Ρουσουνίδης ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Τάλας, Αρ. Αίτησης: 739/12, 20/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:60 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Γ. Κανικλίδη) Π. Δημοσθένους ) Μελών Αρ. Αίτησης: 739/12 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧΧ Ρουσουνίδης Αιτητής και Κοινοτικό Συμβούλιο Τάλας Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 20/11/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ. Παναγιώτου Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Ο κ. Κορακίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση είναι το Κοινοτικό Συμβούλιο Τάλας («το Κ.Σ.») το οποίο εγκαθιδρύθηκε και λειτουργεί βάσει του Περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999, Ν. 86(Ι)/
- Στις 22/10/2007 το Κ.Σ. προκήρυξε διαγωνισμό για παροχή υπηρεσιών πολιτικού μηχανικού προς το Κ.Σ. Στο έγγραφο του Κ.Σ. που έφερε τον τίτλο «Ζήτηση Προσφορών για Παροχή Υπηρεσιών προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Τάλας» (Βλέπε Τεκμήριο 1) περιέχονταν τα καθήκοντα και οι ευθύνες που είχαν σχέση με την παροχή υπηρεσιών που ζητείτο προσφορά από το Κ.Σ. και τα απαιτούμενα προσόντα του προσφοροδότη. Περαιτέρω αναφερόταν ότι: «Το πρόσωπο που θα επιλεγεί θα υπογράψει σχετικό συμβόλαιο με το Συμβούλιο για χρονική διάρκεια ενός έτους, με δικαίωμα ανανέωσης από πλευράς Συμβουλίου για άλλο ένα χρόνο. Οι οποιεσδήποτε πληρωμές προς το Ταμείο Κοινωνικών ασφαλίσεων καθώς και σε άλλα ταμεία όπως επίσης και Φ.Π.Α. αποτελούν υποχρέωση του προσώπου που θα επιλεγεί.» Την 1/12/2007 υπογράφηκε μεταξύ του Αιτητή και του Κ.Σ. έγγραφο που έφερε τον τίτλο «ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΓΙΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΑΛΑΣ» στο οποίο αναφέρεται ότι το Κ.Σ. «μετά από διαγωνισμό αποφάσισε να αναθέσει τα καθήκοντα της ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΑΛΑΣ» στον Αιτητή και ότι ο Αιτητής «αποδέχτηκε να παρέχει τις υπηρεσίες του έναντι του ποσού των £35,000 (Τριάντα πέντε χιλιάδων Λιρών Κύπρου), σύμφωνα με τους όρους βάσει των οποίων προκηρύχθηκε η προσφορά και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συμβολαίου αυτού» (Βλέπε Τεκμήριο 1). Στο εν λόγω έγγραφο επισυναπτόταν και το έγγραφο με τίτλο «Ζήτηση Προσφορών για Παροχή Υπηρεσιών προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Τάλας» ημερομηνίας 22/10/
- Στις 10/7/2012 το Κ.Σ. μέσω της Προέδρου του παρέδωσε στον Αιτητή επιστολή (Τεκμήριο 2) το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιο: «Επιθυμώ να σας πληροφορήσω ότι από την 1ην.7.2012 η αμοιβή σας για της υπηρεσίες σας που προσφέρεται ως Μηχανικός υπό καθεστώς Αορίστου χρόνου Υπάλληλος θα είναι αυτές που καθορίζονται από την 2ην (Δεύτερη) βαθμίδα της κλίμακας Α9 των κυβερνητικών Υπαλλήλων. Πρόκειται για απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Τάλας που λήφθηκε στη συνεδρία του ημερομηνίας 20/6/2012 ,όπως φαίνεται στο επισυνημμένο πρακτικό της συνεδρίας.» Ο Αιτητής στις 20/7/2012 απέστειλε στο Κ.Σ. την ακόλουθη επιστολή (Τεκμήριο 3) σε απάντηση του Τεκμηρίου 2: «Στις 10/07/2012 έλαβα την απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου η οποία αφορά στον καθορισμό της αμοιβής μου για τις υπηρεσίες που προσφέρω στο Συμβούλιο ως Πολιτικός Μηχανικός, σύμφωνα με τη Δεύτερη βαθμίδα της κλίμακας Α9 των κυβερνητικών υπαλλήλων. Όπως αντιλαμβάνεστε η ως άνω μεταβολή του μισθού μου, συνιστά σημαντική μείωση των απολαβών μου, η οποία επιβλήθηκε μονομερώς από εσάς, γεγονός το οποίο καθιστά εμένα και την οικογένεια μου σε ιδιαίτερα δύσκολη οικονομική κατάσταση. Ως εκ των ανωτέρω, σας πληροφορώ ότι προτίθεται να παραμείνω στη θέση μου λαμβάνοντας κάθε μήνα τον μειωμένο μισθό μου, με επιφύλαξη όλων των νομικών δικαιωμάτων μου.» Ο Αιτητής καταχώρησε στις 25/9/2012 την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («η Αίτηση») στους Γενικούς Λόγους της οποίας ισχυρίζεται ότι τον Δεκέμβριο του 2007 προσελήφθηκε στην υπηρεσία του Κ.Σ. ως Πολιτικός Μηχανικός μετά από διαγωνισμό με γραπτή σύμβαση ημερομηνίας 1/12/
- Ότι ο μισθός του κατά την υπογραφή της εν λόγω σύμβασης ανερχόταν σε €59.801 ετησίως και σε €4.983,42 μηνιαίως. Ότι μετά την παρέλευση 30 μηνών από την υπογραφή της πιο πάνω σύμβασης κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου. Ότι στις 10/7/2012 το Κ.Σ. με επιστολή του τον πληροφόρησε ότι από 1/7/2012 η αμοιβή του θα καθορίζεται από τη (2η) Δεύτερη Βαθμίδα της κλίμακας Α9 των Κυβερνητικών Υπαλλήλων με αποτέλεσμα ο μισθός του να μειωθεί κατά €21.527,05 ετησίως και κατά €1.800 μηνιαίως. Είναι η θέση του ότι αυτός απάντησε στο Κ.Σ. με επιστολή του αναφέροντας του ότι η πιο πάνω απόφασή του πάρθηκε μονομερώς χωρίς να εξασφαλιστεί προηγουμένως η συναίνεση και η συγκατάθεσή του και ότι θα παραμείνει στα καθήκοντά του λαμβάνοντας κάθε μήνα τον μειωμένο μισθό του με επιφύλαξη όλων των νόμιμων δικαιωμάτων του. Ως εκ τούτου με την Αίτηση αξιώνει εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση (α) το χρηματικό ποσό της διαφοράς του μισθού του που του αποκόπτεται μονομερώς και αυθαίρετα κάθε μήνα από 1/7/2012 μέχρι τελικής εκδίκασης της Αίτησης, (β) διάταγμα που να καθορίζει ότι ο μισθός του παραμένει ο ίδιος όπως ήταν πριν από τη μονομερή αποκοπή, (γ) δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τη θετική ζημιά και την ηθική βλάβη που του προκλήθηκε λόγω της κακόπιστης και/ή άδικης και/ή μονομερούς μείωσης του μισθού του, (δ) νόμιμο τόκο και (ε) έξοδα πλέον Φ.Π.Α.. Οι Καθ' ων η Αίτηση με το τροποποιημένο Έγγραφο Εμφάνισής τους απορρίπτουν τις αξιώσεις του Αιτητή. Ισχυρίζονται τα πιο κάτω: «
- ... κατά ή περί την 1/12/2007 καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η αίτηση για την παροχή υπηρεσιών πολιτικού μηχανικού από τον Αιτητή προς τους Καθ' ων η αίτηση για ένα χρόνο με δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση για ανανέωση της συμφωνίας για ακόμα ένα χρόνο, έναντι του ποσού των £35.000 (€59.801). Η πιο πάνω συμφωνία ήταν αποτέλεσμα της αποδοχής της προσφοράς του Αιτητή για παροχή των υπηρεσιών του ως αυτοεργοδοτούμενος. Η πιο πάνω συμφωνία ανανεώθηκε 2 φορές, μέχρι και την 1/12/
- Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι δεν θα μπορούσε να ήταν νόμιμα επιτρεπτή πρόσληψη του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση διότι δεν είχε προηγηθεί, με την έγκριση του Υπουργού Εσωτερικών, καθορισμός συγκεκριμένης θέσης, σχετικού σχεδίου υπηρεσίας και μισθολογικής κλίμακας και δεν είχε καταγραφεί θέση στον ετήσιο προϋπολογισμό των Καθ' ων η αίτηση με την αντίστοιχη μισθολογική κλίμακα. Περαιτέρω, δεν θα μπορούσε να ήταν νόμιμα επιτρεπτή πρόσληψη του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση εφόσον δεν προηγήθηκε γραπτή ή προφορική εξέταση οποιωνδήποτε υποψηφίων.
- .............ουδέποτε υπήρξε νόμιμη σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων η οποία να μπορούσε να θεωρηθεί ότι μεταβλήθηκε σε σύμβαση αορίστου διάρκειας. Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν προχωρήσει σε σύναψη σύμβασης παροχής υπηρεσιών πολιτικού μηχανικού για την αντιμετώπιση προσωρινών αναγκών, δεν απασχολούσαν και δεν απασχολούν οποιοδήποτε υπάλληλο αορίστου χρόνου ή με οποιοδήποτε άλλο καθεστώς εκτός από ένα μόνιμο υπάλληλο, την γραμματέα των Καθ' ων η αίτηση και καμία διάκριση μπορούσε να γίνει ούτε και έγινε σε βάρος του Αιτητή αλλά αντίθετα ο Αιτητής αντιμετωπίστηκε ιδιαίτερα ευνοϊκά λαμβάνοντας υψηλότερες απολαβές από όσα θα ελάμβανε οποιοσδήποτε πολιτικός μηχανικός που θα διοριζόταν νόμιμα σε κοινοτικό συμβούλιο ή στη δημόσια υπηρεσία. 3........... σε συνεδρία ημερομηνίας 22/11/2010, οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν, λανθασμένα και παράνομα, να προσδώσουν στον Αιτητή το καθεστώς του υπαλλήλου αορίστου χρόνου με μηνιαίες απολαβές το ποσό των €4.983,
- Όμως, η πιο πάνω απόφαση δεν έλαβε την έγκριση του Επάρχου Πάφου, του οποίου η έγκριση αποτελεί προϋπόθεση για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού στον Αιτητή. Ο Έπαρχος, με επιστολή του ημερομηνίας 28/2/2011, επισήμανε ότι δεν θα μπορούσε να εγκριθεί αντιμισθία του Αιτητή στο ύψος των €4.983,42 μηνιαίως που αντιστοιχούσε στην προτελευταία βαθμίδα της κυβερνητικής κλίμακας Α12
(11)και στην τέταρτη βαθμίδα της Κλίμακας Α13
(11)και ότι στους δημόσιους και ημικρατικούς οργανισμούς, ένας πολιτικός μηχανικός ξεκινά με κλίμακα Α9 και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να μελετηθεί η ένταξη του Αιτητή στη σχετική βαθμίδα της κλίμακας Α9 λαμβάνοντας υπόψη τα χρόνια που προσέφερε υπηρεσίες ο Αιτητής. Ο Έπαρχος Πάφου, με νέες επιστολές του ημερομηνίας 24/1/2012 και 8/6/2012 κάλεσε τους Καθ' ων η αίτηση σε συμμόρφωση με την νομιμότητα και τις υποδείξεις του. Με απόφαση τους ημερομηνίας 20/6/2012, οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν την ένταξη του Αιτητή στην δεύτερη βαθμίδα της κλίμακας Α
- Οι Καθ' ων η αίτηση ....... ένταξαν τον Αιτητή στην 2η βαθμίδα της κλίμακας Α9 των κυβερνητικών υπαλλήλων μετά από υποδείξεις και απαίτηση του Υπουργείου Εσωτερικών χωρίς την έγκριση του οποίου δεν είναι δυνατή η πρόσληψη οποιουδήποτε υπαλλήλου από ένα κοινοτικό συμβούλιο. 5.........
- ........... ότι από τη λήξη της σύμβασης παροχής υπηρεσιών, δηλαδή την 1/12/2010, ο Αιτητής λανθασμένα και παράνομα λάμβανε οποιαδήποτε αντιμισθία από τους Καθ' ων η αίτηση. 7............. ότι δεν υφίσταται νόμιμη σύμβαση εργασίας μεταξύ των Καθ' ων η αίτηση και του Αιτητή.» Μαρτυρία Ο Αιτητής κατέθεσε ότι την 1/12/2007 προσλήφθηκε στην υπηρεσία του Κ.Σ. στη θέση του Πολιτικού Μηχανικού με συμβόλαιο διάρκειας ενός έτους το οποίο προέβλεπε ότι ο μισθός του ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ35,000 ετησίως. Ότι την 1/12/2008 το Κ.Σ. τον ενημέρωσε προφορικώς ότι η ισχύς του Συμβολαίου του και η απασχόλησή του σε αυτούς θα παραταθεί για ένα έτος, δηλαδή μέχρι την 1/12/
- Ότι την 1/12/2009 το Κ.Σ. τον ενημέρωσε προφορικώς ότι η ισχύς του Συμβολαίου του και η απασχόλησή του θα παραταθεί για ακόμα ένα έτος, δηλαδή μέχρι την 1/12/
- Ότι μετά τη συμπλήρωση 30 μηνών απασχόλησής του στο Κ.Σ., το Κ.Σ. τον ενημέρωσε ότι θεωρεί την απασχόλησή του ως απασχόληση αορίστου χρόνου και ότι πλέον θα εργάζεται στην υπηρεσία του Κ.Σ. ως εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου. Υποστήριξε ότι με την απόφαση του Κ.Σ. ημερ. 20/6/2012, η οποία του κοινοποιήθηκε με το Τεκμήριο 2, οι απολαβές του μειώθηκαν μονομερώς από το Κ.Σ. χωρίς τη συγκατάθεσή του. Κατέθεσε ως δέσμη εγγράφων Τεκμήριο 4 τις Αναλυτικές Καταστάσεις Αποδοχών Ασφαλισμένου κατά Εργοδότη για τα έτη 2007-2008 για το πρόσωπό του όπως αυτές εκδόθηκαν από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ισχυρίστηκε ότι με την πιο πάνω απόφαση του Κ.Σ. οι αποδοχές του μειώθηκαν ως ακολούθως: (α) Για το έτος 2012 κατά €10.452,00 (β) Για το έτος 2013 κατά €23.043,00 (γ) Για το έτος 2014 κατά €22.345,00 (δ) Για το έτος 2015 κατά €23.669,00 (ε) Για το έτος 2016 κατά €23.007,00 (στ) Για το έτος 2017 κατά €22.153,00 (ζ) Για τους πρώτους 5 μήνες του 2018 κατά €9.677,00 Υποστήριξε ότι από την αρχή της εργοδότησής του στο Κ.Σ. απασχολείται στο Κ.Σ. ως εργοδοτούμενος με σύμβαση εργασίας και κάτω από συνθήκες από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη-εργοδοτούμενου αφού από την αρχή της εργοδότησής του στο Κ.Σ. μέχρι σήμερα (α) είναι εγγεγραμμένος στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως μισθωτός και το Κ.Σ. καταβάλλει σχετικές εισφορές για το πρόσωπό του, (β) το καθεστώς του για σκοπούς φόρου εισοδήματος είναι αυτό του μισθωτού, (γ) εκτελεί τα καθήκοντα της εργασίας του στον χώρο εργασίας που του υποδεικνύει το Κ.Σ. χρησιμοποιώντας τον εξοπλισμό που του παρέχει το Κ.Σ., (δ) λαμβάνει οδηγίες από το Κ.Σ. σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του και το Κ.Σ. ελέγχει τον τρόπο που εκτελεί την εργασία του, (ε) ακολουθεί τα ωράρια εργασίας του Κ.Σ., και (στ) δεν εργάστηκε για άλλο εργοδότη ούτε εκτέλεσε άλλη εργασία για άλλο πρόσωπο εκτός από το Κ.Σ. Ανέφερε ότι σήμερα είναι 53 χρονών, ότι είναι παντρεμένος και έχει 3 παιδιά ηλικίας 27, 23 και 17 ετών. Ότι μετά τη μείωση του μισθού του από το Κ.Σ. αναγκάστηκε να πωλήσει ένα οικόπεδο ιδιοκτησίας του και να υποθηκεύσει το σπίτι του για να εξασφαλίσει φοιτητικό δάνειο από τράπεζα για τις σπουδές των παιδιών του. Ισχυρίστηκε ότι αν το Κ.Σ. δεν του μείωνε τον μισθό του δεν θα αναγκαζόταν να πωλήσει το οικόπεδό του και να αιτηθεί δάνειο από τράπεζα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν υπέγραψε άλλη συμφωνία με το Κ.Σ. εκτός από το Τεκμήριο 1, ότι το 2007 δεν προκηρύχθηκε διαγωνισμός για πρόσληψη υπαλλήλου Πολιτικού Μηχανικού στο Κ.Σ., ότι το 2007 έγινε δημοσίευση για τη θέση του Πολιτικού Μηχανικού στο Κ.Σ., ότι το 2010 δεν προκηρύχθηκε διαγωνισμός για τη θέση του Πολιτικού Μηχανικού του Κ.Σ., δεν έγινε δημοσίευση για τη θέση και αυτός δεν έλαβε μέρος σε γραπτές ή προφορικές εξετάσεις για την πρόσληψή του στη θέση του Πολιτικού Μηχανικού. Ερωτώμενος κατά πόσον υπάρχει σχέδιο υπηρεσίας για τη θέση που έχει στο Κ.Σ. απάντησε ότι ως σχέδιο υπηρεσίας μπορεί να θεωρηθούν οι αναφορές στους όρους προκήρυξης της θέσης που αφορούν τα καθήκοντα και τις ευθύνες του Πολιτικού Μηχανικού στο Κ.Σ. (Τεκμήριο 1). Είπε ότι δεν γνωρίζει αν ο Έπαρχος και ο Υπουργός Εσωτερικών ενέκριναν τη θέση εργασίας του. Για το Κ.Σ. κατέθεσε η κα Εκάβη Αντωνίου η οποία είναι γραμματειακός λειτουργός της Κεντρικής Υπηρεσίας Κοινοτικών Συμβουλίων Πάφου της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου. Κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε τα πιο κάτω έγγραφα που είχε στην κατοχή της λόγω της θέσης εργασίας της:
(1)Τεκμήριο 5 - Επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου προς τον Πρόεδρο του Κ.Σ. ημερομηνίας 11/6/2007 με την οποία ο Πρόεδρος του Κ.Σ. ενημερωνόταν ότι ο προϋπολογισμός του Κ.Σ. για το 2008 είχε εγκριθεί από τον Έπαρχο Πάφου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 64 του Ν. 86
(1)/99 με, μεταξύ άλλων, τους πιο κάτω όρους: «(α) οποιαδήποτε είσπραξη ή δαπάνη που περιλαμβάνεται στον Προϋπολογισμό για την οποία εκτός από την απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου απαιτείται και άλλη ειδική έγκριση σύμφωνα με τις πρόνοιες των περί Κοινοτήτων Νόμων του 1999 έως 2002, δεν μπορεί να διενεργηθεί εκτός αν εξασφαλιστεί ειδική έγκριση. ................................. (δ) για τη δημιουργία νέων θέσεων υπαλλήλων, οι αλλαγές στις μισθοδοτικές κλίμακες πρέπει να προηγηθεί έγκριση από τα Υπουργεία Εσωτερικών και Οικονομικών, σύμφωνα με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου αρ. 52362, ημερομηνίας 6.10.2000. Παράλληλα θα πρέπει να προηγηθεί η έγκριση Σχεδίου Υπηρεσίας αφού ακολουθηθεί νόμιμη διαδικασία.»
(2)Τεκμήριο 6 - Επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου προς τον Πρόεδρο του Κ.Σ. ημερομηνίας 11/10/2007 στην οποία επισυνάπτονταν τα πρακτικά της συνεδρίας των μελών του Κ.Σ. που έγινε στις 26/9/2007. Στα εν λόγω πρακτικά αναγράφεται στην παράγραφο κάτω από τον τίτλο «Αγορά υπηρεσιών για μηχανικό Κοινοτικού Συμβουλίου Τάλας» ότι το Κ.Σ.: «αποφάσισε όπως εργοδοτήσει προσωρινά μηχανικό για τα επείγοντα έργα για να προσφέρει τις υπηρεσίες του μέχρι την εργοδότηση νέου μηχανικού. Τα αιρετά μέλη και ο Πρόεδρος δεσμεύτηκαν όπως πάρουν πληροφορίες από διάφορα γραφεία μηχανικών που ενδιαφέρονται και να τις παρουσιάσουν στη συνεδρία για απόφαση. Συγχρόνως αποφασίστηκε όπως ζητηθούν προσφορές για αγορά μηχανικού με αγορά υπηρεσιών για ένα χρόνο». Στην επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης αναγραφόταν ότι ο Έπαρχος δεν έχει οποιεσδήποτε παρατηρήσεις σε σχέση με τη νομιμότητα των αποφάσεων που αναγράφονται στα πρακτικά της συνεδρίας του Κ.Σ. ημερομηνίας 26/9/2007 και σημειωνόταν ότι: «(α) Δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε δαπάνη από το ταμείο του Κοινοτικού Συμβουλίου αν δεν υπάρχει σχετική πρόνοια στο εγκριμένο Προϋπολογισμό του Κοινοτικού Συμβουλίου ή ειδική/σχετική απόφαση του Συμβουλίου και έγκριση του Επάρχου, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 66 του Νόμου 86
(1)/99. (β) Οποιαδήποτε απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου που αφορά εισπράξεις ή δαπάνες για τις οποίες εκτός από την απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου απαιτείται και άλλη ειδική έγκριση, δεν μπορεί να διενεργηθεί εκτός αν δοθεί προηγουμένως ειδική έγκριση.»
(3)Τεκμήριο 7 - Επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου προς τον Πρόεδρο Κ.Σ. ημερομηνίας 17/12/2007 στην οποία επισυνάπτονταν τα πρακτικά της συνεδρίας του Κ.Σ. που έγινε στις 8/11/2007 και με την οποία ο Έπαρχος πληροφορούσε τον Πρόεδρο του Κ.Σ. ότι δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε παρατηρήσεις όσον αφορά τη νομιμότητα των αποφάσεων που λήφθηκαν στη συνεδρία του Κ.Σ. στις 8/11/2007. Στα πρακτικά ημερομηνίας 8/11/2007 αναφέρεται ότι ενδιαφέρθηκαν 2 άτομα για τη θέση του μηχανικού μετά την προκήρυξη των προσφορών για αγορά υπηρεσιών και ότι το Κ.Σ. αφού μελέτησε το γραπτό κείμενο της προσφοράς των δύο ενδιαφερομένων αποφάσισε να κατακυρώσει την προσφορά και να αναθέσει την παροχή/αγορά των υπηρεσιών στον Αιτητή.
(4)Τεκμήριο 8 - Επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου ημερομηνίας 18/12/2010 στην οποία επισυνάπτονταν τα πρακτικά της συνεδρίας του Κ.Σ. που έγινε στις 3/12/2009. Στα εν λόγω πρακτικά στην παράγραφο 6 κάτω από τον τίτλο «Ανανέωση Συμβολαίου Μηχανικού» αναφέρονται τα πιο κάτω: «ο Πρόεδρος αφού αναφέρθηκε στο έργο του Μηχανικού και σε πολλά θετικά σχόλια που δέχτηκε προσωπικά ο ίδιος από διάφορους κατοίκους της Κοινότητας και αφού ανταλλάχθηκαν διάφορες απόψεις από τα μέλη του Συμβουλίου κρίθηκε αναγκαίο να ανανεωθεί το Συμβόλαιο του Μηχανικού μέχρι τις 4/12/2010». Στην επιστολή του ο Έπαρχος πληροφορούσε τον Πρόεδρο του Κ.Σ. ότι δεν έχει οποιεσδήποτε παρατηρήσεις όσον αφορά τη νομιμότητα των αποφάσεων εκτός από την απόφαση αρ. 6 Ανανέωση Συμβολαίου Μηχανικού για την οποία σημειώνει τα εξής: «Στο προηγούμενο Συμβόλαιο υπήρχε σχετική πρόνοια που να καλύπτει το Συμβούλιο νομικά για την αποφασισθείσα ανανέωση; Αν δεν υπήρχε τότε το Συμβούλιο θα πρέπει να μελετήσει και θέμα εκ νέου ζήτησης προσφορών από ενδιαφερόμενους και πιθανόν να κάλυπτε τις συναφείς ανάγκες του και υπό καλύτερους όρους.»
(5)Τεκμήριο 9 - Πρακτικά Συνεδρίας του Κ.Σ. που έγινε στις 22/11/2010 στα οποία στην παράγραφο 7 που φέρει τον τίτλο «ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ/ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΣΕ ΥΠΑΛΛΗΛΟ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» αναφέρεται ότι με τη λήξη του Συμβολαίου του Μηχανικού το Κ.Σ. αποφάσισε όπως: «Με βάση το νόμο Ο ΠΕΡΙ ΕΡΓΟΔΟΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕ ΕΡΓΑΣΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΔΥΣΜΕΝΟΥΣ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗΣ) αριθμός 98
(1)2003 με βάση τους όρους απασχόλησης του αποδεικνύεται ότι δημιουργείται υπαλληλική σχέση δηλαδή, η διαδικασία πρόσληψης του, το ωράριο εργασίας, η μηνιαία πληρωμή του και τα καθήκοντα που εκτελεί. Έχει προσληφθεί την 1η Δεκεμβρίου του 2007 και έχει ήδη συμπληρώσει 30 μήνες υπηρεσίας, με βάση τον πιο πάνω Νόμο άρθρο 7-1 (β) μετατρέπεται σε υπάλληλο αορίστου χρόνου και απολαμβάνει όλων των ωφελημάτων της οικίας Συλλογικής Σύμβασης άρθρον -6 του παρόντος νόμου. Δεν απολαμβάνει των ωφελημάτων του Ταμείου Συντάξεως και Φιλοδωρημάτων. Το Συμβούλιο εν όψη σοβαρών έργων που προγραμματίζονται όπως το αποχετευτικό, το Κοινοτικό Γήπεδο, Κοινοτικό Κοιμητήριο και άλλων έργων όπως προγραμματισμό έργων προϋπολογισμού, συντήρηση και επιδιόρθωση των Κοινοτικών κτιρίων, δημοσίων χώρων & δρόμων, έλεγχο αδειών οικοδομής και πιστοποιητικών εγκρίσεως, καθώς και λοιπών μικρών καθημερινών προβλημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Μηχανικού και εκτιμώντας τις υπηρεσίες του, --την ευσυνειδησία υπευθυνότητα, την άψογη συνεργασία του με τους προϊσταμένους του την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, τις γνώσεις που έχει στο τομέα του-- είναι πεπεισμένο ότι αποτελεί ασφάλεια για το ίδιο το Συμβούλιο και επιθυμεί όπως ο μηχανικός πρέπει απαραίτητα να εξακολουθήσει να εργάζεται για το Συμβούλιο, γι αυτό τον μετατρέπει σε υπάλληλο αορίστου χρόνου. Η απόφαση του Συμβουλίου ήταν κατά πλειοψηφία υπέρ 8 εναντίον 1.»
(6)Τεκμήριο 12 - Επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου ημερομηνίας 28/2/2011 προς τον Πρόεδρο του Κ.Σ. με την οποία ο Έπαρχος πληροφορούσε το Κ.Σ. ότι προέβη σε έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων του Κ.Σ. που περιέχονται στα πρακτικά ημερομηνίας 22/11/2010 και στην οποία σημείωνε ότι δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε παρατηρήσεις όσον αφορά τη νομιμότητα των αποφάσεων εκτός από την απόφαση: «στην παράγραφο αρ. 7 της σελίδας των πρακτικών (Μετατροπή Υπαλλήλου και δη του Μηχανικού XXXXXXX Ρουσουνίδη σε Υπάλληλο Αορίστου Χρόνου), για την οποία σημειώνω και/ή παρατηρώ τα ακόλουθα: (α) Μελετώντας το περιεχόμενο της απόφασης σε συνδυασμό με το όλο ιστορικό του θέματος, καταλήγω ότι: (
- i)Η μετατροπή του καθεστώτος «εργοδότησης» του κ. Ρουσουνίδη σε υπάλληλο Αορίστου Χρόνου νομιμοποιείται γιατί συντρέχουν οι λόγοι που αναφέρονται τόσο στο Νόμο 98(Ι)/2003 όσο και στην Εγκύκλιο με αρ. 1372 ημερομηνίας 17.9.2008 του Υπουργείου Οικονομικών. Πρόσθετα γιατί επί παρόμοιου θέματος υπάρχει σχετική απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στη Λάρνακα στην Υπόθεση με αρ. 216/07, εναντίον του Κοινοτικού Συμβουλίου Μενεού με παρόμοιο περιεχόμενο και γεγονότα. (
- ii)Εκείνο που δεν νομιμοποιείται και/ή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και/ή να εγκριθεί είναι οι καθορισθείσες μηνιαίες απολαβές του κ. Ρουσουνίδη που σύμφωνα με το τελευταίο Δελτίο Απολαβών του ανέρχονται στο ποσό των €4.983,42. Να σημειωθεί ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί στην προτελευταία βαθμίδα της Κυβερνητικής Κλίμακας Α12
(11)ακόμα στην τέταρτη βαθμίδα της Κλίμακας Α13
(11)ενώ τόσο στην Κυβέρνηση όσο και στους άλλους Δημόσιους και Ημικρατικούς Οργανισμούς, ο Μηχανικός ξεκινά με Κλίμακα Α9. Νοείται φυσικά ότι το Συμβούλιο θα μπορούσε να μελετήσει την ένταξη του στη σχετική βαθμίδα της Κλίμακας Α9 λαμβάνοντας υπόψη τα χρόνια που παρείχε τις Υπηρεσίες του στο Συμβούλιο ήτοι παραχωρούνται ισάριθμες με τα έτη υπηρεσίας προσαυξήσεις μόνο. (β) Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω καλείται το Κοινοτικό Συμβούλιο να ανακαλέσει άμεσα την απόφαση του σ' ότι αφορά την οικονομική πτυχή του θέματος δηλ. τις απολαβές και να τις αναπροσαρμόσει σύμφωνα με τα ισχύοντα δεδομένα στη Δημόσια Υπηρεσία δηλ. στην Κλίμακα Α9 και τούτο γιατί από τη στιγμή που ο Μηχανικός μετατρέπεται σε Υπάλληλο έστω Αορίστου Χρόνου θα πρέπει να ενταχθεί στο ίδιο καθεστώς που ισχύει για όλους του υπαλλήλους της ίδιας ειδικότητας. (γ) Άρνηση του Συμβουλίου για συμμόρφωση με το περιεχόμενο της παραγράφου (β) πιο πάνω εκτός του ότι συνιστά παρανομία.»
(7)Tεκμήριο 11 - Επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 28/2/2011 με τίτλο «Ανώνυμο παράπονο κατοίκων για παρατυπίες μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου Τάλας» με την οποία ο Έπαρχος Πάφου ενημέρωνε τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών για το ιστορικό της απασχόλησης του Αιτητή στο Κ.Σ. και τις δικές του απόψεις σε σχέση με τη νομιμοποίηση της απόφασης μετατροπής του Αιτητή σε υπάλληλο αορίστου χρόνου με μηνιαίες ακαθάριστες απολαβές €4.983,42. Περαιτέρω τον ενημέρωνε ότι (α) είχε γνωστοποιήσει στον Πρόεδρο του Κ.Σ. γραπτώς τις απόψεις του σχετικά με τα πιο πάνω στα πλαίσια του ελέγχου νομιμότητας της εν λόγω ληφθείσας απόφασης, (β) είχε καλέσει τον Πρόεδρο του Κ.Σ. να ανακαλέσει άμεσα την εν λόγω απόφαση και να αναπροσαρμόσει τις απολαβές του Πολιτικού Μηχανικού σύμφωνα με τα δεδομένα που ισχύουν στη Δημόσια, Δημοτική και Κοινοτική Υπηρεσία και (γ) είχε τονίσει στον Πρόεδρο του Κ.Σ. ότι άρνηση του Κ.Σ. να συμμορφωθεί με τις πιο πάνω υποδείξεις του συνιστά παρανομία.
(8)Τεκμήριο 10 - Επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών προς τον Έπαρχο Πάφου ημερομηνίας 7/10/2011 με θέμα «Ανώνυμο Παράπονο κατοίκων για παρατυπίες μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου Τάλας» η οποία στάληκε προς απάντηση του Τεκμηρίου 11 και στην οποία, σε σχέση με το θέμα του Πολιτικού Μηχανικού, αναφέρονται τα πιο κάτω: «Σύμφωνα με την προαναφερθείσα επιστολή σας στο Κοινοτικό Συμβούλιο Τάλας απασχολείται ένας έκτακτος Πολιτικός Μηχανικός, με καθεστώς απασχόλησης αορίστου χρόνου, με μηνιαίες ακαθάριστες απολαβές που ανέρχονται στις €4.983,42, μετά από σχετική απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου. Συναφώς αναφέρεται ότι τόσο στη Δημόσια Υπηρεσία όσο και στους Δήμους η μισθοδοτική κλίμακα της θέσης Πολιτικού Μηχανικού/Λειτουργού Τεχνικής Υπηρεσίας είναι η συνδυασμένη κλίμακα Α9-11-12 ή/και η κλ. Α9-11 (για τους μικρότερους Δήμου). Συνεπώς, ο εν λόγω έκτακτος υπάλληλος θα έπρεπε να ήταν τοποθετημένος στην κλίμακα Α9, κατ' αναλογία των ισχυόντων στη Δημόσια Υπηρεσία. Επίσης, αναφέρεται ότι στη Δημόσια Υπηρεσία το έκτακτο προσωπικό δεν τοποθετείται σε συνδυασμένες κλίμακες. Παράλληλα, επισυνάπτονται κάποιοι βασικοί όροι απασχόλησης, που ισχύουν για τους έκτακτους υπαλλήλους στη Δημόσια Υπηρεσία, οι οποίοι θα μπορούσαν να προωθηθούν προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Τάλας. Τέλος, παρακαλώ όπως με ενημερώσετε κατά πόσον το υπό αναφορά Κοινοτικό Συμβούλιο έχει συμμορφωθεί με τις υποδείξεις σας (το σημείο 1(ε) της επιστολής σας είναι σχετικό).»
(9)Τεκμήριο 13 - Επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου προς το Κ.Σ. ημερομηνίας 24/1/2012 με την οποία ο Έπαρχος ζητούσε να πληροφορηθεί κατά πόσον το Κ.Σ. συμμορφώθηκε ή όχι με τις υποδείξεις του που περιέχονταν στην επιστολή του ημερομηνίας 28/2/2011 προς το Κ.Σ. για ανάκληση της απόφασης του Κ.Σ. σε ότι αφορά την αμοιβή του Πολιτικού Μηχανικού και για αναπροσαρμογή των απολαβών του σύμφωνα με τα ισχύοντα δεδομένα στη Δημόσια Υπηρεσία. Στην εν λόγω επιστολή τονιζόταν ότι άρνηση του Κ.Σ. για συμμόρφωση συνιστά παράβαση της ισχύουσας κυβερνητικής πολιτικής για τους υπαλλήλους των Κοινοτικών Συμβουλίων όπως αυτή περιέχεται σε επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 7/10/2011 προς τον Έπαρχο Πάφου.
(10)Τεκμήριο 14 - Πρακτικά της συνεδρίας του K.Σ. που έγινε στις 27/1/2012 στα οποία αναγράφεται ότι κατά την εν λόγω συνεδρία η Πρόεδρος του Κ.Σ. ενημέρωσε τα μέλη του Κ.Σ. για τα θέματα που προέκυψαν με τις απολαβές του Αιτητή και την απαίτηση του Επάρχου Πάφου για τοποθέτηση του Αιτητή στην Κλίμακα Α9 και ότι μετά από ψηφοφορία αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία όπως η αμοιβή του Αιτητή παραμείνει ως έχει.
(11)Τεκμήριο 15 - Επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου ημερομηνίας 8/6/2012 προς την Πρόεδρο του Κ.Σ. με την οποία (α) την ενημέρωνε ότι μετά από έλεγχο για τη νομιμότητα των αποφάσεων που περιέχονται στα πρακτικά ημερομηνίας 27/1/2012 διαπιστώνει ότι για την απόφαση που αφορούσε το θέμα της αμοιβής του Πολιτικού Μηχανικού με προηγούμενη επιστολή του είχε ενημερώσει το Κ.Σ. ότι η απόφαση του Κ.Σ. για το θέμα της αμοιβής του Πολιτικού Μηχανικού δεν εγκρίθηκε και ότι με την εν λόγω επιστολή του το Κ.Σ. καλείτο να την ανακαλέσει και να υιοθετήσει την υπόδειξή του και (β) καλούσε το Κ.Σ. να επανεξετάσει την απόφασή του ημερομηνίας 27/1/2012 και να υιοθετήσει τις υποδείξεις του.
(12)Τεκμήριο 16 - Επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου ημερομηνίας 26/6/2012 προς τον Πρόεδρο του Κ.Σ. στην οποία επισυνάπτονται τα πρακτικά της συνεδρίας του Κ.Σ. που έγινε στις 20/6/2012. Στα πρακτικά ημερομηνίας 20/6/2012 αναφέρεται ότι το Κ.Σ. κατά πλειοψηφία αποφάσισε όπως το Κ.Σ. συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του Επάρχου να τοποθετηθεί ο Αιτητής στην 2η (δεύτερη βαθμίδα) της κλίμακας της Α9 των κυβερνητικών υπαλλήλων. Στην επιστολή του Επάρχου προς το Κ.Σ. αναφέρεται ότι ο Έπαρχος προέβηκε σε έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων που περιέχονται στα εν λόγω πρακτικά και ότι δεν έχει οποιεσδήποτε παρατηρήσεις όσον αφορά τη νομιμότητα των αποφάσεων. Η κα Αντωνίου υποστήριξε ότι από τα πιο πάνω έγγραφα καταδεικνύεται ότι ουδέποτε εξασφαλίστηκε η έγκριση του Υπουργού Εσωτερικών για την πρόσληψη του Αιτητή, ουδέποτε υπήρξε καθορισμός της συγκεκριμένης θέσης, ούτε έγινε σχετικό σχέδιο υπηρεσίας και μισθολογική κλίμακα, ούτε καταγράφηκε τέτοια θέση στον ετήσιο προϋπολογισμό του Κ.Σ. με την αντίστοιχη μισθολογική κλίμακα, ούτε προηγήθηκε γραπτή ή προφορική εξέταση οποιωνδήποτε υποψηφίων. Κατά την αντεξέτασή της σε ερώτηση κατά πόσον ο Έπαρχος έφερε ένσταση σε σχέση με την απόφαση του Κ.Σ. για πρόσληψη Πολιτικού Μηχανικού όπως αυτή η απόφαση φαίνεται στα πρακτικά της συνεδρίασης του Κ.Σ. ημερομηνίας 26/9/2007 (Τεκμήριο 6) απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι τα σχετικά με την αγορά υπηρεσιών από τον Αιτητή φαίνονται στην επιστολή του Επάρχου ημερομηνίας 11/10/2007 (Τεκμήριο 6). Σε σχέση με τα πρακτικά ημερομηνίας 8/11/2007 (Τεκμήριο 7) είπε ότι «τα είδε ο Έπαρχος και είπε ότι είναι νόμιμη η απόφαση για τον Αιτητή αφού το Κ.Σ. τήρησε τις πρόνοιες που αφορούν τη ζήτηση προσφορών». Αναφορικά με την απόφαση του Κ.Σ. στη συνεδρία 22/11/2010 (Τεκμήριο 9) με την οποία ο Αιτητής θεωρήθηκε ως εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου απάντησε ότι ο Έπαρχος θεώρησε νόμιμη αυτή την απόφαση του Κ.Σ. γιατί τηρούνταν οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας που αφορά τους εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου. Αναφερόμενη στο Τεκμήριο 13 είπε ότι το μόνο θέμα με το οποίο δεν συμφώνησε ο Έπαρχος σε σχέση με την απασχόληση του Αιτητή στο Κ.Σ. ήταν το θέμα της οικονομικής πτυχής της απασχόλησης του Αιτητή και πιο συγκεκριμένα με το θέμα της αμοιβής του Αιτητή. Υποστήριξε ότι με βάση τα αρχεία της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου δεν υπήρξε οποιαδήποτε έγκριση από τον Υπουργό Εσωτερικών για τη θέση του Πολιτικού Μηχανικού του Κ.Σ. και ότι σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 52/362 ημερομηνίας 6/10/2000 για τη δημιουργία νέων θέσεων έπρεπε να προηγηθεί η έγκριση των Υπουργείων Εσωτερικών και Οικονομικών. Ότι επίσης έπρεπε να εγκριθεί το σχετικό Σχέδιο Υπηρεσίας. Αγορεύσεις Ο δικηγόρος του Κ.Σ. επικαλούμενος πρόνοιες του Περί Κοινοτήτων Νόμου Ν.86(Ι)/1999υποστήριξε ότι δεν υπήρξε νόμιμη σύμβαση εργοδότησης του Αιτητή από το Κ.Σ. για τον λόγο ότι δεν δόθηκε στο Κ.Σ. έγκριση από τον Υπουργό Εσωτερικών για την εργοδότηση του Αιτητή (η οποία έγκριση ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη σύναψη έγκυρης και νόμιμης σύμβασης εργασίας μεταξύ του Κ.Σ. και του Αιτητή) αφού το Κ.Σ. παρουσίασε στον Έπαρχο ότι μεταξύ του και του Αιτητή είχε καταρτιστεί συμφωνία παροχής υπηρεσιών και ότι από το 2007 μέχρι το 2010 ο Αιτητής πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο Κ.Σ. όχι ως εργοδοτούμενος του Κ.Σ.. Εισηγήθηκε ότι η ύπαρξη άλλων στοιχείων που δεικνύουν ότι κατά την εν λόγω περίοδο ο Αιτητής πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως εργοδοτούμενος του Κ.Σ. δεν μπορούν να παρακάμψουν τις πρόνοιες του Ν.86(Ι)/1999 και «να δημιουργήσουν νόμιμο καθεστώς εργοδότησης του Αιτητή». Ήταν η θέση του ότι το Κ.Σ. παρουσίασε τη σχέση του με τον Αιτητή ως σχέση εργοδότησης όταν αποφάσισε να τον αναγνωρίσει ως εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου με καθορισμένο μηνιαίο μισθό. Εισηγήθηκε ότι το Κ.Σ. ως όφειλε βάσει των προνοιών του Ν.86
(1)/1999 ανακάλεσε το σκέλος της απόφασής του που αφορούσε τον μηνιαίο μισθό του Αιτητή και συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις του Επάρχου και του Υπουργού Εσωτερικών, ότι «Την μόνη νομιμοποίηση εργοδότησης που θα μπορούσε να επικαλεστεί ο Αιτητής είναι την συγκατάθεση του Επάρχου Πάφου και του Υπουργού Εσωτερικών για αναγνώριση του ως εργοδοτούμενου αορίστου χρόνου υπό την προϋπόθεση ένταξης σε συγκεκριμένη κλίμακα. Η άρνηση του Αιτητή να αναγνωρίσει ως νόμιμες τις απαιτήσεις του Επάρχου Πάφου και του Υπουργού Εσωτερικών αφήνουν την απασχόλησή του χωρίς οποιαδήποτε νομιμοποίηση και παράνομη.» και ότι «Ο Αιτητής παραγνωρίζει εντελώς την προϋπόθεση χορήγησης έγκρισης του Υπουργού για οποιαδήποτε εργοδότηση εκ μέρους του Κ.Σ.. Η μόνη επιλογή που είχε ο Αιτητής για να προσδώσει νομιμότητα στην απασχόλησή του ήταν η απαίτηση του Υπουργού για ένταξη του στη συγκεκριμένη κλίμακα. Η άρνηση του Αιτητή να αναγνωρίσει ως ισχυρή και νόμιμη την απαίτηση για ένταξη του σε συγκεκριμένη κλίμακα, αφήνει μετέωρη την απασχόλησή του από πλευράς νομιμότητας διότι δεν έχει την έγκριση του Υπουργού.» Στη βάση των πιο πάνω υποστήριξε ότι η Αίτηση του Αιτητή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος του. Ο δικηγόρος του Αιτητή υποστήριξε ότι ο Αιτητής από την αρχή της απασχόλησής του στο Κ.Σ. απασχολείται ως μισθωτό πρόσωπο στα πλαίσια σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου καθότι από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιόν του Δικαστηρίου φαίνεται ότι ο Αιτητής εργαζόταν κάτω από συνθήκες από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου και όχι ως αυτοτελώς εργαζόμενος ή ως μόνιμος δημόσιος υπάλληλος. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι η απόφαση μετατροπής του Αιτητή σε εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου λήφθηκε στη βάση του ότι ο Αιτητής ήταν εργοδοτούμενος του Κ.Σ.. Εισηγήθηκε ότι εφόσον ο Αιτητής ήταν εργοδοτούμενος του οποίου η σύμβαση εργασίας του διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο, οι περιορισμοί που θέτει ο Ν.86(Ι)/1999δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση του Αιτητή καθότι αυτοί αφορούν μόνο τη δημιουργία εργασιακών σχέσεων δημοσίου δικαίου και ότι η πλευρά του Κ.Σ. δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δεικνύει ότι η εργοδότηση του Αιτητή από το Κ.Σ. ήταν παράνομη και αντίθετη με τον νόμο και τους κανονισμούς αφού όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια ο Έπαρχος θεώρησε την απόφαση του Κ.Σ. να μετατρέψει τον Αιτητή σε εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου (γεγονός που προϋποθέτει την ύπαρξη προηγούμενης σχέσης εργασίας) ως ορθή και νόμιμη. Επιπλέον υποστήριξε ότι ακόμα και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η σύμβαση εργασίας του Αιτητή με το Κ.Σ. δεν είναι νόμιμη τότε αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει τα εργασιακά δικαιώματα του Αιτητή επειδή ο Αιτητής δεν γνώριζε και δεν συμμετείχε σε οποιαδήποτε παρανομία. Στη βάση των πιο πάνω ήταν η θέση του ότι το Κ.Σ. αυθαίρετα και παράνομα μείωσε τον μισθό του Αιτητή κατά παράβαση της σύμβασης εργασίας του Αιτητή και ως εκ τούτου ο Αιτητής δικαιούται τα ποσά που αποκόπηκαν από τους μηνιαίους μισθούς του από το 2012 μέχρι σήμερα ως αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης εργασίας του. Νομική Πτυχή Α. Αντικείμενο του εργατικού δικαίου είναι η εξαρτημένη εργασία την οποία κατά κανόνα προστατεύει. Ο ορισμός της εξαρτημένης εργασίας και/ή της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου δεν δόθηκε νομοθετικά. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου (σχέση εργασίας), η οποία δημιουργείται από την παροχή έναντι ανταλλάγματος εξαρτημένης εργασίας[1], είναι πάντοτε ζήτημα πραγματικό και εξετάζεται υπό το πρίσμα του συνόλου των γεγονότων κάθε υπόθεσης[2]. Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου (δεν υπάρχει ένα κριτήριο ή αριθμός προκαθορισμένων κριτηρίων) και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο μια σύμβαση είναι σύμβαση σχέσης εργοδότη-εργοδοτούμενου (δηλαδή αφού εξεταστούν όλα τα δεδομένα να διαπιστωθεί κατά πόσον το ένα πρόσωπο προσφέρει τις υπηρεσίες του στο άλλο πρόσωπο έναντι αμοιβής υπό συνθήκες νομικής εξάρτησης). Το κριτήριο για να θεωρηθεί ένα πρόσωπο εργοδοτούμενος κάποιου άλλου δεν είναι μόνο η πληρωμή μισθού για υπηρεσίες που αυτός πρόσφερε αλλά θα πρέπει επίσης να καθοριστεί, κατά πόσο συντρέχουν και άλλοι παράγοντες οι οποίοι θεμελιώνονται στα γεγονότα π.χ. η άσκηση έλεγχου από τον εργοδότη επί της εργασίας του εργοδοτούμενου, τυχόν ύπαρξη συμβολαίου, το δικαίωμα επιλογής των προσφερομένων υπηρεσιών, η προσφορά εργασίας σε συγκεκριμένο χώρο, το ωράριο, κ.λ.π.. Στην Tsapaco Catering Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εργασίας
(1998)3 ΑΑΔ 796 στη σελίδα 800 τονίστηκε ότι: «Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτουμένου από την εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών. (Ιδε Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition, p.698.) O καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο: (α) από την υποχρέωση του εργοδοτουμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτουμένου.»[3] Σημειώνουμε ότι λόγω της ανάπτυξης στη σύγχρονη εποχή επαγγελμάτων στα οποία οι εργαζόμενοι έχουν αρκετές δυνατότητες πρωτοβουλίας ή έχουν τη δυνατότητα να βρίσκονται έξω από την προσωπική σφαίρα του εργοδότη (καλλιτέχνες, επιστήμονες, κ.λ.π.) τα κριτήρια του ″ελέγχου του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη″ (δηλαδή η εποπτεία και ο έλεγχος από τον εργοδότη) σταμάτησαν να είναι τα βασικότερα κριτήρια που θεμελιώνουν την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη-εργοδοτούμενου και αναπτύχθηκαν διάφορα άλλα κριτήρια αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα[4]. Στην υπόθεση Cleanthis Christofides Ltd v. 1. The Fund for Redundant Employees, 2. Yiannakis Florides
(1978)1 C.L.R. 2008, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στους παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να διακριθεί μία σύμβαση εργασίας (contract of service) από μία σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών (contract of services) υιοθέτησε αποσπάσματα από τις Αγγλικές υποθέσεις Global Plant Ltd. v. Secretary of State for Healthy and Social Security [1971] 3 All E.R. 385 και Market Investigations Ltd. v. Minister of Social Security [1968] 3 All E.R. 732 στα οποία τονιζόταν: (α) ότι άλλοι παράγοντες πέραν του κριτηρίου του βαθμού ελέγχου που ασκείται από τον υποτιθέμενο εργοδότη πρέπει να ληφθούν υπόψη για να απαντηθεί το ερώτημα κατά πόσον στη συγκεκριμένη υπό εξέταση υπόθεση η σχέση αποτελούσε εργασιακή σχέση ή σχέση παροχής υπηρεσιών και (β) ότι το πρωταρχικό τεστ που εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι το εξής: Το πρόσωπο που έχει δεσμευτεί να εκτελέσει τις υπό εξέταση υπηρεσίες τις εκτελεί ως πρόσωπο εργαζόμενο για δικό του λογαριασμό (as a person in business on his own account)[5]; Αν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι καταφατική, τότε η σύμβαση είναι σύμβαση υπηρεσιών (contract of services). Αν η απάντηση είναι αρνητική, τότε η σύμβαση είναι σύμβαση εργασίας (contract of service)[6]. Δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος στοιχείων που είναι σχετικά για να απαντηθεί η πιο πάνω ερώτηση και ίσως δεν μπορεί να υπάρξει τέτοιος κατάλογος και ούτε μπορούν να τεθούν αυστηροί κανόνες ως προς το σχετικό βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα στοιχεία σε συγκεκριμένες υποθέσεις. Το πιο πολύ που μπορεί να λεχθεί είναι ότι το στοιχείο της άσκησης ελέγχου χωρίς αμφιβολία θα πρέπει πάντα να εξετάζεται παρόλο που δεν μπορεί πια να εκλαμβάνεται ως ο μόνος καθοριστικός παράγοντας. Άλλοι παράγοντες που μπορούν να έχουν σημασία είναι θέματα όπως κατά πόσο το πρόσωπο που εκτελεί τις υπηρεσίες παρέχει το δικό του εξοπλισμό, κατά πόσο προσλαμβάνει τους δικούς του βοηθούς, τι βαθμό οικονομικού κινδύνου αναλαμβάνει, τι βαθμό ευθύνης για την επένδυση και τη διεύθυνση/διοίκηση (management) έχει και κατά πόσο και σε ποια έκταση έχει την ευκαιρία να κερδίσει από την ορθή διεύθυνση της εκτέλεσης του καθήκοντός του. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε περαιτέρω στις Αγγλικές αποφάσεις Fergusan v. John Dawson & Partners (Contractors) Ltd. [1976] 3 All E.R. 817 και Ready Mixed Concrete (South East) Ltd. V. Minister of Pensions and National Insurance [1968] 1 All E.R. 433 και επισήμανε ότι αν και η ρητή πρόθεση των μερών μπορεί να είναι σχετικός παράγοντας για να αποφασιστεί η αληθινή σχέση της μεταξύ τους σύμβασης, εντούτοις δεν είναι ο αποφασιστικός παράγοντας. Η διευθέτηση θα πρέπει να εξετάζεται ως σύνολο και ειδικότερα οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών. Μία δήλωση από τα μέρη ακόμα και αν ενσωματωθεί στη μεταξύ τους σύμβαση ότι ο εργοδοτούμενος θα είναι ή θα θεωρείται ότι είναι αυτοεργοδοτούμενος ή ανεξάρτητος εργολάβος θα πρέπει να αγνοηθεί εντελώς και όχι απλώς να μην ληφθεί υπόψη ως καθοριστικό στοιχείο, αν το υπόλοιπο των συμβατικών όρων που διέπει τη σχέση, αποτελούν όρους σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου καθ΄ ότι η σχέση των μερών καθορίζεται από τον Νόμο και όχι από την ετικέτα που θα επιλέξουν να της δώσουν. Στο σύγγραμμα Selwyn's, Law of Employment, 20th Edition, Oxford University Press, στη σελίδα 49 παράγραφο 2.57, παρατίθενται με παραπομπές στη σχετική νομολογία, οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την εξέταση του πιο πάνω ζητήματος: "An employment tribunal should therefore take the following factors into account and make his determination accordingly: (a) the contractual provisions (.......) and whether or not those provisions do represent the true relationship between the parties (..), (b) the degree of control exercised by the employer (...), (c) the obligation on the employer to provide work (..), (d) the obligation on the employee to do the work (..) (e) the duty of personal service (...) (f) the provision of tools, equipment, instruments etc, (.), (g) the arrangements made for tax, national insurance, VAT, statutory sick pay (...), (h) the opportunity to work for other employers (...), (i) other contractual provisions, including holiday pay, sick pay, notice, fees, expenses, etc (...), (j) the degree of financial risk and the responsibility for investment and management (...) (k) whether the relationship of being self - employed is a genuine one, or whether there is an attempt to avoid modern protective legislation (..) (l) the number of assignments, the duration of the engagement, and the risk of running bad debts (...), (m) the presence or absence of mutuality of the obligation to provide or do the work (..)." Παραπέμπουμε επίσης στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5th Edition, 2014, Vol. 39 στη σελ. 23 όπου αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: ″4.Test whether a person is an employee at common law. There is no single test for determining whether a person is an employee. The test that used to be considered sufficient, that is to say the 'control' test, can no longer be considered sufficient, especially in the case of the employment of highly skilled individuals, and is now only one of the particular factors which may assist a court or tribunal in deciding the point. More recently, the 'integration' or 'organisation' test had been suggested, proposing that the important question was whether the person was integrated into the enterprise or remained apart from, and independent of, it. However, while both of these factors are still pertinent, the modern starting point for deciding whether a contract of service (now generally referred to as a 'contract of employment') exists is to ascertain if:
(1)the servant agrees that, in consideration of a wage or other remuneration, he will provide his own work and skill in the performance of some service for his master ('mutuality of obligation');
(2)he agrees, expressly or impliedly, that in the performance of that service he will be subject to the other's control in a sufficient degree to make that other master ('control'); and
(3)the other provision of the contract are consistent with its being a contract of service. The final classification of an individual now depends upon a balance of all relevant factors, fine though that balance sometimes might be, with 'mutuality of obligation' and 'control' being seen as the 'irreducible minimum' legal requirements for the existence of a contract of employment. The factors taken into consideration may include: the method of payment; any obligation to work only for that employer; stipulations as to hours; overtime, holidays etc; arrangements for payment of income tax and national insurance contributions; how the contract may be terminated; whether the individual may delegate work; who provides tools and equipment; and who, ultimately, bears the risk of loss and the chance of profit. In some cases the nature of the work itself may be an important consideration. The way in which the parties themselves treat the contract and the way in which they describe and operate it are not decisive; and a court or tribunal must consider the categorization of the person in question objectively. Thus a person could have been described as self - employed during the currency of the engagement but, on its termination, claim to have been in fact an employee for the purpose of claiming unfair dismissal,.." Στο σύγγραμμα St. D. Anderman ″The Law of Unfair Dismissal″, 3rd Edition, Butterworths, στη σελ. 10 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: ″In determining .. whether an individual is self-employed under a contract for services or an employee under a contract of employment, employment tribunals have considerable discretion in at least three respects: (a) first, as the Court of Appeal has recently made plain, the question of employment or self-employment itself is not one of pure law. It is often one of fact and degree. Hence, employment tribunals have the discretion to weigh the factors that must be taken into account under the test that they choose to apply; (b) secondly, employment tribunals are not bound to apply one particular legal test to determine whether the contract is one of employment or not. They may choose from among several relevant tests laid down by different lines of authority, depending on the circumstances; (c) thirdly, they are not bound by the parties΄ own contractual description of their relationship. They may decide on the basis of the facts as found what was the real nature of the relationship″ Β.
(1)Η σύμβαση εργασίας είναι ένα από τα είδη των νομικών συμφωνιών που συχνά αλλάζουν κατά τη διάρκειά τους με την αλλαγή των συνθηκών και των περιστάσεων. Οποιαδήποτε τροποποίηση σε όρους της σύμβασης εργασίας απαιτεί τη συγκατάθεση, ρητή ή σιωπηρή, και των δύο μερών και να υποστηρίζεται από αντιπαροχή. Η συγκατάθεση του εργοδοτουμένου μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω συλλογικών ή ξεχωριστών διαπραγματεύσεων ή μπορεί να συναχθεί από τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου. Η σιωπηρή συγκατάθεση μπορεί να συναχθεί από την ενέργεια του εργοδοτουμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους τροποποιημένους όρους εργασίας[7]. Η ενέργεια του εργοδότη να τροποποιήσει ή να μεταβάλει μονομερώς (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτουμένου) και αυθαιρέτως (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα του εργοδότη) τους συμφωνημένους όρους εργασίας του εργοδοτουμένου θεωρείται ως παράβαση (repudiation) της σύμβασης εργασίας. Από τη στιγμή που εκδηλώθηκε η ενέργεια του εργοδότη, δηλαδή η παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας με τη μονομερή τροποποίηση όρων εργασίας, η οποία παράβαση προκαλεί άμεση ή έμμεση ζημιά στον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος έχει το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας του ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, να παραιτηθεί από την εργασία του τερματίζοντας τη σύμβαση εργασίας του με τον εργοδότη και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση είτε να εμμείνει στη σύμβαση εργασίας του και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων[8]. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol. 16(1Β) p.175 para.705, σημειώνονται τα ακόλουθα: "Damages for breach by employer short of termination. If an employer acts in breach of the contract of employment in such a way as to repudiate it in some way short of wrongfully dismissing the employee, the employee may accept that repudiation, terminate the contract and sue the employer for damages. Alternatively, he may refuse to accept the repudiation, keep the contract alive and sue for wages. If the employee is able still to perform his part of the contract, he may sue in debt for wages earned and due; and, if that is not possible, he may sue for the wages that should have been paid in a claim for breach of contract. Such a claim may be of particular use to an employee in a case where his employer seeks to force through a unilateral change to his terms and conditions of employment, to which the employee objects: provided that he makes his objection clear, the employee may work to the new term or condition, and, if appropriate, hold himself ready and willing to work under the old term or condition and then sue the employer for wages due under the original contract. In this way an employee is able to stand on his contractual rights where the employer has sought unilaterally, without contractual authority, to cut his hours, reduce his pay, pay him on short-time working and withdraw a contractual benefit."
(2)Τα Κοινοτικά Συμβούλια είναι δημόσιες νομικές οντότητες που έχουν δημιουργηθεί δυνάμει νομοθετήματος και ως τέτοιες οντότητες έχουν την ικανότητα («capacity») να συνάπτουν συμβάσεις μόνον στο βαθμό που οι εξουσίες που τους δίνονται από το νομοθέτημα που τους δημιούργησε τους επιτρέπουν. Ο γενικός κανόνας προβλέπει ότι οποιαδήποτε σύμβαση την οποία έχουν συνάψει και είναι εκτός των πλαισίων της ικανότητάς τους να συνάπτουν συμβάσεις είναι νομικά άκυρη ως ultra vires[9]. Σκοπός της εφαρμογής του πιο πάνω κανόνα είναι η προστασία των δημοσίων πόρων και χρημάτων που διαχειρίζονται οι δημόσιες νομικές οντότητες εκ μέρους των φορολογούμενων πολιτών[10] . Οι εξουσίες και η ικανότητα των Κοινοτικών Συμβουλίων να συνάπτουν συμβάσεις εργασίας είτε δημοσίου δικαίου είτε ιδιωτικού δικαίου και να απασχολούν προσωπικό προβλέπονται από και περιέχονται στον Περί Κοινοτήτων Νόμο του Ν.86(Ι)/1999 και στους κανονισμούς (στις Κ.Δ.Π.) που εκδίδονται με βάση τον εν λόγω Νόμο. Ο Ν.86(Ι)/1999προβλέπει τα πιο κάτω: «1...................... "Έπαρχος" σημαίνει τον Έπαρχο της επαρχίας μέσα στα όρια της οποίας βρίσκεται η κοινότητα. "εργάτης" περιλαμβάνει κάθε μόνιμο ή έκτακτο εργάτη που απασχολείται πλήρως ή μερικώς από το Συμβούλιο ......... "Συμβούλιο" σημαίνει το Κοινοτικό Συμβούλιο οποιασδήποτε κοινότητας ή συμπλέγματος κοινοτήτων που συστάθηκε με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου. "υπάλληλος" περιλαμβάνει κάθε μόνιμο ή έκτακτο υπάλληλο που απασχολείται πλήρως ή μερικώς από το Συμβούλιο ....... "Υπουργός" σημαίνει τον Υπουργό Εσωτερικών. ....... 42.-
(1)Αποτελεί καθήκον του κοινοτάρχη να τηρεί ή να φροντίζει να τηρούνται πρακτικά σε κάθε συνεδρία του Συμβουλίου. Τα πρακτικά καταχωρίζονται σε ειδικό βιβλίο που τηρείται για το σκοπό αυτό και επικυρώνονται στην επόμενη συνεδρία του Συμβουλίου. Μετά την επικύρωση υπογράφονται από τον κοινοτάρχη ή το μέλος που προεδρεύει της συνεδρίας και αμέσως μετά την υπογραφή τους τα πρακτικά γίνονται αποδεκτά ως μαρτυρία χωρίς παραπέρα απόδειξη. Ο κοινοτάρχης υποχρεούται να κοινοποιεί τα πρακτικά της συνεδρίας του Συμβουλίου σε όλα τα μέλη του και στον Έπαρχο πριν από την επόμενη τακτική συνεδρία και εν πάση περιπτώσει μέσα σε δεκαπέντε μέρες από τη συνεδρία : Νοείται ότι ο Έπαρχος έχει την εξουσία να ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του Συμβουλίου.
(2)............ ..................... . 45. Σε περίπτωση κατά την οποία ο κοινοτάρχης και το Συμβούλιο παραλείπουν να εκτελέσουν οποιοδήποτε επιβαλλόμενο από τον παρόντα Νόμο καθήκον ή να εφαρμόσουν οποιαδήποτε διάταξη του, ο Υπουργός δύναται να καλέσει τον κοινοτάρχη και το Συμβούλιο να εκτελέσουν μέσα σε εύλογη προθεσμία το καθήκον αυτό ή να προβούν στην εφαρμογή της διάταξης του παρόντος Νόμου. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, ο Υπουργός έχει την εξουσία να διορίσει τον Έπαρχο αρμόδιο για την εκτέλεση ή την εφαρμογή των πιο πάνω και το Συμβούλιο επιβαρύνεται με τα αναγκαία για το σκοπό αυτό έξοδα. ............................. 49.-
(1)Το Συμβούλιο έχει την εξουσία να καθορίζει με την έγκριση του Υπουργού τον αριθμό των θέσεων, τα σχέδια υπηρεσίας, καθώς και τις μισθολογικές κλίμακες κάθε θέσης. Ο εγκεκριμένος αριθμός θέσεων αναγράφεται στον ετήσιο προϋπολογισμό του Συμβουλίου με την αντίστοιχη για κάθε θέση μισθολογική κλίμακα.
(2)Το Συμβούλιο έχει την εξουσία να εκδίδει Κανονισμούς, οι οποίοι εγκρίνονται από τον Υπουργό και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, με τους οποίους καθορίζεται η ακολουθητέα διαδικασία για την πλήρωση των κενών θέσεων, οι γενικοί όροι υπηρεσίας των υπαλλήλων του Συμβουλίου, τα καθήκοντα τους, καθώς και η άσκηση ως προς αυτούς πειθαρχικής εξουσίας.
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος "θέση" σημαίνει οποιαδήποτε θέση προβλέπεται στο εδάφιο
(1), αλλά δεν περιλαμβάνει εργάτες που διορίζονται από το Συμβούλιο. .................................. 52. Το Συμβούλιο μπορεί να εργοδοτεί οποιουσδήποτε εργάτες αναγκαίους για την υπηρεσία του, καθώς και για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας για την οποία γίνεται πρόνοια στον εγκεκριμένο ετήσιο προϋπολογισμό του. .............................. 61.-
(1)Σύμβαση από ή εξ ονόματος του Συμβουλίου καταρτίζεται γραπτώς και φέρει τη σφραγίδα του, καθώς και την υπογραφή του κοινοτάρχη και δύο μελών του Συμβουλίου που εξουσιοδοτούνται για το σκοπό αυτό από το Συμβούλιο: Νοείται ότι σύμβαση σχετική με τη συνήθη διεξαγωγή των τρεχουσών συναλλαγών του Συμβουλίου μπορεί, δυνάμει των προνοιών του περί Συμβάσεων Νόμου, να καταρτίζεται γραπτώς ή προφορικώς, ανάλογα με την περίπτωση, από τον κοινοτάρχη για λογαριασμό του Συμβουλίου και να τροποποιείται ή να ακυρώνεται γραπτώς ή προφορικώς: Νοείται περαιτέρω ότι η σύναψη συμβάσεως, η διάρκεια της οποίας υπερβαίνει τη θητεία του Συμβουλίου το οποίο θα τη συνομολογήσει, υπόκειται στην έγκριση του Επάρχου.
(2)Όλες οι συμβάσεις που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο αυτό είναι κατά νόμο ισχυρές και δεσμεύουν το Συμβούλιο και όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, καθώς και τους κληρονόμους, εκτελεστές ή διαχειριστές τους, ανάλογα με την περίπτωση.
(3)..............
(4)............... ................... 64.-
(1)Για το κάθε οικονομικό έτος, το οποίο αρχίζει την 1η Ιανουαρίου, κάθε Συμβούλιο ετοιμάζει ετήσιο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων του με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου.
(2)Ο ετήσιος προϋπολογισμός Συμβουλίου πρέπει να είναι ισοσκελισμένος: Νοείται ότι παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν επιτρέπεται παρά μόνο ύστερα από σχετική έγκριση του Υπουργού.
(3)Ο ετήσιος προϋπολογισμός Συμβουλίου υποβάλλεται στον Έπαρχο για έγκριση μέχρι τις 30 Νοεμβρίου του έτους που προηγείται του οικονομικού έτους στο οποίο αναφέρεται. Ο Έπαρχος προβαίνει στον έλεγχο της νομιμότητας του προϋπολογισμού μέσα σε ένα μήνα από της υποβολής του από το Συμβούλιο: Νοείται ότι ο Έπαρχος τότε μόνο απορρίπτει τον προϋπολογισμό αν αυτός αντιβαίνει στις πρόνοιες του παρόντος Νόμου: ...............
(4).............. 66. Το ενεργητικό του Ταμείου Κοινότητας διατίθεται και επιβαρύνεται με τα ακόλουθα: (α) Την αντιμισθία ή την αμοιβή του κοινοτικού γραμματέα, του ταμία και οποιωνδήποτε άλλων υπαλλήλων ή εργατών τους οποίους το Συμβούλιο έχει διορίσει ή εργοδοτεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. (β) Τις αναγκαίες δαπάνες που έγιναν νόμιμα από ή εκ μέρους του Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. (γ) Οποιαδήποτε χρηματικά ποσά νόμιμα οφείλει το Συμβούλιο. (δ) Τη χρηματοδότηση έργων αναπτύξεως: Νοείται ότι καμιά πληρωμή που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των £100 δε διενεργείται από το Κοινοτικό Ταμείο, αν δεν είναι εξουσιοδοτημένη από τους εγκεκριμένους προϋπολογισμούς ή με ειδική απόφαση του Συμβουλίου και ύστερα από σχετική έγκριση του Επάρχου.» Στην αναθεωρητική έφεση με αρ.7/2005 Τζ. Ιωάννου ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Αγ. Τύχωνα
(2007)3 Α.Α.Δ.219 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στην επιφύλαξη του άρθρου 42 του Ν.89(Ι)/99 σημείωσε ότι ο Έπαρχος σύμφωνα με τις πρόνοιες της πιο πάνω επιφύλαξης έχει την εξουσία να ασκεί ιεραρχικό έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων των Κοινοτικών Συμβουλίων (δηλαδή να τις ακυρώνει απευθείας όταν ο ίδιος κρίνει πως αυτό απαιτεί η νομιμότητα και η χρηστή διοίκηση)[11]. Το Κ.Σ. με την Κ.Δ.Π. 484/2002 ημερομηνίας 11/10/2002 υιοθέτησε τους περί Κοινοτικής Υπηρεσίας Κανονισμούς του Κοινοτικού Συμβουλίου Σωτήρας του 2002, Κ.Δ.Π.278/2002. Η Κ.Δ.Π. 278/2002 προβλέπει για την ακολουθητέα διαδικασία και τον τρόπο πλήρωσης των κενών θέσεων, για τους όρους υπηρεσίας και τα καθήκοντα, τα ωφελήματα και τα δικαιώματα των υπαλλήλων του Κ.Σ. καθώς και για την άσκηση της πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον των υπαλλήλων του Κ.Σ. Παραθέτουμε πιο κάτω τους σχετικούς, με την παρούσα υπόθεση, κανονισμούς: «1..................... «Θέση» σημαίνει οποιαδήποτε θέση προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 49 του Νόμου, αλλά δεν περιλαμβάνει εργάτες που διορίζονται από το Συμβούλιο. «Υπάλληλος» περιλαμβάνει κάθε μόνιμο ή έκτακτο υπάλληλο που απασχολείται πλήρως ή μερικώς από το Συμβούλιο περιλαμβανομένου και του Γραμματέα και κάθε υπάλληλο που απασχολείται από κοινού με άλλα Συμβούλια ανεξάρτητα από τον τόπο εργασίας του. «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εσωτερικών .................
- Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου και των παρόντων Κανονισμών οι παρόντες Κανονισμοί εφαρμόζονται για όλους τους υπαλλήλους.
- Εκτός από τις περιπτώσεις για τις οποίες γίνεται ειδική πρόνοια στο Νόμο ή σε οποιοδήποτε άλλο νόμο ή κανονισμό αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα που εκτίθεται στους Κανονισμούς αυτούς και, τηρουμένων των διατάξεων των παρόντων Κανονισμών αποτελεί καθήκον του Συμβουλίου ο διορισμός, η επικύρωση διορισμού, η τοποθέτηση, η ένταξη στο μόνιμο προσωπικό, η προαγωγή, η άσκηση πειθαρχικού ελέγχου και η αφυπηρέτηση υπαλλήλων, που περιλαμβάνει την αναγκαστική αφυπηρέτηση ή απόλυση τους. ..........................
- Το Συμβούλιο καθορίζει, με την έγκριση του Υπουργού, τον αριθμό των μόνιμων θέσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49 του Νόμου.
- Μόνιμη θέση δημιουργείται στον ετήσιο προϋπολογισμό του Συμβουλίου σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος, και καθορίζει τον τίτλο, το μισθό ή τη μισθοδοτική κλίμακα της θέσης. ...................................
- Για τους σκοπούς του Μέρους αυτού, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια— «διορισμός» σημαίνει την απονομή θέσεως σε πρόσωπο που δεν υπηρετεί στην υπηρεσία ή την απονομή σε υπάλληλο θέσης άλλης από αυτή που κατέχει μόνιμα και που δεν αποτελεί προαγωγή. Ο όρος «διορίζω» ερμηνεύεται ανάλογα. «προαγωγή» σημαίνει......... 14.—
(1)Τα γενικά καθήκοντα και ευθύνες κάποιας θέσης και τα προσόντα που απαιτούνται για την κατοχή της καθορίζονται στα σχέδια υπηρεσίας, που καταρτίζονται από το Συμβούλιο και εγκρίνονται από τον Υπουργό.
(2)Σχέδιο υπηρεσίας μπορεί να προνοεί ως προϋπόθεση διορισμού ή προαγωγής και την επιτυχία των υποψήφιων σε διαγωνισμό/γραπτή εξέταση και/ή προφορική συνέντευξη ή και τα δύο. ......................
- Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 49, 50 και 56 του Νόμου, το Συμβούλιο προβαίνει στην πλήρωση οποιασδήποτε κενής θέσης— (α) Κενή θέση Πρώτου Διορισμού ή κενή θέση Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής δημοσιεύεται σε δυο τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες και σχετική γνωστοποίηση αναρτάται σε περίοπτο μέρος της κοινότητας. (β) Κενή θέση προαγωγής πληρούται χωρίς δημοσίευση με την προαγωγή υπαλλήλου ο οποίος υπηρετεί στην αμέσως κατώτερη τάξη ή θέση. (γ) Η δημοσίευση κενής θέσης παρέχει πλήρη στοιχεία του σχεδίου υπηρεσίας και καθορίζει την προθεσμία υποβολής αιτήσεων.
- Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 49, 50 και 56 του Νόμου, μόνιμη θέση πληρούται είτε μόνιμα είτε με σύμβαση για ορισμένο χρονικό διάστημα όπως το Συμβούλιο θα αποφασίσει. ......................... 19.—
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 49, 50, 51 54, 55 και 56 του Νόμου και των διατάξεων του οικείου Σχεδίου Υπηρεσίας, οι υποψήφιοι για διορισμό πρέπει να υποβληθούν σε γραπτή ή προφορική εξέταση ή και τα δύο.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων των περί Αξιολόγησης Υποψηφίων για Διορισμό στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμων του 1998 έως 2001, η αξιολόγηση των υποψηφίων γίνεται με βάση τα αποτελέσματα των εξετάσεων καθώς και τα προσόντα των υποψήφιων σε σχέση με τα καθήκοντα της θέσης, τα υπόλοιπα στοιχεία των αιτήσεων και την πείρα τους που είναι σχετική με τα καθήκοντα της θέσης.
(3)Μόνιμος διορισμός γίνεται με γραπτή προσφορά από το Συμβούλιο προς το πρόσωπο το οποίο αυτό επιλέγει για διορισμό και γραπτή αποδοχή από αυτό.
(4)Η προσφορά αναφέρει την αμοιβή και τους λοιπούς όρους υπηρεσίας της θέσης.
(5)Όταν αυτός που επιλέγηκε για διορισμό δηλώσει ότι αποδέχεται την προσφορά που του έγινε, και, στην περίπτωση προσώπου που δεν είναι υπάλληλος, η έκθεση του εγκεκριμένου από το Συμβούλιο ιατρού που τον εξέτασε είναι ικανοποιητική, το Συμβούλιο τον πληροφορεί γραπτώς ότι διορίστηκε και καθορίζει την ημερομηνία από την οποία ισχύει ο διορισμός του. .......................... 22. Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 49, 50, 51, 52, 54, 55 και 61 του Νόμου—
(1)Διορισμοί με σύμβαση γίνονται με γραπτή σύμβαση που περιέχει τη διάρκεια της σύμβασης, την αμοιβή του προσώπου που διορίζεται και τους λοιπούς όρους του διορισμού.
(2)Η διάρκεια της σύμβασης, η αμοιβή και οι λοιποί όροι του διορισμού αποφασίζονται από το Συμβούλιο.» Στην υπόθεση Ν. Ρούσσος ν. Κεντρικού Σφαγείου κ.α.
(1999)4 Α.Α.Δ. 616 όπου το Συμβούλιο του Κεντρικού Σφαγείου είχε διορίσει κάποιο πρόσωπο στη θέση του Διευθυντή Παραγωγής του Κεντρικού Σφαγείου χωρίς να ζητήσει την έγκριση του Υπουργού για τη συγκεκριμένη πρόσληψη, ενώ ο νόμος βάσει του οποίου λειτουργούσε το Σφαγείο προέβλεπε ότι για την πρόσληψη τμηματαρχών απαιτείτο η έγκριση του Υπουργού, αφού έγινε αναφορά στην Ανδ. Κλεάνθους ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1992)4 Α.Α.Δ.3077 στην οποία σημειώθηκε ότι: «Στις περιπτώσεις που μια πράξη χρήζει έγκρισης από άλλο .. όργανο η εγκριτική πράξη δεν αποτελεί διακοσμητικό συμπλήρωμα», λέχθηκε ότι η απαιτούμενη από τον νόμο έγκριση του Υπουργού εκπηγάζει από την ανάγκη άσκησης προληπτικού ελέγχου από το κράτος αναφορικά με τη συγκεκριμένη πτυχή δράσης του Συμβουλίου του Σφαγείου, ως του αρμοδίου διοικητικού οργάνου του υπό αναφορά οργανισμού δημοσίου διοικητικού δικαίου. Στην υπόθεση Shrewsbury & Telford Hospital NHS Trust v Lairikyengbam [2010] ICR 66 το εν λόγω NHS Trust ιδρύθηκε και λειτουργούσε βάσει συγκεκριμένου νομοθετήματος το οποίο προέβλεπε ότι μπορούσε να εργοδοτήσει προσωπικό κάτω από όρους που αυτό έκρινε σωστούς με την προϋπόθεση ότι θα ασκεί την πιο πάνω εξουσία του σύμφωνα με τους κανονισμούς και τις οδηγίες που δίνονται από τον Secretary of State. Οι σχετικοί κανονισμοί προέβλεπαν ότι το NHS Trust δεν μπορούσε να διορίσει οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός αν το όνομά του έχει υποδειχθεί από τη σχετική αρμόδια επιτροπή που προβλέπουν οι κανονισμοί. Ο αιτητής είχε εργοδοτηθεί από το εν λόγω NHS Trust χωρίς να τηρηθεί η πιο πάνω προϋπόθεση. Το Employment Appeal Tribunal («EAT») στην απόφασή του σημείωσε ότι ενώ το NHS Trust έχει μια γενική εξουσία να εργοδοτεί προσωπικό αυτή περιορίζεται από τους σχετικούς κανονισμούς και ότι θεωρεί ότι οι εν λόγω κανονισμοί είναι επιτακτικοί και υποχρεωτικοί και όχι απλά διαδικαστικοί και καθοδηγητικοί. Αφού αναφέρθηκε σε άλλες αποφάσεις στις οποίες λέχθηκε ότι δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των αποφάσεων δημοσίων αρχών που είναι ultra vires λόγω έλλειψης νομοθετικής εξουσιοδότησης και των αποφάσεων που είναι ultra vires για διαδικαστικούς λόγους που περιέχονται στα σχετικά νομοθετήματα[12] και αποφασίστηκε ότι οι συμφωνίες των δημοσίων αρχών είναι ultra vires παρά το ότι η δημόσια αρχή είχε τη γενική ικανότητα να διεκπεραιώσει τις πράξεις για τις οποίες υπήρχε παράπονο σε σχέση με τη νομιμότητά τους αλλά δεν είχε ακολουθήσει τη σωστή διαδικασία με βάση τη νομοθετική εξουσιοδότησή της[13], έκρινε ότι επειδή το NHS Trust δεν είχε εξουσία να εργοδοτήσει τον αιτητή χωρίς να ακολουθήσει τις πρόνοιες των κανονισμών το συμβόλαιο εργοδότησης που σύναψε με τον αιτητή ήταν εκτός της ικανότητάς του και συνακόλουθα το εν λόγω συμβόλαιο ήταν ultra vires. Όμως στη βάση του (α) ότι ο αιτητής πρόσφερε τις υπηρεσίες του κανονικά στο εν λόγω NHS Trust, (β) ότι και οι δύο πλευρές συμπεριφέρονταν ως να υπήρχε μια έγκυρη σχέση εργοδότησης με όλες τις συνεπακόλουθες υποχρεώσεις και δικαιώματα της κάθε πλευράς και (γ) ότι δεν υπήρχε γενική απαγόρευση που απαγόρευε στο εν λόγω NHS Trust να εργοδοτήσει τον αιτητή, αποφάσισε ότι ο αιτητής μπορεί να θεωρηθεί ότι εργαζόταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας στο εν λόγω NHS Trust. Στην υπόθεση The Secretary of State for Justice v. 1. T.J. Betts a.o [2017] ICR 1130[14] οι τρεις αιτητές είχαν προσληφθεί από την Υπηρεσία Φυλακών ως καθηγητές των κρατουμένων χωρίς να προηγηθεί η αξιολόγησή τους μέσω ενός ανοικτού και δίκαιου διαγωνισμού. Σύμφωνα με τη νομοθεσία[15] οποιοσδήποτε διορισμός στη δημόσια υπηρεσία πρέπει να γίνεται με την αξία του διορισμένου στη βάση ενός δίκαιου και ανοικτού διαγωνισμού. Οι αιτητές δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη ή οποιοδήποτε φταίξιμο σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την πρόσληψή τους. Η εν λόγω Υπηρεσία θεωρούσε ότι οι αιτητές απασχολούνταν ως εποχιακοί εργάτες ("sessional workers"). Πρωτόδικα είχαν εγερθεί δύο ερωτήματα
(1)κατά πόσον οι αιτητές ήταν εργοδοτούμενοι της εν λόγω Υπηρεσίας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και
(2)κατά πόσον οι συμβάσεις εργασίας τους ήταν άκυρες λόγω παρανομίας. Το Employment Tribunal αποφάσισε
(1)ότι οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες οι αιτητές προσέφεραν τις υπηρεσίες τους καταδείκνυαν ότι υπήρχε σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου μεταξύ των διαδίκων και
(2)ότι οι συμβάσεις εργασίας των αιτητών δεν ήταν άκυρες λόγω του τρόπου που προσλήφθηκαν. Η κατάληξή του επί του δευτέρου ερωτήματος στηρίχτηκε στο συμπέρασμά του ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ του διορισμού ενός δημοσίου υπαλλήλου και των υπαλλήλων που απασχολούνται στη δημόσια υπηρεσία και ότι η εν λόγω νομοθεσία εφαρμόζεται μόνο στην πρώτη περίπτωση, γεγονός που το οδήγησε στο να αποφασίσει ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν περιορίζει την εξουσία του Υπουργού Εσωτερικών να συνάπτει συμβάσεις εργασίας εκτός του πλαισίου της εν λόγω νομοθεσίας. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης εφεσίβαλε την πιο πάνω απόφαση αναφορικά με το ζήτημα της παρανομίας. Το Employment Appeal Tribunal έκρινε ότι το Employment Tribunal λανθασμένα θεώρησε ότι ο όρος διορισμός ("appointment") στην εν λόγω νομοθεσία δηλώνει ότι ο διορισμός ενός δημοσίου υπαλλήλου μπορεί να διακριθεί από την πρόσληψη ενός εργοδοτούμενου στη δημόσια υπηρεσία. Κατά την κρίση του ο εν λόγω όρος είναι ένας γενικός όρος που καλύπτει όλες τις απασχολήσεις στη δημόσια υπηρεσία. Περαιτέρω σημείωσε ότι δεν υπάρχει λογικός λόγος που να δικαιολογεί την εξαίρεση προσλήψεων από την αρχή που θέτει η νομοθεσία καθότι αν επιτρεπόταν η εξαίρεση τότε θα ήταν δυνατόν κάποιο πρόσωπο να εργοδοτηθεί στη δημόσια υπηρεσία παρά το ότι δεν έχει τα προσόντα. Στη συνέχεια έκρινε ότι οι πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας είναι υποχρεωτικές και επιτακτικές και δεν αφήνουν οποιαδήποτε άλλη εξουσία για πρόσληψη υπαλλήλων στη δημόσια υπηρεσία εκτός του πλαισίου τους. Σχολιάζοντας την απόφαση στην υπόθεση Shrewsbury & Telford Hospital NHS Trust v Lairikyengbam (πιο πάνω) ανέφερε ότι βρίσκει δύσκολο να ακολουθήσει τον συλλογισμό της εν λόγω απόφασης αλλά στην περίπτωση που ο εν λόγω συλλογισμός είναι σωστός η περίπτωση εκείνη διακρίνεται από την ενώπιόν του υπόθεση καθότι εκεί η εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας στηρίχτηκε στη γενική εξουσία που είχε το NHS Trust να προσλαμβάνει προσωπικό. Σχετικά με το ποιες ήταν οι συνέπειες της αποτυχίας του Υπουργού Δικαιοσύνης και της Υπηρεσίας Φυλακών να συμμορφωθούν με ένα υποχρεωτικό και επιτακτικό περιορισμό στην εξουσία που είχαν για πρόσληψη εργοδοτουμένων υιοθέτησε την ακόλουθη καθοδήγηση που δόθηκε από τον Lord Woolf MR στην Queen v Secretary for Home Department ex parte Jeyeanthan [1999] EWCA Civ 3010: "... I suggest that the right approach is to regard the question of whether a requirement is directory or mandatory as only at most a first step. In the majority of cases there are other questions which have to be asked which are more likely to be of greater assistance than the application of the mandatory/directory test: The questions which are likely to arise are as follows: (a) Is the statutory requirement fulfilled if there has been substantial compliance with the requirement and, if so, has there been substantial compliance in the case in issue even though there has not been strict compliance? (The substantial compliance question.) (b) Is the non-compliance capable of being waived, and if so, has it, or can it and should it be waived in this particular case? (The discretionary question.) I treat the grant of an extension of time for compliance as a waiver. (c) If it is not capable of being waived or is not waived then what is the consequence of the non-compliance? (The consequences question.)" Στη βάση των πιο πάνω αποφάσισε τ' ακόλουθα: "47. Adopting that approach and treating the fact that the statutory limitation in s.10
(2)CRAGA 2010 is mandatory as a first step only, the three questions are to be answered as follows: (
- a)on the 'substantial compliance' question, there has been no compliance at all. These Claimants were recruited entirely outside a selection process on merit based on fair and open competition. There is no suggestion that they were at fault in any sense in this regard, but that does not alter the result. The recruitment freeze cannot explain the failure to comply, and although the Recruitment Principles have allowed for exceptions to fair and open competition for short-term appointments up to a maximum of two years to provide managers with the flexibility to meet short-term needs, this was not adopted and the approval of the Civil Service Commissioners to an exception on this basis was not sought. (
- b)On the discretionary question, I do not consider that the non-compliance is capable of being waived because absent selection in accordance with CRAGA 2010, I have concluded that the Secretary of State has no power to select people for appointment to the Civil Service whether in an office or employment. Section 10 CRAGA 2010 prevents unofficial, unfair selection for appointment and the statutory scheme would be severely undermined if it could be waived after the event outside the statutory exceptions expressly provided for. (
- c)On the consequences question, for the Claimants the consequences of the Secretary of State's failure vary. All are (or were) workers for the purposes of certain ERA protections and have been paid fully in accordance with their worker contracts. Ms O'Brien continues to work for HMPS and will be deprived of protection for unfair dismissal. An application to regularise her position could be made by HMPS to the Civil Service Commissioners based on "business needs". On the other side of the equation, the consequences for those deprived of the opportunity of selection for the posts occupied by the Claimants has also to be recognised, together with the important public interest in having independent civil servants recruited on merit on a fair and open basis. .............................. 52. For the reasons I have given, the Secretary of State had no power to enter into contracts of employment with the Claimants because their recruitment was not on merit on the basis of fair and open competition. I have not been able to find a way to avoid the result that their contracts of employment are therefore ultra vires. Their status as workers is unaffected by this conclusion; but their contracts of employment are necessarily ultra vires and of no effect." Ανάλυση Μαρτυρίας Αξιολογώντας το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν μας προκύπτουν ως αναντίλεκτα και/ ή παραδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω: (α) Το Κ.Σ. ανανέωσε το Συμβόλαιό του με τον Αιτητή το 2008 και το 2009, (β) Το Κ.Σ. στη συνεδρία του στις 22/11/2010 αναγνώρισε ότι ο Αιτητής εργαζόταν σε αυτούς κάτω από συνθήκες από τις οποίες μπορεί να συναχθεί ότι δημιουργήθηκε μεταξύ τους υπαλληλική σχέση και αποφάσισε όπως μετατρέψει τον Αιτητή σε εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου δυνάμει των προνοιών του Περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, Ν.98(Ι)/2003, και (γ) Οι μηνιαίες απολαβές του Αιτητή μειώθηκαν από την 1/7/2012 με απόφαση του Κ.Σ. χωρίς τη συγκατάθεση και τη συμφωνία του Αιτητή χωρίς να φαίνεται ότι το Κ.Σ. είχε τέτοιο δικαίωμα βάσει της σύμβασης που είχε με τον Αιτητή, ο οποίος, μόλις έλαβε γνώση της εν λόγω απόφασης του Κ.Σ., διαμαρτυρήθηκε γι' αυτήν και ενημέρωσε το Κ.Σ. ότι δεν την αποδέχεται και ότι θα συνεχίσει να εργάζεται στο Κ.Σ. με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του. Παρατηρούμε ότι ο Αιτητής δεν αντεξετάστηκε επί των ισχυρισμών του που αφορούσαν τα γεγονότα που προέβαλε στην κυρίως εξέτασή του και τα οποία είχαν σχέση με το Συμβόλαιό του με το Κ.Σ., την απασχόλησή του στο Κ.Σ., τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προσέφερε τις υπηρεσίες του στο Κ.Σ. και τις απολαβές του κατά την περίοδο που εργαζόταν στο Κ.Σ. (σημειώνουμε ότι οι αναφορές του Αιτητή σε νομικές θέσεις όπως π.χ. από την αρχή της απασχόλησής του στο Κ.Σ. απασχολείτο με σύμβαση εργασίας, έχουν αγνοηθεί από το Δικαστήριο) και ότι η πλευρά του Κ.Σ. δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία προς αντίκρουση των εν λόγω ισχυρισμών του. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω η εν λόγω μαρτυρία του Αιτητή γίνεται αποδεχτή και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα γεγονότων. Η πλευρά του Κ.Σ. μέσα από την αντεξέταση του Αιτητή προσπάθησε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις συνθήκες που περιέβαλλαν τη σύναψη του Τεκμηρίου 1, την ανανέωσή του και την απόφαση του Κ.Σ. για μετατροπή του Αιτητή σε εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου. Αυτά που προέκυψαν από την αντεξέταση του Αιτητή ήταν ότι (α) το 2007 και το 2010 το Κ.Σ. δεν προκήρυξε διαγωνισμό για πρόσληψη υπαλλήλου Πολιτικού Μηχανικού το 2007 και το 2010, (β) το 2007 έγινε δημοσίευση για τη θέση του Πολιτικού Μηχανικού του Κ.Σ. ενώ το 2010 όχι και (γ) ο Αιτητής δεν έλαβε μέρος σε οποιεσδήποτε γραπτές ή προφορικές εξετάσεις είτε το 2007 είτε το 2010 σε σχέση με τη θέση του Πολιτικού Μηχανικού του Κ.Σ. Οι θέσεις του Αιτητή αναφορικά με το ότι μετά τη μείωση των απολαβών του από το Κ.Σ. αναγκάστηκε να πωλήσει ένα οικόπεδο και να υποθηκεύσει το σπίτι του ώστε να μπορέσει να εξασφαλίσει φοιτητικό δάνειο από τράπεζα για τις σπουδές των παιδιών του δεν υποστηρίχτηκαν από απτά, σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία θα βοηθούσαν το Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσον οι εν λόγω θέσεις του ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή όχι. Ως εκ τούτου δεν γίνονται αποδεκτές. Σε σχέση με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του Κ.Σ. παρατηρούμε ότι, κατά την ακροαματική διαδικασία, διαφάνηκε ότι η κα Αντωνίου δεν γνώριζε προσωπικά και άμεσα τα γεγονότα της υπόθεσης και δεν είχε άμεση εμπλοκή στην υπόθεση. Ότι οι αναφορές της κατά την κατάθεσή της στηρίζονταν στο περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσε ως Τεκμήρια τα οποία έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή της λόγω της θέσης εργασίας που κατέχει. Σημειώνουμε ότι το περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσε η κα Αντωνίου ως Τεκμήρια δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Αιτητή με οποιοδήποτε τρόπο και ως εκ τούτου το περιεχόμενό τους γίνεται αποδεχτό και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε η κα Αντωνίου κατά την κυρίως εξέτασή της ότι ουδέποτε εξασφαλίστηκε η έγκριση του Υπουργού Εσωτερικών για την πρόσληψη του Αιτητή, ότι ουδέποτε υπήρξε καθορισμός της συγκεκριμένης θέσης, ούτε έγινε σχετικό σχέδιο υπηρεσίας και μισθολογική κλίμακα, ούτε καταγράφηκε τέτοια θέση στον ετήσιο προϋπολογισμό του Κ.Σ. με την αντίστοιχη μισθολογική κλίμακα δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτοί καθότι (α) η κα Αντωνίου δεν γνώριζε τα γεγονότα της υπόθεσης άμεσα και θετικά, (β) η κα Αντωνίου ενώ ανέφερε ότι τα πιο πάνω προκύπτουν από τα αρχεία της Επαρχιακής Διοίκησης δεν κατέθεσε το σύνολο των αρχείων του Επάρχου που αφορούν το Κ.Σ κατά την επίδικη περίοδο και ιδιαίτερα σημειώνουμε ότι δεν κατέθεσε
(1)τα πρακτικά του Κ.Σ. που αφορούσαν τον Αιτητή και τον προϋπολογισμό του Κ.Σ. για τα έτη 2008, 2009 και 2010 και
(2)τις επιστολές του Επάρχου σε σχέση με τη νομιμότητα των αποφάσεων του Κ.Σ. για τον Αιτητή για τα έτη 2008 και 2009 και τους προϋπολογισμούς του Κ.Σ. για τα έτη 2008 - 2010, και (γ) δεν διαφάνηκε
(1)από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 ότι ο Έπαρχος κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης του Κ.Σ. σε σχέση με το καθεστώς της εργοδότησης του Αιτητή και τη μετατροπή του Αιτητή σε εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου στην οποία (απόφαση) περιέχονταν και ρητές αναφορές σε σχέση με το καθεστώς εργασίας του Αιτητή πριν τη λήψη της εν λόγω απόφασης να έθεσε οποιαδήποτε θέματα σε σχέση με τη νομιμότητα της πρόσληψης και της απασχόλησης του Αιτητή από το Κ.Σ. κατά τα έτη 2007 - 2010 εκτός από το ζήτημα των απολαβών του (αντιθέτως παρατηρούμε ότι η σχετική απόφαση του Κ.Σ. ημερομηνίας 22/11/2010 κρίθηκε από τον Έπαρχο (ο οποίος όπως σημειώσαμε πιο πάνω έχει το καθήκον και την υποχρέωση να ελέγχει τις αποφάσεις των Κοινοτικών Συμβουλίων και στην περίπτωση που διαπιστώνει ότι αυτές δεν είναι στο πλαίσιο που προβλέπει ο Ν.86(Ι)/1999να τις ακυρώνει) ως νόμιμη σε όλα της σημεία - χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στα ζητήματα-προβλήματα που ανέφερε η κα Αντωνίου - εκτός από το ζήτημα των απολαβών του Αιτητή, και
(2)από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 ότι το Υπουργείο Εσωτερικών είχε οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με την πρόσληψη του Αιτητή από το Κ.Σ. και τη μετατροπή του σε υπάλληλο αορίστου χρόνου εκτός από τις απολαβές που δόθηκαν στον Αιτητή. Πέραν των πιο πάνω, η κα Αντωνίου δεν κατέθεσε ξεκάθαρα και με σαφήνεια αναφορικά με τον τρόπο που τα Κ.Σ. εξασφαλίζουν την έγκριση του Υπουργείου Εσωτερικών και δεν μας ανέφερε κατά πόσον τα Κ.Σ. μπορούν να αποταθούν απευθείας στον Υπουργό για μια τέτοια έγκριση. Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να προβούμε σε ευρήματα που να στηρίζουν τις εν λόγω θέσεις της κας Αντωνίου και ότι το μόνο εύρημα στο οποίο μπορούμε να καταλήξουμε με ασφάλεια με βάση το σύνολο της μαρτυρίας της κας Αντωνίου και των Τεκμηρίων που κατέθεσε ενώπιόν μας είναι ότι το Κ.Σ. δεν είχε πάρει την έγκριση του Υπουργού και του Επάρχου σε σχέση με τις απολαβές του Αιτητή από την 1/12/
- Περαιτέρω σημειώνουμε ότι με τη μαρτυρία της κας Αντωνίου δεν έχει αποδειχτεί ότι ο Αιτητής γνώριζε ότι υπήρχαν οποιαδήποτε θέματα που αφορούσαν τη νομιμότητα της διαδικασίας πρόσληψής του και την απασχόλησή του στο Κ.Σ. ή ότι είχε οποιοδήποτε φταίξιμο για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από το Κ.Σ. σχετικά με την πρόσληψη, την απασχόλησή του στο Κ.Σ. και τις απολαβές που του δόθηκαν. Εφαρμογή Νομικής Πτυχής Α. Όσον αφορά το θέμα κατά πόσον ο Αιτητής για την περίοδο 1/12/2007 - 31/11/2010 πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο Κ.Σ. ως εργοδοτούμενος ή ως ανεξάρτητος αυτοεργοδοτούμενος βρίσκουμε ότι κατά την εν λόγω περίοδο ο Αιτητής πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο Κ.Σ. κάτω από συνθήκες από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου ανεξάρτητα από το τι προνοούσε το Τεκμήριο
- Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι κατά την εν λόγω περίοδο υπήρχε μεταξύ των διαδίκων σχέση εργασίας αφού λάβαμε υπόψη το σύνολο της διευθέτησης μεταξύ τους και τα στοιχεία που περιβάλλουν την επίδικη σχέση. Πιο συγκεκριμένα, τα γεγονότα ότι: (α) ο Αιτητής ανέλαβε την προσφορά εργασίας στο Κ.Σ. έναντι συγκεκριμένης ετήσιας αμοιβής που του καταβαλλόταν σε δώδεκα ίσες μηνιαίες δόσεις (Βλέπε Τεκμήριο 4), (β) ο Αιτητής και το Κ.Σ. δήλωναν τα εισοδήματα του Αιτητή στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και πλήρωναν φόρο και εισφορές για τα συγκεκριμένα εισοδήματα στα εν λόγω τμήματα στη βάση του ότι προέρχονται από μισθωτή εργασία και δεν ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες του Τεκμηρίου 1 που προέβλεπαν ότι «οι οποιεσδήποτε πληρωμές προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθώς και σε άλλα ταμεία όπως επίσης και Φ.Π.Α.» θα αποτελούσαν υποχρέωση του Αιτητή, (γ) ο Αιτητής εκτελούσε τα καθήκοντα της εργασίας του που αφορούσαν εργασίες του Κ.Σ. στον χώρο εργασίας που του υποδείκνυε το Κ.Σ. χρησιμοποιώντας τον εξοπλισμό που του παρείχε το Κ.Σ. (στο Τεκμήριο 1 αναφέρεται ότι η διακίνηση του Αιτητή κατά τις ώρες εργασίας θα γίνεται με αυτοκίνητο που θα διαθέτει το Κ.Σ. και όταν δεν υπάρχει διαθέσιμο υπηρεσιακό αυτοκίνητο ο Αιτητής θα χρησιμοποιεί το δικό του και θα του καταβάλλονται οδοιπορικά έξοδα) και λάμβανε οδηγίες από το Κ.Σ. σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων της εργασίας του, (δ) ο Αιτητής εργαζόταν σύμφωνα με τα ωράρια εργασίας του Κ.Σ. και υπό την επίβλεψη του Γραμματέα του Κ.Σ. (Βλέπε επίσης Τεκμήριο 1), και (ε) ο Αιτητής πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο Κ.Σ. προσωπικά και δεν εργαζόταν για άλλο εργοδότη ούτε εκτέλεσε άλλη εργασία για άλλο πρόσωπο εκτός από το Κ.Σ.. Σημειώνουμε ότι με βάση το Τεκμήριο 7 ο Αιτητής προτιμήθηκε από τον άλλο προσφοροδότη καθότι δεν είχε άλλες επαγγελματικές δεσμεύσεις και θα μπορούσε να αφιερώνει όλο το χρόνο του στο Κ.Σ., κατά τη γνώμη μας, καταδεικνύουν, ότι στον Αιτητή δεν παρεχόταν η ευχέρεια να προσδιορίσει από μόνος του τον χρόνο και τον τόπο διεκπεραίωσης των καθηκόντων του και ότι για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων του χρησιμοποιούσε τα μέσα που του παρέχονταν από το Κ.Σ. και ακολουθούσε τις οδηγίες του Κ.Σ.. Τα πιο πάνω είναι στοιχεία που δεικνύουν ότι ο Αιτητής πρόσφερε τις υπηρεσίες του για λογαριασμό του Κ.Σ. και όχι για δικό του λογαριασμό. Β. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την απόφαση του Κ.Σ. να μετατρέψει τον Αιτητή σε εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου με βάση τον Ν.98(Ι)/2003 δεικνύουν ότι ο Αιτητής εργαζόταν στο Κ.Σ. όχι ως υπάλληλος δημοσίου δικαίου αλλά ως εργοδοτούμενος με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Όπως προκύπτει από το σύνολο των διατάξεων του Ν.86(Ι)/1999 και της Κ.Δ.Π.278/2002 που παραθέσαμε πιο πάνω, για την εργοδότηση από το Κ.Σ. οποιουδήποτε προσώπου (εκτός από εργάτη) είτε σε μόνιμη θέση δημοσίου δικαίου είτε σε έκτακτη ή μόνιμη θέση ιδιωτικού δικαίου καθώς και για την καταβολή της αμοιβής/της αντιμισθίας όλων των υπαλλήλων του Κ.Σ. η έγκριση του Υπουργού και/ή του Επάρχου είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Περαιτέρω στις περιπτώσεις που το Κ.Σ. συνάπτει συμβάσεις η διάρκεια των οποίων υπερβαίνει τη θητεία του Συμβουλίου το οποίο θα τις συνομολογήσει, το Κ.Σ χρειάζεται την έγκριση του Επάρχου. Ακόμη, αντιμισθία υπαλλήλου του Κ.Σ. που δεν εγκρίθηκε από τον Υπουργό, μέσω της διαδικασίας έγκρισης των ετήσιων προϋπολογισμών του Κ.Σ., χρειάζεται την έγκριση του Επάρχου για να μπορεί να δοθεί από το Κ.Σ.. Στην Κ.Δ.Π.278/2002 περιέχονται ξεχωριστές ειδικές πρόνοιες που αφορούν (α) προσλήψεις προσωπικού δημοσίου δικαίου (βλέπε καν. 13,16,19) και (β) προσλήψεις που γίνονται στη βάση σύμβασης (βλέπε καν. 22). Για όλες τις προσλήψεις απαραίτητη προϋπόθεση είναι η έγκριση του Υπουργού Εσωτερικών. Η εισήγηση του δικηγόρου του Αιτητή ότι οι πιο πάνω νομοθετικές και κανονιστικές πρόνοιες δεν εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση δεν μας βρίσκει σύμφωνους καθότι είναι ξεκάθαρο από το περιεχόμενο των εν λόγω προνοιών ότι αυτές εφαρμόζονται σε όλους τους εργοδοτούμενους του Κ.Σ. (εκτός από τους εργάτες) ασχέτως της φύσης της απασχόλησής τους. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να εξεταστεί υπό τον πρίσμα των νομικών αρχών που παραθέσαμε πιο πάνω σε σχέση με την ικανότητα και την εξουσία του Κ.Σ. να εργοδοτήσει ένα εργοδοτούμενο και όχι μόνο υπό το πρίσμα των αρχών που αφορούν τη μονομερή τροποποίηση μιας σύμβασης εργασίας και το δικαίωμα του εργοδοτουμένου στην καταβολή του συμφωνηθέντος μισθού του. Στην παρούσα περίπτωση ο Υπουργός και ο Έπαρχος δεν έδωσαν την έγκρισή τους στο Κ.Σ. σε σχέση με τις απολαβές του Αιτητή από την 1/12/2010 (όπως σημειώσαμε πιο πάνω το Κ.Σ. - το οποίο είχε το βάρος απόδειξης της υπεράσπισής του - δεν απέδειξε ότι δεν υπήρξε ρητή ή εξυπακουόμενη συγκατάθεση του Υπουργού (και/ ή του Επάρχου) για την πρόσληψη και την απασχόληση του Αιτητή). Υπό το φως του ότι (α) οι νομοθετικές και κανονιστικές πρόνοιες που προβλέπουν την έγκριση του Υπουργού και/ή του Επάρχου είναι υποχρεωτικές και επιτακτικές για την πρόσληψη, την απασχόληση και την αντιμισθία ενός υπαλλήλου του Κ.Σ. εκτός από εργάτη, και (β) από το σύνολο των λόγω προνοιών προκύπτει ότι το Κ.Σ. δεν έχει γενική και/ή άλλη εξουσία να εργοδοτεί προσωπικό εκτός του πλαισίου που καθορίζεται από τις εν λόγω πρόνοιες, κρίνουμε ότι η απόφαση του Κ.Σ. για μετατροπή του Αιτητή σε εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου με μηνιαίες απολαβές €4.983,42 από την 1/12/2010 ήταν εκτός των εξουσιών του και της ικανότητάς του (ultra vires) όσον αφορά το σκέλος των μηνιαίων απολαβών του Αιτητή. Καθοδηγούμενοι από την απόφαση του Employment Appeal Tribunal στην υπόθεση The Secretary of State for Justice v.
- T.J. Betts a.o (πιο πάνω) κρίνουμε ότι: (α) δεν υπήρξε συμμόρφωση του Κ.Σ. από τις 1/12/2010 μέχρι τις 31/6/2012 με τις απαιτήσεις των νομοθετικών και των κανονιστικών προνοιών που προβλέπουν για την εξουσία και την ικανότητά του να συνάπτει συμβάσεις εργασίας και ότι η μετατροπή της σύμβασης εργασίας του Αιτητή από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνο με τις ίδιες απολαβές δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αποτυχία του Κ.Σ. να εξασφαλίσει την έγκριση του Υπουργού και/ή του Επάρχου σχετικά με το ύψος των απολαβών του Αιτητή παρά το ότι ο Αιτητής δεν είχε οποιοδήποτε φταίξιμο για το εν λόγω ζήτημα, (β) η πιο πάνω μη συμμόρφωση του Κ.Σ. δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ικανή να είναι αντικείμενο παραίτησης για τον λόγο ότι Κ.Σ. δεν έχει την εξουσία να εργοδοτεί οποιοδήποτε προσωπικό (εκτός από εργάτες) χωρίς την έγκριση του Υπουργού και/ή του Επάρχου (ακόμα και αν μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικείμενο παραίτησης, στην παρούσα υπόθεση υπό το φως των διαφόρων ενεργειών του Κ.Σ. και του Επάρχου (Βλέπε Τεκμήρια 10, 11, 12, 13 και 15) βρίσκουμε ότι δεν υπήρξε παραίτηση από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση), (γ) παρά το ότι οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης στον Αιτητή είναι δραστικές με την έννοια ότι δεν θα μπορεί να διεκδικήσει το ποσό που του αποκόπηκε χωρίς τη συγκατάθεσή του από τις μηνιαίες απολαβές από τον Ιούλιο του 2012 (ενώ κανονικά θα μπορούσε να τις διεκδικήσει με επιτυχία ως παράβαση της σύμβασης εργασίας του καθότι οι εν λόγω αποκοπές έγιναν μονομερώς από την πλευρά του εργοδότη του χωρίς τη συγκατάθεση του και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοιο συμβατικό δικαίωμα), από την άλλη πλευρά το δημόσιο συμφέρον στο να μην προβαίνουν το κοινοτικά συμβούλια σε αυθαίρετες ενέργειες που θα δεσμεύουν τα κοινοτικά συμβούλια και θα έχουν αρνητικές συνέπειες στα δημόσια οικονομικά, δεν μπορεί να αγνοηθεί και να παρακαμφθεί. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τους καν. 14,16,17,19 και 22 της Κ.Δ.Π. 278/2002 η διενέργεια διαγωνισμού και/ή γραπτών/προφορικών εξετάσεων δεν είναι επιτακτική προϋπόθεση για την εργοδότηση από το Κ.Σ. υπαλλήλου ιδιωτικού δικαίου και ως εκ τούτου κρίνουμε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει οποιοδήποτε ζήτημα σχετικά με την απασχόληση του Αιτητή από το Κ.Σ. λόγω του γεγονότος ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε από το Κ.Σ. χωρίς να παρακαθήσει σε οποιεσδήποτε εξετάσεις ή να λάβει μέρος σε οποιοδήποτε διαγωνισμό. Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω καταλήγουμε ότι το σκέλος της απόφασης του Κ.Σ. ημερομηνίας 22/11/2010 που αφορούσε τις μηνιαίες απολαβές του Αιτητή και το οποίο αποτέλεσε μέρος της σύμβασης εργασίας που συνήφθηκε μεταξύ του Αιτητή και του Κ.Σ. είναι εκτός των εξουσιών και της ικανότητας του Κ.Σ. και συνακόλουθα άκυρο. Ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν μπορεί να το επικαλείται ως νόμιμη βάση αξίωσης και να αξιώνει βασιζόμενος σε αυτό το σκέλος της πιο πάνω απόφασης του Κ.Σ. τα ποσά που αποκόπηκαν από τις συμφωνηθείσες μηνιαίες απολαβές του από την 1/7/2012 και μετά, ισχυριζόμενος ότι οι εν λόγω αποκοπές έγιναν κατά παράβαση της σύμβασης εργασίας του. Δηλαδή ο Αιτητής δεν έχει νόμιμο αγώγιμο δικαίωμα να διεκδικεί το ποσό που αποκόπηκε από τις μηνιαίες απολαβές του. Συνακόλουθα η Αίτηση απορρίπτεται. Ενόψει του πρωτότυπου του θέματος και του ότι ο Αιτητής δεν είχε οποιαδήποτε μεμπτή εμπλοκή στο ζήτημα που αφορούσε τη μη έγκριση από τον Υπουργό και τον Έπαρχο του ύψους των απολαβών του που του δόθηκαν από το Κ.Σ. από την 1/12/2010 δεν επιδικάζουμε έξοδα εναντίον του και αποφασίζουμε όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδά της. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Γ. Κανικλίδης, Μέλος Π. Δημοσθένους, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου / σύμβαση εργασίας σε κοινοτικό συμβούλιο χωρίς την έγκριση υπουργού - ultra vires ) [1] Στο σύγγραμμα Ι Κουκιάδης ″Εργατικό Δίκαιο″ Γ΄ Έκδοση, στη σελ.182, αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Ατομική σχέση εργασίας είναι η έννομη και ειδικότερα η ενοχική σχέση που συνδέει δύο πρόσωπα από τα οποία το ένα (που λέγεται μισθωτός) υποχρεώνεται να παρέχει με αντάλλαγμα ορισμένη αμοιβή στο άλλο (που λέγεται εργοδότης) την εργασία του σε κατάσταση εξάρτησης απέναντι στον τελευταίο.» Στη σελ. 188 σημειώνεται ότι «. αντικείμενο της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας που επικράτησε να λέγεται και απλώς ″σύμβαση εργασίας″ είναι η εξηρτημένη εργασία σε αντίθεση με την ανεξάρτητη εργασία, που αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών.» [2] Βλέπε Χριστάκης Κώστα v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εργασίας & Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Αρ. Υπόθεσης 594/2007), ημερ. 14/3/2008, Χρ. Νικοδήμου & Σία Λτδ v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και/ή του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Αρ. Υπόθεσης 168/2007), ημερ. 9/4/2008, Στ. Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής
(1997)1 Α.Α.Δ. 1551, στην υπόθεση AVRAAM K. PROUSI v. REDUNDANT EMPLOYEES FUND
(1988)1 C.L.R. 363 στη σελίδα 368 ελέχθη ότι: "The question as to whether the relationship of employer and employee exists is always a question of fact and the facts of each particular case have to be taken into consideration. The only criterion for making a person an employee of another is not the payment of a salary for services rendered by him but also it has to be established that the employer can exercise control over the work of the other″. [3] Βλέπε επίσης τις αποφάσεις στις υποθέσεις Άγγελου Αγγελίδη ν. 1. Κυπρής Χ΄΄Μάρκου & Υιός Λτδ 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού Λτδ
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 465, Π. Προική v. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 736. [4] Βλέπε σελίδες 44-47 στο σύγγραμμα Π. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας Στο Κυπριακό Δίκαιο. [5] Στο σύγγραμμα Colin Bourn, Redundancy Law and Practice
(1983)στη σελίδα 77 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: ″The approach which is now adopted by the courts is to question whether the employee is in reality performing his duties ″as person in business in his own account″ ..... rather than working for a superior. A multiplicity of factors could influence that decision, such as the degree to which the person is free from detailed control by another, as to his hours or working methods, whether he has invested any capital in the business or whether he bears any of the economic risks of profit and loss″. [6] Στο σύγγραμμα Π. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας Στο Κυπριακό Δίκαιο, στη σελίδα 51 αναφέρονται τα εξής: «Με άλλα λόγια, το βασικό κριτήριο δεν είναι το είδος ή η φύση της εργασίας ή των προσφερόμενων υπηρεσιών, ούτε και ο έλεγχος σε σχέση με τις προσφερόμενες υπηρεσίες ή εργασία, αλλά η οικονομική βάση της σχέσης των μερών και της παροχής των επίδικων υπηρεσιών. Εάν ο προσφέρων τις υπηρεσίες πράττει τούτο για δικό του λογαριασμό και προς ίδιο όφελος, τότε τεκμαίρεται ότι υφίσταται σχέση προσφοράς ανεξάρτητων υπηρεσιών μεταξύ των δύο συμβαλλομένων, και όχι σχέση εργοδότησης. Αντίθετα, εάν ο προσφέρων τις υπηρεσίες πράττει τούτου προς όφελος και για λογαριασμό όχι του ιδίου αλλά του αποδέχτη των υπηρεσιών, τότε τεκμαίρεται σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου, με όλα τα συνεπακόλουθα.» [7] Στο σύγγραμμα J .Bowers, A Practical Approach to Employment Law, Oxford University Press, 7th Edition, στις σελ 47-48 σημειώνονται τα εξής : "The contract of employment is one of the most dynamic of legal agreements , changing frequently during its course as circumstances alter. Any variation in contractual terms, however requires the assent, express or tacit, of both parties and should be supported by consideration. The tacit consent may be represented by the employee simply carrying on working under altered conditions." Επίσης στο σύγγραμμα Douglas Brodie, The Employment Contract, Oxford University Press, 2005 στην παράγραφο 13.01 αναφέρεται ότι: "Because of the ongoing nature of the employment relationship, the issue of variation is very often far from theoretical one. On general principles the contract of employment can be varied by mutual agreement. " [8] J .Bowers, A Practical Approach to Employment Law, Oxford University Press, 7th Edition, στη σελ 48 σημειώνονται τα εξής: "If, however, the employer unilaterally enforces a variation without active consent or acquiescence, he repudiates the contract of employment and the employee is put to his election whether to accept the fundamental breach, and resign, or to carry on working and seek damages." [9] Credit Suisse v. Allerdale BC [1997] QB 306: "Where the public authority acts outside its jurisdiction in any of the ways indicated by Lord Reid in Anisminic Ltd v.Foreign Compensation Commission [1969] 2 AC 147, 171, the decision is void. In the case of a decision to enter into a contract of guarantee the consequence in private law are those which flow where one of the parties to the contract lacks capacity.........The role of public law is to answer the question what is the capacity of the local authority to contract? The role of the private law is to answer the question when one of the parties to a supposed contract lacks contractual capacity, does the supposed contract gives rise to legal o obligations? When a plaintiff is asserting a private law right - a private law cause of action, typically a claim for damages for breach of contract or tort, the plaintiff must establish his cause of action. Any defence raised by the defendant must be one recognised by private law. Lack of capacity to contract is a defence recognised by private law." [10]Βλέπε Chitty on Contracts, General Principles, Vol.1 , 31st edition, 2012 Chapter 10, p.857, Anson's Law of Contract, Oxford University Press, 30th edition p.242. [11]Βλέπε επίσης Υποθ.622/13 Κοινοτικό Συμβούλιο Κουκλιών ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερμ.14/12/2016. [12] Credit Suisse v. Allerdale BC (πιο πάνω). [13] Hinckley and Bosworth BC v. Shaw [2009] 9 LGR 9, Eastbourne Borough Council v. Foster [2002] ICR 234, Rose Gibb v. Maidstone and Tunbridge Wells NHS Trust [2009] EWHC 862. [14] Στο Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Bulletin No.466, May 2017 A1 [79] γίνεται εκτενής σχολιασμός της απόφασης The Secretary of State for Justice v. 1. T.J. Betts a.o . Μεταξύ άλλων, σημειώνονται τα εξής: " It has been argued in the text for some time that, in addition to the possibility that a contract of employment might be illegal and so unenforceable (including in statutory actions) there may also quite separately be the possibility of a contract of employment being unenforceable because it was ultra vires. This decision of Simler P in the EAT confirms that possibility and also that it is indeed a separate head from illegality. It also distinguishes and offers an explanation for the difficult case of Shrewsbury & Telford Hospital NHS Trust v Lairikyengbam .... where the EAT had found a way to preserve the claimant's right to claim unfair dismissal in spite of his appointment as a surgeon being ultra vires." Στη συνέχεια αφού γίνεται αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης σημειώνονται τα πιο κάτω αναφορικά με την απόφαση του EAT: "The EAT disagreed and allowed the Ministry' s Appeal holding that their contract of employment were void. It was held, on a proper interpretation of the 2010 Act, (which, it is true, is not explicit on the "employment point") the word 'appointment' is used neutrally, and is meant to include contracts of employment (otherwise there would be a large gap left in the concept of open competition, which is of major constitutional importance). Moreover:
(1)sec. 10 is mandatory, not aspirational, and does not permit any other parallel power to make appointments; and,
(2)no help is to be given by the more nuanced approach in the recent decision of the Supreme Court in Patel v Mirza... which concerned illegality, not ultra vires. Point
(1)is then used at [43] to "explain" the Shrewsbury & Telford Hospital NHS Trust v Lairikyengbam case on the basis that there the appointment as surgeon (in defiance of limitations imposed by the Health Service Regulations) may itself have been ultra vires, but the hospital also had a general power to enter into employment contracts, which could be relied on to avoid voidness (and permit an unfair dismissal action to proceed). In the instant case sec.10 allowed no such parallel general power and so the ultra vires principle applied without qualification. However, with a view to future cases, it may be that this will be viewed as very much a form of restrictive distinguishing, because in the same paragraph the President prefaces her view by saying that she find the reasoning in Shrewsbury & Telford Hospital NHS Trust v Lairikyengbam "difficult to follow" -an indication that it is the instant case that is to be followed because Shrewsbury & Telford Hospital NHS Trust v Lairikyengbam is in fact wrong." [15] The Constitutional Reform and Governance Act 2010. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο