SIMIUSCA ν. P.P.C. CLEANING SERVICES LIMITED, Αρ. Αίτησης: 839/14, 2/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:43 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Γ. Κανικλίδη ) Π. Δημοσθένους ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 839/14 Μεταξύ: XXXXX SIMIUSCA Αιτητή και P.P.C. CLEANING SERVICES LIMITED Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 12/2/2018 για τροποποίηση της Αίτησης και των Γενικών Λόγων της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς Ημερομηνία: 2 Αυγούστου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Η κα Λάμπρου για Τηλέμαχος και Μιλτιάδης Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Φακοντής για Χαραλάμπους, Κουντούρης & Σία. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση στην με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αίτηση εργατικής διαφοράς («η Αίτηση») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολούνται μεταξύ άλλων με την επιδιόρθωση και συντήρηση πισίνων. Ο Αιτητής εργοδοτήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση το 2007 ως συντηρητής και επιδιορθωτής πισίνων και εργάστηκε σε αυτούς μέχρι τις 16/12/2013 ημερομηνία κατά την οποία απολύθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση. Στους γενικούς λόγους της Αίτησής του ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η απόλυσή του έγινε αδικαιολόγητα και παράνομα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι πριν το τερματισμό της απασχόλησής του λάμβανε το ποσό των €1.590,00 ως καθαρές μηνιαίες απολαβές. Στην παράγραφο 8 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι Καθ' ων η Αίτηση με τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να τον πληρώσουν: (α) €768,12 δεδουλευμένα ημερομίσθια για την περίοδο 1/12/13 - 16/12/
- (β) €1.254,57 που αντιστοιχεί στην άδεια μετ' απολαβών που δικαιούταν, δυνάμει του περί Ετησίων μετ' Απολαβών Νόμου του 1967, για το έτος 2013 και την οποία ο Αιτητής δεν πήρε. (γ) €1.520,30 αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2013.» Ως εκ τούτου αξιώνει εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση τα εξής: «
- €768,12 δεδουλευμένα ημερομίσθια.
- €1.520,30 αναλογία 13ου μισθού για το έτος
- €1.254,57 άδεια μετ' απολαβών για το έτος
- Αποζημιώσεις για προειδοποίηση.
- Αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση.
- Νόμιμους τόκους, έξοδα και Φ.Π.Α.
- Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία.» Οι Καθ' ων η Αίτηση με το έγγραφο εμφάνισής τους απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις. Ισχυρίζονται ότι η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε νόμιμα λόγω επίδειξης ανάρμοστης διαγωγής από αυτόν. Είναι η θέση τους ότι οι απόλαβες του Αιτητή ανέρχονταν στις €769,00 μηνιαίως ακάθαρτα και ότι οποιαδήποτε άλλα ποσά λάμβανε ο Αιτητής από αυτούς τα λάμβανε υπό το καθεστώς του υπεργολάβου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής έκλεψε υλικά των Καθ' ων η Αίτηση αξίας €20.000 περίπου και ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται τα οφειλόμενα ποσά που αξιώνει καθότι (α) δεν προσήλθε στην εργασία του την περίοδο 1/12/13 μέχρι 16/12/13 και (β) συμφώνησε ότι οποιαδήποτε ποσά έχει να λαμβάνει από τους Καθ' ων η Αίτηση να λογιστούν και να συμψηφιστούν έναντι του ποσού της αξίας των υλικών που έκλεψε από τους Καθ' ων η Αίτηση. Ο Αιτητής στις 12/2/2018 καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση («η αίτηση») με την οποία αιτείται την τροποποίηση της Αίτησης και των Γενικών Λόγων της Αίτησής του ως ακολούθως: «
- Το αιτητικό μέρος της πρώτης σελίδας της αίτησης να αντικατασταθεί με το ακόλουθο: «Ο αιτητής εξαιτείται τις πιο κάτω θεραπείες:
- €909,50 δεδουλευμένα ημερομίσθια
- €1.657,95 αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2013
- €1.364,25 άδεια μετ΄ απολαβών για το έτος 2013
