← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ ν. CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LTD, Αρ. Υπόθεσης: 227/2015, 14/2/2019

ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ ν. CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LTD, Αρ. Υπόθεσης: 227/2015, 14/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:6 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Ν. Σατσιά, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 227/2015 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ Αιτήτρια -και- CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 14η Φεβρουαρίου, 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ. Μ. Βιολάρης Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Χατζησέργης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο καταχωρήθηκε στις 21.4.

  1. Ακολούθησε η έκδοση κλήσης για οδηγίες και από τις δύο πλευρές με βάση την Δ.30 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού και στις 22.6.2016 εκδόθηκαν από το Δικαστήριο οι ανάλογες οδηγίες στη βάση των αιτημάτων που καταγράφηκαν από τους διαδίκους στο Παράρτημα του Τύπου 25 για αποκάλυψη εγγράφων. Με την εκατέρωθεν συμμόρφωση στις οδηγίες του Δικαστηρίου η υπόθεση ορίστηκε αρχικά για οδηγίες και ακολούθως για ακρόαση. Ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 24.1.2019, δύο μέρες προηγουμένως και δη στις 22..1.2019 η Αιτήτρια προέβη σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων. Από την εν λόγω ένορκο δήλωση παραθέτω αυτούσιες τις παραγράφους 3 και 4 που είναι οι εξής:
  2. Αν και ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, η αποκάλυψη εγγράφων συνιστά συνεχές καθήκον ενός διαδίκου και δεν προαπαιτεί άδεια του Δικαστηρίου, εν τούτοις επιθυμώ να αναφέρω ότι η ανάγκη παρουσίασης των εν λόγω εγγράφων προέκυψε άμα τη καταθέσει του Διευθύνοντος Συμβούλου των Καθ' ων η αίτηση στην Αγωγή 776/16 στις 18.1.2019 οπόταν και κρίθηκε ορθό όπως αποκαλυφθούν τα εν λόγω έγγραφα ώστε να είναι υπόψη της άλλης πλευράς κατά την ετοιμασία της δικής της μαρτυρίας.
  3. Στη βάση των πιο πάνω, αναφέρω πρόσθετα των εγγράφων που αναφέρω στην ένορκη δήλωση μου ημερ. 19.7.2016, έχω στην κατοχή και έλεγχο μου και τα εξής έγγραφα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση: - Γραπτή Δήλωση XXXXX Χρυσοχού στα πλαίσια της Αγωγής 779/16 ημερ. 18.1.2019 - Απόδειξη πληρωμής μισθού ημερ. 2.2.2015 - Απόδειξη πληρωμής μισθού ημερ. 27.2.2015 - Απόδειξη πληρωμής μισθού ημερ. 30.3.2015 - Αναλυτική κατάσταση αποδοχών Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το έτος 2015 - Ασφαλιστικός λογαριασμός Αιτήτριας για τα έτη 1973 -
  4. Κατ την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης, η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση προέβαλε ένσταση στην καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θεωρώντας ως ανεπίτρεπτη μια τέτοια ενέργεια χωρίς την άδεια του Δικαστη-ρίου. Στην αγόρευση του ο κ. Χατζησέργης εισηγήθηκε ότι σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν πρέπει να λάβει υπόψη τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, καθώς κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς αλλά ούτε και από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς καθώς η κατά την κρίση του κάθε διαδίκου αποκάλυψη εγγράφων χωρίς άδεια, οπωσδήποτε θα εκτροχίαζε την όλη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι η θέση του, ότι η Αιτήτρια δεν ισχυρίστηκε ότι τον Ιούλιο 2016 που καταχώρησε την ένορκη δήλωση αποκάλυψης δεν κατείχε τα έγγραφα τα οποία αποκαλύπτει σήμερα χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, ούτε ότι τελούσε υπό πλάνη ή παρανόηση για την υπόθεση ούτε ότι είχε λανθασμένη αντίληψη ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν ήταν σχετικά με τα επίδικα θέματα, ώστε να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν δικαιολογείτο η αποκάλυψη τους. Αναφερόμενος στην Δ.28 θ.3 σημειώνει ότι είναι ξεκάθαρο από τη δικονομία πως ένας διάδικος που παραλείπει να παρουσιάσει ένα έγγραφο όταν διαταχθεί να το πράξει και δεν το έπραξε, όπως εδώ, χρειάζεται απαραίτητα την άδεια του Δικαστηρίου κατόπιν αιτήσεως για παραχώρηση τέτοιας άδειας και αφού προηγουμένως ακουστούν και οι δύο πλευρές. Στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του, ο κ. Βιολάρης επισημαίνει ότι η Δ.28 θ.3 αναφέρεται σε έγγραφα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν με ένορκη δήλωση και ο διάδικος που δεν τα απεκάλυψε ζητά από το Δικαστήριο να επιτρέψει την κατάθεση τους κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Σε μια τέτοια περίπτωση εισηγήθηκε ότι η άδεια του Δικαστηρίου είναι αναγκαία. Στην προκείμενη περίπτωση η συμπληρωματική ένορκη δήλωση έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφορά την αποκάλυψη εγγράφων που λήφθηκαν την Παρασκευή 18.1.2019 στο Ε.Δ. Λευκωσίας όπου ο Διευθύνων Σύμβουλος των Καθ' ων η αίτηση κ. Χρυσοχός κατάθεσε δια ζώσης ότι η Αιτήτρια σταμάτησε να εργοδοτείται από 18.3.2015, ενώ η δικογραφημένη θέση των Καθ' ων η αίτηση είναι ότι σταμάτησε να απασχολείται στην υπηρεσία τους από τον Ιανουάριο
  5. Είναι η εισήγηση του ότι εδώ δεν χρήζει εφαρμογής ο θ.3 της Δ.28 και ότι με βάση τη νομολογία η περαιτέρω αποκάλυψη αποτελεί συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς τον αντίδικο χωρίς να χρειάζεται άδεια του Δικαστηρίου. Προφανώς, νομικό έρεισμα των θέσεων και της επιχειρηματολογίας που οι συνήγοροι ανέπτυξαν με τις προφορικές αγορεύσεις τους, αποτελεί η Διαταγή 28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σκοπός της αποκάλυψης εγγράφων είναι η λήψη πληροφοριών ώστε κάθε διάδικος να γνωρίζει την υπόθεση που θα αντιμετωπίσει από τον αντίδικο του ώστε να μην καταληφθεί εξ απήνης (G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL

(1998)1A.A.Δ. 1624). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Oscar Shipping PTE Ltd v. Του φορτίου επί του πλοίου ASPHODEL
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2771, 2774: «Από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ' εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γενική αρχή ότι ο διάδικος δεν πρέπει να επιδιώκει να καταλαμβάνει τον αντίδικο του εξ απροόπτου και συνακόλουθα δεν πρέπει με το να κατακρατεί έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση να παραπλανεί το δικαστήριο ή τον αντίδικό του αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι η αρχική του δήλωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αληθινή δήλωση πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που έχει στην κατοχή του (βλ. περισσότερα στο Supreme Court Practice 1988, vol. 1, para. 24, σελ. 408).» Στην υπόθεση Marcegaglia SpA v. Του Πλοίου «Vysokogorsk» σημαίας Βανουάτου (Αγωγή Ναυτ. αρ.31/2013) στην οποία μας παράπεμψε ο συνήγορος της Αιτήτριας αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co
(1884)1 Cab & El 215 [1886-90] All ER Rep 449 (HL), της οποίας αναφορά γίνεται στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No. 2) [1997] 1 All ER 613, ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, οr supposed not tο exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which Ι think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document simply because he was nοt aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery». Στο Supreme Court Practice 1987, vol. 1, para 24/1/2 γίνεται η ακόλουθη αναφορά με παραπομπή στην υπόθεση Mitchell: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O. 24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party΄s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr. 8 and 9), and that he must not, by whithholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true (Mitchell v. Darley Main Colliery Co (
(1884)Cab & El 215)). An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay any costs occasioned by the failure to give discovery promptly.» Επίσης, στα Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 12, para 43, σελ. 30, αναφέρονται τα ακόλουθα, με αναφορά και πάλι στην Mitchell: «Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice.» Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του. Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.3. Σημειώνεται ακόμα ότι η Δ.28, κ. 11 (Ο. 31, r. 19Α
(3)), δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν (βλ. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 153, Halsbury's, ibid, paras 45-46).» Είναι λοιπόν φανερό ότι από τη στιγμή που εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης, η υποχρέωση αποκάλυψης είναι συνεχής και καλύπτει έγγραφα που αφορούν τα επίδικα θέματα, άσχετα από τον χρόνο που περιήλθαν σε γνώση ή στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου που προτίθεται να τα παρουσιάσει κατά την ακρόαση. Ως μια συνεχής υποχρέωση δύναται να ασκηθεί χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς τον αντίδικο χωρίς την εκ νέου προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου, για τους λόγους που έχουν αναλυθεί στην απόφαση Oscar (ανωτέρω). Η Δ.28 θ.11 που αποτελεί τη δικονομική πρόνοια καταχώρησης συμπληρωματική ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων, δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον Αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων από τον ίδιο. Στην προκείμενη περίπτωση η Αιτήτρια προχώρησε σε συμπληρωματική αποκάλυψη εγγράφων χωρίς την εκ νέου άδεια του Δικαστηρίου και σε χρόνο πριν την έναρξη της ακροαματικής Διαδικασίας. Διευκρινίζει στην ένορκη δήλωση της ότι πρόκειται για έγγραφα που περιήλθαν σε γνώση της και κατέστη αναγκαία η αποκάλυψη τους δια της ζώσης μαρτυρίας του διευθύνοντα συμβούλου των Καθ' ων η αίτηση ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας στις 18.1.
  1. Η αποκάλυψη αφορά την ίδια την Αιτήτρια η οποία θεωρεί τα αποκαλυφθέντα έγγραφα απαραίτητα και τα οποία εκ πρώτης όψεως φαίνεται να σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Στο στάδιο αυτό της αποκάλυψης δεν φαίνεται να επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της άλλης πλευράς καθώς η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει. Η αποκάλυψη των εγγραφών δεν συνεπάγεται και την αποδοχή τους ως τεκμηρίων στη δίκη καθώς η αποδεκτικότητα τους διέπεται από άλλους κανόνες. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι δεν ήταν αναγκαία η εκ των προτέρων άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων από την Αιτήτρια. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Marcegaglia (ανωτέρω), η παραχώρηση αδείας θα ήταν αναγκαία στην περίπτωση που ένας διάδικος παρέλειψε να συμμορφωθεί με διάταγμα αποκάλυψης, και ζητά όπως του επιτραπεί η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου το οποίο δεν αποκάλυψε ή δεν αποκά-λυψε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διέπεται από την Δ.28, θ.
  2. Τονίζουμε επίσης ότι ο Κ. 17 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ως είναι διατυπωμένος, επιτάσσει στο Δικαστήριο όπως εφαρμόζει κατ' αναλογία τις διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εκεί όπου επιβάλλεται η εφαρμογή τους ή δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς του, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται. Τούτο επίσης προβλέπεται και στις νέες Διατάξεις 25 και 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εν ολίγοις οι εφαρμοζόμενες διατάξεις θα πρέπει να προσαρμόζονται στον συνοπτικό χαρακτήρα και στο εξεταστικό σύστημα της δίκης, σε αντιδιαστολή με το στοιχείο της αντιπαράθεσης που αποτελεί τον άξονα της διαδικασίας στην πολιτική δίκη και που δεν είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Η κατ' αναλογία εφαρμογής τους ουσιαστικά θα πρέπει να συντείνει στη συνοπτική φύση της διαδικασίας που σκοπό έχει την ταχεία και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Συνεπώς, σε σχέση με την ακολουθητέα διαδικασία το Δικαστήριο υποχρεωτικά θα πρέπει να ακολουθήσει το κανονιστικό πλαίσιο που προδιαγράφουν οι Κανονισμοί του. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια η περαιτέρω αποκάλυψη σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να μην γίνει αποδεκτή. (υπ)............................................................... Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Ν. Σατσιάς, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.