ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. KEO PLC, Αρ. Υπόθεσης: 468/2016, 20/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:28 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΑΡΝΑΚΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Κανελλίδη και Γ. Λεοντίου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 468/2016 Μεταξύ: XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Αιτητής -και- KEO PLC Καθ' ων η αίτηση Αίτηση για παραμερισμό απόφασης ημερ. 15.3.2017 Ημερομηνία: 20η Ιουνίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τους Καθ' ων η αίτηση - Αιτητές στην αίτηση: κα Παπανικολάου Για τον Αιτητή - Καθ' ου η αίτηση στην αίτηση: κα Παπαξενοπούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση («η αίτηση παραμερισμού») οι Καθ' ων η αίτηση, Αιτητές στην παρούσα διαδικασία (στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση») επιδιώκουν τον παραμερισμό και ή την ακύρωση (set aside) της εκδοθείσας εναντίον τους απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Εργατικής Διαφοράς ημερομηνίας 15.3.
- Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.14, Δ.26 Θ14, Δ.48 Θ.1-4 και Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρο 30, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Λοΐζου, ο οποίο δηλώνει ότι εργάζεται στους Καθ' ων η αίτηση ως διευθυντής λογιστηρίου εδώ και 20 χρόνια και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Από όσο καλύτερα γνωρίζει, όταν αντίγραφο της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς με τον ως άνω αριθμό και τίτλο, επιδόθηκε στους Καθ' ων η αίτηση, πρώην υπάλληλος τους ανέλαβε να αποστείλει το εν λόγω αντίγραφο μαζί με διοριστήριο δικηγόρου σε δικηγορικό γραφείο για να αναλάβει την εν λόγω υπόθεση και εκ παραδρομής και/ή εκ λάθους αμέλησε και/ή παρέλειψε να το πράξει με αποτέλεσμα να εκδοθεί η εναντίον τους απόφαση, για την οποία ενημερώθηκαν με την παραλαβή του εντάλματος κατάσχεσης και εκποίησης κινητής περιουσίας ημερομηνίας 23.2.
- Δηλώνει ότι ο μη παραμερισμένος της απόφασης θα είναι καταστροφικός για τους Καθ' ων η αίτηση καθώς έχουν πολύ καλή υπεράσπιση που εδράζεται στο γεγονός ότι ο Αιτητής στις 24 Μαρτίου 2016, έβρισε και εκφόβισε συνάδελφο του, ρίχνοντας του κύλινδρο διοξειδίου του άνθρακα. Όταν στις 19 Απριλίου 2016 κλήθηκε να υπερασπίσει τον εαυτό του, παραδέχτηκε ότι διέπραξε τα εν λόγω παραπτώματα και ως εκ τούτου οι Καθ' ων η Αίτηση προχώρησαν στον τερματισμό της απασχόλησης του. Προς ενίσχυση της θέσεως του παρέθεσε σχετικό αντίγραφο έγγραφου με τον ισχυρισμό ότι υπεγράφη από τον Αιτητή και ότι εμπεριέχει την παραδοχή του για παραπτώματα που διέπραξε (ΤΕΚ. Α). Η αίτηση παραμερισμού αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή η οποία βασίζεται στον περί Ετησίων Αδειών μετ' απολαβών Νόμο του 1967 (Ν. 8/67), ως έχει τροποποιηθεί, στους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Κανονισμούς 1999 (1/1999) ως έχουν τροποποιηθεί, Δ.2, Δ.5
(1),
(2),
(3),
(4), Δ.9
(4), Δ.12
(1),
(2),
(3)
(4), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στις Δ.17 Θ. 5,10,12 και 13 Δ.48 Θ.1, 2, 3, 5, 6, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 25, 29, 30, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και άλλης σχετικής Νομολογίας, επί των κανόνων του κοινοδικαίου και επιεικείας και επί των Γενικών Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση παραμερισμού είναι παράτυπη και/ή αντινομική, αντικανονική, λανθασμένη και αντίθετη με του κανονισμούς και θα πρέπει να απορριφθεί.
- Η αίτηση παραμερισμού είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
- Η αίτηση παραμερισμού στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση.
- Οι Καθ' ων η αίτηση δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε Υπεράσπιση.
- Οι Καθ' ων η αίτηση δεν δικαιολογούν καθόλου και/ή επαρκώς την παράλειψη εμφάνισης τους και/ή την καθυστέρηση στην εμφάνιση τους.
- Η αίτηση παραμερισμού είναι καταχρηστική και σκοπεί στην καθυστέρηση και στην αποστέρηση της απόλαυσης των καρπών της επιτυχίας του Αιτητή.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει αχρείαστη ταλαιπωρία στον Αιτητή και θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία κατ' αναλογία εφαρμόζεται και σε διαδικασίες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με βάση τον Καν.17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999 («Ο Κανονισμός»), παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση και να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε στην απουσία του εναγομένου (Καθ' ων η αίτηση). Το διάταγμα ακύρωσης μπορεί να δοθεί υπό όρους τους οποίους το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον παραμερισμό απόφασης λόγω μη καταχωρήσεως εμφανίσεως έχουν εκτεθεί επανειλημμένως σε σειρά αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, με τις οποίες υιοθετείται η ίδια προσέγγιση με τα Αγγλικά Δικαστήρια, όπου ισχύουν παρόμοιοι θεσμοί. Στην απόφαση Ανδρέας Γιάγκου κ.α. ν. Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2009 ημερ. 24.1.2014, το Δικαστήριο ανεφέρθη εκτενώς στα κριτήρια που η νομολογία έχει εδραιώσει για τον παραμερισμό απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην του εναγόμενου (Καθ' ου η αίτηση): «.Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1Α.Α.Δ. 204. επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «...απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω. .» Επί των εν λόγω κριτηρίων εκτενής αναφορά γίνεται και στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga swimming Pools ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 647, την οποία παραθέτουμε: Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλ-λωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) AΑΔ.678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου:- «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ.818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ.1060 Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. .......................... Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Tα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1938).» Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1A.A.Δ. 2118, 2123 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σ' αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης». Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι: «Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπ' όψιν στην εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα, είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρ' όλον ότι λαμβάνονται υπ' όψιν από το Δικαστήριο, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με τον ως άνω αριθμό και τίτλο καταχωρήθηκε στις 25.5.2016 και επιδόθηκε στους Καθ' ων η αίτηση στις 22.6.2016. Οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να καταχωρήσουν έγγραφο εμφάνισης και ως εκ τούτου το Δικαστήριο προχώρησε σε ακρόαση της υπόθεσης εν τη απουσίας τους, εκδίδοντας στις 7.11.2016 απόφαση υπέρ του Αιτητή για το συνολικό ποσό των €14.630,76 με νόμιμο τόκο πλέον €719 ως έξοδα με νόμιμο τόκο συν ΦΠΑ επί των εξόδων. Η υπό κρίση αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε την 15.3.2017, μετά που οι Καθ' ων η αίτηση ενημερώθηκαν από επιδότη του Δικαστηρίου ότι εκκρεμούσε η εκτέλεση εντάλματος κινητών σε σχέση με την εκδοθείσα απόφαση. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού φαίνεται ότι η μη καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως, που οδήγησε τελικά στην έκδοση της απόφασης, οφείλετο στο γεγονός ότι πρώην υπάλληλος των Καθ' ων η αίτηση, ο οποίος ανέλαβε να αποστείλει αντίγραφο της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς μαζί με διοριστήριο δικηγόρου σε δικηγορικό γραφείο για να αναλάβει την υπόθεση, εκ παραδρομής και/ή εκ λάθους αμέλησε και/ή παρέλειψε να το πράξει, γεγονός που σε τελικό στάδιο παρέμεινε αναντίλεκτο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε τέσσερεις και πλέον μήνες μετά την έκδοση της απόφασης και 21 ημέρες μετά που οι Καθ' ων η αίτηση ενημερώθηκαν για την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης κινητών. Το ζητούμενο ωστόσο είναι κατά πόσο δικαιολογείτο η μη εμφάνιση των Καθ' ων η αίτηση λόγω του πιο πάνω γεγονότος. Κατ' αρχάς μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν διαφαίνεται έστω και αμυδρά ότι πρόθεση των Καθ' ων η αίτηση ήταν η μη καταχώρηση εμφάνισης, όπως επίσης δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε μεμπτή από μέρους τους συμπεριφορά καθώς η καλοπιστία των ισχυρισμών τους σε καμία περίπτωση δεν έχει αμφισβητηθεί. Αντίθετα από την εν γένει συμπεριφορά τους και τις επεξηγήσεις που δόθηκαν για τη μη εμφάνιση τους, δεν διαφαίνεται ιδιαίτερη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού και ούτε προκύπτει περιφρόνηση της όλης διαδικασίας. Στην Ανδρέου ν. Blue Green Wave Frozen Food Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 119, η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε σχεδόν πέντε μήνες μετά την έκδοση της απόφασης και μετά την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης κινητών. Το ζήτημα της καθυστέρησης δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης εφόσον η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε διότι δεν δόθηκε το δικαίωμα εμφανούς υπεράσπισης, αλλά δείχνει ότι και μεγαλύτερος του παρόντος χρόνου καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού, μπορεί να δικαιολογηθεί. Ως προς την ουσία της υπόθεσης, οι Καθ' ων η αίτηση διατείνονται ότι έχουν καλή υπεράσπιση που εδράζεται στο γεγονός ότι ο Αιτητής στις 24 Μαρτίου 2016, έβρισε και εκφόβισε συνάδελφο του, ρίχνοντας του κύλινδρο διοξειδίου του άνθρακα. Όταν στις 19 Απριλίου 2016 κλήθηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του, παραδέχτηκε ότι διέπραξε τα εν λόγω παραπτώματα και ως εκ τούτου οι Καθ' ων η Αίτηση, προχώρησαν στον τερματισμό της απασχόλησης του. Προς ενίσχυση της θέσεως τους επικαλέστηκαν σχετικό έγγραφο με τον ισχυρισμό ότι υπογράφηκε από τον Αιτητή και ότι εμπεριέχει την παραδοχή του για παραπτώματα που διέπραξε (ΤΕΚ.Α). Για τη διαπίστωση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό (Κώστας Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδ.) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101, υιοθετώντας το Δικαστήριο την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι ο εφεσείων που είχε το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία εκείνα που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του, δεν κατάφερε να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αφού δεν παρουσίασε στοιχεία αναφορικά με το ποιος, πως και πότε εξόφλησε το χρέος. Ο εφεσείων θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι είχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, πράγμα που απέτυχε να πράξει. Η αοριστία του ισχυρισμού ότι απλά εξόφλησε το χρέος του, αφήνει κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση καλής υπεράσπισης. Επίσης στην υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, το Δικαστήριο επισήμανε ότι για τη διαπίστωση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζει την εκδοχή του. Διαπίστωσε ωστόσο ότι τα μόνα στοιχεία που ο εφεσείων παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η δική του εκδοχή, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, ότι για τη ζημιά που υπέστη η οικία της μητέρας του, την οποία επιδιόρθωσε ο εφεσίβλητος Δήμος και αξιούσε από την ιδιοκτήτρια αποζημίωση, οφειλόταν σε ενέργειες του ιδίου του Δήμου, οι οποίες, κατ' ισχυρισμό του εφεσείοντα είχαν γίνει πριν μερικά χρόνια. Κατέληξε ότι με βάση τη μαρτυρία που ο εφεσείων έθεσε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου απέτυχε να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι είχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή του εφεσίβλητου Δήμου για αποζημίωση καθότι οι θέσεις του παρέμειναν απλοί ισχυρισμοί και αόριστα συμπεράσματα και δεν τεκμηριώθηκαν, στο βαθμό που ήταν απαραίτητο για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, με συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα που τις υποστηρίζουν. Στην προκείμενη περίπτωση οι εξηγήσεις που έχουν δοθεί με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού, ως και το σχετικό έγγραφο που υπεγράφη από τον Αιτητή (ΤΕΚ.Α), βρίσκουμε να είναι αρκούντως ικανοποιητικά να θεμελιώσουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ του παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης. Ως εκ τούτου η απόφαση ημερομηνίας 7.11.2016 παραμερίζεται υπό τον όρο ότι οι Καθ' ων η αίτηση θα καταβάλουν στον Αιτητή όλα τα έξοδα της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς που χάνονται λόγω της μη καταχώρησης εμφάνισης και του παραμερισμού, καθώς και τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδονται οδηγίες προς την πλευρά του Αιτητή όπως υποβάλει σχετικό κατάλογο εξόδων μέσα σε 21 ημέρες από σήμερα. Τίθεται σαν όρος για τον παραμερισμό της απόφασης ότι οι Καθ' ων η αίτηση θα καταβάλουν το ποσό των εγκριθέντων εξόδων προς τον Αιτητή μέσα σε 21 ημέρες από την ημερομηνία που θα τους γνωστοποιηθεί το ποσό τούτο. Δίδονται περαιτέρω οδηγίες όπως σε περίπτωση συμμόρφωσης με τον πιο πάνω όρο, οι Καθ' ων η αίτηση καταχωρήσουν έγγραφο εμφάνισης εντός 10 ημερών από της πληρωμής των εξόδων ως ανωτέρω. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Κανελλίδης, Μέλος Γ. Λεοντίου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο