ΡΟΜΠΕΡΤ ΠΕΛΙΒΑΝΙΔΗΣ ν. CHRISTAKIS PILIDES CONSTRUCTION LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 813/14, 16/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:12 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Χ. Τσιολή ) Δ. Επιφανείου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 813/14 Μεταξύ: ΡΟΜΠΕΡΤ ΠΕΛΙΒΑΝΙΔΗΣ Αιτητή και
- CHRISTAKIS PILIDES CONSTRUCTION LIMITED
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 16 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ.Ζ. Νικολάου. Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Ο κ.Αθανασιάδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής στις 15/10/2014 καταχώρησε την Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό («η Αίτηση») και αξιώνει από τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («ο Νόμος») και διαζευκτικά σε περίπτωση που οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 αποδείξουν ότι η απόλυσή του οφείλεται σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, πληρωμή από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») με βάση το άρθρο 16 του Νόμου σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου. Οι Καθ΄ ών η αίτηση 1 καταχώρησαν Έγγραφο Εμφάνισης στις 22/12/2014 και με τους Γενικούς Λόγους που περιέχονται σ΄ αυτό απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι ο Αιτητής απολύθηκε για λόγους πλεονασμού. Το Ταμείο καταχώρησε Έγγραφο Εμφάνισης στις 22/1/2015 και απορρίπτει τις εναντίον του αξιώσεις ισχυριζόμενο ότι ο Αιτητής απώλεσε τα δικαιώματά του να διεκδικήσει πληρωμή από το Ταμείο καθ΄ ότι η αίτησή του που υπέβαλε στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού ήταν εκπρόθεσμη. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι και η Αίτηση είναι εκπρόθεσμη λόγω του ότι δεν καταχωρήθηκε εντός ενός έτους από τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή τη στιγμή που ο Αιτητής δεν αποτάθηκε εμπρόθεσμα στο Ταμείο. Ως εκ τούτου ζητά απόρριψη της Αίτησης ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμης. Στις 8/4/2016 ο συνήγορος του Ταμείου δήλωσε ότι η απόλυση του Αιτητή έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού και ότι η μη πληρωμή του Αιτητή από το Ταμείο οφείλεται στο ότι (α) η αίτηση του Αιτητή στο Ταμείο καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και (β) το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή να καταχωρήσει την Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.») έχει παραγραφεί λόγω του ότι καταχωρήθηκε μετά την παρέλευση 12 μηνών από την απόλυσή του. Ο δικηγόρος του Αιτητή ζήτησε άδεια όπως αποσύρει την αίτηση εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση 1. Το Δικαστήριο παρείχε την αιτούμενη άδεια. Την ημερομηνία που η Αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση τα πιο κάτω γεγονότα δηλώθηκαν ως παραδεκτά: 1. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση 1 στις 2/1/2004 και απασχολήθηκε σε αυτούς μέχρι τις 20/12/2012 ημερομηνία κατά την οποία η απασχόλησή του τερματίστηκε από τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 για λόγους πλεονασμού. Στον Αιτητή δόθηκε προηγουμένως από τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 δίμηνη προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησής του. 2. Η απόλυση του Αιτητή οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού. 3. Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός του Αιτητή για σκοπούς του Νόμου ανερχόταν σε €421,18. 4. Ο Αιτητής στις 17/1/2014 υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. 5. Το Ταμείο στις 2/5/2014 απέρριψε την πιο πάνω αίτηση του Αιτητή ως εκπρόθεσμη με τον ισχυρισμό ότι υποβλήθηκε μετά από παρέλευση 12 και πλέον μηνών από την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή. Σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του Νόμου: «16.-
(1)Όταν κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος εδαφίου, η απασχόλησις εργοδοτουμένου απασχοληθέντος συνεχώς επί εκατόν τέσσαρας τουλάχιστον εβδομάδας υπό του αυτού εργοδότου τερματίζηται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού εκ του Ταμείου, υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Τέταρτον Πίνακα: .............................» Σημειώνουμε ότι το άρθρο 24 του Νόμου προβλέπει για την ίδρυση του Ταμείου από το Υπουργικό Συμβούλιο. Περαιτέρω το άρθρο 25 εδάφιο 1 προνοεί ότι το Υπουργικό Συμβούλιο εκδίδει Κανονισμούς για τη ρύθμιση και διοίκηση του Ταμείου και ότι το Ταμείο οφείλει να ενεργεί όλες τις πράξεις του σύμφωνα με τους Κανονισμούς. Το εδάφιο 2 του άρθρου 25 του Νόμου προβλέπει ότι οι Κανονισμοί μπορούν να καθορίζουν, μεταξύ άλλων, «(γ) τον τρόπον κατά τον οποίον πληρωμή εκ του Ταμείου θα καταβάλληται εις εργοδοτούμενον και τας περιστάσεις υπό τας οποίας το προς λήψιν της τοιαύτης πληρωμής δικαίωμα απόλλυται». (Η υπογράμμιση είναι δική μας) Το Υπουργικό Συμβούλιο ασκώντας τις εξουσίες του που του χορηγούνται από τα άρθρα 24 και 25 του Νόμου εξέδωσε τους Περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Ταμείον διά Πλεονάζον Προσωπικόν) Κανονισμούς του 1997 έως 1996 («οι Κανονισμοί»). Οι Κανονισμοί 11, 12 και 13 των Κανονισμών διαλαμβάνουν τα πιο κάτω: «11.-
(1)΄Απασαι αι απαιτήσεις διά πληρωμάς λόγω πλεονασμού εξετάζονται υπό εξεταστού απαιτήσεων.
(2)Κατόπιν εξετάσεως απαιτήσεως διά πληρωμήν λόγω πλεονασμού ο εξεταστής απαιτήσεων δύναται— (α) να εγκρίνη αυτήν εν όλω ή εν μέρει ή (β) να απορρίψη αυτήν ή (γ) κατόπιν γνωστοποιήσεως του γεγονότος προς τον αιτούντα να παραπέμψη αυτήν είς το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών.
(3)Οσάκις ο εξεταστής απαιτήσεων εγκρίνει μερικώς μόνον ή απορρίπτει απαίτησιν διά πληρωμήν λόγω πλεονασμού, εντός δέκα ημερών, από της απορρίψεως αποστέλλεται είς τον αιτούντα έγγραφος γνωστοποίησις περί τούτου περιλαμβάνουσα το αιτιολογικόν της αποφάσεως, ως και μνείαν του γεγονότος ότι εάν ο αιτών δεν είναι ικανοποιημένος εκ της εκδοθείσης αποφάσεως δύναται να εκκαλέση ταύτην ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. 12-
(1)Πάσα αίτησις προς χορήγησιν πληρωμής λόγω πλεονασμού δυνάμει του άρθρου 16 του Νόμου δέον όπως υποβάλλεται εντός τριών μηνών από της ημέρας του σχετικού τερματισμού της απασχολήσεως.
(2)Πάσα αίτησις προς χορήγησιν πληρωμής έκ του Ταμείου δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου υποβάλλεται εντός τριών μηνών από της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών[1].
(3)Είς περίπτωσιν καθ' ήν ο αιτών ήθελεν αποδείξει ευλογον αιτίαν δια την μη υποβολήν εμπροθέσμου αιτήσεως, η προθεσμία παρατείνεται δι' όσον χρόνον υφίσταται η τοιαύτη εύλογος αιτία, άλλ' έν ουδεμία περιπτώσει πέραν των δώδεκα μηνών: Νοείται ότι, είς περίπτωσιν καθ' ην η κριθείσα ως εύλογος αιτία ή ως μία των ευλόγων αιτιών είναι η υπό του αιτούντος υποβολή αιτήσεως δια τον σχετικόν τερματισμόν της απασχολήσεως είς το άρμόδιον Δικαστήριον, η προθεσμία παρατείνεται και πέραν των δώδεκα μηνών. 13. Ουδείς δικαιούται είς πληρωμήν λόγω πλεονασμού έκτος εάν— (α) υποβάλη αίτησιν ως προνοείται υπό του Κανονισμού 12 και (β) προσαγάγη τοιαύτα πιστοποιητικά, έγγραφα, πληροφορίας και αποδεικτικά στοιχεία προς τον σκοπόν εξετάσεως της αιτήσεως αυτού διά πληρωμήν λόγω πλεονασμού ως ο Διευθυντής ήθελε ζητήσει και προσέλθη είς τοιούτο γραφείον ή τόπον ως ο Διευθυντής ήθελεν ορίσει.» (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο εκτός της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπει η παράγραφος 1 του Κανονισμού 12 αφού υπέβαλε την αίτησή του 13 μήνες μετά την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησής του. Από τα ενώπιόν μας γεγονότα δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής ζήτησε παράταση της τρίμηνης προθεσμίας για την υποβολή της αίτησής του στο Ταμείο. Εν πάση περιπτώσει σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου 3 του Κανονισμού 12 δεν θα μπορούσε να χορηγηθεί στην περίπτωση του Αιτητή οποιαδήποτε παράταση της προθεσμίας για την υποβολή της αίτησής του στο Ταμείο αφού όταν ο Αιτητής υπέβαλε την αίτησή του στο Ταμείο είχαν περάσει 12 μήνες από την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησής του και κατά τον χρόνο που υπέβαλε την αίτησή του δεν είχε καταχωρήσει αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. Σημειώνουμε ότι η προθεσμία για υποβολή αίτησης στο Ταμείο παρατείνεται και πέραν των 12 μηνών από την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου μόνο στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος αποδείξει ότι η αιτία για την μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης στο Ταμείο είναι η καταχώρηση αίτησης εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. κάτι που δεν ισχύει στην υπό εξέταση περίπτωση αφού ο Αιτητής καταχώρησε την Αίτηση 5 μήνες μετά που το Ταμείο απέρριψε την αίτησή του. Στη βάση των πιο πάνω και των προβλεπομένων στον Κανονισμό 13 των Κανονισμών και στο άρθρο 25 εδάφιο 2 παράγραφος (γ) του Νόμου κρίνουμε ότι το Ταμείο βάσιμα, νόμιμα και δικαιολογημένα απέρριψε την αίτηση του Αιτητή για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού καθότι επειδή ήταν εκπρόθεσμη το δικαίωμα του Αιτητή για πληρωμή λόγω πλεονασμού είχε απωλεσθεί. Είναι περαιτέρω θέση του Ταμείου ότι η Αίτηση είναι εκπρόθεσμη και παραγραμμένη λόγω του ότι έχει καταχωρηθεί κατά παράβαση του άρθρου 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμου 1967, Ν.8/67όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Ν.8/67») καθ΄ ότι δεν καταχωρήθηκε εντός 12 μηνών από την ημερομηνία απόλυσης του Αιτητή τη στιγμή που ο Αιτητής δεν αποτάθηκε εμπρόθεσμα στο Ταμείο για πληρωμή για λόγους πλεονασμού. Το πιο πάνω άρθρο προνοεί τ΄ ακόλουθα: «12(10Α). Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό.» Σημειώνουμε ότι το εδάφιο (10Α) εισήχθηκε στο άρθρο 12 του Ν.8/67 με τον τροποποιητικό Νόμο Ν.169
(1)/2002. Με το εν λόγω εδάφιο ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α), οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. πρέπει να υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα (δηλαδή εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που δημιουργήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης εργατικών διαφορών που καταχωρήθηκε στο Δ.Ε.Δ.) ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου. Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας η θεραπεία μέσω του Δ.Ε.Δ. για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη όμως το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα παραμένει αναλλοίωτο και ο αιτητής/η αιτήτρια μπορεί να το διεκδικήσει με άλλο τρόπο. Παρατηρούμε ότι η Αίτηση βασίζεται στα δικαιώματα που παρέχει ο Νόμος σε ένα απολυθέντα εργοδοτούμενο για λόγους πλεονασμού. Το άρθρο 3
(1)του Νόμου (το οποίο φέρει τον πλαγιότιτλο Δικαίωμα του εργοδοτουμένου εις αποζημίωσιν επί τω τερματισμώ της απασχολήσεως του) προνοεί ότι: «Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα: ................................» Το άρθρο 5 του Νόμου προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης από τον εργοδότη του. Με το εδάφιο (β) του εν λόγω άρθρου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης λόγω πλεονασμού. Σημειώνουμε ότι το άρθρο 3
(1)του Νόμου περιέχεται στο Μέρος ΙΙ του Νόμου το οποίο αφορά τον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη. Με βάση την πιο πάνω πρόνοια το δικαίωμα του εργοδοτουμένου για αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησής του ή για πληρωμή από το Ταμείο λόγω νόμιμου τερματισμού για λόγους πλεονασμού συναρτάται με τον τερματισμό της απασχόλησής του. Δηλαδή το δικαίωμα του εργοδοτουμένου για υποβολή αίτησης στο Δ.Ε.Δ. για θεραπείες βάσει των διατάξεων του Νόμου ανακύπτει τη μέρα που τερματίζεται η εργοδότησή του. Στην προκείμενη περίπτωση η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε στις 20/12/
- Δηλαδή η ημερομηνία δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος του Αιτητή να καταχωρήσει αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. για την απόλυσή του από τους Καθ΄ ών η αίτηση 1 και τα δικαιώματά του που προκύπτουν από το γεγονός της απόλυσής του είναι η 20/12/
- Η εν λόγω ημερομηνία είναι το χρονικό σημείο της έναρξης της δωδεκάμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/
- Όπως αναφέραμε πιο πάνω το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 προβλέπει διαζευκτικά ότι αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. μπορεί να υποβληθεί εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Αιτητή εισηγήθηκε ότι η πρόνοια του άρθρου 12(10Α) του Ν.8/67 είναι ρητή, σαφής και ξεκάθαρη και δεν επιδέχεται οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας πέραν του τι αναφέρει το λεκτικό της και ότι από το λεκτικό της προκύπτει ότι ένας εργοδοτούμενος που απολύθηκε για λόγους πλεονασμού μπορεί να καταχωρήσει αίτηση στο Δ.Ε.Δ. εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου ασχέτως του χρόνου που υπέβαλε την αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή για λόγους πλεονασμού. Στη βάση των πιο πάνω υποστήριξε ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή για καταχώρηση της Αίτησης δεν έχει παραγραφεί. Σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώθηκαν από τη νομολογία, όπου το λεκτικό ενός νομοθετήματος είναι καθαρό και σαφές θα πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια (βλέπε Μακεδόνας ν. Δημοκρατία
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 ΑΑΔ 355). Στην υπόθεση Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ (πιο πάνω) ο κ. Νικολάου Δ., εκφράζοντας τις θέσεις της Ολομέλειας, σημειώνει ότι: «η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος .. έχει πλέον εδραιωθεί» και παραθέτει τ΄ ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 ΑΑΔ 59: «Σκοπός της ερμηνείας του Νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου». Στην υπόθεση Κωμοδρόμος ν. White
(2010)1 Α.Α.Δ. 1903 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Συνιστά πάγια θέση της νομολογίας μας ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς, στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων είναι μεν επιτρεπτή, πλην όμως δεν καθιστά εφικτή ούτε και δικαιολογεί την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου πρέπει να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη. Αυτό είναι και το μόνο ζητούμενο.» Όπου το ζητούμενο είναι η ερμηνεία νομοθετήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το λεκτικό, το ιστορικό και οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπισή του, οι ευρύτεροι σκοποί που επιχειρήθηκε να εξυπηρετηθούν καθώς και η πρόθεση του νομοθέτη. (βλ. Melios v. Nicolaou
(1963)2 C.L.R 414, και Krassimenos v. Hadjiyiannis
(1963)2 C.L.R. 448, Αναφορικά με την εταιρεία Cyprus Popular Bank, ECLI:CY:AD:2014:D295, Πολιτική Έφεση Αρ.60/2014 ημερ.7/5/2014). Δεν διαφωνούμε με την εισήγηση του δικηγόρου του Αιτητή ότι η πιο πάνω πρόνοια είναι σαφής. Όμως επειδή η πρόνοια του εδαφίου 10Α του άρθρου 12 του Ν.8/67 αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου πλαισίου που διέπει τα δικαιώματα ενός απολυθέντα εργοδοτουμένου για λόγους πλεονασμού είμαστε της άποψης ότι η εν λόγω πρόνοια δεν μπορεί να ερμηνευτεί απομονωμένα χωρίς να ληφθεί υπόψη το σύνολο των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που αφορούν τα δικαιώματα ενός απολυθέντα εργοδοτουμένου για λόγους πλεονασμού. Κατά τη γνώμη μας η εν λόγω πρόνοια θα πρέπει να ερμηνευτεί σε συνδυασμό και σε συνάρτηση με τις πρόνοιες (
- i)του άρθρου 12 του Ν.8/67, (
- ii)του Νόμου και (iii) των Κανονισμών καθότι (α) το δικαίωμα για υποβολή αίτησης για πληρωμή λόγω πλεονασμού στο Ταμείο διέπεται από τις πρόνοιες του Νόμου και των Κανονισμών και (β) το δικαίωμα υποβολής αίτησης εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. διέπεται από τις πρόνοιες (
- i)του Ν.8/67 και (
- ii)του Νόμου και των Κανονισμών. Κρίνουμε ότι ο σκοπός και η πρόθεση του Νομοθέτη σχετικά με την επίδικη πρόνοια μπορεί να διαπιστωθεί υπό το φως του συνόλου των προνοιών που αφορούν τα δικαιώματα ενός εργοδοτουμένου σε σχέση με τον τερματισμό της απασχόλησής του και την πληρωμή για λόγους πλεονασμού. Σημειώνουμε ότι στην υποπαράγραφο (β) του άρθρου 12
(1)του Ν.8/67 προβλέπονται ως υπαγόμενα στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. ανάμεσα σε άλλα τ΄ ακόλουθα: «(β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος, παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων∙». Με το άρθρο 30[2] του Νόμου προβλέπεται ότι το Δ.Ε.Δ. έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει επί όλων των εργατικών διαφορών που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου ή των σχετικών κανονισμών (δηλαδή το Δ.Ε.Δ. έχει καθ' ύλη δικαιοδοσία να εξετάζει θέματα που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής των Κανονισμών). Στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd,
(1990)1 A.A.Δ. 517, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Νόμου σημείωσε ότι διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Νόμος ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. και ότι κανένα άλλο Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του Νόμου. Με βάση τις πρόνοιες του Νόμου ο εν λόγω Νόμος ρυθμίζει τ' ακόλουθα ζητήματα: (α) Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου σε αποζημίωση ή επαναπρόσληψη σε περίπτωση παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του από τον εργοδότη. (β) Την υποχρέωση για παροχή χρονικής περιόδου προειδοποίησης τόσο του εργοδότη όσο και του εργοδοτουμένου σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου. (γ) Την υποχρέωση πληρωμής αντί προειδοποίησης από τον εργοδότη σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης από τον εργοδότη και τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου κατά την περίοδο της προειδοποίησης. (δ) Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου σε πληρωμή από το Ταμείο σε περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησης οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Δυνάμει των προνοιών του Νόμου το Δ.Ε.Δ. εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του εργοδότη να τερματίσει την απασχόληση του εργοδοτουμένου είναι νόμιμη και δικαιολογημένη εντός των πλαισίων που ορίζει ο Νόμος. Απόλυση ενός εργοδοτουμένου για λόγους πλεονασμού όπως αυτοί καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 18 του Νόμου θεωρείται ως νόμιμη απόλυση (Βλέπε άρθρο 5(β) του Νόμου) και σ΄ αυτή την περίπτωση ο εργοδότης δεν οφείλει να αποζημιώσει τον εργοδοτούμενο αλλά το Ταμείο οφείλει να καταβάλει πληρωμή στον εργοδοτούμενο όπως προβλέπεται στο μέρος IV του Νόμου (Βλέπε άρθρο 16 του Νόμου). Στο μέρος IV του Νόμου περιέχονται πρόνοιες που αφορούν το πότε ένας εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων, το ύψος της πληρωμής που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος που απολύεται για λόγους πλεονασμού, τις περιπτώσεις που ένας εργοδούμενος παρά το ότι απολύεται για λόγους πλεονασμού δεν δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού, την ίδρυση και τη λειτουργία του Ταμείου καθώς την εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου να εκδίδει κανονισμούς που αφορούν τον τρόπο λειτουργίας και τη διοίκηση του Ταμείου. Στη βάση του Νόμου και των Κανονισμών ένας εργοδοτούμενος που απολύεται για λόγους πλεονασμού έχει δικαίωμα είτε να υποβάλει αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού και στην περίπτωση που διαφωνεί με την απάντηση του Ταμείου να καταχωρήσει αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. ώστε το Δ.Ε.Δ. να αποφασίσει κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η απόλυσή του και ποιος είναι υπεύθυνος να του καταβάλει πληρωμή αποζημιώσεων για την απόλυσή του (το Ταμείο ή ο εργοδότης) είτε να καταχωρήσει απευθείας αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. αναφορικά με το ζήτημα της νομιμότητας της απόλυσής του και συνακόλουθα του δικαιώματός του για πληρωμή αποζημιώσεων λόγω της απόλυσής του και να αξιώσει πληρωμή αποζημιώσεων είτε από το Ταμείο είτε από τον εργοδότη ή και από τους δύο διαζευκτικά. Στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος επιλέξει να υποβάλει αίτηση στο Ταμείο η εξέταση της αίτησής του από το Ταμείο και το τυχόν δικαίωμα του για πληρωμή από το Ταμείο προβλέπονται από τους Κανονισμούς και τον Νόμο. Στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος διαφωνεί με την απόφαση του Ταμείου έχει δικαίωμα με βάση τους Κανονισμούς και τον Νόμο να «εκκαλέσει» την απόφαση του Ταμείου με αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. Σημειώνουμε ότι με την αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. δεν προσβάλλεται η απόφαση του Ταμείου αλλά το Δ.Ε.Δ. εξετάζει πρωτογενώς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του εργοδοτουμένου και καταλήγει στα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα. Κατά την άποψή μας είναι σ΄ αυτήν την περίπτωση που η προθεσμία καταχώρησης αίτησης εργατικής διαφοράς με βάση το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 παρατείνεται και διαφοροποιείται από τη γενική πρόνοια της δωδεκάμηνης προθεσμίας. Αυτό γίνεται λόγω της αναμονής της απάντησης του Ταμείου στην αίτηση που υπέβαλε ο εργοδοτούμενος σ΄ αυτό καθώς και από το γεγονός ότι ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα και την ευχέρεια να «προσβάλλει» στο Δ.Ε.Δ., όπως προβλέπουν οι Κανονισμοί, την απορριπτική απόφαση του Ταμείου επί της αίτησής του για πληρωμή λόγω πλεονασμού όταν αυτή εκδοθεί (η οποία μπορεί να εκδοθεί αφού περάσουν 12 μήνες από την απόλυσή του) και να αξιώσει είτε από τον εργοδότη είτε από το Ταμείο ή και από τους δύο διαζευκτικά, αποζημιώσεις για τον τερματισμό της απασχόλησής του. Εξυπακούεται, κατά την γνώμη μας, από το σύνολο των νομοθετικών και κανονιστικών προνοιών που παραθέσαμε πιο πάνω ότι η παροχή δικαιώματος για καταχώρηση αίτησης εργατικής διαφοράς «εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου» με βάση το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67, παρά το ότι το αγώγιμο δικαίωμα γεννάται την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης, δίνεται στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος ο οποίος απολύθηκε για λόγους πλεονασμού, υποβάλει αίτηση στο Ταμείο και ενεργήσει σύμφωνα με τις πρόνοιες των Κανονισμών, οι οποίοι του δίνουν μεταγενέστερα το δικαίωμα «να προσβάλει» την απόφαση του Ταμείου στο Δ.Ε.Δ αφού ο σκοπός που εξυπηρετεί δεν είναι άλλος από το να δώσει στον εργοδοτούμενο που συμμορφώνεται με τις πρόνοιες των Κανονισμών το δικαίωμα «να προσβάλει» στο Δ.Ε.Δ. την απόφαση του Ταμείου με την οποία διαφωνεί. Στη βάση των πιο πάνω βρίσκουμε ότι ο σκοπός και η πρόθεση του Νομοθέτη αναφορικά με την πρόνοια του άρθρου 12(10Α) το Ν.8/67που προβλέπει ότι η καταχώρηση αίτησης στο Δ.Ε.Δ. μπορεί να γίνει εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου είναι η εξυπηρέτηση της διαδικασίας υποβολής αίτησης στο Ταμείο σύμφωνα με τους Κανονισμούς και η «προσβολή» της απόφασης του Ταμείου από τον εργοδοτούμενο με αίτηση στο Δ.Ε.Δ. στην περίπτωση που διαφωνεί με αυτήν. Οποιαδήποτε άλλη διαφορετική ερμηνεία πιστεύουμε θα ήταν ενάντια στον σκοπό του Νομοθέτη. Δεν ήταν ποτέ πρόθεση και σκοπός του Νομοθέτη να δώσει στους εργοδοτούμενους που απολύονται για λόγους πλεονασμού το δικαίωμα να υποβάλλουν οποτεδήποτε (χωρίς οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό) αίτηση στο Ταμείο ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των Κανονισμών και του Νόμου (δηλαδή κατά παράβαση των Κανονισμών) και (παρά το ότι σύμφωνα με τους Κανονισμούς και τον Νόμο έχουν απωλέσει το δικαίωμά τους για πληρωμή για λόγους πλεονασμού λόγω του χρόνου που υπέβαλαν την αίτηση στο Ταμείο) στη συνεχεία εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου (η οποία προφανώς θα είναι ότι η αίτησή τους δεν μπορεί να εγκριθεί καθ΄ ότι δεν υποβλήθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες των Κανονισμών) να καταχωρούν στο Δ.Ε.Δ. αίτηση εργατικής διαφοράς εναντίον του εργοδότη και του Ταμείου. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε στους εργοδοτουμένους να καταχωρούν αιτήσεις στο Δ.Ε.Δ. πολλά χρόνια μετά την απόλυσή τους παρακάμπτοντας έτσι όλες τις σχετικές πρόνοιες των Κανονισμών, του Νόμου και Ν.8/67που αφορούν τις προθεσμίες διεκδίκησης των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων που προκύπτουν από τον τερματισμό της απασχόλησής τους. Στην περίπτωση που ο εργοδοτούμενος επιλέξει να καταχωρήσει αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. και δεν υποβάλει αίτηση στο Ταμείο σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στους Κανονισμούς τότε είμαστε της άποψης ότι ο εργοδοτούμενος οφείλει να καταχωρήσει την αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. εντός 12 μηνών από την ημερομηνία απόλυσής του και ότι η πρόνοια παράτασης 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου δεν μπορεί να εφαρμοστεί για τον λόγο ότι ο εργοδοτούμενος δεν ενέργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες των Κανονισμών ώστε να έχει το δικαίωμα να «προσβάλει» την απόφαση του Ταμείου με αίτησή του στο Δ.Ε.Δ.. Περαιτέρω σε μια τέτοια περίπτωση αν ο εργοδοτούμενος δεν καταχωρήσει την αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. εντός της χρονικής περιόδου των 12 μηνών από την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησής του τότε με βάση τους Κανονισμούς δεν έχει το δικαίωμα να ζητήσει παράταση για υποβολή αίτησης στο Ταμείο. Και εξηγούμε. Ο Κανονισμός 12 προβλέπει ότι μόνο στην περίπτωση που καταχωρηθεί αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. η προθεσμία υποβολής αίτησης στο Ταμείο παρατείνεται και πέραν των 12 μηνών από την ημερομηνία απόλυσης του εργοδοτουμένου ενώ σε όλες τις άλλες περιπτώσεις προβλέπει ότι δεν παρατείνεται πέραν των 12 μηνών από την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης. Το πιο πάνω γεγονός κατά τη γνώμη μας υποδηλώνει ότι η αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. πρέπει να καταχωρηθεί εντός 12 μηνών από την ημερομηνία απόλυσης του εργοδοτουμένου ώστε να μην είναι παραγραμμένη και να μπορεί το Δ.Ε.Δ. να την εκδικάσει και να αποφασίσει επί της ουσίας του αγώγιμου δικαιώματος του εργοδοτουμένου που προκύπτει από τον τερματισμό της απασχόλησής του. Δεν μπορεί μία παραγραμμένη και/ή εκπρόθεσμη αίτηση εργατικής διαφοράς να αποτελέσει την εύλογο αιτία για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης αίτησης στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Αιτητής δεν υπέβαλε την αίτησή του στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού εμπρόθεσμα σύμφωνα με τους Κανονισμούς και ως εκ τούτου στη βάση των όσων αναφέραμε πιο πάνω βρίσκουμε ότι στην περίπτωσή του δεν εφαρμόζεται η πρόνοια που δίνει στους εργοδοτούμενους το δικαίωμα να καταχωρήσουν αίτηση εργατικής διαφοράς 9 μήνες μετά την απάντηση του Ταμείου αλλά ισχύει η γενική πρόνοια που προβλέπει ότι η καταχώρηση αίτησης στο Δ.Ε.Δ. πρέπει να γίνεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου. Ο Αιτητής καταχώρησε την Αίτηση 2 χρόνια και 10 μήνες μετά τον τερματισμό της απασχόλησής του και ως εκ τούτου προκύπτει ότι η Αίτηση, καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα (δηλαδή έξω από τα χρονικά πλαίσια που καθορίζει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67). Συνακόλουθα καταλήγουμε ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή να καταχωρήσει αίτηση στο Δ.Ε.Δ. που αφορά τις αιτούμενες με την Αίτηση θεραπείες παραγράφηκε την 21/12/2013. Λόγω των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα αναστολής της παρούσας διαδικασίας. Εν όψει του πρωτότυπου του θέματος κρίνουμε δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδά της. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Χ. Τσιολής, Μέλος. Δ. Επιφανείου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Παραγραφή αίτησης εργατικής διαφοράς λόγω καταχώρισης της μετά από 12 μήνες από την απόλυση τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος δεν αποτάθηκε εμπρόθεσμα στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού). [1] Το άρθρο 3 του Νόμου προβλέπει ότι στην περίπτωση που αποδοθούν από το Δ.Ε.Δ. στον εργοδοτούμενο αποζημιώσεις για παράνομη απόλυσή του οι οποίες υπερβαίνουν τα ημερομίσθια του για ένα έτος τότε ο εργοδότης καταβάλλει στον εργοδοτούμενο μόνο το ποσό που αντιστοιχεί στα ημερομίσθια ενός έτους και το υπόλοιπο ποσό της απόφασης καταβάλλεται από το Ταμείο. [2] « 30.-
(1)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.
(2)Ουδέν των εν των παρόντι άρθρω ερμηνεύεται ως επηρεάζον το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως αναφορικώς προς τερματισμόν απασχολήσεως προσφύγη εις το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας εν η ο εργοδοτούμενος ηργοδοτείτο κατά τον χρόνον καθ΄ ον ανέκυψεν η διαφορά εις περίπτωσιν καθ΄ ην η αξίωσης αυτού είναι δι΄ αποζημιώσεις υπερβαίνουσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο