ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. PELETICO LTD, Αρ. Υπόθεσης: 861/2013, 31/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:4 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Στυλιανού και Κ. Χρίστου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 861/2013 Μεταξύ: XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Αιτητής -και- PELETICO LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 31η Ιανουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Ζ. Νικολάου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Κ. Χαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι οι Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία») παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του. Στη βάση αυτή διεκδικεί αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, αυξημένες αποζημιώσεις, οιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους Εμφάνισης αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν καθ' όλα νόμιμος και δικαιολογημένος καθότι η απόδοση του δεν ήταν ικανοποιητική, κατ' επανάληψη και συστηματικά δεν εκτελούσε τα καθήκοντα του κατ' ευλόγως ικανοποιητικό τρόπο και ή επιμελώς, επεδείκνυε αδιαφορία και έλλειψη προσοχής κατά την απασχόληση του, δεν τηρούσε τους κανόνες εργασίας και τις οδηγίες των προϊσταμένων του και δεν επεδείκνυε τον πρέπον σεβασμό προς αυτούς ή και τους συναδέλφους του. Επίσης ότι κατ' επανάληψη γνωστοποίησαν στο Αιτητή τα παράπονα που είχαν σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του ή και την έλλειψη ενδιαφέροντος για την εργασία του και γενικά την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, ή και του έδωσαν επανειλημμένως την ευκαιρία να βελτιωθεί χωρίς αποτέλεσμα. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν ενόρκως ο Οικονομι-κός Διευθυντής και Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού της Εργοδότριας Εταιρείας κ. XXXXX Καλογήρου και ο πρώην υπάλληλος της κ. XXXXX Χριστοδούλου, ο οποίος από το 2002 μέχρι και την αποχώρηση του τον Μάιο 2013 ήταν υπεύθυνος φόρτωσης της αποθήκης. Ο Αιτητής υποστήριξε τη θέση του με τη δική του και μόνο ένορκη μαρτυρία. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο, για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασχολείται με την παραγωγή και διάθεση μπογιών και άλλων οικοδομικών επιχρισμάτων. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 14.3.1999 και εργάστηκε ανελλιπώς ως οδηγός μέχρι τις 24.7.2013 που η απασχόληση του τερματίστηκε με σχετική επιστολή (Τεκ.1), το περιεχόμενο της οποία παραθέτουμε: «Σε συνέχεια των συναντήσεων που είχαμε στις 19.7.2013 και 23.7.2013, αναφορικά με τα θέματα που καταγράφονται στις επιστολές μας με ημερομηνία 5.7.2013 και 19.7.2013, και μετά την ενημέρωση που έτυχε η συντεχνίας σας στις 19.7.2013 και 22.7.2013, βρισκόμαστε στη δυσάρεστη θέση να σας ανακοινώσουμε ότι οι υπηρεσίες σας στην εταιρείας μας τερματίζονται από σήμερα. Όπως σας έχει λεχθεί προφορικά και γραπτώς στις επιστολές μας ημερ. 19.7.2013, 5.7.2013, 8.2.2013, 14.1.2013, 7.12.2012, 15.12.2011 οι λόγοι της απόλυσης σας έγκεινται στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων σας, την μη ικανοποιητική απόδοση σας, την αδιαφορία και έλλειψη προσοχής την οποία επιδείξατε, στην κατ' εξακολούθηση μη τήρηση των κανόνων εργασίας και οδηγιών των προϊσταμένων σας, ως επίσης και την έλλειψη σεβασμού προς αυτούς και ετέρους συναδέλφους σας, συμπεριφορά σας για την οποία μάλιστα σας έχουν γίνει επανειλημμένως σχετικές συστάσεις, υποδείξεις και επιστολές από τους προϊσταμένους σας, χωρίς δε οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Η εταιρεία δεν απαιτεί να εργαστείτε την περίοδο προειδοποιήσεως του τερματισμού της απασχόλησης σας, την οποία και θα σας πληρωθεί. Με εκτίμηση, Για Πελέτικο Λτδ XXXXX Καλογήρου Οικονομικός Σύμβουλος/ Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού». Οι απολαβές του Αιτητή για σκοπούς του Νόμου ανέρχονταν στο ποσό των €390,47 εβδομαδιαίως. Ο κ. Ν. Καλογήρου, με τη γραπτή δήλωση του, δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης από προσωπική εμπλοκή και από στοιχεία και έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Επίσης ως Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού της Εταιρείας είναι ο αρμόδιος αξιωματούχος ο οποίος χειρίζεται τις καθημερινές δραστηριότητες της Εταιρείας και τα θέματα προσωπικού. Αναφερόμενος στα δύο τελευταία γεγονότα που οδήγησαν, με βάση την επιστολή απόλυσης, στην απόφαση για απόλυση του Αιτητή, ισχυρίστηκε ότι στις 20.6.2013 ο Αιτητής προέβη σε πολύ σοβαρό παράπτωμα καθότι ενώ κατά την εκτέλεση δρομολογίου εισέπραξε από συγκεκριμένο πελάτη το ποσό των €870 σε μετρητά, για το οποίο εξέδωσε απόδειξη, εν τούτοις το ποσό αυτό μαζί με ακόμη δύο επιταγές που παρέλαβε από άλλους πελάτες, δεν παραδόθηκαν ποτέ στο λογιστήριο την ημέρα που τα παρέλαβε, ισχυριζόμενος ότι το λογιστήριο ήταν κλειστό ενώ στην πραγματικότητα ήταν ανοικτό. Μέχρι τις 3.7.2013 που δέχθηκαν παράπονο από τον πελάτη ότι η πληρωμή δεν παρουσιαζόταν στην κατάσταση λογαριασμού του, ο Αιτητής δεν έδωσε καμία εξήγηση για την μη παράδοση των μετρητών. Ακόμη πιο περίεργο είναι το γεγονός ότι οι δύο επιταγές τελικά παραδόθηκαν στον ταμία της αποθήκης ενώ τα μετρητά ποτέ. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ξέχασε τα λεφτά σε ένα ξεκλείδωτο συρτάρι όπου τα είχε τοποθετήσει. Ο μάρτυρας κατέθεσε σχετική επιστολή ημερ. 5.7.2013 (Τεκ.10) του διευθυντή διανομής και αποθηκών κ. XXXXX Επιφανείου προς τον Αιτητή και τη συντεχνία του, με την οποία του καταλογίζεται όλη την ευθύνη για τη λανθασμένη διαχείριση των χρημάτων της Εταιρείας, ως και υπόμνημα της Εταιρείας προς όλο το προσωπικό, αναφορικά με τη μεταφορά μετρητών και επιταγών (Τεκ.11). Ισχυρίστηκε επίσης, ότι λίγες μέρες μετά και δη στις 19.7.2013, ο Αιτητής επέδειξε έλλειψη σεβασμού προς τους συναδέλφους του και επιδεικτική ανυπακοή στις οδηγίες των προϊσταμένων του. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής χωρίς άδεια εισήλθε στο Tinting Room που χρησιμοποιείται μόνο από το προσωπικό που έχει σχέση με την παραγωγή χρωμάτων, μπογιάδων και υλικών και κάθισε επιδεικτικά με το ένα πόδι πάνω στο άλλο προκαλώντας με την αδιαφορία του και τον ανάρμοστο τρόπο που γελούσε και συμπεριφερόταν, αγνοώντας πλήρως τις οδηγίες του προϊσταμένου του, να φορτώσει το αυτοκίνητο με υλικά που θα παραδίδονταν σε πελάτη στην Πάφο. Αντί αυτού ο Διευθυντής Πωλήσεων αναγκάστηκε να φορτώσει μόνος του τα υλικά, που δεν ήταν δικό του καθήκον αλλά του Αιτητή. Αυθημερόν ο Αιτητής παρέλαβε επιστολή με κοινοποίηση στη συντεχνία του (Τεκ.12), με την οποία καλείτο να προσέλθει ενώπιον του Διευθυντή Προσωπικού για να δώσει εξηγήσεις. Ο Αιτητής συνέχισε να είναι προκλητικός και να έχει λεκτική αντιπαράθεση με τον διευθυντή του. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης και σε αριθμό προειδοποιητικών επιστολών που δόθηκαν στο Αιτητή από το Δεκέμβριο 2011 μέχρι και τον Φεβρουάριο 2013 αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του, που είναι οι ακόλουθες: Τεκμήριο 5, Επιστολή ημερ. 15.12.2011 από Λ. Παπαδόπουλο, διευθυντή διανομής και αποθηκών, γιατί στις 2.12.2011 παρέλειψε να παραδώσει τα σωστά προϊόντα στο σωστό πελάτη με αποτέλεσμα να εκτεθεί η Εταιρεία στους πελάτες της. Τεκμήριο 6 Επιστολή ημερ. 7.12.2012 από Λ. Επιφανείου, διευθυντή διανομής και αποθηκών, γιατί παρέδωσε υλικά σε λανθασμένο πελάτη και σημείωσε ότι τα παρέδωσε στον σωστό πελάτη. Επίσης χωρίς άδεια και χωρίς έκδοση τιμολογίου πήρε άλλα υλικά από την αποθήκη για να τα παραδώσει στον σωστό πελάτη. Τεκμήριο 7 Επιστολή ημερ. 14.1.2013 από Λ. Επιφανείου, γιατί στις 7.1.2013 μετά από δικό του λάθος, οδηγώντας αυτοκίνητο της Εταιρείας, κτύπησε σταθμευμένο αυτοκίνητο. Τεκμήριο 8 Επιστολή ημερ. 8.2.2013 από Λ. Επιφανείου, γιατί μετά από εσωτερικό έλεγχο στους ταχυγράφους των οχημάτων της Εταιρείας διαπιστώθηκε ότι δεν τηρούσε σωστά ωράρια οδήγησης και ξεκούρασης όπως προβλέπει ο νόμος. Ο Μάρτυρας αναφέρθηκε περαιτέρω και σε τρεις παλαιότερες επιστολές, για τις οποίες δεν γίνεται αναφορά στην επιστολή απόλυσης, ημερ. 5.1.2006 για προσωπική χρήση αυτοκινήτου της Εταιρείας (Τεκ.2), 2.9.2009 για υλικές ζημιές που προκάλεσε σε προϊόντα της Εταιρείας από τον χειρισμό ανυψωτικού οχήματος (Fork Lift) (Τεκ.3) και 29.7.2011 για ζημιά σε προϊόντα της Εταιρείας την οποία ο ίδιος εν τέλει επωμίσθηκε (Τεκ.4). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι η Εταιρεία εργάζεται στον τομέα της πέραν των 55 ετών και ότι είναι εγγεγραμμένη στο ISO
- Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια της πολιτικής της όλοι οι υπάλληλοι με την πρόσληψη τους τυγχάνουν και της δέουσας εκπαίδευσης, τόσο θεωρητικής με την γνωστοποίηση των εγκυκλίων που υπάρχουν, όσο και πρακτικής με επισκέψεις σε πελάτες και τριήμερης ή τετραήμερης εκπαίδευσης υπό την επιτήρηση του προϊσταμένου διευθυντή τους, πριν αφεθούν ελεύθεροι να εργάζονται από μόνοι τους. Το ίδιο και ο Αιτητής έτυχε της κατάλληλης εκπαίδευσης τόσο σε σχέση με τα οχήματα που οδηγούσε όσο και για την ευθύνη που έφερε ως οδηγός για τις ποσότητες των προϊόντων που φορτώνονταν στο όχημα του, και τις οποίες θα έπρεπε να ελέγξει πριν αναχωρήσει. Επίσης ότι η Εταιρεία συνεχώς επιμένει όπως οι υπάλληλοι της τηρούν με ευλάβεια όλες τις νομοθεσίες για τη δική τους προστασία αλλά και για τη νομική ευθύνη που φέρουν οι ίδιοι ως διευθυντές. Για το περιστατικό ημερ. 20.6.2013 ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε από τον κ. Επιφανείου. Αφού του υποδείχθηκε ο ταχογράφος του οχήματος που οδηγούσε ο Αιτητής και του υποβλήθηκε ότι ο Αιτητής έφθασε στα γραφεία της Εταιρείας στις 5:45μμ και όχι στις 5:05μμ ως ο ίδιος διατείνεται, ο μάρτυρας έδειξε άγνοια στο να αναγνώσει τον ταχογράφο. Επίσης αφού του υπεβλήθη ότι το λογιστήριο την ώρα που έφθασε ο Αιτητής ήταν κλειστό, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι μετά πάσης βεβαιότητας ο ίδιος ήταν στο γραφείο του και ο Αιτητής θα μπορούσε να του παραδώσει, όπως κάνουν όλοι οι πωλητές όταν αργήσουν να έρθουν μέσα και το λογιστήριο είναι κλειστό. Ακολούθως αφού συμφώνησε ότι σε περίπτωση που το λογιστήριο είναι κλειστό ο πωλητής θα πρέπει να παραδώσει στον διευθυντή του, σε νέα υποβολή ότι ο Αιτητής αυτό έπραξε, ο μάρτυρας επέμενε ότι ο Αιτητής ουδέποτε παρέδωσε χρήματα στον διευθυντή του, καθώς ως υπεύθυνο άτομο ο διευθυντής ουδέποτε θα έδινε οδηγίες σε κάποιο να βάλει €870 σ' ένα ξεκλείδωτο συρτάρι. Επίσης ότι ρώτησε τον κ. Επιφανείου και του είπε ότι ουδέποτε έδωσε τέτοιες οδηγίες στον Αιτητή. Για το περιστατικό ημερ. 19.7.2013 ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε από τον διευθυντή πωλήσεων κ. Λάμπρο Παπαδόπουλο και ότι ακολούθως κάλεσε και τους δύο στο γραφείο του και τους άκουσε. Επέμενε ότι τα γεγονότα έγιναν όπως τα κατέγραψε ο κ. Παπαδόπουλος στις 19.7.2013 και ότι κανένας δεν είχε οτιδήποτε εναντίον του Αιτητή τον οποίο πολλές φορές είχαν βοηθήσει για να μην χάσει τη δουλειά του. Ο κ. Γ. Χριστοδούλου (δεύτερος μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία), κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του εκτελούσε για 12 χρόνια καθήκοντα οδηγού και από το 2002 καθήκοντα υπεύθυνου φόρτωσης αποθήκης. Και μετά τον τερματισμό της απασχόλησης του έχει εργαστεί στην Εταιρεία από τρεις μήνες μέχρι και ένα χρόνο. Δηλώνει ότι τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται και καταθέτει τα γνωρίζει λόγω της απασχόλησης του και της εμπλοκής του στα τεκταινόμενα της αποθήκης, όπου εργαζόταν και ο Αιτητής. Επίσης ότι με το Αιτητή εργάστηκαν αρκετά χρόνια μαζί και ότι επανειλημμένες φορές αναγκάστηκε να του κάνει παρατήρηση γιατί μιλούσε συνεχώς στο τηλέφωνο και δεν αφοσιωνόταν στη δουλειά του. Σημειώνει ότι η αποθήκη της Εταιρείας λειτουργεί βάσει κανόνων που αποβλέπουν στην προστασία του προσωπικού, το οποίο με τις μετακινήσεις και φορτώσεις βαριών αντικειμένων είναι εκτεθειμένο σε διάφορους κινδύνους. Ως εκ τούτου, η Εταιρεία έχει μεριμνήσει ώστε να διατηρεί ιδανικές εγκαταστάσεις για την ασφάλεια του προσωπικού, το οποίο με την παρακολούθηση σεμιναρίων γνωρίζει επακριβώς τις διαδικασίες που ακολουθούνται. Ο Αιτητής με βάση τα καθήκοντα του παρακολούθησε μαθήματα οδηγού και λειτουργίας του ταχογράφου. Για τις εγκαταστάσεις της η Εταιρεία κατέχει επίσης πιστοποιητικό ISO 9001 -
- Περαιτέρω όλοι οι υπάλληλοι, κατά την άφιξη και αναχώρηση τους από την Εταιρεία κτυπούσαν την προσωπική τους κάρτα, όπου καταγράφονταν σε τυπωμένες καταστάσεις οι καθημερινές ώρες που συμπλήρωνε ο κάθε υπάλληλος. Για σκοπούς της υπόθεσης παρουσίασε κατάσταση από το αρχείο της Εταιρείας (Τεκ.14Β) σχετικά με τις ώρες εργασίας του Αιτητή από την οποία προκύπτει ότι στις 20.6.2013 αναχώρησε από την εργασία του στις 5:15μμ. Για τη φόρτωση των προϊόντων, ο ίδιος ως υπεύθυνος φόρτωσης μεριμνούσε ώστε να φορτώνονται τα οχήματα με τα σωστά προϊόντα όπως αναφέρονται στο τιμολόγιο. Αναφωνούσε με λεπτομέρεια την παραγγελία του κάθε πελάτη, την οποία ο οδηγός είχε καθήκον να οργανώνει σωστά στο όχημα του. Καθήκον του οδηγού ήταν να γνωρίζει τους κωδικούς, την ονομασία του κάθε προϊόντος και την ποσότητα της παραγγελίας τού κάθε πελάτη που φόρτωνε στο όχημα του. Τέλος αναφερόμενος στη λειτουργία του συστήματος καταγραφής πληροφοριών με ταχογράφο που ήταν εγκατεστημένο σ' όλα τα οχήματα της Εταιρείας, σημείωσε ότι πρόκειται για μία συσκευή που σκοπό έχει να καταγράφει αυτόματα την ταχύτητα και την απόσταση μαζί με τις δραστηριότητες των οδηγών, η οποία ενεργοποιείται αυτόματα όταν το όχημα βρίσκεται σε κίνηση. Η Εταιρεία χρησιμοποιεί αναλογικό ταχογράφο. Προτού το όχημα τεθεί σε λειτουργία θα πρέπει να εισαχθεί από τον οδηγό ένα χαρτί υπό μορφή δίσκου (CD) το οποίο αφαιρεί με την ολοκλήρωση της διαδρομής. Επί του δίσκου καταγράφονται λεπτομερώς οι ώρες που το όχημα ευρίσκετο σε κίνηση έστω κι αν υπήρξαν ενδιάμεσες στάσεις ή διακοπές. Αντεξεταζόμενος σημείωσε ότι ως υπεύθυνος φόρτωσης είχε υπό την ευθύνη του όλους τους οδηγούς, στους οποίους ανέθετε δουλειά όταν ευρίσκοντο στην αποθήκη και όριζε τη διαδρομή που θα εκτελούσαν και τα προϊόντα που θα μετέφεραν στους διάφορους πελάτες. Περαιτέρω αφού του υποδείχτηκε ο ταχογράφος (Τεκ.15) αναγνώρισε ότι συμπληρώθηκε από τον Αιτητή πριν ξεκινήσει τη διαδρομή, ότι προέρχεται από την Εταιρεία και ότι αναγράφει τα νούμερα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Αιτητής. Αναφερόμενος στο περιεχόμενο του εν λόγω έγγραφου ανεγνώρισε ότι ο Αιτητής στάθμευσε το όχημα στις 17:45 σημειώνοντας εισέτι ότι τα στοιχεία που αναφέρονται δεν μπορούν να αλλοιωθούν καθώς κανείς δεν μπορεί να επέμβει στον ταχογράφο. Σε ερώτηση ποιο έχει λάθος το Τεκ.15 ή το Τεκ.14 ο μάρτυρας απάντησε ότι ο ταχογράφος δεν κάνει λάθος γιατί υπάρχει κάποια διαδικασία. Για τις 20.6.2013 ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν ο Αιτητής πήγε μέσα ή αν ξανάφυγε λέγοντας ότι ο ίδιος απουσίαζε από την Εταιρεία. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι απαγορεύεται ρητώς υπάλληλος να κτυπήσει κάρτα άλλου υπαλλήλου. Καταθέτοντας ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι παραγγελίες πελατών ετοιμάζονταν από την αποθήκη σε δέματα (παλέτες) και ότι ο ίδιος τις φόρτωνε στο όχημα. Επίσης από την αποθήκη λάμβανε τις λίστες παραγγελιών με τον τόπο και τις ποσότητες που θα παρέδιδε σε κάθε πελάτη. Τις περισσότερες φορές και ιδιαίτερα όταν υπήρχαν μεγάλες παραγγελίες, ήταν αδύνατο για τον ίδιο να ελέγξει αν ετοιμάστηκαν σωστά. Συνήθως παρουσιάζονταν λάθη στις ποσότητες που θα παραδίδονταν σε κάθε πελάτης. Εν τοιαύτη περιπτώσει δεχόταν τις παρατηρήσεις του προϊσταμένου του, γιατί θεωρητικά την ευθύνη για τον έλεγχο των ποσοτήτων που φορτώνονταν στο όχημα την έφερε ο ίδιος. Ισχυρίστηκε ότι προϊστάμενος του ήταν ο Λ. Επιφανείου και ότι ο κ. Χριστοδούλου ως υπεύθυνος παραγγελιών δεν είχε δικαίωμα να του δίνει οδηγίες ή να του κάνει παρατηρήσεις. Περαιτέρω ο Αιτητής τοποθετήθηκε επί των προειδοποιητικών επιστολών που του παραδόθηκαν κατά καιρούς από την Εργοδότρια Εταιρεία, δίνοντας για κάθε μια τη δική του εκδοχή. Αναφορικά με το περιστατικό της 20.6.2013 ισχυρίστηκε ότι επέστρεψε στα γραφεία της Εταιρείας στις 6:20μμ και ότι οι υπάλληλοι στους οποίους είχε οδηγίες να παραδίδει τα χρήματα, XXXXX Κτωρίδης, Έλλη Κωνσταντίνου και Δήμητρα Δημοσθένους, είχαν σχολάσει. Αφού ενημέρωσε τον προϊστάμενο του για τα μετρητά και τις επιταγές που είχε μαζί του, ο τελευταίος του υπέδειξε να τα τοποθετήσει σε συγκεκριμένο συρτάρι και ότι θα μεριμνούσε ο ίδιος να τα παραδώσει στο λογιστήριο. Την επομένη επιστέφοντας στην Εταιρεία από δρομολόγιο στη Λεμεσό, δεν βρήκε τον κ. Επιφανείου να τον ρωτήσει αν παρέδωσε τα λεφτά. Με την πάροδο του χρόνου, θεωρώντας ότι ο κ. Επιφανείου είχε ήδη παραδώσει τις εισπράξεις δεν έδωσε περαιτέρω σημασία στο θέμα. Σύμφωνα με τον Αιτητή το γεγονός ότι βρέθηκαν παραδομένες μόνο οι επιταγές, δεν απασχόλησε την Εταιρεία, παρόλο που ο ίδιος ζήτησε να γίνουν έρευνες και να καταγγελθεί η υπόθεση στην αστυνομία. Διατείνεται ότι δεν φέρει καμία ευθύνη και ότι ενήργησε σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές των προϊσταμένων του. Όσο για το αν είχε λάβει πρωτοβουλία και ενδιαφέρθηκε, ισχυρίστηκε ότι ρώτησε τον κ. XXXXX Κτωρίδη εάν είχε διευθετηθεί το θέμα και αυτός του ανέφερε ότι αφού λείπει η απόδειξη από τον μπλοκ λογικά τα χρήματα είχαν παραδοθεί. Αναφορικά με τον ταχογράφο επιβεβαίωσε τη θέση του κ. Χριστοδούλου, λέγοντας ότι με κανένα τρόπο δεν μπορούν να αλλοιωθούν ή να διαγραφούν οι πληροφορίες που καταγράφονται σ' αυτόν. Ισχυρίστηκε ότι στις 20.6.2013, με βάση το περιεχόμενο του Τεκ.15 ο ίδιος βρισκόταν σε κίνηση με το όχημα της Εταιρείας μέχρι τις 5:50μμ. Με τον κ. Επιφανείου συναντήθηκαν στις 6:20μμ και ακολούθως φεύγοντας από την Εταιρεία γύρω στις 6:30μμ, κτύπησε την κάρτα του. Για τις 19.7.2013 ανέφερε ότι προσήλθε κανονικά στην εργασία του ακολουθώντας τη διαδικασία φόρτωσης οχήματος συναδέλφου που έφυγε για παράδοση. Στη συνέχεια ρώτησε την κα XXXXX Κωνσταντίνου για τυχόν άλλη παραγγελία και μέχρι να τον ενημερώσει θεώρησε σωστό να αλλάξει την τσάντα που χρησιμοποιούσε για τη φύλαξη των μπλοκ αποδείξεων, κάτι που του ζήτησε η κα XXXXX Πελετιέ, γι' αυτό και μπήκε στο Tinting Room. Ισχυρίστηκε ότι στο δωμάτιο αυτό δεν υπήρχε καρέκλα για να καθίσει κάποιος και ότι μόλις μπήκε άκουσε φωνές από τον κ. Παπαδόπουλο ότι οι συνάδελφοι του εργάζονταν κι ο ίδιος δεν τους βοηθούσε. Του απάντησε ότι δεν είχε οδηγίες να βοηθήσει κάποιο και αμέσως μετά έλαβε οδηγίες από τον κ. Καλογήρου και κ. Πελετιέ να σχολάσει και να μην προσέλθει στην εργασία του μέχρι νεωτέρας ειδοποιήσεως. Την επόμενη εργάσιμη μέρα από μόνος του παρουσιάστηκε κανονικά στην εργασία του και μόλις τον είδε ο κ. Επιφανείου του είπε να φύγει γιατί έκαναν σκέψεις να τον απολύσουν. Στις 24.7.2013 τον ειδοποίησαν ότι η επιστολή απόλυσης του ήταν έτοιμη και πήγε στην Εταιρεία και την παρέλαβε. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι από την αρχή της εργοδότησης του βρισκόταν στην αποθήκη και ότι μια από τις υποχρεώσεις του ήταν να γνωρίζει τις ονομασίες και τους κωδικούς των προϊόντων. Επίσης, ενώ παραδέχθηκε ότι ο κ. Χριστοδούλου ήταν υπεύθυνος φόρτωσης, εν τούτοις επέμενε ότι ο ίδιος δεν ήταν υπό την ευθύνη του. Περαιτέρω δεν αρνήθηκε ότι κατά καιρούς παρακολούθησε σεμινάρια αναφορικά με την περιγραφή και χρήση αναλογικού και ψηφιακού ταχογράφου και τη βασική εκπαίδευση οδηγών μεταφοράς επικίνδυνων εμπορευμάτων. Για τη χρήση fork lift ισχυρίστηκε ότι δεν έκανε μαθήματα στην αρχή αδειών για να μπορεί να το οδηγήσει. Συμφώνησε ότι η διαδικασία φόρτωσης ήταν αυτή που περιέγραψε ο κ. Χριστοδούλου, δηλαδή, ο υπεύθυνος αποθήκης αναφωνούσε τον πελάτη μαζί με τα προϊόντα και την ποσότητα τους και ο οδηγός τα φόρτωνε στο