← Κύπρος

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Συνενωμένες Υποθέσεις: 273/2014, 274/2014, 275/2014, 276/2014, 277/2014, 28/2/2019

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Συνενωμένες Υποθέσεις: 273/2014, 274/2014, 275/2014, 276/2014, 277/2014, 28/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:10 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Α. Λάμπρου και Κ. Χρίστου, Μελών Συνενωμένες Υποθέσεις: 273/2014, 274/2014, 275/2014, 276/2014, 277/2014. Μεταξύ: XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ XXXXX ΑΝΤΩΝΙΟΥ XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ XXXXX ΤΡΙΜΙΘΙΩΤΗ XXXXX ΜΑΛΤΕΖΟΥ Αιτητών -και- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 28η Φεβρουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Ειρ. Μπριάνα Για τον Καθ' ου η αίτηση: κα Ζ. Χαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές προσλήφθηκαν ως Έκτακτοι Τεχνολόγοι Νοσοκομειακού Εργαστη-ρίου στα Διαγνωστικά Εργαστήρια του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και στο Τμήμα Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά το έτος 2011, επί τη βάσει δεκαπενθήμερων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Είναι η θέση τους, όπως αυτή προβάλλεται στους πανομοιότυπους γενικούς λόγους των Αιτήσεων τους, ότι η φύση και το είδος της εργασίας τους επιβεβαιώνει και εξυπηρετεί διαρκείς και συνεχείς ανάγκες των Εργοδοτών τους. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι από τον Μάιο 2013 και έκτοτε, οι Αρμόδιες Υπηρεσίες της Δημοκρατίας (στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση»), παράνομα και ή αντισυμβατικά και ή αδικαιολόγητα, αποκόπτουν από τον μηνιαίο μισθό τους το ποσό των €152,09, πράξη που συνιστά παράνομη κατακράτηση μέρους του μηνιαίου δεδουλευμένου μισθού τους και ή ιδιοποίηση εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση περιουσίας που τους ανήκει. Έτσι, με τις Αιτήσεις τους αξιώνουν τις ακόλουθες πανομοιότυπες θεραπείες: Α. Απόφαση και ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η απασχόληση τους στη Δημόσια Υπηρεσία από την ημερομηνία πρόσληψης τους υπήρξε συνεχής και ή αδιάκοπη και ή ότι ουδέποτε τερματίστηκε. Β. Απόφαση και ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η απασχόληση τους κατέστη αορίστου χρόνου. Γ. Απόφαση και ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύσσεται αντισυμβατική και ή άκυρη και ή παράνομη και ή στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος η απόφαση με την οποία από τον Μάιο του 2013 και έκτοτε, επιβάλλεται στον Αιτητή μισθολογική μείωση της τάξης του 10%, η οποία αντιστοιχεί με ποσό των €152,09 μηνιαίως. Δ. Απόφαση για το ποσό των €1.825,08 ως υπόλοιπο δεδουλευμένων απολαβών και ή ζημιές και ή απώλειες και ή ως ποσό που παράνομα και ή αντισυμβατικά έχει κατακρατηθεί και ή ιδιοποιηθεί εις βάρος τους για την περίοδο από Μάιο 2013 έως και Μάρτιο 2014, ήτοι €152,09 Χ 12 μήνες. Ε. Απόφαση για το ποσό των €152,09 μηνιαίως από τον Απρίλιο του 2014 και έπειτα, και μέχρις ότου αρθεί η μισθολογική μείωση της τάξεως του 10% που τους επιβλήθηκε άδικα και ή παράνομα και ή αντισυμβατικά. ΣΤ. Οποιοδήποτε άλλο ωφέλημα και η θεραπεία δικαιούται βάσει νόμου, σύμβασης, πρακτικής, εθίμου και ή άλλως πως και ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή, λογική και δίκαιη υπό τις περιστάσεις Η. Νόμιμους Τόκους Θ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση, όπως αυτή προκύπτει από τους πανομοιότυπους γενικούς λόγους εμφάνισης, ότι οι Αιτητές προσλήφθηκαν επί εκτάκτου βάσεως για δεκαπενθήμερη απασχόληση και ότι σύμφωνα με το συμβόλαιο εργοδότησης τους, η πρόσληψη τους έγινε σύμφωνα με τον περί της Διαδικασίας Πρόσληψης Εργοδοτουμένων Καθορισμένης Διάρκειας στη Δημόσια Υπηρεσία και για Άλλα Συναφή Θέματα Νόμο του 2011, όπου στην παράγραφο 2 του εν λόγω συμβολαίου, «Σημειώνεται ότι βάσει των αντικειμενικών λόγων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 7 του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου Νόμου, η χρονική περίοδος απασχόλησης σας που καλύπτεται από τη σύμβαση αυτή, σε καμία περίπτωση δεν θα προσμετρείται για σκοπούς μετατροπής της σε σύμβαση αορίστου χρόνου». Επίσης με βάση τον προρρηθέντα νόμο του 2011 ο εργοδοτούμενος προσλαμβάνεται : (α) για χρονική διάρκεια έξι μηνών για την εκτέλεση εργασίας που δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια για κάλυψη προσωρινής φύσεως (β) για την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου τακτής προθεσμίας και (γ) για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη για κάλυψη συγκεκριμένης ανάγκης προσωρινής φύσης που καλύπτει αναφορικά με υφισταμένη κενή μη εναλλάξιμη θέση. Οι ανάγκες που μπορεί να προκύψουν σε Τεχνολόγους Νοσοκομειακού Εργαστηρίου, στις Ιατρικές Υπηρεσίες υπολογίζονται από το Υπουργείο Υγείας με βάση τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ασθενείς, όπως και τον αριθμό ασθενών που υπάρχουν. Τόσο οι ασθενείς όσο και ο αριθμός ασθενών είναι στοιχεία που μεταβάλλονται κάθε έτος. Αναφορικά με τη μισθολογική μείωση της τάξεως του 10% από ή από τον Μάιο του 2013 σημειώνουν ότι πραγματοποιήθηκε με βάση τον περί Προϋπολογισμού του 2013 Νόμο του 2012 (Ν.59(ΙΙ)/2012), μετά από σχετική ανακοίνωση που εξεδόθη από το Υπουργείο Οικονομικών προς τα αρμόδια Τμήματα. Επίσης ότι οι Αιτητές ενημερώθηκαν για τα ως άνω με σχετική επιστολή. Αμφότεροι διάδικοι περιορίστηκαν στη δήλωση παραδεκτών γεγονότων χωρίς την προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας. Τα εν λόγω παραδεκτά γεγονότα ως προκύπτουν από την κοινή δήλωση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Οι Αιτητές είναι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, διαμένουν και εργάζονται στη Λευκωσία. Προσελήφθηκαν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως Έκτακτοι Τεχνολόγοι Νοσοκομειακού Εργαστηρίου στα Διαγνωστικά Εργαστήρια του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και στο Τμήμα Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Αιτητής στην Αίτηση 273/2014 προσλήφθηκε στις 2.12.2011, η Αιτήτρια στην Αίτηση 274/2014 στις 6.5.2011, οι Αιτήτριες στις Αιτήσεις 275/2014 και 276/2014 την 1.8.2011 και η Αιτήτρια στην Αίτηση 277/2014 στις 3.1.2011. Από τις προσλήψεως τους συνέχισαν να απασχολούνται συνεχώς και αδιαλείπτως επί τη βάσει δεκαπενθήμερων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι τις 28.4.2016 που οι Καθ' ων η αίτηση με σχετική επιστολή ημερομηνίας 24.6.2016 μετέτρεψαν τη σύμβαση απασχόλησης των Αιτητών σε σύμβαση αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, δυνάμει του περί Ρύθμισης της Απασχόλησης Εργοδοτουμένων Αορίστου Χρόνου και Εργοδοτουμένων Ορισμένου Χρόνου στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου του 2016 (Ν.70(Ι)/2016), που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 28.4.2016, και με βάση τα στοιχεία που τηρούνται σε σχέση με το σύνολο της απασχόλησης των Αιτητών, περιλαμβανομένων και αυτών που διαβιβάστηκαν από το Γενικό Λογιστήριο, και από τα οποία προκύπτει ότι συμπλήρωσαν την απαιτούμενη 30μηνη περίοδο απασχόλησης, αφαιρουμένων των αδειών απουσίας χωρίς απολαβές όχι για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Με δεδομένη την ημερομηνία πρόσληψης τους, ο Αιτητής στην Αίτηση 273/2014 συμπλήρωση 30μηνη συνεχή περίοδο απασχόλησης στις 2.6.2014, η Αιτήτρια στην Αίτηση 274/2014 στις 7.11.2013, οι Αιτήτριες στις Αιτήσεις 275/2014 και 276/2014 την 1.2.2014 και η Αιτήτρια στην Αίτηση 277/2014 στις 3.7.2013. Συνεπώς η αναγνώριση τους ως εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου είναι από την επομένη της συμπλήρωσης της 30μηνης περιόδου συνεχούς απασχόλησης. Οι Αιτητές, με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 2.12.2013 προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας, ζήτησαν την επαναφορά της μισθοδοσίας τους στο κανονικό και νόμιμο της ύψος και την επιστροφή των ποσών που αδικαιολόγητα αποκόπηκαν. Σε απαντητική επιστολή ημερ. 19.12.2013 το Υπουργείο Υγείας αναφέρεται σε διεξαγωγή έρευνας για τα όσα αναφέρονται στην επιστολή των Αιτητών. Να σημειωθεί ότι η Αιτήτρια στην Αίτηση 274/2014 παραιτήθηκε από την εργασία της για προσωπικούς λόγους στις 31.7.2016. Ανάλυση και Συμπεράσματα (
  2. i)Η διάγνωση του χαρακτήρα της σύμβασης απασχόλησης των Αιτητών Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του Νόμου (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), σκοπός του παρόντος Νόμου είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας διευκρινίζει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας - πλαισίου είναι ιδίως η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη θέσπιση των ελάχιστων προδιαγραφών προς εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Με το άρθρο 7 του Νόμου (ρήτρα 5 της Οδηγίας), ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποφυγής κατάχρησης από τον κίνδυνο προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο τριάντα μηνών σε μια τέτοια σύμβαση για να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου, εκτός εάν ο εργοδότης ήθελε αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους που υφίστανται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις οποίες γίνεται περιοριστική αναφορά στο Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου (ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο), «7.-

(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως ∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 7 του Νόμου, οφείλει, κατά τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την Οδηγία αποτέλεσμα, ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν να διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου ημερ. 23.4.2009, το ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι, «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ' ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ' ολοκληρία. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέε-ται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ' αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμε-νικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Επίσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13 ημερ. 26.11.2014, το ΔΕΕ επαναλαμβάνοντας προηγούμενη νομολογία του ανέφερε τα ακόλουθα:
  1. Επομένως, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α, της συμφωνίας - πλαισίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου 124/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του διατάγματος 131/2007 δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό.
  2. Προς τούτου, πρέπει να εξετάζονται, στην κάθε περίπτωση, όλες οι προκείμενες περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες. Είναι προφανές, με βάση τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα ότι οι Αιτητές είχαν ήδη καλύψει τη συνολική περίοδο των τριάντα μηνών που τους επέτρεπε να καταστούν εργοδοτούμενοι με σύμβαση αορίστου χρόνου, πολύ πιο πριν από τις 28.4.2016 που οι Καθ' ων η αίτηση απεφάσισαν να τους καταστήσουν εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου με την εφαρμογή του Ν.70(Ι)/
  3. Οι Καθ' ων η αίτηση ωστόσο, έχοντες το βάρος να αποδείξουν την ύπαρξη αντικειμενικού λόγου, που θα δικαιολογούσε την απασχόληση των Αιτητών με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και τη μη μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όταν αυτοί είχαν καλύψει 30μηνη περίοδο απασχόλησης, εν τούτοις δεν το έπραξαν. Να σημειωθεί, ότι η κάλυψη προσωρινών αναγκών της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους και στην πράξη συνηθέστερους λόγους που δικαιολογούν τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ωστόσο τέτοιες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό, ως αντικειμενικός λόγος δικαιολογητικός της σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, υφίστανται όταν κατά τη σύναψη της σύμβασης με επαρκή ασφάλεια αναμένεται ότι με τη λήξη της θα παύσει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Μια τέτοια πρόγνωση θα πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία και να είναι αρκούντως θεμελιωμένη. Θα πρέπει δηλαδή ο εργοδότης να είναι σε θέση να δικαιολογήσει, με συγκεκριμένα στοιχεία γιατί με την πάροδο της ορισμένης διάρκειας της σύμβασης θα εκλείψει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Η εγκυρότητα επίσης του συγκεκριμένου συμβατικού όρου της ορισμένης διάρκειας προϋποθέτει ότι ο εργοδοτούμενος προσελήφθη για να καλύψει ακριβώς τις συγκεκριμένες αυξημένες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. (Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, 434) Στην προκείμενη περίπτωση, παρατηρούμε, ότι κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που τείνει να καταδείξει ότι με τη λήξη των διαφόρων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που σύναψαν οι Καθ' ων η αίτηση με τους Αιτητές, αναμένετο με επαρκή ασφάλεια ότι θα εξέλειπε και η ανάγκη για απασχόληση τους. Αντίθετα, αυτό που προκύπτει μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, είναι ότι οι Αιτητές προσλαμβάνονταν δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας με σκοπό την κάλυψη αναγκών που φαίνεται να μην ήταν προσωρινές. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι ανάγκες της υπηρεσίας σε πρόσθετο προσωπικό δεν ήταν παροδικές αλλά είχαν μόνιμο χαρακτήρα, κάτι που γνώριζαν οι Καθ' ων η αίτηση κατά τον χρόνο σύναψης των διαφόρων συμβάσεων με τους Αιτητές. Συνεπώς η απασχόληση των Αιτητών δεν αποσκοπούσε στην κάλυψη προσωρινών αλλά πάγιων και διαρκών αναγκών της υπηρεσίας τους, τις οποίες οι Καθ' ων η αίτηση επέλεξαν να καλύψουν με τη μέθοδο των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Από τη στιγμή λοιπόν που οι Αιτητές ζήτησαν με τις υπό κρίση Αιτήσεις τη μετατροπή των συμβάσεων απασχόλησης τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, κρίνουμε ότι η αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος θα πρέπει να ισχύει από την ημέρα που αυτοί κάλυψαν την 30μηνη περίοδο απασχόλησης τους, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 7 του Νόμου 98(Ι)/2003 και όχι από τις 28.4.2016 που οι Καθ' ων η αίτηση τους κατέστησαν εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου με την εφαρμογή του Ν.70(Ι)/
  4. Οποιαδήποτε αντίθετη κατάληξη θα οδηγούσε οπωσδήποτε σε παραγνώριση των προστατευτικών διατάξεων της Οδηγίας και του εναρμονιστικού με αυτή Νόμου, ως και της αυξημένης ισχύος της έναντι οποιουδήποτε ημεδαπού νόμου μη συνάδοντος με το περιεχόμενο και τον επιδιωκόμενο με αυτή σκοπό. Συνεπώς ούτε ο προαναφερθείς νόμος του 2011 αλλ' ούτε και ο Ν.70(Ι)/2016ή οποιαδήποτε αναφορά στο συμβόλαιο απασχόλησης των Αιτητών θα ηδύναντο να αντικαταστήσουν ή να αποτελέσουν εμπόδιο στην εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων της Οδηγίας και του εναρμονιστικού Νόμου (98(Ι)/2003). Με δεδομένη την ημερομηνία πρόσληψης των Αιτητών είναι κατάληξη μας ότι ο Αιτητής στην Αίτηση 273/2014 κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου από 3.6.2014, η Αιτήτρια στην Αίτηση 274/2014 από 8.11.2013, οι Αιτήτριες στις Αιτήσεις 275/2014 και 276/2014 από 2.2.2014 και η Αιτήτρια στην Αίτηση 277/2014 από 4.7.
  5. (ii) Η μισθολογική μείωση της τάξης του 10% Η θέση των Αιτητών ότι από τον Μάιο 2013 υφίσταντο μισθολογική μείωση της τάξεως του 10% δεν αμφισβητείται από τους Καθ' ων η αίτηση, οι οποίο με τους γενικούς λόγους εμφάνισης παραδέχονται ότι η μείωση αυτή εγένετο με βάση τον περί Προϋπολογισμού Νόμο του 2013 (Ν.59(ΙΙ)/2012)και δη το άρθρο 10, υπό τον παράτιτλο «Μείωση κλιμάκων εισδοχής» όπου προνοούνται τα ακόλουθα: 10.
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή Κανονισμού που ρυθμίζει τη μισθοδοσία των δημόσιων θέσεων, πρόσωπα που από την 1.1.2012 και στο εξής διορίζονται σε θέσεις Πρώτου Διορισμού ή Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής στις κατώτερες θέσεις των υφιστάμενων δομών θέσεων που περιλαμβάνονται στον παρόντα Νόμο ή προσλαμβάνονται πάνω σε έκτακτη βάση ή με σύμβαση για εκτέλεση καθηκόντων που αντιστοιχούν στις κατώτερες θέσεις των υφιστάμενων δομών της κρατικής υπηρεσίας θα λαμβάνουν, κατά τα δύο πρώτα έτη της υπηρεσίας ή απασχόλησής τους, ετήσιο βασικό μισθό ανάλογα με τη μισθοδοτική Κλίμακα της θέσης στην οποία διορίζονται ή προάγονται ή προσλαμβάνονται όπως δεικνύονται στο Παράρτημα — Μισθολογικές Κλίμακες προσαρτημένο στο τέλος των Δελτίων Δαπανών.
(2)Με τη συμπλήρωση είκοσι-τεσσάρων μηνών υπηρεσίας ή απασχόλησης στους υπό αναφορά βασικούς μισθούς, ο εργοδοτούμενος θα τοποθετείται στην αρχική βαθμίδα της μισθοδοτικής Κλίμακας της θέσης, όπως αυτή αναφέρεται στο Σχέδιο Υπηρεσίας ή σε σημείωση στον παρόντα Νόμο.
(3)Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος «δημόσιες θέσεις» ή «θέσεις» περιλαμβάνει μόνιμες θέσεις στη Δημόσια Υπηρεσία, στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία, στις Ένοπλες Δυνάμεις της Δημοκρατίας, στις Δυνάμεις Ασφαλείας της Δημοκρατίας και στη Δικαστική Υπηρεσία, με τις υπό αναφορά κλίμακες εισδοχής. Ο όρος «πρόσωπα που προσλαμβάνονται πάνω σε έκτακτη βάση ή με σύμβαση» περιλαμβάνει εργοδοτούμενους σε έκτακτη βάση ή εργοδοτούμενους καθαρισμέ-νης διάρκειας ή εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου ή Εθελοντές/ντριες ή Εθελοντές Πενταετούς Υποχρέωσης ή Ειδικούς Αστυφύλακες και άλλους με παρόμοιο καθεστώς απασχόλησης που προσλαμβάνονται σύμφωνα με τον κατά περίπτωση Νόμο. Η πιο πάνω ρύθμιση δεν τυγχάνει εφαρμογής περιπτώσεις: (α) υπαλλήλων που κατέχουν μόνιμη θέση και διορίζονται ή προάγονται σε άλλη θέση ή αποσπώνται για οποιοδήποτε σκοπό, (β) έκτακτου υπαλλήλου ή με σύμβαση προσωπικού που απασχολείτο κατά την 1.1.2012 (εκτός της Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας) και διορίζεται σε θέση, χωρίς να έχει μεσολαβήσει μετά την εν λόγω ημερομηνία διακοπή της έκτακτης ή με σύμβαση υπηρεσίας του, και (γ) εκπαιδευτικών που απασχολούνται ή απασχολήθηκαν με σύμβαση ή ως αντικαταστάτες στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού κατά την 1.1.2012 ή προγενέστερης ημερομηνίας. Με δεδομένο τον χρόνο πρόληψης των Αιτητών, το καθεστώς εργοδότησης τους και τις μισθολογικές μειώσεις που δέχθηκαν, το ζητούμενο είναι κατά πόσο στην περίπτωση τους δικαιολογείτο μια τέτοια μείωση κατ' εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης. Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες. Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd. v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, στη σελ. 533, «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη». (Βλ. επίσης, Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348). Όπως λέχθηκε στην απόφαση Μάριου Ιερόπουλου ν. The Societe (Generale) Cyprus Ltd Employees Provident Funt (ECLI:CY:AD:2018:A117, Πολιτική Έφεση 279/2012, ημερ. 15.3.2018): «Αποτελεί βασικό κανόνα ερμηνείας ότι στις λέξεις που χρησιμοποιούνται σε ένα νομοθέτημα πρέπει να δίδεται η φυσική και συνηθισμένη έννοια τους (words are to be taken in their literal meaning). Δεν επιτρέπεται απόκλιση από τις πρόνοιες μιας νομοθετικής διάταξης όταν αυτές είναι σαφείς. Η τελολογική ερμηνεία η οποία αναζητά τον αντικειμενικό σκοπό του νομοθέτη, επιτρέπεται στις περιπτώσεις που το νόημα των λέξεων που χρησιμοποιούνται δεν είναι σαφές. Εν προκειμένω, συμφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία όσον αφορά την ερμηνεία νομοθετημάτων, καθώς και με την ερμηνεία που έδωσε στις παραπάνω νομοθετικές διατάξεις. Κατ' αρχάς να σημειώσουμε ότι το λεκτικό των υπό αναφορά νομοθετικών διατάξεων είναι σαφές. Η δε φυσική και συνηθισμένη του έννοια δεν εκφράζεται με την περιοριστική ερμηνεία που εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα. (Μακεδόνας ν. Δημοκρατία
(1998)3 ΑΑΔ 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 ΑΑΔ 355, Southfields Industries Ltd ν. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 ΑΑΔ 59, Νικολάου ν. Βασιλείου
(1999)1 ΑΑΔ 1566 και Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.ά
(2011)1 ΑΑΔ 1358). Οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές επαναλήφθηκαν και στην απόφαση Αναφορικά με την Εταιρεία Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (ECLI:CY:AD:2014:D295, Πολιτική Έφεση 60/2014, ημερ. 7.5.2014) όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επανερχόμενοι στο ερμηνευτικό πλαίσιο εξέτασης του εγειρόμενου θέματος, σημειώνουμε ότι η κεντρική επιδίωξη και οι στόχοι του ερμηνευτικού έργου, πρέπει να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knights
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1903. Όπου το ζητούμενο είναι η ερμηνεία νομοθετήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το λεκτικό, το ιστορικό και οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του, οι ευρύτεροι σκοποί που επιχειρήθηκε να εξυπηρετηθούν καθώς και η πρόθεση του νομοθέτη. (βλ. Melios v. Nicolaou
(1963)2 C.L.R. και Krassimenos v. Hadjiyiannis
(1963)2 C.L.R. 448». Επίσης στη απόφαση Σάββα ν. Salamis Tours Limited (ECLI:CY:AD:2018:A269, Πολιτική Έφεση 184/2017 ημερ. 5.6.2018) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η πρόθεση του Νομοθέτη διακριβώνεται μέσα από το ίδιο το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου. Βασικός κανόνας ερμηνείας επιτάσσει όπως στις λέξεις, μέσω των οποίων συντελείται η μεταβίβαση της σκέψης του Νομοθέτη, θα πρέπει να δίδεται η απλή γραμματική έννοια τους. Θα πρέπει, δηλαδή, να διαβάζονται με τη συνήθη, φυσική και γραμματική τους σημασία. Αν αυτή είναι καθαρή και δεν καταλήγει σε άτοπα αποτελέσματα ή μεγάλες δυσχέρειες δεν εγείρεται περαιτέρω ζήτημα ερμηνείας. Υπό το φως του πιο πάνω, χρυσού, όπως χαρακτηρίζεται, κανόνα ερμηνείας, προσεγγίσαμε το εννοιολογικό περιεχόμενο του άρθρου 64Α
(4)» Στη βάση των πιο πάνω κανόνων ερμηνείας που υπαγορεύει η νομολογία, προσεγγίσαμε και το εννοιολογικό περιεχόμενο του άρθρου 10 του Ν. 59(ΙΙ)/2012, από το λεκτικό του οποίου προκύπτει αβίαστα το πεδίο εφαρμογής του, με αναφορά σε πρόσωπα που διορίζονται στην Δημόσια Υπηρεσία ή προσλαμβάνονται πάνω σε έκτακτη βάση ή με σύμβαση για εκτέλεση καθηκόντων σε κατώτερες θέσεις των δομών της κρατικής υπηρεσίες, από την 1.1.
  1. Διευκρινίζεται ότι για σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πρόσωπα που προσλαμβάνονται σε έκτακτη βάση ή με σύμβαση», περιλαμβάνει εργοδοτούμενους σε έκτακτη βάση ή εργοδοτούμενους καθορισμένης διάρκειας ή αορίστου χρόνου. Διευκρινίζεται επίσης ότι η πιο πάνω ρύθμιση δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση έκτακτου υπαλλήλου ή με σύμβαση προσωπικού που απασχολείτο κατά την 1.1.2012 και διορίζεται σε μόνιμη θέση, χωρίς να έχει μεσολαβήσει μετά την εν λόγω ημερομηνία διακοπή της έκτακτης ή με σύμβαση υπηρεσίας του. Οι Αιτητές όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης προσλήφθηκαν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως εργοδοτούμενοι καθορισμένης διάρκειας πριν την 1.1.2012 και συγκεκριμένα σε διαφορετικές ημερομηνίας κατά το 2011, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Πρόκειται για εργοδοτούμενους που σταθερά και μόνιμα απασχολούνταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση από της προσλήψεως τους, βάσει συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που όπως έχει αποδειχθεί, ο εργοδότης υπολόγιζε να τους έχει στη διάθεση του και στο μέλλον, καθώς η ανάγκη για κάλυψη διαρκών και μονίμων αναγκών της υπηρεσίας του οδήγησε και στην αναγνώριση των Αιτητών ως εργοδοτουμένων αορίστου χρόνου, ελλείψει οποιουδήποτε αντικειμενικού λόγου που δεν δικαιολογούσε τη μετατροπή τους. Επομένως, από τη στιγμή που οι Αιτητές προσλήφθηκαν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση πριν την 1.1.2012, το άρθρο 10 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση τους. Το γεγονός ότι απασχολούνταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση βάσει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν μπορεί να αποτελέσει παράγοντα διαφοροποίησης τους από τους αντίστοιχους εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου. Άλλωστε κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ούτε από το λεκτικό του άρθρου 10, που προφανώς αναφέρεται σε εργοδοτούμενους καθορισμένης διάρκειας ή εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου που προσλήφθηκαν από την 1.1.2012, γεγονός επίσης που επιβεβαιώνεται και από την τελευταία διευκρίνιση όπου ο νομοθέτης διαφοροποιεί τη θέση αναφορικά με υπαλλήλους που διορίζονται σε μόνιμη θέση και οι οποίοι απασχολούνταν κατά την 1.1.2012 ως έκτακτοι υπάλληλοι ή με σύμβαση προσωπικού. Διαφορετική προσέγγιση ή ερμηνεία θα αποτελούσε παράβαση της θεσπιζομένης με το άρθρο 5 του Ν.98(Ι)/2003 απαγόρευσης διακρίσεων όπου ρητά αναφέρεται ότι, αναφορικά με τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης ο εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται δυσμενώς σε σχέση με τον αντίστοιχο εργοδοτούμενο με εργασία αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός εάν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, κάτι που δεν έχει αποδειχθεί από τα τεθέντα ενώπιον μας στοιχεία. Είναι λοιπόν κατάληξη μας ότι οι μειώσεις που δέχθηκαν οι Αιτητές στις μισθολογικές απολαβές τους αντιβαίνουν στις πρόνοιες του άρθρο 10 του Ν.59(ΙΙ)/
  2. Αντιβαίνουν επίσης στον περί Προστασίας των μισθών Νόμο (Ν.35(Ι)/2007)ως έχει τροποποιηθεί και συγκεκριμένα τις πρόνοιες του άρθρου 10 όπου απαγορεύει ρητά την αποκοπή ποσών από τον μισθό, χωρίς τη συγκατάθεση του εργοδοτούμενου. Σε μια τέτοια περίπτωση, με βάση το άρθρο 12
(1), ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία με τον ακαθάριστο και τον καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές. Επίσης το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης. Η ευπαίδευτη συνήγορος για τους Καθ' ων η αίτηση στην τελική αγόρευση της εισηγήθηκε ότι οι Αιτητές αποδέχθηκαν τη μείωση των μισθολογικών αποκοπών τους με την υπογραφή νέας σύμβασης εργασίας κατά ή περί τις 19 - 20.4.2013 και ή νέων συμβάσεων που ακολούθησαν και συνεπεία τούτου κωλύονται να εγείρουν εκ των υστέρων οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της Δημοκρατίας. Επίσης, ότι η υπογραφή και ή οι υπογραφές των εν λόγω συμβάσεων που ακολούθησαν έγιναν χωρίς καμία επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους και ή διαμαρτυρίας και ή αμφισβήτησης. Προφανώς ένας τέτοιος ισχυρισμός που προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο των αγορεύσεων, δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα και δη τους γενικούς λόγους Εμφάνισης. Είναι καθιερωμένη αρχή του δικονομικού δικαίου ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται στη δικογραφία. (Παπαγεωργίου ν. Λ. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Επίσης, σύμφωνα με Πούρικκος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507: «. για σκοπούς έκδοσης της απόφασης του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιον του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δεν συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα» Οι πιο πάνω αρχές του δικονομικού δικαίου επιβεβαιώνονται και στην Αθανασίου ν. Reana Manufacturing & Trading Co Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1635. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση: «Δεν μας διαφεύγει της προσοχής ότι η Δίκη στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών διεξάγεται με βάση το εξεταστικό σύστημα και όχι εκείνο της αντιπαράθεσης. Το εξεταστικό σύστημα παρέχει ευρύτερη ευχέρεια στο Δικαστήριο για τη διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της διαφοράς. Δεν μεταβάλλει όμως τον δικονομικό κανόνα ως προς τα επίδικα θέματα και τις παραμέτρους της δίκης. (Βλέπε: Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.α
(1993)3 Α.Α.Δ. 598). Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία και να μην επεκτείνεται σε άλλα μη προκύπτοντα θέματα, ιδιαίτερα, όπως στην παρούσα υπόθεση, όταν στο θέμα, το οποίο εξέτασε το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπήρχε ρητή παραδοχή απ' όλους τους διαδίκους στη δικογραφία.» Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται στην Χρ. Λαούτα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A775, Πολ. Εφ. 60/2010, ημερ. 14.10.2014, που αφορά επίσης απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση: «τα δικόγραφα, όπως τονίστηκε σε σειρά αποφάσεων, και αποτελεί πλέον ξεκάθαρη νομολογιακή αρχή, αποτελούν τη βάση προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων και η προσαχθείσα μαρτυρία θα πρέπει να στοχεύει στο στόχο αυτό. Το θέμα αυτό βρισκόμενο, όπως είναι παραδεχτό εκτός των δικογράφων, ορθώς δεν απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο». Ως επακόλουθο, οι εκ των υστέρων ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση, περί κωλύματος των Αιτητών να προωθήσουν την υπόθεση τους, θα πρέπει να αγνοηθούν από το Δικαστήριο αφού δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, η θέση των Αιτητών ότι από τον Μάιο του 2013 και έκτοτε οι αρμόδιες υπηρεσίες της Δημοκρατίας τους απέκοπταν από τον μηνιαίο μισθό το ποσό των €152,09 δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι στους γενικούς λόγους εμφάνισης αναφέρουν απλώς ότι η μισθοδοτική μείωση από τον Μάιο του 2013 πραγματοποιήθηκε με βάση τον περί Προϋπολογισμού Νόμο (Ν.59(ΙΙ)/2012). Πλην της εν λόγω παραδοχής που αφορά ουσιαστικά τα αποκοπέντα ποσά που οι Αιτητές αξιώνουν για τους μήνες Μάιο 2013 μέχρι Μάρτιο 2014, καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει ή να αποδεικνύει τις υπόλοιπες αυτοτελείς αξιώσεις των Αιτητών αναφορικά με ποσά που ισχυρίζονται ότι αποκόπηκαν από τους μισθούς τους σε μεταγενέστερο στάδιο. Κατάληξη Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι οι Αιτητές κατέστησαν εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου. Ο Αιτητής στην Αίτηση 273/2014 από 3.6.2014, η Αιτήτρια στην Αίτηση 274/2014 από 8.11.2013, οι Αιτήτριες στις Αιτήσεις 275/2014 και 276/2014 από 2.2.2014 και η Αιτήτρια στην Αίτηση 277/2014 από 4.7.2013. Εκδίδεται περαιτέρω απόφαση υπέρ ενός εκάστου των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €1.672,99 ως αποκοπέντα ποσά από τους μηνιαίους μισθούς τους για τους μήνες Μάιο 2013 μέχρι και Μάρτιο 2014, ήτοι €152,09 Χ 11 μήνες, με νόμιμο τόκο από 8.4.2014 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται €850 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση σε κάθε Αίτηση. Οι υπόλοιπες αξιώσεις των Αιτητών απορρίπτονται. (υπ).................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Α. Λάμπρου, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.