Κ. Μ. ν. Π. ΚΟΝΤΟΖΗΣ ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 848/2013, 21/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:36 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Β. Μιχαηλίδου και Κ. Χρίστου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 848/2013 Μεταξύ: Κ. Μ. Αιτητής -και- Π. ΚΟΝΤΟΖΗΣ ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 21η Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Σπ. Χριστοδούλου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Κ. Χατζησέργη ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «οι Εργοδότες» ή «η Εταιρεία») ως ελαιοχρωματιστής από 5.7.2004. Είναι η θέση του, όπως προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι οι Εργοδότες παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του, με επιστολή ημερ. 25.9.2013 επικαλούμενοι ως λόγο την άρνηση του να αποδεχτεί μείωση μισθού και αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας του. Στη βάση αυτή διεκδικεί αυξημένες και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο και ή παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, πληρωμή αντί προειδοποίησης, έξοδα συν Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επίδοσης. Οι Εργοδότες με τους γενικούς λόγους Εμφάνισης αρνούνται και απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε την εργασία του οικειοθελώς, αδικαιολόγητα και χωρίς καμία προειδοποίηση. Ότι κατά τον Μάιο 2013 συγκατατέθηκε μαζί με τους δύο άλλους συναδέλφους του σε μείωση μισθού και αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας του, κάτι που αθέτησε κατά τον Σεπτεμβρίο 2013 που επέστρεψε στην εργασία του μετά από μακρόχρονη άδεια ασθενείας. Είναι η θέση τους ότι ο Αιτητής ζήτησε να του ετοιμάσουν επιστολή τερματισμού για να μπορέσει να επωφεληθεί πληρωμής από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού και ότι αντί αυτού, ετοίμασαν και παρέδωσαν στον Αιτητή βεβαίωση που περιέγραφε τους λόγους αποχώρησης του. Περαιτέρω αξιώνουν ανταπαιτητικώς πληρωμή προειδοποίησης δυνάμει του Νόμου, η οποία ωστόσο, πέραν του ότι δεν θεωρείται εργατική διαφορά, δεν προωθήθηκε. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Επίσης, με τo άρθρα 7
(1)και
(2)του Νόμου καθιερώνεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο δυνάμει του οποίου, όταν ο εργοδοτούμενος τερματίζει την απασχόλησή του λόγω της διαγωγής του εργοδότη, «.τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχό-λησιν του νομίμως». Στην προκείμενη περίπτωση, ο ισχυρισμός των Εργοδοτών ότι ο Αιτητής δεν απολύθηκε αλλά οικειοθελώς αποχώρησε από την εργασία του, εναποθέτει στον τελευταίο το βάρος να αποδείξει τον τερματισμό της απασχόλησης του. (βλ. Γιώργος Αριστείδου ν. Super Beton Ltd κ.α.
(1999)1Α A.A.Δ. 114 και Λούης Τούριστ Ειτσενσυ Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 315). Ο Αιτητής υποστήριξε τη θέση του με την προσωπική του μαρτυρία ενώ για τους Εργοδότες κατέθεσαν τέσσερεις μάρτυρες. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια επτά συνολικά έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε, όπου κρίνεται σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η κυρίως εξέταση του Αιτητή περιέχεται σε γραπτή δήλωση του (Τεκ. Α) και με αυτή, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει τις θέσεις που διατυπώνει στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Πιο συγκεκριμένα, αρνείται ότι εγκατέλειψε οικειοθελώς και αδικαιολόγητα την εργασία του και ισχυρίζεται ότι στις 25.9.2013 επιστρέφοντας από αναρρωτική άδεια λόγω εργατικού ατυχήματος, οι Εργοδότες απαίτησαν από τον ίδιο να αποδεχτεί μείωση των μισθολογικών απολαβών του κατά 8,5% και αύξηση των ωρών εργασίας του κατά πέντε ώρες εβδομαδιαίως και όταν αρνήθηκε τον απέλυσαν δίδοντας του επιστολή ημερ. 25.9.2013 (Τεκ.1) με τίτλο «βεβαίωση τερματισμού απασχόλησης» στην οποία ανέφεραν επί λέξει τα ακόλουθα: «Βεβαιώνεται ότι ο κ. Κ. Π. με αριθμό ταυτότητας [ ] και αριθμό κοινωνικών ασφαλιστέων [ ] εργαζόταν στην εταιρεία Π. Κοντοζής Ελαιοχρωματιστές Λτδ από 5 Ιουλίου 2004 μέχρι 24 Σεπτεμβρίου
- Ο λόγος αποχώρησης του κ. Π. από την Εταιρεία ήταν η μη αποδοχή της επιβολής μείωσης μισθού κατά 8,5% λόγω της οικονομικής κρίσης και η άρνηση του να δεχθεί αύξηση 2 εργασίμων ωρών εβδομαδιαίως.» Αρνείται τις δικογραφημένες θέσεις των Εργοδοτών ότι είχε παράπονο από τους ίδιους γιατί η ασφαλιστική εταιρεία με την οποία συνεργάζονταν δεν τον αποζημίωσε για το ατύχημα ή ότι ανέφερε ότι προτιμά να μη συνεχίσει να εργάζεται στην υπηρεσία τους. Αρνείται επίσης και απορρίπτει τη θέση των Εργοδοτών ότι συμφώνησε ή συναίνεσε στη μείωση των απολαβών του και ή ότι ζήτησε να του ετοιμάσουν επιστολή τερματισμού της απασχόλησης του για να επωφεληθεί πληρωμής από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού και ή ότι μετά που τον απέλυσαν, επικοινώνησε μαζί τους και συμφώνησε να επιστρέψει στην εργασία του παραδίδοντας τους και την επιστολή/ βεβαίωση τερματισμού της απασχόλησης (Τεκ.1). Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η τελευταία φορά που πληρώθηκε από τους Εργοδότες ήταν την Παρασκευή 14.6.2013 που υπέστη το εργατικό ατύχημα. Επέμενε ότι ο τελευταίος μισθός που του καταβλήθηκε τη συγκεκριμένη ημέρα ανερχόταν στα €360 εβδομαδιαίως και ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ αυτού και των Εργοδοτών για μείωση του μισθού του και αύξηση των ωρών εργασίας. Το τι έγινε με τους υπόλοιπους συναδέλφους του ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Ισχυρίστηκε ότι μια με δύο μέρες πριν λήξει η άδεια ασθενείας του, επικοινώνησε με τον κ. Κ. ο οποίος του ανέφερε ότι τα πράγματα είχαν αλλάξει γιατί υπήρχε μείωση του μισθού και αύξηση των ωρών εργασίας και ότι ο ίδιος ρητά του ανέφερε ότι δεν αποδέχεται τέτοια αλλαγή. Επίσης, πηγαίνοντας στο γραφείο της Εταιρείας ο κ. Κ. του ανέφερε ότι κανένας συνάδελφος δεν ήθελε να δουλέψει μαζί του, αλλά ούτε και οι εργοδότες, γιατί κάτι του πρότειναν και δεν δέχθηκε και τότε του παρέδωσε την επιστολή/βεβαίωση (Τεκ.1). Απορρίπτοντας την υποβολή που του έγινε, ότι είναι ο ίδιος που ζήτησε την ετοιμασία της εν λόγω επιστολής γιατί νόμιζε ότι δικαιούταν σε αποζημιώσεις, ισχυρίστηκε ότι αμέσως μετά που του δόθηκε η επιστολή μετέβη στο Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων όπου έκανε παράπονο για τον τερματισμό της απασχόλησης του. Απορρίπτοντας επίσης την υποβολή που του έγινε, ότι το απόγευμα της ίδια ημέρας επικοινώνησε ξανά με τους Εργοδότες και ζήτησε να επιστρέψει στην εργασία του, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που επικοινώνησε μαζί τους ήταν για το σχετικό έντυπα που αφορούσε τη λήψη επιδόματος ανεργίας, το οποίο θα έπρεπε να συμπληρώσουν και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Ότι παρέδωσε το εν λόγω έντυπο στους Εργοδότες οι οποίοι με τη σειρά τους το κοινοποίησαν στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Περαιτέρω αρνήθηκε ότι επέστρεψε στους Εργοδότες την πρωτότυπη επιστολή (Τεκ.1) που του είχε δοθεί, σημειώνοντας ότι η επιστολή αυτή βρισκόταν στην κατοχή του και την κατάθεσε στο Δικαστήριο. Ο κ. Π. Κ., ένας εκ των διευθυντών της Εταιρείας, με τη γραπτή δήλωση του (Τεκ.Β), αφού αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε και εργοδότησε τον Αιτητή, την ομαλή συνεργασία που είχε μαζί του και την προθυμία του να εκτελέσει κάθε εργασία που του ανατίθετο, ακολούθως αναφέρθηκε σε εργατικό ατύχημα που υπέστη ο Αιτητής στις 14.6.2013 και που τον κράτησε μακριά από την εργασία του με αναρρωτική άδεια μέχρι τις 24.9.
- Επίσης με την απουσία του Αιτητή προέκυψε ανάγκη πρόσληψης δύο ατόμων, το ένα για αναπλήρωση του Αιτητή μέχρι που θα επέστρεφε στην εργασίες του και το άλλο για άλλες εργασίες. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, στις 20.9.2013, επικοινωνώντας μαζί του ο Αιτητής τον ενημέρωσε ότι η αναρρωτική άδεια έληγε στις 24.9.2013 και ότι θα επέστρεφε στην εργασία του την επομένη, με τους ίδιους όρους που συμφωνήθηκαν με όλο το προσωπικό περί τον Μάιο 2013, βάσει των οποίων ο Αιτητής εργάστηκε και πληρώθηκε για τις δύο πρώτες βδομάδες του Ιούνη χωρίς να προκύψει οποιοδήποτε θέμα περί του αντιθέτου. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι κατά την εν λόγω περίοδο, όταν οι Εργοδότες αναγκάστηκαν, λόγω της οικονομικής κρίσης και της μακρόχρονης έλλειψης εργασιών, να συνάψουν σχετική συμφωνία με μειωμένο το ποσό των προσφορών τους κατά 14% περίπου, όλοι οι υπάλληλοι συμφώνησαν σε μείωση των απολαβών τους κατά 8,5% και αύξηση της εβδομαδιαίας εργασίας κατά δύο ώρες. Και ενώ αναμενόταν ότι ο Αιτητής θα επέστρεφε στην εργασία του, στις 23.9.2013 επικοινώνησε ξανά μαζί του λέγοντας του ότι προτιμούσε να μην επιστρέψει στην εργασία του με μειωμένες απολαβές και ότι ευθέως του ζήτησε όπως του ετοιμάσει επιστολή τερματισμού της απασχόλησης του γιατί πίστευε ότι δικαιούταν πληρωμής λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο. Και ενώ ο μάρτυρας αρνήθηκε και εξήγησε στον Αιτητή ότι δεν συνέτρεχαν τέτοιες συνθήκες, καλώντας τον μάλιστα να επιστρέψει στην εργασίας του, στην επιμονή του Αιτητή, ετοίμασε μια επιστολή/βεβαίωση όπου περιέγραφε τους λόγους παραίτησης από την εργασίας του. Το απόγευμα της 25.9.2013 ο Αιτητής επικοινώνησε και πάλι μαζί του, λέγοντας του ότι αποφάσισε να επιστρέψει στην εργασία του και συμφώνησαν όπως ξεκινήσει κανονικά δουλειά από 30.9.
- Την επομένη ο Αιτητής πέρασε από το γραφείο της Εταιρείας και αφού του εξήγησαν που ήταν η δουλειά που θα πήγαινε, επέστρεψε και την επιστολή/βεβαίωση που του είχε δοθεί την προηγούμενη μέρα. Στις 27.9.2013 περνώντας ο μάρτυρας από το γραφείο της Εταιρείας, με έκπληξη βρήκε κάτω από την πόρτα έντυπο του Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων για καταβολή επιδόματος ανεργίας, το οποίο τοποθέτησε ο Αιτητής χωρίς να δώσει καμία εξήγηση για την πράξη του. Αφού συμπλήρωσε το έντυπο και κάλεσε τον Αιτητή να προσέλθει να το πάρει, διαβάζοντας ο τελευταίος τους λόγους αποχώρησης του δεν έφερε καμιά ένσταση, αντίθετα παραδέχθηκε στον μάρτυρα ότι οι λόγοι που τον οδήγησαν να ενεργήσει με αυτό τον τρόπο ήταν η μείωση των απολαβών του, για τις οποίες δεν εκδήλωσε καμία αντίδραση ούτε όταν του καταβλήθηκε ο μειωμένος μισθός για τις δύο πρώτες βδομάδες του Ιούνη αλλά ούτε και για το αναγραφόμενο ως ημερομίσθιο του ποσό το οποίο μάλιστα του καταβαλλόταν και καθ' όλη τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειας. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι ο Αιτητής ήταν ένας καλός υπάλληλος που ουδέποτε δημιούργησε πρόβλημα στην εργασία του. Ότι από τον Μάρτιο μέχρι και τον Μάιο 2013, που οι δουλειές ήταν ελάχιστη, τον μόνον που χρησιμοποιούσε ήταν τον Αιτητή, ως τον πιο παλιό υπάλληλο που είχε διαφορετική μεταχείριση από τους δύο άλλους υπαλλήλους. Σε υποβολή ότι για τις δυο εβδομάδες του Ιούνη στον Αιτητή καταβλήθηκε κανονικά ο μισθός και ότι είναι οι Εργοδότες που δήλωσαν μειωμένα ποσά στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, ο μάρτυρες διαφώνησε επικαλούμενος τη μαρτυρία των άλλων μαρτύρων. Αφού αναφέρθηκε σε επικοινωνία που είχε μαζί του ο Αιτητής στις 20.9.2013 όπου συνεννοήθηκαν ότι θα επέστρεφε στην εργασία του στις 25.9.2013, ισχυρίστηκε ότι τρεις μέρες μετά τον πήρε ξανά τηλέφωνο ο Αιτητής και του επί λέξει: «Ξέρω γιατί μου είπες να έλθω δουλειά, για να βάλεις κάποιο να μου βρει ένα λάθος και να με σταματήσεις». Σε ερώτηση του ιδίου τι άλλο θα ήθελε από το να έλθει δουλειά, ο Αιτητής ευθέως του ζήτησε το χαρτί για να πιάσει το πλεονάζον. Και ενώ του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, στις 25.9.2013 ερχόμενος ο Αιτητής στο γραφείο, ζήτησε από τη κόρη του να ετοιμάσει μια βεβαίωση την οποία του παρέδωσε. Ότι ακολούθησε τρίτο τηλεφώνημα το βράδυ της ίδια ημέρας οπότε ο Αιτητής ζήτησε να επιστρέψει στην εργασία του. Το πρωί πέρασε από το γραφείο της Εταιρείας όπου επέστρεψε την επιστολή και του εξήγησε ότι από Δευτέρας θα πήγαινε δουλειά στη φαρμακευτική εταιρεία Μάραθων. Και ενώ επέμενε ότι από μόνος του ο Αιτητής τερμάτισε την απασχόληση του, ερωτηθείς γιατί του έδωσε την βεβαίωση τερματισμού, ανέφερε ότι τους ανθρώπους που δούλεψαν μαζί του, προσπαθούσε πάντα να έχουν κάτι που να δείχνει ότι δούλεψαν μαζί του. Ο κ. Ι. Κ. είναι ασφαλιστικός λειτουργός με καθήκοντα επιθεωρητή στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Καταθέτοντας για λογαριασμό των Εργοδοτών αναφέρθηκε στα εισοδήματα του Αιτητή κατά το έτος 2013 που, με βάση το αρχείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €3.
- Συγκεκριμένα τον μήνα Ιανουάριο, τα δηλωθέντα εισοδήματα του ανέρχονταν στα €520, τον Φεβρουάριο στα €975, τον Μάρτιο στα €500, τον Απρίλιο στα €264, τον Μάιο στα €330 και τον Ιούνιο στα €
- Από τις 18.6.2013 μέχρι 24.9.2013 ο Αιτητής έλαβε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις το συνολικό ποσό των €3.147,13 ως επίδομα σωματικής βλάβης, λόγω του εργατικού ατυχήματος που υπέστη στις 14.6.2013 και ακολούθως αφού αιτήθηκε επιδόματος ανεργίας έλαβε από 26.9.2013 μέχρι 26.3.2014 το συνολικό ποσό των €4.125,
- Σημείωσε ότι το επίδομα σωματικής βλάβης υπολογίστηκε βάσει των ασφαλιστέων αποδοχών του 2011 ενώ το επίδομα ανεργίας βάσει των αντίστοιχων αποδοχών του
- Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι οι εισφορές ήταν με βάση τα όσα δήλωναν οι Εργοδότες. Ο κ. Γ. Τ. κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην υπηρεσία των Εργοδοτών ως ελαιοχρωματιστής. Μαζί του εργαζόταν και ο Αιτητής, που είναι συγγενής της γυναίκας του και γνωρίζονται από το
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα, τον Μάιο 2013 ενημερώθηκαν από τον κ. Κ. ότι για να εξασφαλίσουν οι Εργοδότες 2-3 δουλειές που υπήρχαν θα έπρεπε να ρίξουν την προσφορά τους και να μειώσουν τους μισθούς των υπαλλήλων. Ο ίδιος δεν διαφώνησε εν όψει του γεγονότος ότι τη συγκεκριμένη περίοδο δεν μπορούσε να βρει δουλειά με μεγαλύτερο μισθό. Έτσι από τον Ιούνιο ο μισθός του μειώθηκε από €360 σε €330 εβδομαδιαίως. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν υπήρξε συγκέντρωση του προσωπικού για να τους ανακοινωθεί η μείωση του μισθού και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν υπήρχε οποιαδήποτε μείωση ή ανάλογη μείωση και στο μισθό του Αιτητή. Ο κ. Σ. Α., κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν όπως και ο προηγούμενος μάρτυρας, ως ελαιοχρωματιστής στην υπηρεσία των Εργοδοτών. Μαζί τους εργαζόταν και ο Αιτητής που είναι ξάδελφος του. Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε τα όσα ανέφερε και ο προηγούμενος μάρτυρας ότι τον Μάιο 2013 ενημερώθηκαν από τον κ. Κ. ότι για να μπορέσει η Εταιρεία να εξασφαλίσει 2-3 συγκεκριμένες δουλειές θα έπρεπε να ρίξει τις τιμές και να μειώσει τους μισθούς του προσωπικού από €360 σε €330 τη βδομάδα, κάτι που ο ίδιος αποδέχθηκε γιατί τη συγκεκριμένη περίοδο, λόγω της κρίσης, μια δούλευαν και μια δεν δούλευαν. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι για τον Αιτητή δεν γνώριζε αν του έγινε πρόταση για μείωση του μισθού του ή αν ο Αιτητής αποδέχθηκε μια τέτοια πρόταση. Ανάλυση Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση μεταξύ των μερών αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της παρούσας υπόθεσης. Η αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, με σκοπό την απόληξη σε ευρήματα σε σχέση με τις συνθήκες αυτές, θα οδηγήσει και στη λύση της μεταξύ των μερών εργατικής διαφοράς. Τυχόν αποδοχή της θέσης του Αιτητή θα ανοίξει το δρόμο για διεκδίκηση εκ μέρους του αποζημιώσεων. Αντίθετα τυχόν αποδοχή της θέσης των Εργοδοτών θα εκθεμελιώσει το βάθρο στήριξης των αξιώσεων του Αιτητή. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, ο μονομερής τερματισμός της εργασιακής σχέσης ασκείται με απευθυντέα δήλωση με την οποία το ένα εκ των μερών εκφράζει τη βούληση του να λύσει μονομερώς την εργασιακή σχέση. Η δήλωση βούλησης δύναται να είναι γραπτή, προφορική ή σιωπηρή, δηλαδή να συνάγεται μέσα από ορισμένη συμπεριφορά, εφόσον αυτή αντικειμενικά εκτιμώμενη, έχει αξία δήλωσης. Από τη δήλωση πρέπει να προκύπτει σαφώς η βούληση για μονομερή λύση της εργασιακής σχέσης έτσι ώστε να μη μένει στο άλλο μέρος αμφιβολία ως προς τη λύσης της. Στις περιπτώσεις όπου αμφισβητούνται οι συνθήκες κάτω από τις όποιες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει εάν και κατά πόσο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης τα όσα λέχθηκαν και ή διαδραματίστηκαν τη δεδομένη στιγμή επιδέχονται τέτοιας ερμηνείας που να οδηγούν σε εύλογο συμπέρασμα για απόλυση ή οικειοθελή αποχώρηση από τον εργοδοτούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, η επιστολή/ βεβαίωση (Τεκ.1) που δόθηκε στον Αιτητή κατά τον χρόνο τερματισμού της εργασιακής σχέσης αναφέρεται ρητά σε αποχώρηση από την εργασία του για το λόγο ότι δεν αποδέχθηκε την επιβαλλόμενη από τους Εργοδότες μείωση των μισθολογικών απολαβών του κατά 8,5%, λόγω της οικονομικής κρίσης και αρνήθηκε να δεχθεί αύξηση των ωρών εργασίας του κατά δύο ώρες εβδομαδιαίως. Νομολογιακά, η σύμβαση εργασίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα είδος σύμβασης όπως όλες οι άλλες, έτσι ώστε το γενικότερο δίκαιο των συμβάσεων να είναι εφαρμοστέο (Laws v. London Chronicle Ltd
(1959)2 All E.R. 285). Συνεπώς, οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων της σύμβασης εργασίας απαιτεί τη συγκατάθεση, ρητή ή σιωπηρή, και των δύο μερών η οποία θα πρέπει να υποστηρίζεται από αντιπαροχή (Βλ. σύγγραμμα "A Practical Approach to Employment Law", John Bowers, Seventh Edition, 2005, p.46. Σύμφωνα με καλά καθιερωμένες αρχές που προκύπτουν από αγγλική νομολογία (βλ. Rigby v. Ferodo
(1987)IRLR 51, Cantor Fitzgerald International v. Callaghan
(1999)IRLR 234), ο εργοδότης σε καμία περίπτωση δεν νομιμοποιείται, χωρίς τη συγκατάθεση του εργοδοτούμενου, να προβεί σε μονομερή τροποποίηση ή διαφοροποίηση των όρων απασχόλησης του, όπως, μεταξύ αλλων, του χρόνου εργασίας και των μισθολογικών απολαβών του. Αναφορικά με τις μισθολογικές απολαβές του εργοδοτούμενου, στο άρθρο 10 του περί Προστασίας των μισθών Νόμου (Ν.35(Ι)/2007) ως έχει τροποποιηθεί ρητά αναφέρεται ότι δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από τον μισθό, παρά μόνο μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου. Σε μια τέτοια περίπτωση, με βάση το άρθρο 12
(1), ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία με τον ακαθάριστο και καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές. Επίσης το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης. Η συγκατάθεση του εργοδοτουμένου μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω συλλογικών ή ξεχωριστών διαπραγματεύσεων ή μπορεί να συναχθεί από την ίδια τη συμπεριφορά του. Η δε σιωπηρή συγκατάθεση δύναται να συναχθεί μέσα από τις ενέργειες του εργοδοτουμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους μεταβαλλόμενους όρους εργασίας (βλ. σύγγραμμα "The Employment Contract", Douglas Brodie, 2005, p.219). Με βάση τα πιο πάνω στην προκείμενη περίπτωση, η ενέργεια των Εργοδοτών να μειώσουν τον μισθό του Αιτητή κατά 8,5% λόγω της οικονομικής κρίσης και να αυξήσουν τις ώρες εργασίας του κατά δύο ώρες εβδομαδιαίως, δεν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη και έγκυρη εκτός κι αν οι Εργοδότες αποδείξουν ότι είχαν τη συγκατάθεση του Αιτητή ή είχαν το δικαίωμα να μεταβάλουν μονομερώς τους όρους απασχόλησης του. Με τους γενικούς λόγους Εμφάνισης και τη μαρτυρία που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Εργοδότες δεν φαίνεται να επικαλούνται οποιοδήποτε συμβατικό δικαίωμα που θα τους επέτρεπε τη μονομερή τροποποίηση των όρων εργασίας του Αιτητή. Ισχυρίζονται ωστόσο ότι συμφώνησαν με τον Αιτητή για τη μείωση του μισθού και την αύξηση των ωρών εργασίας, περί τα τέλη Μαΐου 2013. Η ενέργεια του εργοδότη να μεταβάλει μονομερώς (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτούμενου) και αυθαιρέτως (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα) τους όρους απασχόλησης του εργοδοτούμενου συνιστά παράβαση (repudiation) της σύμβασης, η οποία παρέχει στον τελευταίο το δικαίωμα να τερματίσει νόμιμα την απασχόληση του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη. Μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί να παραμείνει ανοικτή μέχρι τέλους. Ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να ενεργήσει άμεσα γιατί εάν συνεχίσει να απασχολείται για κάποια χρονική περίοδο κινδυνεύει να χάσει όλα τα δικαιώματα του και να θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει (affirm) τη σύμβαση ("The Employment Contract" D. Brodie, p.221). Στην υπόθεση Rigby v. Ferodo [1987] IRLR 51 μια σοβαρή οικονομική κρίση έπληξε τις επιχειρήσεις των εργοδοτών και ένας μεγάλος αριθμός εργοδοτουμένων κατέστησαν πλεονάζοντες, με επακόλουθο οι αυξήσεις να μην δοθούν και οι οικονομίες των εργοδοτών να διατεθούν σε όσους είχαν απολυθεί. Ευρισκόμενοι οι εργοδότες σε ένα οικονομικό γκρεμό, τον Αύγουστο του 1982 προσπάθησαν μονομερώς να παρουσιάσουν στο προσωπικό μια αναθεωρημένη δομή μισθών, την οποία σε εκείνο το στάδιο, δεν κατάφεραν να εφαρμόσουν. Προ του κινδύνου να απολύσουν προσωπικό και να θέσουν τις επιχειρήσεις τους σε μαρασμό, επιδίωξαν ως μόνη εφικτή εναλλακτική λύση τη μείωση μισθών. Η General Workers Union, μια από τις συντεχνίες, συμφώνησε στη μείωση, όπως και μια άλλη ένωση συμφώνησε να βοηθήσει τους εργοδότες. Στις 19.8.1982 οι εργοδότες ζήτησαν από μία άλλη συντεχνία, την CSEU, μείωση μισθών κατά 5%, ενώ σε κατοπινό στάδιο την ενημέρωσαν ότι λόγω της κατάστασης, αν δεν υπήρχε διευθέτηση μέχρι τις 17.9.1982 οι μειώσεις των μισθών θα τίθεντο σε εφαρμογή. Σειρά συναντήσεων δεν οδήγησαν σε συμφωνία και έτσι στις 18.9.1982 οι εργοδότες διακήρυξαν γραπτώς την κατ' αναλογία μείωση μισθών. Σε συνελεύσεις των μελών της συντεχνίας αποφασίστηκε μετά από ψήφιση ότι δεν θα λαμβάνονταν απεργιακά μέτρα. Το κατά πόσο οι μειώσεις των μισθών γίνονταν η όχι αποδεκτές δεν τέθηκε σε ψήφιση Στις 14.10.1982 σε νέα συνάντηση με τους εργοδότες η CSEU απαίτησε την καταβολή των αποκοπέντων μισθών. Η διαφορά δεν καταβλήθηκε και τον Φεβρουάριο του 1983 ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση η οποία απορρίφθηκε. Στις 22.3.1984 άσκησε αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για παράβαση της σύμβασης απασχόλησης του. Το πρωτόδικο δικαστήριο απεφάνθη ότι η CSEU δεν συμφώνησε στην αποκοπή μισθών και ότι οι εργοδότες παραβίασαν τη σύμβαση εργασίας που είχαν με τον Αιτητή με το να εφαρμόσουν μονομερώς τους μειωμένους μισθούς. Και από τη στιγμή που η εν λόγω παράβαση δεν έγινε αποδεχτή από τον Αιτητή, ο Αιτητής εδικαιούτο να αποζημιωθεί με το ποσό που αναλογούσε στους μισθούς που απώλεσε λόγω εφαρμογής των μειωμένων μισθών. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε τόσο από το Court of Appeal όσο και από το House of Lords. Υιοθετώντας την κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου και του Court of Appeal ο Lord Oliver στην απόφαση του House of Lords ανέφερε τα ακόλουθα: ".For my part, I can see no reason in Law or logic why, leaving aside for the moment the extreme case of outright dismissal or walk-out, a contract of employment should be on any different footing from any other contract as regards the principle that "an unaccepted repudiation is a thing writ in water and of no value to anybody": per Asquith L.J. in Howard v. Pickford Truck Co. Ltd [1951] 1 K.B. 417,
- My Lords, the one thing that is clear in this case is that the appellant had no intention whatever of terminating the contracts of employment with its workforce except by compelling the acceptance of new contractual terms which Mr. Rigby and his fellow C.S.E.U. members were, as they made it quite clear, unwilling to accept and which they never did accept. Faced with that situation the appellant could have chosen to terminate their contracts on proper notice. It chose not to do so. It could have dismissed them out of hand and faced the consequences. It chose not to do so. It continued to employ them, week by week under contracts which entitled them to a certain level of wages but withheld from them a part of that entitlement. I can, in those circumstances, see no answer at all to Mr. Rigby's claim and the trial Judge and the Court of Appeal were, in my judgment, plainly right in the conclusions at which they arrived. It has been submitted that there were some sort of implied acceptance on the part of Mr. Rigby of the appellant's repudiation by working on. At the trial this was put on the basis of estoppel, waiver and acquiescence. All there were rejected the trial Judge and, in my judgment, he was on the facts which he found, quite plainly right to reject them. I can, for my part, see no other basis upon which it can be argued that the continued working by Mr. Rigby and his acceptance for the time being under protest of the wage that the appellant, with full knowledge of his lack of agreement, chose to pay him is to be construed as an acceptance by him either, the repudiation by the appellant of the original continuing contractor the new terms which the appellant was seeking to impose". Επί των ιδίων νομικών αρχών κινείται και η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων. Στην απόφαση του Αρείου Πάγου με αρ. 650/2005 σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν.2112/1920 και των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ προκύπτει ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης. Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημιά. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. β) Να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Και γ) Να εμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων. Η μεταβολή των όρων εργασίας παύει να είναι μονομερή, εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί αυτή ρητά ή σιωπηρά, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο εργαζόμενος δεν δύναται να ασκήσει τις ανωτέρω υπό στοιχεία β' και γ' αξιώσεις (θεώρηση της μεταβολής ως καταγγελίας και καταβολή της νόμιμης γι' αυτήν αποζημίωση ή την τήρηση των όρων της σύμβασης). Σιωπηρή αποδοχή συνιστά η επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητη και ανεπιφύλακτη συμμόρφωση του μισθωτού στους νέους όρους εργασίας.» Στην υπόθεση Ms RV Simms v. Sainsbury Supermarkets Ltd [2005] ALL ER (D) 144 παραπέμποντας το Δικαστήριο στην υπόθεση W.E. Cox Joner (International) Ltd v. Crook [1981] I.C.R. 823, 831 σημείωσε ότι από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος καθιστά σαφή τη διαφωνία του με την παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας του δεν θα θεωρείται ότι επιβεβαίωσε τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται και να πληρώνεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Το αν υπήρξε επιβεβαίωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό στηριζόμενο επί των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Στην περίπτωση που ένας εργοδοτούμενος, χωρίς να επιφυλάξει τη θέση του, συνεχίζει να εργάζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά που ο εργοδότης κατέστησε σαφή τη θέση του επί ενός θέματος διαφωνίας, τότε θεωρείται ότι ο εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε τη σύμβαση και δεν μπορεί να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση σε κατοπινό στάδιο. Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, το Δικαστήριο προτού καταλήξει στο τελικό του συμπέρασμα που αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση μεταξύ των μερών, θα πρέπει να εξακριβώσει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης εάν υπήρξε, (α) μονομερής και αυθαίρετη παράβαση των όρων απασχόλησης του Αιτητή από τους Εργοδότες σε σχέση με τις μισθολογικές απολαβές και τον χρόνο εργασίας του, (β) εάν η παράβαση αυτή αποτέλεσε τον λόγο τερματισμού της εργασιακής σχέσης και (γ) εάν ο Αιτητής είχε ήδη επιβεβαιώσει (affirm) από πριν τη διαφοροποίηση ή αλλαγή των όρων απασχόλησης του. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια σε αντίθεση με αυτά που κατέθεσε ο διευθυντής των Εργοδοτών κ. Κ. Κρίνουμε ότι ο κ. Κ. δεν είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο, όχι μόνο γιατί η εικόνα που σχηματίσαμε για την αξιοπιστία του δεν είναι και τόσο θετική αλλά και ως αποτέλεσμα σφαιρικής προσέγγισης του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας. Ειδικότερα: Η θέση του κ. Κ. ότι ο Αιτητής από τον Μάιο 2013 αποδέχθηκε μείωση των απολαβών και αύξηση του χρόνου εργασίας του κατά δύο ώρες εβδομαδιαίως, δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της επιστολής (Τεκ.1), όπου ρητά αναφέρεται ως λόγος τερματισμού, η μη αποδοχή από μέρους του Αιτητή της επιβαλλόμενης μείωσης του μισθού του κατά 8,5% και η άρνηση να αποδεχθεί αύξηση των ωρών εργασία του. Την επικαλούμενη αυτή θέση, η πλευρά των Εργοδοτών επιδίωξε να υποστηρίξει με τη μαρτυρία δύο υπαλλήλων που ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα με τον Αιτητή, καθώς ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής αποδέχθηκε τις αλλαγές όπως και οι υπόλοιποι υπάλληλοι. Και ενώ οι εν λόγω υπάλληλοι υποστήριξαν με τη μαρτυρίας τους, ότι κατά τον Μάιο 2013 συμφώνησαν με τους Εργοδότες να δεχθούν μείωση των μισθολογικών απολαβών τους και ότι από τον Ιούνιο 2013 ο μισθός τους μειώθηκε από €360 σε €330 εβδομαδιαίως, εν τούτοις αντεξεταζόμενοι, ανέφεραν και οι δύο ότι δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσουν εάν υπήρξε ανάλογη μείωση και στις απολαβές του Αιτητή. Επίσης, κανένας απ' αυτούς δεν αναφέρθηκε σε αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας τους ως διατείνονται οι Εργοδότες. Περαιτέρω ούτε και η κατάσταση εισφορών για τον μήνα Ιούνιο 2013 (Τεκ.5), που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο κ. Κ., μπορεί να αποτελέσει στοιχείο που να ενισχύει τη θέση των Εργοδοτών αναφορικά με τη μείωση του μισθού και την αύξηση των ωρών εργασίας του Αιτητή. Κατ' αρχάς το εν λόγω έγγραφο υπογράφεται από τον κ. Κ. και φέρει ημερομηνία 31.7.
- Οι εισφορές που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο για κάθε υπάλληλο της Εταιρείας, δεν συνάδουν με τα όσα επικαλέστηκε ο κ. Κ. σε σχέση με τη μείωση των μισθολογικών απολαβών του προσωπικού ή με αυτά που κατέθεσαν οι δύο υπάλληλοι της Εταιρείας σε σχέση με τις δίκες τους απολαβές. Και ενώ η πλευρά των Εργοδοτών επιδίωξε με την παρουσίαση του Τεκ.5, να καταδείξει ότι ο μισθός του Αιτητή για τον μήνα Ιούνιο 2013 είχε μειωθεί στα €330 εβδομαδιαίως, εν τούτοις καμία εξήγηση δεν δόθηκε στα όσα κατέθεσε ο λειτουργός των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι για τον μήνα Μάιο τα δηλωθέντα εισοδήματα του Αιτητή ανέρχονταν και πάλι στα €
- Περαιτέρω τα όσα κατέθεσε ο κ. Κ. ότι το επίδομα σωματικής βλάβης που καταβαλλόταν στον Αιτητή κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειας υπολογιζόταν με βάση τον τελευταίο του μισθό πριν το ατύχημα, διαψεύδεται από τον λειτουργό των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ο οποίος κατέθεσε ότι το εν λόγω επίδομα υπολογιζόταν με βάση τις ασφαλιστέες αποδοχές του Αιτητή για το
- Η πλευρά των Εργοδοτών δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία, ως όφειλε να τηρεί με βάση των περί Προστασίας των Μισθών Νόμο, από τα οποία να φαίνονται για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία με τον ακαθάριστο και καθαρό μισθό του, οι τυχόν αποκοπές που έγιναν στον μισθό του και οι λόγοι για τους οποίος έγιναν οι εν λόγω αποκοπές. Τέτοια στοιχεία κρίνονται αναγκαία για να διαπιστώσει το Δικαστήριο εάν οι απολαβές που οι Εργοδότες δήλωσαν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για τον Αιτητή συνάδουν με το ποσό που του καταβλήθηκε για τις δύο πρώτες βδομάδες του Ιουνίου 2013 και αν υπήρξαν οποιεσδήποτε αποκοπές, τους λόγους για τους οποίους αυτές έγιναν. Σε τελική ανάλυση, οι Εργοδότες δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι ο Αιτητής συμφώνησε ή συγκατατέθηκε σε μείωση των μισθολογικών απολαβών του και σε αύξηση των ωρών εργασίας του από τον Ιούνιο
- Η μαρτυρία των δύο υπαλλήλων δεν στάθηκε καθόλου ικανοποιητική να επιβεβαιώσει ένα τέτοιο ισχυρισμό, ότι ο Αιτητής συμφώνησε σε ανάλογη αλλαγή όπως και το υπόλοιπο προσωπικό. Για δε την αύξηση των ωρών εργασίας καμία αναφορά δεν έγινε από τους δύο υπαλλήλους. Η ομολογία, επομένως, του κ. Κ. ότι ο Αιτητής ήταν ένας καλός υπάλληλος ο οποίος ουδέποτε δημιουργούσε πρόβλημα στην εργασία του και ως ο πιο παλιός υπάλληλος έχρηζε διαφορετικής μεταχείρισης από τους δύο άλλους υπαλλήλους, ίσως να αποτελεί και τον λόγο που οι Εργοδότες δεν προέβησαν σε ανάλογη αλλαγή ή τροποποίηση των όρων απασχόλησης του Αιτητή από τον Ιούνιο
- Άλλωστε και στην επιστολή (Τεκ.1) δεν γίνεται καμία αναφορά σε επιτευχθείσα συμφωνία. Αντίθετα αναφέρεται σε επιβαλλόμενη μείωση του μισθού και αύξηση των ωρών εργασίας τα οποία ο Αιτητής αρνήθηκε να αποδεχθεί. Σε αντίθεση με τον κ. Κ., η μαρτυρία του Αιτητή ήταν θετική, φυσική και πειστική. Τα όσα ανέφερε βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση με την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία και σε καμία περίπτωση δεν τέθηκαν υπό δοκιμασία. Για όλα τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι οι Εργοδότες μονομερώς και αυθαιρέτως τροποποίησαν τους όρους απασχόλησης του Αιτητή σε σχέση τις μισθολογικές απολαβές και τον χρόνο εργασίας του. Βρίσκουμε επίσης ότι η παράβαση αυτή από μέρους των Εργοδοτών αποτέλεσε και τον λόγο τερματισμού της μεταξύ των μερών εργασιακής σχέσης, για τον λόγο ότι ο Αιτητής δεν αποδέχθηκε την επιβαλλόμενη αυτή τροποποίηση, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της επιστολής (Τεκ.1) και ως εκ τούτου ουδέποτε επιβεβαίωσε με οποιοδήποτε τρόπο την οποιαδήποτε αλλαγή των όρων απασχόλησης του. Υπό το πρίσμα επίσης όλων των πιο πάνω γεγονότων, στα οποία έχουμε καταλήξει, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα ο Αιτητής ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του, ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια σε αντίθεση με όσα ανέφερε ο κ. Κ. τα οποία ξεφεύγουν της πραγματικότητας. Η θέση του κ. Κ. ότι του ζητήθηκε από τον Αιτητή επιστολή απόλυσης για να επωφεληθεί πληρωμής από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού και ότι στην επιμονή του Αιτητή του παρέδωσε την επιστολή (Τεκ.1), αυτοαναιρείται από την ίδια αυτή επιστολή στην οποία ουδεμία αναφορά γίνεται σε συνθήκες πλεονασμού. Η μαρτυρία του κ. Κ. δεν τείνει να καταδείξει ότι ο Αιτητής επέμενε να του δοθεί επιστολή για οποιοδήποτε άλλο σκοπό. Εύλογα λοιπόν προκύπτει το ερώτημα, γιατί να δοθεί στον Αιτητή η επιστολή (Τεκ.1), αν όντως, όπως ισχυρίζεται ο κ. Κ., αποφάσισε να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του; Το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει συνάδει με τις ανάλογες θέσεις του Αιτητή. Ότι δηλαδή με την επιστροφή στην εργασία του, μετά από τρίμηνη άδεια ασθενείας, οι Εργοδότες απαίτησαν από τον ίδιο να δεχθεί μείωση των απολαβών του και αύξηση των ωρών εργασίας του και όταν αυτός αρνήθηκε τερμάτισαν την απασχόληση του παραδίδοντας του την επιστολή (Τεκ.1). Το γεγονός ότι η εν λόγω επιστολή αναφέρεται σε αποχώρηση του Αιτητή από την εργασία του και όχι σε απόλυση αυτοαναιρείται από το ίδιο το περιεχόμενο της, με το οποίο οι Εργοδότες παραδέχονται ότι ο λόγος απομάκρυνσης του Αιτητή από την εργασία του ήταν η μη αποδοχή της μείωσης που του επιβλήθηκε επί των μισθολογικών απολαβών του και η άρνηση του να αποδεχθεί αύξηση των ωρών εργασίας του για λόγους που αφορούσαν τους Εργοδότες και όχι τον ίδιο. Ο Αιτητής δεν είχε κανένα λόγο να επιμείνει στο εγχείρημα ότι η απασχόληση του τερματίστηκε με πρωτοβουλία των Εργοδοτών εάν αυτό δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, καθώς τα όσα αναφέρει στους γενικούς λόγους της Αίτησης και υποστήριξε με τη μαρτυρία του δεν ξεφεύγουν του πλαισίου του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Άλλωστε, οι όλες ενέργειες του Αιτητή περιλαμβανομένης και της καταγγελίας του στο Υπουργείο Εργασίας, αμέσως μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του, αποτελούν ακόμη ένα λόγο που τείνει να επιβεβαιώσει τη θέση του. Ο ισχυρισμός του κ. Κ. περί επιστροφής του Αιτητή στην εργασία του και παράδοσης της επιστολής (Τεκ.1) διαψεύδονται από το γεγονός και μόνο ότι το πρωτότυπο της εν λόγω επιστολής βρισκόταν στα χέρια του Αιτητή και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο. Είναι, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, εύρημα μας ότι η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε μονομερώς από τους Εργοδότες και συνεπώς δικαιούται σε πληρωμή αποζημιώσεων και προειδοποίησης σύμφωνα με τον Νόμο. (βλ. Παναγιώτης Κουντουρίδης Λτδ ν. Κώστα Γεωργίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 980). Σε κάθε περίπτωση κι αν ακόμη ο Αιτητής δεν αποδείκνυε τον μονομερή τερματισμό της απασχόλησης του από τους Εργοδότες, η μονομερής και αυθαίρετη τροποποίηση των όρων απασχόλησης του σε συνάρτηση με τις έγγραφες προτάσεις και την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία θα του παρείχε το δικαίωμα να επωφεληθεί αποζημίωσης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου, καθότι έχει καταδείξει ότι εν προκειμένω υπάρχουν περιστάσεις τέτοιες που ισοδυναμούν με εξαναγκασμό του σε παραίτηση και που με βάση το προρρηθέν άρθρο, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 3, εξομοιώνεται με απόλυση από τους Εργοδότες (βλ. Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400 η οποία έχει υιοθετηθεί και στην υπόθεση Iris Development Ltd v. Τάκη Λαζαρίδη
(2000)1 Α.Α.Δ. 1504). Τα οικονομικά προβλήματα που επικαλούνται οι Εργοδότες λόγω της οικονομικής κρίσης σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ή νομιμοποιήσουν μια τέτοια απόφαση χωρίς τη συγκατάθεση του Αιτητή [βλ. Cantor Fitzgerald Interna-tional και Rigby (ανωτέρω)]. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Εργοδοτών για εννέα
(9)συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €360 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του και τους υπόλοιπους παράγοντες για τους οποίους δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €7.380 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 20,5 βδομάδων. Με βάση το άρθρο 9 του Νόμου, ο Αιτητή δικαιούται επίσης σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι ποσό €2.880. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Εργοδοτών για το συνολικό ποσό των €10.260 με νόμιμο τόκο από 18.10.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Εργοδοτών έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο με νόμιμο τόκο από 18.10.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Β. Μιχαηλίδου, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο