← Κύπρος

Α. Α. Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος H. L. A. ν. Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και τω

Α. Α. Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος H. L. A. ν. Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της Εταιρειών κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 550/2009, 13/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:34 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Πολυβίου και Α. Παναγή, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 550/2009 Μεταξύ: H. L. A., από τη Λάρνακα Αιτητή -και- 1. Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της Εταιρειών, από τη Λευκωσία 2. Marfin Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ 3. Τ. Φ., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία 4. Α. Σ., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία 5. Κ. Σ., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία 6. Δ. Π., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία 7. Α. Φι., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Καθ' ων η αίτηση Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 18.1.2012: Μεταξύ: Α. Α. Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος H. L. A., από τη Λάρνακα Αιτήτριας -και- 1. Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της Εταιρειών, από τη Λευκωσία 2. Marfin Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ 3. Τ. Φ., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία 4. Α. Σ., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία 5. Κ. Σ., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία 6. Δ. Π., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία 7. Α. Φ., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Καθ' ων η αίτηση Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 2.10.2015: Μεταξύ: Α. Α. Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος H. L. A., από τη Λάρνακα Αιτήτριας -και- 1. Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Cyprus Bank Public Ltd και των εξαρτημένων της Εταιρειών, από τη Λευκωσία 2. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd η οποία τελεί υπό διαχείριση διαμέσου του διαχειριστή της Κρις Παύλου. 3. Τ. Φ., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία 4. Α. Σ., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία 5. Κ. Σ., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία 6. Δ. Π., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία 7. Α. Φ., Φ/δι Marfin Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 13η Σεπτεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Χρ. Κληρίδης μαζί με κ. Λ. Αρακελιάν και κ. Κ. Χρ. Κληρίδη Για τους Καθ' ων η αίτηση 1,5,6 και 7: κα Γ. Ζαχαρίου Για τους Καθ' ων η αίτηση 2: κ. Κλ. Στυλιανού Για τους Καθ' ων η αίτηση 3 και 4: κ. Μ. Ηλιάδης ΑΠΟΦΑΣΗ Ο H. L. A., μετά από συνεχή υπηρεσία 42 ετών αφυπηρέτησε από την υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση 2 («η Τράπεζα») στις 31.12.2008 σε ηλικία 60 ετών. Κατά τον χρόνο της αφυπηρέτησης του κατείχε τη θέση του βοηθού διευθυντή. Στις 21.10.2010 απεβίωσε και στις 28.1.2011 διορίστηκε ως διαχειρίστρια της περιουσίας του, με διάταγμα του Ε.Δ. Λάρνακας, η σύζυγος του Α. Α., η οποία προωθεί την παρούσα Αίτηση εκ μέρους και για λογαριασμό της περιουσίας του αποβιώσαντος. Ο αποβιώσας κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του υπήρξε μέλος του Καθ' ου η αίτηση 1 («το Ταμείο Προνοίας»), το οποίο συνεστήθη δυνάμει του περί Ταμείων Προνοίας Νόμου 44/81 και αποτελούσε το Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων της Τράπεζας. Μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου («ΔΕ») ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο οι Καθ' ων η αίτηση 3 έως 7. Συγκεκριμένα ο κ. Σ. διατέλεσε μέλος της ΔΕ καθ' όλη τη διάρκεια του 2007 και 2008, ο κ. Σ. καθ' όλη τη διάρκεια του 2007 και μέχρι τον Νοέμβριο 2008, ο κ. Φειδίας από 8.2.2007 μέχρι την 1.11.2008, και ο κ. Π. μαζί με την κα Φ. από 1.11.2008 και μετά. Οι βασικοί όροι του Ταμείου Προνοίας σύμφωνα με το Καταστατικό του, (Τεκ.23), είναι οι ακόλουθοι:- (
  2. i)Σκοπός του Ταμείου είναι ο σχηματισμός αποταμιεύσεως για το Προσωπικό της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και των Εξαρτημένων της Εταιρειών και η παροχή σ' αυτό ωφελημάτων σύμφωνα με το Καταστατικό του Ταμείου - άρθρο 2 (
  3. ii)Όλοι οι υπάλληλοι της Τράπεζας είναι υπόχρεοι να γίνουν μέλη του Ταμείου . Υπάλληλος που γίνεται μέλος του Ταμείου δεν δικαιούται να αποχωρήσει απ' αυτό πριν τον τερματισμό της υπηρεσίας του στην Τράπεζα. - άρθρο 3. (iii) Το Ταμείο διαχειρίζεται Επιτροπή που αποτελείται από τρία πρόσωπα δύο από τα οποία διορίζονται από την Τράπεζα και ένα εκλέγεται από τα μέλη. Οι αποφάσεις της Δ.Ε. πρέπει να είναι ομόφωνες - άρθρα 4 και 6(ι). (
  4. iv)Μεταξύ των καθηκόντων και ευθυνών των μελών της Διαχειριστικής Επιτροπής είναι να τηρούν ατομικό λογαριασμό για κάθε μέλος του Ταμείου στον οποίο καταχωρούνται χωριστά:- (α) Οι συνεισφορές του- μέλους και της Τράπεζας, (β) Οι τόκοι και άλλα ποσά που πιστώνονται στο λογαριασμό του μέλους. (γ) Τυχόν πληρωμές που έγιναν προς το μέλος, (δ) Το συνολικό ποσό με το οποίο το μέλος είναι πιστωμένο στο τέλος κάθε χρόνου - άρθρο 5(ζ). (
  5. v)Η Διαχειριστική Επιτροπή οφείλει να εφοδιάζει κάθε μέλος με κατάσταση του λογαριασμού του, η οποία θα περιέχει τις πιο πάνω λεπτομέρειες - άρθρο 5(η). (
  6. vi)Η περιουσία του Ταμείου κρατείται σε χωριστό έντοκο λογαριασμό στην Τράπεζα στο όνομα των μελών της Διαχειριστικής Επιτροπής, τα οποία είναι θεματοφύλακες της περιουσίας του Ταμείου - άρθρο 9(α). (vii) Η Διαχειριστική Επιτροπή, ύστερα από έγκριση της Τράπεζας, δικαιούται να επενδύσει τα κεφάλαια του Ταμείου ή μέρος από αυτά, κατά την απόλυτο κρίση της και σύμφωνα με αρχές και οδηγίες που εκδίδονται από καιρό σε καιρό από τον Υπουργό Οικονομικών, με σκοπό την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των κεφαλαίων αυτών προς όφελος του Ταμείου. Σε τέτοια περίπτωση η Λαϊκή Τράπεζα εγγυάται ανέκκλητα όλα τα δικαιώματα των μελών, τα οποία απορρέουν από το Καταστατικό και/ή τους κανονισμούς του Σχεδίου Φιλοδωρήματος Αφυπηρέτησης της Τράπεζας (Bank's Retirement Bonus Scheme) - άρθρο 9(β). (viii) Κάθε μέλος του Ταμείου δικαιούται ν' αποσύρει όλο το εις πίστη του ποσό κατά την αφυπηρέτηση του στην ηλικία των 60 χρόνων - άρθρο 10(α). Στις 2.11.1994 κατόπιν συμφωνίας που έγινε μεταξύ της ΕΤΥΚ και του ΚΕΣΤ (Τεκ.15) - συμφωνήθηκε όπως από 1.1.1994 οι Τράπεζες προσφέρουν προς τους αφυπηρετούντες ή αποχωρούντες υπαλλήλους τους Σχέδιο Φιλοδωρήματος Αφυπηρέτησης (Retirement Bonus). Το Σχέδιο προσφερόταν διαζευκτικά με το Ταμείο Προνοίας και ο υπάλληλος που αφυπηρετούσε εδικαιούτο να λάβει είτε το ποσό του Φιλοδωρήματος Αφυπηρέτησης είτε το σε πίστη του ποσό στο Ταμείο Προνοίας, οποιοδήποτε ήταν το μεγαλύτερο. Το ποσό του Φιλοδωρήματος Αφυπηρέτησης υπολογιζόταν με βάση τον τελικό μέσο μισθό του υπαλλήλου κατά τους τελευταίους τριάντα μήνες της υπηρεσίας του πολλαπλασιαζόμενο μ' ένα συντελεστή ο οποίος υπολογιζόταν σύμφωνα μ' ένα πίνακα με βάση τα χρόνια υπηρεσίας του υπαλλήλου. Να σημειωθεί ότι με βάση τη εν λόγω συμφωνία (Τεκ.15), από 1.1.1994 και μετά και ενόψει της δημιουργίας του Φιλοδωρήματος Αφυπηρέτησης το Ταμείο Προνοίας όπως λειτουργούσε μέχρι τότε έπαυσε να λειτουργεί, οι εισφορές του εργοδότη στο Ταμείο Προνοίας καταργήθηκαν και εναπόκειτο πλέον στον υπάλληλο εθελοντικά, αν επιθυμούσε, να συνεχίσει να εισφέρει στο Ταμείο Προνοίας του ("Retirement Bonus for years after 31.12.1993). Ο αποβιώσας εδικαιούτο κατά την αφυπηρέτηση του όποτε και εάν αυτή γινόταν: (α) το μεγαλύτερο ποσό που θα προέκυπτε είτε δυνάμει των 11.921 μονάδων του στο Ταμείο Προνοίας, είτε δυνάμει του Φιλοδωρήματος Αφυπηρέτησης από την Τράπεζα καθώς, και (β) Ένα επιπλέον Φιλοδώρημα Αφυπηρέτησης (για τα χρόνια υπηρεσίας του μετά το 1993) ("Retirement Bonus for years after 31.12.1993) και πάλι από την Τράπεζα. Ο αποβιώσας με την αφυπηρέτηση του έλαβε το ποσό των €274.263,70 που αποτελούσε το ποσό του Φιλοδωρήματος Αφυπηρέτησης ("Retirement Bonus for years until 31.12.1993") από την Τράπεζα και το οποίο ήταν μεγαλύτερο του ποσού που προέκυπτε δυνάμει των 11.921 μονάδων του από το Ταμείο Προνοίας. Επίσης για τα χρόνια υπηρεσίας του μετά το 1993 έλαβε το επιπλέον ποσό των €143.064,37 Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι λόγω της μακράς υπηρεσίας του αποβιώσαντος θα εδικαιούτο κατά την αφυπηρέτηση του, εάν αυτή γινόταν κατά ή περί τις 31.12.2007 ή νωρίτερα, το ποσό των €895.730,54. Ότι μέχρι το 2007 οι μονάδες με τις οποίες ήταν πιστωμένος αντιστοιχούσαν με το ποσό των €761.161,05 το οποίο δικαιούται σαν δικαιούχος του Ταμείου δυνάμει σχέσης δικαιούχου καταπιστευματοδόχου ή δυνάμει καταστατικού ή του Νόμου η της ειδικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και ότι εάν ο αποβιώσας αφυπηρετούσε το 2007 θα ελάμβανε το εν λόγω ποσό αντί του ποσού των 70 περίπου μισθών που έλαβε στις 31.12.2008 ως φιλοδώρημα αφυπηρέτησης από την Τράπεζα. Ισχυρίζεται ότι με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 44/81, του Καταστατικού του Ταμείου Προνοίας και της εν γένει υποχρέωσης τους ως καταπιστευματοδόχοι και διαχειριστές, οι Καθ' ων η αίτηση είχαν υποχρέωση μεταξύ άλλων, να διαχειρίζονται το Ταμείο με κάθε επιμέλεια και να κρατούν ενήμερο τον αποβιώσαντα κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αξία των μονάδων του, να τηρούν κανονικά λογιστικά βιβλία, να ετοιμάζουν λογαριασμούς με την ακριβή οικονομική κατάσταση και ακριβή αξία / αναλογία της μονάδας του κάθε μέλους, να εξασφαλίζουν τον απαραίτητο ανεξάρτητο έλεγχο των βιβλίων και λογαριασμών, να διαφυλάττουν και να αξιοποιούν το χαρτοφυλάκιο με τον καταλληλότερο τρόπο, να εκποιήσουν διαθέσουν μετοχές για εξασφάλιση του μεγίστου δυνατού ποσού ως κατά ή περί την 31.12.2007. Ανεξάρτητα και άνευ βλάβης ισχυρίζεται ότι το επίδικο Ταμείο Προνοίας εμπίπτει στις Πρόνοιες του Νόμου 146(Ι)/2006. Ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν προέβησαν σε συνετή διαχείριση του Ταμείου και δεν διαφύλαξαν καθόλου ή κατά ικανοποιητικό τρόπο την ασφάλεια των δικαιωμάτων των μελών του και δεν διαχώρισαν ως όφειλαν, το ενεργητικό του Ταμείου από την Τράπεζα με αποτέλεσμα να επηρεαστεί δυσμενώς η αξία του τελικού συνταξιοδοτικού πακέτου του αποβιώσαντος. Ότι δεν υπήρξε επαρκής διασπορά του Ταμείου μεταξύ των κύριων κατηγοριών επένδυσης (μετοχές, ομόλογα, καταθέσεις) και ότι η υπερβολική επένδυση της περιουσίας του Ταμείου σε μετοχές και ομόλογα της Τράπεζας, συνιστούσαν αμέλεια και παράβαση των κανόνων διακυβέρνησης συνταξιοδοτικών ταμείων στη βάση της αρχής της συνετής διαχείρισης, αντίκειντο σε διεθνώς αναγνωρισμένες καλύτερες πρακτικές και παραβίαζαν τον Νόμο 146(Ι)/2006. Ότι σε ουδεμία πράξη προέβησαν για εναρμόνιση του Ταμείου με τις διατάξεις του Νόμου αυτού και εκ των πραγμάτων δεν προέβηκαν σε συνετή διαχείριση με αποτέλεσμα ο αποβιώσας να υποστεί βλάβη και ή ζημία. Επίσης δεν υπήρξε καταρτισμός και επανεξέταση τουλάχιστον ανά τριετία γραπτής δήλωσης των αρχών περί επενδυτικής πολιτικής του Ταμείου. Συνεπεία αυτού ακριβώς του τρόπου διαχείρισης εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αξία του λογαριασμού του αποβιώσαντος υπέστη αισθητή μείωση από το 2006 μέχρι τις 31.12.2008 που αφυπηρέτησε λαμβάνοντας το ποσό των €417.328,07 αντί του ποσού που εδικαιούτο κατά την 31.12.2007 και ανερχόταν στις €895.730,54. Περαιτέρω και ή διαζευκτικά ότι δικαιούται αποζημίωσης λόγω της μη από-επένδυσης από μετοχές του εργοδότη με συνετό τρόπο και ή μη συνετούς διαχείρισης του Ταμείου σε σχέση με άλλα ταμεία προνοίας κατά την περίοδο που ακολούθησε της θέσπισης του Ν.146(Ι)/2006 μέχρι και την 31.12.2008. Στη βάση των πιο πάνω αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση: Α. Ποσό €478.402,47 ή ως το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει σαν αποζημιώσεις και ή σαν ειδική ζημία την οποία έχει υποστεί λόγω των πράξεων και ή παραλείψεων και ή αμέλειας των Καθ' ων η αίτηση και ή παράβασης των νομικών και εν γένει καθηκόντων τους και ή σαν υπόλοιπο του Ταμείου Προνοίας το οποίο δικαιούται να λάβει. Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε διατάξει. Γ. Νόμιμο τόκο προς 5.5% και ή ως το Δικαστήριο ήθελε καθορίζει. Δ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης φέρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι το Ταμείο Προνοίας αποτελεί ανεξάρτητη νομική οντότητα υπεύθυνη για την πληρωμή του ποσού που αναλογεί στα μέλη και ότι η συνένωση της Τράπεζας και των Καθ' ων η αίτηση 3 έως 7 είναι νομικώς αδικαιολόγητη και καταχρηστική και η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ευθύς εξ αρχής εναντίον τους. Επίσης ότι η Διαχειριστική Επιτροπή («Δ.Ε.») του Ταμείου το αντιπροσωπεύει δικαστικώς και εξωδίκως και συνεπώς η Αίτηση μόνο εναντίον του μπορούσε να καταχωρηθεί. Με επιφύλαξη των προδικαστικών εντάσεων ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το ποσό το οποίο πληρώθηκε στον αποβιώσαντα ως ωφέλημα αφυπηρέτησης, είναι το ποσό που εδικαιούτο να λάβει κατά την κανονική αφυπηρέτηση του και ότι σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες διατάξεις δεν δικαιούται σε οποιοδήποτε άλλο ποσό. Ότι το ποσό που του καταβλήθηκε προκύπτει από το Νόμο και καθορίζεται από το καταστατικό του Ταμείου Προνοίας και τη συναφθείσα συμφωνία μεταξύ Τραπεζών και ΕΤΥΚ αναφορικά με το Σχέδιο Φιλοδωρήματος Αφυπηρέτησης που αποτελούσε μέρος του καταστατικού. Ότι το Ταμείο επένδυσε σε μεγάλο αριθμό μετοχών της Τράπεζας που του αποδόθηκαν σε χαμηλές τιμές και ότι λόγω διιστάμενων απόψεων μεταξύ Τράπεζας και Συντεχνία των υπαλλήλων, διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις που κατέληξαν σε συμφωνία ότι στα αφυπηρετήσαντα μέλη θα αποδίδονταν κατ' αναλογία οι αποδόσεις των επενδύσεων τους, εις δε την Τράπεζα θα επιστρέφονταν από το Ταμείο, μέρος των εκ των επενδύσεων σε μετοχές προερχόμενων χρημάτων, κατ' αναλογία των χρημάτων που η Τράπεζα πλήρωσε σε αφυπηρετήσαντα μέλη των οποίων τα ωφελήματα από το Ταμείο ήταν χαμηλότερα. Επίσης οι δύο πλευρές συμφώνησαν στο διορισμό ανεξάρτητου αναλογιστή ο οποίος καθόρισε τις μονάδες που αναλογούσαν στο κάθε μέλος του Ταμείου και αυτές που αναλογούσαν στην Τράπεζα. Στη βάση της αναλογιστικής μελέτης παραχωρήθηκαν στα μέλη του Ταμείου περιλαμβανομένου του αποβιώσαντος αντίστοιχες μονάδες, η αξία των οποίων κατά την αφυπηρέτηση του ήταν €187.398,12, ήτοι ο αριθμός των μονάδων που εδικαιούτο 11,921 Χ της αξίας εκάστης μονάδας €15,72, και ότι έλαβε το ποσό των €417.328,07 υπογράφοντας απόδειξη παραλαβής και αναγνωρίζοντας ότι επρόκειτο για το ποσό που εδικαιούτο να λάβει κατά την αφυπηρέτηση του σύμφωνα με τους όρους πρόσληψης του. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι κατά το 2007 ο αποβιώσας υπέβαλε ένσταση στην άμεσα προϊστάμενη του για τη μη προαγωγή του στην κλίμακα Διευθυντή Β' στις προαγωγές 2007/2008 και ότι για το ίδιο αίτημα στις 18.1.2008 προσέφυγε στην Επιτροπή Αξιοκρατίας η οποία το απέρριψε στις 17.3.2008. Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι ο αποβιώσας δεν γνώριζε για το ποσό του Φιλοδωρήματος, σημειώνουν ότι οι εν λόγω κανονισμοί ήταν δημοσιευμένοι στο "Employees Portal" στο οποίο έχει πρόσβαση όλο το προσωπικό. Επίσης ότι η τιμή της μονάδας ανακοινώνετο στα μέλη σε τακτά χρονικά διαστήματα και ότι ο αποβιώσας παρευρίσκετο στις Γ.Σ. του Ταμείου και ήταν γνώστης τόσο των κανονισμών όσο και των θεμάτων που συζητούντο σχετικά με το Ταμείο. Ότι οι περί αφυπηρετήσεως του στα τέλη του 2007 ισχυρισμοί αποτελούν εκ των υστέρων επινοήσεις και μυθεύματα για παραπλάνηση του Δικαστηρίου, καθώς η αφυπηρέτηση του, σύμφωνα με το Σχέδιο Φιλοδωρήματος και της σύμβασης μεταξύ ΚΕΣΤ και ΕΤΥΚ, ήταν καθορισμένη για την 31.12.2008 και ο αποβιώσας ούτε υπέβαλε παραίτηση και ούτε αφυπηρέτησε το 2007. Θεωρούν ψευδείς και ανυπόστατους τους ισχυρισμού της Αιτήτριας περί αποκρύψεως, συνομωσιών, παραβάσεων καθηκόντων κλπ και ισχυρίζονται ότι ουδεμία ζημία έχει υποστεί. Η Τράπεζα με τους γενικούς λόγους εμφάνισης ισχυρίζεται μεταξύ άλλων, ότι αποτελεί πιστωτικό ίδρυμα το οποίο από τον Μάρτιο 2013 έχει τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης και συνεπώς η Αίτηση θα πρέπει να αποσυρθεί και ή ανασταλεί εναντίον της σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες του Ν.17(Ι)/2013 ως έχει τροποποιηθεί. Για τον Ν.146(Ι)/2006 ισχυρίζεται ότι η νομοθεσία αυτή είναι άσχετη και ή ανεφάρμοστη στην περίπτωση του αποβιώσαντα και ή δεν αφορά την παρούσα Αίτηση και ειδικότερα δεν αφορά την ίδια. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένη. Προέρχεται από τον αναλογιστή κ. Α. Μ. που διόρισε η πλευρά της Αιτήτριας, την ίδια την Αιτήτρια, τον ορκωτό λογιστή κ. Ι. Χ. που διόρισε η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση, τον Καθ' ου η αίτηση 5 και τον κ. Α. Β. πρώην υπάλληλο της Τράπεζας. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 28 συνολικά έγγραφα, επί των οποίων θα αναφερθούμε, όπου κρίνεται σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Τα όσα ανάφεραν οι μάρτυρες έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολο τους. Η μαρτυρία για την Αιτήτρια Ο κ. Α. Μ. είναι εγκεκριμένος αναλογιστής, Follow («Εταίρος») του UK Institute of Actuaries (FIA), από το 1999. Διετέλεσε επίσης ενεργό μέλος της Επιτροπής Χρηματοοικονομικών και Επενδύσεων του εν λόγω Ινστιτούτου. Ως εγκεκριμένος αναλογιστής έχει ειδικότητα και πολυετή εμπειρία στη διαχείριση εταιρικών συνταξιοδοτικών ταμείων (ταμείων συντάξεων και ταμείων προνοίας), ως και πολυετή εμπειρία σε θέματα επενδύσεων που αφορούν τέτοια ταμεία (Τεκ.1). Ο μάρτυρας παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις εκθέσεις εμπειρογνώμονα, που είναι η βασική έκθεση ημερ. 21.2.2011 (Τεκ.3) και δύο συμπληρωματικές εκθέσεις ημερ. 11.3.2015 (Τεκ.4 και Τεκ.5)) και 29.11.2016 (Τεκ.6). Κατά την κυρίως εξέταση του κατάθεσε εκτελεστική περίληψη (Τεκ.2). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι κατατεθείσες εκθέσεις του έχουν ως επίκεντρο δύο θέματα, (α) κατά πόσο η Δ.Ε. του Ταμείου Προνοίας (με εισφορές μέχρι 31.12.1993) ενήργησε αμελώς και ή παράνομα, κατά την περίοδο από 17.11.2006, που δημοσιεύθηκε ο Ν.146(Ι)/2006 μέχρι 31.12.2008 που αφυπηρέτησε ο αποβιώσας, (β) η ζημιά που προκλήθηκε στον αποβιώσαντα λόγω μιας τέτοιας αμέλειας ή παρανομίας. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο Ν.146(I)/2006 που ψηφίστηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής Νομοθεσία με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2003/41, κωδικοποίησε τις αρχές της «συνετής διαχείρισης» των ταμείων προνοίας. Η αρχή της «συνετής διαχείρισης», που προϋπήρχε του Ν.146(Ι)/2006, μπορεί γενικά να συνοψιστεί ως ακολούθως: «Το πρόσωπο που βρίσκεται σε θέση εμπιστοσύνης ("fiduciary") πρέπει να ασκεί τα καθήκοντα του με τη φροντίδα, την ικανότητα, τη σύνεση και την επιμέλεια που ένα συνετό πρόσωπο που ενεργεί με μια παρόμοια ιδιότητα θα χρησιμοποιούσε κατά τη διεξαγωγή μιας εργασίας παρόμοιου χαρακτήρα και στόχων.» Το Ταμείο Προνοίας ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του Ν.146(Ι)/2006 αφού κατά το χρόνο ψήφισης του Νόμου υφίστατο και λειτουργούσε σε κεφαλαιοποιητική βάση, δηλαδή, όπως προκύπτει και από τους γενικούς λόγους εμφάνισης, πλήρωνε αφενός τα μέλη του αναλόγως των αποδόσεων από τις επενδύσεις των εισφορών που είχαν κάνει στο Ταμείο, και αφετέρου είχε περισσότερα από 100 μέλη. Μια από τις αρχές της συνετής διαχείρισης που προκύπτει από το γράμμα του προρρηθέντος νόμου δύναται να συνοψιστεί με το λαϊκό ρητό, «μη βάζεις όλα τα αυγά σου σ' ένα καλάθι». Στις 17.11.2006 πέραν του 85% του ενεργητικού του Ταμείου ήταν επενδυμένο σε μετοχές του ίδιου του εργοδότη, δηλαδή της Τράπεζας. Μεταξύ 17.11.2006 και 31.12.2008 δεν φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε ουσιαστική προσπάθεια μείωσης της υπέρμετρης εξάρτησης του Ταμείου από τις μετοχές της Τράπεζας, με αποτέλεσμα, όταν η αξία της μετοχής της Τράπεζας έπεσε από €9,12 που ήταν στα τέλη του 2007 στο €1,93 στα τέλη του 2008, τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία του Ταμείου υπέστησαν μέσα σ' ένα χρόνο μείωση πέραν των €120 εκατ., ποσό που υπερέβαινε τα 2/3 της αξίας των συνολικών περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου στα τέλη του 2007. Καταλήγει, ότι η υπέρμετρη εξάρτηση του Ταμείου από τις μετοχές της Τράπεζας κατά την περίοδο από 17.11.2006 μέχρι 31.12.2008 ήταν σίγουρα αμελής και παράνομη, αφού παραβίαζε τις αρχές της «συνετής διαχείρισης» γενικότερα και το άρθρο 32

(1)(ε) του Ν.146(Ι)/
  1. Γα καθορισμό της ζημιάς που υπέστη ο αποβιώσας ως αποτέλεσμα της μη συνετής διαχείρισης του Ταμείου, προέβη σε σχετικούς υπολογισμούς στη βάση τριών μεθόδων:
  2. Μέθοδος υπολογισμού με βάση τις ούτω καλούμενες «λογικές προσδοκίες» ενός μέλους του Ταμείου όπως ο αποβιώσας που θα αφυπηρετούσε κανονικά το 2008, έχοντας υπόψη τις αποδόσεις του Ταμείου κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο, δηλαδή το 2006 και 2007, υπολογίζοντας με αυτή τη μέθοδο τη ζημιά στα €336.204,59 πλέον τόκους από 31.12.
  3. Μέθοδος υπολογισμού με βάση τη σύγκριση με άλλα ταμεία προνοίας για την περίοδο 2006 - 2008, υπολογίζοντας με αυτή τη μέθοδο τη ζημιά του αποβιώσαντος στα €192.562,66 με €195.993,08 πλέον τόκους από 31.12.
  4. Συγκρίνοντας την απόδοση του Ταμείου με την απόδοση του Ταμείου Προνοίας Ξενοδοχοϋπαλλήλων Κύπρου υπολόγισε τη ζημιά του αποβιώσαντα στα €233.208,97 πλέον τόκους από 31.12.
  5. Συγκρίνοντας επίσης την απόδοση του Ταμείου με την απόδοση του ούτω καλούμενου Εθελοντικού Ταμείου Προνοίας της Λαϊκής Τράπεζας υπολόγισε τη ζημιά στα €156.156,88 πλέον τόκους από 31.12.
  6. Μέθοδος υπολογισμού με βάση την κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν το Ταμείο σε περίπτωση έγκαιρης έναρξης από-επένδυσης από μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας και στροφής σε χαμηλότερου ρίσκου επενδύσεις, υπολογίζοντας τη ζημιά του αποβιώσαντος στα €325.356,68 σε περίπτωση ταχείας από-επένδυσης και €305.573,74 σε περίπτωση πιο σταδιακής από-επένδυσης πλέον τόκους από 31.12.
  7. Καταλήγει, ότι η μέγιστη ζημιά που υπέστη ο αποβιώσας υπολογίζεται στα €478.402,47 πλέον τόκους από 31.12.2008, ποσό που αντιπροσωπεύει τη διαφορά του τελικού ωφελήματος που έλαβε ο αποβιώσας σε σχέση με το ύψος του συνταξιοδοτικού του ωφελήματος κατά την 31.12.
  8. Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα του τρόπου υπολογισμού της ζημιάς, προκύπτει ότι ο αποβιώσας υπέστη βλάβη λόγω του τρόπου που η ΔΕ διαχειρίστηκε το Ταμείο κατά την περίοδο 17.11.2006 με 31.12.
  9. Με την τρίτη συμπληρωματική έκθεση του, στηριζόμενος στις αρχές της συνετής διαχείρισης, τις απλές τεχνικές διαχείρισης και διασποράς του κινδύνου που έπρεπε να εφαρμόζει η Δ.Ε. και τα άρθρα 32
(1)(στ), 32
(1)(ε) και 43
(3)του Ν. 146(Ι)/2006 θεωρεί ως λογική θεώρηση εργασίας το σενάριο πώλησης 1.2 εκατ. μετοχών της Τράπεζας σε κάθε ένα από τους επτά μήνες της περιόδου Νοέμβριος 2006 - Μάιος 2007, την πώληση 882.618 μετοχών τον Ιούνιο 2007 (προκείμενου να συμπληρωθεί η πώληση του 50% του αρχικού αριθμού των 18.565.235 μετοχών) και την πώληση των υπόλοιπων σε 39 ισόποσες μηνιαίες δόσεις από Ιούλιου 2007 μέχρι Σεπτέμβριο 2010, για να υποθέσει ότι οι πωλήσεις κατά τις πιο πάνω περιόδους θα απέφεραν έσοδα με βάση το volume-weighted average price (VWAP) («μεσοσταθμική τιμή») της μετοχής της Τράπεζας στο ΧΑΚ σε κάθε μια από τις εν λόγω περιόδους. Ότι τα έσοδα από αυτές τις πωλήσεις θα επενδύονταν σε χαμηλού επενδυτικού κινδύνου στοιχεία, όπως σε λογαριασμούς προθεσμίας που για χάρη συζήτησης υποθέτει ότι η ετήσια απόδοση από τέτοιες επενδύσεις το 2007 - 2008 δεν θα ήταν της τάξης του 6% αλλά της τάξης του 3%, τότε η τιμή της μονάδας του αποβιώσαντος στις 31.12.2008 θα διαμορφωνόταν γύρω στα €48,64 και θα λάμβανε ως συνταξιοδοτικό ωφέλημα ίσο με €722.901,081 για να καταλήξει ότι η ζημιά που αυτός υπέστη ήταν €305.573,74 πλέον τόκους από 31.12.
  1. Με αναφορά επίσης στην «Έρευνα Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών 2011 - Αποτελέσματα Κύπρου» της ΑΟΝ HEWITT με μέση επενδυτική απόδοση των ταμείων που συμμετείχαν στην Έρευνα, +6,9% το 2007 και -9,9% το 2008, καταλήγει ότι το συνταξιοδοτικό ωφέλημα του αποβιώσαντος στις 31.12.2008, με βάση των αριθμό των μονάδων που κατείχε και την τιμή τους, θα ήταν €612.036,51 που σημαίνει ότι η συνεπαγόμενη ζημιά κυμαινόταν στα €194.708,44 πλέον τόκους από 31.12.
  2. Σημειώνει περαιτέρω ότι ενόψει των αρχών της συνετής διαχείρισης, η επενδυτική πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθήσει η Δ.Ε. αρχίζοντας από το 1994 θα έπρεπε να καθοριστεί μετά από κατάλληλη τεχνοκρατική μελέτη που θα λάμβανε υπόψη μεταξύ άλλων το «προφίλ» των μελών του Ταμείου (πχ ηλικίες και άλλα) και τις προβλεπόμενες συνταξιοδοτικές τους ανάγκες. Η εν λόγω μελέτη και κατ' επέκταση η επενδυτική πολιτική της Δ.Ε. θα έπρεπε να τυγχάνει συστηματικής αναθεώρησης ενόψει τόσο του εξελισσόμενου «προφίλ» των μελών του Ταμείου (πχ γήρανση) όσο και του ευρύτερου οικονομικού περιβάλλοντος. Αντεξεταζόμενος ο κ. Μ., ενώ παραδέχθηκε ότι για τη διασπορά που προνοείται στο άρθρο 32
(1)(στ) του Ν. 146(Ι)/2006 δόθηκε χρονικό διάστημα συμμόρφωσης μέχρι τις 23.9.2010, εν τούτοις ισχυρίστηκε ότι το Ταμείο θα έπρεπε να ενεργήσει άμεσα για την αλλαγή, αφού επρόκειτο για ένα τεράστιο ποσοστό μετοχών του εργοδότη που δεν μπορούσε να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Περαιτέρω ενώ ισχυρίστηκε ότι η διασπορά στις επενδύσεις έπρεπε να ξεκινήσει από το 1998 και μετά, σε ερώτηση γιατί στις μελέτες του περιορίζεται στην περίοδο από Νοέμβριο του 2006 μέχρι την αφυπηρέτηση του αποβιώσαντα, ο μάρτυρας επικαλούμενος μια από τις μεθόδους υπολογισμού, το policyholder reasonable, ισχυρίστηκε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις για να βγάλεις μια οικονομική διαφορά ξεκινάς με τα ένα, δύο, ίσως και τρία χρόνια πριν την μέρα της συνταξιοδότησης του μέλους. Ο αποβιώσας από το 2006 έως το 2008 που βγήκε με σύνταξη, έχασε τα λεφτά του, «για έμενα τελεία και παύλα». Χαρακτήρισε το Ταμείο ως υβριδικό (define benefit και define contribution) καθώς πέραν της υπόσχεσης της Τράπεζας o αποβιώσας κατείχε 11.921 μονάδες που επενδύονταν. Σημείωσε ότι ως αναλογιστής δεν μπορεί να αντιληφθεί τη λέξη «εγγυημένο» και δεν το δέχεται. Για τη μέθοδο υπολογισμού της μονάδας αφού ανέφερε ότι πήρε την αξία της μονάδας από την οικογένεια Α., σε υποβολή ότι η μονάδα για το 2007 όπως την υπολόγισε είναι λανθασμένη ο μάρτυρας διαφώνησε. Διαφώνησε επίσης με τη θέση της άλλης πλευράς ότι υπήρχε απαγόρευση της Τράπεζας για επενδύσεις σε ξένο συνάλλαγμα καθώς μέχρι το 2007 υπήρχε η κυπριακή λίρα, φέροντας ως παράδειγμα το ταμείο των ξενοδοχοϋπαλλήλων. Δεν διαφώνησε όμως ότι με βάση τον νόμο δεν μπορούσε να γίνει επένδυση πέραν του 30%. Ενώ του υποδείχθηκε ότι υπήρχε αύξηση της τιμής της μονάδας από το €3,86 το 1993 σε €15,72 το 2008, με αποτέλεσμα τα λεφτά του αποβιώσαντα να αυξηθούν, ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι ο αποβιώσας δεν επένδυε για να πάρει κάτι παραπάνω από το €3,86 αλλά για να πάρει την αύξηση του με βάση τον τιμάριθμο και την αγοραστική αξία και ότι αυτή ήταν η υποχρέωση της Δ.Ε. να τα επενδύσει σε σχέση με τη σύνταξη, τον μισθό του. Πόση όμως ήταν η αύξηση που παρουσίαζε ο λογαριασμός του αποβιώσαντος τα τελευταία 20 χρόνια, όπως ο ίδιος το έθεσε, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, λέγοντας ότι δεν θυμάται. Ακολούθως ο μάρτυρας ομολόγησε ότι ουδέποτε υπήρξε μέλος διαχειριστικής επιτροπής ταμείου προνοίας στην Κύπρο και ουδέποτε προσέφερε υπηρεσίες αναλογιστή σε τέτοιο ταμείο. Αφού του αναγνώστηκε το άρθρο 24
(1)του Νόμου και του υποβλήθηκε ότι με βάση αυτό τα Ταμεία των Τραπεζών εξαιρέθηκαν από τη απαγόρευση να επενδύουν σε μετοχές του εργοδότη ο μάρτυρας δεν διαφώνησε όπως επίσης δεν διαφώνησε με το άρθρο 2 του Νόμου όπου ρητά αναφέρει ότι σκοπός του Ταμείου είναι ο σχηματισμός αποταμιεύσεως και όχι συνταξιοδοτήσεως. Περαιτέρω αφού του υποδείχτηκε ότι η Τράπεζα ήταν αυτή που είχε την ευθύνη του επενδυτικού κινδύνου με την καταβολή ενός εγγυημένου ποσού, ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι στην αντίληψη του ως αναλογιστής δεν υπάρχει εγγύηση που αποτελεί μονάδα μέτρησης. Ο μάρτυρας δεν διαφώνησε ότι η τιμή της μονάδας έπεσε λόγω πτώσης της τιμής της μετοχής της Τράπεζας, όπως έγινε και στις υπόλοιπες μετοχές που ήταν εισηγμένες στο ΧΑΚ. Επίσης ότι το 2008 υπήρχαν αρκετές χρηματιστηριακές αναστατώσεις και απώλειες αξιών σε μετοχές παγκοσμίως. Αφού του υποβλήθηκε ότι ο τρόπος υπολογισμού της ζημιάς με βάση την έκθεση του είναι αυθαίρετος και τα ταμεία που επικαλείται έχουν διαφορετικό καταστατικό από το Ταμείο και ότι δεν είναι με αυτά που έπρεπε να συγκρίνει λόγω των ιδιαιτεροτήτων που είχαν οι τραπεζοϋπάλληλοι με βάση τη συλλογική τους σύμβαση, ο μάρτυρας συμφώνησε ότι υπάρχουν διαφορετικά ταμεία με διαφορετικά benefits ισχυρίστηκε όμως ότι το σημείο που θίγεται είναι οι υποχρεώσεις στα μέλη και ότι ανεξάρτητα από το καταστατικό αυτό που παραμένει είναι το principle, ότι δηλαδή ένα ταμείο εφαρμόζει συνετή διαχείριση σύμφωνη με τη νομοθεσία. Δεν διαφώνησε επίσης ότι η άμεση πώληση του 50% των μετοχών της Τράπεζας αποτελούσε δικό του σενάριο και ότι μπορούσε το ποσοστό αυτό να ήταν 70% ή και 30%. Η Αιτήτρια με τη γραπτή δήλωση της, αφού επαναλαμβάνει τα όσα ο κ. Μ. αναφέρει στην έκθεση του αναφορικά με τα δικαιώματα του αποβιώσαντα, ισχυρίζεται επίσης ότι από συζήτηση που είχε με τον αποβιώσαντα σύζυγο της γύρω στα τέλη του 2007, αυτός ήθελε να πάρει μελετημένη απόφαση (Informed decision) κατά πόσο θα αφυπηρετούσε πρόωρα στα τέλη του 2007, νοουμένου ότι θα πληροφορείτο - εγκαίρως - για το ακριβές ποσό που θα λάμβανε ως συνταξιοδοτικό ωφέλημα σε περίπτωση πρόωρης αφυπηρέτησης του. Ότι επιδίωξε να μάθει την αξία των μονάδων που θα εισέπραττε από το Ταμείο Προνοίας αν αφυπηρετούσε πρόωρα, αλλά οι προσπάθειες του δεν τελεσφόρησαν αφού συνάντησε τη αδράνεια αυτών στους οποίους απευθύνθηκε. Τόσο πριν όσο και μετά την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, της είχε αναφέρει, ότι εάν οι Καθ' ων η αίτηση τον είχαν ενημερώσει - εγκαίρως - για το ακριβές ποσό του συνταξιοδοτικού ωφελήματος που θα λάμβανε ως αποτέλεσμα πρόωρης αφυπηρέτησης στα τέλη του 2007, αυτός θα αφυπηρετούσε από τότε. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι οι Καθ' ων η αίτηση ανακοίνωναν την τιμή της μονάδας στα μέλη του Ταμείου σε τακτά χρονικά διαστήματα που δεν είναι το ίδιο πράγμα με την έγκαιρη ενημέρωση, την οποία κάποιος μπορεί να αδράξει για να επωφεληθεί στην πράξη. Επικαλούμενη την επιστολή του αποβιώσαντος προς τον δικηγόρο κ. Κληρίδη (Τεκ.8), ισχυρίστηκε ότι η έγκαιρη ενημέρωση στέρησε από τον σύζυγο της την ελεύθερη επιλογή της πρόωρης αφυπηρέτησης στον χρόνο που θα ήταν καλύτερος για τον ίδιο και που στην προκείμενη περίπτωση ήταν τα τέλη του
  1. Αναφερόμενη τέλος στις υποχρεώσεις των Καθ' ων η αίτηση, περί επενδυτικής πολιτικής του Ταμείου και σωστής και επιμελούς διαχείρισης του, καταλήγει ότι οι Καθ' ων η αίτηση ως καταπιστευματοδόχοι του χαρτοφυλακίου του Ταμείου προς όφελος του αποβιώσαντα συζύγου της παραβίασαν τις εν λόγω υποχρεώσεις τους. Αντεξεταζόμενη δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πόσο τακτικά πήγαινε ο σύζυγος της στις Γ.Σ.. Αφού ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσας ήθελε να πάρει μια σαφή απάντηση για την τιμή της μονάδας και τα λεφτά που θα έπαιρνε σε περίπτωση πρόωρης αφυπηρέτησης, σε υποβολή ότι ο αποβιώσας ήταν παρών στην Γ.Σ. ημερ. 30.5.2007 όπου με βάση το σχετικό πρακτικό τα μέλη ενημερώθηκαν για τον τρόπο υπολογισμού της μονάδας η οποία θα υπολογιζόταν κάθε μήνα και ότι θα μπορούσαν να ενημερωθούν για την τιμή της μονάδας επικοινωνώντας με τον κ. Α. Β., η μάρτυς επέδειξε άγνοια σημειώνοντας ότι όταν τηλεφωνούμε κάπου δεν σημαίνει ότι παίρνουμε απάντηση. Σε νέα υποβολή ότι ο σύζυγος της ήταν παρών στη Γ.Σ. ημερ.19.12.2007 όπου ανακοινώθηκε η τιμή της μονάδας, επίσης δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Την επιστολή ημερ. 21.1.2004 (Τεκ.9) είπε ότι της την έδειξε ο γιος της και δεν θυμόταν αν την είδε προηγουμένως. Σε υποβολή ότι ουδέποτε στάλθηκε η επιστολή αυτή στη Δ.Ε., η μάρτυς επέμενε ότι γνωρίζοντας τον σύζυγο της στάλθηκε. Σε ερώτηση ότι ο σύζυγος της έλαβε μέρος στη Γ.Σ. ημερ.27.5.2004, όπου απαντήθηκαν τα ερωτήματα που τέθηκαν με την εν λόγω επιστολή, η μάρτυς διερωτήθηκε γιατί δεν του απαντήθηκαν και γραπτώς. Ποια ήταν τα μέλη της Δ.Ε. κατά τον ουσιώδη χρόνο ομολόγησε ότι το πληροφορήθηκε μέσω των δικηγόρων της. Σε υποβολή ότι ο σύζυγος της γνώριζε την τιμή της μονάδας καθ' όλη την περίοδο του 2007 και ότι εν γνώσει του αποφάσισε να μην αφυπηρετήσει, ισχυρίστηκε ότι θα ήταν βλάκας να γνώριζε και να μην έφευγε τη στιγμή που έκαμε ολόκληρο πόλεμο να μάθει τι θα έπαιρνε για να φύγει, αλλά δυστυχώς ήταν η κακή διαχείριση του Ταμείου που τους έφερε εδώ που τους έφερε. Για την αίτηση προαγωγής που υπέβαλε ο αποβιώσας ισχυρίστηκε ότι και η ίδια σαν υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας αφυπηρέτησε το 2007 κάνοντας το ίδιο πράγμα. Η μαρτυρία για τους Καθ' ων η αίτηση Ο κ. Ι. Χ. απέκτησε το δίπλωμα Ορκωτού Λογιστή στο Λονδίνο το 1988 με την Grant Thornton International με πείρα άνω των τριάντα ετών σε μεγάλο εύρος ρόλων. Είναι Ανώτερος Εταίρος της Εταιρείας Alpha Omega Group, γνωστής ως AOG, η οποία διατηρεί γραφεία στην Κύπρο ως AOG (Cyprus) Limited και στο Λονδίνο ως AOG Limited. Είναι επίσης υπεύθυνος του Τμήματος Λογιστικής Δικαστικών Διαφορών και Αποτίμησης Επιχειρήσεων. Ο μάρτυρας παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου δύο εκθέσεις, την αρχική έκθεση του (Τεκ.11) και τη συμπληρωματική έκθεση ημερ. 2.5.2017 (Τεκ.12). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το γεγονός ότι μεγάλο ποσοστό του ενεργητικού του Ταμείου ήταν επενδυμένο σε μετοχές της Τράπεζας που άγγιζε το 89% του ενεργητικού του κατά το 2006, εξέθετε τα μέλη του σε αυξημένο κίνδυνο που μπορεί να μην ήταν σύμφωνο με τις προτιμήσεις κινδύνου του κάθε μέλους. Ωστόσο αυτή η πρακτική συνηθίζετο για ταμεία προνοίας τραπεζών στην Κύπρο. Αυτό που διαφοροποιούσε το Ταμείο από άλλα ταμεία προνοίας και που μείωνε τον βαθμό του κινδύνου στον οποίο τα μέλη ήταν εκτεθειμένα, ήταν το φιλοδώρημα που υπολογιζόταν με βάση τα χρόνια υπηρεσίας του κάθε υπαλλήλου της Τράπεζας. Εάν με την εφαρμογή του Ν.146(Ι)/2006, το Ταμείο προέβαινε σε εκποίηση σημαντικού αριθμού μετοχών της Τράπεζας, πιθανότατα ανάλογα με τη ζήτηση που υπήρχε στην αγορά την εν λόγω περίοδο, να επηρεαζόταν αρνητικά η τιμή της μετοχής και ενδεχομένως η αξία του Ταμείου. Η ΔΕ είχε ηθική υποχρέωση προς την Τράπεζα και τη μετοχή να μην προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες. Ως προς τις επενδύσεις σε μετοχές της Τράπεζας παρατηρεί πτώση της τιμής της μετοχής από το 2000 μέχρι το 2004, που η αξία της μετοχής άρχισε να ανεβαίνει φθάνοντας στα €9,12 το
  2. Το 2008 άρχισε μια απότομη μείωση φθάνοντας στα €1,93 λόγω της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης. Επομένως εάν ένα μέλος αφυπηρετούσε το 2007 η αξία του λογαριασμού του και του συνταξιοδοτικού του ωφελήματος θα ήταν πολύ μεγαλύτερη παρά εάν αφυπηρετούσε το
  3. Σημειώνει ότι η αξία της μετοχής δεν ήταν πάντα στα ίδια επίπεδα του 2007 και ότι έφθασε εκεί λόγω των αποδόσεων της μετοχής της Τράπεζας. Όπως έχει πληροφορηθεί από τη ΔΕ, ο αποβιώσας ήταν γνώστης της αξίας του λογαριασμού του και του ρίσκου των επενδύσεων, ότι είχε την επιλογή να αφυπηρετήσει και δεν το έπραξε. Με αφετηρία το 2006, όπου η αξία της μετοχικής μονάδας στο τέλος του έτους ήταν €40.84 και η αξία του λογαριασμού του αποβιώσαντος υπολογίζετο στα (11,921 Χ €40,84) €486,804.21, παρατηρεί ότι εάν η ΔΕ επένδυε σε ένα χαρτοφυλάκιο μετοχών, πολύ πιθανόν η αξία του ενεργητικού του να μειωνόταν. Συγκεκριμένα παρατηρεί ότι ο Γενικός Δείκτης του ΧΑΚ σημείωσε αύξηση κατά 24% το 2007 και σημαντική μείωση κατά 77% το 2008 και ότι εάν η αξία του λογαριασμού του αποβιώσαντα επενδυόταν σε ένα χαρτοφυλάκιο μέτοχων του ΧΑΚ, τότε η αξία του το 2008 θα ήταν €137.
  4. Παράλληλα εάν επενδυόταν στο ΧΑΑ όπου υπήρξε αύξηση 24% το 2007 και μείωση 77% το 2008 η αξία του λογαριασμού του θα ήταν €197.
  5. Εάν επενδυόταν στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου όπου υπήρξε αύξηση κατά 2% το 2007 και μείωση κατά 33% το 2008, τότε η αξία του λογαριασμού του θα ήταν €231.
  6. Τέλος εάν επενδυόταν στο Χρηματιστήριο Nasdaq της Αμερικής όπου υπήρχε αύξηση κατά 10% το 2007 και μείωση κατά 41% 2008 τότε η αξία του λογαριασμού του θα ήταν €297.
  7. Καταλήγει ότι λόγω της χρηματοοικονομικής κρίσης εάν το Ταμείο επένδυε σε ένα ποικίλο χαρτοφυλάκιο μετοχών, η αξία του ενεργητικού του και πάλι πολύ πιθανόν να μειωνόταν. Σε κάθε περίπτωση και αν επένδυε σε ένα μείγμα μετοχών, η αξία του λογαριασμού του αποβιώσαντος θα ήταν πολύ χαμηλότερη από το ποσό των €274.263,70 που εισέπραξε για υπηρεσία πριν το
  8. Εξήγησε ότι οι επενδύσεις σε καταθέσεις εμπεριέχουν χαμηλότερο κίνδυνο απ' ότι οι επενδύσεις σε μετοχές αλλά παράλληλα έχουν χαμηλότερη απόδοση. Σύμφωνα με την αναλογιστική μελέτη Κ. που έγινε το 2002 η τιμή της μετοχικής μονάδας στις 31.12.1993 ανερχόταν στα €3.86 και συνεπώς η αξία του λογαριασμού του αποβιώσαντος με βάση τις μονάδες που κατείχε ανερχόταν στα €46.
  9. Θεωρώντας ως λογική απόδοση τραπεζικών καταθέσεων ένα επιτόκιο της τάξης του 5%, κάτω από ανάλογους υπολογισμούς, η αξία του λογαριασμού του αποβιώσαντος το 2008 θα ήταν €95.
  10. Υποθέτοντας μια υψηλότερη απόδοση της τάξης του 10% τότε η αξία του λογαριασμού του θα ήταν €192.
  11. Κατά τον χρόνο της αφυπηρέτησης του η αξία του λογαριασμού του ήταν €187.398,12 και εισέπραξε ως φιλοδώρημα αφυπηρέτησης το ποσό των €274.263,
  12. Αναφερόμενος στην έκθεση του κ. Μ., θεωρεί ότι ο τελευταίος αγνοεί την περίοδο πριν το 2006 και υπολογίζει τη ζημιά μόνο για τα έτη 2006 και 2007 με βάση τη μέθοδο "Policyholders Reasonable Expectations" η οποία όπως ο ίδιος αναφέρει, υπολογίζει τις λογικές προσδοκίες ασφαλιστικών συμβολαίων και επενδυτικών προγραμμάτων που δεν συνάδουν με τον σκοπό του Ταμείου που είναι ο σχηματισμός αποταμιεύσεως για τα μέλη του. Επίσης δεν λαμβάνει υπόψη τις υπόλοιπες ιδιαιτερότητες του Ταμείου, όπως προκύπτουν από τον Νόμο και το καταστατικό, με αποτέλεσμα οι υπολογισμοί του να στηρίζονται σε λανθασμένες βάσεις και να προκύπτουν λανθασμένα συμπεράσματα. Είναι η θέση του ότι ο κ. Μάρκου θα έπρεπε να λάβει υπόψη ολόκληρη την περίοδο καθώς από τις 31.12.1994 μέχρι και την αφυπηρέτηση του αποβιώσαντα το Ταμείο είχε απόδοση πέραν του 9,5% και για να έχει επιπρόσθετο όφελος από το φιλοδώρημα που έλαβε, έπρεπε ο μέσος όρος απόδοσης του Ταμείου να ξεπερνά σε ετήσια βάση το 12,5%. Θεωρεί επίσης ότι το φιλοδώρημα αφυπηρέτησης μετά την 31.12.1993 θα πρέπει να αγνοηθεί εντελώς από τους υπολογισμούς για την εκτίμηση της ισχυριζόμενης ζημιάς, καθώς αποτελεί επιπρόσθετο ποσό που δεν επηρεάζεται από την απόδοση του Ταμείου. Για τη μεθοδολογία υπολογισμού της τιμής της μονάδας, είναι η θέση του ότι ο κ. Μάρκου ενώ για τα έτη 2006 και 2008 φαίνεται να χρησιμοποιεί παρόμοιες αξίες με τη μελέτη του, εντούτοις για το 2007 αλλάζει τη μέθοδο υπολογισμού της μονάδας με αποτέλεσμα λανθασμένα να δημιουργεί αυξημένη κατ' ισχυρισμό ζημιά στους υπολογισμούς του κατά €108.600, διαφοροποιώντας την αξία της μονάδας από €54,74 σε €63,
  13. Θεωρώντας ότι μια επένδυση χαμηλού κινδύνου δεν θα ξεπερνούσε την μέση απόδοση του 5% σε ετήσια βάση για την περίοδο 1994 -2008, καταλήγει ότι η οποιαδήποτε στρατηγική επένδυσης με απόδοση χαμηλότερη του φιλοδωρήματος που πήρε ο αποβιώσας δεν θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του αποδοτικά, επειδή η αξία των μονάδων του θα ήταν χαμηλότερη του φιλοδωρήματος. Θεωρεί ότι η στρατηγική που ακολούθησε η Δ.Ε. ήταν πολύ πιο κερδοφόρα για τον αποβιώσαντα από μια στρατηγική χαμηλού ρίσκου με ετήσια απόδοση 5%. Σημειώνει περαιτέρω ότι η έκδοση 414.715.606 έγινε με σκοπό την κεφαλαιουχική ενίσχυση της Τράπεζας, ότι δεν ρίχτηκαν στο πάτωμα του ΧΑΚ και ότι δεν επηρέαζε αρνητικά την τιμή της μετοχής. Το ίδιο ισχυρίζεται και για το Block Trade 54.746.319 μετοχών σημειώνοντας ότι για να γίνει αυτό θα έπρεπε να εξευρεθούν επενδυτές και ότι το "Block Trade" δεν λήφθηκε καν υπόψη από τη CISCO για υπολογισμό του "Volume - Weighted Average Price" της μετοχής της Τράπεζας. Κατά την αντεξέταση του, ενώ η πλευρά του Αιτητή επικαλούμενη την Κ.Δ.Π. 22/2010 αμφισβήτησε τα προσόντα του ως εμπειρογνώμονα σε θέματα ταμείου προνοίας, ο μάρτυρας ανέφερε εν ολίγοις ότι δεν γνωρίζει τον κανονισμό γιατί δεν είναι κάτι που δουλεύει, ότι επρόκειτο για δική του επιλογή να μην είναι σ' αυτό το στοιχείο και ότι δεν δίνει συμβουλές σε επενδυτικά ταμεία γιατί δεν είναι εγγεγραμμένος. Συμφώνησε ότι ο κύριος κύκλος των δραστηριοτήτων του είναι η παροχή συμβουλών στο cooperation που αφορά τελικές υποθέσεις. Αφού αναφέρθηκε στο τρόπο υπολογισμού του φιλοδωρήματος όπου η Τράπεζα με βάση συλλογικές συμβάσεις λάμβανε ως συντελεστή τους τελευταίους 30 μηνιαίους μισθούς, σε ερώτηση γιατί αυτό να επιτρέπεται και να μην επιτρέπεται ο συντελεστής των δύο χρόνων απόδοσης του Ταμείου που έλαβε ο κ. Μάρκου για υπολογισμό της ζημιάς, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η «επένδυση» άρχισε από το 1994 και ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ολόκληρο το χρονικό πλαίσιο. Ότι ο ίδιος δεν μιλά για ζημιά αλλά για απόδοση. Ερωτηθείς επί θεωρητικής βάσης ποιά θα ήταν η ζημιά αν το Δικαστήριο κατέληγε ότι από τον Νοέμβριο 2006 μέχρι την αφυπηρέτηση του αποβιώσαντα η Δ.Ε. ενήργησε αμελώς, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ούτε μπορεί να πει σε ποιο βαθμό μπορεί να γίνει χρηματικό ποσό η αμέλεια που θα βρει το Δικαστήριο. Κατά ποσό η διασπορά είχε γίνει το 2006, 2008, 2010, 2012 ο ίδιος δεν νομίζει να είναι σημαντικό στοιχείο. Για να καταλήξουν αν ο αποβιώσας υπέστη οποιαδήποτε ζημιά, είδαν την απόδοση του Ταμείου που ήταν πολύ πιο μεγάλη και ότι ήταν επιλογή της Δ.Ε. αν μπορούσε να φύγει από τις μετοχές. Σε υποβολή ότι για σκοπούς συμμόρφωσης με τη νομοθεσία του 2006 με προθεσμία τον Σεπτέμβριο 2010, η Επιτροπή προέβη σε μαζική πώληση των 15 περίπου εκατομμυρίων μέτοχων ολίγας ημέρας προτού λήξει η προθεσμία και σε μια πολύ χαμηλή τιμή €1.60, ο μάρτυρας συμφώνησε λέγοντας ότι πήγαν στα μέλη. Αφού συμφώνησε με την αρχή το να βάζεις τα αυγά σου σ' ένα καλάθι είναι επικίνδυνο, σε ερώτηση εάν η Δ.Ε. συμμορφώθηκε με το άρθρο 23 του νόμου του 2006 για κατάρτιση γραπτής δήλωσης της επενδυτικής πολιτικής του Ταμείου, ανέφερε ότι δεν την έχει δει, γιατί δεν ήταν ουσιαστικό στοιχείο στη δική του έκθεση. Και ενώ ο μάρτυρας επέμενε ότι εάν γινόταν από-επένδυση με την πώληση μετοχών έστω και σταδιακά το 2006, το 2007 θα επηρέαζε την αξία των μετοχών, σε ερώτηση εάν υπήρξε μια τέτοια απόφαση ή αν πέρασε κάτι τέτοιο από το μυαλό της Δ.Ε, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Και ενώ στη συμπληρωματική έκθεση του ισχυρίζεται ότι η αξία της μονάδας στις 31.12.2007 ήταν €54.74, ερωτηθείς αν το Ταμείο και η Τράπεζα αποδέχθηκαν για το τέλος του 2007 ότι η αξία της μονάδας ήταν €63.85, ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι είναι αυτή η αξία που χρησιμοποίησαν και οι ίδιοι στην έκθεση τους. Για το φιλοδώρημα "Γ" ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν έχει να κάνει τίποτα με το Ταμείο και ότι ο κ. Μάρκου λανθασμένα το έχει χρησιμοποιήσει στις μελέτες του, ερωτηθείς εάν έκανε τους υπολογισμούς του χωρίς να λάβει υπόψη το φιλοδώρημα "Γ", αρκέστηκε να πει ότι δεν έκανε υπολογισμό τη στιγμή που θεωρούν ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ζημιά. Σε υποβολή ότι η πλευρά της Αιτήτριας έκανε τους υπολογισμούς της χωρίς καν να λάβουν υπόψη το φιλοδώρημα "Γ", και ότι δεν διαφοροποιείται η εικόνα αλλά αντίθετα μπορεί να επαυξάνεται η ζημιά, ο μάρτυρας δεν έδωσε καμία απάντηση. Καταθέτοντας ο κ. Κ. Σωκράτους, αναφέρθηκε στο σχέδιο συνταξιοδοτικού ωφελήματος που λειτουργούσε στη Λαϊκή Τράπεζα (Τεκ.15), επισημαίνοντας ότι, αποτελείτο από δύο σχέδια, το Ταμείο Προνοίας και το Φιλοδώρημα Αφυπηρέτησης. Το τελευταίο ήταν εγγυημένο από την Τράπεζα και για ένα υπάλληλο με 38 χρόνια υπηρεσίας ανερχόταν στους 80 μηνιαίους μισθούς. Για να ξεπεράσει το Ταμείο Προνοίας το Φιλοδώρημα θα έπρεπε να επιδιώξει αποδώσεις πέραν του 12%. Αναφερόμενος στις δύο επιστολές που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια (Τεκ. 8 και 9), ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσας λάμβανε συστηματικά μέρος στις Γ.Σ. του Ταμείου και ότι υπέβαλλε και ερωτήσεις. Επίσης ότι κατά τη Γ.Σ. ημερ. 27.5.2004 (Τεκ.16) έγινε ενημέρωση επί της αναλογιστικής μελέτης Κ., όπου ο τελευταίος απάντησε σ' όλες τις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν ενώ αναλύθηκε και η έκθεση της KPMG απαντώντας σε όλα τα γραπτά και προφορικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν. Διαβεβαιώνει ότι σε αντίθεση με τις εν λόγω επιστολές, ο αποβιώσας δεν υπέβαλε σε καμία Γ.Σ. θέμα για τις μονάδες που κατείχε, την τιμή και την αξία τους. Αναφορικά με την ενημέρωση των μελών ισχυρίστηκε ότι στη Γ.Σ. ημερ. 5.9.2007 (Τεκ.17) λήφθηκε απόφαση για αποστολή αντιγράφου των πρακτικών με τις αποφάσεις των Γ.Σ. σε μέλη που τα ζητούσαν. Επίσης στη Γ.Σ. ημερ. 30.5.2007 (Τεκ. 18) ο αποβιώσας ήταν παρών και υπέβαλε ερώτηση αναφορικά με την πληρωμή των μελών που κίνησαν αγωγή και των μελών που αφυπηρέτησαν. Σε ερώτηση άλλου μέλους για το κάθε πόσο υπολογίζεται η τιμή της μονάδας, ο τότε Πρόεδρος κ. Τ. Φ. ανέφερε ότι υπολογίζεται κάθε μήνα και ότι οποίος ήθελε να γνωρίζει την αξία της μπορούσε να τηλεφωνεί στον Α. Βασιλείου για να τον ενημερώνει. Στην Γ.Σ. ημερ. 19.12.2007 (Τεκ.19) εγκρίθηκε ειδικό ψήφισμα με το οποίο εξουσιοδοτείτο η Δ.Ε. όπως προβαίνει σε πληρωμές μελών που παραιτούντο ή αφυπηρετούσαν με βάση τις μονάδες που αναλογούσαν στο μέλος σύμφωνα με την αναλογιστική μελέτη Κ. και την τιμή της μονάδας στο τέλος του μήνα που θα αποχωρούσε. Η αξία της μονάδας στις 30.5.2007 καθορίστηκε στις ΛΚ25,21 και τον Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου στις ΛΚ32,
  14. Στη Γ.Σ. ημερ. 12.7.2008 (Τεκ.21), όπου εγκρίθηκαν οι Οικονομικές Καταστάσεις του 2007 και συζητήθηκαν διάφορα άλλα θέματα, έλαβε μέρος και ο αποβιώσας. Αναφερόμενος σε ανακοίνωση ημερ. 12.7.2013 (Τεκ.21), στην οποία δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση από τον κ. Μ., σημείωσε ότι κατά την εν λόγω περίοδο τα δεδομένα ήταν πολύ διαφορετικά, καθώς με βάση τη νέα συλλογική σύμβαση (Τεκ.21) το εγγυημένο Φιλοδώρημα Αφυπηρέτησης είχε καταργηθεί στις 31.12.2011 και από 1.1.2012 εισήχθη σχέδιο Ταμείου Προνοίας με εκατέρωθεν εθελοντικές εισφορές. Αυτό σήμαινε κυρίως ότι η διαχείριση του Ταμείου θα γινόταν αποκλειστικά από τη Δ.Ε. χωρίς ανάμειξη της χρηματοδοτούσας επιχείρησης. Η ανακοίνωση δε, απέβλεπε στην προσπάθεια της Δ.Ε., να πείσει την Τράπεζα να επιτρέψει τη διασπορά των καταθέσεων που διατηρούσε το Ταμείο, παρά τις καταστατικές αδυναμίες που παρουσιάζονταν. Η επενδυτική πολιτική του Ταμείου ισχυρίστηκε ότι ήταν συγκεκριμένη και ότι αποσκοπούσε στη μεγιστοποίηση των αποδόσεων των επενδύσεων του, της αξίας της μονάδας προς όφελος των μελών του λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη το ότι υπήρχε η εγγύηση του φιλοδωρήματος αφυπηρέτησης το οποίο ανερχόταν στους 80 μηνιαίους μισθούς. Σημείωσε ότι η τιμή μονάδας του αποβιώσαντος την 31.12.2004 ήταν €4,40 και στις 31.12.2008 που αφυπηρέτησε στα €15,72, παρουσιάζοντας αύξηση 357%. Η συνολική αξία των μονάδων του την 1.1.1994 ήταν €52.407 (11921 Χ €4,40) και στις 31.12.2008 που αφυπηρέτησε €187.398,
  15. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της αξίας των μονάδων του ήταν γύρω στο 9%. Δηλαδή η επενδυτική πολιτική του Ταμείου απέδιδε όλα αυτά τα χρόνια κατά μέσο όρο 9% ετησίως. Επίσης στις 31.12.2008 το εγγυημένο φιλοδώρημα αφυπηρέτησης του ήταν €274.263,70 για την περίοδο υπηρεσίας του μέχρι 31.12.1993, ο δε ετήσιος ρυθμός αύξησης του εν λόγω φιλοδωρήματος σε σχέση με την αξία των μονάδων του 1.1.1994 ήταν γύρω στο 12%, χωρίς ο αποβιώσας να κάνει οποιαδήποτε εισφορά. Ισχυρίστηκε ότι η μοναδική επενδυτική πολιτική που θα απέφερε ψηλότερες αποδώσεις από τον μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης των μισθών του 12% και κατά συνέπεια ανάλογη αύξηση του φιλοδωρήματος ήταν αυτή που ακολούθησε με σταθερότητα και συνέπεια το Ταμείο και η οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Σημειώνει ότι την πολιτική αυτή ακολούθησαν σχεδόν όλες οι Τράπεζες της Κύπρου. Αμφισβητεί την αντιπαραβολή του Ταμείου με αυτό των Ξενοδοχοϋπαλλήλων, ισχυριζόμενος ότι πρόκειται για δυο εντελώς διαφορετικά ταμεία με σημαντικό στοιχείο το εγγυημένο ποσό του φιλοδωρήματος. Αμφισβητεί επίσης και τις αποδόσεις του εν λόγω ταμείου σημειώνοντας ότι το 2007 που ήταν μια από τις 3 χρονιές με τις μεγαλύτερες αποδόσεις επενδύσεων στην Κύπρο η μέση απόδοση του ήταν 6,67%. Είναι περαιτέρω η θέση του μάρτυρα ότι ο αποβιώσας όχι μόνο γνώριζε αλλά παρακολουθούσε συστηματικά τις εργασίες του Ταμείου, γεγονός που επιβεβαιώνουν τόσο η επιστολή του προς τον δικηγόρο του ημερ. 16.1.2009 όσο και οι Γ.Σ. στις οποίες παρέστη. Πρόσθετα με την επιστολή του ημερ. 4.1.2008 (Τεκ.24) προς την προϊσταμένη του, υποβάλλοντας παράπονο για την μη προαγωγή του, με τη δήλωση του παραδέχθηκε ότι γνώριζε τι θα έπαιρνε και ότι ήταν λιγότερης σημασίας από την προαγωγή που προσδοκούσε. Σημειώνει περαιτέρω ότι ο από-βιώσας θα μπορούσε να αφυπηρετήσει οποιαδήποτε στιγμή από το Ιανουάριο μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2008, αποκομίζοντας σημαντικό όφελος κάτι που επέλεξε να μην κάνει. Για τη μελετημένη απόφαση στην οποία αναφέρθηκε η Αιτήτρια, ισχυρίστηκε ότι όλα τα μέλη γνώριζαν με ποιο θα έπρεπε να επικοινωνήσουν για να ενημερωθούν για την αξία της μονάδας, κάτι που επίσης δεν έπραξε ο αποβιώσας. Για την πώληση των μετοχών για τις οποίες γίνεται αναφορά στην έκθεση του κ. Μ. ισχυρίζεται ότι εάν το Ταμείο ενεργούσε σύμφωνα με την συμβουλή του κ. Μ., για τη συντριπτική πλειοψηφία το Ταμείο Προνοίας δεν θα ξεπερνούσε το φιλοδώρημα αφυπηρέτησης. Επικαλούμενος το μητρώο μελών παλιού ταμείου ημερ. 1.1.2012 (Τεκ.26) ισχυρίστηκε ότι το αποτέλεσμα θα ήταν να επωφεληθούν μόνο 64 μέλη ή ποσοστό 6,48%, ενώ 923 μέλη ή ποσοστό 93,52% θα στερούνταν οριστικά και αμετάκλητα του δικαιώματος να έχουν μεγαλύτερο όφελος σε περίπτωση που η αξία της μονάδας ήταν μεγαλύτερη του φιλοδωρήματος. Κατά την αντεξέταση του, η πλευρά του Αιτητή επικαλούμενη το άρθρο 6
(3)(β) του καταστατικού υπέβαλε στον μάρτυρα ότι η σύγκληση της Γ.Σ. με βάση τα σχετικά πρακτικά ήταν αντικανονική και ότι δεν υπήρχε απαρτία με την παρουσία του 51% των μελών. Ο μάρτυρας διαφώνησε σημειώνοντας ότι η ουσία είναι ότι κοινοποιήθηκε η πρόσκληση για Γ.Σ. μέσα από το portal που ήταν στη διάθεση της Τράπεζας και των μελών. Επίσης ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσας ήταν πάντοτε παρών στις Γ.Σ. και ακολούθως ότι από τα κατατεθέντα έγγραφα φαίνεται ότι σε αρκετές περιπτώσεις ήταν παρών, αφού του υπεβλήθη ότι τα πρακτικά των Γ.Σ. είναι όλα αυθαίρετα ελλείψει της δέουσας ειδοποίησης και ότι ο αποβιώσας σε μια μόνο συνεδρία παρέστη όπου υπέβαλε και ερώτηση, ο μάρτυρας διαφώνησε σημειώνοντας ότι τα πρακτικά ήταν στη διάθεση οποιοδήποτε μέλος, ανεξάρτητα αν παρευρισκόταν ή όχι στη ΓΣ. Για την τιμή της μονάδας ενώ ανέφερε ότι μπορούσε να αποστέλλεται στα μέλη του Ταμείου μέσω email εν τούτοις ισχυρίστηκε ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει λόγω κατά-στατικού προβλήματος. Επίσης, ότι στη Γ.Σ. ενημερώθηκαν τα μέλη ότι για αυτό το θέμα θα μπορούσαν να επικοινωνούν με τον κ. Α. Β. Ερωτηθείς εάν το Ταμείο ενέπιπτε στις πρόνοιες του Ν.146(Ι)/2006, ο μάρτυρας επικαλούμενος γνωμάτευση των νομικών του συμβούλων ανέφερε ότι εξαιρείται του Νόμου. Επίσης ότι το Ταμείο δεν ενεγράφη ποτέ κάτω από τον συγκεκριμένο νόμο. Ενώ παραδέχθηκε ότι μεταξύ του 2006 και 2008 η τιμή της μονάδας του Ταμείου σημείωσε μία μείωση της τάξης του 61%, ερωτηθείς τι μέτρα έλαβαν σαν Δ.Ε., ισχυρίστηκε ότι η επενδυτική πολιτική που ακολουθούσε το Ταμείο ήταν συγκεκριμένη και σύμφωνη με το καταστατικό και ότι κατά το εν λόγω διάστημα ο αποβιώσας είχε σημαντικό όφελος που δεν το εκμεταλλεύτηκε. Δεν διαφώνησε ότι το Ταμείο καθιέρωσε ένα σύστημα που όταν κάποιος αφυπηρετούσε η τιμή της μονάδας του δεν καθοριζόταν κατά την ημέρα της αφυπηρέτησης του, αλλά την τελευταία ημέρα του μήνα της αφυπηρέτησης, ισχυριζόμενος ότι αυτή ήταν η απόφαση που προστάτευε όλα τα μέλη. Για το Τεκ. 9 επέμενε ότι δεν περιήλθε στην αντίληψη του Ταμείου. Ότι τέτοια επιστολή δεν εντοπίστηκε στα αρχεία του Ταμείου και ο αριθμός που αναφέρεται ότι αποστάληκε σίγουρα δεν είναι φαξ του Ταμείου. Ο κ. Α. Β., καταθέτοντας επί του περιεχομένου του πρακτικού της Γ.Σ. ημερ. 30.5.2007 (Τεκ.18) ανέφερε ότι ήταν άτομο εξουσιοδοτημένο από την Δ.Ε. του Ταμείου να προχωρεί στον υπολογισμό της αξίας της μονάδας στη βάση της αναλογιστικής μελέτης του κ. Κ. Σε αυτή τη βάση συνέχιζαν να υπολογίζουν την αξία της μονάδας σε μηνιαία βάση και ήταν η τοποθέτηση της Δ.Ε. προς τα μέλη κατά τη Γ.Σ. ότι όποιος επιθυμούσε να γνωρίζει θα μπορούσε να επικοινωνεί τηλεφωνικώς μαζί του. Ισχυρίστηκε ότι στο σύνολο των μελών υπήρχαν 2-3 μέλη τα οποία είχαν μαζί του μια πιο συχνή επικοινωνία, ένας εκ των οποίων ήταν ο αποβιώσας. Η συνομιλία αφορούσε διάφορα θέματα του Ταμείου. Ο αποβιώσας, καθώς είπε, αποτάθηκε κάποιες φορές, πόσες φορές ήταν για τη μονάδα και πόσες για το Ταμείο δεν μπορούσε να θυμηθεί. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ήταν εργοδοτούμενος της Τράπεζας από τον Ιανουάριο 2007 και ότι διορίστηκε από τη Δ.Ε. να τηρεί τα λογιστικά βιβλία, βάσει των οποίων ετοιμάζονταν οι οικονομικές καταστάσεις που δίνονταν στους ελεγκτές για έλεγχο. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς το ποσοστό ή τον αριθμό των μετοχών της Τράπεζας που κατείχε το Ταμείο κατά την περίοδο από 2006 έως 2008 ή την αξία τους σε μηνιαία βάση. Ενώ επανέλαβε τη θέση ότι τα μέλη είχαν την ευκαιρία να επικοινωνούν μαζί του για να τους παρέχει πληροφορίες για την τιμή της μονάδας η οποία σε κάποια φάση δημοσιευόταν στο portal της Τράπεζας, εν τούτοις δεν μπορούσε να προσδιορίσει τη συγκεκριμένη περίοδο, επικαλούμενος το μακρύ χρονικό διάστημα που μεσολάβησε. Επίσης ενώ ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσας όπως και ακόμη δύο άλλα άτομα τον έπαιρναν τηλέφωνο κάθε δύο τρεις μήνες και ο κ. Ά. Γ. κάθε βδομάδα, εν τούτοις και πάλι δεν μπόρεσε να αναφερθεί σε συγκεκριμένο αριθμό επαφών, πότε έγιναν οι επαφές και τι λέχθηκε. Σε υποβολή ότι ο αποβιώσας ουδέποτε μίλησε μαζί του για το θέμα της αξίας των μετοχών ο μάρτυρας διαφώνησε. Για την τιμή της μονάδας αναφέρθηκε σε παλιά και νέα πολιτική. Σε περίπτωση αφυπηρέτησης ισχυρίστηκε ότι με βάση τη παλιά πολιτική αν κάποιος αφυπηρετούσε στα μέσα Νοεμβρίου 2007 για τον υπολογισμό θα λαμβάνετο υπόψη η τιμή της μονάδας κατά τις 30.10.2007, ενώ με τη νέα πολιτική που εφαρμόστηκε από 19.12.2007 θα λαμβάνετο υπόψη η τιμή της μονάδας στο τέλος του μήνα της αφυπηρέτησης και όχι του προηγούμενου. Προδικαστικά θέματα Οι Καθ' ων η αίτηση με τις τελικές γραπτές αγορεύσεις τους εισηγούνται κατά πρώτον την έλλειψη καθ' υλη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση καθώς (α) δεν υφίσταται εργατικής διαφορά και (β) το παράπονο της Αιτήτρια βασίζεται αποκλειστικά σε κατ' ισχυρισμό αμέλεια στον τρόπο διαχείρισης των πόρων του Ταμείου, η οποία αμέλεια αφορά και περιστρέφεται γύρω από περίπλοκες αναλύσεις και ισχυρισμούς. Για εδραίωση της θέσεως τους, σε σχέση με το πρώτο σημείο, επικαλέστηκαν την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Τράπεζας Κύπρου ν. Ανδρονίκης Παντελίδου
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1114, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση η κα Ανδρονίκη Παντελίδου είχε στις 3.12.1999, αφυπηρετήσει από την Τράπεζα και αποχωρώντας από την υπηρεσία υπέγραψε γραπτή συμφωνία απαλλαγής του Ταμείου, σύμφωνα με την οποία εισέπραξε το τότε συμφωνηθέν ποσό των ΛΚ170.000. Συνεπώς η εργατική σχέση έχει τερματιστεί και η σχέση των διαδίκων έχει καταστεί συμβατική.» Είναι η θέση τους ότι και στην προκείμενη περίπτωση, ο αποβιώσας αφυπηρέτησε από την υπηρεσία της Τράπεζας πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και ότι έλαβε χωρίς καμιά επιφύλαξη τα ποσά που του αποδόθηκαν, με επακόλουθο να μην υφίσταται διαφορά που να εμπίπτει στην έννοια της εργατικής διαφοράς, όπως συναντάται στο Νόμο και μπορεί να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο. Να σημειωθεί ότι η πιο πάνω απόφαση ανατράπηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε νεώτερη διαδικασία, κατόπιν αιτήματος της άλλης πλευράς ότι δεν κλήθηκε να προβάλει τις δικές της θέσεις. Για να στηρίξουν τη θέση τους, σε σχέση με το δεύτερο σημείο, οι Καθ' ων η αίτηση επικαλέστηκαν την απόφαση της μειοψηφίας στην υπόθεση Μικρού ν. Meridien Hotels Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ.1320, υποστηρίζοντας ότι με βάση τη νομοθεσία που διέπει το θέμα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει οποιοδήποτε θέμα που αφορά άμεσα ή έμμεσα εργατική διαφορά ανεξάρτητα αν αυτό αποτελεί αστικό αδίκημα. Ότι το θέμα αυτό, για να μπορεί να τύχει εξέτασης, δεν πρέπει να εγείρεται ως θέμα από το οποίο να διεκδικεί ουσιαστική θεραπεία, αλλά μόνο όταν σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με εργατική διαφορά, η οποία να αποτελεί την ουσία της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Αποτελεί περαιτέρω εισήγηση τους ότι το Ταμείο δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμου του 2006 (Ν.146(Ι)/2006), με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3
(2)(β) και (ε) του εν λόγω νομοθετήματος. (i) Κατά πόσο το Ταμείο διέπετο από τον Ν.146(Ι)/2006 Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.146(Ι)/2006: «συνταξιοδοτικές παροχές» σημαίνει τις παροχές που καταβάλλονται, υπό μορφή πληρωμών, είτε εφ' όρου ζωής, είτε για προσωρινό χρονικό διάστημα, ή ως εφάπαξ ποσό, με γνώμονα ή αναμένοντας τη συνταξιοδότηση ή, εφόσον είναι συμπληρωματικές των εν λόγω συνταξιοδοτικών παροχών και παρέχονται επικουρικά, υπό μορφή πληρωμών σε περίπτωση θανάτου, αναπηρίας ή τερματισμού της απασχόλησης, ή υπό μορφή καταβολής ενισχύσεων ή παροχής υπηρεσιών σε περίπτωση ασθενείας, ένδειας ή θανάτου· «συνταξιοδοτικό σχέδιο» σημαίνει σχέδιο που λειτουργεί με βάση νομοθεσία, σύμβαση, συμφωνία, έγγραφο καταπιστεύματος ή τους κανόνες, βάσει των οποίων καθορίζεται ποιες συνταξιοδοτικές παροχές χορηγούνται και υπό ποιους όρους· «Ταμείο κράτους μέλους» σημαίνει Ταμείο με έδρα κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία· «Ταμείο Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών» ή, κατά ταυτόσημη έννοια, «Ταμείο», σημαίνει το Ταμείο, το οποίο λειτουργεί, ανεξαρτήτως της νομικής του μορφής, σε κεφαλαιοποιητική βάση και ιδρύεται στη Δημοκρατία ξεχωριστά από οποιαδήποτε χρηματοδοτούσα επιχείρηση ή επαγγελματική ένωση, με στόχο να χορηγεί συνταξιοδοτικές παροχές στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, με βάση είτε νομοθεσία, είτε συμφωνία ή σύμβαση, που έχει συναφθεί- (α) μεμονωμένα ή συλλογικά μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου ή των αντιστοίχων εκπροσώπων τους, ή (β) με ελεύθερους επαγγελματίες, κατά την ισχύουσα στη Δημοκρατία νομοθεσία, και το οποίο αναπτύσσει δραστηριότητες που συνδέονται άμεσα με τον ανωτέρω στόχο· Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Ν.146(Ι)/2006: «3.-
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται στα Ταμεία.» Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 49
(1)του Ν.146(Ι)/2006 ως έχει τροποποιηθεί από τον Ν. 81(Ι)/2007: «49. -
(1)Κάθε Ταμείο που εμπίπτει στον παρόντα Νόμο, και λειτουργεί κατά την έναρξη ισχύος αυτού υποβάλλει την αίτηση εγγραφής του στο μητρώο που προβλέπεται κατά το εδάφιο
(1)του άρθρου 4, εντός δύο μηνών από την έναρξη της ισχύος του περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών (Τροποποιητικού) Νόμου του 2007.» Με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, οι Καθ' ων η αίτηση παραδέχονται ότι κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της Τράπεζας και της συντεχνίας των υπαλλήλων της, θα αποδίδονταν κατ' αναλογία στα μέλη του Ταμείου κατά την αφυπηρέτηση τους οι αποδόσεις των επενδύσεων τους. Δηλαδή, λειτουργώντας το Ταμείο σε κεφαλαιουχική βάση πλήρωνε τα μέλη του ανάλογα των αποδόσεων των επενδύσεων από τις εισφορές τους. Επίσης από το Καταστατικό και τους γενικούς λόγους εμφάνισης φαίνεται ότι το Ταμείο έφερε ξεχωριστή νομική προσωπικότητα, ότι δηλαδή είχε ιδρυθεί στη Δημοκρατία ξεχωριστά από οποιαδήποτε χρηματοδοτούσα επιχείρηση ή επαγγελματική ένωση. Με βάση το άρθρο 10 του Καταστατικού, το Ταμείο υφίστατο για να καταβάλλει εισφορές σε μέλη που λόγω αφυπηρέτησης ή αποχώρησης - παραίτησης ή απόλυσης - τερματισμού της απασχόλησης ή θανάτου, έπαυαν να βρίσκονται στην υπηρεσία της Τράπεζας, - δηλαδή στόχος του Ταμείου ήταν η χορήγηση συνταξιοδοτικών παροχών στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής δραστηριότητας. Επίσης με βάση τους γενικούς λόγους εμφάνισης και τις καταστατικές πρόνοιες, το Ταμείο είχε ιδρυθεί και λειτουργούσε με βάση μια σειρά από συμφωνίες που είχαν κατά καιρούς συνομολογηθεί μεταξύ της Τράπεζας και των Υπαλλήλων της. Δηλαδή το Ταμείο είχε ιδρυθεί και λειτουργούσε δυνάμει συμφωνίας ή σύμβασης που είχε συναφθεί «μεμονωμένα ή συλλογικά μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων ή των αντίστοιχων εκπροσώπων τους». Σε αντίθεση με την εισήγηση στων ευπαιδεύτων συνηγόρων των Καθ' ων η αίτηση, το Ταμείο δεν φαίνεται να ενέπιπτε σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 3 του Νόμου. Το άρθρο 3
(2)(β) και (ε) δεν φαίνεται να είχε εφαρμογή αφού το Ταμείο δεν ήταν «επιχείρηση», όπως και το άρθρο 3
(4)(α), αφού το Ταμείο, με βάση την τεθείσα μαρτυρία, είχε περισσότερα από 100 μέλη. Από τη μαρτυρία επίσης που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρούμε ότι οι υπό των PriceWaterHouseCoopers ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις του Ταμείου για το 2011 αναγνώριζαν ότι αυτό διέπετο από τον Νόμο του 2006. Επίσης ο κ. Χ'' Ιωσήφ τόσο με την πρώτη έκθεση του όσο και με δηλώσεις του κατά την αντεξέταση του ουσιαστικά ανεγνώρισε ότι ο εν λόγω Νόμος είχε εφαρμογή και στο Ταμείο. Περαιτέρω από τα Πρακτικά Συνεδριάσεων της Γ.Σ. του Ταμείου ημερ. 30.5.2007 (Τεκ.18) φαίνεται ότι ο Διευθυντής του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων είχε ενημερώσει κατά τον μήνα Μάιο 2007 τη Δ.Ε. του Ταμείου για την εισαγωγή της νέας νομοθεσίας με στόχο την εναρμόνιση τους με Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης κατά τον ίδιο μήνα η Δ.Ε. του Ταμείου είχε ήδη συμφωνήσει με την Ένωση Τραπεζικών Υπαλλήλων Κύπρου (ΕΤΥΚ) ότι θα έπρεπε να γίνει αλλαγή ολόκληρου του Καταστατικού του Ταμείου ώστε να συνάδει με τη νέα νομοθεσία. Τέλος με βάση τα ίδια Πρακτικά, ο Πρόεδρος της Δ.Ε. αναγνώριζε από τον Μάιο 2007 ότι το Καταστατικό του Ταμείου δεν ήταν ικανοποιητικό, ότι δεν συμβάδιζε με τον Νόμο του 2006 και ότι έχρηζε αλλαγών. Επίσης από τα Πρακτικά Συνεδριάσεων του Ταμείου ημερ. 19.12.2007 (Τεκ.19) φαίνεται ότι ο Πρόεδρος της Δ.Ε. αναγνώριζε ότι το Ταμείο έπρεπε να υποβάλει νέο Καταστατικό σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία. Το ίδιο προκύπτει και από τα πρακτικά ημερ. 24.9.2008 (Τεκ.20) όπου ο Πρόεδρος ανεγνώριζε ότι το Ταμείο υπαγόταν στην νέα νομοθεσία. Πέραν των πιο πάνω, στα πλαίσια συμμόρφωσης με τη μεταβατική διάταξη 49
(1)του Νόμου του 2006, η Δ.Ε. υπέβαλε τη σχετική αίτηση στις 31.8.2007, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό την υπαγωγή του Ταμείου στον Ν.146(Ι)/2006. Της αίτησης προηγήθηκε επιστολή του Προέδρου της Δ.Ε. προς τον Έφορο ημερ. 9.8.2007 με αίτημα την παράταση της προθεσμίας υποβολής της αίτησης εγγραφής του Ταμείου και απαντητική επιστολή του Εφόρου ημερ. 10.8.2007, ότι η νομοθεσία δεν παρείχε ευχέρεια για έγκριση οποιασδήποτε παράτασης της προθεσμίας υποβολής αίτησης εγγραφής Ταμείων στην Αρμόδια Αρχή. Διευκρινίζεται ότι εν όψει της απολυτότητας του άρθρου 3
(1)του Νόμου, όπου ρητά αναφέρει ότι ο «παρών Νόμος εφαρμόζεται στα Ταμεία», κρίνουμε με όσα υποστηρίζει και η πλευρά της Αιτήτριας, ότι κάθε ταμείο που ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου του 2006 και το οποίο λειτουργούσε κατά την έναρξη ισχύος του, υπαγόταν αυτόματα και δίχως άλλο στις προβλεπόμενες από τον εν λόγω Νόμο υποχρεώσεις, ανεξαρτήτως του χρόνου υποβολής της αίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 49
(1)του Νόμου. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι το Ταμείο συνιστούσε «Ταμείο» για σκοπούς εφαρμογής του Ν.146(Ι)/2006. (ii) Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Σύμφωνα με την απόφαση Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718: «Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης». Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει εγκαθιδρυθεί δυνάμει του άρθρου 12
(1)του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67), όπως έχει τροποποιηθεί. Στην αποκλειστική του δικαιοδοσία υπάγεται η διάγνωση και απόφαση, ανάμεσα σ' άλλα: «(α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος. (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων.» (βλ. άρθρο 12
(1)(α) (β) του Νόμου). Σύμφωνα με το άρθρο 23 του περί Ταμείων Προνοίας Νόμου (Ν.44/81): «
(3)Πάσα διαφορά εγειρομένη συνεπεία της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου μεταξύ μέλους οιουδήποτε ταμείου προνοίας και του τοιούτου ταμείου υπάγεται εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών.
(4)Το Δικαστήριο εργατικών Διαφορών κέκτηται δικαιοδοσίας όπως επιλαμβάνεται οιασδήποτε διαφοράς δυνάμει του εδαφίου
(3)ανεξαρτήτως του εάν τα περί ταύτην γεγονότα ή περιστάσεις συνιστούν αδίκημα δυνάμει του παρόντος ή οιουδήποτε ετέρου Νόμου.» Σύμφωνα με το άρθρο 14
(5)του Νόμου 44/81: «
(5)Το ταμείον προνοίας ευθύνεται εκ των πράξεων ή παραλείψεων των αντιπροσωπευόντων αυτό οργάνων, εφ' όσον η πράξις ή παράλειψις έλαβε χώραν κατά την εκτέλεσιν των ανατιθεμένων εις αυτά καθηκόντων και συνεπάγεται υποχρέωσιν αποζημιώσεως. Ευθύνεται επί πλέον εξ ολοκλήρου και το υπαίτιον πρόσωπον.» Ο αποβιώσας, όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, αφυπηρέτησε από την υπηρεσία της Τράπεζας στις 31.12.
  1. Με την αφυπηρέτηση του έλαβε το ποσό των €274.263,70 που αποτελούσε το ποσό του Φιλοδωρήματος Αφυπηρέτησης ("Retirement Bonus for years until 31.12.1993") από την Τράπεζα και το οποίο ήταν μεγαλύτερο του ποσού που θα εδικαιούτο να λάβει δυνάμει των 11.921 μονάδων του από το Ταμείο Προνοίας. Επίσης για τα χρόνια υπηρεσίας του μετά το 1993 έλαβε το επιπλέον ποσό των €143.064,
  2. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέας Αντωνίου ν. E.R.E. Electrical & Refrigeration Engineering Co Ltd
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1391, με παραπομπή στην υπόθεση Σοφία Κοζάκη ν. Γεώργιου Κοζάκη
(2003)1 Α.Α.Δ 1047 σημείωσε «ότι από τη στιγμή που η εργατική διαφορά, για την οποία αρμόδιο ήταν το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, μετατράπηκε σε συμφωνία πληρωμής συγκεκριμένου ποσού, αρμόδιο ήταν πια το Επαρχιακό Δικαστήριο» Στην προκείμενη ωστόσο περίπτωση, έστω κι αν καταβλήθηκαν στον αποβιώσαντα τα πιο πάνω ποσά, η διαφορά μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η αίτηση αφορά το εις πίστη του αποβιώσαντος κατατιθέμενο ποσό στο Ταμείο Προνοίας και εγείρεται συνεπεία της εφαρμογής του σχετικού Ν.44/81 δυνάμει του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα να επιληφθεί κάθε διαφοράς που προκύπτει ως επακόλουθο της εφαρμογής των διατάξεων του, έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Συνεπώς για θέματα Ταμείων Προνοίας που εγείρονται συνεπεία της εφαρμογής του σχετικού Νόμου 44/81, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται απλώς στις εργατικές διαφορές αλλά σε οποιαδήποτε διαφορά δυνάμει του εδαφίου
(3)του άρθρου 23, ανεξάρτητα εάν τα γεγονότα ή οι περιστάσεις που την αφορούν συνιστούν αδίκημα είτε με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού είτε οποιουδήποτε άλλου νόμου. Για την επίλυση μάλιστα οποιασδήποτε διαφοράς το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν περιορίζεται στα νομικά ζητήματα που μπορεί να επιλύσει ή στα επίδικα θέματα με τα οποία θα πρέπει να ασχοληθεί. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Μικρού κ.ά. ν. Meridian Hotels Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1320 1331 (απόφαση πλειοψηφίας): «Εν όψει όλων των ανωτέρω έχουμε την άποψη πως ο σχετικός Νόμος δεν θέτει οποιοδήποτε περιορισμό στα νομικά ζητήματα τα οποία μπορεί να επιλύσει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Αν για την επίλυση οποιουδήποτε επίδικου θέματος χρειάζεται να διατυπώσει την κρίση του επί πολύπλοκων και δύσκολων ζητημάτων δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε περιορισμό. Μπορεί να προχωρήσει στη διατύπωση της κρίσης του με τον ίδιο τρόπο που ενεργεί οποιοδήποτε άλλο Δικαστήριο στη Δημοκρατία. Η φύση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και η δικαιοδοσία που ακολουθεί δεν το εμποδίζουν από του να ασχοληθεί με θέματα όπως ο λίβελλος. Εφόσον το κατά πόσο υπάρχει λίβελλος ή όχι αποτελεί επίδικο θέμα το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει εξουσία να αποφανθεί επί του θέματος.» Επίσης, στην απόφαση Αυγουστίνα Χατζηαβράαμ ν. Σ.Π.Ε. Μόρφου
(2011)1Α.Α.Δ. 1222, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στο άρθρο 12
(1)του περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμου του 2004 (Ν.58(Ι)/04) που αφορά τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, σημείωσε ότι, «Το άρθρο τούτο, σε συνάρτηση με την παράγραφο (β) του Άρθρου 12
(1)του Νόμου 8/67, που παραθέσαμε πιο πάνω, καθιστά σαφέστατο ότι η δικαιοδοσία για εκδίκαση θεμάτων ίσης μεταχείρισης αποδίδεται στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Ως εκ τούτου, οι όροι «εργατική διαφορά» «εργοδοτών και εργοδοτουμένων», «απασχόληση» και «παροχή εργασίας ή υπηρεσίας με αμοιβή βάσει ατομικής σύμβασης κλπ», δεν έχουν ουσιαστική σημασία στο υπό κρίση θέμα.» Κρίνουμε ότι το ίδιο θα πρέπει να αποδοθεί και για θέματα Ταμείου Προνοίας. Είναι λοιπόν κατάληξη μας ότι καθ' ύλη αρμόδιο να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διάφορων. Αξιολόγηση μαρτυρίας - ευρήματα Όπως έχει επισημανθεί, η αντιδικία των διαδίκων έχει στο επίκεντρο της την συνετή ή μη διαχείριση του Ταμείου από τους Καθ' ων η αίτηση. Αυτό ήταν και το αντικείμενο της επιχειρηματολογίας των ευπαιδεύτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων, με τους συνηγόρους της Αιτήτριας να εισηγούνται με βάση την προσαχθείσα από μέρους μαρτυρία ότι δεν υπήρξε επιμελής και συνετή διαχείριση με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημία στην Αιτήτρια, ενώ αντίθετη ήταν η εισήγηση των συνηγόρων των Καθ' ων η αίτηση. Θ΄ αρχίσουμε με την εξέταση της μαρτυρίας των κ. Μάρκου και κ. Χ'' Ιωσήφ, οι οποίοι κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες στον τομέα συνταξιοδοτικών ταμείων. Είναι γνωστές οι νομικές αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο προσεγγίζει τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων. Η υποχρέωση τους είναι να προμηθεύουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων τους, έτσι ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με τη μαρτυρία (βλ. Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 CLR 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 ΑΑΔ 1, Vasilico Cement Works Ltd v. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746 κ.α.) κι αυτό αφού ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι είναι πραγματογνώμονες στον τομέα για τον οποίο δίδουν μαρτυρία. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ' ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματο-γνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικο Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερα-σμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας ................................................................................................................................. Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση.» Στις 2.1.2010 δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας η Κ.Δ.Π. 22/2010 δυνάμει του άρθρου 18
(1)του Ν.146(Ι)/2006 (στο εξής «η Οδηγία»), η οποία συνέχισε να παραμένει σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 56 του Ν.208(Ι)/
  1. Σύμφωνα με το άρθρο 8 της Οδηγίας:
  2. Για την παροχή υπηρεσιών σε επενδυτικά θέματα γενικής φύσης, η οποία αφορά στις υπηρεσίες κατά τα οριζόμενα στην παρούσα Οδηγία (Παράρτημα Γ), και οι οποίες περιλαμβάνουν και την ετοιμασία της δήλωσης αρχών επενδυτικής πολιτικής την οποία υποχρεούνται όλα τα ταμεία να υποβάλλουν, η Αρμόδια Αρχή καθορίζει τα ακόλουθα πρόσωπα, τα οποία είτε είναι μέλη της διαχειριστικής επιτροπής είτε είναι οι προσληφθέντες σύμβουλοι αυτής, ως κατέχοντα τα κατάλληλα επαγγελματικά προσόντα και εμπειρία: -παροχέας επενδυτικών υπηρεσιών, ή -εταίρο μέλος ενός από τα σώματα επαγγελματιών αναλογιστών που αναγνωρίζονται από το Groupe Consultalif des Associations D'Acluaires dans les Pays des Communautes Europeennes (European Actuarial Consultative Group) ή από το International Actuarial Association, με τουλάχιστον τρία χρόνια επιβεβαιωμένη εμπειρία μετά την απόκτηση του πιο πάνω επαγγελματικού τίτλου σε θέματα επενδύσεων που αφορούν συνταξιοδοτικά ταμεία, ή -κάτοχος αναγνωρισμένων επαγγελματικών προσόντων /πιστοποιητικών, τα οποία περιλαμβάνονται στον εκάστοτε ισχύοντα κατάλογο αναγνωρισμένων προσόντων / πιστοποιητικών τον οποίο καταρτίζει το Υπουργείο Οικονομικών (Παράρτημα Δ), σε παροχή επενδυτικής συμβουλής, με τουλάχιστον τρία χρόνια επιβεβαιωμένη εμπειρία σε θέματα επενδύσεων που αφορούν συνταξιοδοτικά ταμεία, ή -πιστοποιημένο πρόσωπο, το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο δημόσιο μητρώο πιστοποιημένων προσώπων που τηρείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, σε παροχή επενδυτικής συμβουλής, με τουλάχιστον τρία χρόνια επιβεβαιωμένη εμπειρία σε θέματα επενδύσεων που αφορούν σε συνταξιοδοτικά ταμεία. Τα προσόντα, η πείρα και η επαγγελματική ενασχόληση του κ. Μ. όπως τα έχουμε συνοπτικά παραθέσει ανωτέρω, είναι στοιχεία που ασφαλώς και του προσδίδουν την ιδιότητα του πραγματογνώμονα «για υπηρεσίες σε επενδυτικά θέματα γενικής φύσεως» όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία και έτσι θα προσεγγισθεί η μαρτυρία του. Από την εξέταση της διαπιστώνεται ότι ο μάρτυρας ανταποκρίθηκε πλήρως στην αποστολή του, με τελική κατάληξη η δικαστική γνώμη που έχει σχηματισθεί, με εξαίρεση κάποιες επιφυλάξεις που έχουν προκύψει από την αντεξέταση του, να ταυτίζεται με τη δική του. Συγκεκριμένα, ενώ με την έκθεση του θεώρησε ως λογικό, για σκοπούς συνετής διαχείρισης και διασποράς του κινδύνου που όφειλε να εφαρμόσει η Δ.Ε., το σενάριο της σταδιακής πώλησης των μετοχών της Τράπεζας, για να καταλήξει ότι η συνεπαγόμενη ζημιά ήταν €305.573,74 πλέον τόκους από 31.12.2008, εν τούτοις κατά την αντεξέταση του δεν διαφώνησε ότι η άμεση πώληση του 50% των μετοχών της Τράπεζας αποτελούσε δικό του σενάριο και ότι μπορούσε το ποσοστό αυτό να ήταν 70% ή και 30%, γεγονός που θα διαφοροποιούσε την κατ' ισχυρισμό ζημία, την οποία δεν προσδιόρισε. Σε καμία περίπτωση όμως δεν έχει αμφισβητηθεί ή αντικρουστεί από την άλλη πλευρά η θέση του ότι ακόμη και αυτό το Εθελοντικό Ταμείο Προνοίας (με εισφορές από 1.1.1994), που λειτουργούσε ως μέρος της ίδιας νομικής οντότητας με το Ταμείο και το οποίο διαφοροποιούσε σε μεγαλύτερο βαθμό τα στοιχεία του ενεργητικού του, είχε σαφώς καλύτερη απόδοση στα τέλη του 2008, όπως επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί ή αντικρουστεί η θέση του ότι σε σύγκριση με άλλα «Ταμεία Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών 2011 - Αποτελέσματα Κύπρου» της AON HEWITT, η διαφορά, την οποία υπολογίζει ως ζημιά για τον αποβιώσαντα, κυμαινόταν στα €194.708,44 πλέον τόκους από 31.12.
  3. Πέραν τούτου, η μαρτυρία του ήταν σταθερή και δεν παρουσίασε οποιεσδήποτε ουσιαστικές αντιφάσεις που θα μπορούσαν να την κλονίσουν. Σε αντίθεση με τον κ. Μ., τα προσόντα, η εμπειρία και η επαγγελματική ενασχόληση του κ. Χ., δεν βρίσκουμε να αποτελούν στοιχεία που να τον θέτουν σε μια από τις υποπαραγράφους του άρθρου 8 της οδηγίας καθώς δεν είναι αναλογιστής και συνεπώς δεν εμπίπτει στην παράγραφο που αρχίζει με τις λέξεις «εταίρο μέλος ενός από τα σώματα επαγγελματικών αναλογιστών .», δεν έχει ισχυριστεί ότι κατέχει οποιαδήποτε από τα προσόντα / πιστοποιητικά που αναφέρονται στην παράγραφο που αρχίζει με τις λέξεις «κάτοχος αναγνωρισμένων επαγγελματικών προσόντων / πιστοποιητικών.», όπως επίσης δεν έχει ισχυριστεί ότι το όνομα του περιλαμβάνεται στο δημόσιο μητρώο πιστοποιημένων προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο που αρχίζει με τις λέξεις «πιστοποιημένο πρόσωπο.». Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του, παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει την Οδηγία «γιατί δεν είναι κάτι που δουλεύω» και ότι ουδέποτε έδωσε επενδυτική συμβουλή σε συνταξιοδοτικά ταμεία ή σε οποιαδήποτε νομικό πρόσωπο γενικότερα. Για όλα τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι ο κ. Χ. δεν τηρεί οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει η Οδηγία για να παρέχει υπηρεσίες σε επενδυτικά θέματα γενικής φύσης και ή σε συνταξιοδοτικά ταμεία. Συνεπώς, η μαρτυρία του κατά ποσό η διαχείριση του Ταμείου ήταν συνεπής και επιμελής, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εκληφθεί ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Πέραν των αντιφάσεων και παραλείψεων που εμπεριέχονται στην μελέτη του μάρτυρα και τις οποίες κατέδειξε ο κ. Μ. με τη συμπληρωματική έκθεση του ημερ. 29.11.2016 (Τεκ.6), περαιτέρω ενώ ισχυρίστηκε ότι η Δ.Ε. δεν μπορούσε να από-επενδύσει από μετοχές της Τράπεζας, εν τούτοις δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Δ.Ε. εξέτασε ένα τέτοιο ενδεχόμενο ή προσπάθησε αλλά δεν κατάφερε να από-επενδύσει. Ερωτηθείς αν από την έρευνα που έκανε υπήρχε απόφαση του Ταμείου για μη πώληση μετοχών της Τράπεζας γιατί θα επηρεαζόταν η αξία τους, ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι δεν γνωρίζει. Και ενώ ισχυρίστηκε ότι ο κ. Μ. δεν θα έπρεπε να συμπεριλάβει στους υπολογισμούς του για τη ζημιά του αποβιώσαντα το ταμείο προνοίας μετά την 1.1.1994, ερωτηθείς αν ο ίδιος έκανε τους υπολογισμούς του για να πει πόση είναι η ζημιά χωρίς να λάβει υπόψη το ταμείο αυτό, αρκέστηκε να πει ότι δεν έκανε υπολογισμό για ζημιά του αποβιώσαντος τη στιγμή που θεωρούν ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ζημιά. Σε νέα ερώτηση ότι η πλευρά του Αιτητή έκανε τους υπολογισμούς της χωρίς καν να λάβει υπόψη το ταμείο αυτό και ότι δεν διαφοροποιείται η εικόνα, αλλά αντίθετα επαυξάνεται η ζημιά, ο μάρτυρας δεν έδωσε καμία απάντηση. Μέσα από τη μαρτυρία του κ. Χ. προκύπτουν και ουσιαστικές αντιφάσεις που σχετίζονται με τη συνετή διαχείριση του Ταμείου. Ενδεικτικά, ο ισχυρισμός που προέβαλε ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του, ότι δεν νομίζει να αποτελεί σημαντικό στοιχείο κατά πόσο η διασπορά του κινδύνου είχε γίνει το 2006, 2008, 2010, 2012 ευρίσκεται σε πλήρη διάσταση με την από μέρους του αναγνώριση ότι το να έχεις όλα τα αυγά σου σε ένα καλάθι είναι επικίνδυνο, κάτι που σημαίνει ότι η Δ.Ε. έπρεπε να είχε αρχίσει άμεσα την από-επενδυση και όχι να περιμένει το 2008, 2010,
  4. Επίσης, ενώ ο Νόμος επέβαλλε τη κατάρτιση γραπτής δήλωσης των αρχών περί επενδυτικής πολιτικής από κάθε συνταξιοδοτικό ταμείο, ο μάρτυρας ερωτηθείς επί τούτου κατά την αντεξέταση του αρκέστηκε να πει ότι και να είχε δει τέτοια δήλωση δεν τη θυμάται «γιατί δεν ήταν ουσιαστικά στοιχείο στη δική του έκθεσης», γεγονός που τείνει να καταδείξει ότι ο μάρτυρας δεν κινήθηκε ως εμπειρογνώμονας «για υπηρεσίες σε επενδυτικά θέματα γενικής φύσεως» όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, και συνεπώς η μαρτυρία του δεν μπορεί να εξεταστεί και ούτε να γίνει αποδεκτή επ' αυτής της βάσης. Η μαρτυρία της Αιτήτριας επικεντρώνεται ουσιαστικά στον ισχυρισμό ότι προς τα τέλη του 2007 ο αποβιώσας σύζυγος της ήθελε να πάρει μια μελετημένη απόφαση κατά πόσο θα αφυπηρετούσε στα τέλη του ιδίου έτους, νοουμένου ότι θα πληροφορείτο εγκαίρως για το ακριβές ποσό που θα λάμβανε ως συνταξιοδοτικό ωφέλημα σε περίπτωση πρόωρης αφυπηρέτησης, κάτι που επιδίωξε και δεν τελεσφόρησε λόγω της αδράνειας αυτών στους οποίους απευθύνθηκε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι Καθ' ων η αίτηση ανακοίνωναν στα μέλη την αξία της μονάδας σε τακτά χρονικά διαστήματα που δεν είναι το ίδιο με την έγκαιρη ενημέρωση την οποία κάποιος μπορεί να αδράξει για να επωφεληθεί στην πράξη. Η θέση αυτή της Αιτήτριας αντίκρισε τη διαφωνία των δύο άλλων μαρτύρων για τους Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι ο αποβιώσας ενημερωνόταν ή μπορούσε να ενημερωθεί για την πορεία του Ταμείου. Παρόλο που η Αιτήτρια επικαλέστηκε απλώς πληροφορίες που έλαβε από τον αποβιώσαντα σύζυγο της, χωρίς να παραθέσει οποιαδήποτε αλλά στοιχεία, εν τούτοις η θέση της υποστηρίζεται και από την ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματική μαρτυρία που είναι το Πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης ημερ. 19.12.2007 (Τεκ.19). Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, η τιμή της μονάδας για υπαλλήλους που είχαν αποχωρήσει κατά τον Νοέμβριο 2007 καθορίστηκε μόλις στις 19.12.
  5. Άρα δεν ήταν δυνατό για κάποιο που θα ήθελε να αφυπηρετήσει πρόωρα τον Νοέμβριο 2007 να μάθει τότε τι αξία μονάδας θα εισέπραττε αν αποχωρούσε κατά τον εν λόγω μήνα. Ο κ. Σωκράτους κατά την αντεξέταση του επιβεβαίωσε ότι μέχρι τις 19.12.2007 το σύστημα καθορισμού της αξίας της μονάδας του Ταμείου ήταν "backward looking" - δηλαδή, αν για παράδειγμα αφυπηρετούσε κάποιος πρόωρα στις 10 κάποιου μήνα έπαιρνε την αξία της μονάδας που ίσχυε κατά το τέλος του προηγούμενου μήνα. Από το περιεχόμενο του Τεκ.19 αποδεικνύεται επίσης ότι το σύστημα καθορισμού της αξίας της μονάδας του Ταμείου άλλαξε από 19.12.2007 με αναδρομική ισχύ από 1.12.2007, με αποτέλεσμα όσα μέλη αποχωρούσαν από την Τράπεζα αρχής γενομένης από τον Δεκέμβριο 2007 και μετά, λάμβαναν την αξία της μονάδας που θα αποκρυσταλλωνόταν κατά το τέλος του μήνα της αποχώρησης. Άρα αρχής γενομένης από τον Δεκέμβριο 2007 και μετά, δεν ήταν δυνατό για κάποιο που ήθελε να αφυπηρετήσει πρόωρα κατά τη διάρκεια κάποιου μήνα λ.χ. του Δεκεμβρίου 2007 - να μάθει διαρκούντος του μήνα την αξία της μονάδας που θα εισέπραττε αν αποχωρούσε τον ίδιο μήνα. Βεβαίως ακόμα και αν στις 19.12.2007 είχε ανακοινωθεί η αξία της μονάδας που θα εισέπραττε κάποιος που θα αφυπηρετούσε εντός του Δεκέμβρη και πάλι ο αποβιώσας δεν θα προλάβαινε να αφυπηρετήσει έγκαιρα προκειμένου να εισπράξει την εν λόγω αξία, γιατί σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.24/67 έπρεπε να δώσει την ελάχιστη νενομισμένη περίοδο προειδοποίησης στον εργοδότη του η οποία με τη συμπλήρωση πέντε χρόνων συνεχούς απασχόλησης είναι τρεις εβδομάδες. Συνεπώς, σε μια τέτοια περίπτωση η αφυπηρέτηση του αποβιώσαντος θα τίθετο σε ισχύ κατά τις 10.1.2008, οπόταν θα ανέμενε να εισπράξει την αξία της μονάδας όπως αυτή θα διαμορφωνόταν στις 31.1.2008, καθώς όποιος έφευγε από την Τράπεζα αρχής γενομένης από τον Δεκέμβριο 2007 και μετά, έπαιρνε την αξία της μονάδας που θα αποκρυσταλλωνόταν κατά το τέλος του μήνα της αποχώρησης. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, οι ισχυρισμοί του κ. Σωκράτους ότι η παραμονή του αποβιώσαντος στην Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής, δεν βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα, καθώς και ο ίδιος γνώριζε ότι από 1.11.2007 μέχρι και 19.12.2007 τα μέλη του Ταμείου βρίσκονταν στο σκοτάδι αναφορικά με την αξία της μονάδας τους, ενώ αρχής γενομένης από 19.12.2007, με αναδρομική ισχύ από 1.12.2007, το σύστημα καθορισμού της αξίας της μονάδας του Ταμείου είχε αλλάξει. Επομένως δεν μπορούμε να δεχθούμε τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι ο αποβιώσας γνώριζε τι θα λάμβανε από το Ταμείο εάν αφυπηρετούσε πρόωρα. Και ενώ επίσης παραδέχεται ότι η αξία της μονάδας θα μπορούσε να κοινοποιηθεί στα μέλη μέσω email χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία, προφασιζόμενος ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει ένεκα κενού του Καταστατικού, την ίδια ώρα ισχυρίζεται ότι ένα μέλος μπορούσε να τηλεφωνεί στον κ. Αντώνη Βασιλείου για την αξία της μονάδας χωρίς να επικαλείται οποιοδήποτε εμπόδιο. Είμεθα της γνώμης ότι από τη στιγμή που παρεχόταν στην Δ.Ε. η ευχέρεια να ενημερώνει τα μέλη τηλεφωνικώς για τη μονάδα δεν προέκυπτε κανένα εμπόδιο να δίδετο ανάλογη εντολή στον κ. Βασιλείου να αποστέλλει μέσω email σε όλα τα μέλη του Ταμείου την αξία της μονάδας αμέσως μετά τον υπολογισμό της, προκειμένου το κάθε μέλος να λάμβανε την απόφαση του κατά πόσο θα ήταν προς το συμφέρον του να αφυπηρετήσει πρόωρα ή όχι. Συνεπώς κι αν ακόμη ο αποβιώσας λάμβανε μέρος στις Γ.Σ., όπως ισχυρίστηκε ο μάρτυρας και ότι ήταν γνώστης της όλης κατάστασης του Ταμείου, ωστόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν βρίσκουμε να του παρεχόταν η ευχέρεια να πάρει μια μελετημένη απόφαση πρόωρης αφυπηρέτησης όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Το ίδιο πιστεύουμε ότι ισχύει και για τα όσα ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι ο Αιτητής θα μπορούσε να αφυπηρετήσει στη διάρκεια των εννέα πρώτων μηνών του 2008, αποκομίζοντας σημαντικό όφελος, καθώς η κατάσταση δεν φαίνεται να είχε διαφοροποιηθεί και η τιμή της μονάδας, λόγω της απότομης πτώσης της μετοχής της Τράπεζας από τις αρχές του 2008 ήταν απρόβλεπτη. Στο μέρος της δήλωσης του που τιτλοφορείται «Πώληση Μετοχών Λαϊκής Τράπεζας» ο μάρτυρας κατέθεσε επί εξειδικευμένων γνώσεων οι οποίες δεν μπορούν να αποτελέσουν αποδεχτή μαρτυρία καθώς ο μάρτυρας, όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε, δεν είναι εμπειρογνώμονας. Κατά δεύτερο λόγο τέτοια στοιχεία δεν έχουν τεθεί στον κ. Μ. για σχολιασμό. Ο κ. Β. ως τρίτος μάρτυρας για τους Καθ' ων η αίτηση είναι το άτομο στο οποίο ανατέθηκε η τηλεφωνική ενημέρωση προς τα μέλη για την αξία της μονάδας. Ο εν λόγω μάρτυρας παρόλο που ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσας αποτάθηκε κάποιες φορές κοντά του, εν τούτοις δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες για το πότε έγιναν και τι λέχθηκε κατά τις εν λόγω τηλεφωνικές επαφές. Ο μάρτυρας δεν ήταν επίσης σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς το ποσοστό ή τον αριθμό των μετοχών της Τράπεζας που κατείχε το Ταμείο κατά την περίοδο από 2006 έως 2008 ή την αξία τους σε μηνιαία βάση. Επίσης από το Πρακτικό Συνεδρίας της Γ.Σ. ημερ. 30.5.2007 (Τεκ.18) και με τα όσα ο μάρτυρας εμμέσως πλην σαφώς παραδέχθηκε, διαφαίνεται ότι μέχρι και τις 30.5.2007 δεν είχε ακόμη υπολογιστεί η τελική αξία της μονάδας ημερ. 30.4.2007, γεγονός που απέβαινε εις βάρος των μελών του Ταμείου, που χρειάζονταν οπωσδήποτε έγκαιρη ενημέρωση προκειμένου να μπορούν να λαμβάνουν μελετημένες αποφάσεις αναφορικά με το κατά πόσο θα ήταν προς το συμφέρον τους να αφυπηρετούσαν πρόωρα ή όχι. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση αναπτύσσοντας τις νομικές τους θέσεις σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, εισηγήθηκαν μεταξύ άλλων ότι οι ισχυρισμοί περί αμέλειας παρέμειναν μετέωροι και χωρίς ίχνος μαρτυρίας αφού το άρθρο 9(β) του Καταστατικού που είναι το συμβόλαιο που διέπει τις σχέσεις μελών και Ταμείου ρητά προνοεί ότι όλες οι επενδυτικές αποφάσεις λαμβάνονται μετά από έγκριση της Τράπεζας. Επίσης ότι η νομοθεσία εξαίρεσε τα Ταμεία Προνοίας Τραπεζών από την απαγόρευση επένδυσης στην επιχείρηση του Εργοδότη και ότι η επενδυτική πολιτική του Ταμείου ήταν συγκεκριμένη και αποσκοπούσε στη μεγιστοποίηση των αποδόσεων του. Είναι περαιτέρω εισήγηση τους ότι καμία νομοθετική υποχρέωση δεν παραβιάστηκε από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση και ούτε μπορεί να γίνει πιστευτή ή εύκολα αποδεκτή η θέση ότι η αρχή της συνετούς διαχείρισης όπως την επικαλείται η πλευρά της Αιτήτριας είναι ανεξάρτητη από τη νομοθετική πρόνοια του άρθρου 51
(3)του Ν.146(Ι)/2006 το οποίο προνοεί ότι το άρθρο 32
(1)(στ) τίθεται σε «.εφαρμογή από τις 23.9.2010 στα Ταμεία...». Τα Ταμεία Προνοίας διέπονται από τον περί Ταμείων Προνοίας Νόμο του 1981 ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Νόμου που είναι ταυτόσημο με το αντίστοιχο άρθρο του Ν.146(Ι)/2006: «Το ταμείον προνοίας αποκτά νομικήν προσωπικότητα επί τη εγγραφή του εις το μητρώον, η οποία απόλλυται επί τη διαλύσει του ταμείου.» Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου: 4.-
(1)Το ταμείον προνοίας διοικείται υπό Διαχειριστικής Επιτροπής ..
(2)Η Διαχειριστική Επιτροπή εκάστου ταμείου προνοίας επιμελείται των υποθέσεων του ταμείου και αντιπροσωπεύει τούτο δικαστικώς και εξωδίκως.
(3)Η έκτασις της εξουσίας της Διαχειριστικής Επιτροπής προσδιορίζεται εκ του καταστατικού, ο δε προσδιορισμός ούτος ισχύει και έναντι τρίτου. Η εξουσία αυτής εν αμφιβολία εκτείνεται και εις πάσαν συναφή πράξιν. ..» Σύμφωνα με το άρθρο 24 του Νόμου: «24.-
(1)Οιαδήποτε χρήματα αποτελούντα περιουσίαν ταμείου προνοίας επενδύονται υπό της Διαχειριστικής Επιτροπής αυτού εκ μέρους του τοιούτου ταμείου, συμφώνως αρχών και γενικών οδηγιών, εκδιδομένων από καιρού εις καιρόν υπό του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν διαβουλεύσεων μετά του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος του ιδρυθέντος δυνάμει του περί Ωρών Απασχολήσεως Νόμου.
(2)Απαγορεύεται η επένδυση οποιωνδήποτε χρημάτων τα οποία αποτελούν περιουσία Ταμείου Προνοίας σε επιχείρηση του εργοδότη ή η κατάθεση τους σε λογαριασμό όψεως ή προθεσμίας του εργοδότη, εκτός αν πρόκειται για Ταμείο Προνοίας το οποίο λειτουργεί για μισθωτούς τραπεζών ή συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων.» Σύμφωνα με το άρθρο 9 του καταστατικού του Ταμείου (Τεκ.23): «(α) Η περιουσία του ταμείου κρατείται σε χωριστό λογαριασμό στην τράπεζα, στο όνομα των μελών της Διαχειριστικής Επιτροπής, τα οποία θα είναι θεματοφύλακες της περιουσίας του Ταμείου. Οι κοινές καταθέσεις του ταμείου θα λαμβάνουν τόκο κατά ½% μεγαλύτερο του προεξοφλητικού τόκου που ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα. (β) Η διαχειριστική Επιτροπή, ύστερα από έγκριση της Τράπεζας δικαιούται να επενδύει τα κεφάλαια του ταμείου ή μέρος από αυτά, κατά την απόλυτη της κρίση και σύμφωνα με αρχές και οδηγίες που εκδίδονται από καιρό σε καιρό από τον Υπουργό Οικονομικών, με σκοπό την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των κεφαλαίων αυτών προς όφελος του Ταμείου. Σε τέτοια περίπτωση η Τράπεζα εγγυάται ανέκκλητα όλα τα δικαιώματα των μελών, τα οποία απορρέουν από το Καταστατικό ή και τους κανονισμούς του Σχεδίου Φιλοδωρήματος της Τράπεζας (Bank's Retirement Bonus Scheme).» Είναι φανερό από το γράμμα του Νόμου, ότι το Ταμείο Προνοίας με την εγγραφή του στο μητρώο Ταμείων Προνοίας, απέκτησε ξεχωριστή νομική οντότητα που διακρίνεται απ' αυτή της Δ.Ε. που το διοικεί και της Τράπεζα ως εργοδότη των μελών του. Η Δ.Ε. ως θεματοφύλακας του Ταμείου Προνοίας έχει κάθε υποχρέωση να επιμελείται των υποθέσεων του Ταμείου σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, τις αρχές και οδηγίες που έχουν εκδοθεί από τον Υπουργό Οικονομικών, με σκοπό την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των κεφαλαίων του προς όφελος των μελών του, τους κανονισμούς και διατάξεις που περιέχονται στο καταστατικό του. Το γεγονός ότι το άρθρο 9(β) του Καταστατικού παρέχει στη Δ.Ε. το δικαίωμα να επενδύει τα κεφάλαια του Ταμείου ή μέρος απ' αυτά, κατά την απόλυτη της κρίση, μετά από έγκριση της Τράπεζας, σε καμία περίπτωση δεν περιορίζει τις υποχρεώσεις της Δ.Ε. έναντι του Ταμείου και των μελών του για μία σωστή και συνετή διαχείριση. Είναι αυτονόητο ότι η περιουσία του Ταμείου Προνοίας σε κάθε δεδομένη στιγμή ανήκει στα μέλη τα οποία το αποτελούν και όχι σε οποιονδήποτε άλλο. Η παροχή δικαιώματος στην Τράπεζα να καθορίζει την επενδυτική πολιτική του Ταμείου, έχοντας τον αποφασιστικό λόγο στο κατά πόσο η Δ.Ε. θα προχωρήσει σε επένδυση των κεφαλαίων του Ταμείου, προκαλεί σύγχυση και σύγκρουση στα συμφέροντα των ίδιων των μελών του Ταμείου και αντιβαίνει των προστατευτικών διατάξεων του άρθρου 32
(1)του Ν. 146(Ι)/2006 περί συνετής διαχείρισης των ταμείων προνοίας, όπου με τη εισαγωγή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2003/41 επιδιώκεται η προστασία των επενδύσεων των ταμείων προνοίας από κάποιο συγκεκριμένο επενδυτικό στοιχεία ή κάποιο συγκεκριμένο εκδότη και τον περιορισμό των επενδύσεων της στην χρηματοδοτούσα επιχείρηση που εν προκειμένω δεν είναι άλλη από την Τράπεζα, στη οποία το Ταμείο κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε επενδυμένο σε μετοχές το 88% σχεδόν του κεφαλαίου του και συνεπώς ήταν επόμενο η Τράπεζα να μην εγκρίνει την οποιαδήποτε επενδυτική απόφαση της Δ.Ε. εάν αυτή αντέβαινε των δικών της συμφερόντων. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του κ. Χ. ο οποίος αναφέρθηκε σε ηθική υποχρέωση της Δ.Ε. προς την Τράπεζα και τη μετοχή να μην προβαίνει σε εκποίηση σημαντικού αριθμού μετοχών που θα επηρέαζε αρνητικά την τιμή της μετοχής και ενδεχομένως την αξία του Ταμείου. Επιβεβαιώνεται επίσης και από την «Ανακοίνωση προς τα Μέλη του Ταμείου» που εξέδωσε η Δ.Ε. στις 12.7.2013, η οποία επισυνάπτεται στην τρίτη συμπληρωματική έκθεση του κ. Μ. (Τεκ.6) και την οποία παραθέτουμε: «Όπως γνωρίζεται η διαχείριση του Ταμείου Προνοίας του προσωπικού βρισκόταν μέχρι τις αρχές Απριλίου 2013 στην απόλυση δικαιοδοσία και κάτω από τον πλήρη έλεγχο της Τράπεζας. Η Τράπεζα διόριζε 2 από τα 3 μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής, είχε τον πρώτο και τελευταίο λόγο στις αποφάσεις για τις επενδύσεις του Ταμείου και μάλιστα αρνήθηκε να επιτρέψει την διασπορά του κινδύνου παρά τις προσπάθειες κάποιων από τα μέλη.» Περαιτέρω, ούτε και η επενδυτική πολιτική του Ταμείου, όπως ισχυρίστηκε ο κ. Σ. και υποστήριξαν οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους, θα μπορούσε να συνδεθεί ή να εξαρτηθεί από την εγγύηση του Φιλοδωρήματος Αφυπηρέτησης που παρείχε η Τράπεζα και το οποίο στην περίπτωση του Αιτητή ανερχόταν σε 80 μηνιαίους μισθούς. Όπως ανέφερε ο κ. Μ. κατά την αντεξέταση του, ο ίδιος ως αναλογιστής δεν καταλαβαίνει τη λέξη εγγυημένο και δεν το δέχεται. Ότι δεν υπάρχει εγγυημένο και γι' αυτό η νομοθεσία λέει να μην βασίζεστε στον άνθρωπο που λέει εγγυημένο γιατί δεν είναι εγγυημένο, τόσο απλά. Ο μάρτυρας, από τη θέση του ως αναλογιστής εμπειρογνώμονας, υποστήριξε με την πρώτη έκθεση του ημερ. 21.2.2011, ότι με το να παίρνει μια Δ.Ε. ενός ταμείου προνοίας αυξημένα επενδυτικά ρίσκα στηριζόμενη στην «εγγύηση» καταβολής ενός ποσού από τον εργοδότη, ενδέχεται σε περίπτωση οικονομικής κρίσης να υπάρχει ο κίνδυνος να συμβούν δύο κακά ταυτόχρονα: αφενός, κατάρρευση των επενδύσεων του ταμείου με αποτέλεσμα την απώλεια των ωφελημάτων των μελών, και, αφετέρου, κατάρρευση του εργοδότη με αποτέλεσμα τόσο την απώλεια εργασίας των μελών όσο και της καταβολής του «εγγυημένου» από τον εργοδότη ποσού. Θέση την οποία επιβεβαίωσαν τα γνωστά γεγονότα με την κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας τον Μάρτιο 2013. Περαιτέρω από τα όσα καταγράφονται στα «Πρακτικά Συνεδρίας της Δ.Ε. ημερ. 30.5.2007» (Τεκ.18), ο Διευθυντής του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων είχε ήδη ενημερώσει την Δ.Ε. του Ταμείου ότι το «Φιλοδώρημα Αφυπηρέτησης» που έδινε η Τράπεζα στους υπαλλήλους της «δεν έχει καμία σχέση» με τα του Ταμείου και «ούτε μπορεί αν γίνει αποδεκτό να περιληφθεί στους κανονισμούς του Ταμείου μια τέτοια πρόνοια». Συνεπώς, από το 2007 η Δ.Ε. γνώριζε ότι κατά την άποψη του επόπτη ταμείων προνοίας, το «Φιλοδώρημα Αφυπηρέτησης» που έδινε η Τράπεζα στους υπαλλήλους της δεν έπρεπε να συγχέεται με τα της διαχείρισης του Ταμείου. Ο κ. Σ. επικαλούμενος το άρθρο 24
(2)του Ν.44/81, ισχυρίστηκε ότι η επένδυση στην επιχείρηση του εργοδότη δηλαδή της Τράπεζας επιτρεπόταν χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό και ότι η επενδυτική πολιτική του Ταμείου ήταν συγκεκριμένη και αποσκοπούσε στη μεγιστοποίηση των αποδόσεων του. Είναι φανερό από το γράμμα της πιο πάνω διάταξης ότι ο νομοθέτης εξαιρεί τα ταμεία προνοίας που λειτουργούν για μισθωτούς τραπεζών ή συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων, από τον κανόνα της μη επένδυσης χρημάτων που αποτελούν περιουσία ταμείου προνοίας σε επιχείρηση του εργοδότη. Ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν συνάδει με τις επιταγές της συνετής διαχείρισης και τους κανόνες που απαριθμούνται στο άρθρο 32
(1)του Ν.146(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 50 του Ν.146(Ι)/2006:
  2. -Όλες οι διατάξεις του παρόντος Νόμου θεωρούνται ειδικές διατάξεις ως προς το θέμα που ρυθμίζει η κάθε μία και οποιεσδήποτε διατάξεις σε οποιοδήποτε άλλο νόμο, οι οποίες αντίκεινται σε διάταξη του παρόντος Νόμου, δεν εφαρμόζονται με την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου. Συνεπώς, με την έναρξη ισχύος του Ν.146(Ι)/2006 το άρθρο 24
(2)του Ν.44/81 έπαυσε να εφαρμόζεται. Σημειωτέον, ότι η χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό υπέρ-επένδυση σε μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας, που εξασφάλιζε την προοπτική υψηλών αποδόσεων για το Ταμείο με βάση τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση, δεν τεκμηριώνεται από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα, στη μόνη έκθεση αναλογιστή που φαίνεται να εξασφάλισαν οι Καθ' ων η αίτηση στις 27.9.2002, αναφέρονται τα ακόλουθα, το περιεχόμενο των οποίων μιλά από μόνο του. «Τέλος, λόγω του ότι το μεγαλύτερο μέρος του Ταμείου είναι επενδυμένο σε μετοχές αυτή η αστάθεια σημείωσε ασυνήθιστα ψηλές αυξήσεις και μειώσεις. Θα ήταν καλό η διαχειριστική επιτροπή του Ταμείου να μελετήσει και να υιοθετήσει τέτοια επενδυτική πολιτική βάση της οποίας να αποφεύγονται στο μέγιστο δυνατό οι ασυνήθιστα μεγάλες και απότομες αυξήσεις και μειώσεις. Σίγουρα μια από τις κινήσεις οι οποίες πρέπει να γίνουν είναι η μείωση του ποσοστού του Ταμείου που είναι επενδυμένο σε μετοχές σε ένα πιο λογικό επίπεδο.» Σύμφωνα με το άρθρο 32
(1)του Ν.146(Ι)/2006: «32. -
(1)Η Αρμόδια Αρχή απαιτεί από κάθε Ταμείο, να επενδύει σύμφωνα με τις επιταγές της συνετής διαχείρισης και ιδιαίτερα σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες: (α) Τα στοιχεία του ενεργητικού επενδύονται με γνώμονα την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μελών και των δικαιούχων: Νοείται ότι, σε περίπτωση πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, το Ταμείο ή ο φορέας που χειρίζεται το χαρτοφυλάκιό του εξασφαλίζει ότι η επένδυση γίνεται αποκλειστικά προς το συμφέρον των μελών και των δικαιούχων· (β) τα στοιχεία του ενεργητικού επενδύονται κατά τρόπο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια, ποιότητα, ρευστότητα και κερδοφορία του χαρτοφυλακίου στο σύνολό του: Νοείται ότι, το ενεργητικό που προορίζεται για την κάλυψη των τεχνικών αποθεματικών επενδύεται κατά τρόπο προσιδιάζοντα στη φύση και τη διάρκεια των προσδοκώμενων συνταξιοδοτικών παροχών· (γ) το ενεργητικό επενδύεται πρωτίστως σε οργανωμένες αγορές, ενώ το τμήμα που επενδύεται σε στοιχεία μη εισηγμένα προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένες χρηματοοικονομικές αγορές, παραμένει σε κάθε περίπτωση, σε συνετά επίπεδα· (δ) (
  1. i)η επένδυση σε παράγωγα μέσα είναι δυνατή όταν συμβάλλει στη μείωση των επενδυτικών κινδύνων ή διευκολύνει την αποτελεσματική διαχείριση του χαρτοφυλακίου· (
  2. ii)η εκτίμηση των παραγώγων γίνεται με σύνεση, λαμβανομένου υπόψη του αντίστοιχου τμήματος του ενεργητικού, ενώ τα παράγωγα περιλαμβάνονται στην αποτίμηση του ενεργητικού του Ταμείου· (iii) το Ταμείο αποφεύγει την υπερβολική έκθεση στους κινδύνους του ενός και μοναδικού αντισυμβαλλομένου, καθώς και άλλων πράξεων, με αντικείμενο παράγωγα μέσα· (ε) (
  3. i)τα στοιχεία του ενεργητικού είναι διαφοροποιημένα όπως αρμόζει και κατά τρόπο, έτσι ώστε να αποφεύγεται η υπέρμετρη εξάρτηση από κάποιο συγκεκριμένο επενδυτικό στοιχείο του ή κάποιο συγκεκριμένο εκδότη ή όμιλο επιχειρήσεων αλλά και η συσσώρευση κινδύνων στο χαρτοφυλάκιο συνολικά· (
  4. ii)οι επενδύσεις σε στοιχεία εκδοθέντα από τον ίδιο εκδότη ή από εκδότες, οι οποίοι ανήκουν στον ίδιο όμιλο, δεν εκθέτουν το Ταμείο σε συσσωρευμένους κινδύνους· (στ) η επένδυση στη χρηματοδοτούσα επιχείρηση δεν υπερβαίνει το πέντε επί τοις εκατόν (5%) του συνόλου του χαρτοφυλακίου και όταν η χρηματοδοτούσα επιχείρηση ανήκει σε όμιλο, η επένδυση στις επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τη χρηματοδοτούσα επιχείρηση δεν υπερβαίνει το δέκα επί τοις εκατόν (10%) του χαρτοφυλακίου: Νοείται ότι, εάν το Ταμείο χρηματοδοτείται από περισσότερες της μίας επιχείρησης, η επένδυση στις επιχειρήσεις αυτές γίνεται με σύνεση. (ζ) Οι απαιτήσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (ε) και (στ) δεν εφαρμόζονται σε επενδύσεις σε κρατικά ομόλογα» Σύμφωνα με το άρθρο 51
(3)του νόμου 146(Ι)/2006: «..
(3)Παρά τις διατάξεις του εδαφίου 1 το άρθρο 32
(1)(στ) τίθεται σε εφαρμογή από τις 23 Σεπτεμβρίου 2010 στα Ταμεία, τα οποία είναι εγκατεστημένα στη Δημοκρατία: Νοείται ότι, τα Ταμεία που επιθυμούν να διαχειριστούν συνταξιοδοτικά συστήματα σε διασυνοριακή βάση, κατά την έννοια του άρθρου 36, δεν προβαίνουν στη διαχείριση αυτή μέχρι να συμμορφωθούν με τον παρόντα Νόμο και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς.» Προφανώς, από το γράμμα των μεταβατικών διατάξεων του Ν.146(Ι)/2006, οι πρόνοιες του άρθρου 32
(1)(στ) τίθεντο σε εφαρμογή από τις 23.9.2010. Ωστόσο η μη άμεση εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να περιορίσει την εφαρμογή των επιταγών της συνετής διαχείρισης ή των κανόνων σύμφωνα με τους οποίους η Αρμόδια Αρχή απαιτεί από κάθε Ταμείο να επενδύει. Όπως εξήγησε ο κ. Μ., παρόλο που οι πρόνοιες του άρθρου 32
(1)(στ) δεν χρήζουν άμεσης εφαρμογής, εν τούτοις στην προκείμενη περίπτωση το Ταμείο θα έπρεπε να ενεργήσει άμεσα, αφού η περιουσία του ήταν επενδυμένη σε ένα τεράστιο ποσοστό του εργοδότη (Τράπεζας) που δεν επέτρεπε την από-επενδυση από τη μια μέρα στην άλλη. Ο μάρτυρας ανέπτυξε το σενάριο της σταδιακής πώλησης των μετοχών που σε τελικό στάδιο θα απέφερε σημαντικά κέρδη στο Ταμείο και στα μέλη ειδικότερα. Επομένως, μπορεί ο Νομοθέτης να έδωσε χρόνο στα Ταμεία να από-επενδύσουν από μετοχές της χρηματοδοτούσας επιχείρησης δηλαδή του εργοδότη, στην προκείμενη ωστόσο περίπτωση η κατοχή υψηλού ποσοστού μετοχών της Τράπεζας αποτελούσε υπέρμετρη εξάρτηση του Ταμείου από κάποιο συγκεκριμένο επενδυτικό στοιχείο και συσσώρευση κινδύνου που οπωσδήποτε επέβαλλε τη άμεση λήψη μέτρων προς συμμόρφωση με τις επιταγές της συνετής διαχείρισης και τους υπόλοιπους κανόνες που προβλέπονται στο άρθρο 32
(1)του Νόμου, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια, ποιότητα, ρευστότητα και κερδοφορία του χαρτοφυλακίου του Ταμείου στο σύνολο του. Διαφορετικά το Ταμείο θα ήταν υποχρεωμένο να υπομείνει στις οποιεσδήποτε αλλαγές ήθελε υποστεί η επένδυση στο εργοδότη με όλες τις συνεπαγόμενες επιπτώσεις που σε τελικό στάδιο έχουν επιβεβαιωθεί με τα όσα ο κ. Μ. ως εμπειρογνώμονας κατέθεσε στο Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο κ. Μ. και που εμπεριέχονται στις Οικονομικές Καταστάσεις του Ταμείου για τα έτη 2006 και 2008, στις 31.12.2006 η αξία του ενεργητικού του Ταμείου (με συνεισφορές μέχρι 31.12.1993) ανερχόταν στις ΛΚ.88.536.286 εκ των οποίων οι ΛΚ77.667.235 ή ποσοστό 87.72% ήταν επενδυμένες σε μετοχές και δικαιώματα αγοράς μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας. Δύο χρόνια μετά και δη στις 31.12.2008, η αξία του ενεργητικού του Ταμείου (με συνεισφορές μέχρι 31.12.1993) μειώθηκε στο ποσό των €39.010.144 (ήτοι ΛΚ.22.831.623) εκ των οποίων τα €34.372.363 ή ποσοστό €88.11% ήταν επενδυμένο σε μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας. Σύμφωνα επίσης με τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία που αναφέρει στην πρώτη έκθεση του ο κ. Χ., κατά την ίδια περίοδο μεταξύ 31.12.2006 και 31.12.2008, η αξία της μονάδας του Ταμείου είχε πέσει στα €15.7 από €40.66 (μία πτώση της τάξης του 61+%) συμπαρασυρόμενη από την πτώση της τιμής της μετοχής της Λαϊκής Τράπεζας από €7.26 στα €1.93 και τούτο λόγω της μη λήψης οποιονδήποτε μέτρων για από-επένδυση από την υπέρμετρη εξάρτηση των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου από την μετοχή της Τράπεζας, σε αντίθεση με τις επιταγές της συνετής διαχείρισης και των υπόλοιπων κανόνων που προβλέπονται στο άρθρο 32
(1)του Νόμου του
  1. Ο κ. Σ. κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Δ.Ε. τελούσε υπό την εντύπωση δυνάμει νομικής συμβουλής ότι ο Νόμος του 2006 δεν ίσχυε στο Ταμείο. Τέτοια νομική συμβουλή ωστόσο ουδέποτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Όμως, σύμφωνα με καθιερωμένες νομικές αρχές του Αγγλικού δικαίου, όπου ο θεματοφύλακας ενός συνταξιοδοτικού ταμείου έχει αμφιβολίες ως προς τις εξουσίες και τις υποχρεώσεις του, θα πρέπει να λαμβάνει νομικής συμβουλή (Nestle v National Westminster bank [1992] EWCA Civ 12 (06 May 1992). Από τα στοιχεία επίσης που έχουμε θέσει πιο πάνω κατά την εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων, είναι φανερό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Δ.Ε. του Ταμείου γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι το Ταμείο διέπετο από τον Ν. 146(Ι)/
  2. Εντούτοις κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έτεινε να καταδείξει την πρόθεση της Δ.Ε. να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Νόμου. Συγκεκριμένα, ενώ επικαλούνται το άρθρο 9(β) του καταστατικού και ισχυρίζονται ότι για τη επένδυση των κεφαλαίων του Ταμείου απαιτείτο η έγκριση της Τράπεζας, εν τούτοις κανένα διάβημα δεν φαίνεται να έγινε και καμιά απόφαση δεν φαίνεται να κοινοποιήθηκε στην Τράπεζα από τη Δ.Ε. που έτεινε να καταδείξει την πρόθεση της για συμμόρφωση με τις σχετικές επιταγές του Νόμου. Ο κ. Χ., όπως ήδη έχουμε αναφέρει, ενώ ισχυρίστηκε ότι η Δ.Ε. δεν μπορούσε να από-επενδύσει από μετοχές της Τράπεζας γιατί θα επηρεαζόταν η αξία της μετοχής, εν τούτοις δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Δ.Ε. εξέτασε ένα τέτοιο ενδεχόμενο ή προσπάθησε αλλά δεν κατάφερε να από-επενδύσει. Ερωτηθείς επίσης εάν από την έρευνα του, υπήρχε απόφαση για μη πώληση μετοχών γιατί θα επηρεαζόταν η αξία της, ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι δεν γνωρίζει. Είναι λοιπόν φανερό ότι η Δ.Ε. δεν προέβη σε κανένα διάβημα προς αυτό τον σκοπό. Αντίθετα, όπως έχουμε επισημάνει, οι στρατηγικές του Ταμείου καθορίζονταν από την Τράπεζα και όχι με βάση τις επιταγές της συνετής διαχείρισης. Επίσης, για την επίδικη περίοδο, οι Καθ' ων η αίτηση δεν παρουσίασαν καμία συμβουλή από ειδικούς σε θέματα επενδύσεων που να αφορά συνταξιοδοτικά ταμεία. Νομολογιακά, παρόλο που ένας θεματοφύλακας δεν είναι υποχρεωμένος να έχει εξειδικευμένη γνώση, εν τούτοις όπου απαιτείται εξειδικευμένη γνώση, ο θεματοφύλακας (δηλαδή ο διαχειριστής του Ταμείου) θα πρέπει να λάβει επαγγελματική συμβουλή (Re Whiteley). Πιθανόν να θεωρηθεί αμέλεια από πλευράς του θεματοφύλακα σε περίπτωση που αποτύχει να λάβει και να ακολουθήσει μια τέτοια επαγγελματική συμβουλή όπου αυτή απαιτείται. Εν προκειμένω, τέτοια επαγγελματική συμβουλή που θα αφορούσε την επίδικη περίοδο κρίνετο αναγκαία ενόψει και των προκλήσεων που αντιμετώπιζε το Ταμείο, μεταξύ των οποίων η ανάγκη για εναρμόνιση με τις επιταγές του Νόμου του 2006 και η ανάγκη συνετής διαχείρισης των επενδύσεων του. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι με τη συνεχή υπέρ-έκθεση του Ταμείου σε μετοχές της Τράπεζας κατά την περίοδο από 31.12.2006 - 31.12.2008 και με τα καταστροφικά αποτελέσματα που αυτό είχε επί της αξίας της μονάδας των μελών, οι Καθ' ων η αίτηση ενέργησαν κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 32
(1)(α) και (ε) του Νόμου 146(Ι)/
  1. Όπως αναφέρεται στις Οικονομικές Καταστάσεις του Ταμείου για τα έτος 2011 είναι μόλις το 2010, δηλαδή 4 σχεδόν χρόνια μετά τη δημοσίευση του Νόμου και σχεδόν δύο χρόνια από την αφυπηρέτηση του αποβιώσαντος, που ξεκίνησε η διαδικασία ρευστοποίησης μετοχών για συμμόρφωση με την Κοινοτική Οδηγία και τον Ν.146(Ι)/
  2. Από τη αρχική επίσης έκθεση του κ. Χ. φαίνεται ότι μέχρι τις 18.7.2012 και δη δύο σχεδόν χρόνια μετά την εκπνοή του χρόνου για συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)(στ) που έθετε το άρθρο 51
(3), το Ταμείο βρισκόταν ακόμη σε παράβαση των προνοιών του Νόμου, καθώς οι επενδύσεις του σε μετοχές της Τράπεζας ανέρχονταν περίπου στο 7% ξεπερνώντας έτσι το νόμιμο όριο του 5%. Κατά παραδοχή επίσης του κ. Σωκράτους, το Ταμείο δεν κατάρτισε γραπτή δήλωση των αρχών περί επενδυτικής πολιτικής για την περίοδο από 17.11.2006 - 31.12.2008, κατά παράβαση του άρθρου 23 του Ν.146(Ι)/2006, που όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο κ. Μ., δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως «το πιο σημαντικό νομικό έγγραφο του Ταμείου Προνοίας μετά το καταστατικό». Ελλείψει μιας τέτοιας επενδυτικής πολιτικής παρείχε στην Τράπεζα τον αποφασιστικό ρόλο να αποφασίζει την επενδυτική πολιτική του Ταμείου στη βάση των δικών της συμφερόντων και κατά παράβαση των επιταγών του Νόμου για συνετή διαχείριση. Η Δ.Ε. ως θεματοφύλακας του Ταμείου είχε κάθε υποχρέωση να επιμελείται των υποθέσεων του Ταμείου σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, τους κανονισμούς και διατάξεις που περιέχονται στο Καταστατικό του. Σε ότι αφορά την υπό των Καθ' ων η αίτηση παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας προς τα μέλη του Ταμείου, στη συμπληρωματική έκθεση του κ. Μ. ημερ. 11.3.2015 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «...άρθρο με τίτλο ""Prudent Person Rule" Standard For The investment Of Pension Fund Assets" του Russell Galer που δημοσιεύτηκε στην έκδοση "Financial Market Trends" (του Organization for Economic Cooperation and Development ("OECD")) το Νοέμβριο του 2002 (http://wwvy.oecd.org/finance/private-pensions/2488700.pdf) Στο άρθρο του Galer αναφέρονται χαρακτηριστικά τα εξής σε σχέση με το «prudent person rule" που είναι ένας εναλλακτικός τρόπος περιγραφής της αρχής της «συνετής διαχείρισης» ("prudent management") (σσ.45-47): "...The prudent person rule can generally be stated in terms of the following broad principle: A fiduciary must discharge his or her duties with the care, skill, prudence and diligence that a prudent person acting in a like capacity would use in the conduct of an enterprise of like character and aims. . The prudent person rule has its roots in trust law. . There is nothing inherently sacred....about the trust form. A prudent person rule could be established and applied under different legal forms in countries without a law of trusts. Thus, contract law, for instance, may be used as the basis for establishing and enforcing a prudent person rule for pension fund officials and investment managers. Indeed, the broader concept of fiduciary obligation can be found outside the area of trusts, arising in a diverse range of relationships, such as agent-principal, director-corporation, guardian-ward, lawyer-client, partner-fellow partner, in addition to trustee-trust beneficiary relationships. . Although the details of the prudent person rule will vary in expression from country to country, in broad outline it is quite similarly stated in the Anglo-Saxon countries employing it. This is generally a result of its common roots in British common law." Κατά την άποψη μου, και ο Νόμος 146(Ι)/2006 να μην υπήρχε, οι διαχειριστικές επιτροπές ταμείων προνοίας όπως το Εναγόμενο Ταμείο είχαν υποχρέωση να διαχειρίζονται τα ταμεία τους με σύνεση - δηλαδή με επιμέλεια/με σωφροσύνη/ «νούσιμα» - κάτι που θα έπρεπε να είχαν κάνει με πράξεις όπως: • το διαχωρισμό του ενεργητικού του ταμείου από τον εργοδότη (ring-fencing) • τον αυστηρό περιορισμό του μεγέθους της επένδυσης της περιουσίας του ταμείου σε στοιχεία (π.χ. μετοχές, ομόλογα) του εργοδότη· • την κατάλληλη διασπορά του χαρτοφυλακίου του ταμείου μέσα στα πλαίσια της επενδυτικής πολιτικής που έπρεπε να είχε χαράξει το κάθε ταμείο λαμβάνοντας υπόψη το μέσο προφίλ των μελών του ταμείου • τον αυστηρό περιορισμό της έκθεσης του ταμείου σε συσσωρευμένους κινδύνους από την υπερβολική επένδυση σε στοιχεία (πχ μετοχές, ομόλογα) ενός εκδότη ειδικά μάλιστα στις περιπτώσεις όπου ο εκδότης είναι ο ίδιος ο εργοδότης (εδώ, η Λαϊκή Τράπεζα)· • κ.τ.λ.. Για τους πιο πάνω λόγους, σε συνδυασμό με τους λόγους που αναλύονται στην Αρχική [μου] Έκθεση [ημερομηνίας 21.2.2011]....πιστεύω ότι η διαχειριστική επιτροπή του Εναγόμενου Ταμείου δεν έκανε «συνετή διαχείριση» του Ταμείου (είτε κάποιος εξετάσει τις ενέργειες της μέσα από το πρίσμα του Νόμου 146(Ι)/2006 είτε εκτός αυτού).» Στην Cowan v. Scarpill
(1985)Ch. 270, προχωρώντας το Δικαστήριο στην περιγραφή των καθηκόντων διαχειριστών ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, επισήμανε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: (γίνεται αναφορά με ελεύθερη μετάφραση) 1."The starting point is the duty of trustees to exercise their powers in the best interests of the present and future beneficiaries of the trust, holding the scales impartially between different classes of beneficiaries. This duty of the trustees towards their beneficiaries is paramount ... When the purpose of the trust is to provide financial benefits for the beneficiaries, as is usually the case, the best interests of the beneficiaries are normally their best financial interests. In the case of a power of investment, as in the present case, the power must be exercised so as to yield the best return for the beneficiaries, judged in relation to the risks of the investments on question ." «Το σημείο αφετηρίας είναι το καθήκον των εμπιστευματοδόχων να ασκούν τις εξουσίες τους προς το συμφέρον των υφιστάμενων και μελλοντικών δικαιούχων του εμπιστεύματος, αμερόληπτα μεταξύ των διαφορετικών τάξεων των δικαιούχων. Αυτό το καθήκον των εμπιστευματοδόχων προς του δικαιούχους τους είναι υπέρτατο ... Όταν ο σκοπός του εμπιστεύματος είναι να παρέχει οικονομικά οφέλη στους δικαιούχους, ως είναι σύνηθες, το συμφέρον των δικαιούχων είναι συνήθως το οικονομικό τους συμφέρον. Σε περιπτώσεις επενδυτικής εξουσίας, όπως στην παρούσα περίπτωση, αυτή η εξουσία πρέπει να ασκείται ούτως ώστε να αποφέρει την καλύτερη απόδοση για τους δικαιούχους, πάντα κρινόμενη σε σχέση με το ρίσκο των συγκεκριμένων επενδύσεων...»
  1. "In considering what investments to make trustees must put on one side their own personal interests and views." «Αποφασίζοντας τι επενδύσεις να κάνουν οι εμπιστευματοδόχοι πρέπει να παραμερίσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα και απόψεις.»
  2. "It is a principle in this court, that a trustee shall not be permitted to use the powers which the trust may confer upon him at law, except for the legitimate purposes of his trust." Powers must be exercised fairly and honestly for the purposes for which they are given and not so as to accomplish any ulterior purpose, whether for the benefit of the trustees or otherwise." «Είναι αρχή σε αυτό το δικαστήριο .... ότι ένας εμπιστευματοδόχος δεν δικαιούται να ασκεί τις εξουσίες που μπορεί να του παραχωρούνται από το εμπίστευμα, εκτός για τους νόμιμους σκοπούς του εμπιστεύματος.» Οι εξουσίες πρέπει να εξασκούνται δίκαια και τίμια για τους σκοπούς που δόθηκαν και όχι για να εκπληρωθούν κάποιοι αλλότριοι σκοποί, είτε προς όφελος των εμπιστευματοδόχων είτε για κάτι άλλο.»
  3. "The standard required of a trustee in exercising his powers of investment is that he must "take such care as an ordinary prudent man would take if he were minded to make an investment for the benefit of other people for whom he felt morally bound to provide"." «Το επίπεδο που απαιτείται από εμπιστευματοδόχο που εξασκεί τις επενδυτικές του εξουσίες είναι ότι πρέπει να τις ασκεί «με τέτοια επιμέλεια όπως ένας συνηθισμένος συνετός άνθρωπος θα τις ασκούσε αν θα σκεφτόταν να προβεί σε επενδύσεις προς όφελος άλλων ατόμων προς τα οποία θα ένιωθε ηθικά δεσμευμένος να παρέχει».» 5."That duty includes the duty to seek advice on matters which the trustee does not understand, such as the making of investments, and on receiving that advice to act with the same degree of prudence. This requirement is not discharged merely by showing that the trustee has acted in good faith and with sincerity. Honesty and sincerity are not the same as prudence and reasonableness although a trustee who takes advice on investments is not bound to accept and act on that advice, he is not entitled to reject it merely because he sincerely disagrees with it, unless in addition to being sincere he is acting as an ordinary prudent man would act." «Το καθήκον εκείνο εμπεριέχει και το καθήκον να αναζητήσει συμβουλή για θέματα τα οποία ο εμπιστευματοδόχος τυχόν να μην κατανοεί, όπως αποφάσεις επενδύσεων, και αφού λάβει τέτοια συμβουλή να ενεργεί με το ίδιο μέτρο σύνεσης. Αυτή η υποχρέωση δεν εκπληρώνεται μόνο με το να δείξει ο εμπιστευματοδόχος ότι ενήργησε καλόπιστα και με ειλικρίνεια. Η τιμιότης και ειλικρίνεια δεν είναι το ίδιο με τη σύνεση και λογική .... παρόλο που εμπιστευματοδόχος που λαμβάνει συμβουλή για επενδύσεις δεν δεσμεύεται να αποδέχεται και να ενεργεί συμφώνα με τέτοια συμβουλή, δεν δικαιούται να την απορρίψει απλώς επειδή ειλικρινά διαφωνεί με αυτή, εκτός και αν επιπρόσθετα προς την ειλικρίνεια του, ενεργεί ως θα ενεργούσε ένας συνηθισμένος συνετός άνθρωπος.»
  4. Ί can see no reason for holding that different principles apply to pension fund trusts from those which apply to other trusts." «Δεν βλέπω κανένα λόγο για να συμπεραίνω ότι διαφορετικές αρχές διέπουν εμπιστεύματα συνταξιοδοτικών ταμείων από αυτές που διέπουν άλλα εμπιστεύματα.»
  5. "Trustees have a duty to consider the need for diversification of investments." «Οι εμπιστευματοδοχοι έχουν καθήκον να εξετάζουν την ανάγκη για διασπορά των επενδύσεων.»
  6. "The large size of pension funds emphasises the need for diversification, rather than lessening it, and the fact that much of the fund has been contributed by members of the scheme seems to me to make it even more important that the trustees should exercise their powers in the best interests of the beneficiaries.... I can see no justification for holding that the benefits to them should run the risk of being lessened because the trustees were pursuing an investment policy intended to assist the mining industry that the pensioners have left, or their union.. The court re-affirmed the duty of undivided loyalty to the beneficiaries that a trustee owes, and did not accept that regard should also be paid to the union or its members who generated some of the income of the fund, or to the industry as a whole." «Το μεγάλο μέγεθος των ταμείων σύνταξης τονίζει την ανάγκη για διασπορά (diversification), αντί την μείωση της, και το γεγονός ότι για ένα μεγάλο μέρος του ταμείου έχουν συνεισφέρει τα μέλη του ταμείου για εμένα το κάνει ακόμα πιο σημαντικό ότι οι εμπιστευματοδόχοι πρέπει να ασκούν τις εξουσίες τους προς το συμφέρον των δικαιούχων... Δεν μπορώ να δω καμία δικαιολογία για να εύρω ότι τα ωφελήματα σε αυτούς πρέπει να κινδυνεύσουν να μειωθούν επειδή οι εμπιστευματοδόχοι ακολουθούσαν μια επενδυτική πολιτική που σκοπό είχε να βοηθήσει την εξορυκτική βιομηχανία από την οποία αφυπηρέτησαν τα μέλη, ή την συντεχνία τους... Το δικαστήριο επιβεβαίωσε το καθήκον αμέριστης αφοσίωσης προς τους δικαιούχους που οφείλει ο εμπιστευματοδόχος, και δεν αποδέχτηκε ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συντεχνία ή τα μέλη της που παρήγαγαν μέρος του εισοδήματος του ταμείου, ή η βιομηχανία στην ολότητα της.»
  7. "It is the duty of trustees, in the interests of their beneficiaries, to take advantage of the full range of investments authorised by the terms of the trust, instead of resolving to narrow that range." «Είναι καθήκον των εμπιστευματοδοχων, για το συμφέρον των δικαιούχων, να εκμεταλλεύονται το πλήρες εύρος των επενδύσεων που επιτρέπονται από τους όρους του εμπιστεύματος, αντί να περιορίζουν αυτό το εύρος.» Στη Harries ν The Church Commissioners for England
(1992)1 WLR 1241 το Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σχετικά: 1. "In other words, property held by trustees as an investment. Where property is so held, prima facie the purposes of the trust will be best served by the trustees seeking to obtain therefrom the maximum return, whether by way of income or capital growth, which is consistent with commercial prudence ... In most cases the best interests of the charity require that the trustees choice of investments should

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.