ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ν. ΛΕΣΧΗ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ διαμέσου του γραμματέα της, Αρ. Υπόθεσης: 709/2013, 9/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:14 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Τσιούπη και Σ. Φιλίππου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 709/2013 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ Αιτητή -και- ΛΕΣΧΗ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Καθ' ων η αίτηση Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 27.3.2018 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ Αιτητή -και- ΛΕΣΧΗ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ διαμέσου του γραμματέα της Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 9η Απριλίου, 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Στ. Σκορδής Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Ε. Μιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σε Αίτηση Τροποποίησης των Γενικών Λόγων Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ' ων η αίτηση, ημερ. 26.6.2018 Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση οι Καθ' ων η αίτηση εξαιτούνται τις πιο κάτω θεραπείες: (Α) Την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την τροποποίηση των Γενικών Λόγων στο έγγραφο εμφανίσεως των Καθ'ων η Αίτηση (στο εξής «των Γενικών Λόγων») με τον πιο κάτω τρόπο:
- Με την απάλειψη από την παράγραφο 1 των Γενικών Λόγων της φράσης της φράσης «και εφόσον συμφωνούσε ο Αιτητής».
- Με την απάλειψη ολόκληρης της παραγράφου 2 των Γενικών Λόγων και την αντικατάσταση της με την εξής: «Η Λέσχη αρνείται την παράγραφο 5 των Γενικών Λόγων και ισχυρίζεται ότι οι πραγματικοί όροι εργοδότησης του Αιτητή αναγράφονται στην μεταξύ του Αιτητή και της Λέσχης σύμβαση ημερομηνίας 29.6.07 στην οποία η Λέσχη επιφυλάσσεται να αναφερθεί κατά την δικάσιμο.»
- Με την απάλειψη από την παράγραφο 3 (α) των Γενικών Λόγων των ημερομηνιών «1.4.2013, 1.5.2013 και 1.6.2013» στην τέταρτη και πέμπτη γραμμή της εν λόγω παραγράφου και την αντικατάσταση τους με τις ημερομηνίες «30.4.2013, 31.5.2013 και 30.6.2013»
- Με την απάλειψη ολόκληρης της παραγράφου 3(β) των Γενικών Λόγων και την αντικατάσταση της με την εξής παράγραφο: «Κατά ή περί την 10.7.13 ο Αιτητής παρέδωσε δια χειρός στη Λέσχη επιστολή από τον Αιτητή με ημερομηνία 26.6.2013 με την οποία ο Αιτητής ήγειρε για πρώτη φορά ένσταση στη μείωση του μισθού του και ακολούθως στην εν λόγω επιστολή του απάντησε ο Γενικός Διευθυντής της Λέσχης με επιστολή του ημερομηνίας 15.7.2013 και ο Αιτητής επανήλθε στις 31.7.13 με δεύτερη επιστολή η οποία απαντήθηκε και πάλι στις 23.8.13 από τον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή της Λέσχης. Η Λέσχη επιφυλάσσεται να αναφερθεί στο περιεχόμενο όλων των επιστολών που αντάλλαξαν με τον Αιτητή. Η θέση της Λέσχης είναι ότι ο Αιτητής με την συμπεριφορά του εμποδίζεται (is estopped) από το να εγείρει την παρούσα Αίτηση και ότι έχει σιωπηρά αποδεχθεί (has acquiesced) την μείωση του μισθού του ως και το λοιπό προσωπικό και ότι έχει αποδεχθεί οποιεσδήποτε αλλαγές έγιναν στους όρους και ωράριο εργοδότησης του.»
- Με την απάλειψη από την παράγραφο 3 (γ) των Γενικών Λόγων της φράσης «κατά την διεξαγωγή των ιπποδρομιακών συναντήσεων». (Β) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. (Γ) Έξοδα της αιτήσεως πλέον Φ.Π.Α. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.Θ. 1,2,3,4 και 5, Δ.19, Δ.21, Δ.48, Θ.Θ. 1,2,3,8 και 9, στο άρθρο 30
(3)του Συντάγματος και στην Πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις Γενικές Αρχές του Νόμου και της Νομολογίας. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην συνημμένη ένορκη δήλωση του XXXXX Χ" Μηνά, Γενικού Διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση, ο οποίος δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί σ' αυτή. Δηλώνει ότι σε συνάντηση με τον νέο δικηγόρο τους κ. XXXXX Σταυράκη, που αντικατάστησε τους προηγούμενους δικηγόρους, για προετοιμασία της υπόθεσης που ήταν ορισμένη στις 15.6.18 για ακρόαση, αντιλήφθηκαν ότι ο προηγούμενος δικηγόρος δεν είχε επικοινωνήσει μαζί τους προτού ετοιμάσει τους Γενικούς Λόγους Εμφάνισης και ότι οι Γενικοί αυτοί λόγοι έβριθαν από λάθη και ανακρίβειες. Αποτέλεσμα ήταν να προβούν σ' όλες τις αναγκαίες απαλείψεις και τροποποιήσεις για να δοθεί η ορθή εικόνα και γεγονότα στο Δικαστήριο. Πιστεύει ως τον συμβουλεύει και ο δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση, ότι αυτό είναι επάναγκες δίκαιο και λογικό για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει πάνω στα πραγματικά γεγονότα και νομικά σημεία. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή, η οποία βασίζεται επί των άρθρων 11, 12, 14 και 17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.12, ΘΘ.1-10, Δ.9, ΘΘ.1 - 10, Δ.25, ΘΘ.1-6, Δ.30, Δ.48, ΘΘ.1-9, Δ.64, ΘΘ.1-2 και στις εγγενείς και σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου και την σχετική νομολογία. Οι Προβαλλόμενοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:- (α) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αντίκειται στην υπάρχουσα επί του θέματος νομολογία και τις αρχές που διέπουν τέτοιες αιτήσεις. (β) Οι λόγοι που επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση-αιτητές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και γενικά η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δε δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης. Οι αιτούμενες θεραπείες είναι ατελέσφορες και/ή επιχειρούν να εισάγουν ισχυρισμούς που αναιρούν ουσιώδεις παραδοχές και/ή ισχυρισμούς και/ή που αλλάζουν πλήρως την υπεράσπιση και/ή θέσεις και/ή γραμμή της υπεράσπισης χωρίς οιαδήποτε και/ή επαρκή αιτιολογία. (γ) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) και/ή τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει βλάβη στα δικαιώματα του Αιτητή. (δ) Η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν αιτιολογείται επαρκώς και/ή καθόλου. (ε) Έγκριση της αίτησης θα καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, των δικαιωμάτων του Αιτητή τα οποία προκύπτουν με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας XXXXX Ιωαννίδου, η οποία δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης από το φάκελο της υπόθεσης και από πληροφορίες που πήρε από τον Αιτητή, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι λόγοι που επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και γενικά η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δε δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης και εγείρουν λόγους που δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ή να στηρίξουν τις αιτούμενες θεραπείες. Περαιτέρω οι αιτούμενες θεραπείες επιχειρούν να εισάγουν ισχυρισμούς που αναιρούν ουσιώδεις παραδοχές και ισχυρισμούς και που αλλάζουν πλήρως την υπεράσπιση και ουσιώδεις θέσεις της υπεράσπισης χωρίς οιαδήποτε επαρκή αιτιολογία (αιτούμενες θεραπείες 1, 2 και 5). Περαιτέρω σημειώνει ότι οι εξηγήσεις που δίνονται για την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης δεν μπορούν να αιτιολογήσουν αυτή ενώ τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει βλάβη στα δικαιώματα του Αιτητή ο οποίος έχει απολυθεί από τους Καθ' ων η αίτηση με ισχύ του τερματισμού της απασχόλησης του στις 14/8/2018 και οι λόγοι απόλυσης του συνδέονται με τους ισχυρισμούς που οι Καθ' ων η αίτηση επιχειρούν να αλλάξουν/τροποποιήσουν με τις θεραπείες υπό 1, 2 και 5, ήτοι με ισχυριζόμενη παράβαση όρων εργοδότησης, ισχυρισμοί οι οποίοι με την υφιστάμενους Γενικούς Λόγους Εμφάνισης ουσιαστικά εν πολλοίς αναιρούνται. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση του θέματος, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 «Οι Κανονισμοί». Με το άρθρο 11 των Κανονισμών παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Κ.12
(1)των Κανονισμών «ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Στη νομική βάση του Τύπου 6 αναφέρεται ότι θα πρέπει να προσδιορίζονται τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση. Για το ζήτημα της τροποποίησης δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς. Προς συμπλήρωση ωστόσο του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί στον Κ.17 προβλέπεται ότι, «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.» Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων κατά τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους, με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίζονται στην Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd και άλλων
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33, και είναι οι ακόλουθες: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Άλλος σημαντικός παράγοντας που υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο (Kallice Holding Co. Ltd. v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162). Στην απόφαση Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της Περιουσίας του Αποβιώσαντος Hurutune L. Arakelian ν. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των Εξαρτημένων της Εταιρειών κ.α (απόφαση ημερ. 11.2.16 στην Πολιτική Έφεση Αρ.51/2012), το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο σε παλαιότερη νομολογία του επισήμανε τα ακόλουθα αναφορικά με την τροποποίηση δικογράφων: Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25 (ως εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση), είναι πλατιά. Κυρίαρχο στοιχείο για την άσκησή της είναι τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως τονίστηκε στην Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, στη σελ. 26:- «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Οι αρχές που διέπουν το θέμα δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Άδεια για τροποποίηση μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ώστε όλα τα επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων για το ίδιο θέμα να εκδικαστούν σε μια διαδικασία. Με βάση τη λεγόμενη σύγχρονη τάξη της νομολογίας, επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμη και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Τελικά με την πάροδο των χρόνων η προσέγγιση της νομολογίας στο θέμα της τροποποίησης έγινε αρκετά φιλελεύθερη ώστε να εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με βάση το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Οι πιο πάνω αρχές προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από τις αποφάσεις Courtis a.o. v. Iasonides
(1970)1 CLR 180, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1Ε ΑΑΔ 33, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α., Πολ. Έφ. Αρ.:79/09, ημερ. 04.05.2012 και επαναλήφθηκε στην υπόθεση D.J. Karapatakis & Sons Ltd ν. Δήμου Στροβόλου, Πολιτική Έφεση αρ. 135/2011, ημερ. 13.06.2013: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά». Στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση αρ. 58/2012, ημερ. 04.03.2013, το Ανώτατο Δικαστήριο επέτρεψε την τροποποίηση δικογράφου, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και ειδικότερα την απουσία κακοπιστίας από πλευράς εφεσειόντων, καταλήγοντας ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την άσκηση της επί του προκειμένου διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης για τροποποίηση, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση των εφεσίβλητων ότι έγκριση της αίτησης θα προκαλούσε στους ίδιους ανεπανόρθωτη ζημιά, καθότι θα απαιτείτο για σκοπούς περαιτέρω αντεξέτασης, η επανακλήτευση μεγάλου αριθμού μαρτύρων και κατανοώντας τις οποιεσδήποτε δυσκολίες ενδεχομένως ήθελαν προκληθεί στους εφεσίβλητους σε περίπτωση επανακλήτευσης οποιουδήποτε αριθμού μαρτύρων, σημειώνοντας πως η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανακλήτευση μαρτύρων, δεν μπορεί να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ των εφεσίβλητων. Προέχει το συμφέρον της δικαιοσύνης. Μια τέτοια ζημιά μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Καθοδηγούμενοι λοιπόν από τις αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων σε συνάρτηση με τους Κανονισμούς του παρόντος Δικαστηρίου και τη Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία εφαρμόζεται κατ' αναλογία, και σε συνάρτηση πάντοτε με τον συνοπτικό χαρακτήρα που διέπει τη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και της ευχέρειας που του παρέχεται να εκδίδει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της, κρίνουμε ότι: - Η αιτούμενη τροποποίηση εμπίπτει μέσα στις εξαιρέσεις της Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την καταχώρηση αίτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. - Δεν έχει διαπιστωθεί η εισαγωγή νέων θεμάτων ή η διαφοροποίηση του πυρήνα της υπεράσπισης των Καθ' ων η αίτηση. - Το άρθρο 30.3(β) του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα του διαδίκου να προβάλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου. - Δεν υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος των Καθ' ων η αίτηση ή τέτοια καθυστέρηση που με οποιονδήποτε τρόπο επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα του Αιτητή όπως αυτά κατοχυρώνονται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Δεν βρίσκουμε να υπήρξε οποιαδήποτε υπέρμετρη καθυστέρηση που θα μπορούσε από μόνη της να αποκλείσει τη δυνατότητα επιτυχίας της παρούσας αίτησης για τροποποίηση, καθώς η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει. Σε κάθε περίπτωση, όπως τονίστηκε στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A. & G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 726 ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, αλλά δεν είναι «εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας». Στην απόφαση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, 53, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε από μόνη της να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση και μάλιστα όταν δεν υπήρχε καμία απολύτως ένδειξη ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη κάτι που διαπιστώνουμε και στην προκείμενη περίπτωση. Ενώπιον μας δεν τέθηκαν στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο σκοπό την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης. Ακόμη κι αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε αμέλεια ή λάθος σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. - Δεν έχουμε διακρίνει κακή πίστη εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης, για την απόδειξη της οποίας σε κάθε περίπτωση χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη, κάτι που δεν έχουμε διαπιστώσει στην προκείμενη περίπτωση (Κ. Παφίτης & Υιοί ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Λαμβανομένων λοιπόν υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης και ειδικότερα την απουσία κακοπιστίας από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση, καταλήγουμε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την άσκηση της επί του προκειμένου διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης για τροποποίηση. Είναι πιστεύουμε αρκετό να επισημάνουμε πως αντίθετη προσέγγιση θα αποστερούσε από τους Καθ' ων η αίτηση τη δυνατότητα να παρουσιά-σουν τα γεγονότα όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι διαδραματίστηκαν και τούτο χωρίς να επηρεάζει οποιοδήποτε δικαίωμα του Αιτητή μπροστά στο συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι εξηγήσεις που έχουν δοθεί από τον Γ.Δ. των Καθ' ων η αίτηση ότι η τροποποίηση κατέστη αναγκαία κατά την μελέτη της υπόθεσης με τον νέο δικηγόρο τους, κατά την προετοιμασία της ακρόασης και ότι κρίθηκε αναγκαία για σκοπούς διατύπωσης των θέσεων τους, βρίσκουμε να είναι ικανοποιητικές, καθώς δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία περί υπάρξεως κακοπιστίας. - Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μας δεν φαίνεται ότι η τροποποίηση θα επηρεάσει την πλευρά του Αιτητή ή θα επιφέρει οποιαδήποτε αδικία στον Αιτητή σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποκατάσταση της με την καταβολή εξόδων. - Με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, δεν θα επηρεαστούν αρνητικά τα συμφέροντα του Αιτητή και αυτός δεν θα βρεθεί σε δυσμενή θέση. Για όλους τους λόγους που αναφέρουμε πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης των γενικών λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ' ων η αίτηση ως η αίτηση. Η τροποποίηση να γίνει εντός δέκα ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης ως και αυτά που θα προκύψουν από την τροποποίηση επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να είναι δε πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (υπ)............................................................... Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Τσιούπη, Μέλος Σ. Φιλίππου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο