ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΛΕΣΧΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 975/2012, 29/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:12 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Χρ. Χρίστης και Ν. Ανδρέου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 975/2012 Μεταξύ: XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Αιτητής -και-
- ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΛΕΣΧΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
- XXXXX ΓΑΛΑΤΟΠΟΥΛΟΥ
- XXXXX ΜΥΛΩΝΑ
- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ
- XXXXX ΧΑΤΖΗΜΗΝΑ
- XXXXX ΠΟΛΥΒΙΟΥ Καθ' ων η αίτηση ------------- Ημερομηνία: 29η Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Χρ. Χρυσάνθου Για τους Καθ' ων η αίτηση 1, 4, 5 και 6: κ. Κ. Κωνσταντινίδη Για Καθ' ου η αίτηση 3: κ. Α. Αποστολίδη με κ. Ν. Μιχαήλ ------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής υπήρξε υπάλληλος της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας (στο εξής «ο Εργοδότης») από την 1.6.1975 μέχρι τις 5.11.2012 που συμπλήρωσε το 63ο έτος της ηλικίας του. Στις 6.11.2012 ο Εργοδότης του προσέφερε συμβόλαιο εργασίας εξάμηνης διάρκειας. Από την αρχή της εργοδότησης του και μέχρι την ημέρα αφυπηρέτησης του, στις 5.11.2012, υπήρξε μέλος του Καθ' ου η αίτηση 1 (στο εξής «το Ταμείο»). Το Ταμείο διέπεται από κανόνες λειτουργίας οι οποίοι εμπεριέχονται στο καταστατικό του. Σύμφωνα με τους εν λόγω κανόνες, ως μέλη του Ταμείου εγγράφονται υποχρεωτικά μεταξύ άλλων όλοι οι μόνιμοι υπάλληλοι του Εργοδότη που έχουν συμπληρώσει συνεχή εξάμηνη υπηρεσία. Το κάθε μέλος διατηρεί σε πίστη του δύο λογαριασμούς, τον λογαριασμό «Α» που περιέχει τις δίκες του εισφορές και τον λογαριασμό «Β» που περιέχει τις εισφορές του Εργοδότη. Με την αποχώρηση του μέλους από τον Εργοδότη λόγω ορίου ηλικίας, δικαιούται ολόκληρο το σε πίστη του ποσό στο λογαριασμό «Α» και με τη συμπλήρωση πέντε ετών υπηρεσίας, ολόκληρο το ποσό από τον λογαριασμό «Β». Κατά τον ουσιώδη χρόνο το Ταμείο αποτελείτο από 23 μέλη. Το Ταμείο διαχειρίζεται Διαχειριστική Επιτροπή («η Επιτροπή») αποτελούμενη από πέντε μέλη. Ο πρόεδρος και ένα μέλος διορίζονται από τον Εργοδότη ενώ τα υπόλοιπα τρία εκλέγονται από τα μέλη του Ταμείου. Ο Καθ' ου η αίτηση 2, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο πρόεδρος του Ταμείου. Η Αίτηση εναντίον του απεσύρθη στις 20.10.2017 αφού είχε αποβιώσει. Ο Καθ' ου η αίτηση 3 διετέλεσε Γραμματέας του Ταμείου μέχρι τις 30.10.2012 που υπέβαλε γραπτώς την παραίτηση του. Μέχρι τις 27.5.2010 που συμπλήρωσε το 65ο έτος της ηλικίας του ήταν ο Διευθυντής Οικονομικών Υπηρεσιών του Εργοδότη. Με γραπτή συμφωνία ημερ. 11.1.2010 συμφώνησε όπως συνεχίσει την απασχόληση του στον Εργοδότη για περίοδο τριών χρόνων που θα άρχιζε στις 28.5.2010 και θα έληγε στις 27.5.
- Μέλη της Επιτροπής είναι επίσης ο Καθ' ου η αίτηση 4 που κατέχει τη θέση Διευθυντή Διοικητικών Υπηρεσιών/Δημοσίων Σχέσεων και Γραμματέα του Εργοδότη, ο Καθ' ου η αίτηση 5 που είναι ο Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών / Μάρκετινγκ του Εργοδότη και ο Καθ' ου η αίτηση
- Στις 20.3.2012 το Ταμείο παρέδωσε στον Αιτητή αναλυτική κατάσταση (Τεκ.3) με την οποία τον ενημέρωσε ότι κατά τις 31.12.2011 το κατατιθέμενο σε πίστη του ποσό στους λογαριασμούς «Α» και «Β», ανερχόταν συνολικά στα €402.099,13 εκ των οποίων €256.380,68 στο λογαριασμό «Α» και €145.718,45 στο λογαριασμό «Β». Ο Αιτητής δύο μέρες μετά την αφυπηρέτηση του, με επιστολή ημερ. 7.11.2012 (Τεκ.14) ζήτησε από τη Επιτροπή όπως του καταβάλει ολόκληρο το σε πίστη του ποσό στους λογαριασμούς «Α» και «Β», συμπεριλαμβανομένων και των εισφορών που καταβλήθηκαν στους εν λόγω λογαριασμούς κατά το έτος 2012, ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των €413.824,
- Με απαντητική επιστολή ημερ. 16.11.2012 (Τεκ.15) η Επιτροπή ενημέρωσε τον Αιτητή ότι το ύψος των ωφελημάτων του που αντιστοιχεί στο ύψος των επενδύσεων σε αξιόγραφα της Ελληνικής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου δεν θα καταβάλλονταν άμεσα μέχρι την τελική έκβαση της εκκρεμότητας σε σχέση με την αξία των αξιογράφων. Αναφορικά με τις εν λόγω επενδύσεις, το 2006 το Ταμείο αγόρασε χρεόγραφα της Ελληνικής Τράπεζας δεκαετούς διάρκειας συνολικού ύψους €1.537.
- Τα εν λόγω χρεόγραφα έληγαν το 2016 και απέδιδαν ετήσιο τόκο 5,05%. Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης ημερ. 16.9.2010, η Επιτροπή μετέτρεψε τα εν λόγω χρεόγραφα σε μη σωρευτικά μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου με κωδικό HBCCS (ΕΤΜΑΚ), αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης και με σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,25%, πληρωτέο σε τριμηνιαία βάση (Τεκ.20 και 21) Αγόρασε επίσης χρεόγραφα της Τράπεζας Κύπρου συνολικού ύψους €581.
- Τον Δεκέμβριο 2007, η Επιτροπή μετέτρεψε τα χρεόγραφα αξίας €239.544 σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου με κωδικό BCCCCB και τα υπόλοιπα αξίας €341.720 σε αξιόγραφα κεφαλαίου με κωδικό BCSC. Τα αξιόγραφα αυτά ήταν αορίστου διαρκείας χωρίς ημερομηνία λήξης και απέδιδαν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,25%, πληρωτέο σε τριμηνιαία βάση. Το κεφάλαιο της εν λόγω επένδυσης παρέμενε δεσμευμένο στην Τράπεζα Κύπρου και ήταν στη διακριτική ευχέρεια της Τράπεζας πότε και ποιο ποσό από το αρχικό κεφάλαιο θα επιστρεφόταν στο Ταμείο. Η Τράπεζα Κύπρου με ανακοινώσεις που εξέδωσε εντός του 2012, ενημέρωσε τους κατόχους αξιόγραφων ότι θα ανέστελλε την πληρωμή τόκων στα εν λόγω αξιόγραφα, με αποτέλεσμα κανένας τόκος να μην καταβληθεί στο Ταμείο σε σχέση με τα αξιόγραφα αυτά (Τεκ.23α-δ). Αντίθετα η Ελληνική Τράπεζα με ανακοίνωση της στον τύπο πληροφόρησε τους κατόχους αξιογράφων της ότι θα πλήρωνε κανονικά τους τόκους. Έκτοτε η Ελληνική Τράπεζα συνέχισε να καταβάλλει ανελλιπώς στο Ταμείο τους τόκους των αξιογράφων κεφαλαίου (HBCS - ΕΛΗΤΑ) με 6.25%, οι οποίο κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσα Αίτησης ανέρχονταν περίπου στο ποσό των €290.000 (Τεκ. 24). Τον Μάρτιο 2012 ο τότε γενικός Διευθυντής του Εργοδότη, ο οποίος απασχολείτο με πενταετές συμβόλαιο εργασίας, έλαβε κατά τον τερματισμό των υπηρεσιών του ολόκληρο το ποσό που ήταν κατατεθειμένο στο λογαριασμό του και που ανερχόταν περίπου στις €142.933,
- Επίσης, έξι μέλη του Ταμείου που αφυπηρέτησαν το 2011, έλαβαν ολόκληρο το κατατιθέμενο σε πίστη τους ποσό ανερχόμενο συνολικά στα €939.
- Κατά τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2011 ο Καθ' ου η αίτηση 3 έλαβε από το Ταμείο το ποσό των €400.000 και από τον Ιανουάριο μέχρι και Απρίλιο 2012 το επιπρόσθετο ποσό των €150.000 ήτοι το συνολικό ποσό των €550.
- Η απαίτηση του Αιτητή για πληρωμή ολόκληρου του κατατιθέμενου σε πίστη του ποσού στους λογαριασμούς «Α» και «Β» και η μη άμεση ανταπόκριση του Ταμείου, πυροδότησε την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης με την οποία αξιώνει:- (α) Εναντίον του Ταμείου το ποσό των €431.824,69 πλέον τόκους που ισοδυναμεί με το ποσό το οποίο είναι κατατεθειμένο σε πίστη του Αιτητή στους λογαριασμούς «Α» και «Β». (β) Εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 3 μέχρι 6 αποζημιώσεις για παράβαση του καταστατικού του Ταμείου και ή για παράβαση των καθηκόντων τους ως επίτροποι (trustees) και ή διαχειριστές και ή για παράβαση του καταστατικού και ή του νόμου. (γ) Εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 3 αποζημιώσεις για δόλο και ή απάτη. (δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Καθ' ου η αίτηση 3 όπως επιστρέψει στο Ταμείο το ποσό των €550.
- (ε) Εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 3 μέχρι 6 τιμωρητικές αποζημιώσεις για τους λόγους που αναφέρονται στην αξίωση (β). (στ) Νόμιμο τόκο (ζ) Έξοδα και ΦΠΑ. Για στοιχειοθέτηση των πιο πάνω αξιώσεων προβάλλει με τους γενικούς λόγους της Αίτησης του, βασικά, τα ακόλουθα: Το Ταμείο παράνομα αρνείται να του καταβάλει ολόκληρο το σε πίστη του κατατιθέμενο ποσό στους λογαριασμούς «Α» και «Β» πλέον τόκους. Ότι οι Καθ' ων η αίτηση 3-6 ενήργησαν κατά παράβαση του Νόμου και του καταστατικού του Ταμείου, επενδύοντας σε αξιόγραφα της Ελληνικής Τράπεζας, χωρίς να ενημερώσουν πλήρως και επαρκώς τα μέλη για τους πιθανούς κινδύνους και το ψηλό ρίσκο που είχαν οι εν λόγω επενδύσεις. Επίσης από μόνοι τους και χωρίς την έγκριση των μελών μετέτρεψαν τα χρεόγραφα στην Τράπεζα Κύπρου σε αξιόγραφα αγνοώντας εισέτι τους επενδυτικούς κινδύνους και το ψηλό ρίσκο. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι το Ταμείο κωλύεται λόγω συμπεριφοράς ("is estopped by conduct") να αποκόψει από τον ίδιο οποιοδήποτε ποσό, αφ' ης στιγμής κατέβαλε σε άλλα μέλη ολόκληρο το σε πίστη τους ποσό κατά τα έτη 2011 και
- Τους επιρρίπτει, επίσης, ευθύνη ότι αντικανονικά κατέβαλαν στον Καθ' ου η αίτηση 3 το ποσό των €550.000, με αποτέλεσμα να μην μπορεί το Ταμείο να ικανοποιήσει τις μελλοντικές του υποχρεώσεις στα μέλη και ειδικότερα στον ίδιο. Οι Καθ' ων η αίτηση 1, 4, 5 και 6 απορρίπτουν τις αξιώσεις του Αιτητή και όσα επικαλείται για στήριξη τους. Διατείνονται ότι έχουν εκπληρώσει όλα τα εκ του Νόμου και του καταστατικού καθήκοντα και υποχρεώσεις τους και ότι ουδέποτε αθέτησαν οποιεσδήποτε οδηγίες του Υπουργού Οικονομικών που ουδέποτε εξεδόθησαν. Ότι τον Σεπτέμβριο 2010, σε Γ.Σ. των μελών, ο Αιτητής και τα υπόλοιπα μέλη έτυχαν πλήρους ενημέρωσης για τις επενδύσεις στην Ελληνική Τράπεζα και ομόφωνα συμφώνησαν και αποδέχθηκαν τη μετατροπή των χρεογράφων σε αξιόγραφα, με το σκεπτικό ότι εξασφαλιζόταν σταθερό επιτόκιο 6,25%, σε αντίθεση με το μεταβαλλόμενο επιτόκιο που κυμαινόταν στο 1,5%. Ενώ για την για τη μετατροπή των χρεογράφων της Τράπεζας Κύπρου σε αξιόγραφα, παραδέχονται ότι δεν λήφθηκε εκ των προτέρων η γνώμη ή η έγκριση των μελών, εν τούτοις διατείνονται ότι έγινε μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής και ενεκρίθη απ' όλα τα μέλη σε Γ.Σ. στις 19.12.2012, χωρίς να προκύψει οποιοδήποτε παράπονο. Διατείνονται επίσης ότι οι επενδύσεις είναι καθόλα νόμιμες και ότι ο Αιτητής που ενέκρινε εκ των προτέρων την επένδυση σε αξιόγραφα της Ελληνικής Τράπεζας κωλύεται να αμφισβητεί την εν λόγω επένδυση και να προβαίνει σε παρόμοιους ισχυρισμούς και απαιτήσεις. Συμφωνούν ότι ο τότε Γενικός Διευθυντής του Εργοδότη σε συνεργασία με τον Καθ' ου η αίτηση 3 έλαβε μεγαλύτερο ποσό απ' αυτό που δικαιούταν να λάβει ως ταμείο προνοίας. Όσο για τα έξι μέλη που αποχώρησαν το 2011, ισχυρίζονται ότι έλαβαν ολόκληρο το ποσό που τους αναλογούσε, διότι κατά τον χρόνο της αφυπηρέτησης τους δεν υπήρξε απομείωση της αξία των χρεογράφων. Για τον Καθ' ου η αίτηση 3 συμφωνούν ότι έλαβε παράνομα το ποσό των €550.000, προσθέτοντας ότι ξεγέλασε τον Καθ' ου η αίτηση 2 ο οποίος υπέγραψε τις σχετικές επιταγές. Επίσης ότι το ποσό με το οποίο το Ταμείο εζημιώθη δεν είναι €550.000 αλλά το ποσό με το οποίο είχε απομειωθεί η μερίδα του Καθ' ου η αίτηση 3 λόγω των επενδύσεων σε χρεόγραφα. Ο Καθ' ου η αίτηση 3, πέραν των προδικαστικών ενστάσεων που προβάλλει με τους γενικούς λόγους εμφάνισης του, περί αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου και ελλείψεως οιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος από πλευράς του Αιτητή ώστε να επιζητείται θεραπεία εναντίον του, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στις 30.10.2012 λόγω διαφωνίας με τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής σχετικά με το περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων για το έτος που έληγε στις 31.12.2011, υπέβαλε την οριστική και αμετάκλητη παραίτηση του από το Ταμείο και ως εκ τούτου ουδεμία ευθύνη φέρει έναντι των αξιώσεων του Αιτητή. Επίσης ότι με βάση τους όρους της σύμβασης εργασίας του ημερ. 11.1.2010 δικαιούταν να λάβει το ποσό που του αναλογούσε από το Ταμείο, έστω και εάν συνέχισε να εργάζεται εκ νέου για τρία χρόνια με σύμβαση. Ενώ παραδέχεται ότι από τις 14.11.2011 μέχρι 30.4.2012 σταδιακά έλαβε από το Ταμείο το ποσό των €550.000, εν τούτοις διατείνεται ότι ήταν σε πλήρη γνώση της Επιτροπής και των μελών της και ότι σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε αντίρρηση ή καθεστώς αδιαφάνειας από τη στιγμή που τις επιταγές υπέγραψε κι ο ίδιος ο Πρόεδρος του Ταμείου. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένη. Προέρχεται από τον ίδιο τον Αιτητή και τρεις ακόμη μάρτυρες που κατέθεσαν για λογαριασμό του, τους Καθ' ων η αίτηση 5 και 6 και τον Καθ' ου η αίτηση
- Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 92 συνολικά έγγραφα, επί των οποίων θα αναφερθούμε, όπου κρίνεται σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Τα όσα ανάφεραν οι μάρτυρες έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολο τους. Η μαρτυρία για τον Αιτητή Πλείστα σημεία της μαρτυρίας του Αιτητή, έχουν συμπεριληφθεί στα παραδεκτά ή και μη επιδεχόμενα αμφισβήτησης γεγονότα και, επομένως, η προσοχή του Δικαστηρίου θα στραφεί σε εκείνα τα σημεία της μαρτυρίας του που έτυχαν αμφισβήτησης. Είναι η θέση του Αιτητή ότι λίγους μήνες πριν την αφυπηρέτηση του, έχοντας πληροφορηθεί για την κακή οικονομική κατάσταση στη οποία περιήλθε το Ταμείο, με επιστολή των δικηγόρων του ζήτησε από την Επιτροπή τους ετήσιους εγκεκριμένους ισολογισμούς του Ταμείου για τα τελευταία πέντε έτη, τα λογιστικά βιβλία, τα αποδεικτικά εισπράξεων και πληρωμών ως και τα βιβλία των πρακτικών όπου καταγράφονται οι αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων. Και ενώ η Επιτροπή τους ενημέρωσε μέσω του δικηγόρου της ότι τα έγγραφα που είχαν ζητήσει ήταν έτοιμα για επιθεώρηση, τους ανέφερε ωστόσο ότι το αίτημα του Αιτητή για καταβολή των ωφελημάτων του ήταν πρόωρο καθώς δεν είχαν ετοιμαστεί οι λογαριασμοί του 2011 και 2012, σε αντίθεση με έξι συναδέλφους του, που απεχώρησαν τον προηγούμενο χρόνο και στους οποίους η Επιτροπή κατέβαλε πληρωμή χωρίς την ετοιμασία των λογαριασμών. Επίσης όταν οι δικηγόροι του μετέβησαν στα γραφεία του Ταμείου, τα μόνα έγγραφα τα οποία υπήρχαν διαθέσιμα για επιθεώρηση ήταν οι εγκεκριμένοι ισολογισμοί για τα έτη 2006 μέχρι
- Σε σχέση με τα λογιστικά βιβλία αρνήθηκε να τους προμηθεύσει με αντίγραφα και για το βιβλίο πρακτικών τους ανέφερε ότι δεν υπάρχει. Είναι η θέση του ότι η Επιτροπή δεν λειτουργούσε με διαφάνεια και ότι ηρνείτο να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες γιατί δεν ήθελε να παράσχει οποιαδήποτε στοιχεία που θα την άφηναν εκτεθειμένη. Για την άρνηση της Επιτροπής να του καταβάλει άμεσα τα ωφελήματα του πριν την τελική έκβαση της εκκρεμότητας σε σχέση με τα αξιόγραφα της Ελληνικής και της Τράπεζας Κύπρου, την παρέπεμψε στη σύσταση του Εφόρου Ταμείων Προνοίας ημερ. 5.10.2012 (Τεκ.17) η οποία απευθυνόταν σε ταμεία προνοίας κάτω των 100 μελών με επενδύσεις σε αξιόγραφα της Τράπεζας Κύπρου και Λαϊκής Τράπεζας και όχι σε αξιόγραφα της Ελληνικής Τράπεζας στα οποία έχει επενδυθεί το μεγαλύτερο ποσό του Ταμείου (€1.537.742), και ότι η Επιτροπή σκόπιμα δεν ενημέρωσε τα μέλη για την εν λόγω σύσταση προφανώς να δικαιολογήσει τη μη καταβολή του σε πίστη του κατατιθέμενου ποσού. Για το θέμα των επενδύσεων, ισχυρίζεται ότι τα μέλη του Ταμείου είχαν παντελή άγνοια και έλλειψη ενημέρωσης, καθώς η Επιτροπή, δεν τους παρουσίασε ποτέ οποιαδήποτε στοιχεία πλην των ατομικών λογαριασμών. Δεν είχαν καμία γνώση για αξιόγραφα ούτε για χρεόγραφα, ούτε ότι το Ταμείο επένδυσε σ' αυτά και ότι αποτελούσαν χρηματιστηριακές πράξεις. Επίσης, για την αγορά χρεογράφων της Ελληνικής Τράπεζας το 2006 και για τη μείωση του επιτοκίου τους σε 1,5% με πρόσφορα της Τράπεζας για αγορά αξιόγραφων με επιτόκιο 6,25%, ενημερώθηκαν για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο 2010, με σχετική επιστολή του γραμματέα της Επιτροπής κ. Στ. Μυλωνά (Τεκ.22). Με τις επεξηγήσεις και διαβεβαιώσεις που δόθηκαν από τον κ. Μυλωνά, ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος και ότι θα έπαιρναν τα λεφτά τους μέχρι το τελευταίο σεντ κατά την αφυπηρέτηση τους, τόσο ο ίδιος όσο και τα υπόλοιπα μέλη ενέκριναν τη μετατροπή των χρεογράφων σε αξιόγραφα, καθώς δεν είχε προταθεί από την Επιτροπή οτιδήποτε άλλο γι' αυτό το θέμα. Ισχυρίζεται ότι εκ των ύστερων φάνηκε πως η ενημέρωση ήταν παραπλανητική και ότι αν γνώριζαν τα μέλη τους επενδυτικούς κινδύνους και τα υψηλά ρίσκα που υπήρχαν δεν θα ενέκριναν την επένδυση. Τη ίδια θέση προέβαλε ο Αιτητής και για τη μετατροπή των χρεογράφων της Τράπεζας Κύπρου σε αξιόγραφα σημειώνοντας ότι η Επιτροπή δεν ενημέρωσε και ούτε έλαβε την οποιαδήποτε έγκριση από τα μέλη. Οι αγορές χρεογράφων από τις δύο Τράπεζες με βάση τις οικονομικές καταστάσεις του 2011, που δόθηκαν για πρώτη φορά στα μέλη κατά τη Γ.Σ. την 1.7.2013, ανέρχονται στα €2.199.056 και αποτελούν το 54,05% του συνολικού ποσού (€3.920.613) που το Ταμείο διέθετε το
- Και ενώ θεωρεί τις εν λόγω επενδύσεις σε τραπεζικά αξιόγραφα ως παράνομες, ισχυρίζεται ωστόσο ότι η Επιτροπή δεν δικαιολογείτο να αρνηθεί την καταβολή των σε πίστη του ποσών, αλλά ούτε και να απομειώσει τον ατομικό του λογαριασμό. Θεωρεί επίσης την οποιαδήποτε απομείωση στην αξία των αξιόγραφων της Ελληνικής Τράπεζας παράνομη και αντικανονική καθώς ο σκοπός που αγοράστηκαν τα αξιόγραφα και μάλιστα αορίστου διαρκείας, χωρίς ημερομηνία λήξης, ήταν η αυξημένη καταβολή τόκου 6,25%. Για την πληρωμή που κατέβαλε το Ταμείο σε μέλη που απεχώρησαν το 2011, είναι η θέση του Αιτητή ότι πληρώθηκαν όλο το ποσό που βρισκόταν στους ατομικούς λογαριασμούς τους, συνολικού ύψους €936.456, χωρίς οποιαδήποτε αποκοπή και πολύ πριν ετοιμαστούν οι οικονομικές καταστάσεις του
- Το ίδιο έπραξε η Επιτροπή και με τον τότε Γ.Δ. του Εργοδότη κ. Θ. Θεμιστοκλέους, που εργοδοτείτο με 5ετές συμβόλαιο, στον οποίον τον Μάρτιο 2012, κατέβαλε ολόκληρο το ποσό που ήταν κατατεθειμένο στο λογαριασμό του χωρίς καμία αποκοπή, σε αντίθεση με τον ίδιο που μετά από 37,5 χρόνια υπηρεσίας και προσφοράς, του κατέβαλε το 50% του ποσού που δικαιούται να λάβει. Για τον κ. Μυλωνά σημειώνει ότι παράνομα και αντικανονικά του καταβλήθηκε το ποσό των €550.000, καθώς κατά τον χρόνο ανάληψης του εν λόγω ποσού συνέχισε να απασχολείται στην υπηρεσία του Εργοδότη με τριετές συμβόλαιο που έληγε τον Μάιο 2013 και να καταβάλλει τόσο ο ίδιος όσο και ο Εργοδότης εισφορές στο Ταμείο του οποίου συνέχισε να είναι μέλος. Αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών ήταν να υποστεί το Ταμείο επιπλέον ζημιά και πρόβλημα ρευστότητα. Για όλες τις πιο πάνω ενέργειες ισχυρίζεται ότι, κατά τον χρόνο αφυπηρέτησης του δεν υπήρχαν διαθέσιμα λεφτά στο Ταμείο για να λάβει τα ωφελήματα του. Σύμφωνα με τον Αιτητή στις 26.10.2012 το Ταμείο συγκάλεσε Γ.Σ. των μελών για έγκριση των οικονομικών αποτελεσμάτων του
- Η συνέλευση εν τέλει αναβλήθηκε προφανώς λόγω των δυσκολιών και διαφωνιών μεταξύ Επιτροπής και ελεγκτών στην ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων για να οριστεί νέα συνέλευση για τις 19.12.2012 χωρίς ο ίδιος να λάβει οποιαδήποτε πρόσκληση να παρευρεθεί παρόλο που δεν του είχαν δοθεί μέχρι τότε τα ωφελήματα του. Μετά από παράπονο του Αιτητή προς τον Έφορο και συστατικές επιστολές του τελευταίου προς το Ταμείο για άμεση καταβολή των ωφελημάτων του Αιτητή και προ του κινδύνου λήψης ποινικών μέτρων εναντίον του (Τεκ.30, 31), το Ταμείο με επιστολή ημερ. 25.2.2013 ζήτησε από τον Αιτητή να προσέλθει στα γραφεία της Λέσχης για διευθέτηση του όλου θέματος (Τεκ.32). Στη συνάντηση που ακολούθησε την 1.3.2013, προτάθηκε στον Αιτητή όπως του δοθεί αναλογία σε αξιόγραφα και περαιτέρω για τα λεφτά που καταβλήθηκαν στον κ. Μυλωνά θα του έδιδαν αυτά που του αναλογούσαν μετά την έκβαση της αγωγής που καταχώρησε το Ταμείο εναντίον του. Για την εν λόγω συνάντηση ο Αιτητής τήρησε δικά του χειρόγραφα πρακτικά (Τεκ.34). Επίσης απέρριψε την πρόταση με επιστολή των δικηγόρων του (Τεκ.35). Περαιτέρω αναφέρθηκε σε αλλεπάλληλες προσκλήσεις και αναβολές της Γ.Σ. με την τελευταία να πραγματοποιείται στις 12.7.2013, μετά την Γ.Σ. ημερ. 1.7.2013 όπου δόθηκε στα μέλη αντίγραφο των τελικών οικονομικών καταστάσεων του 2011 και αυτά ζήτησαν χρόνο για να τις μελετήσουν. Κατά την έκτακτη Γ.Σ που έγινε την 1.7.2013, του επιτράπηκε να παραστεί ως παρατηρητής χωρίς δικαίωμα ψήφου, μετά από επιστολή διαμαρτυρίας των δικηγόρων του, παρόλο που μέχρι τότε δεν του καταβλήθηκε κανένα ποσό. Στη Γ.Σ. που ακολούθησε στις 12.7.2013, στην παρουσία του νομικού συμβούλου του Ταμείου, του ζητήθηκε από τον Πρόεδρο και Γραμματέα της Επιτροπής να πει ότι είχε να πει και να αποχωρήσει από τη συνέλευση, καθώς θα συζητούνταν θέματα που δεν τον αφορούσαν. Επίσης δεν του επιτράπηκε να ψηφίσει την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων και ούτε τον εφοδίασαν με αντίγραφο πρακτικών της προηγούμενης συνέλευσης. Ακολούθησε νέα πρόσκληση στα μέλη για νέα Γ.Σ. στις 4.10.2013 με σκοπό την έγκριση των λογαριασμών του
- Με επιστολή διαμαρτυρίας των δικηγόρων του ο Αιτητής ζήτησε όπως παρευρεθεί στην εν λόγω συνάντηση, χωρίς όμως να γίνει αποδεκτό το αίτημα του. Στην Γ.Σ. που ακολούθησε στις 15.10.2013 του επιτράπηκε να συμμετέχει ως παρατηρητής, χωρίς δικαίωμα ψήφου, παρόλο ότι το 2012 ήταν μέλος του Ταμείου. Μία μέρα προηγουμένως κλήθηκε σε συνάντηση με την Επιτροπή όπου του λέχθηκε ότι μετά και τις οικονομικές καταστάσεις το Ταμείο του όφειλε το ποσό των €221.
- Έτσι, μη έχοντας άλλη επιλογή και μπροστά στις ευθύνες και σε συνεννόηση πάντοτε με ελεγκτές και τους δικηγόρους της, η Επιτροπή του κατέβαλε τμηματικά προς τα τέλη του 2013 το συνολικό ποσό των €221,311,37 το οποίο παρέλαβε έναντι της οφειλής του και άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του. Από το εν λόγω ποσό κατακρατήθηκε ποσό €11.260.24 για εξόφληση του δανείου που είχε συνάψει με το Ταμείο (Τεκ.25 α-γ). Στο διάστημα αυτό η Επιτροπή τον εφοδίασε με νέα κατάσταση του ατομικού του λογαριασμού για το 2011 (Τεκ.47) που διέφερε πολύ από την κατάσταση ημερ. 20.3.2012 (Τεκ.3). Τον εφοδίασαν επίσης με τελική κατάσταση του ατομικού λογαριασμού του με ημερ. 26.2.2014 (Τεκ.52). Ο δεύτερος μάρτυρας για τον Αιτητή, ο κ. XXXXX Αριστείδης, εργάζεται στην υπηρεσία μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας από το
- Κατέχει τη θέση λειτουργού και καθήκοντα του είναι οι εκδόσεις κεφαλαίου, χρεογράφων και η πληρωμή τόκων και μερισμάτων. Επιβεβαίωσε την επένδυση του Ταμείου σε χρεόγραφα της Τράπεζας το 2006 αξίας ΛΚ900.000 που αποκτήθηκαν από το Χρηματιστήριο. Ακολούθως με την έκδοση των μη σωρευτικών μετατροπών αξιογράφων το 2010, το Ταμείο αποδέχθηκε τη μετατροπή και έτσι τα χρεόγραφα μετατράπηκαν σε αξιόγραφα. Αναγνωρίζοντας το ενημερωτικό δελτίο έκδοσης αξιογράφων της Τράπεζας (Τεκ.20) δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν αναφέρονται οποιοιδήποτε κίνδυνοι ή αν ζήτησε το Ταμείο ενημέρωση για τους κινδύνους, λέγοντας ότι ο ίδιος προσωπικά δεν μίλησε με το Ταμείο. Το ίδιο ανέφερε και σε σχέση με τα χρεόγραφα το
- Ο τρίτος μάρτυρας για τον Αιτητή, η κα XXXXX Φιλίππου, εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου από το
- Παρουσιάζοντας τους λογαριασμούς που το Ταμείο διατηρούσε στην Τράπεζα από το 2006 -2012, διευκρινίστε ότι η ίδια ήταν η banker του μέχρι τον Δεκέμβριο
- Ο τέταρτος μάρτυρας για τον Αιτητή, ο κ. XXXXX Χ'' Σπύρου εργάζεται στο ΧΑΚ και είναι λειτουργός στο τμήμα εκκαθάρισης και διακανονισμού συναλλαγών. Λόγω της θέσης τους επεξήγησε τη διαδικασία αγοράς αξιογράφων. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην αγορά αξιογράφων των δύο Τραπεζών από το Ταμείο και στην αξία τους καταθέτοντας στο Δικαστήριο κατάσταση συναλλαγών κίνησης του λογαριασμού του Ταμείου (Τεκ.58) ως και κατάσταση με τις τιμές κλεισίματος σύμφωνα με το σύστημα διαπραγμάτευσης (Τεκ.59, 60). Σε σχέση με αξιόγραφα, ανέφερε ότι για τον Οκτώβριο 2012 μέχρι 5.11.2012, που αφυπηρέτησε ο Αιτητής, υπήρχαν συναλλαγές της τάξης των 346.274 αξιογράφων, με τα αξιόγραφα της Τράπεζας Κύπρου, στις 5.11.2012 να έχουν τιμή αγοράς 0.35 σεντ και τιμή πώλησης 0.45 σεντ και της Ελληνικής Τράπεζας στις 7.11.2012 τιμή αγοράς 0.35,3 σεντ και τιμή πώλησης 0.38,999 σεντ. Η μαρτυρία των Καθ' ων η αίτηση Ο κ. XXXXX Χατζημηνάς, είναι μέλος του Ταμείου και ο εκλεγμένος γραμματέας της Επιτροπής από 19.12.
- Είναι η θέση του μάρτυρα ότι ποτέ δεν υπήρξε οποιαδήποτε αδιαφορία από μέρους του Ταμείου ή της Επιτροπής για τα δικαιώματα του Αιτητή, αφού για τον επακριβή καθορισμό της μερίδας του θα έπρεπε να ετοιμαστούν λογαριασμοί για τα έτη 2011 και 2012, οι οποίοι ετοιμάστηκαν στις 12.7.2013 και 20.12.2013 (Τεκ.61 και 62), γεγονός που προκύπτει και από τα αντίστοιχα πρακτικά των Γ.Σ. (Τεκ.63 και 64) που ο ίδιος είχε ετοιμάσει. Απορρίπτει τη θέση του Αιτητή ότι η Επιτροπή δεν έδωσε ποτέ εξουσιοδότηση στους ελεγκτές να εφοδιάσουν τον Αιτητή με αντίγραφα των λογαριασμών, παραπέμποντας σε δική του επιστολή προς αυτούς ημερ. 18.9.2012 (Τεκ.65) και επιμένοντας ότι μέχρι τότε οι λογαριασμοί δεν είχαν ετοιμαστεί. Ισχυρίζεται ότι δόθηκε η δυνατότητα στους εκπροσώπους του Αιτητή να επιθεωρήσουν τα έγγραφα που ζητήθηκαν από τους δικηγόρους του, στις 24.9.2012 και να αντιγράψουν όλα τα στοιχεία. Δεν τους εφοδίασαν με αντίγραφα των εγγραφών γιατί θα έπρεπε πρώτα να λάβουν νομική συμβουλή. Στα πλαίσια επίσης αυτής της διαδικασίας δόθηκαν στον δικηγόρο του Αιτητή, πέραν των οικονομικών καταστάσεων του 2011 και 2012, αντίγραφα οικονομικών καταστάσεων για τα έτη 2006-2010 (Τεκ.67 [1-5]), καθώς και αντίγραφα των λογαριασμών που διατηρεί το Ταμείο σε πιστωτικά ιδρύματα. Είναι η θέση του ότι η Επιτροπή δεν αρνήθηκε σε κανένα να επιθεωρήσει ή να λάβει οικονομικές καταστάσεις ή πρακτικά του Ταμείου, τα οποία είναι πάντοτε διαθέσιμα σε όλα τα μέλη. Διατείνεται μάλιστα ότι κατά τις Γ.Σ. δεν υπήρχε ιδιαίτερη συζήτηση επί του θέματος των λογαριασμών και ότι όλα τα μέλη αρκούνταν στην ενημέρωση που προέβαινε ο εκάστοτε γραμματέας, καθώς οι οικονομικοί λογαριασμοί ελέγχονταν πάντοτε από αναγνωρισμένο οίκο λογιστών που διορίζονταν από την Γ.Σ. των μελών. Περαιτέρω ούτε τα μέλη της Επιτροπής είχαν οποιοδήποτε προσωπικό ή οικονομικό συμφέρον στο να αποκρύψουν στοιχεία από οποιοδήποτε. Αντίθετα τόσο ο ίδιος όσο και ο Καθ' ου η αίτηση 4, εκτός από την απομείωση των αξιογράφων υπέστησαν και τη ζημιά του κουρέματος που ο Αιτητής δεν υπέστη. Αναφορικά με τη σύσταση του Εφόρου στην οποία τους παρέπεμψε ο Αιτητής (Τεκ.17) για παγιοποίηση των ωφελημάτων μελών που αποχωρούν σε σχέση με την αξία των αξιογράφων, είναι η θέση του ότι παρόλο που η σύσταση δεν ήταν δεσμευτική για το Ταμείο, εν τούτοις ακολουθήθηκε από την Επιτροπή τόσο για τη αξία των αξιόγραφων της Τράπεζας Κύπρου όσο και της Ελληνικής Τράπεζας, των οποίων η αξία επίσης βρισκόταν σε εκκρεμότητα και αναμένετο να ξεκαθαρίσει με την ετοιμασία των λογαριασμών και του ελέγχου για το
- Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι το Ταμείο είχε επενδυτική πολιτική από της ιδρύσεως του και το γεγονός ότι γίνονταν επενδύσεις ήταν σε γνώση του Αιτητή όπως και των υπολοίπων μελών, γιατί πέραν της ενημέρωσης, οι επενδύσεις περιλαμβάνονταν και στους ετήσιους λογαριασμούς. Επίσης ότι ο Αιτητής είχε επενδύσει σε αξιόγραφα και μετοχές της Τράπεζας Κύπρου και δεν μπορεί να ισχυρίζεται πως οι επενδύσεις είναι παράνομες αφού ο Υπουργό Οικονομικών ουδέποτε εξέδωσε οδηγίες και συνεπώς καμία επένδυση δεν έγινε σε αντίθεση με τέτοιες οδηγίες. Αντίθετα οι επενδύσεις γίνονταν δυνάμει του Καταστατικού του Ταμείου. Παραδεχόμενος τους κινδύνους και τα ρίσκα που εμπερικλείει μια επένδυση, ισχυρίστηκε ότι το αποτέλεσμα των επενδύσεων σε αξιόγραφα ανέκυψε λόγω πολλών συγκυριών, όπως η απομείωση των Ελληνικών ομολόγων και οι δυσκολίες που προέκυψαν στο τραπεζικό σύστημα της Κύπρου, που δεν μπορούσαν να προβλέψουν ούτε ειδικοί. Επίσης στη Γ.Σ. του Ταμείου ημερ. 16.9.2010 (Τεκ.55) ο Αιτητής μαζί με τα υπόλοιπα παρόντα μέλη αποδέχθηκε και συμφώνησε στη μετατροπή των χρεογράφων που είχαν επενδυθεί, σε αξιόγραφα της Ελληνικής Τράπεζας, με το σκεπτικό ότι εξασφαλιζόταν σταθερό επιτόκιο 6,25%, σε αντίθεση με το μεταβαλλόμενο επιτόκιο που κυμαινόταν στο 1,5%. Σημειώνει ότι η αρχική επένδυση σε χρεόγραφα των δύο Τραπεζών έγινε βάση του Καταστατικού και μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής. Η απόφαση για αγορά χρεογράφων της Τράπεζας Κύπρου λήφθηκε στις 19.11.1998 (Τεκ.70) και της Ελληνικής Τράπεζας στα 19.6.2006 (Τεκ.71). Σε Γ.Σ. που ακολούθησαν, τα μέλη του Ταμείου ενέκριναν τη μετατροπή τους σε αξιόγραφα, χωρίς κανένα παράπονο για ελλιπή ενημέρωση σε σχέση με τις επενδύσεις. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αποτελεί γεγονός ότι ο Καθ' ου η αίτηση 3 έλαβε μεγαλύτερο ποσό απ' αυτό που δικαιούταν ως ταμείο προνοίας, δηλαδή χωρίς να γίνει απομείωση της μερίδας του και ενώ εξακολουθούσε να είναι μέλος του Ταμείου. Για το λόγο αυτό εκκρεμεί εναντίον του αγωγή στο Ε.Δ. Για τον ίδιο λόγο λήφθηκα νομικά μέτρα και εναντίον του Γ.Δ. του Εργοδότη, κ. Θ. Θεμιστοκλέους. Σημειώνει μάλιστα ότι έχει δηλωθεί επανειλημμένως στα μέλη ότι αν επιτύχουν οι εν λόγω διαδικασίες, τα ποσά που θα επανακτηθούν θα τους καταβληθούν κατ' αναλογία. Είναι η θέση του Ταμείου ότι ο Καθ' ου η αίτηση 3 που ήταν τότε γραμματέας του Ταμείου, ξεγέλασε τον τότε πρόεδρο, Αρ. Γαλατόπουλο και απέσπασε την υπογραφή του στις σχετικές επιταγές, λέγοντας του ψευδώς ότι τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής έλεγξαν τα ποσά που δικαιούται και ότι δήθεν συμφώνησαν. Ισχυρίζεται ο μάρτυρας ότι τόσο ίδιος όσο και τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής έλαβαν εκ των υστέρων γνώση του γεγονότος, οπότε και του κοινοποίησαν δύο επιστολές ημερ.18.10.2012 (Τεκ.73) και 7.12.2012 (Τεκ.74). Μη ανταποκρινόμενος στις εν λόγω επιστολές ακολούθησε καταγγελία στην Αστυνομία και ενημέρωση του Εφόρου με επιστολή ημερ. 31.1.2013 (Τεκ.75). Για τα 6 μέλη που αποχώρησαν το 2011 είναι η θέση του ότι έλαβαν ολόκληρο το ποσό που τους αναλογούσε, διότι κατά την αποχώρηση τους τον Οκτώβριο 2011, δεν υπήρχε ένδειξη απομείωσης ή διαφοροποίησης της αξίας των αξιογράφων (Τεκ.76). Για το θέμα αυτό της απομείωσης άρχισαν εντατικές συζητήσεις περί τα τέλη 2011 και ειδικά μετά το κούρεμα των Ελληνικών ομολόγων. Κατά τον χρόνο αποχώρησης του Αιτητή υπήρχε σοβαρή ένδειξη απομείωσης της αξίας των αξιογράφων κι αυτός ήταν ο λόγος που δεν υπήρχαν διαθέσιμοι λογαριασμοί για το 2011 και 2012, μέχρι να ξεκαθαρίσει η αξία τους. Καταλήγει ότι ως μέλη της Επιτροπής λειτούργησαν με κάθε δυνατή επιμέλεια και σωφροσύνη και ως μέλη επίσης του Ταμείου επηρεάζονται άμεσα από τις οποιεσδήποτε μεταβολές στην αξία των επενδύσεων και τις πληρωμές που γίνονται σε αποχωρήσαντα μέλη. Ο κ. XXXXX Πολυβίου, Καθ' ου η αίτηση 6, είναι οικονομολόγος απόφοιτος του Πανεπιστημίου Cambridge, chartered accountant και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας SPGM Limited. Είναι μέλος της Λέσχης Ιπποδρομιών από το 1996 και μέλος της Επιτροπής από το 2005 ως ένα από τα μέλη που διορίζει ο Εργοδότης. Είναι η θέση του ότι κάθε φορά που προέκυπτε πρόβλημα ή δυσκολία στις οικονομικές καταστάσεις προέβαινε σε προκαταρκτικό έλεγχο προτού σταλούν για επίσημο έλεγχο στους ελεγκτές του Ταμείου. Για τις επενδύσεις του 2010 αναφέρει ότι δεν υπήρχε ένδειξη απομείωσης στην αξία τους και ότι για σκοπούς αποτίμησης, εφόσον δεν υπήρχε επαρκής ενεργή αγορά, ως εύλογη αξία τους θεωρήθηκε η τιμή κτήσης. Για το 2011 το Ταμείο ακολουθώντας το τροποποιημένο Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 39 επαναταξινόμησε αυτές τις επενδύσεις σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που απομειώνονται στην εύλογη αξία του και η ζημιά που προέκυψε από τη διαφορά μεταξύ τιμής κτήσης και εύλογης αξίας, κατανεμήθηκε στα μέλη με βάση το ποσό που κατείχαν στο Ταμείο. Για το 2011 και 2012 παρουσίασε καταστάσεις με τις μερίδες του κάθε μέλους ισχυριζόμενος ότι εκ παραδρομής δεν είχαν καταχωρηθεί στους αντίστοιχους λογαριασμούς (Τεκ.79 [1-4]) . Για την ατομική μερίδα που παρουσίασε ο Αιτητής (Τεκ.3), ισχυρίζεται ότι δεν αποτελεί την ατομική του μερίδα εφόσον ετοιμάστηκε πριν την αποτίμηση των επενδύσεων σε εύλογη αξία και δεν συνάδει με τις μερίδες των μελών ως εμφαίνονται στις καταστάσεις που ο ίδιος κατέθεσε και οι οποίες συμφωνούν με τις οικονομικές καταστάσεις του Ταμείου. Αναλύοντας την κατάσταση της μερίδας του Αιτητή για το 2011 (Τεκ.47) κατέληξε ότι μετά την αποτίμηση σε εύλογη αξία των αξιογράφων που αναλύεται στη γραμμή «τόκος και κέρδη» το ποσό στους δύο λογαριασμούς ανερχόταν στα €250.876.
- Ανέλυσε επίσης το Τεκ.52 όπου φαίνεται η κίνηση του λογαριασμού του Αιτητή από 1.1.2012 μέχρι τις 31.1.2014, ως και την τελική κατάσταση (Τεκ.80) με τα ποσά που του έχουν καταβληθεί ανερχόμενα συνολικά στα €221.311,
- Ο Καθ' ου η αίτηση 3, ως μέλος του Ταμείου, διετέλεσε και γραμματέας της Επιτροπής μέχρι της 30.10.2012 που υπέβαλε την παραίτηση του με σχετική επιστολή (Τεκ.84) όπου αναφέρονται οι λόγοι που τον οδήγησαν στην απόφαση του. Εξ όσον γνωρίζει με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας, έκαστο με-λος του Ταμείου δικαιούται να λάβει τα ποσά που έχει σε πίστη του στο Ταμείο. Ενώ πλησίαζε η ημερομηνία αφυπηρέτησης του, του προτάθηκε η υπογραφή ειδικής συμφωνίας εργοδότησης τριετούς διάρκειας (Τεκ.78). Διατείνεται ότι δυνάμει των όρων της εν λόγω συμφωνίας δικαιούταν συνάμα να λάβει το ποσό που τότε του αναλογούσε για τα χρόνια υπηρεσίας του και ότι πρόθεση του δεν ήταν να εργαστεί μετά το 65ο έτος της ηλικίας του, εάν δεν λάμβανε τα χρήματα που είχε ως τότε σε πίστη του στο Ταμείο και τούτο ακριβώς έγινε αποδεκτό από τα μέρη στην ειδική συμφωνία, οι όροι της οποίας ήταν γνωστοί στα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής. Απορρίπτει κατηγορηματικά τα όσα εκφράστηκαν από μέλη της Επιτροπής και περιλήφθησαν στους λογαριασμούς από τους ελεγκτές του Ταμείου, ότι δήθεν οι αποσύρσεις από μέρους του έγιναν υπό μορφή δανείου καθώς ποτέ δεν υπέγραψε οποιαδήποτε τέτοια έντυπα. Το Ταμείο επέτρεψε την ανάληψη των σε πίστη του ποσών με τον ίδιο τρόπο που πλήρωσε άλλους έξι υπαλλήλους που αφυπηρέτησαν τον ουσιώδη χρόνο. Διατείνεται επίσης ότι την περίοδο επένδυσης σε αξιόγραφα και ή χρεόγραφα των δύο τραπεζών υπήρχε ένα δικαιολογημένο ρίσκο υπό τις περιστάσεις, αφού επρόκειτο για μια πολύ συμφέρουσα επένδυση και ο κίνδυνος όπως τους είχε εξηγηθεί από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας, ήταν τόσο απομακρυσμένος που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξαν αμελείς. Σε δική του μάλιστα ερώτηση προς τον υπάλληλο της Τράπεζας, για τις επενδύσεις σε αξιόγραφα ποιος είναι ο κίνδυνος, η απάντηση που έλαβαν είναι μόνο αν χρεοκοπήσει η Τράπεζα δεν θα λάμβαναν τα χρήματα τους. Σημειώνει ότι οι επενδύσεις δεν αποφασίστηκαν μόνο από την Επιτροπή αλλά ότι τέθηκαν σε ψηφοφορία στις Γ.Σ. όπου ο ίδιος ο Αιτητής ουδεμία αντίρρηση εξέφρασε τότε και συμφώνησε με αυτές. Ανάλυση - Συμπεράσματα Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ως αναντίλεκτο γεγονός ότι με την αφυπηρέτηση του Αιτητή, το Ταμείο δεν ανταποκρίθηκε άμεσα στο αίτημα του για καταβολή των σε πίστη του ποσών στους λογαριασμούς «Α» και «Β». Αντί αυτού πληροφόρησε τον Αιτητή ότι το ύψος των ωφελημάτων του που αντιστοιχούσε στο ύψος του ποσού που επενδύθηκε σε αξιόγραφα της Τράπεζας Κύπρου και της Ελληνικής Τράπεζας δεν θα του καταβαλλόταν άμεσα, μέχρι την τελική έκβαση της εκκρεμότητας σε σχέση με την αξία των αξιογράφων. Η θέση του Ταμείου υποστηρίζεται μερικώς από τη σύσταση του Εφόρου ημερ. 5.10.2012 (Τεκ.17), την οποία επικαλέστηκε ο Αιτητής, όπου γίνεται αναφορά σε παγιοποίηση των ωφελημάτων αποχωρήσαντος μέλους από επενδύσεις σε αξιόγραφα της Τράπεζας Κύπρου και ή της Λαϊκής Τράπεζας μέχρι την τελική έκβαση σε σχέση με την αξία των αξιογράφων. Και ενώ η εν λόγω σύσταση δεν αναφέρεται σε αξιόγραφα της Ελληνικής Τράπεζας, το Ταμείο ωστόσο θεώρησε ότι δεν μπορούσε να υπάρξει διαχωρισμός αναφορικά με την αξία τους. Μετά από παράπονο των δικηγόρων του Αιτητή, ο Έφορος με επιστολή του ημερ. 20.12.2012 (Τεκ.30) καλούσε την Επιτροπή όπως πληρώσει στον Αιτητή τα ωφελήματα του, σύμφωνα με τον Νόμο και το καταστατικό (Τεκ.2). Η Επιτροπή με επιστολή ημερ. 4.1.2013 επιβεβαίωσε τον Έφορο ότι θα προέβαινε σε άμεση πληρωμή των ωφελημάτων του Αιτητή. Παρόλα αυτά όμως δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση. Μετά από νέα επιστολή των δικηγόρων του Αιτητή ο Έφορος με επιστολή ημερ. 11.2.2013 ζήτησε από το Ταμείο όπως προβεί σε άμεση πληρωμή προς τον Αιτητή γιατί διαφορετικά θα προχωρούσε στη λήψη ποινικών μέτρων (Τεκ.31). Σε συνάντηση που ακολούθησε την 1.3.2012, μεταξύ Αιτητή και των μελών της Επιτροπής Καθ' ων η αίτηση 4 και 5, ο τελευταίος, μεταξύ άλλων, ενημέρωσε τον Αιτητή ότι δικαιούται το 11.98% του ενεργητικού κεφαλαίου του Ταμείου. Για την εν λόγω συνάντηση ο Αιτητής ετοίμασε χειρόγραφο πρακτικό (Τεκ.34) επί του οποίου δεν αντεξετάστηκε και ούτε αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο του. Επίσης μέχρι την ημερομηνία αφυπηρέτησης του Αιτητή, ακόμη δεν είχαν ετοιμαστεί ούτε οι οικονομικές καταστάσεις του Ταμείου για τα έτη 2011 και 2012 (Τεκ.61 και 62), οι οποίες υπογράφηκαν τελικά στις 12.7.2013 και 21.12.2013 αντίστοιχα. Από τις οικονομικές καταστάσεις για το έτος που έληγε στις 31.12.2011, φαίνεται ότι με τη διαφοροποίηση / μείωση της εύλογης αξίας των αξιογράφων η κατάσταση αλλαγής στα καθαρά περιουσιακά στοιχεία συμπεριελάμβανε ζημιές εύλογης αξίας ύψους €875.000 και για το έτος που έληγε στις 31.12.2012 ζημιές εύλογης αξίας ύψους €565.
- Με βάση τις εν λόγω οικονομικές καταστάσεις, το Ταμείο κατέβαλε στον Αιτητή, σε διάφορες ημερομηνίες από τις 16.10.2013 μέχρι και τις 3.2.2014, το συνολικό ποσό των €221.311,37, το οποίο παρέλαβε με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του. Ο Αιτητής ωστόσο, τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του, επικαλούμενος την αναλυτική κατάσταση αποδοχών για την περίοδο από 1.1.2011 μέχρι 31.12.2011, η οποία του παραδόθηκε από το Ταμείο στις 20.3.2012 (Τεκ.3), διατείνεται ότι μαζί με τις εισφορές που έχει καταβάλει τους έντεκα μήνες του 2012, το ποσό που δικαιούται να λάβει από το Ταμείο ανέρχεται στα €413.828,69 πλέον τόκους. Εν ολίγοις ο Αιτητής, διεκδικεί το ποσό που ίσχυε ένα χρόνο πριν την αποχώρηση του και προτού ετοιμαστούν και εγκριθούν οι οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2011 και
- Περαιτέρω, ο Αιτητής, θέτει ως παράνομες και αντιβαίνουσες τον Νόμο και το καταστατικό τις ενέργειες της Επιτροπής να επενδύσει σε χρεόγραφα και αξιόγραφα των δύο Τραπεζών, ισχυριζόμενος ότι η Επιτροπή ενήργησε χωρίς να ενημερώσει και να λάβει την έγκριση των μελών. Επίσης ότι σε αντίθεση με τη δική του περίπτωση, το Ταμείο κατέβαλε σε μέλη που αποχώρησαν το 2011 και 2012 ολόκληρο το σε πίστη τους ποσό, χωρίς οποιαδήποτε απομείωση σε σχέση με τα αξιόγραφα. Η θέση του Αιτητή ότι τα μέλη του Ταμείου είχαν παντελή άγνοια και έλλειψη ενημέρωσης για το θέμα των επενδύσεων και ότι ούτε για τα χρεόγραφα, ούτε για τα αξιόγραφα γνώριζαν, ούτε ότι το Ταμείο είχε επενδύσει σε αυτά και ότι αποτελούσαν χρηματιστηριακές πράξεις, βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με τους γενικούς λόγους της Αίτησης όπου σε καμία περίπτωση δεν γίνεται αναφορά σε άγνοια αναφορικά με την αγορά των χρεογράφων των δύο Τραπεζών. Για τη μετατροπή των χρεογράφων της Ελληνικής Τράπεζας σε αξιόγραφα, ο Αιτητής ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του και επανέλαβε κατά την αντεξέταση του, ότι παρευρέθηκε σε Γ.Σ. των μελών του Ταμείου, που έγινε στις 16.9.2010, όπου ενέκρινε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη την εν λόγω μετατροπή. Και ενώ ισχυρίστηκε ότι ενέκρινε τη μετατροπή στηριζόμενος στις εξηγήσεις που του είχαν δοθεί, εν τούτοις κανένα στοιχείο και καμία ενισχυτική μαρτυρία δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνουν τη θέση του. Η μαρτυρία του λειτουργού της Ελληνικής Τράπεζας δεν στάθηκε καθόλου βοηθητική για την υπόθεση του. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επί των «κινδύνων» που αναφέρονται στο ενημερωτικό δελτίο της Ελληνικής Τράπεζας (Τεκ.20) για τα μετατρέψιμα αξιόγραφα, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να ερμηνεύσει τους όρους, όπως επίσης δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν η Επιτροπή ζήτησε ενημέρωση σε σχέση με το ενημερωτικό δελτίο. Για τη μετατροπή των χρεογράφων της Τράπεζας Κύπρου σε αξιόγραφα είναι φανερό τόσο από τους γενικούς λόγος εμφάνισης του Ταμείου όσο και από τη μαρτυρία του κ. Χατζημηνά ότι η Επιτροπή δεν έλαβε εκ των προτέρων την γνώμη των μελών, ισχυριζόμενη ότι η επένδυση αυτή έγινε μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της και ότι ενεκρίθη απ' όλα τα μέλη στην Γ.Σ. των μελών στις 19.12.2012, θέση που επιβεβαιώνεται και από το σχετικό πρακτικό (Τεκ.66), όπου φαίνεται ότι έγινε αναφορά επί των εν λόγω επενδύσεων χωρίς να προκύψει θέμα διαφωνίας από τα παριστάμενα μέλη του Ταμείου. Και ενώ για την εν λόγω μετατροπή, ο Αιτητής ισχυρίζεται εάν τα μέλη ενημερώνονταν λεπτομερώς για τους επενδυτικούς κινδύνους και τα υψηλά ρίσκα δεν θα ενέκριναν την επένδυση, εν τούτοις κανένα στοιχείο δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει τη θέση του ή να καθιστά φανερό ότι η εν λόγω μετατροπή διαφοροποίησε την όλη κατάσταση σε σχέση με την αρχική αξία της επένδυσης. Και ενώ επίσης ισχυρίζεται τα πιο πάνω, εν τούτοις κατά την αντεξέταση του από τον κ. Αποστολίδη, δεν αρνήθηκε τα όσα ανέφερε ο κ. Χατζημηνάς, ομολογώντας ότι περί τον Μάιο του 2011 επένδυσε κι ο ίδιος προσωπικά σε αξιόγραφα της Τράπεζας Κύπρου το ποσό των €30.000 με €40.
- Αντεξεταζόμενος επίσης ο Αιτητής παραδέχθηκε ότι κάθε χρόνο γίνονταν Γ.Σ. των μελών όπου εγκρίνονταν οι ετήσιοι λογαριασμοί του Ταμείου και ότι ο ίδιος άλλες φορές πήγαινε στις Γ.Σ. και άλλες όχι, λόγω έκτακτων καταστάσεων στην εργασία του. Οι εν λόγω λογαριασμοί, καθώς προκύπτει από το περιεχόμενο τους, συμπεριελάμβαναν μεταξύ άλλων και πλήρεις λεπτομέρειες των επενδύσεων του Ταμείου. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι κατά τις Γ.Σ. ουδέποτε η Επιτροπή εφοδίασε τα μέλη με αντίγραφα λογαριασμών. Την ίδια θέση φαίνεται να έθεσε και κατά τη Γ.Σ. ημερ. 12.7.2013 (Τεκ.63) όπου ο Αιτητής λαμβάνοντας τον λόγο ανέφερε ότι τέτοιοι λογαριασμοί δεν υπήρχαν και ότι απλώς δίνονταν στον καθένα χωριστά η προσωπική κατάσταση του ταμείου του. Η απάντηση που πήρε από το κ. Χατζημηνά ήταν ότι πάντοτε παρουσιάζονταν κατά τις Γ.Σ. όταν τίθεντο οι λογαριασμοί προς έγκριση και όποιος ενδιαφερόταν μπορούσε να πάρει αντίγραφο των λογαριασμών. Επίσης ότι προηγουμένως δεν υπήρχε ενδιαφέρον από τα μέλη να παραστούν στις Γ.Σ. Το γεγονός ότι κατά τις Γ.Σ. τίθετο θέμα έγκρισης των ετησίων λογαριασμών και ότι τα μέλη προχωρούσαν εν τέλει στην έγκριση τους, δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Αιτητή. Αυτό που αμφισβητείται είναι ότι δεν τους δίνονταν αντίγραφα λογαριασμών. Το γεγονός ωστόσο ότι τα μέλη προχωρούσαν στην έγκριση των λογαριασμών προμηνύει υπό λογικές συνθήκες ότι λάμβαναν πλήρη ενημέρωση της κατάστασης προτού προχωρήσουν σε μια τέτοια απόφαση. Άλλωστε, τα αντίγραφα των οικονομικών καταστάσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια, επιβεβαιώνουν την ετοιμασία και ύπαρξη τέτοιων καταστάσεων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνεπώς, εύκολα μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι με την έγκριση των ετήσιων λογαριασμών, ο Αιτητής και τα υπόλοιπα μέλη ενέκριναν ταυτόχρονα και τις επενδύσεις του Ταμείου. Για όλα τα πιο πάνω είναι κατάληξη μας ότι τα μέλη του Ταμείου, συμπεριλαμβανομένου του Αιτητή, γνώριζαν για τις επενδύσεις του Ταμείου και ποτέ δεν προέβαλαν οποιαδήποτε ένσταση ή διαμαρτυρία ή εξέφρασαν γνώμη για μετατροπή τους σε τραπεζικές καταθέσεις ή γραμμάτια. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ωστόσο ότι οι εν λόγω επενδύσεις ήταν παράνομες. Συγκεκριμένα, ενώ κατά την αντεξέταση του από τον κ. Αποστολίδη παραδέχθηκε ότι η μετατροπή των χρεογράφων της Ελληνικής Τράπεζας σε αξιόγραφα εγκρίθηκε κατά την Γ.Σ. στην οποία κι ο ίδιος ήταν παρών, σε υποβολή που του έγινε, ότι δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι οι επενδύσεις αυτές που εγκρίθηκαν κατά τη Γ.Σ. ήταν παράνομες, διευκρίνισε ότι αναφέρεται σε παράνομες επενδύσεις για το μεγάλο ποσό που διατέθηκε για την αγορά τους, με αποτέλεσμα να μην μείνουν χρήματα στο Ταμείο για να πάρουν τα υπόλοιπα μέλη. Ότι επρόκειτο για μια μη συνετή πράξη που άφησε εκτεθειμένο το Ταμείο. Από τη μαρτυρία του Αιτητή φαίνεται ότι το ύψος του ποσού που διατέθηκε από το Ταμείο, για τις επενδύσεις σε χρεόγραφα / αξιόγραφα, αποτελεί ουσιαστικά και το μόνο στοιχείο που ο Αιτητής θεωρεί τις εν λόγω επενδύσεις παράνομες, θέση την οποία επανέλαβε επανειλημμένως κατά την αντεξέταση του. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του περί Ταμείων Προνοίας Νόμου 44/81 (στο εξής «ο Νόμος»): «24.-
(1)Οιαδήποτε χρήματα αποτελούντα περιουσίαν ταμείου προνοίας επενδύονται υπό της Διαχειριστικής Επιτροπής αυτού εκ μέρους του τοιούτου ταμείου, συμφώνως αρχών και γενικών οδηγιών, εκδιδομένων από καιρού εις καιρόν υπό του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν διαβουλεύσεων μετά του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος του ιδρυθέντος δυνάμει του περί Ωρών Απασχολήσεως Νόμου.
(2)Απαγορεύεται η επένδυση οποιωνδήποτε χρημάτων τα οποία αποτελούν περιουσία Ταμείου Προνοίας σε επιχείρηση του εργοδότη ή η κατάθεση τους σε λογαριασμό όψεως ή προθεσμίας του εργοδότη, εκτός αν πρόκειται για Ταμείο Προνοίας το οποίο λειτουργεί για μισθωτούς τραπεζών ή συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων.
(3)Αι επενδύσεις του ταμείου προνοίας θα τηρώνται υπό του τοιούτου ταμείου ελεύθεραι πάσης υποθήκης, επιβαρύνσεως, δεσμεύσεως ή δικαιώματος επισχέσεως.» Το άρθρο 10 του καταστατικού του Ταμείου (Τεκ.2), κάτω από τον τίτλο «Επενδύσεις Κεφαλαίων» προνοεί τα ακόλουθα: «10.-(α) Το Ταμείο θα ευρίσκεται υπό τον έλεγχο της Διαχειριστικής Επιτροπής. (β) Η Διαχειριστική Επιτροπή δύναται να προβαίνει εις επενδύσεις του κεφαλαίου του ταμείου συμφώνως προς αρχάς και οδηγίας εκδιδομένας από καιρού εις καιρό υπό του Υπουργού οικονομικών δυνάμει του άρθρου 24
(1)του περί Ταμείων Προνοίας Νόμου του 1981 ή οιουδήποτε άλλου Νόμου ο οποίος τον αντικαθιστά ή τον τροποποιεί.» Με το άρθρο 10 του Καταστατικού (Τεκ.2) παρέχεται εξουσία στην Επιτροπή να προβαίνει σε επενδύσεις του κεφαλαίου του Ταμείου. Θέτει ως περιορισμό για τις εν λόγω επενδύσεις τα όσα προνοούνται στον Νόμο και δη τις οδηγίες του Υπουργού Οικονομικών. Από τα στοιχεία ωστόσο που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν φαίνεται να έχουν εκδοθεί οποιεσδήποτε οδηγίες από τον αρμόδιο Υπουργό για σκοπούς του Νόμου. Επομένως δεν βρίσκουμε να εισάγονται οποιοιδήποτε περιορισμοί ως προς το ύψος του ποσού που ηδύνατο να επενδύσει η Επιτροπή, όταν μάλιστα οι εν λόγω επενδύσεις έχουν εγκριθεί από τη Γ.Σ. των μελών. Για όλα αυτά δεν βρίσκουμε ότι το ύψος των επενδύσεων στην κρινόμενη περίπτωση μπορούσε να καταστήσει τις επενδύσεις παράνομες ως η θέση του Αιτητή. Περαιτέρω η θέση του Αιτητή ότι το Ταμείο προχώρησε σε πληρωμή ολόκληρου του ποσού που βρισκόταν σε πίστη τεσσάρων μελών που απεχώρησαν στα τέλη Οκτωβρίου 2011 και δύο μελών που απεχώρησαν στις 31.3.2011 και 4.4.2011, δεν αμφισβητείται. Αμφισβητείται όμως, το κατά πόσο θα έπρεπε να επωμισθούν και τα εν λόγω αποχωρήσαντα μέλη τη ζημία που παρουσιάζουν οι οικονομικές καταστάσεις του 2011. Προτού προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που αφορά το επίδικο αυτό θέμα, προέχει ο προσδιορισμός του χρόνου που το Ταμείο θα πρέπει με βάση τον Νόμο και το καταστατικό να προβεί στον υπολογισμό του μεριδίου του αποχωρήσαντος μέλους και να καταβάλει σ' αυτό τα ωφελήματα του. Επίμαχα είναι τα άρθρα 9 και 12 του καταστατικού. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του καταστατικού (Τεκ.2): «(α) Το λογιστικό μέρος του ταμείου θα τηρείται εις τα Γραφεία της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας υπό του Λογιστικού Λειτουργού. (β) Θα κρατούνται δύο προσωπικού λογαριασμοί, δι' εν έκαστον των Μελών: 1ον. Λογαριασμός «Α» δια τας ιδίας αυτού εισφοράς 2ον. Λογαριασμός «Β» δια τας εισφοράς του εργοδότου Θα κρατείται επίσης ιδιαίτερος λογαριασμός υπό τον τίτλο Γενικός Λογαριασμός Ταμείου. Ο λογαριασμός ούτως θα πιστώνεται με όλας τας προσόδους του κεφαλαίου του ταμείου, με δωρεάς και οιαδήποτε άλλα εισοδήματα, ως και υπόλοιπα παραμένοντα εις τον λογαριασμό «Β» αποχωρούντων Μελών καθώς και αζήτητα ποσά, μη υπερβαίνοντα τις ΛΚ50.- εφ' όσον έχουν παρέλθει 8 έτη από την ημέρα που το ποσό έγινε πληρωτέο και η Διαχειριστική Επιτροπή προέβη σ' όλες τις δέουσες ενέργειες για ειδοποίηση του δικαιούχου περί του δικαιώματος του και της προθεσμίας παραγραφής του. (γ) Το υπόλοιπο του λογαριασμού του Γενικού Λογαριασμού Ταμείου θα μεταφέρεται κατά αναλογία - αφού προηγουμένως αφαιρεθούν οιαδήποτε έξοδα διαχειρίσεως του Ταμείου - εις τους λογαριασμούς των Μελών την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, βάσει του συνόλου των ευρισκομένων εις πίστιν εκάστου μέλους ποσών εις τους λογαριασμούς «Α» και «Β». (δ) Τα βιβλία του Ταμείου θα ελέγχονται άπαξ του έτους υπό των Ελεγκτών εκλελεγμένων υπό της Διαχειριστικής Επιτροπής. (ε) Μετά την εξέλεγξη των βιβλίων η Διαχειριστική Επιτροπή θα συντάσσει τον ετήσιο Ισολογισμό, ο οποίος θα υποβάλλεται εις την Ετήσια Γενικής Συνέλευση. Θα συμπληρώνει επίσης τους λογαριασμούς «Α» και «Β» εις το βιβλιάριο εκάστου μέλους, με όλας τας προσόδους του λήξαντος έτους, τα οποία βιβλιάρια θα παραδίδει εις ένα έκαστον των Μελών.» Σύμφωνα με το άρθρο 12 του καταστατικού: «(α) Μέτοχος του Ταμείου, αποχωρών οικειοθελώς ή κατόπιν τερματισμού του διορισμού του, ή λόγω ηλικίας, θα δικαιούται εις λήψιν ολόκληρου του εις πίστιν του ευρισκόμενου ποσού, άνευ οιασδήποτε περικοπής του λογαριασμού «Α». Επίσης θα δικαιούται εις την εξής εκατοστιαία αναλογία εκ του λογαριασμού «Β», ............ Άμα τη συμπληρώσει 5 ετών 100% Νοείται ότι δια σκοπούς υπηρεσίας αύτη λογίζεται από της ημερομηνίας κατά την οποία ήρχισε το Μέλος να είναι μέλος του Ταμείου Προνοίας. .......................» Στα πιο πάνω επίμαχα άρθρα δεν γίνεται οποιαδήποτε σαφής αναφορά στο χρόνο υπολογισμού του μη πραγματοποιηθέντος κέρδους, για σκοπούς απόδοσης του αναλογούντος μεριδίου στα αποχωρήσαντα μέλη. Στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας των Διευθυντών Συμβούλων των Π.Κ. Ορεινός Λτδ κ.α ν. Φρίξου Φιλίππου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2013, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο είχε να αντιμετωπίσει παρόμοια περίπτωση, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. Εκ πρώτης όψεως, η γραμματική έννοια των όρων «πρόσοδος» και "revenue" φαίνεται να ταυτίζεται με την πραγματοποίηση κέρδους / εισοδήματος. Ωστόσο η λογιστική αποδέχεται ότι η έννοια των συγκεκριμένων όρων είναι ευρύτερη ώστε σ' αυτή να συμπεριλαμβάνεται και το μη πραγματοποιηθέν κέρδος από επενδύσεις σε μετοχές ή άλλες αξίες, τούτου υπολογιζόμενου με βάση τις αντίστοιχες αξίες των επενδύσεων. Έχουμε την άποψη πως επί του θέματος υπήρξε αυτοαντίληψη των μερών εφόσον το μη πραγματοποιηθέν κέρδος από επενδύσεις σε μετοχές υπολογίζεται και προσμετρά στους λογαριασμούς του ταμείου προνοίας και με το ανάλογο μερίδιο του κέρδους πιστώνεται ο προσωπικός λογαριασμός του κάθε μέλους. Στην προκείμενη περίπτωση το μη πραγματοποιηθέν κέρδος για το έτος 1998 λήφθηκε υπόψη στον υπολογισμό του ποσού που καταβλήθηκε στον εφεσίβλητο τον Απρίλιο 2000. Η ευρύτερη ερμηνεία των όρων ώστε σ' αυτή να περιλαμβάνεται και το μη πραγματοποιηθέν κέρδος από επενδύσεις σε αξίες, επιβάλλεται και από τη λογική του πράγματος. Νομίζουμε πως θα ήταν αδιανόητο να μην υπολογιζόταν ένα τέτοιο κέρδος σε περίπτωση για παράδειγμα, που τα περιουσιακά στοιχεία ενός οποιοδήποτε Ταμείου Προνοίας, αποτελούνταν μόνο από επενδύσεις σε αξίες (χρεόγραφα, μετοχές δημόσιων εταιρειών, κλπ). Αν συνέβαινε το αντίθετο ίσως να μην υπήρχε τρόπος υπολογισμού για σκοπούς απόδοσης των ανάλογων ωφελημάτων προς κάθε δικαιούχο στον κατάλληλο χρόνο, τηρουμένων βέβαια των όρων του καταστατικού που αφορούν τον χρόνο υπολογισμού κλπ του μη πραγματοποιηθέντος κέρδους. Στην προκείμενη περίπτωση το καταστατικό του Ταμείου Προνοίας δεν περιέχει σαφή ρύθμιση αναφορικά με το χρόνο υπολογισμού του μη πραγματοποιηθέντος κέρδους για σκοπούς απόδοσης του αναλογούντος μεριδίου στα αποχωρήσαντα μέλη. Το γεγονός ότι οι εξελεγμένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται κάθε τέλος του χρόνου δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι ο χρόνος υπολογισμού του μη πραγματοποιηθέντος κέρδους για σκοπούς απόδοσης του αναλογούντος μεριδίου στο κάθε αποχωρών μέλος πρέπει απαραιτήτως να συμπίπτει με το τέλος του χρόνου που ετοιμάζονται οι λογαριασμοί. Η ετοιμασία των λογαριασμών κάθε τέλος του χρόνου γίνεται για λογιστικούς σκοπούς και όχι για τους σκοπούς απόδοσης ωφελημάτων στα αποχωρούντα μέλη. ............. Σαφώς προκύπτει από τις πιο πάνω σημειώσεις ότι η αξία των επενδύσεων του Ταμείου Προνοίας σε μετοχές καθορίζεται με βάση τις τιμές που δημοσιεύει το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Και εφόσον στο καταστατικό δεν προβλέπονται άλλες ρυθμίσεις αναφορικά με το χρόνο υπολογισμού των αξιών, θεωρούμε, σε συμφωνία με το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι ο χρόνος αποχώρησης του μέλους από το Ταμείο Προνοίας είναι ο χρόνος που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό του ποσού που δικαιούται το αποχωρών μέλος. Κριτήριο ερμηνείας των συμβάσεων αποτελεί η διαπίστωση της έννοιας που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Οι επίμαχοι συμβατικοί όροι εξετάζονται όχι απομονωμένα αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας ως συνόλου. Η αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων των διαπραγματεύσεων, μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων, αποτελεί πάντοτε χρήσιμο οδηγό. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499, Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407, Stefanos & Andreas Cold Stores Trad. Ltd v. KEAN Λτδ (Αρ. 2)
(1998)(Δ) ΑΑΔ 2335)». Τα συγκεκριμένο άρθρο επί του οποίου στηρίχθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο προσομοιάζει με το άρθρο 9 του καταστατικού. Έχοντας λοιπόν ως καθοδήγηση την πιο πάνω απόφαση θεωρούμε ότι και στην προκείμενη περίπτωση, ο χρόνος αποχώρησης των έξι μελών του Ταμείου ήταν ο χρόνος που έπρεπε να ληφθεί υπόψη στον καθορισμό του ποσού που δικαιούνταν να λάβουν με την αποχώρηση τους. Για σκοπούς αποτίμησης του αναλογούντος μεριδίου λαμβάνονται υπόψη τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη και/ή οι ζημιές από τις επενδύσεις, καθώς και τα έξοδα και έσοδα του Ταμείου που αναλογούν στο αποχωρούν μέλος κατά τη διάρκεια του έτους που απεχώρησε και όχι αποκλειστικά τα μετρητά που ευρίσκονται κατατεθειμένα σε πίστη του στους λογαριασμούς «Α» και «Β». Ο Αιτητής, στην προσπάθεια του να καταδείξει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αποχώρησης των έξι μελών του Ταμείου υπήρξε διαφοροποίηση στην αξία των αξιογράφων, επικαλέστηκε κατά την αντεξέταση του την αγωγή που καταχώρησε το Ταμείο εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 3 στο Επαρχιακό Δικαστήριο (Τεκ.77), όπου γίνεται αναφορά σε συζήτηση του θέματος και σε προφανείς απομειώσεις, η έκταση των οποίων όπως και η αξία της μερίδας κάθε μέλους θα μπορούσε να καθοριστεί μόνον μέσα από τους λογαριασμούς του σχετικού έτους που θα ετοίμαζε η KPMG. Οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούμενοι το πρακτικό συνάντησης που είχαν με τους ελεγκτές του Ταμείου στις 10.10.2011 (Τεκ.76), όπου έγινε αναφορά των ελεγκτών σε μη επαναξιολόγηση των χρεογράφων/αξιογράφων για τον λόγο ότι στο ΧΑΚ δεν υπήρχε επαρκής όγκος συναλλαγών που να διαμορφώνει τιμή, ισχυρίστηκαν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρξε καμία ένδειξη απομείωσης των αξιογράφων που θα επηρέαζε την αξία των επενδύσεων που αναλογούσε στην μερίδα των έξι ατόμων και ότι αυτός ήταν ο λόγος που η Επιτροπή απεφάσισε ομόφωνα όπως μη γίνει οποιαδήποτε ενέργεια για το θέμα αυτό. Ο κ. Πολυβίου, προς υποστήριξη της θέσεως τους, ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του, ότι θέμα απομείωσης των επενδύσεων φάνηκε να υπήρχε στο τέλος 2011 με το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων, θέση την οποία υποστήριξε και κατά την Γ.Σ. για έγκριση των λογαριασμών του 2012 που έγινε στις 20.12.
- Ο κ. Χατζημηνάς, επικαλούμενος προσωπικό συμφέρον, σημείωσε χαρακτηριστικά ότι ως μεγαλομέτοχοι του Ταμείου δεν είχαν κανένα κίνητρο να κρύψουν αυτό το πράγμα για να πάρουν χρήματα οι έξι αυτοί υπάλληλοι, που ούτε φίλοι τους ήταν αλλά ούτε και συγγενείς τους. Προφανώς το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων δεν συνταυτίζεται, καθώς το Τεκ.76 αναφέρεται σε μη επαναξιολόγηση των χρεογράφων / αξιογράφων λόγω μη ύπαρξης επαρκούς όγκου συναλλαγών στο Χρηματιστήριο που να διαμορφώνει τιμή, ενώ το Τεκ.77 αναφέρεται σε προφανείς απομειώσεις, η έκταση των οποίων όπως και η αξία της μερίδας κάθε μέλους, θα μπορούσε να καθοριστεί μόνον μέσα από τους λογαριασμούς του έτους. Όπως αναφέραμε πιο πάνω και είναι γεγονός, στις οικονομικές καταστάσεις του έτους που έληγε στις 31.12.2011 (Τεκ.61) γίνεται αναφορά σε ζημιές εύλογης αξίας ύψους €875.
- Η υποχρέωση του Ταμείου να προβεί σε υπολογισμό του μη πραγματοποιηθέντος κέρδους ή της ζημίας για σκοπούς απόδοσης του αναλογούντος μεριδίου στα έξι αποχωρήσαντα μέλη ήταν δεδομένη. Παρόλα αυτά όμως, ο Αιτητής που έφερε το βάρος απόδειξης, δεν παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία ή οποιαδήποτε εμπεριστατωμένη μαρτυρία που έτεινε να καταδείξει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αποχώρησης των έξι μελών, υπήρξε και σε πιο βαθμό απομείωση της εύλογης αξίας των επενδύσεων σε αξιόγραφα /χρεόγραφα, ώστε να απαιτείτο επαναταξινόμιση τους στα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία του Ταμείου, πριν την καταβολή του ποσού που αυτοί δικαιούνταν, δίδοντας με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να καταλήξει επί τούτου σε εύλογα συμπεράσματα. Πλην των όσων αναφέρονται στις οικονομικές καταστάσεις και τα οποία ο Αιτητής σε καμία περίπτωση δεν έχει αμφισβητήσει, τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορούν να οδηγήσουν σ' ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ο Αιτητής, μολονότι ισχυρίζεται ότι το ποσό που του οφείλεται είναι αυτό που αναφέρεται στην ατομική του μερίδα (Τεκ.3), εν τούτοις κατά την αντεξέταση του, δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι η κατάσταση του ατομικού λογαριασμού αποστελλόταν στα μέλη κάθε χρόνο, κατά τους μήνες Μάρτιο ή Απρίλιο και μάλιστα πριν την έγκριση των ισολογισμών του έτους, επιβεβαιώνοντας έτσι τη θέση του κ. Πολυβίου ότι το Τεκ.3 ετοιμάστηκε πριν την αποτίμηση των επενδύσεων σε εύλογη αξία και ότι δεν συνάδει με τις μερίδες των μελών ως εμφαίνονται στις καταστάσεις που ο ίδιος κατέθεσε και οι οποίες συμφωνούν με τις οικονομικές καταστάσεις του Ταμείου. Επίσης δεν διαφώνησε ότι η αποτίμηση δεν αφορούσε αποκλειστικά τη δική του μερίδα αλλά τις μερίδες όλων των μελών του Ταμείου. Περαιτέρω ενώ αμφισβητεί το ύψος του ποσού που του κατέβαλε το Ταμείο, εν τούτοις σε καμία περίπτωση δεν διεφάνη - έστω και αμυδρά - να έχει θέσει υπό αμφισβήτηση το περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων και ή της προσωπικής του μερίδας για το 2011 (Τεκ.47) και ή την κίνηση του λογαριασμού του από 1.1.2012 μέχρι 31.1.2014 (Τεκ.52), που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο κ. Πολυβίου. Περαιτέρω καμία εμπεριστατωμένη μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς του Αιτητή, που να αντικρούει το περιεχόμενο των εν λόγω καταστάσεων και ή να θέτει σε αμφισβήτηση τον υπολογισμό της απομείωσης των επενδύσεων. Από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση, ο κ. Πολυβίου με την εμπεριστατωμένη μαρτυρία του, προέβη σε μια διεξοδική ανάλυση των οικονομικών καταστάσεων και της μερίδας του Αιτητή, σε συνάρτηση με τις μερίδες των υπολοίπων μελών, για να καταλήξει ότι με βάση την τελική κατάσταση (Τεκ.80), το ποσό που αναλογούσε και κατεβλήθη στον Αιτητή ανερχόταν στα €221.311,
- Για όλα τα πιο πάνω είναι κατάληξη μας ότι το ποσό που καταβλήθηκε στο Αιτητή ήταν αυτό που του αναλογούσε ως επακόλουθο της ανάλογης απομείωσης που δέχθηκε η ατομική του μερίδα. Ως επακόλουθο όλων των πιο πάνω, σε συνδυασμό με τα διάφορα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνουμε περαιτέρω, ότι η θέση του Αιτητή περί ελλείψεως διαφάνειας και μη επαρκούς ενημέρωσης των μελών για την οικονομική κατάσταση του Ταμείου από την Επιτροπή, επίσης δεν έχει αποδειχθεί. Διατείνεται ωστόσο ο Αιτητής ότι το Ταμείο δεν υπολόγισε και δεν του κατέβαλε άμεσα το αναλογούν μερίδιο του, με αποτέλεσμα να δικαιούται τόκο επί του καταβληθέντος ποσού, από την ημερομηνία αποχώρησης του. Ο κ. Χατζημηνάς τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του απέδωσε την καθυστέρηση στο γεγονός ότι θα έπρεπε πρώτα να καθοριστεί η αξία των επενδύσεων για να μπορεί στη συνέχεια να υπολογιστεί η μερίδα του Αιτητή, ενώ ο κ. Πολυβίου αναφέρθηκε στην παγιοποίηση των καταθέσεων του Ταμείου που έγινε τον Μάρτιο 2013, λέγοντας ότι κανείς δεν ήξερε τι ποσό θα απέμενε στις καταθέσεις και πότε η Τράπεζα θα παρείχε στον καταθέτη την ευχέρεια να το χρησιμοποιήσει. Επίσης, ότι το ποσό που έπρεπε να καταβληθεί στον Αιτητή, ήταν εκτός ελέγχου της Επιτροπής κι αυτός ήταν ο λόγος που πληρώθηκε ένα κομμάτι σε δόσεις και ακολούθως τα υπόλοιπα. Σε αντίθεση με τις επικλήσεις των εν λόγω μαρτύρων ο κ. Χατζησπύρου, αρμόδιος υπάλληλος του ΧΑΚ, κληθείς να καταθέσει αποκλειστικά και μόνο επί των συναλλαγών στο ΧΑΚ παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι κατά τον χρόνο αποχώρησης του Αιτητή υπήρχε όγκος συναλλαγών στο ΧΑΚ και ότι τα αξιόγραφα της Τράπεζας Κύπρου και της Ελληνικής Τράπεζας έφεραν τιμή αγοράς και πώλησης. Επίσης, όπως έχει επισημανθεί, η σύσταση του Εφόρου ημερ. 5.10.2012 (Τεκ.17), αναφέρεται σε παγοποίηση των ωφελημάτων αποχωρούντος μέλους από επενδύσεις σε αξιόγραφα της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας και όχι σε αξιόγραφα της Ελληνικής Τράπεζας, στα οποία έχει επενδυθεί το μεγαλύτερο ποσό του Ταμείου. Της σύστασης αυτής, ακολούθησαν ωστόσο δύο επιστολές του Εφόρου ημερ. 20.12.2012 και 11.2.2013 με την οποία καλούσε την Επιτροπή όπως πληρώσει στον Αιτητή τα ωφελήματα του, όπως και απαντητική επιστολή της Επιτροπής ημερ. 4.1.2013 με την οποία επιβεβαίωνε τον Έφορο ότι θα προέβαινε σε άμεση πληρωμή των ωφελημάτων του Αιτητή. Υπό αυτά τα δεδομένα, τα όσα ισχυρίστηκαν οι δύο μάρτυρες για τους Καθ' ων η αίτηση, περί καθορισμού της αξίας των επενδύσεων και περί παγοποιήσεως των καταθέσεων του Ταμείου τον Μάρτιο 2013, δεν βρίσκουμε να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με την ανεξάρτητη μαρτυρία του κ. Χατζησπύρου η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Είναι αρκετό να τονίσουμε την επιβεβαίωση που έδωσε η Επιτροπή στο Έφορο για την άμεση ετοιμότητα της να καταβάλει στον Αιτητή τα ωφελήματα του, γεγονός που καταδεικνύει την ευχέρεια της Επιτροπής να ανταποκριθεί στο αίτημα του Εφόρου αλλά και την αναγνώριση της υποχρέωσης να καθορίσει και να καταβάλει άμεσα στον Αιτητή τα δικαιώματα του. Αποδεχόμενοι λοιπόν τα όσα ανέφερε ο κ. Χατζησπύρου καταλήγουμε ότι κατά τον χρόνο αποχώρησης του Αιτητή, που είναι ο χρόνος που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό του ποσού που δικαιούται το αποχωρών μέλος, η Επιτροπή μπορούσε να καθορίσει την αξία των επενδύσεων του Ταμείου σε αξιόγραφα με βάση τις τιμές του ΧΑΚ, όπως τις έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο εν λόγω μάρτυρας και να προβεί άμεσα σε πληρωμή των δικαιωμάτων του Αιτητή. Για όλα τα πιο πάνω, είναι κατάληξη μας ότι η καθυστέρηση που προέκυψε από την αποχώρηση του Αιτητή και μέχρι την τελική εξόφληση του καταβληθέντος ποσού, δικαιολογεί το αίτημα του για επιδίκαση τόκου επί του εν λόγω ποσού. Διατείνεται εισέτι ο Αιτητή ότι ο Καθ' ου η αίτηση 3 παράνομα απέσπασε από το Ταμείο το συνολικό χρηματικό ποσό των €550.
- Τη θέση αυτή υποστηρίζουν τόσο το Ταμείο όσο και οι Καθ' ων η αίτηση 4, 5 και
- Συγκεκριμένα, ο κ. Χατζημηνάς, τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του, υποστήριξε ότι ο Καθ' ου η αίτηση 3, υπεύθυνος του λογιστηρίου του Εργοδότη και τότε γραμματέας του Ταμείου, ξεγέλασε τον τότε πρόεδρο του Ταμείου, Αρ. Γαλατόπουλο και απέσπασε την υπογραφή του στις σχετικές επιταγές, λέγοντας του ψευδώς ότι τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής έλεγξαν τα ποσά που δικαιούται και ότι δήθεν συμφώνησαν. Ισχυρίζεται ο μάρτυρας ότι τόσο ίδιος όσο και τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής έλαβαν εκ των υστέρων γνώση του γεγονότος, οπότε και του κοινοποίησαν δύο επιστολές ημερ.18.10.2012 (Τεκ.73) και 7.12.2012 (Τεκ.74) και στη συνέχεια ότι κατάγγειλαν την υπόθεση στην Αστυνομία και ενημέρωσαν τον Έφορο με σχετική επιστολή (Τεκ.75). Είναι η θέση του Καθ' ου η αίτηση 3 ότι είχε κάθε δικαίωμα να πάρει τα λεφτά του ταμείου προνοίας του, καθώς είχε συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του στις 27.5.2010 και του παρείχετο τέτοιο δικαίωμα. Επικαλέστηκε περαιτέρω γραπτή συμφωνία με τον Εργοδότη που του έδιδε αυτό το δικαίωμα ανάληψης. Αναφορικά με το επίδικο αυτό ζήτημα, από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας, διαπιστώνουμε ότι ο Καθ' ου η αίτηση 3, πέραν από γραμματέας του Ταμείου υπήρξε μέχρι και την αφυπηρέτηση του στις 30.10.2012, υπεύθυνος του λογιστηρίου του Εργοδότη. Ενώ στις 27.5.2010 συμπλήρωσε το 65ο έτος της ηλικίας του και κανονικά θα έπρεπε να αφυπηρετήσει από την υπηρεσία του Εργοδότη και να παύσει να είναι μέλος του Ταμείου, στις 11.1.2010 υπέγραψε νέα συμφωνία εργοδότησης με τον Εργοδότη τριετούς διάρκειας, που θα άρχιζε στις 28.5.2010 και θα έληγε στις 27.5.
- Η συμφωνία αναφέρετο, μεταξύ άλλων και σε δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση 3 να λάβει το ποσό που του αναλογεί από το Ταμείο Προνοίας. Ο Καθ' ου η αίτηση 3 συνέχισε και μετά τις 27.5.2010 να είναι μέλος και γραμματέας του Ταμείου μέχρι τις 30.10.2012 που απεχώρησε από την υπηρεσία του Εργοδότη. Και ενώ συνέχιζε να είναι μέλος του Ταμείου, έλαβε από το Ταμείο σε οκτώ διαφορετικές περιπτώσεις, από τον Νοέμβριο 2011 μέχρι και Απρίλιο 2012, το συνολικό ποσό των €550.
- Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο Νόμος και το καταστατικό παρείχαν στον Αιτητή ένα τέτοιο δικαίωμα. Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Νόμου:
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, τα ωφελήματα τα οποία καταβάλλονται εκ ταμείου προνοίας καθορίζονται διά του καταστατικού αυτού.
(2)Ωφελήματα εκ ταμείου προνοίας δύνανται να καταβάλλωνται μόνον εις μέλος τοιούτου ταμείου ή τους νομίμους κληρονόμους του μέλους- (α) εν περιπτώσει αφυπηρετήσεως, ήτοι όταν το μέλος υπερβή την καθοριζομένην διά του καταστατικού ηλικίαν, (β) εν περιπτώσει καθ' ην το μέλος ήθελε καταστή μονίμως ανίκανον προς εργασίαν, (γ) εν περιπτώσει θανάτου του μέλους, (δ) εν περιπτώσει τερματισμού της απασχολήσεως του μέλους, ή (ε) εν περιπτώσει διαλύσεως του ταμείου: Νοείται ότι προκειμένου περί μέλους ταμείου προνοίας το οποίον λειτουργεί διά τους μισθωτούς πλειόνων του ενός εργοδοτών, τερματισμός της απασχολήσεως του τοιούτου μέλους δεν παρέχει δικαίωμα εις ωφέλημα δυνάμει της παραγράφου (δ), εφ' όσον εντός εξ μηνών από του τερματισμού της απασχολήσεως αυτού το μέλος ήθελεν απασχοληθή υπό τίνος των ως είρηται εργοδοτών. Το δικαίωμα αποχωρούντος μέλους να λάβει τα κατατιθέμενα σε πίστη του ποσά στους λογαριασμούς «Α» και «Β» προβλέπεται στο άρθρο 12 του καταστατικού το οποίο παραθέτουμε ανωτέρω. Εξετάζοντας το επίμαχο αυτό άρθρο στο πλαίσιο των κριτηρίων που επιβάλλουν την ερμηνεία ενός εγγράφου, διαπιστώνουμε ότι ένα μέλος που αποχωρεί από την υπηρεσία του Εργοδότη, είτε οικειοθελώς, είτε κατόπιν τερματισμού της απασχόλησης του, είτε γιατί έχει κλείσει την καθορισμένη ηλικία αφυπηρέτησης, θα δικαιούται στην ανάληψη ολόκληρου του ποσού που βρίσκεται σε πίστη του στους λογαριασμούς «Α» και «Β». Στην περίπτωση όμως, που συνεχίζει και μετά την καθοριζομένη ηλικία να βρίσκεται στην υπηρεσία του Εργοδότη και να είναι μέλος του Ταμείου, δεν φαίνεται να του παρέχεται ένα τέτοιο δικαίωμα. Η θέση του Καθ' ου η αίτηση 3 ότι δικαιούταν να λάβει το σε πίστη του ποσό λόγω ορίου ηλικίας, ανεξαρτήτως εάν συνέχισε να είναι μέλος του Ταμείου, δεν βρίσκουμε να συνάδει με το γράμμα του καταστατικού, καθότι για τους ίδιους λόγους δεν θα του παρείχετο το δικαίωμα να συνεχίσει υπό αυτή την ιδιότητα. Το καταστατικό δεν φαίνεται να περιορίζει το δικαίωμα κάποιου να συνεχίσει να είναι μέλος του Ταμείου και μετά τη συντάξιμη ηλικία. Αντίθετα στο άρθρο 3(γ) προνοεί ρητά ότι κανένα μέλος δεν μπορεί να παραιτηθεί του Ταμείου, εφόσον συνεχίζει να βρίσκεται στην υπηρεσία του Εργοδότη. Στην παράγραφο (δ) του ιδίου άρθρου ενώ συνδέει τα δικαιώματα του μέλους με την εργασιακή του ιδιότητα στην υπηρεσία του Εργοδότη, εν τούτοις δεν παραλείπει να αναφέρει, ότι σε περίπτωση επαναπρόσληψης παρέχεται στο μέλος το δικαίωμα να συνεχίσει αυτόματα να είναι μέλος, με την επιφύλαξη ότι δεν έχει αποσύρει από το Ταμείο τα σε πίστη του δικαιούμενα ποσά. Συνεπώς η μη απόσυρση από το επαναπροσληφθέν μέλος, των σε πιστή του δικαιούμενων ποσών, αποτελεί προϋπόθεση για να μπορεί να συνεχίσει να είναι μέλος, όπως και στην προκείμενη περίπτωση όπου ο Καθ' ου η αίτηση 3 θέλοντας να συνεχίσει να είναι μέλος του Ταμείου δεν απέσυρε τα σε πίστη του ποσά. Κρίνουμε επομένως, ότι από τη στιγμή που ο Καθ' ου η αίτηση 3 συνέχισε να εργάζεται στην υπηρεσία του Εργοδότη και να είναι μέλος του Ταμείου, δεν δικαιούταν να αποσύρει τα σε πίστη του ποσά πριν απολέσει αυτή του την ιδιότητα. Η συμφωνία που επικαλείται ο Καθ' ου η αίτηση 3, πέραν του ότι αποτελεί υποκειμενική πρόθεση μεταξύ Αιτητή και Εργοδότη, που δεν συνάδει με τις ρητές διατάξεις του καταστατικού, δεν καθίσταται δεσμευτική για το Ταμείο. Ως ένα ξεχωριστό νομικό πρόσωπο με δική του νομική προσωπικότητα δεν μπορεί να δεσμεύεται από τις προθέσεις του Εργοδότη ή άλλου προσώπου. Ο ισχυρισμός επίσης του Καθ' ου η αίτηση 3, ότι γνώριζαν και τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής για την απόσυρση των σε πίστη του ποσών, δεν βρίσκουμε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εκ των υστερών αντίδραση των Καθ' ων η αίτηση 4,5 και 6 ως και του αποβιώσαντος Προέδρου μ. Γαλατόπουλου τείνει να καταδείξει για τους πρώτους ότι δεν γνώριζαν για το γεγονός και για τον τελευταίο ότι ενήργησε κάτω από συνθήκες που ο ίδιος επίσης δεν γνώριζε. Για όλα τα πιο πάνω είναι κατάληξη μας ότι ο Καθ' ου η αίτηση 3 ενήργησε κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου και του καταστατικού. Περαιτέρω είναι η θέση του Ταμείου ότι ο Γ.Δ. του Εργοδότη, σε συνεργασία με τον Καθ' ου η αίτηση 3, έλαβε μεγαλύτερο ποσό από αυτό που εδικαιούτο ως ταμείο προνοίας. Υποστηρίζεται επίσης ότι το ποσό με το οποίο ζημιώθηκε το Ταμείο από τις παράνομες αναλήψεις του Καθ' ου η αίτηση 3 και του Γ.Δ, είναι το ποσό με το οποίο απομειώθηκε η μερίδα τους λόγω των επενδύσεων σε αξιόγραφα. Ως εκ τούτου το Ταμείο έλαβε δικαστικά μέτρα εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 3 για επιστροφή του ποσού των €228.923,65 και εναντίον του Γ.Δ. για επιστροφή του ποσού των €51.611,49. Σύμφωνα με το άρθρο 14
(5)του Νόμου: «Το ταμείο προνοίας ευθύνεται εκ των πράξεων ή παραλείψεων των αντιπροσω-πευόντων αυτό οργάνων, εφ' όσον η πράξις ή παράλειψις έλαβε χώραν κατά την εκτέλεσιν των ανατιθέμενων εις αυτά καθηκόντων και συνεπάγεται υποχρέωσιν αποζημιώσεως. Ευθύνεται επί πλέον εξ ολοκλήρου και το υπαίτιον πρόσωπον» Ως επακόλουθο των πιο πάνω, το Ταμείο καθίσταται υπόλογο για αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστη ο Αιτητής από τις πράξεις ή παραλείψεις των εν λόγω προσώπων. Το ερώτημα που τίθεται και που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι κατά πόσο ευθύνεται επιπλέον εξ ολοκλήρου έναντι του Αιτητή και ο Καθ' ου η αίτηση 3. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας έχει απασχολήσει το παρόν Δικαστήριο και σε ενδιάμεση απόφαση του, όπου θεώρησε το ζήτημα πρόωρο προς εξέταση με βάση τα γεγονότα που ευρίσκοντο ενώπιον του. Είναι η εισήγηση του κ. Αποστολίδη, την οποία υιοθετούμε, ότι η πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση δεν δημιουργεί δεδικασμένο για την εκ νέου προώθηση και εκδίκαση των ιδίων προδικαστικών ενστάσεων, καθώς με την προσαχθείσα μαρτυρία το Δικαστήριο θα είναι πλέον σε θέση να στηρίξει τα ευρήματα του σε στέρεα βάση. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της ουσίας της υπόθεσης δεν δεσμεύεται από προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση, έστω κι αν αυτή άπτεται ζητημάτων ουσίας ("on the merits") [Βλ. σχετικά Desert Sun Loan Crop v. Hill [1996] 2 All E.R. 847 (CA)]. Επίμαχα άρθρα του Νόμου που αφορούν το επίδικο ζήτημα της δικαιοδοσία και τα οποία το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει είναι τα άρθρο 14
(5)και 23. Σύμφωνα με το άρθρο 23
(3)και
(4)του Νόμου: «
(3)Πάσα διαφορά εγειρομένη συνεπεία της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου μεταξύ μέλους οιουδήποτε ταμείου προνοίας και του τοιούτου ταμείου υπάγεται εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών.
(4)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται δικαιοδοσίας όπως επιλαμβάνεται οιασδήποτε διαφοράς δυνάμει του εδαφίου
(3)ανεξαρτήτως του εάν τα περί ταύτην γεγονότα ή περιστάσεις συνιστούν αδίκημα δυνάμει του παρόντος ή οιουδήποτε ετέρου Νόμου.» Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες. Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd. v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, στη σελ. 533, «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη». (Βλ. επίσης, Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας v. Δημοκρα-τίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348). Όπως λέχθηκε στην απόφαση Μάριου Ιερόπουλου ν. The Societe (Generale) Cyprus Ltd Employees Provident Funt (ECLI:CY:AD:2018:A117, Πολιτική Έφεση 279/2012, ημερ. 15.3.2018): «Αποτελεί βασικό κανόνα ερμηνείας ότι στις λέξεις που χρησιμοποιούνται σε ένα νομοθέτημα πρέπει να δίδεται η φυσική και συνηθισμένη έννοια τους (words are to be taken in their literal meaning). Δεν επιτρέπεται απόκλιση από τις πρόνοιες μιας νομοθετικής διάταξης όταν αυτές είναι σαφείς. Η τελολογική ερμηνεία η οποία αναζητά τον αντικειμενικό σκοπό του νομοθέτη, επιτρέπεται στις περιπτώσεις που το νόημα των λέξεων που χρησιμοποιούνται δεν είναι σαφές. Εν προκειμένω, συμφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία όσον αφορά την ερμηνεία νομοθετημάτων, καθώς και με την ερμηνεία που έδωσε στις παραπάνω νομοθετικές διατάξεις. Κατ' αρχάς να σημειώσουμε ότι το λεκτικό των υπό αναφορά νομοθετικών διατάξεων είναι σαφές. Η δε φυσική και συνηθισμένη του έννοια δεν εκφράζεται με την περιοριστική ερμηνεία που εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα. (Μακεδόνας ν. Δημοκρατία
(1998)3 ΑΑΔ 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 ΑΑΔ 355, Southfields Industries Ltd ν. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 ΑΑΔ 59, Νικολάου ν. Βασιλείου
(1999)1 ΑΑΔ 1566 και Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.ά
(2011)1 ΑΑΔ 1358). Οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές επαναλήφθηκαν και στην απόφαση Αναφορικά με την Εταιρεία Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (ECLI:CY:AD:2014:D295, Πολιτική Έφεση 60/2014, ημερ. 7.5.2014) όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επανερχόμενοι στο ερμηνευτικό πλαίσιο εξέτασης του εγειρόμενου θέματος, σημειώνουμε ότι η κεντρική επιδίωξη και οι στόχοι του ερμηνευτικού έργου, πρέπει να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knights
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1903. Όπου το ζητούμενο είναι η ερμηνεία νομοθετήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το λεκτικό, το ιστορικό και οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του, οι ευρύτεροι σκοποί που επιχειρήθηκε να εξυπηρετηθούν καθώς και η πρόθεση του νομοθέτη. (βλ. Melios v. Nicolaou
(1963)2 C.L.R. και Krassimenos v. Hadjiyiannis
(1963)2 C.L.R. 448». Επίσης στη απόφαση Σάββα ν. Salamis Tours Limited (ECLI:CY:AD:2018:A269, Πολιτική Έφεση 184/2017 ημερ. 5.6.2018) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η πρόθεση του Νομοθέτη διακριβώνεται μέσα από το ίδιο το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου. Βασικός κανόνας ερμηνείας επιτάσσει όπως στις λέξεις, μέσω των οποίων συντελείται η μεταβίβαση της σκέψης του Νομοθέτη, θα πρέπει να δίδεται η απλή γραμματική έννοια τους. Θα πρέπει, δηλαδή, να διαβάζονται με τη συνήθη, φυσική και γραμματική τους σημασία. Αν αυτή είναι καθαρή και δεν καταλήγει σε άτοπα αποτελέσματα ή μεγάλες δυσχέρειες δεν εγείρεται περαιτέρω ζήτημα ερμηνείας. Υπό το φως του πιο πάνω, χρυσού, όπως χαρακτηρίζεται, κανόνα ερμηνείας, προσεγγίσαμε το εννοιολογικό περιεχόμενο του άρθρου 64Α
(4)» Το λεκτικό του άρθρου 23
(3)του Νόμου φαίνεται να είναι σαφές και να μην επιδέχεται άλλης ερμηνείας πλην του ότι το Δ.Ε.Δ. αποκτά αποκλειστική αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται κάθε διαφοράς που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου, μεταξύ μέλους και ταμείου προνοίας. Η φυσική και συνήθης έννοια των λέξεων που χρησιμοποίει ο νομοθέτης δεν βρίσκουμε να αποδίδει οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία πλην αυτής που σαφώς διατυπώνει. Αν σκοπός του Νομοθέτη ήταν να αποδώσει ευρύτερη κάλυψη στο πεδίο εφαρμογής του συγκεκριμένου άρθρου πιστεύουμε ότι θα το έπραττε. Το ερώτημα όμως, είναι κατά πόσο το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, καλύπτει και διάφορα μεταξύ μέλους και άλλου προσώπου και όχι αποκλειστικά μεταξύ μέλους και Ταμείου, όπως αυτή που αποδίδει ευθύνη σε υπαίτιο πρόσωπο με βάση το άρθρο 14
(5)του Νόμου. Το λεκτικό του άρθρου 23
(3)δεν φαίνεται να καλύπτει τέτοιες περιπτώσεις. Ούτε μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε τελολογική ερμηνεία προς αναζήτηση του αντικειμενικού σκοπού του Νομοθέτη καθώς το νόημα των λέξεων που χρησιμοποιούνται είναι σαφές. Το άρθρο 14
(5)του Νόμου, ενώ αποδίδει ευθύνη στο ταμείο για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της διοίκησης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, εν τούτοις δεν αποδίδει με σαφήνεια αν η ευθύνη του υπαίτιου προσώπου είναι απέναντι του ίδιου του Ταμείου ή απέναντι οιουδήποτε τρίτου προσώπου που υπέστη ζημία ως αποτέλεσμα της πράξης ή παράλειψης του. Το Ταμείο όμως σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να εξαιρείται οποιασδήποτε ευθύνης για ζημιά που υπέστηκαν τα μέλη στις μερίδες τους από πράξεις των οργάνων του, καθώς μια τέτοια ευθύνη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 23
(3)του Νόμου. Είναι λοιπόν κατάληξη μας ότι η αποκλειστική αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου περιορίζεται αποκλειστικά σε επίλυση διαφοράς μεταξύ μέλους και ταμείου και όχι οποιασδήποτε άλλης διαφοράς μεταξύ μέλους και άλλου προσώπου πλην του ταμείου. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η ευθύνη του Ταμείου έναντι του Αιτητή αφορά την επιδίκαση τόκων επί των καταβληθέντων ποσών, λόγω της καθυστέρησης που επέδειξε η Επιτροπή να καθορίσει το ποσό που δικαιούταν να λάβει με την αποχώρηση του στις 5.11.2012 μέχρι τελικής εξόφλησης. Επίσης, ο Αιτητής δικαιούται ποσοστό 11,98% επί του επιπλέον ποσού που κατεβλήθη στον Καθ' ου η αίτηση 3 και στον Γ.Δ. κ. Θ. Θεμιστοκλέους. Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση προς όφελος του Αιτητή και εναντίον του Ταμείου ως ακολούθως: (α) Για καταβολή νόμιμου τόκου επί του ποσού των €100.000 από 5.11.2012 μέχρι 16.10.2013, επί του ποσού των €40.000 από 5.11.2012 μέχρι 19.11.2013, επί του ποσού των €40.000 από 5.11.2012 μέχρι 27.12.2013, επί του ποσού των €11.231,62 από 5.11.2012 μέχρι 31.12.2013 και επί του ποσού των €30.051,13 από 5.11.2012 μέχρι 3.2.2014. (β) Για το ποσό των €27.427, που αποτελεί το 11.98% του επιπλέον ποσού των €228.923,65 που πληρώθηκε στον Καθ' ου η αίτηση 3, με νόμιμο τόκο από 5.11.2012 μέχρι τελικής εξόφλησης. (γ) Για το ποσό των €6.183, που αποτελεί το 11.98% του επιπλέον ποσού των €51.611,19 που πληρώθηκε στον Θ. Θεμιστοκλέους, με νόμιμο τόκο από 5.11.2012 μέχρι τελικής εξόφλησης. (δ) Επιδικάζονται περαιτέρω έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Ταμείου ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο με νόμιμο τόκο από 19.12.2012 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. (ε) Οι υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή ως και η Αίτηση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 3 μέχρι 6 απορρίπτεται. Για όλα όσα εκθέτουμε ανωτέρω κρίνουμε σωστό να μην επιδικάσουμε προς όφελος τους οποιαδήποτε έξοδα. (υπ)..................... Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Χρ. Χρίστης, Μέλος Ν. Ανδρέου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο