← Κύπρος

Λεωνίδας Ρουσουνίδης ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Τάλας, Αρ. Αίτησης: 739/12, 9/3/2018

Λεωνίδας Ρουσουνίδης ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Τάλας, Αρ. Αίτησης: 739/12, 9/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:10 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Αιμ. Θεοδούλου ) Α. Κτώρου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 739/12 Μεταξύ: Λεωνίδας Ρουσουνίδης Αιτητή και Κοινοτικό Συμβούλιο Τάλας Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 26/7/2017 για τροποποίηση των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση. Ημερομηνία: 9 Μαρτίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή - Καθ' ου η Αίτηση: Η κα Ε. Λοϊζίδου με την κα Χρ. Μιχαήλ. Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Αιτητές: Ο κ.Ε. Κορακίδης. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής (Καθ' ου η αίτηση στην αίτηση τροποποίησης ημερ. 26/7/2017) καταχώρησε στις 25/9/2012 την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («η Αίτηση») στους Γενικούς Λόγους της οποίας ισχυρίζεται ότι τον Δεκέμβριο του 2007 προσελήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση ως πολιτικός μηχανικός μετά από διαγωνισμό με γραπτή σύμβαση ημερομηνίας 1/12/
  2. Ότι ο μισθός του κατά την υπογραφή της εν λόγω σύμβασης ανερχόταν σε €59.801 ετησίως και σε €4.983,42 μηνιαίως. Ότι μετά την παρέλευση 30 μηνών από την υπογραφή της πιο πάνω σύμβασης κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου. Ότι στις 10/7/2012 οι Καθ' ων η Αίτηση με επιστολή τους πληροφόρησαν τον Αιτητή ότι από 1/7/2012 η αμοιβή του θα καθορίζεται από τη (2η) Δεύτερη Βαθμίδα της κλίμακας Α9 των Κυβερνητικών Υπαλλήλων με αποτέλεσμα ο μισθός του να μειωθεί κατά €21.527,05 ετησίως και κατά €1.800 μηνιαίως. Είναι η θέση του ότι αυτός απάντησε στους Καθ' ων η Αίτηση με επιστολή του αναφέροντας τους ότι η πιο πάνω απόφασή τους πάρθηκε μονομερώς χωρίς να εξασφαλιστεί προηγουμένως η συναίνεση και η συγκατάθεσή του και ότι θα παραμείνει στα καθήκοντά του λαμβάνοντας κάθε μήνα τον μειωμένο μισθό του με επιφύλαξη όλων των νόμιμων δικαιωμάτων του. Ως εκ τούτου με την Αίτηση αξιώνει εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση (α) το χρηματικό ποσό της διαφοράς του μισθού του που του αποκόπτεται μονομερώς και αυθαίρετα κάθε μήνα από 1/7/2012 μέχρι τελικής εκδίκασης της Αίτησης, (β) Διάταγμα που να καθορίζει ότι ο μισθός του παραμένει ο ίδιος όπως ήταν πριν από τη μονομερή αποκοπή, (γ) δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τη θετική ζημιά και την ηθική βλάβη που του προκλήθηκε λόγω της κακόπιστης και/ή άδικης και/ή μονομερούς μείωσης του μισθού του, (δ) νόμιμο τόκο και (ε) έξοδα πλέον Φ.Π.Α.. Οι Καθ' ων η Αίτηση (Αιτητές στην αίτηση τροποποίησης ημερ. 26/7/2017) καταχώρησαν Έγγραφο Εμφάνισης στις 30/10/2012 με το οποίο απορρίπτουν τις αξιώσεις του Αιτητή. Στις παραγράφους 1 και 2 των Γενικών Λόγων της Έγγραφου Εμφάνισής τους αρνούνται ότι ο Αιτητής κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου και εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η απόφασή τους για μείωση του μισθού του Αιτητή είναι διοικητική πράξη η οποία δεν έχει προσβληθεί και ως εκ τούτου το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται αρμοδιότητας να εκδικάσει την Αίτηση. Περαιτέρω στην παράγραφο 4 των Γενικών Λόγων αναφέρουν τα πιο κάτω: «Οι Καθ' ων η Αίτηση ....... επαναλαμβάνουν στα όσα αναφέρονται στην επιστολή τους ημερ.10/7/12 περί μείωσης της αμοιβής του αιτητή και σχετικής επιστολής του Επάρχου Πάφου ημερ.28/2/11 καθώς και στα Πρακτικά της σχετικής Συνεδρίας των Καθ' ων η Αίτηση και περαιτέρω ισχυρίζονται τ΄ ακόλουθα: Ο Αιτητής είναι εργοδοτούμενος Αορίστου Χρόνου και η αμοιβή του ως είχε αντιστοιχούσε σε κλίμακα Α12 μέχρι και Α13 ενώ τόσο στη λοιπή Δημόσια Υπηρεσία όσο και σε άλλους Δημόσιους και Ημικρατικούς Οργανισμούς η θέση και τα καθήκοντα του αιτητή ξεκινούν με Κλίμακα Α
  3. Σύμφωνα με τα δεδομένα στη Δημόσια Υπηρεσία ο αιτητής θα έπρεπε να υποβληθεί στην Κλίμακα Α9 και τούτο γιατί από τη στιγμή που ο Μηχανικός θεωρείται Υπάλληλος έστω Αορίστου Χρόνου θα πρέπει να ενταχθεί στο ίδιο καθεστώς που ισχύει για όλους τους υπαλλήλους της ιδίας ειδικότητας.» Συνακόλουθα με τα πιο πάνω, οι Καθ' ων η Αίτηση αιτούνται απόρριψη της Αίτησης με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Οι Καθ' ων η Αίτηση στις 26/7/2017 καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση («η αίτηση») με την οποία αιτούνται την τροποποίηση των Γενικών Λόγων του Έγγραφου Εμφανίσεως τους ως ακολούθως: «

(1)Με την αντικατάσταση της παραγράφου 1 με την ακόλουθη παράγραφο: «
  1. 0ι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται και απορρίπτουν το περιεχόμενο της παραγράφου 2 των Γενικών Λόγων της Αίτησης και ισχυρίζονται ότι κατά ή περί την 1/12/2007 καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η αίτηση για την παροχή υπηρεσιών πολιτικού μηχανικού από τον Αιτητή προς τους Καθ' ων η αίτηση για ένα χρόνο με δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση για ανανέωση της συμφωνίας για ακόμα ένα χρόνο, έναντι του ποσού των £35.000 (€59.801). Η πιο πάνω συμφωνία ήταν αποτέλεσμα της αποδοχής της προσφοράς του Αιτητή για παροχή των υπηρεσιών του ως αυτοεργοδοτούμενος. Η πιο πάνω συμφωνία ανανεώθηκε 2 φορές, μέχρι και την 1/12/
  2. Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι δεν θα μπορούσε να ήταν νόμιμα επιτρεπτή πρόσληψη του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση διότι δεν είχε προηγηθεί, με την έγκριση του Υπουργού Εσωτερικών, καθορισμός συγκεκριμένης θέσης, σχετικού σχεδίου υπηρεσίας και μισθολογικής κλίμακας και δεν είχε καταγραφεί θέση στον ετήσιο προϋπολογισμό των Καθ' ων η αίτηση με την αντίστοιχη μισθολογική κλίμακα. Περαιτέρω, δεν θα μπορούσε να ήταν νόμιμα επιτρεπτή πρόσληψη του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση εφόσον δεν προηγήθηκε γραπτή ή προφορική εξέταση οποιωνδήποτε υποψηφίων.».
(2)Με την αντικατάσταση της παραγράφου 2 με την ακόλουθη παράγραφο: «2. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται και απορρίπτουν το περιεχόμενο της παραγράφου 3 των Γενικών Λόγων της Αίτησης και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε υπήρξε νόμιμη σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων η οποία να μπορούσε να θεωρηθεί ότι μεταβλήθηκε σε σύμβαση αορίστου διάρκειας. Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν προχωρήσει σε σύναψη σύμβασης παροχής υπηρεσιών πολιτικού μηχανικού για την αντιμετώπιση προσωρινών αναγκών, δεν απασχολούσαν και δεν απασχολούν οποιοδήποτε υπάλληλο αορίστου χρόνου ή με οποιοδήποτε άλλο καθεστώς εκτός από ένα μόνιμο υπάλληλο, την γραμματέα των Καθ' ων η αίτηση και καμία διάκριση μπορούσε να γίνει ούτε και έγινε σε βάρος του Αιτητή αλλά αντίθετα ο Αιτητής αντιμετωπίστηκε ιδιαίτερα ευνοϊκά λαμβάνοντας υψηλότερες απολαβές από όσα θα ελάμβανε οποιοσδήποτε πολιτικός μηχανικός που θα διοριζόταν νόμιμα σε κοινοτικό συμβούλιο ή στη δημόσια υπηρεσία.».
(3)Με την αντικατάσταση της παραγράφου 3 με την ακόλουθη παράγραφο: «
  1. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται και απορρίπτουν το περιεχόμενο της παραγράφου 4 των Γενικών Λόγων της Αίτησης και ισχυρίζονται ότι σε συνεδρία ημερομηνίας 22/11/2010, οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν, λανθασμένα και παράνομα, να προσδώσουν στον Αιτητή το καθεστώς του υπαλλήλου αορίστου χρόνου με μηνιαίες απολαβές το ποσό των €4.983,
  2. Όμως, η πιο πάνω απόφαση δεν έλαβε την έγκριση του Επάρχου Πάφου, του οποίου η έγκριση αποτελεί προϋπόθεση για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού στον Αιτητή. Ο Έπαρχος, με επιστολή του ημερομηνίας 28/2/2011, επισήμανε ότι δεν θα μπορούσε να εγκριθεί αντιμισθία του Αιτητή στο ύψος των €4.983,42 μηνιαίως που αντιστοιχούσε στην προτελευταία βαθμίδα της κυβερνητικής κλίμακας Α12
(11)και στην τέταρτη βαθμίδα της Κλίμακας Α13
(11)και ότι στους δημόσιους και ημικρατικούς οργανισμούς, ένας πολιτικός μηχανικός ξεκινά με κλίμακα Α9 και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να μελετηθεί η ένταξη του Αιτητή στη σχετική βαθμίδα της κλίμακας Α9 λαμβάνοντας υπόψη τα χρόνια που προσέφερε υπηρεσίες ο Αιτητής. Ο Έπαρχος Πάφου, με νέες επιστολές του ημερομηνίας 24/1/2012 και 8/6/2012 κάλεσε τους Καθ' ων η αίτηση σε συμμόρφωση με την νομιμότητα και τις υποδείξεις του. Με απόφαση τους ημερομηνίας 20/6/2012, οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν την ένταξη του Αιτητή στην δεύτερη βαθμίδα της κλίμακας Α9.»
(4)Με την αντικατάσταση της παραγράφου 4 με την ακόλουθη παράγραφο: «4. Οι Καθ' ων η αίτηση παραδέχονται την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 10/7/2012 προς τον Αιτητή και επαναλαμβάνουν ότι ένταξαν τον Αιτητή στην 2η βαθμίδα της κλίμακας Α9 των κυβερνητικών υπαλλήλων μετά από υποδείξεις και απαίτηση του Υπουργείου Εσωτερικών χωρίς την έγκριση του οποίου δεν είναι δυνατή η πρόσληψη οποιουδήποτε υπαλλήλου από ένα κοινοτικό συμβούλιο.».
(5)Με την αντικατάσταση της παραγράφου 5 με την ακόλουθη παράγραφο: «5. Οι Καθ' ων η αίτηση παραδέχονται την παραλαβή της επιστολής του Αιτητή ημερομηνίας 20/7/2012.».
(6)Με την προσθήκη των ακόλουθων νέων παραγράφων 6, 7 και 8: «
  1. Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι από τη λήξη της σύμβασης παροχής υπηρεσιών, δηλαδή την 1/12/2010, ο Αιτητής λανθασμένα και παράνομα λάμβανε οποιαδήποτε αντιμισθία από τους Καθ' ων η αίτηση. 7.Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν υφίσταται νόμιμη σύμβαση εργασίας μεταξύ των Καθ' ων η αίτηση και του Αιτητή. 8.Οι Καθ' ων η αίτηση, επιφυλάσσονται, μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης στην Αίτηση στην οποία θα κριθεί το καθεστώς του Αιτητή, να απαιτήσουν οποιαδήποτε ποσά κατέβαλαν σε αυτόν χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη υποχρέωση.». Η αίτηση βασίζεται στους Περί Ετησίων Μετ΄ Απολαβών Νόμους του 1967 μέχρι 2011 άρθρο 12, στον Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999 κανονισμοί 11,12,13 και 17 και στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή
  2. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην παράγραφο 2 της αίτησης και είναι τα πιο κάτω: «(Α) Κατά το τέλος Ιουνίου 2017, αφού αποσύρθηκε από δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση ο κ. Σιαηλής, οι καθ' ων η αίτηση ανέθεσαν την υπόθεση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό στους νυν δικηγόρους τους, οι οποίοι καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου κατά την 28/6/
  3. (Β) Κατά την μελέτη της πιο πάνω υπόθεσης, από τους νέους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση στους οποίους αναφέρθηκαν τα σχετικά γεγονότα και δόθηκαν τα σχετικά έγγραφα, διαπιστώθηκε ότι οι γενικοί λόγοι που επισυνάπτονταν στο έγγραφο εμφανίσεως δεν ανταποκρίνονταν πλήρως με τα πραγματικά γεγονότα και είχαν ουσιαστικές ελλείψεις και σφάλματα. Συγκεκριμένα δεν γινόταν ακριβής αναφορά στην αρχική συμφωνία των διαδίκων, στα ουσιαστικά γεγονότα που μπορούν να κρίνουν την πραγματική έννομη σχέση των διαδίκων και στο ακριβές ιστορικό που οδήγησε τους καθ' ων η αίτηση στην απόφαση για ένταξη του αιτητή στην 2η βαθμίδα της Κλίμακας Α9 των κυβερνητικών υπαλλήλων. (Γ) Η έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση των γενικών λόγων που επισυνάπτονται στο έγγραφο εμφανίσεως των καθ' ων η αίτηση είναι αναγκαία για να αποδοθεί πραγματική δικαιοσύνη στη βάση των πραγματικών και ουσιαστικών γεγονότων της υπόθεσης και καμιά βλάβη δεν θα προκληθεί στην πλευρά του αιτητή που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.» Ο Αιτητής καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην αίτηση η οποία εδράζεται στους πιο κάτω λόγους:
  4. Ο τίτλος της Παρούσας Αίτησης πάσχει καθότι δεν καθορίζει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι Αιτητές στην Παρούσα Αίτηση.
  5. Η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η Παρούσα Αίτηση είναι ελλιπής.
  6. Με την αιτούμενη τροποποίηση σκοπείται να εισαχθεί υπεράσπιση και εκδίκαση ζητημάτων τα οποία ήταν γνωστά σε όλους τους προηγούμενους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση/Αιτητών κατά τον χρόνο καταχώρησης των Γενικών Λόγων Εμφάνισης και ουδεμία δικαιολογία δίνεται για την καθυστέρηση και τον λόγο που υπάρχει τέτοια ανάγκη σε τούτο το στάδιο.
  7. Η αλλαγή δικηγόρου για τρίτη φορά σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί την καταχώρηση και προώθηση της Παρούσας Αίτησης, ειδικότερα μετά την παρέλευση πέντε χρόνων από την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης και μετά από αναβολές ακροάσεων κατόπιν αιτήματος των Καθ' ων η Αίτηση/Αιτητών.
  8. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται από τα όσα περιλαμβάνονται στα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η Παρούσα Αίτηση.
  9. Οι Καθ' ων η Αίτηση/Αιτητές με την Παρούσα Αίτηση επιδιώκουν την προβολή νέας υπεράσπισης εναντίον των αξιώσεων του Αιτητή/Καθ' ου η Αίτηση και επιχειρούν να διευρύνουν το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της δίκης και να επαναπροσδιορίσουν τα επίδικα θέματα.
  10. Η Παρούσα Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court), καθότι σε πολύ προχωρημένο στάδιο επιχειρεί να εισάξει νέα βάση υπεράσπισης εναντίον του Αιτητή/Καθ' ου η Αίτηση. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα το δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του Αιτητή/Καθ' ου η Αίτηση.
  11. Ο χρόνος καταχώρησης της Παρούσας Αίτησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας και / ή υπέρμετρης καθυστέρησης και προκαλεί αδικία στον Αιτητή/Καθ' ου η Αίτηση, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.
  12. Η Παρούσα Αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και/ή καθυστερημένα και/ή με σκοπό την κωλυσιεργία στην εκδίκαση της υπόθεσης και δεν είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  13. Οι λόγοι που επικαλούνται οι Καθ' ων η Αίτηση/Αιτητές στα γεγονότα στα οποία βασίζεται η Παρούσα Αίτηση χαρακτηρίζονται από γενικότητα και αοριστία και δεν δικαιολογούν την έγκριση της Παρούσας Αίτησης. Επιπλέον δεν εξηγείται ικανοποιητικά η αργοπορία των Καθ' ων η Αίτηση/Αιτητών, να προχωρήσουν στο αίτημα τους για τροποποίηση. Οι αιτούμενες θεραπείες είναι ατελέσφορες και/ή άσχετες με τα επίδικα θέματα και/ή διευρύνουν ανεπίτρεπτα τα όρια της διεξαγόμενης δίκης.
  14. Έγκριση της Παρούσας Αίτησης θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο την εκδίκαση της υπόθεσης κατά παράβαση των δικαιωμάτων του Αιτητή που προκύπτουν βάσει του άρθρου 30 του Συντάγματος. Η ένσταση βασίζεται στον περί Ετησίων Αδειών Μετ' απολαβών Νόμο του 1967 άρθρο 12, στους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς 11, 12, 13 και 17 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Θ. 1 - 5, Δ.48, Θ. 1 - 4, Δ.59, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και/ή σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, καθώς επίσης και στις εγγενείς και σύμφυτες εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου Βαρνάβα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή, η οποία επισυνάπτεται στην ειδοποίηση ένστασης. Ο κ. Βαρνάβα αναφέρει ότι η Αίτηση ορίστηκε πρώτη φορά για οδηγίες στις 14/12/2012 και έκτοτε η υπόθεση ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου 23 φορές. Ότι ο Αιτητής στις 13/3/2014 με επιστολή των δικηγόρων του υπέβαλε στους τότε δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση (κ.κ. Α. Κακογιάννης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ) πρόταση για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση στην εν λόγω πρότασή του. Ότι μετά που ανέλαβε νέος δικηγόρος την εκπροσώπηση των Καθ' ων η Αίτηση ο Αιτητής του κοινοποίησε την πρότασή του με επιστολή ημερομηνίας 23/10/
  15. Για περίοδο δύο χρονών οι Καθ' ων η Αίτηση ζητούσαν χρόνο να μελετήσουν και να τοποθετηθούν επί της πρότασής του για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Αναφέρει ότι λόγω του ότι ο Αιτητής δεν λάμβανε απάντηση στην πρότασή του την απέσυρε και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως ορίσει την υπόθεση για ακρόαση. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 3/2/
  16. Ότι στις 3/2/2017 οι Καθ' ων η Αίτηση ζήτησαν αναβολή και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 23/6/
  17. Ότι στις 23/6/2017 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος των Καθ' ων η Αίτηση καθότι θα αναλάμβανε την εκπροσώπησή τους άλλος δικηγόρος. Ότι ο νέος δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Λέγει περαιτέρω αφού επαναλαμβάνει στην ουσία τους τους λόγους ένστασης στην αίτηση ότι αν εγκριθεί η αίτηση θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του Αιτητή και ότι θα υποστεί ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων προς όφελός του. Εν όψει των πιο πάνω και των νομικών λόγων που περιέχονται στην ειδοποίηση ένστασης είναι η θέση του ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα - Κατάληξη Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τις πρόνοιες των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999-2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Ο Κ. 12 των Κανονισμών προβλέπει ότι: «Ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στον Τύπο 6.» Σύμφωνα με τον Τύπο 6 η ενδιάμεση αίτηση πρέπει να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: «
  18. Αιτούμενη θεραπεία.
  19. Γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση[1].
  20. Νομική βάση της αίτησης[2].» Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της τροποποίησης) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τ΄ ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». H τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν τίθεται ενώπιόν του αίτημα για τροποποίηση δικογράφου υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ο χρόνος και το στάδιο που υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, η δυνατότητα που είχε το αιτών μέρος για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Οι εν λόγω παράγοντες ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης έχουν ποικίλλουσα βαρύτητα (βλέπε: Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 16, Αstor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A. G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 726[3]). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Cl.Preece v. Nάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138 λέχθηκε ότι: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α
(2007)1 ΑΑΔ 1005 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίνεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας , αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων». Στο Annual Practice 1958 στη σελ.621 αναφέρεται επιγραμματικά ο γενικός κανόνας αναφορικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων: «As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent. But if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused.» Η σύγχρονη τάση όπως ξεπροβάλλει από τη νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα αφού θεμελιακή αρχή της εν λόγω νομολογίας είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της διαφοράς. (Βλέπε Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) ΑΑΔ 44, Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη
(2012)1 ΑΑΔ 817). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που (α) η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται κακόπιστα από τον αιτητή (Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 11), Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 (Ε) ΑΑΔ 704) και (β) οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως τη φύση και τη βάση της αξίωσης (Τσαγκάρη ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 156)). Στην Πολιτική Έφεση Αρ.51/2012 Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian, ν. 1. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α ημερομηνίας 11/2/2016 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα σχετικά με τις αρχές που διέπουν το θέμα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Άδεια για τροποποίηση μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ώστε όλα τα επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων για το ίδιο θέμα να εκδικαστούν σε μια διαδικασία. Με βάση τη λεγόμενη σύγχρονη τάξη της νομολογίας επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμη και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Τελικά με την πάροδο των χρόνων η προσέγγιση της νομολογίας στο θέμα της τροποποίησης έγινε αρκετά φιλελεύθερη ώστε να εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με βάση το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης ............... η τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι εφικτή οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη περίπτωση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι εκεί που αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επέλθει βλάβη στον αντίδικο ή όπου είναι φανερό ότι ο Αιτητής ενεργεί με κακή πίστη. Η συνήθης βλάβη που μπορεί να επέλθει και η οποία δεν είναι εύκολο να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, είναι στις περιπτώσεις που εγείρεται θέμα παραγραφής, π.χ. όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί ή όπου ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να εγείρει συγκεκριμένη υπεράσπιση, λόγω νομοθετικής παραγραφής....» Στην Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα σε σχέση με το πότε μια αίτηση τροποποίησης μπορεί να κριθεί ως κακόπιστη: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και να η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.». Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα (πιο πάνω) στη σελ.52 υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Bowen στην αγγλική υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch. D. 700: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . . It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right». Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33, τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτηση τροποποίησης. Στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη». Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση παραπέμπουμε στο απόσπασμα στη σελ.707 στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά (πιο πάνω) όπου τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & Άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 All E.R. 38: "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence.''» Στην απόφαση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. Α.G. Leventis (Nigeria) Ltd κ.α. (πιο πάνω) λέχθηκε ότι ενώ ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. (Βλέπε επίσης Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη, (πιο πάνω)). Σημειώνουμε ότι τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης θα πρέπει να εξετάζεται με την έννοια όχι αφ΄ εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για τροποποίηση σε σχέση με το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης. (Βλέπε C & A Pelekanos Associates Ltd ν. Α. Πελεκάνου
(2001)1 AAΔ 2075.) Όπως υποδείχτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013 IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α. ημερ. 20/3/2014 η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Όσον αφορά τη δικαιολόγηση από απόψεως χρόνου του αιτήματος για τροποποίηση στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δώσει υπερβολική βαρύτητα στο ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης τροποποίησης πρόσθεσε ότι όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερήσει από τον διάδικο το δικαίωμα να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 στη σελ.624 γίνεται αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης όπως ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Before the Hearing - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position, than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 QB D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs...». Περαιτέρω σημειώνεται ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας μπορεί ο εναγόμενος να ζητήσει την τροποποίηση της υπεράσπισής του με την εισαγωγή μιας νέας υπεράσπισης. Στην Αντώνης Ανδρέου v. Adboard Media Ltd κ.α. Αγ. Αρ.4/11 ημερ.16/9/2014 λέχθηκε ότι η εισαγωγή νέου ζητήματος δεν συνεπάγεται κατ΄ ανάγκη την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης νοουμένου ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες στην άλλη πλευρά και ότι στην περίπτωση εισαγωγής νέου ζητήματος ή νέας βάσης αγωγής η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία αλλά εξετάζεται υπό το πρίσμα των στοιχείων της κάθε υπόθεσης με κυρίαρχο παράγοντα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στο Annual Practice 1958 στις σελ.627-628 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα σε σχέση με τις περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να μην επιτρέψει την τροποποίηση: "Rights Accrued, where.- Amendments which would prejudice the rights of the opposite party existing at date of proposed amendment are not, as a rule, admissible. Thus, a plaintiff will not be allowed to amend by setting up a fresh claim in respect of causes of action, which since the issue of the writ, have become barred by the Statute of Limitations (Weldon v Neal, 19 Q.B.D.394; Doyle v. Kaufman 3 Q.B.D.7; Lancaster v. Moss, 15 T.L.R. 476; Palmer v. Palmer ,[1923] 2 Ir.R.154; Marshall v. L.P.T.B., [1936] 3 All E.R.83; Batting v. L.P.T.B., [1941] 1 All E.R.228; Hilton v . Sutton Steam Laundry, [1946] 1 K.B.65, C.A) Amendments which may affect the position of the other persons, e.g. plaintiffs in similar actions may be refused (Forbes v. Samuel [1913]3 K.B.65,C.A.). Nor will a defendant be allowed to amend his defence six months after writ by alleging that a local authority, and not he, was liable, the period within which the local authority could have been sued having expired (Steward v. North Metropolitan Tramways Co, 16.Q.B.D.556.....) ". Επίσης στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th Edition, στις σελ.131-133 αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Although the court will not refuse to allow an amendment simply because it will introduce a new case or a new ground of defence, yet leave will be refused where the amendment would change the action into one of a substantially different character which could one conveniently be made the subject of a fresh action ................., an amendment will not be allowed which will prejudice the rights of the opposite party as existing at the date of the proposed amendment, for such an amendment would do the opposite an injury which could not be compensated for by costs or otherwise, and indeed an amendment which would put the opposite party in such a position that they must be injured ought not to be made. On this principle, ......, the plaintiff will not be allowed to reframe his case or claim by an amendment of the writ or the statement of claim which would deprive the defendant of the accrued right to rely on the Limitation Acts. Thus, the plaintiff may not introduce by amendment, whether by addition or substitution, a new cause of action which, since the issue of the writ, has become barred by the Limitation Acts, although if the amendment sought does not constitute a new cause of action, but relies on the same or substantially the said facts already pleaded and constitutes no more than a different or additional approach to those facts, it will be allowed even after the expiry of the relevant period of limitation. On the same principle, the defendant will not be allowed to amend to raise a new ground of defence, where to do so would prejudicially affect the position of other persons, or prevent the plaintiff from suing a third person because the period of limitation against that person has already expired, unless the defendant was not at fault in failing to discover the negligence or breach of duty of that person earlier... ». (Βλέπε επίσης Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents (πιο πάνω)). Σύμφωνα με τις αρχές της αγγλικής νομολογίας όπως αυτές αναφέρονται στην υπόθεση Steward v. North Metropolitan Tramways Co (πιο πάνω) οι αιτούμενες τροποποιήσεις με σκοπό να διορθώσει ο διάδικος λάθη ή παραλείψεις στο δικόγραφό του κατά κανόνα επιτρέπονται αν με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης ο αντίδικος διάδικος θα βρεθεί στην ίδια θέση για σκοπούς απόδοσης δικαιοσύνης με αυτή που ήταν όταν το λάθος ή παράλειψη έλαβε χώρα ή όπως τέθηκε διαφορετικά, κατά κανόνα δεν επιτρέπονται τροποποιήσεις αν ο διάδικος με το λάθος ή με την παράλειψη του προκάλεσε ζημιά στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων ή άλλως πως. Ο Lord Keith στην απόφαση κατά πλειοψηφία (3 προς 2) της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 ALL E.R. 38 στην απόφασή του διευκρινίζει την έννοια «ζημιάς» στις αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα σημειώνει: «The sort of injury which is here in contemplation is something which places the other party in a worse position from the point of view of presentation of his case than he would have been if his opponent had plead the subject matter of the proposed amendment at the proper time. If he would suffer no prejudice from that point of view, then an award of cost is sufficient to prevent him from suffering injury and the amendment should be allowed. It is not a relevant type of prejudice that allowance of the amendment will or may deprive him of a success which he would achieve if the amendment were not to be allowed». Σε σχέση με την αναίρεση παραδοχών σε ένα δικόγραφο με αιτούμενη τροποποίηση η νομική αρχή είναι ότι μπορεί να επιτραπεί η αναίρεση μιας παραδοχής στην περίπτωση που αυτή έγινε εκ λάθους και ο αντίδικος δεν έχει δυσμενώς επηρεαστεί ή αν δεν θα προκληθεί στην άλλη πλευρά οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός που δεν μπορεί να θεραπευτεί με αποζημίωση σε έξοδα[4]. Έχοντας υπόψη μας τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε την ουσία της αίτησης τροποποίησης, κατά πόσον δηλαδή τηρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για έγκριση του αιτήματος. Προτού όμως υπεισέλθουμε στην εξέταση της ουσίας της αίτησης τροποποίησης θα εξετάσουμε τους λόγους ένστασης αρ.1 και 2. Στην προκείμενη περίπτωση παρατηρούμε ότι η αίτηση είναι επί της ουσίας της σύμφωνη με τον Καν.12
(1)του Κανονισμού και τον Τύπο 6 που προβλέπεται στον εν λόγω Κανονισμό αφού στην αίτηση περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στον Τύπο
  1. Το γεγονός ότι στην αίτηση δεν αναφέρεται ότι η αίτηση υποβάλλεται από τους Καθ' ων η Αίτηση και στον τίτλο της δεν αναφέρεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι οι Αιτητές στην αίτηση δεν θεωρούμε ότι είναι μοιραίο για την υπό εξέταση αίτηση ούτε αποτρέπει το Δικαστήριο από του να εξετάσει την ουσία της υπό εξέταση αίτησης τροποποίησης. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι στην αίτηση γίνεται αναφορά στους Κ.11, Κ.12 (ο οποίος κανονισμός ρυθμίζει τη διαδικασία καταχώρησης ενδιάμεσων αιτημάτων στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών), Κ.13 και Κ.17 (που σημειώνει ότι για θέματα που δεν γίνεται πρόβλεψη στους Κανονισμούς εφαρμόζονται οι πρόνοιες των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας) των Κανονισμών και στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνουμε ότι στους Κανονισμούς δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση για ζητήματα τροποποίησης δικογράφων (δηλαδή που να στηρίζει το συγκεκριμένο αίτημα) και με βάση τον Κ.17 των Κανονισμών είναι η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αυτή που εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση και που παρέχει στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών τη δυνατότητα να εξετάσει το αίτημα για τροποποίηση. Στη βάση των πιο πάνω δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε έλλειψη στη νομική βάση της αίτησης. Τα πιο πάνω απαντούν στους λόγους ένστασης αρ. 1 και
  2. Προχωρούμε τώρα να εξετάσουμε την ουσία της αίτησης τροποποίησης, κατά πόσον δηλαδή τηρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος. Εξετάζοντας με προσοχή τα όσα ζητούνται στην αίτηση τροποποίησης, τα όσα αναφέρονται στα γεγονότα που στηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση και τα όσα προκύπτουν από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα, διαπιστώνουμε ότι με την υπό εξέταση αίτηση οι Καθ' ων η Αίτηση στην ουσία ζητούν την πλήρη διαγραφή των ουσιαστικών ισχυρισμών τους που περιέχονται στους υφιστάμενους Γενικούς Λόγους της Έγγραφου Εμφάνισής τους και την αντικατάσταση τους με νέους πραγματικούς ισχυρισμούς που αφορούν το ιστορικό της σχέσης μεταξύ των διαδίκων και της μείωσης στις απολαβές του Αιτητή καθώς και με νέους ισχυρισμούς που αφορούν το νομικό αποτέλεσμα των γεγονότων που επιθυμούν να εισάξουν στο δικόγραφό τους. Με την αιτούμενη τροποποίηση ζητείται η εισαγωγή ισχυρισμών με τους οποίους αμφισβητείται ότι ο Αιτητής είναι εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου στους Καθ' ων η Αίτηση ενώ στους υφιστάμενους Γενικούς Λόγους υπάρχει ρητή αναφορά ότι ο Αιτητής είναι εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου. Ζητείται η συμπερίληψη ισχυρισμών ότι οι Καθ' ων η Αίτηση λανθασμένα και παράνομα προσέδωσαν στον Αιτητή το καθεστώς του υπαλλήλου αορίστου χρόνου με τις απολαβές που του δόθηκαν καθότι η εν λόγω απόφαση δεν έγινε με την έγκριση του Έπαρχου Πάφου. Ότι στη συνέχεια μετά από σχετικές υποδείξεις του Επάρχου μείωσαν τις απολαβές του Αιτητή ώστε οι απολαβές του Αιτητή να είναι σε συμμόρφωση με τη νομιμότητα. Επιπρόσθετα ότι ο Αιτητής από 1/2/2010 λανθασμένα και παράνομα λάμβανε αντιμισθία από τους Καθ' ων η Αίτηση και ότι δεν υφίσταται νόμιμη σύμβαση εργασίας μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση και του Αιτητή. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω οι Καθ' ων η Αίτηση επιχειρούν να εισάξουν στο δικόγραφό τους νέους ισχυρισμούς που αφορούν τη νομιμότητα (α) της εργασιακής σχέσης μεταξύ τους και του Αιτητή και (β) της σχετικής συμφωνίας αναφορικά με τις απολαβές του Αιτητή θέτοντας τα γεγονότα που περιβάλλουν τα πιο πάνω ζητήματα. Με την υπό εξέταση αίτηση οι Καθ' ων η Αίτηση επιζητούν όπως διορθώσουν τις υφιστάμενες αναφορές στο δικόγραφό τους και να τους δοθεί η ευκαιρία όπως παρουσιάσουν στο Δικαστήριο την ορθή και πλήρη, σύμφωνα με τις θέσεις τους, εικόνα των πραγματικών επίδικων γεγονότων και νομικών ζητημάτων που στηρίζουν τη θέση τους ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται τις αιτούμενες με την Αίτηση θεραπείες. Συνακόλουθα, κρίνουμε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αχρείαστες ή επουσιώδεις. Περαιτέρω, βρίσκουμε ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία αφού για να παρουσιάσουν οι Καθ' ων η Αίτηση σχετική μαρτυρία προς υποστήριξη και τεκμηρίωση των θέσεών τους για τα πιο πάνω ζητήματα της υπόθεσης οι εν λόγω θέσεις τους θα πρέπει να είναι δικογραφημένες. Το ερώτημα είναι κατά πόσον με τα πιο πάνω που επιζητούν οι Καθ' ων η Αίτηση αλλάζει πλήρως η βάση της υπεράσπισης των Καθ' ων η Αίτηση και/ή γίνεται προσπάθεια εισαγωγής νέων υπερασπίσεων που μεταβάλλουν ριζικά το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης σε σημείο που η εργατική διαφορά να μετατρέπεται σε διαφορετικής φύσεως διαφοράς. Παρατηρούμε ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις οι Καθ' ων η Αίτηση επιδιώκουν να διαγράψουν τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην Έγγραφο Εμφάνιση τους, να εισάξουν νέους διαφορετικούς ισχυρισμούς σχετικά με την μεταξύ τους σχέση και να αναιρέσουν μία παραδοχή που υπάρχει στην υφιστάμενη Έγγραφη Εμφάνιση. Οι Καθ' ων η Αίτηση με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιθυμούν να εισάξουν νέες υπερασπίσεις που μεταβάλλουν σε ουσιαστικό βαθμό το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης και περαιτέρω με την έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα ανατραπεί η παραδοχή των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής είναι εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου. Δεν θεωρούμε ότι τα πιο πάνω από μόνα τους στο στάδιο που βρίσκεται η Αίτηση (πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας) αποτελούν κώλυμα στην έγκριση της αίτησης. Τα πιο πάνω θα πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα των αρχών ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και ότι κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφανσής του κατά πόσον θα εγκρίνει ή όχι την αιτούμενη τροποποίηση είναι κατά πόσον σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης, τα δικαιώματα που απέκτησε ο Αιτητής κατά τον χρόνο της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεαστούν με δυσμενή τρόπο και θα προκληθεί βλάβη/ζημιά στον Αιτητή η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων. Είμαστε της γνώμης ότι αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις ο Αιτητής δεν θα τεθεί σε δυσμενέστερη θέση από πλευράς
(1)θεμελίωσης και απόδειξης των ισχυρισμών του και
(2)αμφισβήτησης των υπερασπίσεων των Καθ' ων η Αίτηση από ότι θα ήταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο των Καθ' ων η Αίτηση του επιδιδόταν εξ αρχής. Ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιόν μας οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι ενήργησε στη βάση της παραδοχής και των υφιστάμενων ισχυρισμών των Καθ' ων η Αίτηση εις βλάβη του ώστε αν εγκριθεί η τροποποίηση θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματά του. Κρίνουμε ότι ο Αιτητής δεν απέκτησε δικαιώματα (vested rights) τα οποία θα επηρεαστούν αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση και συνακόλουθα καταλήγουμε ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση ο Αιτητής δεν θα υποστεί ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ του. Ο λόγος που αναφέρουν οι Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε όταν οι νέοι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση ανέλαβαν τον Ιούνιο του 2017 την εκπροσώπησή τους διαπίστωσαν ότι ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και σημαντικοί νομικοί ισχυρισμοί που περιβάλλουν τα γεγονότα της υπόθεσης δεν τέθηκαν στο περιεχόμενο των Γενικών Λόγων της Έγγραφου Εμφάνισης με αποτέλεσμα να μην γίνεται αναφορά σε αυτά. Η εξήγηση πάνω στην οποία στηρίζεται η υπό εξέταση αίτηση γίνεται δεχτή καθ΄ ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας κάτι συγκεκριμένο που να αντικρούει την πιο πάνω θέση. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα παρατηρούμε ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε 4 χρόνια και 10 μήνες μετά την καταχώρηση της Αίτησης, 4 χρόνια και 8 μήνες μετά την καταχώρηση της Έγγραφου Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση και 4 χρόνια μετά την πρώτη φορά που ορίστηκε για ακρόαση. Ο λόγος που αναφέρουν οι Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε όταν οι νέοι δικηγόροι τους ανέλαβαν την υπόθεση (1 μήνα πριν την καταχώρηση της αίτησης) διαπίστωσαν ότι δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένα και πλήρως όλες οι νομικές και πραγματικές πτυχές της υπεράσπισής τους. Θεωρούμε ότι τα πιο πάνω δικαιολογούν τον χρόνο που καταχωρήθηκε η αίτηση. Έχοντας αυτά κατά νου και λαμβάνοντας υπόψη ότι με βάση τις νομικές αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και αν είναι το αποτέλεσμα αμέλειας και/ή καθυστέρησης και/ή λάθους, βρίσκουμε ότι η αιτούμενη τροποποίηση παρά το ότι γίνεται σε αυτό το προχωρημένο στάδιο δεν είναι αδικαιολόγητη. Κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την καταχώρηση της Αίτησης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης από μόνο του δεν μπορεί να μας οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης. Σημειώνουμε ότι δεν διαπιστώσαμε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας δεν καταδεικνύουν ότι οι Καθ' ων η Αίτηση με την υποβολή της αίτησης ενήργησαν κακόπιστα ή με σκοπό να εξαπατήσουν την πλευρά του Αιτητή. Δεν διαφαίνεται ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητούνται τροποποιήσεις που δεν είναι αληθείς ή που είναι εντελώς αβάσιμες εντός του πλέγματος των διαφορών των διαδίκων μερών όπως αυτό παρουσιάζεται μέσα από τα δικόγραφα. Συνακόλουθα δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων. Δεδομένου ότι: 1) σκοπός (α) της αιτούμενης τροποποίησης είναι να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου πλήρως όλα τα πραγματικά και νομικά, σύμφωνα με τους Καθ' ων η Αίτηση, επίδικα ζητήματα που αφορούν τη μεταξύ των μερών εργατική διαφορά και (β) του Δικαστηρίου δεν είναι να τιμωρεί για όποια λάθη γίνονται στον χειρισμό της υπόθεσης αλλά να αποφασίζει με βάση τα δικαιώματα των διαδίκων μερών, 2) σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, με την έγκριση της αίτησης δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του Αιτητή και οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθ΄ ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων, 3) δεν διαπιστώσαμε οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση, 4) δεν διαπιστώνουμε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και 5) η σύγχρονη τάση είναι υπέρ έγκρισης τέτοιων αιτημάτων ακόμα και στις περιπτώσεις αμέλειας ή λάθους ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι αυτό εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης διατάγματος τροποποίησης καθ΄ ότι κατ΄ αυτό τον τρόπο εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες ώστε οι Καθ' ων η Αίτηση να μπορέσουν να παρουσιάσουν τη σχετική μαρτυρία και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτά τα ζητήματα κατά την ακρόαση της Αίτησης και η έγκριση της αίτησης δεν θα έχει καταλυτικές συνέπειες στα δικαιώματα του Αιτητή ούτε θα τον επηρεάσει με τέτοιο δυσμενή τρόπο που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης των γενικών λόγων της Έγγραφου Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση ως η υποπαράγραφος Α της παραγράφου 1 που φέρει τίτλο αιτούμενη θεραπεία της αίτησης τροποποίησης ημερ. 26/7/2017. Τροποποιημένοι Γενικοί Λόγοι Έγγραφου Εμφάνισης να καταχωρηθούν εντός 21 ημερών από σήμερα. Τόσο τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι σε βάρος των Καθ' ων η Αίτηση στην Αίτηση - Αιτητών στην αίτηση τροποποίησης και προς όφελος του Αιτητή στην Αίτηση - Καθ' ου η Αίτηση στην αίτηση τροποποίησης. (Υπ.) .............. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............. Αιμ. Θεοδούλου, Μέλος. Α. Κτώρου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης). [1] Τα γεγονότα θα πρέπει να εκτίθενται συνοπτικώς . [2] Τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση θα πρέπει να προσδιορίζονται. [3] Στις σελίδες 730-731 της εν λόγω απόφασης σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «To ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». [4] Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th Edition, στις σελ.131, Απόφαση στην Αρ. Αγ. 6892/2005 Tarek Sayed Rajab v. Μαρίας Ξενοφώντος κ.α. ημερ.25/5/2009, H. Clark (Dancaster) Ltd v. Wilkinson
(1965)1 All E.R.934. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.