όχημα. Αναφορικά με την παράδοση των λεφτών ισχυρίστηκε ότι όλοι οι οδηγοί με την επιστροφή τους στην Εταιρεία τα παρέδιδαν σ' ένα από τους ταμίες και σε περίπτωση που αυτοί είχαν σχολάσει στον υπεύθυνο τους. Επέμενε ότι στις 20.6.2013 άφησε τα λεφτά στο συγκεκριμένο γραφείο κατόπιν υποδείξεων του υπεύθυνου του κ. Λ. Επιφανείου. Επίσης ότι στην Εταιρεία επέστρεψε στις 6:20μμ, όπως αποδεικνύεται από τον ταχογράφο, αρνούμενος ότι κτύπησε κάρτα τις 5:15μμ. Για το Tinting Room ισχυρίστηκε ότι δεν απαγορευόταν η είσοδος και ούτε καρέκλα υπήρχε για να καθίσει και ότι επρόκειτο για χώρο από γυαλί που εύκολα κάποιος μπορεί να γίνει αντιληπτός. Ανάλυση Όπως έχει επισημανθεί, η απόφαση για απόλυση του Αιτητή έχει στο επίκεντρο της τα δύο τελευταία κατ' ισχυρισμό παραπτώματα του, που εμπεριέχονται στις προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 5.7.2013 (Τεκ.10) και 19.7.2013 (Τεκ.12). Εν ολίγοις το Δικαστήριο θα πρέπει, με βάση την τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία, να αποφασίσει κατά πόσο ο Αιτητής επέδειξε την κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά που εμπεριέχεται στις δύο εν λόγω επιστολές και συγκεκριμένα κατά πόσο παρέλειψε να παραδώσει στο λογιστήριο της Εταιρείας τα μετρητά των €870 και τις δύο επιταγές που παρέλαβε από συγκεκριμένους πελάτες κατά το δρομο-λόγιο του στις 20.6.2013, καθώς και την κατ' ισχυρισμό έλλειψη σεβασμού και ανυπακοή σε οδηγίες προϊσταμένων του που επέδειξε με τη συμπεριφορά του στις 19.7.
- Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων. Από τη θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι φανερό ότι κανένας από τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας δεν είχε άμεση γνώση των γεγονότων που οδήγησαν στην κοινοποίηση των πιο πάνω προειδοποιητικών επιστολών, το περιεχόμενο των οποίων από μόνο του επιβεβαιώνει ότι συντάχτηκαν και υπογράφηκαν από τον τότε διευθυντή διανομής και αποθηκών κ. XXXXX Επιφανείου. Συγκεκριμένα ο κ. Καλογήρου κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι για το πρώτο κατ' ισχυρισμό γεγονός ενημερώθηκε από τον κ. Λουκά Επιφανείου, ενώ για το δεύτερο από τον διευθυντή πωλήσεων κ. Λάμπρο Παπαδόπουλο. Δεν δόθηκε ωστόσο καμία εξήγηση, γιατί να μην προσέλθουν στο Δικαστήριο τα εν λόγω πρόσωπα που είχαν άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων, ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να αξιολογήσει τη μαρτυρία τους και να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Αντί αυτών η Εργοδότρια Εταιρεία παρουσίασε εκτός από τον κ. Καλογήρου, ως δεύτερο μάρτυρα τον κ. Γ. Χριστοδούλου, από τη μαρτυρία του οποίου κατέστη φανερό ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επί των επιδίκων θεμάτων, καθώς κατά την επίδικη περίοδο δεν βρισκόταν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας. Εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας που σχετίζεται με το πρώτο κατ' ισχυρισμό γεγονός, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ο κ. Καλογήρου με την γραπτή κατάθεση του επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα εμπεριέχονται στην προειδοποιητική επιστολή ημερ. 5.7.2013 (Τεκ.10), χωρίς ωστόσο να παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία ή δεδομένα που θα επιβεβαίωναν το αληθές των θέσεων της Εργοδότριας Εταιρείας. Και ενώ κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ουσιαστικά ότι ο Αιτητής κατέστησε εξ υπαρχής ξεκάθαρη τη θέση του ότι τοποθέτησε τα λεφτά στο συγκεκριμένο συρτάρι κατόπιν οδηγιών του διευθυντή του κ. Επιφανείου, και ενώ επίσης ισχυρίστηκε ότι ρώτησε επί τούτου τον κ. Επιφανείου και η απάντηση που του έδωσε ήταν ότι ουδέποτε έδωσε τέτοιες οδηγίες στον Αιτητή, να βάλει χρήματα σε ένα συρτάρι ξεκλείδωτο όπου υπήρχε πρόσβαση από τον οποιονδήποτε στο γραφείο, εν τούτοις τέτοια αναφορά δεν γίνεται στην προρρηθείσα προειδοποιητική επιστολή αλλά ούτε και ο μάρτυρας αναφέρθηκε επί τούτου κατά την κυρίως εξέταση του, όπου απλά ισχυρίστηκε ότι μέχρι τις 3.7.2013 «ο Αιτητής δεν ανέλαβε ποτέ την πρωτοβουλία να εξηγήσει στους Καθ' ων η αίτηση για τη μη παράδοση των μετρητών». Και ενώ επίσης τίθεται ως περίεργο από μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας το γεγονός ότι οι δύο επιταγές που εισέπραξε ο Αιτητής από πελάτες στις 20.6.2013 παραδόθηκαν στον ταμία της αποθήκης, ενώ τα μετρητά δεν παραδόθηκαν ποτέ, εν τούτοις καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποκαλύπτει το άτομο που παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές στον ταμία εν όψει και της θέσης του Αιτητή ότι ενήργησε κατόπιν οδηγιών του προϊσταμένου του. Η παράλειψη προσκόμισης μια τέτοιας μαρτυρίας τείνει εισέτι να καταδείξει την έλλειψη τυχόν έρευνας από πλευράς της Εργοδότριας Εταιρείας προς διακρίβωση των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης. Διάσταση εκδηλώθηκε επίσης και ως προς την ώρα που ο Αιτητής επέστρεψε από το δρομολόγιο του στις 20.6.
- Ο κ. Καλογήρου επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο του Τεκ.10 ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής επέστρεψε στις 17:05 όταν το λογιστήριο της Εταιρείας ήταν ακόμη ανοικτό. Από την άλλη, παρουσιάζοντας ο Αιτητής τον ταχογράφο του οχήματος που οδηγούσε τη συγκεκριμένη ημέρα (Τεκ.15), ισχυρίστηκε ότι με βάση το περιεχόμενο του ο ίδιος βρισκόταν σε κίνηση με το όχημα της Εταιρείας μέχρι τις 5:50μμ. Ο κ. Καλογήρου δεν παρουσίασε οποιοδήποτε απτό στοιχείο που να υποστηρίζει τη θέση του. Αυτό επιδίωξε να πράξει ο δεύτερος μάρτυρας της Εργοδότριας Εταιρείας κ. XXXXX Χριστοδούλου με την παρουσίαση του Τεκ.14 όπου εμφαίνονται οι ώρες εργασίας του Αιτητή για την περίοδο από 23.5.2013 μέχρι 20.6.
- Θα πρέπει ωστόσο να παρατηρήσουμε ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν παρουσιάζεται ως το αρμόδιο πρόσωπο που διαχειριζόταν το αρχείο της Εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθώς από τον Μάιο 2013 έπαυσε να ευρίσκεται στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του, αφού του υποδείχτηκε ο ταχογράφος (Τεκ.15) αναγνώρισε ότι συμπληρώθηκε από τον Αιτητή πριν ξεκινήσει τη διαδρομή, ότι προέρχεται από την Εταιρεία και ότι αναγράφει τα νούμερα του οχήματος που οδηγούσε ο Αιτητής. Αναφερόμενος στο περιεχόμενο του Τεκ.15 ανεγνώρισε ότι ο Αιτητής στάθμευσε το όχημα του στις 17:45 σημειώνοντας εισέτι ότι τα στοιχεία που αναφέρονται δεν μπορούν να αλλοιωθούν καθώς κανείς δεν μπορεί να επέμβει στον ταχογράφο. Σε ερώτηση ποιο έχει λάθος το Τεκ.15 ή το Τεκ.14 ο μάρτυρας απάντησε ότι ο ταχογράφος δεν κάνει λάθος γιατί υπάρχει κάποια διαδικασία. Εν ολίγοις με τη μαρτυρία του επιβεβαίωσε τη θέση του Αιτητή ότι στις 20.6.2013 επέστρεψε από το δρομολόγιο του στις 17:50 και όχι στις 17:05 ως διατείνεται η Εργοδότρια Εταιρεία, καθιστώντας έτσι φανερή τη θέση του Αιτητή ότι κατά την επιστροφή του από το δρομολόγιο το λογιστήριο της Εταιρείας ήταν κλειστό. Εξετάζοντας επίσης τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με το δεύτερο κατ' ισχυρισμό γεγονός οφείλουμε και πάλι να παρατηρήσουμε ότι και στην προκείμενη περίπτωση πέραν του γεγονότος ότι η μαρτυρία του κ. Καλογήρου δεν ήταν άμεση και δεν υποστηριζόταν από οποιαδήποτε απτά στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν την κατ' ισχυρισμό αντικανονική συμπεριφορά του Αιτητή, μέρος της μαρτυρίας του δεν συνάδει και δεν υποστηρίζεται ούτε από το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 19.7.2013 (Τεκ.12) την οποία ο ίδιος επικαλέστηκε. Συγκεκριμένα, ενώ με τη μαρτυρία του ισχυρίζεται ότι ενημερώθηκαν από τον διευθυντή πωλήσεων κ. XXXXX Παπαδόπουλο ότι ο Αιτητής βρισκόταν μέσα στο Tinting Room και ότι δεν έσπευσε να τον βοηθήσει με αποτέλεσμα να αναλάβει ο ίδιος τη φόρτωση του οχήματος, εν τούτοις στο Τεκ.12 δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε ενημέρωση που είχαν από το συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε ενημέρωση που έλαβαν από τον διευθυντή της αποθήκης, ότι ανάθεσε στον Αιτητή να διεκπεραιώσει συγκεκριμένη εργασία και ότι αυτός δεν τον έλαβε υπόψη, ισχυρισμός για το οποίο, θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι δεν τέθηκε ενώπιον μας οποιαδήποτε υποστηρικτική ή σαφής μαρτυρία. Περαιτέρω, ενώ ο μάρτυρας διαφώνησε στην υποβολή που του έγινε ότι δεν είναι ο διευθυντής που φόρτωσε το όχημα αλλά ο Αιτητής, σημειώνοντας μάλιστα ότι τα γεγονότα που έγιναν στις 19.7.2013 καταγράφηκαν αυθημερόν από τον κ. Παπαδόπουλο, εν τούτοις το Τεκ.12 δεν φαίνεται να συνετάχθη ή να υπεγράφη από τον τελευταίο αλλά από τον κ. Επιφανείου. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να επιβεβαιώνει τη θέση του μάρτυρα, όπως επίσης δεν τέθηκε οτιδήποτε που να επιβεβαιώνει τα όσα ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι λέχθηκαν από τον Αιτητή, εν όψει και του ισχυρισμού του ότι κάλεσε τόσο τον κ. Παπαδόπουλο όσο και τον Αιτητή στο γραφείο του και άκουσε και τους δύο να εξιστορούν τα γεγονότα. Στον αντίποδα των όσων η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ευρίσκεται η μαρτυρία του Αιτητή. Πέραν του γεγονότος ότι μέρος της μαρτυρίας του υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του κ. Γ. Χριστοδούλου, ο Αιτητής ήταν ο μόνος μάρτυρας που είχε άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων που εκτυλίχθηκαν στα γραφεία της Εταιρείας στις 20.6.2013 και 19.7.
- Τα όσα ο Αιτητής κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τα δύο αυτά γεγονότα παρέμειναν στην ουσία τους αναντίλεκτα εν όψει και του γεγονότος ότι η μαρτυρία που παρέθεσε η Εργοδότρια Εταιρεία δεν στάθηκε καθόλου επαρκής να υποστηρίξει τη θέση της. Αυτό επομένως που εξάγεται ως συμπέρασμα από το σύνολο της αποδεχθείσας μαρτυρίας είναι ότι ο Αιτητής δεν δημιούργησε την κατάσταση πραγμάτων που επικαλείται η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας. Βρίσκουμε ότι η εκδοχή του Αιτητή, σε σχέση με τα υπό εξέταση γεγονότα, η οποία ενισχύεται εν μέρει και από τη μαρτυρία του Γ. Χριστοδούλου, αποδίδει πλήρως την αλήθεια κα ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ως επακόλουθο της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει με σαφή, πειστική και αποδεκτή μαρτυρία τα όσα καταλόγισε στον Αιτητή με την επιστολή απόλυσης. Όπως εντοπίζεται στην Demil Imports Exports v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ, Πολ.Εφ. 299/2008, ημερ. 17.6.2011, λέχθηκε ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par. 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, Μαρσέλ ν. Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858)». Νομική Πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετον ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)............................................................................................................................ (γ)............................................................................................................................. (δ)............................................................................................................................ (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing
(1981)1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.: «Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view». (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το σωστό επομένως κριτήριο, που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της απασχόλησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στη απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (Galatariotis Tele/cations Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550 και L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, ECLI:CY:AD:2014:A410, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014). Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες (βλ. Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603 και Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Στην Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302 επισημαίνεται το καθήκον του εργοδοτούμενου να υπακούει και να συμμορφώνεται με τις οδηγίες του εργοδότη του. Η προσφορά των υπηρεσιών του με τον τρόπο που απαιτεί ο εργοδότης αποτελεί το αντάλλαγμα για την πληρωμή του μισθού του. Εσκεμμένη ανυπακοή σε μια νόμιμη και λογική εντολή αποτελεί τέτοια περιφρόνηση η οποία δεικνύει πλήρη αδιαφορία για ένα ουσιώδη όρο της εργασιακής σχέσης - δηλαδή του όρου ότι ο εργοδοτούμενος οφείλει να υπακούει τις κατάλληλες εντολές του εργοδότη και αν δεν το κάνει αυτό η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου πλήττεται θεμελιωδώς. Στο σύγγραμμα Bowers On Employment Law, 6th Edition, p. 301, κάτω από τον τίτλο «Ανυπακοή σε Λογικές Εντολές» εντοπίζονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Πρέπει να συνυπολογίζονται όχι μόνο η φύση της εντολής αλλά και οι περιστάσεις και τα περιστατικά που υπήρχαν όταν δινόταν η εντολή και ο λόγος για τον οποίο δεν εκτελέστηκε.(βλ. Union of Construction Allied Trades and Technicians v. Brain
(1980)IRLR 357). Η δικαιοδοσία (jurisdiction) παράνομης απόλυσης εμπεριέχει τη βασική αρχή της σύμβασης απασχόλησης ότι ο εργοδοτούμενος πρέπει να υπακούει στις νόμιμες και εύλογες εντολές του εργοδότη. Πρέπει, παρόλα ταύτα, να υπάρχει σοβαρή παράβαση των κανονισμών για να δικαιολογείται απόλυση, όπως και στο κοινό δίκαιο. Περαιτέρω δεν είναι αρκετό να δοθεί στον εργοδοτούμενο μία απλή προειδοποίηση για τις συνέπειες της παράβασης των κανονισμών, αλλά επίσης θα πρέπει να έχει την ευκαιρία να εκθέσει τη δική του θέση επί τούτου». Στο ίδιος σύγγραμμα γίνεται αναφορά στην Farrant v. The Woodroffe School
(1998)ICR 184, όπου το Employment Appeal αποφάσισε ότι, όταν ένας εργοδότης βασίζεται στην ανυπακοή του εργοδοτούμενου να εκτελέσει μία εντολή, η νομιμότητα της εντολής, παρόλο σχετική, δεν είναι αποφασιστική, όπως θα ήταν σε περίπτωση που υπήρχε απαίτηση για παράνομη απόλυση (wrongful dismissal). Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα "The Law of Unfair Dismissal", Steven D. Anderman, 3rd Edition, p. 190: (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Για να δικαιολογήσει ο εργοδότης την απόφαση του να απολύσει ένα εργοδοτούμενο λόγω της άρνησης του να υπακούσει σε μία εντολή (.) θα πρέπει να συμμορφωθεί με κριτήρια που υπερβαίνουν το καθαρά συμβατικό πλαίσιο που παρέχει το κοινό δίκαιο. Η άρνηση του εργοδοτούμενου να υπακούσει πρέπει να είναι ηθελημένη και να γίνεται με πλήρη επίγνωση ότι η συμπεριφορά του μπορεί να καταλήξει σε απόλυση. Ακόμη και στην περίπτωση που πληρούνται αυτά τα κριτήρια η απόλυση μπορεί να είναι παράνομη υπό περιστάσεις που ήταν παράλογο για τον εργοδότη να εκδώσει καταρχάς την εντολή και να επιμένει όπως ο εργοδοτούμενος υπακούσει μέχρι του σημείου της απόλυσης.» Όπως προκύπτει από την υπόθεση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), η υποχρέωση του λογικού εργοδότη είναι να διερευνήσει τα γεγονότα και να ακολουθήσει μια λογική διαδικασία δίνοντας την ευκαιρία στον εργοδοτούμενο να προβάλει τη θέση του, εκεί που λογικά επιβάλλεται μια τέτοια συζήτηση (βλ. Papaphilippou [ανωτέρω]). Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), συμπεριλαμβανομένων κι αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου. Τέτοιες περιστάσεις είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, κ.λ.π. (βλ. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p.
- Δ. Ζερδελή, "Το δίκαιο της Καταγγελίας" 2η έκδοση σ.185). Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η Εργοδότρια Εταιρεία στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος σοβαρού παραπτώματος ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας του και ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την αποδεχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, κρίνουμε ότι και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή τόσο στις 20.6.2013 όσο και στις 19.7.2013, ο Αιτητής δεν επέδειξε τη συμπεριφορά που η Εργοδότρια Εταιρεία επικαλέστηκε για τον τερματισμό της απασχόλησης του. Ενώ ο Αιτητής με βάση το τελευταίο γεγονός που επέφερε και τη ρήξη της εργασιακής σχέσης παραδέχθηκε ότι μπήκε στον Tinting Room, για τους λόγους που ο ίδιος επικαλέστηκε, εν τούτοις δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε ηθελημένη ή εσκεμμένη ανυπακοή από μέρους του που θα δικαιολογούσε την απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας να τερματίσει την απασχόληση του. Η θέση της Εργοδότριας Εταιρείας περί ανυπακοής του Αιτητή σε οδηγίες των ανωτέρων του ή για απρεπή συμπεριφορά στο χώρο του Tinting Room παρέμειναν μετέωρες και σε καμία περίπτωση δεν έχουν αποδειχθεί. Ως εκ τούτου με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεχτή από το Δικαστήριο κρίνουμε ότι κανένας λογικός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στην άμεση απόλυση του Αιτητή. Η επιστολή απόλυσης, όπως ήδη έχουμε επισημάνει, αναφέρεται και σε προηγούμενη συμπεριφορά του Αιτητή με αναφορά στον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του, για την οποία ο κ. Καλογήρου παρέθεσε αριθμό προειδοποιητικών επιστολών (Τεκ.2-8), με την τελευταία να φέρει ημερ. 8.2.
- Καμία από τις εν λόγω επιστολές δεν φέρει την υπογραφή του κ. Καλογήρου. Τρεις επίσης εκ των επιστολών δεν αναφέρονται στην επιστολή απόλυσης, γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν αποτέλεσαν μέρος της απόφασης για απόλυση του Αιτητή και συνεπώς ούτε και για το Δικαστήριο μπορούν να αποτελέσουν λόγο για τη λογικότητα της απόφασης του Εργοδότη. Σε σχέση με τις υπόλοιπες επιστολές για τις οποίες γίνεται αναφορά στην επιστολή απόλυσης θα πρέπει να πούμε ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούν από μόνες τους να δικαιολογήσουν απόλυση καθώς η Εργοδότρια Εταιρεία ποτέ δεν άσκησε το δικαίωμα της να απολύσει τον Αιτητή εντός του κρίσιμου χρόνου, δηλαδή του χρόνου διάπραξης των κατ' ισχυρισμών παραπτωμάτων, ως προνοείται στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου. (Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών
(2012)1 ΑΑΔ 194). Του εν λόγω πλαισίου, κρίνουμε ότι δεν ξεφεύγει ούτε το κατ' ισχυρισμό γεγονός που αναφέρεται στην προειδοποιητική επιστολή (Τεκ.10), καθώς η Εργοδότρια Εταιρεία, ενώ έλαβε γνώση του γεγονός της μη παράδοσης των λεφτών στις 3.7.2013, εν τούτοις συνέχισε να απασχολεί τον Αιτητή, με επακόλουθο να ασκεί κανονικά τα καθήκοντα του οδηγού μέχρι και τις 19.7.2013 που του κοινοποιήθηκε η νέα προειδοποιητική επιστολή (Τεκ.12). Μολονότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατέστησε υπεύθυνο τον Αιτητή για την κατ' ισχυρισμό «αλόγιστη συμπεριφορά του στη διαχείριση των χρημάτων που μετέφερε από τον πελάτη στην εταιρεία» εν τούτοις δεν έδωσε καμία ένδειξη στον Αιτητή ότι η εν λόγω κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά του θα οδηγούσε στην απόλυση του. Σε μια τέτοια περίπτωση η προστασία της εμπιστοσύνης του Αιτητή, την οποία προκάλεσε η Εργοδότρια Εταιρεία με τη συμπεριφορά της, να συνεχίσει δηλαδή να τον απασχολεί στα καθήκοντα του για δεκαπέντε και πλέον μέρες μετά που έλαβε γνώση του γεγονότος, αποτελεί ακόμη ένα δικαιολογητικό λόγο που ενισχύει την εγκατάλειψη του δικαιώματος απόλυσης. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο εργοδοτούμενος έχει έντονο συμφέρον να γνωρίζει το ταχύτερο δυνατό εάν ο εργοδότης έχοντας ως αφορμή συγκεκριμένο περιστατικό θα προχωρήσει ή όχι στο τερματισμό της απασχόλησης του. Δεν μπορεί να αξιωθεί απ' αυτόν η παράταση της αβεβαιότητας ως προς τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης για μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά παράβαση του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου. Διαφορετικά ο εργοδότης για μεγάλο χρονικό διάστημα και ίσως για όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης θα μπορεί να διατηρεί τους λόγους και να τους χρησιμοποιεί ανά πάσα στιγμή ως μέσο πίεσης του εργοδοτούμενου. Πέραν τούτου θα πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι ουδεμία απόλυση εργοδοτούμενου δύναται να θεωρηθεί δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς σε σχέση με τη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης δεν μπορεί από μόνος του να δικαιολογήσει απόλυση. Και τούτο, κάτω από το σκεπτικό ότι ανά πάσα στιγμή ο εργοδοτούμενος θα κινδύνευε να χάσει την εργασία του για ασήμαντους λόγους, παρατείνοντας έτσι την αβεβαιότητα ως προς την συνέχιση της εργασιακής σχέσης για μεγάλο χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο θα επικρέμεται πάνω από την εργασιακή σχέση ως δαμόκλειος σπάθη η απόλυση. Στην προκείμενη πρόπτωση όπως έχουμε καταλήξει ανωτέρω, οι λόγοι που επέφεραν τη ρήξη της εργασιακής σχέσης δεν έχουν αποδειχθεί και συνεπώς ούτε και η παρελθούσα συμπεριφορά του Αιτητή θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ώστε να αποτελέσει τη βάση για μια αρνητική πρόγνωση που θα δικαιολογούσε την απόλυση του λόγω σοβαρής ή επαναλαμβανόμενης παράβασης ή παραγνώ-ρισης των κανόνων εργασίας του. Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για 14 και πλέον συναπτά έτη και ότι για σκοπούς αποζημίωσης λάμβανε €390,47 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του, την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας και την ηλικία του (δεν έγινε αναφορά), κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €13.666,45 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 35 βδομάδων. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για το ποσό των €13.666,45 με νόμιμο τόκο από 23.10.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο με νόμιμο τόκο από 23.10.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο