← Κύπρος

P. L. A. κ.α. ν. S.C. JOHNSON COMPANY LTD, Συνενωμένες Υποθέσεις: 771/2014, 772/2014, 773/2014, 774/2014, 775/2014, 776/2014, 777/2014, 778/2014, 779/

P. L. A. κ.α. ν. S.C. JOHNSON COMPANY LTD, Συνενωμένες Υποθέσεις: 771/2014, 772/2014, 773/2014, 774/2014, 775/2014, 776/2014, 777/2014, 778/2014, 779/2014, 783/2014, 31/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:47 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Α. Λάμπρου και Κ. Χρίστου, Μελών. Συνενωμένες Υποθέσεις: 771/2014, 774/2014, 777/2014, 783/

  1. 772/2014, 775/2014, 778/2014, 773/2014, 776/2014, 779/2014, Αρ. Υποθέσεως: 771/2014 Μεταξύ: P. L. A. Αιτητή -και- S.C. JOHNSON COMPANY LTD Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υποθέσεως: 772/2014 Μεταξύ: Μ. Χ. Αιτήτρια -και- S.C. JOHNSON COMPANY LTD Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υποθέσεως: 773/2014 Μεταξύ: Μ. Κ. Αιτήτρια -και- S.C. JOHNSON COMPANY LTD Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υποθέσεως: 774/2014 Μεταξύ: Ε. Π. Αιτήτρια -και- S.C. JOHNSON COMPANY LTD Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υποθέσεως: 775/2014 Μεταξύ: Ν. Χ. Αιτητή -και- S.C. JOHNSON COMPANY LTD Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υποθέσεως: 776/2014 Μεταξύ: Α. Γ. Αιτητή -και- S.C. JOHNSON COMPANY LTD Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υποθέσεως: 777/2014 Μεταξύ: Χ. Σ. Αιτητή -και- S.C. JOHNSON COMPANY LTD Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υποθέσεως: 778/2014 Μεταξύ: Σ. Τ. Αιτήτρια -και- S.C. JOHNSON COMPANY LTD Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υποθέσεως: 779/2014 Μεταξύ: Σ. Ι. Αιτήτρια -και- S.C. JOHNSON COMPANY LTD Καθ' ων η αίτηση Αρ. Υποθέσεως: 783/2014 Μεταξύ: Μ. Π. Αιτήτρια -και- S.C. JOHNSON COMPANY LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 31η Οκτωβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Στ. Ν. Στυλιανού μαζί με την κα Β. Παντελή Για τον Καθ' ου η αίτηση: κ. Α. Ταλιαδώρος ΑΠΟΦΑΣΗ Με τις πιο πάνω συνενωμένες Αιτήσεις, έκαστος των Αιτητών αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση (στο εξής η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία») συγκεκριμένο προσδιοριζόμενο ποσό, «... ως οφειλόμενο υπόλοιπο φιλοδωρήματος και ή χαριστικής πληρωμής και ή αποζημίωσης δυνάμει συμφωνίας, εθίμου και κεκτημένου δικαιώματος του». Είναι η θέση τους, όπως αυτή προβάλλεται στους πανομοιότυπους γενικούς λόγους των Αιτήσεων τους, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τους κατέβαλε μέρος του οφειλόμενου ποσού και ότι αρνείται να τους καταβάλει το υπόλοιπο αιτούμενο ποσό, παρά τις επανειλημμένες από μέρους τους οχλήσεις. Επίσης ότι στο παρελθόν η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλλε ολόκληρο το ποσό του ωφελήματος σε εργοδοτούμενους των οποίων η απασχόληση τερματιζόταν για λόγους πλεονασμού, επιπρόσθετα της πληρωμής που λάμβαναν από το ομώνυμο Ταμείο. Αντίθετα, η Εργοδότρια Εταιρεία με τους πανομοιότυπους γενικούς λόγους εμφάνισης, απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις, ισχυριζόμενη ότι οι Αιτητές, όπως και οι υπόλοιποι εργοδοτούμενοι των οποίων η απασχόληση τερματίστηκε για λόγους πλεονασμού, δεν είχαν δικαίωμα να λάβουν και ή δεν δικαιούνται να απαιτούν την καταβολή ολόκληρου του ποσού που υπολογίζεται με βάση τις πρόνοιες του Εγχειριδίου Προσωπικού (Policy Manual) ημερ. 1.7.1984, αλλά σύμφωνα και ή κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 17 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν.24/67) (στο εξής «ο Νόμος») είχαν δικαίωμα και ή δικαιούνταν να λάβουν: (α) από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (στο εξής «το Ταμείο») το ποσό της πληρωμής λόγω πλεονασμού, το οποίο δικαιούνται σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου, και (β) από την Εργοδότρια Εταιρεία το ποσό κατά το οποίο η από μέρους της πληρωμή τυχόν θα υπερέβαινε το ποσό της πληρωμής από το Ταμείο. Ισχυρίζεται επίσης ότι στο παρελθόν ουδέποτε υπήρξε παρόμοια περίπτωση, όπου η Εργοδότρια Εταιρεία να κατέβαλε «ολόκληρο το ποσό του ωφελήματος», με εκείνη των Αιτητών και των υπόλοιπων εργοδοτουμένων, των οποίων η απασχόληση τερματίστηκε για λόγους πλεονασμού και δη παύσης διεξαγωγής της επιχείρησης στην οποία απασχολούνταν οι Αιτητές. Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμη υπήρξε στο παρελθόν οποιαδήποτε τέτοια περίπτωση, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει την Εργοδότρια Εταιρεία να εφαρμόσει, στην προκείμενη περίπτωση, τις πρόνοιες του Νόμου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Αιτητές, δικαιούνται στην καταβολή των αιτούμενων ποσών ή οποιουδήποτε άλλου ποσού, το Δικαστήριο θα πρέπει να συμψηφίσει και ή αποκόψει και ή λάβει υπόψη την χαριστική πληρωμή (Πίνακας «2» πιο κάτω) που δόθηκε στους Αιτητές με την αποχώρηση τους, κατά την επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού σε βάρος της Εταιρείας και προς όφελος των Αιτητών. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αμφότεροι διάδικοι συμφώνησαν κι υπέβαλαν από κοινού «Καταλόγου Παραδεκτών Γεγονότων και Εγγράφων», τα οποία παραθέτουμε:
  2. Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών από τις 2.5.1981, με έδρα τη Λευκωσία και η οποία μέχρι την 31.8.2014 ασχολείτο με το εμπόριο ειδών καθαριότητας και/ή προϊόντων οικιακής χρήσης. Αποτελεί μέλος του συγκροτήματος / ομίλου S.C. JOHNSON, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του οποίου επεκτείνονται σε εβδομήντα

(70)και πλέον χώρες.
  1. Όλοι οι Αιτητές υπήρξαν εργοδοτούμενοι της Εργοδότριας Εταιρείας.
  2. Τον Ιανουάριο του 2014, η Εργοδότρια Εταιρεία αποφάσισε να παύσει να ασκεί οποιεσδήποτε δραστηριότητες και να προχωρήσει με την εθελούσια διάλυση/εκκαθάρισή της. Η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε σε όλους τους εργοδοτούμενους της Εταιρείας κατά ή περί την 10.2.
  3. Κατά τη λήψη της πιο πάνω απόφασης, η Εργοδότρια Εταιρεία απασχολούσε συνολικά δεκατρία
(13)άτομα, μεταξύ των οποίων και τους Αιτητές.
  1. Με πανομοιότυπες επιστολές ημερ. 6.3.2014 η Εργοδότρια Εταιρεία πληροφόρησε όλους τους εργοδοτούμενους της, μεταξύ των οποίων και τους Αιτητές (Τεκ.Α1 - Α10), ότι: i. H Εταιρεία σκοπεύει να τερματίσει τις δραστηριότητες της στην Κύπρο στις 31.8.2014, μέσα στα πλαίσια διεθνούς αναδιοργάνωσης του συγκροτήματος S.C. JOHNSON. ii. Όλοι οι εργοδοτούμενοι της Εταιρείας, περιλαμβανομένων των Αιτητών, έχουν καταστεί πλεονάζον προσωπικό και τους διδόταν προειδοποίηση ότι η απασχόληση τους θα τερματιζόταν, για ορισμένους την 31.7.2014 και για τους υπόλοιπους την 31.8.
  2. iii. Οι Αιτητές (όπως και οι υπόλοιποι εργοδοτούμενοι) θα συνέχιζαν να εργάζονται στην Εργοδότρια Εταιρεία καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου της προειδοποίησης.
  3. Τον Σεπτέμβριο του 2014, τόσο οι Αιτητές όσο και οι υπόλοιποι εργοδοτούμενοι, των οποίων η απασχόληση τερματίστηκε για λόγους πλεονασμού, υπέβαλαν αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού.
  4. Ως εκ τούτου η Εργοδότρια Εταιρεία συμπλήρωσε το καθορισμένο έντυπο και, με βάση τη σχετική νομοθεσία, κοινοποίησε στον Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων τον πιο πάνω πλεονασμό.
  5. Πράγματι, από την 1.9.2014 η Εργοδότρια Εταιρεία έπαυσε να ασκεί οποιεσδήποτε δραστηριότητες ή να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία απασχολούσε τους Αιτητές και τους υπόλοιπους συναδέλφους τους.
  6. Οι διάδικοι συμφωνούν ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητών ήταν απόλυτα νόμιμος σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 5(β), 16 και 18(α) του Νόμου και, ειδικότερα, η απασχόληση τους τερματίστηκε «διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο». Ως εκ τούτου, οι Αιτητές (και οι υπόλοιποι εργοδοτούμενοι της Εταιρεία) δικαιούνταν σε πληρωμή λόγω πλεονασμού από το Ομώνυμο Ταμείο, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας.
  7. Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο Προσωπικού (Policy Manual) της Εργοδότριας Εταιρείας και συγκεκριμένα το "Personnel Policy No. 12" (ιδιαίτερα τις παραγράφους 1 και 8, κάτω από τον τίτλο "Policy"), το οποίο ίσχυε από την 1.7.1984, κάθε εργοδοτούμενος, του οποίου η απασχόληση τερματίζετο για το λόγο ότι η θέση στην οποία εργοδοτείτο δεν υφίστατο πλέον, είχε δικαίωμα στην είσπραξη ορισμένου ποσού, ως "redundancy payment", το οποίο θα υπολογιζόταν με βάση το χρονικό διάστημα απασχόλησης του στην Εργοδότρια Εταιρεία και το ύψος των απολαβών του.
  8. Αντίγραφα των σελίδων 18-20 του πιο πάνω Εγχειρίδιου Προσωπικού (Policy Manual), κατατέθηκε και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκ.Β.
  9. Περαιτέρω παρατέθηκε ο ακόλουθος Πίνακας «1» που περιέχει λεπτομερή στοιχεία αναφορικά:
(1)με την περίοδο απασχόλησης των Αιτητών,
(2)τον τελευταίο μηνιαίο μισθό τους, πλέον 13ο μισθό,
(3)το ποσό που είχαν δικαίωμα να εισπράξουν, υπολογιζόμενο με βάση τις πρόνοιες του Εγχειριδίου Προσωπικού,
(4)το ποσό που δικαιούνταν και εισέπραξαν από το Ταμείο ως πλεονάζον προσωπικό,
(5)το ποσό που εισέπραξαν από την Εργοδότρια Εταιρεία και που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του ποσού που υπολογίστηκε με βάση το Εγχειρίδιο Προσωπικού και του ποσού που έπρεπε να εισπράξουν και εισέπραξαν από το Ταμείο, και
(6)το ποσό της διαφοράς που αξιώνουν οι Αιτητές. ΠΙΝΑΚΑΣ «1» Αριθμός Υπόθεσης 1 Περίοδος Απασχόλησης 2 Τελευταίος μηνιαίος μισθός, πλέον 13ος 3 Ποσό με βάση το Εγχειρίδιο Προσωπικού 4 Ποσό που είχαν δικαίωμα να εισπράξουν και εισέπραξαν από ΤΠΠ 5 Ποσό που εισέπραξαν από την Εργοδότρια Εταιρεία 6 Ποσό της διαφοράς που αξιώνουν οι Αιτητές 1 771/2014 1.9.1993 - 31.8.2014 €4.496,00 €102.284,00 €41.502,00 €60.782,00 €41.502,00 2 772/2014 1.1.2006 - 31.7.2014 €2.277,00 €19.734,00 €11.670,00 €8.064,00 €11.670,00 3 773/2014 1.4.2012 - 31.7.2014 €1.928,00 €6.266,00 €1.928,00 €4.338,00 €1.928,00 4 774/2014 1.1.2008 - 31.7.2014 €1.818,00 €11.817,00 €7.045,00 €4.772,00 €7.045,00 5 775/2014 1.3.2003 - 31.8.2014 €7.208,00 €85.895,00 €20.228,00 €65.667,00 €20.228,00 6 776/2014 3.1.1983 - 31.8.2014 €5.202,00 €174.701,00 €52.663,00 €122.038,00 €52.663,00 7 777/2014 9.8.1991 - 31.7.2014 €4.960,00 €123.587,00 €47.083,00 €76.504,00 €47.083,00 8 778/2014 1.8.1998 - 31.7.2014 €2.541,00 €44.044,00 €26.362,00 €17.682,00 €26.362,00 9 779/2014 1.8.1985 - 31.8.2014 €3.371,00 €105.906,00 €52.663,00 €53.243,00 €52.663,00 10 783/2014 1.12.2010 - 31.7.2014 €1.752,00 €5.694,00 €3.504,00 €2.190,00 €3.504,00
  1. Η Εργοδότρια Εταιρεία, κατά το χρόνο αποχώρησης των Αιτητών από την υπηρεσία της και πριν από την καταχώριση των υπό κρίση συνενωμένων Αιτήσεων, πλήρωσε σε καθένα από τους Αιτητές τα ποσά που αναφέρονται στη στήλη 5 του πιο πάνω Πίνακα «1».
  2. Κατά ή περί τον μήνα Μάιο του 2015, το Ταμείο ενέκρινε πληρωμή λόγω πλεονασμού σε όλους τους Αιτητές και κατέβαλε στον καθένα τα ποσά που αναφέρονται στη στήλη 4 του πιο πάνω Πίνακα «1».
  3. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο Προσωπικού, το νόμο και τη νομολογία, είχαν δικαίωμα να εισπράξουν ολόκληρο το υπολογιζόμενο ποσό με βάση το Εγχειρίδιο Προσωπικού (βλ. στήλη 3 του Πίνακα «1») επιπλέον του ποσού που είχαν δικαίωμα να εισπράξουν και εισέπραξαν από το Ταμείο (βλ. στήλη 4 του Πίνακα «1»), σε αντίθεση με τη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας ως παρατίθεται ανωτέρω.
  4. Η Εργοδότρια Εταιρεία, κατά το χρόνο αποχώρησης των Αιτητών, όπως τους είχε ανακοινωθεί από εκπροσώπους της Εταιρείας τον Μάρτιο 2014, μέσα στα πλαίσια την ενημέρωσης των υπαλλήλων για τον τερματισμό των δραστηριοτήτων της στην Κύπρο, κατέβαλε στους Αιτητές τα επιπλέον ποσά που αναφέρονται στον πιο κάτω Πίνακα «2», ως «χαριστική πληρωμή για την ολοκλήρωση της επιτυχούς μεταβίβασης των εργασιών - εκτός του πλαισίου οποιωνδήποτε συμβατικών υποχρεώσεων και πέραν από οποιεσδήποτε δεσμεύσεις πολιτικής» ("Gratuitous payment for completing a successful transfer of the business - outside of any contractual obligations and over and above any policy commitments"). ΠΙΝΑΚΑΣ «2» Αριθμός Υπόθεσης Επιπλέον ποσά που καταβλήθηκαν στους Αιτητές 1 771/2014 €14.612,00 2 772/2014 €7.400,00 3 773/2014 €6.266,00 4 774/2014 €5.909,00 5 775/2014 €23.426,00 6 776/2014 €16.907,00 7 777/2014 €16.120,00 8 778/2014 €8.258,00 9 779/2014 €10.956,00 10 783/2014 €5.694,00
  5. Η Εργοδότρια Εταιρεία επαναλαμβάνει τον δικογραφημένο ισχυρισμό της, με τον οποίο οι Αιτητές διαφωνούν, ότι - σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του, ότι οι Αιτητές δικαιούνται από την Εταιρεία τα αιτούμενα ποσά ως αναφέρονται στη στήλη 6 του Πίνακα «1» ή οποιαδήποτε άλλα ποσά - το Δικαστήριο θα πρέπει να συμψηφίσει και/ή αποκόψει και/ή λάβει υπόψη τις αναφερόμενες στον Πίνακα «2» πληρωμές, κατά την επιδίκαση οποιωνδήποτε ποσών σε βάρος της Εργοδότριας Εταιρείας και προς όφελος των Αιτητών.
  6. Σε σχέση με τη συγκεκριμένη διαφορά, πριν από την καταχώρηση των υπό κρίση συνενωμένων Αιτήσεων και πριν την αποχώρηση των Αιτητών από την υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας, αντηλλάγησαν επιστολές με ημερ. 6.6.2014, 12.6.2014 και 7.7.2014 μεταξύ των τότε δικηγόρων των Αιτητών και των δικηγόρων της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκ.Γ1, Γ2 και Γ3 αντίστοιχα). Ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ο Αιτητής στην Αίτηση 775/2014 κ. Ν. Χ., ο οποίος με βάση τη γραπτή δήλωση του (Τεκ.1) απασχολείτο στην Εργοδότρια Εταιρεία ως Οικονομικός και Διοικητικός Διευθυντής (finance and Administration Manager). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το παράπονο του ιδίου όσο και των άλλων Αιτητών, είναι ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν τίμησε τη συμφωνία της και ενήργησε αντίθετα με το εγχειρίδιο προσωπικού (Τεκ.Β), όπου ρητά προβλέπεται ότι σε περίπτωση πλεονασμού λόγω κατάργησης θέσης εργασίας, τα υπολογιζόμενα ποσά ως προκύπτουν από την στήλη 6 του Πίνακα «1», θα έπρεπε να καταβληθούν από την ίδια την Εταιρεία. Είναι η θέση του ότι τα εν λόγω ποσά αποτελούν κεκτημένο δικαίωμα των Αιτητών και ότι με βάση το εγχειρίδιο προσωπικού θα έπρεπε να τους καταβληθούν. Ισχυρίζεται ότι στο παρελθόν, σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις, όπου δυο υπάλληλοι θα έπρεπε να αποδεσμευτούν γιατί δεν υπήρχε πλέον εργασία γι' αυτούς, η Εταιρεία τους κατέβαλε ακέραιο το ποσό όπως το είχε υπολογίσει με βάση το εγχειρίδιο προσωπικού. Συγκεκριμένα στις 15.12.2004 και 15.12.2005 κατέβαλε σε δύο υπαλλήλους το ποσό των ΛΚ172.000 και ΛΚ40.763 αντίστοιχα, υπογράφοντας σχετικές συμφωνίες αποχώρησης των εν λόγω υπαλλήλων [Τεκ.Δ και Τεκ.Ε
(1)
(2)]. Αναφερόμενος στην παραγρ. 1 του εγχειριδίου, ισχυρίζεται ότι η Εταιρεία δεν έχει ακολουθήσει την ερμηνεία του Νόμου αλλά για σκοπούς πλεονασμού έχει ερμηνεύσει ως πλεονάζον την περίπτωση που η δουλειά στην οποία απασχολείτο ο υπάλληλος έπαυσε να υπάρχει. Συνυπολογίζοντας την πρακτική που ακολούθησε η Εταιρεία στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις, τους δόθηκε το έναυσμα να αντιληφθούν ότι σκοπός της πληρωμής δεν ήταν ο συμψηφισμός και οποιαδήποτε πληρωμή θα λάμβανε ο υπάλληλος από το Ταμείο, αλλά η κατοχύρωση της ομαλής μετάβασης του υπαλλήλου στα νέα δεδομένα του μετά τον τερματισμό της απασχόλησης του και η διατήρηση καλών σχέσεων με την Εταιρεία, γι' αυτό και ερμήνευσε τη λέξη πλεονασμός στη συμφωνία διαφορετικά από την ερμηνεία που δίνει ο νομοθέτης. Είναι περαιτέρω η θέση του, ότι οι πληρωμές που αναφέρονται στον Πίνακα «2» δεν ήταν χαριστικές αλλά πληρωμές που αντανακλούσαν στις περισσότερες ώρες δουλειάς που χρειάστηκε να δουλέψουν για την ολοκλήρωση της διαδικασίας κλεισίματος της Εταιρείας και μετάβασης των εργασιών στην αγγλική εταιρεία. Αποτελούσαν επίσης κίνητρο για τους υπαλλήλους να ολοκληρώσουν με ζήλο τις εργασίες τους αφού γνώριζαν ότι σύντομα θα τερματιζόταν η απασχόληση τους. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας συμφώνησε ότι στην περίπτωση του ιδίου και των άλλων Αιτητών, όπου ο τερματισμός της απασχόλησης τους οφείλετο σε λόγους πλεονασμού, εφαρμόζεται το "Personnel Policy No.12" που αναφέρεται σε πλεονασμό και όχι το "Personnel Policy No. 11" που αναφέρεται σε αποχώρηση (separation). Για τους δύο υπαλλήλους που απεχώρησαν το 2004 και 2005 αντίστοιχα, συμφώνησε ότι στις συμφωνίες που υπέγραψαν [Τεκ.Δ και Τεκ.Ε
(1)
(2)], δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε συνθήκες πλεονασμού. Ότι πρόκειται για δύο πανομοιότυπες συμφωνίες μεταξύ εργοδότη και υπαλλήλων του, που αμοιβαία συμφώνησαν να αποχωρήσουν και να τους δώσει ένα συγκεκριμένο ex gratia ποσό που υπολογίστηκε με βάση το παράρτημα (appendix). Ενώ επέμενε ότι και στη δική τους περίπτωση υπήρξε ενυπόγραφη συμφωνία την οποία προφανώς δεν είχε μαζί του, ακολούθως ισχυρίστηκε ότι τέτοια συμφωνία αποτελεί η επιστολή απόλυσης (Τεκ.Α1-10) και η επισυναπτόμενη αναλυτική κατάσταση (Τεκ.Στ) που τους δόθηκε με τον τερματισμό της απασχόλησης τους. Ενώ ισχυρίστηκε ότι και στην περίπτωση των εν λόγω υπαλλήλων το ποσό υπολογίστηκε με βάση το "Personnel Policy 12" και ότι και στην περίπτωση τους υπήρξαν συνθήκες πλεονασμού, όταν του υποδείχτηκε ότι τα όσα ανέφερε έρχονταν σε αντίθεση με τις συμφωνία που υπέγραψαν, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω συμφωνίες ετοιμάστηκαν με αυτό τον συγκεκριμένο τρόπο για να αποφύγουν οι δύο απολυθέντες λόγω πλεονασμού να πληρώσουν οποιονδήποτε φόρο που αφορά την αποζημίωση τους. Διευκρινίζοντας τα όσα παρέθεσε κατά την κυρίως εξέταση του, σε σχέση με την εφαρμογή του Νόμου, ισχυρίστηκε ότι η Εταιρεία επέλεξε να δημιουργήσει το εγχειρίδιο προσωπικού, γιατί θέλησε να διαφοροποιηθεί από τη νομοθεσία, διαφορετικά δεν θα χρειαζόταν το εγχειρίδιο και θα εφάρμοζε απλά τη νομοθεσία. Για το καταβληθέν προς αυτούς ποσό που αναφέρεται στον Πίνακα «2» ενώ συμφώνησε ότι επρόκειτο για τρεις μισθούς που τους δόθηκαν χαριστικά και ότι δόθηκαν επιπλέον της συμβατικής υποχρέωσης της Εταιρείας, εν τούτοις ισχυρίστηκε ότι τους καταβλήθηκε για τις περισσότερες ώρες που χρειάστηκε να δουλέψουν για να ολοκληρωθεί η διαδικασία κλεισίματος της Εταιρείας. Σε υποβολή ότι η χαριστική αυτή πληρωμή δόθηκε με το σκεπτικό ότι μόνο μέρος του ποσού με βάση το εγχειρίδιο θα επιβαρυνόταν η Εταιρεία, ο μάρτυρας διαφώνησε, λέγοντας ότι η Εταιρεία δεν είχε οικονομικά θέματα και ότι ήταν πάντα γενναιόδωρη με το προσωπικό της. Ανάλυση - Συμπεράσματα Tο Εγχειρίδιο Προσωπικού (Policy Manual) (Τεκ.Β) και συγκεκριμένα το "Personnel Policy No. 12", για το οποίο γίνεται λόγος στην παράγραφο 10 των παραδεκτών γεγονότων, περιέχει μεταξύ άλλων τις ακόλουθες πρόνοιες: «OBJECTIVES 1. To maintain good personnel relations. 2. To reduce hardship to the minimum. 3. To observe statutory legislation and any pertinent industrial agreement on redundancy. POLICY 1. All Cyprus-based employees, in the event of redundancy, will receive in total, compensation equivalent to the benefits as set out in this policy. 2. ...................................... 3. ...................................... 4. .................................... 5. .................................... 6. .................................... 7. .................................... 8. To make redundancy payment as follows: (
  1. i)............................................................................................. (
  2. ii)............................................................................................. NOTE An employee is eligible for redundancy payments as set out in Paras. 1-9 above, only when the job he/she is employed to do no longer exists. This may occur when conditions of the business change and there is no further requirement for the position. These terms do not apply in cases of dismissal.» Σύμφωνα με το άρθρο 17 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), ως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.92/1979 (στο εξής «ο Νόμος»): «Επιφύλαξις υφισταμένων δικαιωμάτων 17. Όταν λόγω πλεονασμού, ως ούτος καθορίζεται εν τω άρθρω 18, εργοδοτούμενος δικαιούται εις οιανδήποτε άμεσον πληρωμήν λόγω πλεονασμού, χορήγημα λόγω απολύσεως, φιλοδώρημα ή οιανδήποτε άλλην πληρωμήν χορηγουμένην εν σχέσει προς την απασχόλησιν του παρ' εργοδότη, είτε το δικαίωμα τούτο υφίσταται λόγω εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως είτε δι' άλλον λόγον, ο εργοδοτούμένος λαμβάνει: (α) εκ του Ταμείου το ποσόν της πληρωμής λόγω πλεονασμού το οποίον δικαιούται συμφώνως προς τον Τέταρτον Πίνακα· και (β) παρά του εργοδότου, ή εξ οιουδήποτε ταμείου ή άλλης διευθετήσεως λειτουργούσης διά λογαριασμόν του εργοδότου, το ποσόν κατά το οποίον η παρά του εργοδότου ή διά λογαριασμόν αυτού πληρωμή τυχόν υπερβαίνει το ποσόν της πληρωμής εκ του Ταμείου: Νοείται ότι διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οιαδήποτε εισφορά γενομένη υπό του εργοδοτουμένου έναντι της πληρωμής εις την οποίαν ούτος δικαιούται παρά του εργοδότου ή εξ οιουδήποτε ταμείου ή άλλης διευθετήσεως λειτουργούσης διά λογαριασμόν του εργοδότου, ως και οιοσδήποτε τόκος επί τοιαύτης εισφοράς, δεν υπολογίζονται: Νοείται περαιτέρω ότι διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οιαδήποτε πληρωμή εκ ταμείου προνοίας δεν υπολογίζεται.» Στην υπόθεση Γεώργιου Κολιού ν. Γεώργιος Δ. Κουννάς και Υιοί Λτδ
(1996)1Β Α.Α.Δ. 1117, ο Εφεσείοντας απολύθηκε από την εργασία του για λόγους πλεονασμού και το Ομώνυμο Ταμείο, κατόπιν αιτήματος του, του κατέβαλε ό,τι εδικαιούτο που ήταν ποσό ύψους ΛΚ8,
  1. Η εργοδότηση του διέπετο από σύμβαση που περιείχε όρο για καταβολή καθορισθείσας αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσης, που διαλάμβανε ότι: «Όταν υπάλληλος απολύεται εκ της εργασίας του θα του δίδεται ως αποζημίωσις το 50% του συνόλου του τελευταίου του μισθού δι' έκαστον έτος υπηρεσίας π.χ. υπάλληλος με 10 έτη υπηρεσίας και με συνολικό μισθό £100.- μηνιαίως θα πρέπει να πάρει £500.- ως αποζημίωση. Όταν υπάλληλος απολύεται εκ της εργασίας του δι' αξιόποινον πράξη (κλοπή, κατάχρηση κλπ) τότε ουδεμία αποζημίωση θα του δίδεται." Ο εφεσείων, επικαλούμενος τον προρρηθέντα όρο ζήτησε από τους εργοδότες του (εφεσείοντες) να του καταβάλουν την καθορισθείσα αποζημίωση που ανερχόταν σε ποσό ΛΚ8,
  2. Οι εφεσίβλητοι απέρριψαν το αίτημα του και η μεταξύ τους διαφορά ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.»). Ερμηνεύοντας το Δ.Ε.Δ. τον εν λόγω όρο της σύμβασης και τον Νόμο, κατέληξε ότι οι εργοδότες δεν είχαν υποχρέωση να καταβάλουν στον εφεσείοντα το αξιούμενο ή οποιοδήποτε ποσό. Αυτή η κατάληξη είχε ως αφετηρία την άποψή ότι με τον όρο εκφραζόταν πρόθεση των μερών να καταβάλλεται αποζημίωση μόνο εφόσον ο απολυθείς δεν θα είχε δικαίωμα να λάβει από αλλού. Με δεδομένο λοιπόν ότι ο εφεσείων πληρώθηκε από το Ταμείο ποσό μεγαλύτερο, το Άρθρο 17(β) του Νόμου, δεν επέτρεπε την διεκδίκηση της εν λόγω αποζημίωσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο διαφωνώντας εν μέρει με το σκεπτικό του Δ.Ε.Δ. και επικροτώντας την κατάληξη του ανάφερε τα ακόλουθα: «. Είναι κατ' αρχήν ανάγκη να επισημάνουμε ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος του 1967 (όπως τροποποιήθηκε) παρέχει σε εργοδοτούμενους δικαιώματα εντός πλαισίου προστασίας το οποίο δεν προορίζεται να είναι εξαντλητικό. Δεν αποστερεί τον εργοδοτούμενο της δυνατότητας πρόσκτησης πρόσθετων δικαιωμάτων δυνάμει σύμβασης. Η ρύθμιση που προβλέπεται στο Άρθρο 17(β) του Νόμου αποτελεί απτή έκφανση αυτής της δυνατότητας. Το Άρθρο 5 του Νόμου δεν βρίσκεται σε αντινομία. Διαγράφει μόνο το όριο προστασίας που καλύπτει το νομοθέτημα δίχως να αγγίζει τα έξω από το νομοθέτημα προσκτηθέντα δικαιώματα. Δεν σημαίνει όμως πως ο εργοδοτούμενος απολαμβάνει απαρέγκλιτα και τα δυο χωρίς περιορισμό. Ό,τι και αν διαλαμβάνει η σύμβαση. Η πρόνοια στο Άρθρο 17 για πληρωμή από το Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό, σαφώς τίθεται με την παράγραφο (β) υπό τον περιορισμό της μη παράλληλης πληρωμής από άλλη πηγή εκτός στο βαθμό που απαιτείται για συμπλήρωση του ύψους του ωφελήματος το οποίο προέρχεται από αυτή. Ο εργοδοτούμενος δεν μπορεί να λάβει πληρωμή από το Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό κατ' αντίθεση προς ό,τι προβλέπεται στο Άρθρο 17(β). Και έτσι η πληρωμή από το εν λόγω Ταμείο τον περιορίζει στην όποια άλλη διεκδίκηση. Γι' αυτό, η ενασχόληση με την πρόθεση των μερών προς διαπίστωση της έννοιας και κατ' ακολουθίαν της εμβέλειας του όρου 13 της σύμβασης ήταν άτοπη. Δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να επιδράσει στην έκβαση. Ωστόσο, η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι το Άρθρο 17(β) του Νόμου αποκλείει τη διπλή πληρωμή ήταν ορθή. Η απόφαση στην υπόθεση Famalift Shipyard Ltd ν. Νικόλα Παυλίδη και Άλλων (ανωτέρω) δεν αποτελεί αυθεντία περί του αντιθέτου. Σε εκείνη την υπόθεση είχε τεθεί ενώπιον του Εφετείου για εξέταση μόνο η χρονική έκταση του παρασχεθέντος με τη σύμβαση δικαιώματος. Το ερώτημα ήταν κατά πόσο αυτή υπολογιζόταν "από τότε που (οι εργοδοτούμενοι) άρχισαν την απασχόλησή τους, ανεξάρτητα αν αυτή ήταν αρχικά επί εβδομαδιαίας βάσης και καλυπτόταν από ξεχωριστή σύμβαση για τους εβδομαδιαίους" ή κατά πόσο υπολογιζόταν από τότε που άρχισε η απασχόλησή τους επί μηνιαίας βάσης. Η ερμηνεία του Άρθρου 17(β) του Νόμου δεν είχε απασχολήσει. Γι' αυτό, ο τρόπος με τον οποίο αντικρίστηκε εκεί το ζήτημα επιπλέον πληρωμής δεν συναρτάτο με τον λόγο της απόφασης.» Στην υπόθεση Σίμος Μουζούρης ν.
  3. Κόσμο-Πλαστ & Σια,
  4. Ταμείο Πλεονασμού
(2007)1 Α.Α.Δ. 896, το Ανώτατο Δικαστήριο έχοντας να επιληφθεί αδικαιολόγητης απόλυσης όπου ο εργοδότης είχε προβεί σε πληρωμή κατά χάρη αποφάσισε ότι, «.ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αφαίρεσε το ποσό που είχε δοθεί στον εφεσείοντα κατά χάρη. Αντίθετη ενέργεια από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα οδηγούσε σε διπλή πληρωμή του εφεσείοντα, κάτι που δεν είναι ορθό. Τούτο υποστηρίζεται από τις υποθέσεις Κολιού ν. Γεώργιος Δ. Κουννάς &Υιοί Λτδ
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1117 και Ιακώβου ν. Παπαδάκη
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2079 παρόλο που οι υποθέσεις αυτές δεν αφορούν αποζημίωση για παράνομο τερματισμό. Η ουσία τους είναι ότι δεν πρέπει ένας να αποζημιώνεται δύο φορές.» Στην προκείμενη περίπτωση, το εγχειρίδιο προσωπικού (Τεκ.Β) και συγκεκριμένα το "Policy No. Personnel 12", που φέρει τον τίτλο (Title) "Redundancy", παρείχε στους Αιτητές τη δυνατότητα πρόσκτησης πρόσθετων δικαιωμάτων πέραν του πλαισίου προστασίας που παρέχει ο Νόμος σε περίπτωση που η απασχόληση τους τερματίζετο για λόγους πλεονασμού, συνυπολογιζόμενα με βάση τα χρόνια υπηρεσίας και τον ετήσιο μισθό τους (παράγραφος 8 υπό τον τίτλο "Policy"). Τα δικαιώματα αυτά, καθώς προκύπτει από την παράγραφο 3 υπό τον τίτλο "Objectives", υπόκεινται στις πρόνοιες του Νόμου ("statutory legislation"). Από τα γεγονότα της υπόθεσης, προφανώς η απασχόληση των Αιτητών τερματίστηκε για λόγους πλεονασμού στη βάση του άρθρου 5(β) του Νόμου, δυνάμει του οποίου, «Τερματισμός απασχολήσεως . δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημιώσεις: (β) Όταν εργοδοτούμενος κατέστη πλεονάζων υπό την έννοια του Μέρους IV». Επίσης οι Αιτητές κρίθηκαν πλεονάζοντες και έλαβαν πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο. Από τη στιγμή που οι Αιτητές εξασφάλισαν πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο, η περίπτωση τους, σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κολιού (ανωτέρω) δεν μπορεί να τεθεί εκτός των πλαισίων της πρόνοιας του άρθρου 17(β) του Νόμου, όπου ρητά καθιστά υπεύθυνο τον εργοδότη να καταβάλει στον απολυθέντα εργοδοτούμενο του το τυχόν ποσό που υπερβαίνει του ποσού της πληρωμής από το Ταμείο και όχι οποιοδήποτε άλλο επιπλέον ποσό. Επομένως και στην περίπτωση των Αιτητών, όπου το Τεκ.Β τους παρείχε τη δυνατότητα πρόσκτησης πρόσθετων δικαιωμάτων, πέραν του ποσού που εξασφάλισαν ως πλεονάζοντες από το Ομώνυμο Ταμείο, με την εν λόγω διάταξη τίθενται περιορισμοί ως προς το δικαίωμα τους να επωφεληθούν πληρωμής τόσο από το Ταμείο όσο και από την Εργοδότρια Εταιρεία. Το ποσό που οι Αιτητές εξασφάλισαν από το Ταμείο ως πλεονάζοντες, δυνάμει των προνοιών του Νόμου, δεν μπορούν να το διεκδικούν ξανά από την Εργοδότρια Εταιρεία βασιζόμενοι στο εγχειρίδιο προσωπικού. Το άρθρο 17(β) του Νόμου αποκλείει την παράλληλη ή διπλή πληρωμή. Το ποσό που η Εργοδότρια Εταιρεία όφειλε να καταβάλει στους Αιτητές με βάση την παράγραφο (β) του άρθρου 17 του Νόμου, ήταν το ποσό της διαφοράς μεταξύ του ποσού της πληρωμής από το Ταμείο και του ποσού της αποζημίωσης που δικαιούνταν με βάση το Τεκ.Β και το οποίο, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα, τους έχει ήδη καταβληθεί. Η θέση των Αιτητών, όπως προβάλλεται μέσα από τη μαρτυρία του κ. Χαρίτου, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν τίμησε τη συμφωνία της και ενήργησε αντίθετα με το εγχειρίδιο προσωπικού (Τεκ.Β), όπου ρητά προβλέπεται ότι σε περίπτωση πλεονασμού λόγω κατάργησης θέσης εργασίας, τα υπολογιζόμενα ποσά ως προκύπτουν από την στήλη 6 του Πίνακα «1», θα έπρεπε να καταβληθούν από την ίδια την Εταιρεία, δεν συνάδει με την παράγραφο 3 υπό τον τίτλο "Policy" του εν λόγω Τεκμηρίου όπου γίνεται αναφορά σε συνολικό ποσό ("will receive in total") αποζημίωσης που δικαιούται ο απολυθείς υπάλληλος για λόγους πλεονασμού και όχι σε αποκλειστική πληρωμή από τον Εργοδότη, ως ο ίδιος ισχυρίζεται. Δεν συνάδει επίσης με τη φράση "To observe statutory legislation" που συναντάται στην παράγραφο 3 του Τεκ.Β, υπό τον τίτλο "Objectives", η οποία σαφώς υποδηλώνει ότι η οποιαδήποτε υποχρέωση της Εργοδότριας Εταιρείας για πληρωμή προς απολυθέντα εργοδοτούμενο της λόγω πλεονασμού, υπόκειται στις πρόνοιες του Νόμου, περιλαμβανομένων σαφώς και των προνοιών του άρθρου 17. Περαιτέρω ο εν λόγω μάρτυρας, αναφερόμενος σε δύο περιπτώσεις υπαλλήλων που απολύθηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία το 2004 και 2005 αντίστοιχα, ισχυρίστηκε ότι τους καταβλήθηκε από την Εταιρεία ολόκληρο το ποσό της αποζημίωσης. Προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του κατέθεσε αντίγραφα γραπτών συμφωνιών που υπέγραψε η Εταιρεία με τους εν λόγω υπαλλήλους [Τεκ.Δ και Τεκ.Ε
(1)
(2)]. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Αιτητές με την τελική αγόρευση του, στηριζόμενος στις εν λόγω συμφωνίες, αναφέρθηκε σε έθιμο και προηγούμενη πρακτική, που έχει καθορίσει ως κεκτημένο το δικαίωμα των Αιτητών να απαιτήσουν την καταβολή του υπολογισθέντος αιτούμενου ποσού από την Εργοδότρια Εταιρεία, χωρίς να ληφθεί υπόψη η πληρωμή από το Ταμείο. Για να υποστηρίξει τη θέση του παρέπεμψε το Δικαστήριο στην αγγλική υπόθεση Quinn v. Calden Industrial Materials [1996] IRLR 139 όπου το E.A.T. τόνισε ότι το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει εθιμική υποχρέωση, δεν απαντάται για πόσο καιρό ή πόσες φορές υιοθέτησε ο εργοδότης μια συγκεκριμένη πρακτική αλλά κατά πόσο από την πρακτική που ακολουθείτο από τον εργοδότη μπορεί να εξαχθεί η πρόθεση του να είναι συμβατικά υποχρεωμένος να ακολουθήσει αυτή την πρακτική. Αξιολογώντας τα όσα ο κ. Χ. παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με το επίδικο αυτό θέμα σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι εισηγήθηκαν με τις τελικές τους αγορεύσεις τους, παρατηρούμε τα ακόλουθα: Δεδομένων των συμφωνιών που κατέθεσε ο μάρτυρας αναφορικά με τους δύο υπαλλήλους που απεχώρησαν το 2004 και 2005 αντίστοιχα, κατ' αρχάς θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Εργοδότρια Εταιρεία, όπως προκύπτει από τις τελικές αγορεύεις που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομική ή νομολογιακή αρχή που να υποχρεώνει τον εργοδότη να καταβάλει σε απολυθέντα εργοδοτούμενο του, οποιοδήποτε ποσό πέραν του συμφωνηθέντος ή καθοριζομένου από τον Νόμο, επειδή στο παρελθόν, σε παρόμοιες περιπτώσεις και για δικούς του λόγους ενήργησε διαφορετικά. Εν ολίγοις, το γεγονός ότι ο εργοδότης για δικούς του λόγους, κατέβαλε σε μια ή περισσότερες περιπτώσεις μεγαλύτερη αποζημίωση σε απολυθέντες εργοδοτούμενους του, δεν είναι δεσμευτικό και δεν μπορεί να απότελέσει έρεισμα επίκλησης προηγούμενης πρακτικής και κεκτημένου δικαιώματος, ως ισχυρίζεται η πλευρά των Αιτητών. Άλλωστε ούτε το άρθρο 17 του Νόμου αλλά ούτε και η νομολογιακή ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, θέτει ως εξαίρεση του κανόνα εφαρμογής του, την τυχόν «προηγούμενη πρακτική» του εργοδότη, να καταβάλει αποζημίωση σε απολυθέντες εργοδοτούμενους του χωρίς την αφαίρεση του ποσού που αυτοί θα εισέπρατταν από το Ταμείο. Για κάθε περίπτωση από τη μαρτυρία του κ. Χ. και τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κρίνουμε ότι, οι προαναφερθείσες περιπτώσεις των δύο απολυθέντων υπαλλήλων, με τους οποίους η Εργοδότρια Εταιρεία είχε συνάψει γραπτές συμφωνίες, κατά τον τερματισμό της απασχόλησης τους, δεν ομοιάζουν και δεν σχετίζονται με τους λόγους ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση των Αιτητών. Πρόκειται για δύο διαφορετικές και ανόμοιες περιπτώσεις, που δεν μπορούν να δημιουργήσουν «προηγούμενη πρακτική» καθώς: - Σε αντίθεση με τις επίδικες περιπτώσεις, κατά τον χρόνο σύναψης των πιο πάνω συμφωνιών, η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση της ή να ασκεί τις δραστηριότητες της. - Με τους Αιτητές, η Εταιρεία δεν είχε συνάψει οποιεσδήποτε γραπτές συμφωνίες για τον τερματισμό της απασχόλησης τους, αλλά προχώρησε στην καταβολή της αποζημίωσης που προέβλεπε το εγχειρίδιο προσωπικού για την κάθε περίπτωση, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 17 του Νόμου και για τους λόγους που ήδη έχουμε αναπτύξει ανωτέρω. - Στις πιο πάνω συμφωνίες [Τεκ.Δ και Τεκ.Ε
(1)
(2)] δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή παραπομπή σε εγχειρίδιο προσωπικού, ούτε σε συμβατική υποχρέωση της Εργοδότριας Εταιρείας να καταβάλει στους δύο απολυθέντες υπαλλήλους οποιοδήποτε ποσό, ούτε αναφέρεται ο τρόπος υπολογισμού του συμφωνηθέντων ποσών που θα καταβάλλονταν στους εν λόγω υπαλλήλους. Περαιτέρω, σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίστηκε ο κ. Χ. κατά την αντεξέταση του, στις εν λόγω γραπτές συμφωνίες δεν γίνεται αναφορά σε «Redundancy», αλλά σε "separation" σε "mutual agreement regarding your separation from SC Johnson Company Limited (Cyprus)", σε "separation pay", ότι "the Company will pay to you a lump sum payment in an amount equivalent to ...", σε "additional ex gratia payment", σε "total ex gratia payment" σε "release to the company" με την πληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού, ότι "the company has offered on a purely ex gratia basis to the Employee and the Employee has accepted an amount of ..", ότι με την πληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού "the Employee declares that all her claims, demands and entitlements in respect of the termination of the employment have been finally and fully settled, satisfied and discharged" και άλλες παρόμοιες αναφορές. Επομένως, οι πληρωμές που έγιναν με βάση τις εν λόγω γραπτές συμφωνίες δεν φαίνεται να αφορούσαν απολύσεις λόγω πλεονασμού, όπως στην προκείμενη περίπτωση, όπως επίσης δεν φαίνεται ότι το καταβληθέν ποσό έχει υπολογιστεί με βάση το εγχειρίδιο προσωπικού (Τεκ.Β) [είτε σύμφωνα με το "Policy Personnel 11", σελ. 18 (Separation Pay) είτε σύμφωνα με το "Policy Personnel 12", σελίδες 19-20 (Redundancy)]. Σε τελική ανάλυση, επρόκειτο για συμφωνίες αποδέσμευσης (Separation) των δύο υπαλλήλων με την καταβολή, εντελώς χαριστικά, συγκεκριμένου εφάπαξ ποσού. Περαιτέρω οι διάφοροι ισχυρισμοί που προέβαλε ο κ. Χ. κατά την αντεξέταση του, αναφορικά με τις συνθήκες και τα περιστατικά των δύο υποθέσεων, ευρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τους όρους των γραπτών συμφωνιών που η Εργοδότρια Εταιρεία σύναψε με τους εν λόγω υπαλλήλους [Τεκ.Δ και Τεκ.Ε
(1)
(2)]. Συγκεκριμένα, ενώ ισχυρίστηκε ότι και στην περίπτωση των εν λόγω υπαλλήλων το ποσό υπολογίστηκε με βάση το "Personnel Policy 12" και ότι και στην περίπτωση τους υπήρξαν συνθήκες πλεονασμού, όταν του υποδείχτηκε ότι τα όσα ανέφερε έρχονταν σε αντίθεση με τις συμφωνία που υπέγραψαν οι δύο υπάλληλοι, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω συμφωνίες ετοιμάστηκαν με αυτό τον συγκεκριμένο τρόπο, για να αποφύγουν οι δύο απολυθέντες λόγω πλεονασμού να πληρώσουν οποιονδήποτε φόρο που αφορά την αποζημίωση τους. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι μια τέτοια προφορική μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, καθότι τυχόν αποδοχή της θα οδηγούσε στην τροποποίηση των όρων γραπτών συμφωνιών και θα καταστρατηγούσε τις αρχές της νομολογίας ότι «δεν γίνεται αποδεκτή εξωγενής μαρτυρία για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή να προσθέσει στο περιεχόμενο των όρων ενός εγγράφου». Πόσο μάλλον, στην προκειμένη περίπτωση, όπου η εξωγενής μαρτυρία δεν δίδεται από συμβαλλόμενο μέρος, αλλά από τρίτο πρόσωπο, που δεν αποτέλεσε μέρος των γραπτών συμφωνιών (βλ. Marketrens Finance Ltd ν. Ανδρέα Πέρδικου και άλλων
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1042). Για όλα τα πιο πάνω είναι η κατάληξη μας ότι οι Αιτητές δεν δικαιούνται στην εξασφάλιση οποιουδήποτε περαιτέρω ποσού από την Εργοδότρια Εταιρεία, πέραν του ποσού που τους έχει καταβληθεί. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω κατάληξη μας, που είναι καθοριστική για τις αξιώσεις των Αιτητών, θα προχωρήσουμε στην εξέταση και του τρίτου ζητήματος που αφορά το επιπλέον ποσόν, πέραν του ποσού της αποζημίωσης, που κατέβαλε η Εργοδότρια Εταιρεία σε καθένα από τους Αιτητές κατά τον χρόνο της αποχώρησης τους, ως αναφέρεται στον Πίνακα «2» ανωτέρω. Ο κ. Χ. με την γραπτή δήλωση του ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω πληρωμές δεν ήταν χαριστικές, αλλά ήταν πληρωμές οι οποίες αντανακλούσαν τις περισσότερες ώρες δουλειάς που χρειάστηκε να δουλέψουν για να ολοκληρωθεί η διαδικασία κλεισίματος της Εταιρείας και μετάβασης των εργασιών της στην αγγλική εταιρεία. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι ήταν και ένα κίνητρο για τους υπαλλήλους να ολοκληρώσουν με ζήλο τις εργασίες τους, ενώ γνώριζαν ότι η απασχόληση τους θα τερματιζόταν μετά από λίγους μήνες. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι οι εν λόγω πληρωμές συνίσταντο σε τρεις μηνιαίους μισθούς για τον κάθε Αιτητή και ότι είχε καθοριστεί και γνωστοποιηθεί στους Αιτητές από τον Μάρτιο 2014. Επίσης κατατέθηκε εκ συμφώνου επιστολή απόλυσης ημερ. 6.3.2014 προς Α. Γ. - Αιτητή στην Αίτηση αρ. 776/2014 - στην οποία επισυνάπτεται αναλυτική κατάσταση με τις πληρωμές που θα λάμβανε με την αποχώρηση του. Δηλώθηκε, επίσης, ως παραδεκτό γεγονός, ότι τέτοιες αναλυτικές καταστάσεις επισυνάπτονταν σε όλες τις επιστολές απόλυσης που δόθηκαν στους Αιτητές (Τεκ. Α1 - Α10). Στην τελευταία παράγραφο των εν λόγω καταστάσεων αναγράφονται τα όσα επαναλαμβάνονται στα παραδεκτά γεγονότα ότι δηλαδή πρόκειται για "Gratuitous payment for completing a successful transfer of the business - outside of any contractual obligations and over and above any policy commitments". Ο ισχυρισμός του κ. Χ. ότι τα εν λόγω ποσά δεν καταβλήθηκαν χαριστικώς από την Εταιρεία αλλά ότι αποτελούσαν πληρωμές για τις περισσότερες ώρες που εργάστηκε το προσωπικό για να ολοκληρωθεί η διαδικασία κλεισίματος της Εταιρείας, είναι εντελώς αβάσιμος και αντιβαίνει των όσων αναφέρονται στην επισυνημμένη επί της επιστολής απόλυσης αναλυτική κατάσταση. Επίσης οι εν λόγω πληρωμές είχαν καθοριστεί από τις 6.3.2014 που δόθηκε στους Αιτητές η επιστολή απόλυσης και ήταν αδύνατο να σχετίζονταν με υπερωριακή δήθεν εργασία που προσέφεραν σε μεταγενέστερο χρόνο από τον καθορισμό τους. Είναι λοιπόν εύρημα μας ότι το εν λόγω καταβληθέν ποσό αποτελούσε χαριστική πληρωμή προς τους Αιτητές, πέραν οποιασδήποτε συμβατικής υποχρέωσης, και συνεπώς η εν λόγω χαριστική πληρωμή θα έπρεπε να αφαιρεθεί και ή να συμψηφιστεί, σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιδίκαζε στους Αιτητές οποιοδήποτε ποσό με βάση τις αξιώσεις τους [βλ. Σίμος Μουζούρης (ανωτέρω)]. Για όλα τα πιο πάνω οι Αιτήσεις δεν μπορούν να επιτύχουν και απορρίπτονται με έξοδα υπέρ της Εργοδότριας Εταιρείας και εναντίον των Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ).................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Α. Λάμπρου, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.