση δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Κατά τη γνώμη μας, οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του Άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων. Σημειώνουμε ότι δεν διαπιστώσαμε ότι ο Αιτητής είχε οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Επίσης δεν φαίνεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αληθείς και ότι γίνονται με σκοπό όχι την απονομή δικαιοσύνης αλλά για άλλους λόγους. Ως εκ τούτου δεν βρίσκουμε ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα. Ο Αιτητής με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιθυμεί να εισαγάγει νέους ισχυρισμούς, νέα γεγονότα και νέα αξίωση τα οποία μεταβάλλουν μερικώς το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης υπό την έννοια ότι προστίθενται νέοι ισχυρισμοί γεγονότων που αφορούν τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή και τα δικαιώματά του που προκύπτουν από αυτό το γεγονός βάσει του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/1967και όχι τη μη καταβολή των δεδουλευμένων μισθών του κατά παράβαση της σύμβασης εργασίας και/ ή του Ν.35(Ι)/2007 ως το περιεχόμενο της υφιστάμενης Αίτησης. Τα γεγονότα που επιθυμεί ο Αιτητής να εισαγάγει στο δικόγραφό του στηρίζουν αγώγιμα δικαιώματα που παρέχονται στον Αιτητή από τον Ν.24/1967 και τα οποία, εκτός του ότι είναι διαφορετικά και νέα γεγονότα από αυτά της Αίτησης, στηρίζουν διαφορετικά αγώγιμα δικαιώματα από αυτά που περιέχονται στην Αίτηση. Σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο νέα βάση αγωγής η οποία στηρίζεται σε διαφορετικά γεγονότα από τα υφιστάμενα δικογραφημένα γεγονότα. Το εν λόγω γεγονός δεν αποτελεί από μόνο του κώλυμα στην έγκριση της αίτησης αλλά θα πρέπει να εξετάσουμε το εν λόγω γεγονός υπό το πρίσμα των αρχών ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και ότι κατά την εξέταση του θέματος, το Δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Κρίνουμε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις παρόλο που συνιστούν στην ουσία νέα βάση αγωγής και προσθέτουν νέα επίδικα θέματα και μπορεί να περιπλέξουν τη διαδικασία δεν αλλάζουν τον χαρακτήρα της Αίτησης σε τέτοιο βαθμό που να την μεταβάλλουν ριζικά και ουσιαστικά και να την μετατρέπουν σε διαφορετικής φύσεως διαφορά αφού τόσο οι υφιστάμενοι ισχυρισμοί όσο και οι ισχυρισμοί τους οποίους επιθυμεί ο Αιτητής να προσθέσει στο δικόγραφό του σχετίζονται με θέματα που αφορούν την σχέση του Αιτητή με την Εταιρεία και τον τερματισμό της εν λόγω σχέσης (δηλαδή αφορούν την απασχόληση του Αιτητή από την Εταιρεία και τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή από την Εταιρεία). Όμως οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν συνιστούν περαιτέρω λεπτομέρειες που συνθέτουν τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η Αίτηση αλλά νέα γεγονότα που στηρίζουν νέα και επιπρόσθετα αγώγιμα δικαιώματα του Αιτητή. Ούτε οι αιτούμενες τροποποιήσεις μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν μια διαφορετική ή επιπρόσθετη προσέγγιση των γεγονότων που ήδη δικογραφούνται ή ότι είναι γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Αίτησης και τα οποία στηρίζουν το υφιστάμενο αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή. Ο ισχυρισμός του Αιτητή για απόλυσή του από την Εργοδότρια Εταιρεία στις 31/7/2014 χωρίς προειδοποίηση και χωρίς καταβολή πληρωμής αντί προειδοποίησης και η αξίωση για πληρωμή αντί προειδοποίησης με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές δεν μπορούν να προστεθούν στην Αίτηση για τον λόγο ότι επειδή κατά τον χρόνο της καταχώρησης της Αίτησης στις 7/3/2014 το εν λόγω γεγονός και συνακόλουθα το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα που στηρίζεται σε αυτό το γεγονός δεν υφίσταντο και ως τέτοια δεν μπορούν να αποτελέσουν επίδικα θέματα της Αίτησης. Στη βάση των πιο πάνω ούτε η αξίωση η οποία θεμελιώνεται στο εν λόγω γεγονός μπορεί να προστεθεί στην Αίτηση. Περαιτέρω σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης θα παραβιαστεί η αποκλειστική προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμου 1967 (Ν.8/67)όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα για έγερση απαίτησης στο Δ.Ε.Δ. εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα[3]. Με τον τροποποιητικό Νόμο 169
(1)/2002 με τον οποίο εισήχθηκε το εδάφιο (10Α) στο άρθρο 12 του Νόμου, ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης στο Δ.Ε.Δ.. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α), οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. πρέπει να υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου όταν η υπόθεση αφορά πλεονασμό. Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας, η θεραπεία μέσω του Δ.Ε.Δ. για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη. Ο Αιτητής επιζητεί την προσθήκη ενός νέου γεγονότος που στηρίζει νέα βάσης αγωγής και/ή νέο αγώγιμο δικαίωμα διαφορετικό και επιπρόσθετο από αυτό της Αίτησης τέσσερα
(4)χρόνια και δύο
(2)μήνες μετά που επισυνέβηκε το εν λόγω γεγονός. Σημειώνουμε ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή για πληρωμή αντί προειδοποίησης παραγράφηκε είτε την 1/8/2015 (αν η τελευταία μέρα της απασχόλησή του με βάση τον Ν.24/67 ήταν η 31/7/2014 είτε την 1/10/2015 (αν η τελευταία μέρα της απασχόλησή του με βάση τον Ν.24/67 ήταν η 31/9/2014). Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μας σφραγίζουν την τύχη της αίτησης η οποία δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Δ. Αναστασίου, Μέλος Χρ. Χριστοφόρου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Ιnterim (Αναφορά: Aίτηση Τροποποίησης). [1] Στις σελίδες 730-731 της εν λόγω απόφασης σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «To ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». [2] Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α
(2007)1 ΑΑΔ 1005 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίνεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας , αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων». Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33, τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτηση τροποποίησης. Στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης,
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου,
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση,
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη». [3] «12(10Α). Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζoν προσωπικό:..............» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.