- Αποζημιώσεις για προειδοποίηση
- Αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση
- Νόμιμους τόκους έξοδα και Φ.Π.Α
- Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία»
- Η παράγραφος 7 της αίτησης να αντικατασταθεί με την ακόλουθη: «Ο Αιτητής ελάμβανε για το μέρος της εργασίας του που αφορούσε συντηρήσεις πισινών σταθερό μισθό €1.280 καθαρά το μήνα. Επιπρόσθετα ο Αιτητής ελάμβανε για το μέρος της εργασίας του που αφορούσε επιδιορθώσεις πισινών επιπρόσθετο μισθό ο οποίος ήταν κυμαινόμενος ανάλογα με τις εργασίες που εκτελούσε κάθε μήνα. Ο συνολικός μέσος όρος των καθαρών μηνιαίων απολαβών του για το τελευταίο έτος της εργασίας του ήταν €1.729,00»
- Η παράγραφος 8 της Αίτησης να αντικατασταθεί με την ακόλουθη: «Οι Καθ΄ ων η αίτηση με τον τερματισμό απασχόλησης του Αιτητή παράλειψαν και/ή αρνήθηκαν να τον πληρώσουν: (α) €909,50 δεδουλευμένα ημερομίσθια για την περίοδο 01/12/13 - 16/12/13· (β) €1.364,25 που αντιστοιχεί στην άδεια μετ΄ απολαβών που δικαιούταν, δυνάμει του περί Ετησίων μετ΄ απολαβών Νόμου του 1967, για το έτος 2013 και την οποία ο Αιτητής δεν πήρε· (γ) €1.657,95 αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2013.» Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στη Δ.25, Κ.1, 2, 3 & 4 και τη Δ.48, Κ.2 & 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση τροποποίησης αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερομηνίας 6/2/18 που συνοδεύει την αίτησή του ο οποίος αναφέρει ότι εξαιτίας κακής συνεννόησης που είχε με τους δικηγόρους του οι τελευταίοι δεν ανέφεραν στην Αίτηση τις σωστές μηνιαίες απολαβές που λάμβανε κατά την εργοδότησή του και ως εκ τούτου δεν παρέθεσαν σωστά τις αξιώσεις που δικαιούται να διεκδικεί από τους Καθ' ων η Αίτηση. Ότι αντιλήφθηκε τα εν λόγω λάθη σε συνάντηση που είχε μαζί τους δικηγόρους του τον Οκτώβρη του 2017 κατά την προετοιμασία της υπεράσπισής του στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του μετά από καταγγελία που υπέβαλαν οι Καθ' ων η Αίτηση εναντίον του για κλοπή στην οποία συνάντηση συζητήθηκαν όλες οι πτυχές της εργοδότησής του. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στις 25/4/18 η οποία βασίζεται στον Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999 - 2000, Καν. 11, 12, 13 και 17, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25, Θ. 1 - 6, και Δ.48 Θ. 1 - 4 καθώς και στην πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται στην παράγραφο 2 της ένστασης τα ακόλουθα: «(α) Τα ποσά και τα στοιχεία που επιχειρεί να τροποποιήσει ο Αιτητής δεν αποτελούν προϊόν κακής συνεννόησης με τους δικηγόρους του όπως ισχυρίζεται. Τα στοιχεία αυτά είναι διαφορετικά τόσο σε αριθμούς όσο και σε ποιοτική ανάλυση και εισαγάγουν νέα δεδομένα στην υπόθεση. (β) Στην ένορκη δήλωση του Αιτητή που υποστηρίζει την αίτηση τροποποίησης δεν αναφέρονται με θετικό και συγκεκριμένο τρόπο τα στοιχεία τα οποία σκοπεί να τροποποιήσει, απλά κάνει αναφορά ότι τα υφιστάμενα στοιχεία είναι λανθασμένα. (γ) Η αρχική αίτηση είχε οριστεί τουλάχιστον 4 φορές για ακρόαση πριν την υποβολή της αίτησης τροποποίησης (στις 29/01/2016, 16/09/2016, 24/02/2016 και 06/10/2017) χωρίς να έχουν εντοπιστεί τα κατ΄ ισχυρισμό λανθασμένα στοιχεία. (δ) Στην αίτηση τροποποίησης δεν γίνεται αναφορά στην νομική βάση στην οποία στηρίζεται και συγκεκριμένα σε ποιους κανονισμούς του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999 - 2000.» Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τις πρόνοιες του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμούς 1999-2010 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Ο Κ. 12 των Κανονισμών προβλέπει ότι: «Ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στον Τύπο 6.» Σύμφωνα με τον Τύπο 6 η ενδιάμεση αίτηση πρέπει να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: «
- Αιτούμενη θεραπεία.
- Γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση[1].
- Νομική βάση της αίτησης[2].» Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της τροποποίησης) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τ΄ ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Στην προκείμενη περίπτωση σημειώνουμε ότι στη νομική βάση της αίτησης δεν γίνεται επίκληση στους Κανονισμούς αλλά μόνο σε διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παρατηρούμε ότι (α) στην υπό εξέταση αίτηση περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στον Τύπο 6 γεγονός που παρείχε τη δυνατότητα στους Καθ' ων η Αίτηση να λάβουν γνώση όλων των στοιχείων που απαιτεί ο Τύπος 6 και (β) η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην οποία, μεταξύ άλλων, εδράζεται η υπό εξέταση αίτηση ενόψει του ότι στους Κανονισμούς δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση για ζητήματα τροποποίησης δικογράφων (δηλαδή που να στηρίζει το συγκεκριμένο αίτημα) με βάση τον Κ.17 των Κανονισμών είναι αυτή που εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση και που παρέχει στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών τη δυνατότητα να εξετάσει το αίτημα για τροποποίηση. Δηλαδή η επίκληση της εν λόγω διάταξης των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας είναι απαραίτητη για να εξεταστεί η υπό εξέταση αίτηση. Το γεγονός ότι στη νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης δεν περιέχονται πρόνοιες των Κανονισμών δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την παρούσα διαδικασία. Καθοδηγούμενοι από τις αρχές που διατυπώθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Ζήνων Χριστοδούλου & Zendia Machinery Ltd
(2008)1 AAΔ 367[3] δεν θεωρούμε ότι η μη αναφορά των Κανονισμών στη νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης είναι μοιραία για την υπό εξέταση αίτηση ούτε αποτρέπει το Δικαστήριο από του να εξετάσει την υπό εξέταση αίτηση τροποποίησης. Τα πιο πάνω απαντούν στον λόγο ένστασης αρ.2(δ). Επί της ουσίας, η τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν τίθεται ενώπιόν του αίτημα για τροποποίηση δικογράφου υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ο χρόνος και το στάδιο που υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, η δυνατότητα που είχε το αιτών μέρος για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Οι εν λόγω παράγοντες ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης έχουν ποικίλλουσα βαρύτητα (βλέπε Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 16, Αstor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A. G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 726[4]). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Cl.Preece v. Nάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138 λέχθηκε ότι: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου.» Στο Annual Practice 1958 στη σελ. 621 αναφέρεται επιγραμματικά ο γενικός κανόνας αναφορικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων: «As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent. But if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused» Η σύγχρονη τάση όπως ξεπροβάλλει από τη νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα αφού θεμελιακή αρχή της εν λόγω νομολογίας είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της διαφοράς[5]. (Βλέπε Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934), Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) ΑΑΔ 44, Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη
(2012)1 ΑΑΔ 817). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που (α) η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται κακόπιστα από τον αιτητή (Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 11, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 (Ε) ΑΑΔ 704) και (β) οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν πλήρως τη φύση και τη βάση της αξίωσης (Τσαγκάρη ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 156). Στην Πολιτική Έφεση Αρ.51/2012 Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian, ν. 1. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α ημερομηνίας 11/2/2016 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα σχετικά με τις αρχές που διέπουν το θέμα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Άδεια για τροποποίηση μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ώστε όλα τα επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων για το ίδιο θέμα να εκδικαστούν σε μια διαδικασία. Με βάση τη λεγόμενη σύγχρονη τάξη της νομολογίας επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμη και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Τελικά με την πάροδο των χρόνων η προσέγγιση της νομολογίας στο θέμα της τροποποίησης έγινε αρκετά φιλελεύθερη ώστε να εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με βάση το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα (πιο πάνω) στη σελ. 52 υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Bowen στην αγγλική υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch. D. 700: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . . It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right». Στην Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα σε σχέση με το πότε μια αίτηση τροποποίησης μπορεί να κριθεί ως κακόπιστη: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας , η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικού δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.». Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33 τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτηση τροποποίησης. Στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο πάνω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)H τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη». Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση παραπέμπουμε στο απόσπασμα στη σελ. 707 στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά (πιο πάνω) όπου τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπε Ευριπίδου, ανωτέρω και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & Άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The ship "Dominique" & Others
(1992)1 A.A.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 All E.R. 38: "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence.''» Στην απόφαση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. Α.G. Leventis (Nigeria) Ltd κ.α. (πιο πάνω) λέχθηκε ότι ενώ ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. (Βλέπε επίσης Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη, (πιο πάνω)). Σημειώνουμε ότι τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης θα πρέπει να εξετάζεται με την έννοια όχι αφ΄ εαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για τροποποίηση σε σχέση με το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης (Βλ. C & A Pelekanos Associates Ltd ν. Α. Πελεκάνου
(2001)1 AAΔ 2075). Όπως υποδείχτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013 IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α ημερ. 20/3/2014 η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Όσον αφορά τη δικαιολόγηση από απόψεως χρόνου του αιτήματος για τροποποίηση στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α. (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δώσει υπερβολική βαρύτητα στο ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης τροποποίησης πρόσθεσε ότι όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερήσει από τον διάδικο το δικαίωμα να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 στη σελ. 624 γίνεται αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης όπως ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Before the Hearing - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position, than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 QB D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs.». Στο Annual Practice 1958 στις σελ. 627-628 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα σε σχέση με τις περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να μην επιτρέψει την τροποποίηση: "New Case .- The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch, 1 Ch.D.42; Hubbuck v. Helms, 56 L.J.Ch. P.539). But it will do so where amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action ( Raleigh v. Goshen, [1898] 1 Ch. p.81; cf. Edevain v Cohen, 41 Ch.D. p. 567, and Behn v.Bloom
(1911),132 L.T.J 87), or where the amendment will still leave the plaintiff without any title to sue at the date of the writ (Creed v. Creed, [1913] 1 Ir.R 48); or where the cause of action sought to be introduced by the amendment did not exist at the date of the writ ( Eshelby v. Federated European Bank, [1932] 1 K.B.254;on appeal, ib.429, C.A.); or where defendant' s position would be prejudiced by allowance of the amendment (Hilton v . Sutton Steam Laundry, [1946] 1 K.B.65, C.A.); or where a claim had been abandoned (Harries v. Ashford, [1950] 1 All E.R, 427)". "Rights Accrued, where .- Amendments which would prejudice the rights of the opposite party existing at date of proposed amendment are not, as a rule, admissible. Thus, a plaintiff will not be allowed to amend by setting up a fresh claim in respect of causes of action, which since the issue of the writ, have become barred by the Statute of Limitations (Weldon v Neal, 19 Q.B.D.394; Doyle v. Kaufman 3 Q.B.D.7; Lancaster v. Moss, 15 T.L.R. 476; Palmer v. Palmer ,[1923] 2 Ir.R.154; Marshall v. L.P.T.B., [1936] 3 All E.R.83; Batting v. L.P.T.B., [1941] 1 All E.R.228; Hilton v . Sutton Steam Laundry, [1946] 1 K.B.65, C.A) Amendments which may affect the position of the other persons, e.g. plaintiffs in similar actions may be refused (Forbes v. Samuel [1913]3 K.B.65, C.A.). Nor will a defendant be allowed to amend his defence six months after writ by alleging that a local authority, and not he, was liable, the period within which the local authority could have been sued having expired (Steward v. North Metropolitan Tramways Co, 16.Q.B.D.556.....)". Επίσης στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th Edition, στις σελ. 131-133 αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Although the court will not refuse to allow an amendment simply because it will introduce a new case or a new ground of defence, yet leave will be refused where the amendment would change the action into one of a substantially different character which could one conveniently be made the subject of a fresh action......................., an amendment will not be allowed which will prejudice the rights of the opposite party as existing at the date of the proposed amendment, for such an amendment would do the opposite an injury which could not be compensated for by costs or otherwise,.......On this principle, ......, the plaintiff will not be allowed to reframe his case or claim by an amendment of the writ or the statement of claim which would deprive the defendant of the accrued right to rely on the Limitation Acts. Thus, the plaintiff may not introduce by amendment, whether by addition or substitution, a new cause of action which, since the issue of the writ, has become barred by the Limitation Acts, although if the amendment sought does not constitute a new cause of action, but relies on the same or substantially the said facts already pleaded and constitutes no more than a different or additional approach to those facts, it will be allowed even after the expiry of the relevant period of limitation. On the same principle, the defendant will not be allowed to amend to raise a new ground of defence, where to do so would prejudicially affect the position of other persons, or prevent the plaintiff from suing a third person because the period of limitation against that person has already expired, unless the defendant was not at fault in failing to discover the negligence or breach of duty of that person earlier... ». Σύμφωνα με τις αρχές της αγγλικής νομολογίας όπως αυτές αναφέρονται στην υπόθεση Steward v. North Metropolitan Tramways Co (πιο πάνω) οι αιτούμενες τροποποιήσεις με σκοπό να διορθώσει ο διάδικος λάθη ή παραλείψεις στο δικόγραφο του κατά κανόνα επιτρέπονται αν με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης ο αντίδικος διάδικος θα βρεθεί στην ίδια θέση για σκοπούς απόδοσης δικαιοσύνης με αυτή που ήταν όταν το λάθος ή παράλειψη έλαβε χώρα ή όπως τέθηκε διαφορετικά, κατά κανόνα δεν επιτρέπονται τροποποιήσεις αν ο διάδικος με το λάθος ή με την παράλειψη του προκάλεσε ζημιά στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων ή άλλως πως. Ο Lord Keith στην απόφαση κατά πλειοψηφία (3 προς 2) της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 ALL E.R. 38 στην απόφαση του διευκρινίζει την έννοια «ζημιάς» στις αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα σημειώνει: «The sort of injury which is here in contemplation is something which places the other party in a worse position from the point of view of presentation of his case than he would have been if his opponent had plead the subject matter of the proposed amendment at the proper time. If he would suffer no prejudice from that point of view, then an award of cost is sufficient to prevent him from suffering injury and the amendment should be allowed. It is not a relevant type of prejudice that allowance of the amendment will or may deprive him of a success which he would achieve if the amendment were not to be allowed». Στην Πολιτική Έφεση Αρ.51/2012 Ανδριανή Αρακελιάν (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «..Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι εφικτή οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη περίπτωση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι εκεί που αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επέλθει βλάβη στον αντίδικο ή όπου είναι φανερό ότι ο Αιτητής ενεργεί με κακή πίστη. Η συνήθης βλάβη που μπορεί να επέλθει και η οποία δεν είναι εύκολο να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, είναι στις περιπτώσεις που εγείρεται θέμα παραγραφής, π.χ. όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί ή όπου ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να εγείρει συγκεκριμένη υπεράσπιση, λόγω νομοθετικής παραγραφής (βλ. Lancaster v. Moss [1899] 32
(2)Reissue, Digest 1575, Marshall v. L.P.T.D. [1936] 3 All ER 83 και Annual Practice 1959 σελ. 627).» Έχοντας υπόψη μας τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε την ουσία της αίτησης τροποποίησης, κατά πόσον δηλαδή τηρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για έγκριση του αιτήματος. Εξετάζοντας με προσοχή τα όσα ζητούνται στην αίτηση τροποποίησης, τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και τα όσα προκύπτουν από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα, διαπιστώνουμε ότι με την αίτηση επιδιώκεται η διόρθωση των ισχυρισμών του Αιτητή που περιέχονται στους Γενικούς Λόγους της Αίτησής του που αφορούν το ύψος των μηνιαίων απολαβών που λάμβανε από τους Καθ' ων η Αίτηση κατά την απασχόλησή του σε αυτούς και συνακόλουθα και η διόρθωση των ισχυρισμών του σχετικά με τα οφειλόμενα σε αυτόν από τους Καθ' ων η Αίτηση δεδουλευμένα ημερομίσθια και ωφελήματα. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του στηρίζουν τις αξιώσεις του για τα δεδουλευμένα ημερομίσθια, την αναλογία 13ου μισθού και τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια που του οφείλονται από τους Καθ' ων η Αίτηση και περαιτέρω ζητείται με την αίτηση η διόρθωση των ποσών των εν λόγω αξιώσεών του. Σημειώνουμε ότι το ύψος των απολαβών του εργοδοτουμένου λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων και του ύψους του ποσού της πληρωμής αντί προειδοποίησης στην περίπτωση που η απόλυση του εργοδοτουμένου κριθεί ως παράνομη. Ως εκ τούτου το ύψος των μηνιαίων απολαβών του Αιτητή σχετίζεται και με τις αξιώσεις του για πληρωμή αντί προειδοποίησης και αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία αφού για να παρουσιάσει ο Αιτητής σχετική μαρτυρία προς υποστήριξη και τεκμηρίωση των θέσεών του για τα επίδικα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης που αφορούν το ύψος των μηνιαίων απολαβών του και τις αξιώσεις του οι εν λόγω θέσεις του και οι σχετικές αξιώσεις του πρέπει να είναι δικογραφημένες. Μη έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα του στερήσει το δικαίωμα να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της Αίτησης τη θέση που επικαλείται αναφορικά με το ύψος των μηνιαίων απολαβών του και να προωθήσει το αίτημά του σε σχέση με το ύψος των αξιώσεών του. Το ερώτημα είναι κατά πόσον με τα πιο πάνω που επιζητεί ο Αιτητής αλλάζει η βάση της Αίτησης εργατικής διαφοράς ή γίνεται προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των επίδικων θεμάτων δια της ένταξης νέων ισχυρισμών επί των γεγονότων μεταβάλλοντας τη βάση της αξίωσης του Αιτητή. Ο Αιτητής με την Αίτηση εργατικής διαφοράς αξιώνει θεραπείες (α) για αποζημιώσεις και πληρωμή αντί προειδοποίησης δυνάμει του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67συνεπεία, κατ΄ ισχυρισμό, παράνομου τερματισμού της απασχόλησής του από τους Καθ' ων η Αίτηση και (β) (i) για, κατ' ισχυρισμό, οφειλόμενους δεδουλευμένους μισθούς στη βάση της σύμβασης εργασίας του (ημερομίσθια για τον μήνα Δεκέμβριο του 2013 και αναλογία 13ου μισθού για το 2013) ως αυτοτελείς αξιώσεις που αφορούν δικαιώματά του και υποχρεώσεις των Καθ' ων η Αίτηση που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του Αιτητή στους Καθ' ων η Αίτηση δυνάμει των προνοιών των υποπαραγράφων (ε) του Άρθρου 12
(1)του Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου Ν.8/67και (ii) για πληρωμή για, κατ΄ ισχυρισμό, μη ληφθείσα ετήσια άδεια που είχε δικαίωμα να λάβει βάσει του του Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου Ν.8/
- Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις γίνεται προσπάθεια να διορθωθούν οι ισχυρισμοί σχετικά με το ύψος των μηνιαίων απολαβών του Αιτητή και τα ποσά των υφιστάμενων αξιώσεών του. Δεν θεωρούμε ότι ο Αιτητής με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιθυμεί να εισάξει νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές που να μεταβάλλουν τόσο ριζικά το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης (εισάγονται νέοι ισχυρισμοί αλλά δεν μεταβάλλουν τα ουσιαστικά γεγονότα σε σημαντικό βαθμό) σε σημείο που η εν λόγω διαφορά να μετατρέπεται σε διαφορετικής φύσεως διαφορά. Επίδικα θέματα είναι οι συνθήκες τερματισμού της εργασιακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και τα οφειλόμενα ποσά προς τον Αιτητή από τους Καθ' ων η Αίτηση ως εκ της εργοδότησής του και αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις τα επίδικα θέματα θα παραμείνουν τα ίδια. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφανσής του κατά πόσον θα εγκρίνει ή όχι την αιτούμενη τροποποίηση είναι κατά πόσον σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης τα δικαιώματα που απέκτησαν οι Καθ' ων η Αίτηση κατά τον χρόνο της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεαστούν με δυσμενή τρόπο και θα προκληθεί βλάβη /ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων. Κρίνουμε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν απέκτησαν οποιαδήποτε δικαιώματα (vested rights) τα οποία θα επηρεαστούν αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση. Περαιτέρω, είμαστε της γνώμης ότι αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα τεθούν σε δυσμενέστερη θέση από πλευράς θεμελίωσης και απόδειξης των υπερασπίσεών τους από ότι θα ήταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο του Αιτητή τους επιδιδόταν εξ αρχής. Δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ποια διαφορετική στάση θα τηρούσαν οι Καθ' ων η Αίτηση αν προβάλλονταν εξ αρχής οι αιτούμενες τροποποιήσεις στην Αίτηση. Καταλήγουμε ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα υποστούν ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Παρατηρούμε ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε 3 χρόνια και 3 μήνες μετά την καταχώρηση της Αίτησης, 3 χρόνια μετά την καταχώρηση του έγγραφου εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση, 2 χρόνια και 11 μήνες μετά την πρώτη φορά που ορίστηκε για οδηγίες από το Δικαστήριο και 2 χρόνια μετά την πρώτη φορά που ορίστηκε για ακρόαση. Ο λόγος που αναφέρει ο Αιτητής είναι ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε όταν τον Οκτώβριο του 2017 σε συνάντηση που είχε με τους δικηγόρους του για την προετοιμασία της υπεράσπισής του στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του μετά από καταγγελία που υπέβαλαν οι Καθ' ων η Αίτηση εναντίον του για κλοπή (κατά την εν λόγω συνάντηση συζητήθηκαν όλες οι πτυχές της απασχόλησής του στους Καθ' ων η Αίτηση) διαπιστώθηκε ότι το ύψος των μηνιαίων απολαβών δεν αναφέρθηκε ορθά στην Αίτηση εξαιτίας κακής συνεννόησης που είχε με τους δικηγόρους του. Παρόλο που δεν διευκρινίζεται περισσότερο η εξήγηση πάνω στην οποία στηρίζεται η υπό εξέταση αίτηση κρίνουμε ότι η απουσία συγκεκριμένων και/ή περαιτέρω λεπτομερειών δεν μπορεί να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η αίτηση είναι αστήριχτη και παντελώς αδικαιολόγητη. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, φαίνεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση ήταν δυνατό να γινόταν νωρίτερα και όντως υπάρχει κάποια καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Όμως ενόψει του ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει ο χρόνος της καθυστέρησης, κατά την άποψή μας, δεν είναι τόσο μεγάλος που να μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης για τον λόγο αυτό. Ούτε θεωρούμε ότι η καθυστέρηση είναι τόσο μεγάλη που θα δημιουργήσει προβλήματα στη δίκαιη παρουσίαση της υπόθεσης των Καθ' ων η Αίτηση. Η μη δικαιολόγηση της καθυστέρησης της υποβολής της αίτησης και η επίδειξη αμέλειας με βάση την πιο πάνω νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν συνιστούν αιτίες για απόρριψη της αίτησης τροποποίησης στην περίπτωση που με την τροποποίηση δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Κατά τη γνώμη μας οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του Άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι δεν διαπιστώσαμε ότι ο Αιτητής είχε οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Κανένα συγκεκριμένο και θετικό στοιχείο τέθηκε ενώπιόν μας που να καταδεικνύει ότι ο Αιτητής με την υποβολή της αίτησης ενήργησε κακόπιστα ή με σκοπό να εξαπατήσει την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση. Δεν διαφαίνεται ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητούνται τροποποιήσεις που δεν είναι αληθείς ή που είναι εντελώς αβάσιμες εντός του πλέγματος των διαφορών των διαδίκων μερών όπως παρουσιάζεται μέσα από τα δικόγραφα[6]. Συνακόλουθα δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς του Αιτητή. Δεδομένου ότι: 1) σκοπός (α) της αιτούμενης τροποποίησης είναι να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά, σύμφωνα με τον Αιτητή, επίδικα γεγονότα που αφορούν την μεταξύ των μερών εργατική διαφορά και να αποδοθούν στον Αιτητή, πάντα σύμφωνα με τον Αιτητή, οι θεραπείες που δικαιούται στη βάση αυτών των επίδικων πραγματικών γεγονότων και (β) του Δικαστηρίου δεν είναι για να τιμωρεί για όποια λάθη γίνονται στον χειρισμό της υπόθεσης αλλά να αποφασίζει με βάση τα δικαιώματα των διαδίκων μερών, 2) σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, με την έγκριση της αίτησης δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση και οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθ΄ ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του Άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων, 3) δεν διαπιστώσαμε οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς του Αιτητή, 4) δεν διαπιστώνουμε ότι ο Αιτητής έχει οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, και 5) η σύγχρονη τάση είναι υπέρ έγκρισης τέτοιων αιτημάτων ακόμα και στις περιπτώσεις αμέλειας ή λάθους ή καθυστέρησης κρίνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης διατάγματος τροποποίησης. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης των γενικών λόγων της Αίτησης εργατικής διαφοράς ως οι παραγράφοι 1, 2 και 3 της αίτησης τροποποίησης ημερ. 12/2/
- Τροποποιημένη Αίτηση και τροποποιημένοι Γενικοί Λόγοι Αίτησης να καταχωρηθούν εντός 30 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένο Έγγραφο Εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Αίτησης. Τόσο τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι σε βάρος του Αιτητή και προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............. (Υπ.) ............. Γ. Κανικλίδης, Μέλος. Π. Δημοσθένους, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Interim (Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης). [1] Τα γεγονότα θα πρέπει να εκτίθενται συνοπτικώς . [2] Τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση θα πρέπει να προσδιορίζονται. [3] «Τα δικαιώματα των διαδίκων κρίνονται επί της ουσίας τους όταν αυτά διατυπώνονται με σαφήνεια. .... Οι κανόνες Πολιτικής Δικονομίας υιοθετούνται για να διευκολύνεται η δικαστική διαδικασία, η οποία ρυθμίζεται από αυτούς ώστε να προχωρεί απρόσκοπτα. Δεν ερμηνεύονται, ή η νομολογία μας εφαρμόζεται, με τέτοιο τρόπο που να καταστρατηγούνται τα δικαιώματα των διαδίκων, οι οποίοι δικαιούνται σε πρόσβαση στο Δικαστήριο. Η αρχή πως στην αίτηση πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια η θεραπεία και η νομική της βάση ισχύει. Σκοπός της είναι να γνωρίζει το Δικαστήριο, αλλά και η άλλη πλευρά, το περιεχόμενο της αίτησης για να μπορεί να τοποθετηθεί.» [4] Στις σελίδες 730-731 της εν λόγω απόφασης σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «To ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». [5] Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α
(2007)1 ΑΑΔ 1005 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίνεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας , αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων». [6] Πρόκειται για λάθος μετά από κακή συνεννόηση των δικηγόρων του Αιτητή και του Αιτητή το οποίο εντοπίστηκε μετά την καταχώρηση της Αίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο