← Κύπρος

Χρίστου Αλεξάνδρου ν. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Αρ. Αίτησης: 823/12, 30/3/2018

Χρίστου Αλεξάνδρου ν. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Αρ. Αίτησης: 823/12, 30/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:15 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Ν. Θρασυβούλου ) Π. Δημοσθένους ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 823/12 Μεταξύ: Χρίστου Αλεξάνδρου Αιτητή και Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 30 Μαρτίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ.Μ. Λιώτης. Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Ο κ.Ν. Παναγιώτου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εταιρεία Christos Alexandrou Constructions Ltd («η Εργοδότρια Εταιρεία») ασχολείται κυρίως με τη διεξαγωγή οικοδομικών εργασιών και κατασκευών. Το μετοχικό κεφάλαιο της Εργοδότριας Εταιρείας είναι €17.100,00 διαιρεμένο σε 10.000 συνήθεις μετοχές από €1,71 η κάθε μια. Από τις 14/2/1994 μέχρι τις 19/3/2003 ο Αιτητής κατείχε το 99% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας και το 1% των μετοχών η σύζυγός του, κα Έλενα Θεοδοσίου. Στις 20/3/2003 (α) ο Αιτητής πώλησε μέρος των μετοχών που κατείχε στην Εργοδότρια Εταιρεία και (β) η σύζυγός του πώλησε τις μετοχές που κατείχε στην Εργοδότρια Εταιρεία στην εταιρεία Pafilia Property Developers Ltd («η Pafilia») με αποτέλεσμα από τις 20/3/2003 ο Αιτητής να κατέχει το 49% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας και η Pafilia το 51% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας. Μετά τις 20/3/2003 η Εργοδότρια Εταιρεία είχε δύο διευθυντές, τον Αιτητή και ένα άλλο πρόσωπο το οποίο διοριζόταν από την Pafilia. Ο Αιτητής απασχολείτο στην Εργοδότρια Εταιρεία από τις 14/2/1994 μέχρι τις 30/10/
  2. Στις 23/8/2010 η Εργοδότρια Εταιρεία με επιστολή της, την οποία υπογράφει κάποιος Κωνσταντίνος Ιωάννου, απέλυσε τον Αιτητή επικαλούμενη λόγους πλεονασμού δίνοντας του προειδοποίηση μέχρι τις 31/10/
  3. Οι τελευταίες εβδομαδιαίες απολαβές του Αιτητή για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού στη βάση του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») ανερχόταν σε €648,
  4. Στις 12/1/2011 ο Αιτητής υπέβαλε στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») αίτηση για πληρωμή από το Ταμείο λόγω απόλυσης που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Το Ταμείο με επιστολή του ημερομηνίας 6/2/2012 πληροφόρησε τον Αιτητή ότι το αίτημά του για πληρωμή λόγω πλεονασμού εγκρίθηκε για το ποσό των €5.737,16 σχετικά με την απασχόλησή του για την περίοδο 14/2/1994 - 30/10/
  5. Περαιτέρω τον πληροφόρησε ότι η πιο πάνω πληρωμή είναι ίση με ποσό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζόμενο επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας του και ότι γίνεται στη βάση του ότι η απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία στην οποία είναι και μέτοχος δεν ήταν με βάση σύμβαση εργασίας. Ο Αιτητής καταχώρησε στις 31/10/2012 την Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό («η Αίτηση») και αξιώνει το ποσό πληρωμής πλεονασμού που δικαιούται από το Ταμείο ως εργοδοτούμενος με σύμβαση εργασίας για την περίοδο 20/3/2003 - 30/10/
  6. Το Ταμείο με την Έγγραφο Εμφάνισή του απορρίπτει την αξίωση του Αιτητή και ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται οποιαδήποτε άλλη πληρωμή και ότι ο Αιτητής καθ΄ όλη την περίοδο απασχόλησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν μέτοχος και διευθυντής της και λάμβανε μέρος στη λήψη των αποφάσεών της και ως εκ τούτου δεν εργαζόταν με σύμβαση εργασίας και/ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου. Σημειώνουμε ότι στην περίπτωση που ο Αιτητής κριθεί ότι κατά την περίοδο 20/3/2003 - 30/10/2010 εργαζόταν κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου δικαιούται σε περαιτέρω πληρωμή από το Ταμείο ύψους €8.980,
  7. Νομική Πτυχή Tο άρθρο 2 του Νόμου προσδιορίζει την έννοια του εργοδοτουμένου ως εξής: «"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου και εργοδοτουμένου, ο δε όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας·» Σημειώνουμε ότι αντικείμενο του εργατικού δικαίου[1] και ειδικότερα του Νόμου είναι η εξαρτημένη εργασία την οποία κατά κανόνα προστατεύει. Η νομοθεσία δεν δίνει πουθενά την έννοια της εξάρτησης, ο καθορισμός της παραμένει έργο της νομολογίας. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η ύπαρξη σχέσης εργασίας (εργοδότη - εργοδοτουμένου) η οποία δημιουργείται από την παροχή έναντι ανταλλάγματος εξαρτημένης εργασίας, είναι πάντοτε ζήτημα πραγματικό και εξετάζεται υπό το πρίσμα του συνόλου των γεγονότων κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργασίας (εργοδότη - εργοδοτουμένου) και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο μια σύμβαση είναι σύμβαση σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου. Το κριτήριο για να θεωρηθεί ένα πρόσωπο εργοδοτούμενος κάποιου άλλου δεν είναι μόνο η πληρωμή μισθού για υπηρεσίες που αυτός πρόσφερε αλλά θα πρέπει επίσης να καθοριστεί, κατά πόσο συντρέχουν και άλλοι παράγοντες οι οποίοι θεμελιώνονται στα γεγονότα π.χ. η άσκηση έλεγχου από τον εργοδότη επί της εργασίας του εργοδοτουμένου[2] (δηλαδή αν ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να διευθύνει και να εποπτεύει την εργασία του εργοδοτουμένου και αντίστοιχα ο εργοδοτούμενος έχει την υποχρέωση να υπακούει και να συμμορφώνεται στις οδηγίες του εργοδότη αναφορικά με το είδος, τον τρόπο, το ποσό και τον τόπο παροχής της εργασίας), το οικονομικό αποτέλεσμα της εργασίας (ο κίνδυνος) να αφορά τον εργοδότη και όχι τον εργοδοτούμενο[3]. Με τον Νόμο Ν.52

(1)/94 προστέθηκε στον Νόμο η πιο κάτω επιφύλαξη στον όρο του εργοδοτουμένου: «Νοείται ότι ο όρος "εργοδοτούμενος" περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, και εργάζεται στην εταιρεία αυτή, όχι όμως με βάση σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου.» Περαιτέρω με τον Νόμο Ν.52
(1)/94 εισήχθηκε στον Νόμο η πιο κάτω πρόνοια ως παράγραφος 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου: «1Α. Προκειμένου περί εργοδοτουμένου που αναφέρεται στην επιφύλαξη του όρου «εργοδοτούμενος», η πληρωμή την οποίαν δικαιούται είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζομένου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας.» Σημειώνουμε ότι ο Τέταρτος Πίνακας προνοεί για το ύψος της πληρωμής που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος που απολύεται για λόγους πλεονασμού[4]. Στην απόφαση Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν. Πολύμνιας Θεοδώρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 349 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι οι πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις που εισήχθηκαν στον Νόμο με τον Ν.52
(1)/94 καθιερώνουν διάκριση μεταξύ προσώπων που είναι εργοδοτούμενοι και προσφέρουν εξηρτημένη εργασία και των ίσως κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτουμένων διευθυντών (μετόχων) των εταιρειών που δεν προσφέρουν εξηρτημένη εργασία. Σκοπός του Νομοθέτη με την εισαγωγή της επιφύλαξης στον όρο του εργοδοτουμένου ήταν να διαχωρίσει τους μετόχους μιας εταιρείας που είναι εγγεγραμμένοι και ως εργοδοτούμενοι/μισθωτοί στην εταιρεία (α) σε αυτούς που εργάζονται με σύμβαση εργασίας και/ή που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους κάτω από περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να συναχθεί ύπαρξη σχέσης εργασίας (εργοδότη και εργοδοτουμένου) και (β) σε αυτούς που δεν εργάζονται με σύμβαση εργασίας αλλά γράφτηκαν ως εργοδοτούμενοι για να τυγχάνουν των ωφελημάτων που προσφέρονται από τη νομοθεσία των κοινωνικών ασφαλίσεων και στην περίπτωση που οι τελευταίοι απολυθούν για λόγους πλεονασμού το ποσό που έχει συνεισφέρει στο Ταμείο η εταιρεία που δηλώθηκε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως εργοδότης τους να τους επιστρέφεται υπό τύπον πληρωμής λόγω πλεονασμού με βάση την παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου. Ακόμη σημειώνουμε ότι δεν ήταν σκοπός του Νομοθέτη να δώσει οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα σε μετόχους που εργάζονται όχι κάτω από συνθήκες εξαρτημένης εργασίας εκτός από τη μειωμένη πληρωμή λόγω πλεονασμού και ως εκ τούτου οι εν λόγω μέτοχοι που γράφτηκαν ως εργοδοτούμενοι δεν νομιμοποιούνται να διεκδικήσουν αποζημιώσεις για παράνομη απόλυσή τους δυνάμει των προνοιών του Νόμου. Για τους μετόχους εργοδοτούμενους που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία η πληρωμή για λόγους πλεονασμού υπολογίζεται με βάση την παράγραφο 1 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου καθότι πρόθεση του Νομοθέτη δεν ήταν να στερήσει από αυτούς τα δικαιώματα που τους παρέχει ο Νόμος ως εργοδοτούμενους με σύμβαση εργασίας και/ή κάτω από συνθήκες εξαρτημένης εργασίας. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5th Edition, 2014, Vol. 39 στη σελίδα 35 στις παραγράφους 8 και 9 αναφέρονται τα πιο κάτω: "8. Company Directors. A company director is an office holder who, is not without more, an employee of the company. A director who actually works for the company, especially under a service agreement, may, however, also be an employee of the company and so entitled to statutory rights such as the right not to be unfairly dismissed or the right to a redundancy payment on termination of his employment. If the person works full-time as a managing director, there may be a presumption of an employment relationship, but it is ultimately a question of fact; and thus the fact that the director actually works for the company is not in itself enough, and may be outweighed by other factors such as the absence of any clear contract of employment, remuneration only by fees and treatment for taxation and national insurance purposes. Even where a director (or ex-director) is claiming a statutory employment right, it remains a question of fact whether he is or was an employee, with no rule of law against such status, even where the director has or has considerable control over the employing company. 9. Status of majority shareholder in employing company. The question of whether a majority shareholder in the employing company (whether or not also a director) can also be an 'employee' has proved troublesome but settled authority points to this being a question of fact, with evidence being required to resolve the (relatively exceptional) issue of whether the putative contract is a genuine contract or a sham, followed by the consideration, assuming a genuine contract of whether it amounts to a contract of employment." Στην Αγγλία το Court of Appeal στην απόφασή του στην υπόθεση Neufeld v Secretary of State for Business, Enterprise and Regulatory Reform [2009] 3 All ER 790 στην οποία επίδικο ζήτημα ήταν κατά πόσον ή όχι ένας διευθυντής και μέτοχος σε μια εταιρεία στην οποία είχε τον έλεγχο του μετοχικού κεφαλαίου μπορούσε να θεωρηθεί ως εργοδοτούμενος της εν λόγω εταιρείας με βάση σύμβαση εργασίας[5] (δηλαδή κατά πόσον μπορούσε να θεωρηθεί ότι πρόσφερε εξαρτημένη εργασία), αφού ανασκόπησε όλες τις προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις επί του εν λόγω επίδικου ζητήματος (οι οποίες σημειώνουμε ήταν αντικρουόμενες), σημείωσε τα πιο κάτω: "[80] There is no reason in principle why someone who is a shareholder and director of a company cannot also be an employee of the company under a contract of employment. There is also no reason in principle why someone whose shareholding in the company gives him control of it - even total control - .. cannot be an employee. In short, a person whose economic interest in a company and its business means that he is in practice properly to be regarded as their 'owner' can also be an employee of the company. It will, in particular, be no answer to his claim to be such an employee to argue that: (
  1. i)the extent of his control of the company means that the control condition of the contract of employment cannot be satisfied; or (
  2. ii)that the practical control he has over his own destiny- including that he cannot be dismissed from his employment except with his consent- has the effect in law that he cannot be an employee at all. .............. [81] Whether or not such a shareholder /director is an employee of the company is a question of fact for the court or tribunal before which such issue arises. In any such case there may in theory be two such issues, although in practice the evidence relevant to their resolution will be likely to overlap. The first, and logically preliminary one, will be whether the putative contract is a genuine contract or a sham. The second will be whether, assuming it is a genuine contract, it amounts to a contract of employment (it might, for example, instead amount to a contract for services). [82] In cases involving an alleged sham, there will .. . almost invariably be what purports to be a formal written employment contract, or at least a board minute or a memorandum purporting to record or evidence the creation of such a contract. The task of the court or tribunal will be to decide whether any such document amounts to a sham .. ... Any such inquiry will usually require not just an investigation into the circumstances of the creation of the document but also into the parties' purported conduct under it, which will be likely to shed light on the genuineness or otherwise of the claimed contract ............. [83] .............. It will be a question of fact as to what conclusions are to be drawn from such investigation. [84] In a case in which no allegation of sham is raised, or in which the claimant proves that no question of sham arises, the question (or further question) for the court or tribunal will be whether the claimed contract amounts to a true contract of employment.... [85] In deciding whether a valid contract of employment was in existence, consideration will have to be given to the requisite conditions for the creation of such a contract and the court or tribunal will want to be satisfied that the contract meets them ...... In some cases there will be a formal service agreement. Failing that, there may be a minute of a board meeting or a memorandum dealing with the matter. But in many cases involving small companies, with their control being in the hands of perhaps just one or two director/shareholders, the handling of such matters may have been dealt informally and it may a difficult question as to whether or not the correct inference from the facts is that the putative employee was, as claimed, truly an employee. In particular, a director of a company is the holder of an office and will not, merely by virtue of such office, be an employee: the putative employee will have to prove more than his appointment as a director. It will be relevant to consider how he has been paid. Has he been paid a salary, which points towards employment? Or merely by way of director' s fees, which points away from it? In considering what the putative employee was actually doing, it will also be relevant to consider whether he was acting merely in his capacity as a director of the company; or whether he was acting as an employee. [86] We have referred in the previous paragraph to matters which will typically be directly relevant to the inquiry whether or not .... the claimed contract amounts to a contract of employment. What we have not included as a relevant consideration for the purposes of that inquiry is the fact that the putative employee's shareholding in the company gave him control of the company, even total control. The fact of his control will obviously form a part of the backdrop against which the assessment will be made of what has been done under the putative written or oral employment contract that is being asserted. But it will not ordinarily be of any special relevance in deciding whether or not he has a valid such contract. Nor will the fact that he will have share capital invested in the company; or that he may have made loans to it; or that he has personally guaranteed its obligations; or that his personal investment in the company will stand to prosper in line with the company's prosperity, or that he has done any of the other things that the 'owner' of a business will commonly do on its behalf. These considerations ..... will ordinarily be irrelevant to whether or not a valid contract of employment has been created and so they can and should be ignored. They show an 'owner' acting qua 'owner', which is inevitable in such a company. However, they do not show that the 'owner' cannot also be an employee." (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). Περαιτέρω το Court of Appeal υιοθέτησε την καθοδήγηση που δόθηκε από το Employment Appeal Tribunal στην Clark v Clark Construction Initiatives Ltd [2008] IRLR 364 σχετικά με τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του ζητήματος κατά πόσον ή όχι ένας διευθυντής και μέτοχος σε μια εταιρεία στην οποία έχει τον έλεγχο του μετοχικού κεφαλαίου είναι εργοδοτούμενος στην εν λόγω εταιρεία με βάση σύμβαση εργασίας και διευκρίνισε ορισμένα σημεία της. Παραθέτουμε πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5th Edition, 2014, Vol. 39 σελίδα 36 στο οποίο αναφέρεται στην πιο πάνω αναφερόμενη καθοδήγηση καθώς και στις διευκρινίσεις/σχόλια του Court of Appeal: "The following guidance was supplied for tribunals to follow in such cases:
(1)the onus is on the party denying a contract; where an individual has paid an employee's tax and national insurance, prima facie he is entitled to an employee's rights;
(2)the mere fact of majority shareholding (or de facto control) does not in itself prevent a contract arising;
(3)similarly, entrepreneur status does not of itself prevent a contract arising;
(4)if the parties conduct themselves according to the contract (e.g. as to hours and holidays) there is a strong indicator towards employment;
(5)conversely, if their conduct is inconsistent with (or not governed by) the contract, that is a strong pointer against employment;
(6)the assertion that there is a genuine contract will be undermined if there is nothing in writing;
(7)the taking of loans from the company (or, conversely the guaranteeing of its debts) is not intrinsically inconsistent with employment; and
(8)although majority shareholding and/or control will always be relevant and may be decisive, that fact alone should not justify a finding of no employment. ......................... The guidance set out in Clark v Clark Construction Initiatives Ltd .... was approved in essence (see Neufeld v Secretary of State for Business...) subject to four qualifications: (a) head
(1)above should not be read as constituting a formal reversal of the burden of proof on the party denying the employment status; it may still be necessary for the putative employee to do more than produce documentation in order to satisfy the tribunal of that status....; (b) head
(6)above might be too negative in tis expression; it may be an important consideration but if the parties' conduct also shows a true contract of employment, 'we would not wish the tribunals to seize too readily on the absence of a written agreement to justify the rejection of the claim' .....; (c) heads
(7)and
(8)above had to be considered against the backdrop of a putative employee's shareholding in the company giving him control of the company (even total control) and how this affected the assessment of what has been done under the putative written or oral employment contract that is being asserted; however, control is not ordinarily of any special relevance in deciding whether or not he has a valid such contract, nor will the fact that he will have share capital invested in the company; or that he may have loans to it; or that he has personally guaranteed its obligations; or that his personal investment in the company will stand to prosper in line with the company' s prosperity; or that he has done any of the other things that the 'owner' of a business will commonly do on its behalf, all of which shows an 'owner' acting qua 'owner', which is inevitable in the sort of companies giving rise to the issue, and is ordinarily irrelevant to whether or not a valid contract of employment has been created; they do not show that the 'owner' cannot also be an employee...." (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). Το Court of Appeal της Βόρειας Ιρλανδίας στην υπόθεση Crawford v Department for Employment and Learning [2014] IRLR 626 εξετάζοντας κατά πόσον δύο αδέλφια τα οποία απασχολούνταν σε μια εταιρεία της οποίας ήταν μέτοχοι και διευθυντές μπορούσαν να θεωρηθούν ως εργοδοτούμενοι της εν λόγω εταιρείας ώστε να δικαιούνται πληρωμή από το τμήμα εργασίας λόγω της πτώχευσης της εν λόγω εταιρείας αφού αναφέρθηκε στις αγγλικές αποφάσεις Clark v Clark Construction Initiatives Ltd (πιο πάνω) και Neufeld v Secretary of State for Business (πιο πάνω) σημείωσε τα πιο κάτω: "The present case did not involve alleged contracts that were said to be sham. They were not cases that relied on written contracts. The question was whether the claimed oral contracts amounted to true contracts of employments. An answer to that question required an inquiry as to what agreements had been reached between the claimants and the company, whether any agreements amounted to contracts of employment and whether the conduct of the claimants in the course of their relationships with the company was consistent with the agreements and with contracts of employment. The inquiry would have involved considerations of the indicators of contracts of employment referred to in the decisions. However the substance of the matter concerned the nature of the agreements reached and the conduct of the claimants in purporting to act in accordance with such agreements. The conduct of the claimed employee is important when there is a written contract, as appears from the Court of Appeal comments on the first guidelines and is also important when there is no written contract, as appears from the Court of Appeal on the sixth guideline." (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Στο τέλος της απόφασής του επισύναψε ως παράρτημα μια οδηγία στην οποία καταγράφονται τα ζητήματα τα οποία ένα δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του κατά την εξέταση των θεμάτων που αφορούν τις συνθήκες σύναψης των κατ΄ ισχυρισμό συμβάσεων εργασίας μεταξύ των αιτητών και της εργοδότριας εταιρείας, τους όρους των συμβάσεων εργασίας και τη συμπεριφορά των αιτητών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται από τις κατ΄ ισχυρισμό συμβάσεις εργασίας. Τα ζητήματα είναι τα εξής: τίτλος εργασίας, ημερομηνία έναρξης απασχόλησης, μισθός -πληρωμή υπερωριών, πληρωμή εξόδων, ωφελήματα σε είδος, ώρες εργασίας, καθήκοντα, επίβλεψη από άλλο πρόσωπο, τόπος εργασίας, ετήσια άδεια, άδεια ασθενείας, αξιολόγηση απόδοσης, διαφοροποίηση μεταξύ του ρόλου του διευθυντή και του ρόλου του εργοδοτουμένου, κατά πόσο υπήρχε διαφορά μεταχείρισης μεταξύ του αιτητή και των άλλων εργοδοτουμένων στην εργοδότρια εταιρεία (ειδικότερα αν οι όροι των συμβάσεων εργασίας ήταν συγκρίσιμοι), αν υπήρξαν οποιεσδήποτε αλλαγές σε σχέση με τα πιο πάνω, πώς τα πιο πάνω λειτουργούσαν στην πράξη και αν υπήρχε συμμόρφωση με τους όρους εργασίας. Βάρος Απόδειξης Ο Αιτητής είχε το βάρος απόδειξης ότι ήταν «εργοδοτούμενος» εντός της έννοιας του Νόμου και της νομολογίας κατά την περίοδο 20/3/2003 - 30/10/2010 προϋπόθεση απαραίτητη σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του Νόμου για να τύχει της ομώνυμης πληρωμής από το Ταμείο. Προς απόδειξη της θέσης του ο Αιτητής κατέθεσε ο ίδιος ενώπιόν μας και προσκόμισε τη μαρτυρία του κ.Αλέξη Χριστοδούλου, υπευθύνου λογιστηρίου της Pafilia και της κας Νικολέτας Οικονόμου, υπαλλήλου της Ελληνικής Τράπεζας. Το Ταμείο δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία. Μαρτυρία Ο Αιτητής στην κυρίως εξέτασή του κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 τη συμφωνία πώλησης και μεταβίβασης μετοχών Εργοδότριας Εταιρείας που συνομολογήθηκε μεταξύ αυτού και της συζύγου του από την μία πλευρά και της Pafilia στις 20/3/
  1. Υποστήριξε ότι από τις 20/3/2003 δεν είχε καμία συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι δεν είχε συμμετοχή στην απόφαση απόλυσής του. Ήταν η θέση του ότι μετά τις 20/3/2003 η Pafilia είχε αναλάβει εξ΄ ολοκλήρου τη διαχείριση της Εργοδότριας Εταιρείας και είχε «την απόλυτη αποφασιστική αρμοδιότητα και εξουσία» και ότι αυτός δεν είχε κανένα λόγο στις αποφάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας. Προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων του κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 το πιο κάτω έγγραφο το οποίο υπογράφεται από τον κ.Ηλία Ηλιάδη: «_____________________________________________________________ ΔΗΛΩΣΗ ______________________________________________________________ Εμείς οι πιο κάτω υπογεγραμμένοι, PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD, από την Πάφο, δηλώνουμε τα ακόλουθα:
  2. Στις 20/03/03 αγοράσαμε από τον κ.Χρήστο Αλεξάνδρου το 51% των μετοχών της εταιρείας CHRISTOS ALEXANDROU CONSTRUCTIONS LTD.
  3. Έκτοτε, έχουμε αναλάβει εξ΄ ολοκλήρου την διαχείριση της εταιρείας.
  4. Συγκεκριμένα, έχουμε την απόλυτη αποφασιστική αρμοδιότητα και εξουσία στην εταιρεία.
  5. Ο κ.Χρήστος Αλεξάνδρου δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην απόφαση για απόλυση του ιδίου. (Υπ.) ______________________________ Ηλίας Ηλιάδης, υπό την ιδιότητα ως διευθυντής της PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LTD» Περαιτέρω ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι από τις 20/3/2003 εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία ως μισθωτός και είχε ωφελήματα εργοδοτουμένου, ήταν μέλος της συντεχνίας Σ.Ε.Κ. και πληρώνε κάθε μήνα εισφορές σε Ταμείο Προνοίας. Ότι εργαζόταν ως υπεύθυνος εργοταξίου με ωράριο 7:00 π.μ. - 3:30 μ.μ. επί πέντε ημέρες την εβδομάδα. Ότι ο μισθός του καθορίστηκε αρχικά από την Pafilia χωρίς τη δική του ανάμειξη και προνοούσε τις αυξήσεις «σύμφωνα με τη συντεχνία». Ήταν η θέση του ότι για τις απολύσεις και τις προσλήψεις προσωπικού στην Εργοδότρια Εταιρεία αποφάσιζε η Pafilia. Ανέφερε ότι δεν παρείχε οποιεσδήποτε προσωπικές εξασφαλίσεις προς όφελος της Εργοδότριας Εταιρείας για πιστωτικές διευκολύνσεις που η Εργοδότρια Εταιρεία σύναπτε με πιστωτικά ιδρύματα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι από το 1994 εργαζόταν ως υπεύθυνος εργοταξίου στην Εργοδότρια Εταιρεία αλλά πριν τις 20/3/2003 ήταν και ο διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας και είχε την ευθύνη των αποφάσεων της Εργοδότριας Εταιρείας π.χ. αυτός έβαζε την τελική τιμή στις προσφορές και μετά τις 20/3/2003 αυτό το έπραττε η Pafilia. Μετά τις 20/3/2003 συνέχισε να εργάζεται στον ίδιο χώρο (γραφείο) που εργαζόταν και πριν κατόπιν απόφασης της Pafilia αλλά «έπρεπε να εφαρμοστούν τα προγράμματα της Pafilia για να είναι «on line» το γραφείο ώστε να έχει η Pafilia τον άμεσο έλεγχο». Περαιτέρω ανέφερε ότι μετά τις 20/3/2003 ήταν ο τεχνικός διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας και οι εξουσίες του περιορίζονταν σε αυτόν τον τομέα. Ο κ.Αλ. Χριστοδούλου κατέθεσε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 και ότι αντλεί τη γνώση του από τις εργασίες που αυτός εκτέλεσε κατά το κλείσιμο του τελικού λογαριασμού της Pafilia με τον Αιτητή και από μαρτυρίες των διευθυντικών στελεχών της Pafilia. Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι δεν είχε διοικητικά καθήκοντα στην Pafilia και ότι τον Αιτητή τον γνώρισε όταν έγιναν οι συναντήσεις με τα άλλα μέλη της Εργοδότριας Εταιρείας για το κλείσιμο των λογαριασμών της Εργοδότριας Εταιρείας. Η κα Ν. Οικονόμου κατέθεσε ότι από τα στοιχεία που έχει ενώπιόν της η Εργοδότρια Εταιρεία διατηρούσε στην Ελληνική Τράπεζα πριν το 2003 λογαριασμούς όψεως, λογαριασμό παρατραβήγματος και ένα λογαριασμό δανείου. Το δάνειο στην Εργοδότρια Εταιρεία δόθηκε το 2002 και εξασφαλιζόταν μεταξύ άλλων από προσωπική εγγύηση του Αιτητή και υποθήκη περιουσίας που άνηκε στον Αιτητή και η εν λόγω υποθήκη συνέχιζε και μετά το 2003 να εξασφαλίζει το δάνειο. Το 2005 η Εργοδότρια Εταιρεία είχε λογαριασμό παρατραβήγματος που εξασφαλιζόταν από προσωπική εγγύηση του Αιτητή και από υποθήκη εις βάρος περιουσίας του Αιτητή. Ανάλυση Μαρτυρίας - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής Επίδικο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσον ο Αιτητής απασχολήθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία κατά την περίοδο 20/3/2003 - 30/10/2010 με σύμβαση εργασίας και/ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου σύμφωνα με το Νόμο και τη νομολογία ώστε να δικαιούται πληρωμή σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του Νόμου σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και όχι βάσει του άρθρου 1 (Α) του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με τις νομικές αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω το πιο πάνω ζήτημα είναι πραγματικό και το Δικαστήριο αποφαίνεται επί του εν λόγω ζητήματος αναλόγως της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιόν του. Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και παρακολούθησε με προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεταν ενώπιόν του. Από την όλη στάση και συμπεριφορά τους κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους προκύπτει η πιο κάτω αξιολόγηση:
(1)Οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με (α) τη θέση και τα καθήκοντα της εργασίας του, (β) το ωράριο εργασίας του, (γ) τον καθορισμό του μισθού του (και τις αυξήσεις στον μισθό του) και τα άλλα ωφελήματα που είχε και (δ) την επίβλεψη που είχε για την εργασία του, μετά τις 20/3/2003, τέθηκαν ενώπιόν μας πολύ γενικά και αόριστα χωρίς το πραγματικό υπόβαθρο που τους στηρίζει ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον οι εν λόγω ισχυρισμοί ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δεν τέθηκαν ενώπιόν μας οποιαδήποτε συγκεκριμένα απτά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τους εν λόγω ισχυρισμούς του. Δεν κατατέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε γραπτή σύμβαση απασχόλησης του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία (σημειώνουμε ότι, κατά την απόψή μας, σε μια περίπτωση πώλησης της πλειοψηφίας μετοχών μιας εταιρείας η οποία πώληση ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.229.500, όπως στην προκείμενη περίπτωση, θα αναμένετο ότι θα υπογραφόταν και μια σύμβαση εργασίας μεταξύ του πρώην κύριου μετόχου και διευθυντή της εταιρείας στην περίπτωση που ο πρώην κύριος μέτοχος παρέμενε ως εργοδοτουμένος στην εταιρεία με την οποία θα καθορίζονταν τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και τα ωφελήματα του εργοδοτουμένου). Ο Αιτητής ανέφερε πολύ γενικά και αόριστα ότι ο μισθός του μετά τις 20/3/2003 καθορίστηκε από την Pafilia χωρίς τη δική του ανάμειξη χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες. Δεν μας φαίνεται πειστικός ο εν λόγω ισχυρισμός του Αιτητή καθ΄ ότι υπό τις περιστάσεις που ο Αιτητής βρέθηκε στην απασχόληση της Εργοδότριας Εταιρείας μετά τις 20/3/2003 λογικά ο μισθός του δεν θα καθοριζόταν μόνο από την Pafilia χωρίς οποιαδήποτε συζήτηση ή συμφωνία με αυτόν. Δεν τέθηκαν ενώπιόν μας καταστάσεις μηνιαίων αποδοχών του Αιτητή σε συνάρτηση με τη συλλογική σύμβαση της οικοδομικής βιομηχανίας ή τις συμφωνίες της Σ.Ε.Κ. (ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι αυξήσεις στον μισθό του ήταν «σύμφωνα με τη συντεχνία»). Ούτε κατατέθηκαν timesheets για τα έργα που εργάστηκε ο Αιτητής ή έντυπα επίβλεψης της εργασίας του από τρίτα πρόσωπα. Περαιτέρω ο Αιτητής δεν μας ανέφερε αν έπαιρνε ετήσιες άδειες και από ποιον ζητούσε έγκριση για να τις πάρει. Ούτε μας ανέφερε τι ίσχυε με τις άδειες ασθενείας του. Παρατηρούμε ότι στο Τεκμήριο 1 που είναι η συμφωνία πώλησης μετοχών που κατείχαν ο Αιτητής και η σύζυγός του στην Εργοδότρια Εταιρεία στην Pafilia υπάρχει ρητή πρόνοια για διορισμό του Αιτητή ως διευθυντή (και ενός άλλου προσώπου που θα υποδειχθεί από την Pafilia). Ο Αιτητής στη μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε καθόλου στον ρόλο που είχε ως διευθυντής στην Εργοδότρια Εταιρεία και το πώς αυτός ο ρόλος διακρινόταν από τον ρόλο του ως τεχνικού διευθυντή στην Εργοδότρια Εταιρεία. Σημειώνουμε ότι δεν κατατέθηκε ενώπιόν μας οποιοδήποτε άλλο έγγραφο μεταξύ της Pafilia και του Αιτητή που να περιέχει την μεταξύ τους συμφωνία ρύθμισης των σχέσεων τους ως μετόχοι της Εργοδότριας Εταιρείας. Ούτε το Καταστατικό της Εργοδότριας Εταιρείας κατατέθηκε ενώπιόν μας γεγονός που μας δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά αναφορικά με την εκδοχή που παρουσίασε ο Αιτητής ενώπιόν μας σε σχέση με τη διαχείριση της Εργοδότριας Εταιρείας μετά τις 20/3/2003. Εξετάζοντας τις πρόνοιες του Καταστατικού της Εργοδότριας Εταιρείας θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε ποιες ήταν οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες των δύο διευθυντών και των δύο μετόχων της Εργοδότριας Εταιρείας μετά τις 20/3/2003 και με ποιο τρόπο μετά την εν λόγω ημερομηνία λαμβάνονταν οι αποφάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας (πώς ψήφιζαν οι μέτοχοι ή αν λαμβάνονταν από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εργοδότριας Εταιρείας).
(2)Σημειώνουμε ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο κάποιο πρόσωπο από την Pafilia που γνώριζε άμεσα και προσωπικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την απασχόληση του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία μετά τις 20/03/
  1. Ενώπιόν μας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 μια γραπτή δήλωση του κ.Ηλιάδη, διευθυντή της Pafilia, στην οποία αναφέρεται γενικά και αόριστα στο ότι η Pafilia ανέλαβε μετά τις 20/3/2003 τη διαχείριση της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι είχε την αποφασιστική εξουσία στην Εργοδότρια Εταιρεία χωρίς να επισυνάπτονται σ΄ αυτή τη γραπτή δήλωση οποιαδήποτε στοιχεία που να στηρίζουν τις θέσεις που περιέχονται σε αυτή. Ο κ.Ηλιάδης δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να εξεταστεί ενόρκως και να αντεξεταστεί χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για τη μη παρουσία του στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Ο κ.Χριστοδούλου δεν γνώριζε άμεσα και προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης αφού όπως ανέφερε (α) δεν ήταν από το 2003 στην Pafilia αφού το 2007 προσλήφθηκε σε άλλη εταιρεία που έχει σχέση με την Pafilia και το 2010 ανέλαβε ως υπεύθυνος λογιστηρίου της Pafilia και (β) γνώριζε τα γεγονότα από μαρτυρίες των διευθυντικών στελεχών της Pafilia και από το κλείσιμο των τελικών λογαριασμών αναφορικά με τα χρήματα που χρωστούσε η Pafilia στον Αιτητή. Περαιτέρω ο κ.Χριστοδούλου δεν έθεσε ενώπιόν μας συγκεκριμένο υπόβαθρο γεγονότων που στηρίζουν τις αναφορές του σχετικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 και δεν αναφέρθηκε καθόλου στους όρους και τις συνθήκες εργασίας του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία μετά τις 20/3/
  2. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να αποδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5.
(3)Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι δεν παρείχε οποιεσδήποτε προσωπικές εξασφαλίσεις προς όφελος της Εργοδότριας Εταιρείας για πιστωτικές διευκολύνσεις που η τελευταία σύναπτε με πιστωτικά ιδρύματα είναι σε αντίθεση με τη μαρτυρία της κας Οικονόμου η οποία κατέθεσε ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παρείχε η Ελληνική Τράπεζα στην Εργοδότρια Εταιρεία διασφαλίζονταν από προσωπικές εγγυήσεις του κ.Χρίστου Αλεξάνδρου. Θεωρούμε ότι το πιο πάνω γεγονός πλήττει ουσιαστικά την αξιοπιστία του Αιτητή. Λόγω των πιο πάνω αδυναμιών στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας από την πλευρά του Αιτητή κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε σε αυτήν για την εξαγωγή οποιονδήποτε συμπερασμάτων αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης και ως εκ τούτου την απορρίπτουμε ως αναξιόπιστη. Σημειώνουμε ότι το γεγονός ότι οι θέσεις του Αιτητή αναφορικά με το ωράριο εργασίας του, τη θέση εργασίας του και τα ωφελήματά του (μισθός) μετά τις 20/03/2003 παρέμειναν επί το πλείστον αναντίλεκτες δεν μπορεί από μόνο του να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής μετά τις 20/3/2003 πρόσφερε εργασία στην Εργοδότρια Εταιρεία κάτω από συνθήκες εξάρτησης για τους πιο κάτω λόγους: (α) ενόψει της απόρριψης του συνόλου της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την πλευρά του Αιτητή ως αναξιόπιστης το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί το μέρος της μαρτυρίας που δόθηκε από την πλευρά του Αιτητή για το οποίο ο Αιτητής δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Ταμείου και/ή δεν προσκομίστηκε από την άλλη πλευρά αντίθετη και αντικρουστική μαρτυρία (βλέπε Π. Χαραλάμπους Μουζέ ν Λ. Λαμπρή
(1994)1 ΑΑΔ 216) και (β) δεν τέθηκαν ενώπιόν μας με σαφή, ξεκάθαρη, αξιόπιστη και ικανοποιητική μαρτυρία όλα τα στοιχεία τα οποία θα έπρεπε να εξετάσουμε σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω (όπως οι συνθήκες σύναψης της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας εργασίας μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας στις 19 - 20/3/2003, τους όρους αυτής της σύμβασης και τη συμπεριφορά του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας μετά τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης κατά την εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης μετά τις 20/3/2003) ώστε να αποφανθούμε αναφορικά με το περιεχόμενο της σύμβασης μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας, κατά πόσον ή όχι αυτό μπορούσε να θεωρηθεί ως σύμβαση εργασίας και κατά πόσον ή όχι κατά την περίοδο από 20/3/2003 μέχρι 30/10/2010 η συμπεριφορά του Αιτητή ήταν σύμφωνα τόσο με την εν λόγω σύμβαση όσο και με μια σύμβαση εργασίας και αναλόγως των συμπερασμάτων μας να καταλήξουμε στο κατά πόσον ή όχι μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας υπήρχε σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου. Στην παρούσα περίπτωση στην οποία δεν υπήρχε γραπτή σύμβαση εργοδότησης μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας, ο Αιτητής, παρά το ότι λάμβανε μισθό από την Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία του κατέβαλε και εισφορές μισθωτού στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, είχε το βάρος να αποδείξει ότι η συνολική συμπεριφορά αυτού και της Εργοδότριας Εταιρείας (εντός του πλαισίου όλων των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν την μεταξύ τους σχέση) κατά την περίοδο από 20/3/2003 μέχρι 30/10/2010 καταδείκνυε πειστικά το συμπέρασμα ότι μεταξύ αυτού και της Εργοδότριας Εταιρείας υπήρχε σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου[6] ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Αιτητής ήταν μέτοχος και διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας. Με τη μαρτυρία που προσκόμισε ο Αιτητής απέτυχε να αποσείσει το πιο πάνω βάρος που τον βάρυνε. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «εργοδοτούμενος» της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την περίοδο 20/3/2003 - 30/10/2010 εντός της έννοιας του Νόμου και της νομολογίας έτσι ώστε να τύχει πληρωμής λόγω πλεονασμού από το Ταμείο σύμφωνα με το Άρθρο 16
(1)του Νόμου. Συνακόλουθα η Αίτηση του Αιτητή εναντίον του Ταμείου απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................ Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Ν. Θρασυβούλου, Μέλος. Π. Δημοσθένους, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Πλεονασμός - Πληρωμή στη βάση απασχόλησης σε εταιρεία όχι με βάση σύμβαση εργασίας). [1] Βλ. Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο (Ατομικές εργασιακές σχέσεις και το δίκαιο της ευελιξίας της εργασίας), Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ.188. [2] Στην υπόθεση AVRAAM K. PROUSI v. REDUNDANT EMPLOYEES FUND
(1988)1 C.L.R. 363 στη σελίδα 368 ελέχθη ότι: "The question as to whether the relationship of employer and employee exists is always a question of fact and the facts of each particular case have to be taken into consideration. The only criterion for making a person an employee of another is not the payment of a salary for services rendered by him but also it has to be established that the employer can exercise control over the work of the other". Στην Tsapaco Catering Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εργασίας
(1998)3 ΑΑΔ 796 στη σελίδα 800 τονίστηκε ότι: «Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών. (Ιδε Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition, p.698.) O καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο:(α) από την υποχρέωση του εργοδοτουμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτουμένου.». Βλέπε επίσης τις αποφάσεις στις υποθέσεις Άγγελου Αγγελίδη ν. 1. Κυπρής Χ΄΄Μάρκου & Υιός Λτδ 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού Λτδ
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 465, Π. Προική v. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 736. [3] Στο σύγγραμμα Colin Bourn, Redundancy Law and Practice
(1983)στη σελίδα 77 αναφέρονται τ΄ακόλουθα: " The approach which is now adopted by the courts is to question whether the employee is in reality performing his duties " as person in business in his own account" ......rather than working for a superior. A multiplicity of factors could influence that decision , such as the degree to which the person is free from detailed control by another, as to his hours or working methods, whether he has invested any capital in the business or whether he bears any of the economic risks of profit and loss." [4] Σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του Νόμου: «16.-
(1)Όταν κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος εδαφίου, η απασχόλησις εργοδοτουμένου απασχοληθέντος συνεχώς επί εκατόν τέσσαρας τουλάχιστον εβδομάδας υπό του αυτού εργοδότου τερματίζηται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού εκ του Ταμείου, υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Τέταρτον Πίνακα: ...............................» [5] Οι αιτητές στην εν λόγω υπόθεση υπέβαλαν αίτηση για πληρωμή λόγω πλεονασμού στη βάση του sec. 182 of Employments Rights Act 1996 για τον λόγο ότι οι εταιρείες στις οποίες απασχολούνταν είχαν χρεωκοπήσει. Η πιο πάνω νομοθετική διάταξη προβλέπει ότι στην περίπτωση που ο εργοδότης ενός εργοδοτουμένου πτωχεύσει και η εργοδότηση του εργοδοτουμένου τερματιστεί τότε ο εργοδοτουμένος δικαιούται να ζητήσει από το ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων να του καταβάλει ανάμεσα σε άλλα και πληρωμή αποζημίωσης πλεονασμού για τον τερματισμό της απασχόλησής του. Το ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων καταβάλλει την εν λόγω πληρωμή μόνο στις περιπτώσεις «εργοδοτουμένων» οι οποίοι καλύπτονται από το sec.230 of Employments Rights Act 1996 το οποίο αναφέρει τα πιο κάτω: "
(1)In this Act "employee" means an individual who has entered into or works under (or, where the employment has ceased, worked under) a contract of employment.
(2)In this Act "contract of employment" means a contract of service or apprenticeship, whether express or implied, and (if it is express) whether oral or writing...
(3)...................." [6] Παραθέτουμε πιο κάτω τις παραγράφους 1 και 6 της καθοδήγησης/οδηγίας που δόθηκε στις αποφάσεις Clark v Clark Construction Initiatives Ltd (πιο πάνω) και Neufeld v Secretary of State for Business: "1.Where there is contract ostensibly in place, the onus is on the party seeking to deny its effect to satisfy the court that it is not what appears to be. This is particularly so where the individual has paid tax and national insurance as an employee; he has on the face of it earned the right to take advantage of the benefits which employees may derive from such payments. {We doubt if Elias J was intending to refer to a legal burden. In cases where the putative employee is asserting the existence of an employment contract, it will be for him to prove it; and, as we have indicated, the mere production of what purports to be a written service agreement may by itself be insufficient to prove the case sought to be made. If the putative employee's assertion is challenged the court or the tribunal will need to be satisfied that the document is a true reflection of the claimed employment relationship, for which purpose it will be relevant to know what the parties have done under it. The putative employee may, therefore, have to do rather more than simply produce the contract itself, else a board minute or memorandum purporting to record his employment.} 6. In that context, the assertion that there is a genuine contract will be undermined if the terms have not been identified or reduced into writing ... This will be powerful evidence that the contract was not really intended to regulate the relationship in any way. {We consider that Elias J's sixth factor may perhaps have put a little too high the potentially negative effect of the terms of the contract not having been reduced into writing. This will obviously be an important consideration but if the parties' conduct under the claimed contract points convincingly to the conclusion that there was a true contract of employment, we would not wish tribunals to seize too readily on the absence of a written agreement as justifying the rejection of the claim.}" cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.