← Κύπρος

Α. Τ. ν. Α. ΜΙΝΤΙΚΚΗΣ ΦΑΡΜ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Υπόθεσης: 869/2013, 23/9/2019

Α. Τ. ν. Α. ΜΙΝΤΙΚΚΗΣ ΦΑΡΜ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Υπόθεσης: 869/2013, 23/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:45 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Μ. Πέτσα και Σ. Φιλίππου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 869/2013 Μεταξύ: Α. Τ. Αιτητής -και- Α. ΜΙΝΤΙΚΚΗΣ ΦΑΡΜ ΛΙΜΙΤΕΔ Καθ' ων η αίτηση ---------- Ημερομηνία: 23η Σεπτεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Π. Α. Μιχαήλ Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Ε. Μπριάνα ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Καθ' ων η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένη ευθύνης η οποία ασχολείται με την εκτροφή και πώληση πουλερικών. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση τον Μάρτιο 2007 ως πωλητής. Η απασχόληση του τερματίστηκε στις 16.4.2013 με σχετική επιστολή (Τεκ.5) το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε αυτούσιο: «Θέμα: Τερματισμός Απασχόλησης Όπως γνωρίζετε, οφείλετε να εκτελείτε τα καθήκοντα σας με ικανοποιητικό τρόπο και με τη δέουσα επιμέλεια χωρίς να διαπράττετε οποιοδήποτε σοβαρό παράπτωμα και να συμμορφώνεστε προς τις σχετικές οδηγίες των προϊσταμένων σας, τηρώντας πάντα τους κανόνες εργασίας σας. Σε αντίθεση όμως με τα πιο πάνω και παρά τις επανειλημμένες γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις και προειδοποιήσεις μας η εκτέλεση των καθηκόντων σας παραμένει μη ικανοποιητική κάτι που επιβεβαιώνεται αφενός από την σταθερά πτωτική πορεία των πωλήσεων σας, και αφετέρου, από την έλλειψη του απαιτούμενου ενδιαφέροντος τόσο προς τους υφιστάμενους πελάτες όσο και για προσέλκυση νέων πελατών. Ως εκ των προαναφερομένων θεωρούμε ότι η εργοδότηση σας δεν μπορεί πλέον να συνεχιστεί και δια της παρούσας επιστολής την τερματίζουμε άμεσα. Θα σας καταβληθεί αντί προειδοποίησης 7 βδομάδων, το ποσό των €2.222 ακάθαρτα καθώς και το ποσό των £4.153 ακάθαρτα για πλήρη εξόφληση των μέχρι σήμερα απολαβών σας, συμπεριλαμβανομένης και της αναλογίας αδειών και 13ου μισθού και οποιωνδήποτε άλλων ωφελημάτων. Σας ευχόμαστε κάθε επιτυχία στη μελλοντική σας σταδιοδρομία.» Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του. Επίσης ότι τα ποσά που του έχουν καταβληθεί δεν καλύπτουν τις νόμιμες και δικαιολογημένες αξιώσεις του. Έτσι με την παρούσα Αίτηση αξιώνει εναντίον τους (α) αποζημιώσεις για μη καταβολή δεδουλευμένων μισθών (β) αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, (γ) αναλογία 13ου μισθού, (δ) αναλογία αδείας, (ε) παρεμφερή ωφελήματα (στ) τόκους και έξοδα συν ΦΠΑ επί των εξόδων. Οι Καθ' ων η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις και ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν καθόλα νόμιμος και δικαιολογημένος για τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή απόλυσης. Για τα ποσά που κατέβαλαν στον Αιτητή ισχυρίζονται ότι είναι μεγαλύτερα απ' όσα δικαιούται στην πραγματικότητα. Ειδικότερα για τις ετήσιες άδειες ισχυρίζονται ότι με βάση την πολιτική ή πρακτική της Εταιρείας, οι άδειες που εδικαιούτο να λάβει ο Αιτητής δεν μπορούσαν να υπερβούν τις 21 ημέρες και ότι οι άδειες για το 2011 συνιστούν παραγραφείσα αξίωση για την οποία κωλύεται ή εμποδίζεται να διεκδικεί. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσε για τους Καθ' ων η αίτηση ένας μάρτυρας. Κατάθεσε επίσης ο Αιτητής. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Ο κ. Ε. Μ., γραμματέας των Καθ' ων η αίτηση, με τη γραπτή ένορκη δήλωση του επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα όσα αναφέρονται στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής όφειλε, σύμφωνα με τους όρους εργοδότησης του, να φροντίζει για τη προσέλκυση νέων πελατών και να μεριμνά για τη διατήρηση των υφιστάμενων πελατών, να εκτελεί τα καθήκοντα του κυρίως ως προς τις πωλήσεις εμπορευμάτων και τις εισπράξεις οφειλομένων ποσών ευλόγως ικανοποιητικά και χωρίς καθυστέρηση, επιδεικνύοντας κατάλληλη διαγωγή σε πελάτες και συνεργάτες των Καθ' ων η αίτηση, να τηρεί τους κανόνες εργασίας του, να μην αρνείται να συμμορφώνεται προς τις σχετικές οδηγίες των προϊσταμένων του και να μην προκαλεί οποιοδήποτε πρόβλημα ή οποιανδήποτε αναστάτωση ή ταλαιπωρία ή αρνητικό επηρεασμό της καλής φήμης, των συμφερόντων και της εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησης. Ισχυρίζεται, ότι σε αντίθεση με τα πιο πάνω, ο Αιτητής, παρά τις επανειλημμένες προφορικές προειδοποιήσεις που είχε δεχθεί, δεν εκτελούσε με ικανοποιητικό τρόπο τα καθήκοντα του, με αποτέλεσμα στις 13.01.2012 να του δοθεί προειδοποιητική επιστολή ίδιας ημερομηνίας, με αναφορά σε συγκεκριμένα θέματα (Τεκ.1). Στην εν λόγω επιστολή ο Αιτητής απήντησε με δίκη του χειρόγραφη επιστολή ημερ. 20.1.2012 την οποία ο μάρτυρας απορρίπτει ως μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα και μη δικαιολογούσα τη συμπεριφορά του. Είναι περαιτέρω η θέση του, ότι, παρά τις επανειλημμένες προφορικές και γραπτές παρατηρήσεις τους, ο Αιτητής συνέχιζε να εκτελεί τα καθήκοντα του με μη ικανοποιητικό τρόπο, κάτι που φαινόταν από την πτωτική πορεία των πωλήσεων του αλλά και την έλλειψη ενδιαφέροντος για την προσέλκυση νέων πελατών. Ενδεικτικά, ισχυρίζεται ότι τους τελευταίους 5 μήνες πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του, η προμήθεια του Αιτητή παρουσιαζόταν κατά 15% μειωμένη σε αντίθεση με την πορεία της Εταιρείας που είχε αυξητική τάση. Για να επιβεβαιώσει τη θέση του παρέθεσε αντίγραφα μισθοδοσίας του Αιτητή για τους μήνες Μάιο 2012 μέχρι και Μάρτιο 2013 (Τεκ.4), ισχυριζόμενος ότι η πτωτική πορεία του Αιτητή προκύπτει από το περιεχόμενο των εν λόγω καταστάσεων. Διατείνεται επίσης ότι ο Αιτητής είχε χάσει πελάτες και ότι οι ίδιοι συνέχιζαν να δέχονται παράπονα από υφιστάμενους πελάτες ότι ο Αιτητής συνέχιζε να δείχνει μεγάλη αδιαφορία στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Ως επακόλουθο όλων των πιο πάνω και αποσκοπώντας αποκλειστικά στην προστασία της Εταιρείας, στις 16.4.2013 τερμάτισαν την απασχόληση του. Αναφορικά με τις υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή, ισχυρίζεται ότι του κατέβαλαν πολύ μεγαλύτερο ποσό απ' αυτό που δικαιούταν να λάβει, καθώς του κατέβαλαν ολόκληρο τον μισθό για τον μήνα Απρίλιο 2013 και δεν διεκδίκησαν την ανάκτηση δανείου ύψους €557,
  1. Αναφερόμενος σε εσωτερικό σημείωμα ημερ. 28.3.2007 (Τεκ.6) ισχυρίζεται ότι με βάση την πολιτική και πρακτική της Εταιρείας, την οποία γνώριζε ο Αιτητής, οι άδειες που εδικαιούτο να πληρωθεί δεν μπορούσαν να υπερβούν τις 21 ημέρες και ότι οι τέσσερεις ημέρες αδείας για το 2011, συνιστούν παραγραφείσα αξίωση, την οποία κωλύεται και εμποδίζεται να διεκδικήσει. Επίσης ότι καλόπιστα κατέβαλαν στον Αιτητή έναντι αναλογίας αδειών το ποσό των €2.360,00 αντί του ποσού των €1.550,00 που εδικαιούτο. Περαιτέρω ότι το επίδομα τηλεφώνου για τον μήνα Απρίλιο του 2013, όπως και για τους προηγούμενους μήνες του είχε καταβληθεί. Για τις μηνιαίες απολαβές του ισχυρίζεται ότι ανερχόταν στο ποσό των €1.350,00 συμπεριλαμβανομένων προμηθειών. Κατά την αντεξέταση του, ενώ παραδέχθηκε ότι η Εταιρεία είχε νομική υποχρέωση να ενημερώσει γραπτώς τον Αιτητή για τους όρους απασχόληση του και ότι τέτοιοι όροι ουδέποτε δόθηκαν στον Αιτητή, εντούτοις ισχυρίστηκε ότι υπήρχε ενημερωτικό δελτίο που δόθηκε στον Αιτητή και στο οποίο αναφέρονταν τα καθήκοντα του. Επίσης ότι τα καθήκοντα του αναφέρονταν και στην προειδοποιητική επιστολή (Τεκ.1), τα οποία ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε με την απάντηση του (Τεκ.2). Και ενώ παραδέχτηκε ότι η μόνη προειδοποιητική επιστολή που δόθηκε στον Αιτητή ήταν το Τεκ.1 εν τούτοις επέμενε ότι ο Αιτητής δεν εκτελούσε με ικανοποιητικό τρόπο τα καθήκοντα του όσον αφόρα τις εισπράξεις και την προσέλκυση νέων πελατών και ότι προς τούτο δεχόταν τις παρατηρήσεις τόσο του υπεύθυνου πωλήσεων όσο και του υπεύθυνου πιστωτικού έλεγχου που ήταν αρμόδιος για τις εισπράξεις. Για την προσέλευση πελατών ισχυρίστηκε ότι η Εταιρεία ετοίμαζε πλάνο με τα σημεία που ο κάθε πωλητής θα έπρεπε να επισκεφθεί για να βρει πελάτες και ότι οι πωλητές γνώριζαν πως θα διαχειριστούν το επάγγελμα τους. Επίσης ότι κάθε μήνα εκδίδονταν οι καταστάσεις λογαριασμού και ο Αιτητής γνώριζε τις υποχρεώσεις του βάσει των οδηγιών που είχε ότι θα έπρεπε να εισπράττει από τους πελάτες. Περαιτέρω, ενώ επέμενε ότι υπήρχε μια πτωτική πορεία στις πωλήσεις του Αιτητή, ερωτηθείς πότε άρχισε η πτωτική αυτή πορεία, ανέφερε, χωρίς να είναι σίγουρος ότι άρχισε τους τελευταίους 18 μήνες. Ακολούθως, ενώ επέμενε ότι ο Αιτητής δεν ασχολείτο με τη διατήρηση και προσέλκυση νέων πελατών και ότι αυτό φαίνεται από τη μείωση των πελατών του, ερωτηθείς ποιους ή πόσους πελάτες έχασε ο Αιτητής, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Αφού του υποδείχτηκε σχετικός κατάλογος με ονόματα πελατών που εξυπηρετούσε ο Αιτητής και του ζητήθηκε να πει ποιους απ' αυτούς είχε χάσει ο Αιτητής, ο μάρτυρας επέμενε ότι μέσα στα καθήκοντα του Αιτητή είναι η προσέλκυση νέων πελατών, χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Για το ποσό των €557 επέμενε ότι για κάποιους μήνες που ο μισθός του Αιτητή δεν έφθανε σε ικανοποιητικά επίπεδα, του πρόσθεταν κάποια λεφτά και σε άλλους μήνες που παρουσίαζε αύξηση τα αφαιρούσαν, με επακόλουθο να οφείλει κατά την απόλυση του προς την Εταιρεία το εν λόγω ποσό. Σημείωσε μάλιστα ότι τους πέντε τελευταίους τουλάχιστον μήνες η απόδοση του Αιτητή ήταν πολύ χαμηλότερη από το μέτρο (standard) της απόδοσης του ιδίου και των άλλων πωλητών. Σε υποβολή ότι ο Αιτητής δεν όφειλε κανένα ποσό και ότι οι ίδιοι δεν είχαν κανένα λόγο να μην το απαιτήσουν, ο μάρτυρας επέμενε στη θέση του. Σημείωσε επίσης ότι στον Αιτητή πλήρωσαν και τις 32 μέρες αδείας που αναλογούσαν στο ποσό των €2.360 (€73,80 Χ32) αντί 21 ημέρες που όφειλαν υπό κανονικές συνθήκες να του καταβάλουν. Καταθέτοντας ο Αιτητής, ισχυρίστηκε ότι κατά τον χρόνο πρόσληψης του στους Καθ' ων η αίτηση δεν υπήρξε μεταξύ τους καμία γραπτή συμφωνία πρόσληψης και ότι το μόνο που του λέχθηκε από τον κ. Π. Μ. ήταν ότι θα ασκούσε καθήκοντα πωλητή και το ποσό του μισθού του. Ότι πριν την εργοδότηση του από τους Καθ' ων η αίτηση εργαζόταν με τα ίδια καθήκοντα στην εταιρεία Κομήτης η οποία επίσης ασχολείτο με την εμπορία πουλερικών. Με τη διάλυση της εν λόγω εταιρείας και την πρόσληψη του από τους Καθ' ων η αίτηση, κατάφερε να πείσει αρκετούς πελάτες που είχε προηγουμένως να συνεργαστούν με τους νέους εργοδότες του. Για να επιβεβαιώσει τη θέση του παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικές λίστες πελατών για τα έτη 2008 και 2009 (Τεκ.8). Απορρίπτει τις θέσεις των Καθ' ων η αίτηση ως αναφέρονται στην επιστολή ημερ. 13.1.2012 (Τεκ.1) ως αβάσιμους και μη ανταποκρινόμενους στην πραγματικότητα, για τους λόγους που παραθέτει στην απαντητική επιστολή του ημερ. 20.1.2012 (Τεκ.2). Απορρίπτει επίσης τα όσα οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται για την απόλυση του, ισχυριζόμενος ότι η προμήθεια που εδικαιούτο να λάβει υπολογίζετο επί των εισπράξεων και όχι επί των πωλήσεων και ότι από τις μισθολογικές καταστάσεις (Τεκ.4) προκύπτει ακριβώς το αντίθετο. Ότι κατά τον τερματισμό της απασχόλησης του οι Καθ' ων η αίτηση του κατέβαλαν πληρωμή αντί προειδοποιήσεως που αναλογούσε με ημερομίσθια επτά αντί οκτώ εβδομάδων που εδικαιούτο με βάση τον Νόμο. Ισχυρίζεται ότι κανένα ποσό δανείου δεν έχει λάβει από τους εργοδότες του και ότι κάθε μήνα ανάλογα με τις προμήθειες, οι Καθ' ων η αίτηση πρόσθεταν ή αφαιρούσαν κάποιο ποσό, ώστε ο μηνιαίως μισθός του να κυμαίνεται στα ίδια περίπου επίπεδα (Τεκ.9, 10 και 11). Επίσης ότι κατά τον χρόνο της απόλυσης του, του οφείλετο άδεια 32 ημερών γεγονός που προκύπτει και από την μισθολογική κατάσταση του για τον μήνα Απρίλιο 2013 όπου αναφέρεται ως "Hol. Days" 32 ημέρες (Τεκ.7), όπως και 13ος μισθός. Για το επίδομα τηλεφώνου που του κατά-βαλλόταν κάθε μήνα παραδέχεται ότι του έχει καταβληθεί και ότι εκ παραδρομής το αξιώνει. Κατά την αντεξέταση του, αφού του υποδείχθηκαν τα Τεκ.9, 10 και 11 και του υποβλήθηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση του παρέδωσαν όλες τις λίστες πελατών από το 2008 μέχρι και το 2013, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι λίστες που του είχαν δοθεί είναι αυτές που παρουσίασε στο Δικαστήριο και ότι αυτές που του είχαν υποδειχθεί για τα επόμενα χρόνια ουδέποτε του δόθηκαν. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι στην αρχή που ξεκίνησε το σύστημα μισθού συν προμήθεια, οι λίστες τους δίδονταν και για προσωπικό έλεγχο της προμήθειας τους, που ήταν κλιμακωτή σύμφωνα με τον πελάτη, γιατί άλλη ήταν η προμήθεια για υπεραγορές, άλλη για εστιατόρια και άλλη για μεταπωλητές. Για το υπόλοιπο ποσό των €557 ισχυρίστηκε ότι το πληροφορήθηκε από τον κ. Ε. Μ. Διευκρίνισε ότι το ποσό αυτό δεν αφορούσε δάνειο αλλά μια μορφή συνεισφοράς της Εταιρεία στους μισθούς του, όπως συνέβαινε και με τους υπόλοιπους πωλητές. Συγκεκριμένα, επειδή η προμήθεια που λάμβαναν ήταν επί των εισπράξεων και υπήρχαν μεγάλοι πελάτες που δεν εισπράττονταν έγκαιρα όπως η υπεραγορά Ορφανίδης, Καρφούρ, τότε η Εταιρεία τους έδινε ένα ποσό για να φθάσει ο μισθός τους στα συμφωνηθέντα όρια. Όταν υπήρχαν εισπράξεις η Εταιρεία τους αφαιρούσε το ποσό που τους είχε καταβάλει. Σημείωσε ότι το ποσό των €557 αποτελεί υπόλοιπο του ποσού που έλαβε από την Εταιρεία και το οποίο οφείλει. Σε υποβολή ότι γνώριζε τα καθήκοντα του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε του δόθηκαν γραπτώς. Σε υποβολή ότι παρέλειπε να εισπράξει χωρίς καθυστέρηση τα οφειλόμενα ποσά με αποτέλεσμα η Εταιρεία να προσθέτει κάθε μήνα στο μισθό του ένα συγκεκριμένο ποσό, ο Αιτητής διαφώνησε λέγοντας ότι αυτό δεν συνέβαινε συχνά, ότι εισέπραττε έγκαιρα τους πελάτες και ότι στην Εταιρεία έφερε νέους πελάτες από τον προηγούμενο εργοδότη του που είχε χρεοκοπήσει. Ερωτηθείς αν κάποιοι από αυτούς είχαν φύγει, ο Αιτητής απάντησε ότι κάποιοι πελάτες φεύγουν και άλλοι έρχονται, κάποιοι κλείνουν και άλλους η Εταιρεία τους σταματά γιατί είναι κακο-πληρωτές. Αρνήθηκε τη θέση της άλλης πλευράς ότι του έδωσαν την ευκαιρία να συμμορφωθεί, προκαλώντας τους να του παρουσιάσουν με ποιο τρόπο του υπέδειξαν να είναι συνεπής στην εργασία του και τι γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις του είχαν γίνει. Ακολούθως ενώ ισχυρίστηκε ότι του οφείλεται άδεια 32 ημερών την οποία διεκδικεί, για την αναλογία του 13ου μισθού παραδέχθηκε ότι του είχε καταβληθεί όπως επίσης και το επίδομα τηλεφώνου για τον μήνα Απρίλιο
  2. Ανάλυση - Συμπεράσματα (i) Οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της παρούσας υπόθεσης. Η αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας με σκοπό την απόληξη σε ευρήματα σε σχέση με τις συνθήκες αυτές, θα οδηγήσει και στη λύση της μεταξύ των μερών εργατικής διαφοράς. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση όσο και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Η θέση του Αιτητή ότι κατά τον χρόνο πρόσληψης του στους Καθ' ων η αίτηση δεν υπήρξε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία μεταξύ τους που να αναφέρει τους όρους απασχόλησης του και ειδικότερα τα καθήκοντα του από τη θέση πωλητή, δεν έχει αμφισβητηθεί από τον κ. Μ. Οι ισχυρισμοί του τελευταίου ότι τα καθήκοντα του Αιτητή αναφέρονταν σε ενημερωτικό δελτίο που του είχε δοθεί κατά την πρόσληψη του, παρέμειναν μετέωροι καθότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε κανένα έγγραφο και ούτε οποιοδήποτε άλλο απτό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τη θέση του. Η προειδοποιητική επιστολή (Τεκ.1) και οι καταστάσεις μισθοδοσίας (Τεκ.4) δεν αποτελούν επιβεβαιωτικά στοιχεία και ούτε μπορούν να αντικαταστήσουν την εκ του νόμου υποχρέωση των Καθ' ων η αίτηση να γνωστοποιήσουν στον Αιτητή εγγράφως τους ουσιώδεις όρους εργασίας του, σύμφωνα με τον «Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που Διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμος του 2000 (Ν.100
(1)/2000). Μια τέτοια παράλειψη ωστόσο δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα άλλο απ' ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να διακριβώσει την πραγματική κατάσταση πραγμάτων και δη τη φύση των καθηκόντων του Αιτητή από την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Ο κ. Μ. με τη μαρτυρία του δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι τα καθήκοντα ενός απλού πωλητή, όπως ήταν ο Αιτητής, περιλάμβαναν και την προσέλκυση νέων πελατών. Η προειδοποιητική επιστολή (Τεκ.1) την οποία επικαλέστηκε ο μάρτυρας, δεν αναφέρεται σε τέτοια καθήκοντα και ούτε μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο για την απόδειξη ενός τέτοιου ισχυρισμού. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω κατάληξη μας παρατηρούμε ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε σαφής, σταθερή και ξεκάθαρη μαρτυρία που έτεινε να καταδείξει τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση, ως αναφέρονται στην επιστολή απόλυσης (Τεκ.5), ότι η μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων του Αιτητή επιβεβαιώνεται από την «σταθερά πτωτική πορεία των πωλήσεων του» και την «έλλειψη του απαιτούμενου ενδιαφέροντος τόσο προς τους υφιστάμενους πελάτες όσο και για την προσέλκυση νέων πελατών». Ο κ. Μ. στην προσπάθεια του να καταδείξει την πτωτική πορεία των πωλήσεων του Αιτητή, επικαλέστηκε κατά την κυρίως εξέταση του την προμήθεια που έλαβε ο Αιτητής τους τελευταίους 5 μήνες πριν την απόλυση του, ισχυριζόμενος ότι ήταν μειωμένη κατά 15%, σε αντίθεση με την πορεία της Εταιρείας που είχε αυξητική τάση. Για να ενισχύσει τη θέση του κατέθεσε αντίγραφα μισθοδοσίας του Αιτητή για τους μήνες Μάιο 2012 μέχρι και Μάρτιο 2013 (Τεκ.4) ισχυριζόμενος εισέτι ότι η πτωτική πορεία των πωλήσεων του Αιτητή προκύπτει από τις εν λόγω καταστάσεις, το περιεχόμενο των οποίων, οφείλουμε να παρατηρήσουμε, πως δεν επιβεβαιώνει μια τέτοια κατάσταση. Διευκρινίζουμε ότι στο Τεκ.4 αναφέρεται ο βασικός και καθαρός μηνιαίος μισθός του Αιτητή χωρίς ειδική αναφορά στην προμήθεια. Διαφαίνεται μάλιστα ότι τους τελευταίους τέσσερεις μήνες πριν την απόλυση του Αιτητή ο βασικός και καθαρός μισθός που λάμβανε ήταν μειωμένος σε σύγκριση με τους μισθούς του προηγούμενου έτους. Παρόλα αυτά όμως, ενώ ο μάρτυρας αναφέρεται σε πτωτική πορεία των πωλήσεων, εν τούτοις από τη μαρτυρία του Αιτητή, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί, προκύπτει ότι η προμήθεια υπολογιζόταν επί των εισπράξεων και όχι επί των πωλήσεων. Και όταν για κάποιους μήνες οι εισπράξεις ήταν μειωμένες, η Εταιρεία κάλυπτε τον μισθό του υπαλλήλου με ένα επιπλέον ποσό για να φτάσει στα συμφωνηθέντα όρια, το οποίο αφαιρούσε όταν οι εισπράξεις παρουσίαζαν αύξηση. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι το Τεκ.4 δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο στήριξης των ισχυρισμών των Καθ' ων η αίτηση ότι οι πωλήσεις του Αιτητή παρουσίαζαν σταθερή πτωτική πορεία. Κι ενώ επίσης ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι οι πωλήσεις του Αιτητή ήταν μειωμένες, σε αντίθεση με την πορεία της Εταιρεία που παρουσίαζε αυξητική τάση, εν τούτοις κανένα στοιχείο δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει τη θέση του όπως επίσης δεν έθεσε οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν την πορεία των πωλήσεων που παρουσίαζαν οι υπόλοιποι πωλητές της Εταιρείας, έτσι ώστε το Δικαστήριο να σχηματίσει μια ολοκληρωμένη σφαιρική εικόνα για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση περί ελλείψεως του απαιτούμενου ενδιαφέροντος από τον Αιτητή τόσο προς τους υφιστάμενους πελάτες όσο και για την προσέλκυση νέων πελατών, η μαρτυρία του κ. Μ. ήταν γενική και αόριστη όπως γενική ήταν και η αναφορά του σε κατ' ισχυρισμό παράπονα από υφιστάμενους πελάτες ότι ο Αιτητής συνέχιζε να δείχνει μεγάλη αδιαφορία στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο μάρτυρας δεν έθεσε με τη μαρτυρία του οποιαδήποτε σαφή και λεπτομερή στοιχεία που έτειναν να στηρίζουν τις αναφορές του και ειδικότερα δεν έδωσε οποιαδήποτε ονόματα ή αριθμούς και ή οποιαδήποτε καταστάσεις ή στοιχεία πελατών που τηρούσε η Εταιρεία και τα οποία έτειναν να καταδείξουν τα όσα ισχυρίζεται περί ελλείψεως ενδιαφέροντος από μέρους του Αιτητή και περί παραπόνων που δέχονταν από πελάτες τους οποίους ωστόσο δεν κατονόμασε. Σε αντίθεση με τα όσα επικαλέστηκε, ενώ κατά την αντεξέταση του, επέμενε ότι ο Αιτητής δεν ασχολείτο με τη διατήρηση και προσέλκυση νέων πελατών και ότι αυτό φαίνεται από τη μείωση των πελατών του, ερωτηθείς ποιους ή πόσους πελάτες έχασε ο Αιτητής, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Επίσης, όταν στη συνέχεια του υποδείχθηκε ονομαστικός κατάλογος πελατών και του ζητήθηκε να πει ποιους από τους πελάτες αυτούς είχε χάσει ο Αιτητής, ο μάρτυρας επέμενε απλώς ότι στα καθήκοντα του Αιτητή ήταν και η προσέλκυση πελατών χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Σε αντίθεση με τον κ. Μ., ο Αιτητής παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου λίστες πελατών (Τεκ.8) τους οποίους ο ίδιος εξυπηρετούσε όταν βρισκόταν στη υπηρεσία της εταιρείας Κομήτης και τους οποίους με τη διάλυση της εν λόγω εταιρείας κατέστησε πελάτες των Καθ' ων η αίτηση. Κρίνουμε επομένως τη μαρτυρία του κ. Μ. γενική και αόριστη και μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Αιτητή η οποία υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία που ο ίδιος έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και τείνει να ανατρέψει κάθε ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν επεδείκνυε το απαιτούμενο ενδιαφέρον προς τους υφιστάμενους πελάτες και για την προσέλκυση νέων πελατών. Και ενώ οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρονται σε επανειλημμένες γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις προς τον Αιτητή για την κατ' ισχυρισμό μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων του, εν τούτοις στον Αιτητή κοινοποιήθηκε μια μόνο προειδοποιητική επιστολή ημερ. 13.1.2012 (Τεκ.1) στην οποία απάντησε με χειρόγραφη επιστολή του ημερ. 20.1.2012 (Τεκ.2). Ο κ. Μ., με τη μαρτυρία του, δεν αναφέρθηκε σε οποιεσδήποτε συγκεκριμένες παραβάσεις καθηκόντων για τις οποίες ο Αιτητής έγινε δέκτης οποιαδήποτε γραπτής ή προφορικής παρατήρηση, κατά το διάστημα που μεσολάβησε από την κοινοποίηση του Τεκ.1 και μέχρι την απόλυση του. Ως επακόλουθο και επ' αυτού του σημείου η μαρτυρία του κ. Μ. κρίνεται γενική και αόριστη και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Για όλα τα πιο πάνω η μαρτυρία του κ Μ. κρίνεται αναξιόπιστη ενώ η μαρτυρία του Αιτητή αξιόπιστη. Αποδεχόμαστε επομένως, ότι η μαρτυρία του Αιτητή αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετον ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)..................................................................................................................................................... (γ)..................................................................................................................................................... (δ)..................................................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing
(1981)1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.: «Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view». (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Το σωστό κριτήριο, που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, «είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στη απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, που το Δικαστήριο τούτο ακολούθησε και σε παλαιότερες αποφάσεις του, η νομιμότητα μιας απόλυσης που οφείλεται στην παράλειψη του εργοδοτούμενου να εκτελέσει την εργασία του κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο, εξαρτάται από το εάν ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας. Ειδικότερα όταν ο εργοδότης κάνει χρήση του άρθρου 5(α) του Νόμου θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι η εφαρμογή της πρόνοιας αυτής απαιτεί λογική αποτελεσματικότητα (reasonable efficiency) και όχι μεγίστη αποτελεσματικότητα (utmost efficiency). Τι είναι λογική αποτελεσματικότητα είναι θέμα βαθμού εξαρτώμενο από τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Συνεπώς, ο εργοδότης θα πρέπει κατ' αρχάς να αποδείξει ότι ο εργοδοτούμενος δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντα του, εντός των πλαισίων της λογικής παραγωγικότητας που απαιτείται υπό τις περιστάσεις. Ακολούθως θα πρέπει να αποδείξει ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις προέβη σε λογική έρευνα προτού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόδοση του εργοδοτούμενου δεν ήταν η λογικά αναμενόμενη και ότι έφερε εις γνώσιν του εργοδοτούμενου με σαφή τρόπο τα παράπονα που μπορεί να έχει εναντίον του σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του. Επίσης ότι έδωσε στον εργοδοτούμενο τη λογική ευκαιρία να βελτιωθεί και τον προειδοποίησε (worn him) για τις τυχόν συνέπειες πριν του δώσει προειδοποίηση (notice) απόλυσης. (St. A. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd edition p.225). Στην απόφαση James v Waltham Holy Cross UDC [1973] IRLR 348 το Δικαστήριο δήλωσε τα ακόλουθα: 'An employer should be very show to dismiss upon the grounds that the employee is incapable of performing the work which he is employed to do, without first telling the employee of the respects in which he is failing to do his job adequately, warning him of the possibilities or likelihood of dismissal on this ground and giving him an opportunity of improving his performance'. Η προειδοποίηση, κατά ένα λόγο, αποτρέπει τη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης υπέρ του εργοδοτούμενου. Πράγματι, από το γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα συγκεκριμένες ενέργειες του εργοδοτούμενου, αντίθετες προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις (π.χ. ολιγόλεπτη καθυστέρηση στην έναρξη της εργασίας, πλημμελής εκπλήρωση καθηκόντων) δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αντίδρασης ή αποδοκιμασίας από τον εργοδότη είναι δυνατό να δημιουργηθεί στο πρόσωπο του εργοδοτούμενου η δικαιολογημένη πεποίθηση ότι ο εργοδότης είναι ικανοποιημένος ή τουλάχιστον ανέχεται τον τρόπο με τον οποίο αυτός εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Στην περίπτωση αυτή, η προσφυγή του εργοδότη αιφνιδιαστικά στον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, χωρίς να δώσει στον εργοδοτούμενο προηγουμένως την ευκαιρία να μεταβάλει τη συμπεριφορά του, ώστε αυτή να είναι σύμφωνη με τις συμβατικές υποχρεώσεις του, συνιστά αντιφατική συμπεριφορά, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τις επιταγές της καλής πίστης. Δεν πρέπει να αναμένει κανείς από τον εργοδοτούμενο ότι θα μεταβάλει τη συμπεριφορά του, όταν αυτός δικαιολογημένα, εν όψει της για μεγάλο χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητης αποδοχής από τον εργοδότη της πλημμελώς εκπληρούμενης υποχρέωσης για παροχή εργασίας, θεωρεί ότι ο τελευταίος ανέχεται τη συμπεριφορά αυτή. (Δ. Ζερδελής, Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2η έκδοση σ.130 επ.). Στις περιπτώσεις αυτές, ο εργοδότης που παραλείπει να προβεί σ' ένα σημαντικό διαδικαστικό βήμα, οφείλει να δικαιολογήσει την παράλειψη του. Η ευρεία διακριτική ευχέρεια που διατηρούν τα δικαστήρια να αποφασίσουν εάν θα αντιμετωπίσουν τη διαδικαστική παράλειψη ως λόγο διαπίστωσης αδικαιολόγητης απόλυσης διασφαλίζει ότι τα μέτρα που προτείνονται στην υπόθεση James (ανωτέρω) θα διατηρήσουν τη σημασία τους ως οδηγό για την εύλογη διαδικασία σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Έτσι, τα δικαστήρια μπορούν να αποφασίσουν ότι η απόλυση δεν δικαιολογείται, επειδή ο εργοδότης παρέλειψε να ακολουθήσει το πρότυπο του «λογικού εργοδότη» και δεν έφερε εις γνώσιν του εργοδοτούμενου με σαφή τρόπο τη δυσαρέσκεια και τα παράπονα που μπορεί να έχει εναντίον του, επιδεικνύοντας του με επάρκεια τις ελλείψεις και αδυναμίες του και προειδοποιώ-ντας τον ότι λόγω αυτών των αδυναμιών η εργασία του τίθεται σε κίνδυνο. Επιπλέον, τα δικαστήρια δικαιολογούνται να θεωρούν την απόλυση αδικαιολόγητη όταν ο εργοδότης δεν παρέχει στον εργαζόμενο εύλογη ευκαιρία να βελτιωθεί. (St. A. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd edition p.231). Προφανώς από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει, οι Καθ' ων η αίτηση δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι ο Αιτητής δεν εκτελούσε κατά ικανοποιητικό τρόπο τα καθήκοντα του και δη εντός των πλαισίων της λογικής παραγωγικότητας που απαιτούν οι περιστάσεις. Επίσης η μοναδική γραπτή προειδοποίηση που δόθηκε στον Αιτητή ήταν η επιστολή ημερ. 13.1.2012 (Τεκ.1). Από της κοινοποιήσεως της εν λόγω επιστολής και μέχρι την ημέρα της απόλυσης του, ο Αιτητής δεν έγινε δέκτης άλλης γραπτής ή προφορικής παρατήρησης και προειδοποίησης και ούτε περιήλθε σε γνώση του με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τυχόν δυσαρέσκεια ή παράπονα που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν εναντίον του σε σχέση με την αποδοτικότητα του και ούτε του υποδείχτηκαν με επάρκεια και ή καθόλου οποιεσδήποτε ελλείψεις ή αδυναμίες παρουσίαζε στην εργασία του και ούτε του δόθηκε η λογική ευκαιρία που απαιτούν οι περιστάσεις να καταβάλει τη μεγίστη δυνατή προσπάθεια βελτίωσης του. Η προειδοποιητική επιστολή που δόθηκε στον Αιτητή δεκαπέντε και πλέον μήνες πριν την απόλυση του, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει αφετηρία πρόγνωσης ή ενημέρωσης για μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων του. Τουναντίον, θέτοντας ως βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, κρίνουμε ότι η αδιαμαρτύρητη αποδοχή των υπηρεσιών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση για μεγάλο χρονικό διάστημα από της κοινοποιήσεως του Τεκ.1, χωρίς άλλη αποδεδειγμένη τουλάχιστον προειδοποίηση, ήταν λογικό να δημιουργηθεί στο πρόσωπο του Αιτητή η δικαιολογημένη πεποίθηση ότι οι Καθ' ων η αίτηση ήταν ικανοποιημένοι από την αποδοτικότητα του και τον τρόπο που εκπλήρωνε τα καθήκοντα του. Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενεργώντας έξω από τα πρότυπα του λογικού εργοδότη, παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή. (
  1. i)Οι εβδομαδιαίες απολαβές του Αιτητή Προφανώς από το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, ο μηνιαίος μισθός του Αιτητή δεν ήταν σταθερός. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Τρίτου Πίνακα του Νόμου: 5. Όταν ο εργοδοτούμενος δεν έχει καθωρισμένον ημερομίσθιον ή μισθόν και όταν δεν πληρώνεται επί ωριαίας βάσεως άνευ συσχετισμού προς το ποσόν της γενομένης εργασίας, τότε ο εργοδοτούμενους δικαιούται εις πληρωμήν διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως ως ακολούθως: (α) δι' εκάστην εβδομάδα του χρονικού διαστήματος της προειδοποιήσεως ο εργοδότης πληρώνει τον εργοδοτούμενον ουχί ολιγώτερον του μέσου όρου των εβδομαδιαίων ημερομισθίων του κατά τας τελευταίας δώδεκα πλήρεις εβδομάδας προτού δοθή η προειδοποίησις:- Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην· Με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε στις 16.4.2013. Η περίοδος επομένως που το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη για τον υπολογισμό των εβδομαδιαίων απολαβών του Αιτητή είναι οι δώδεκα πλήρεις εβδομάδες πριν την απόλυση του που περιλαμβάνουν την περίοδο από 23.1.2013 μέχρι 15.4.2013, ήτοι μέρος του μηνός Ιανουαρίου 2013, τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο 2013 και μέρος του μηνός Απριλίου του 2013. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή όπως αυτές προκύπτουν από τις καταστάσεις μισθοδοσίας του για τους μήνες Ιανουάριο μέχρι και Απρίλιο 2013 (Τεκ.4 και 7) βρίσκουμε ότι οι ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν στο ποσό των €363,41 εβδομαδιαίως. (
  2. ii)Οι αυτοτελείς αξιώσεις και άλλες αξιώσεις του Αιτητή Οι αξιώσεις αυτές του Αιτητή όπως προσδιορίζονται στην Αίτηση του αφορούν πληρωμή ετήσιας άδειας, αναλογίας 13ου μισθού και μέρος της προειδοποίησης (πληρωμή αντί προειδοποίηση) που δεν του κατεβλήθη. Από τη επιστολή απόλυσης (Τεκ.5) φαίνεται ότι κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή οι Καθ' ων η αίτηση του κατέβαλλαν το ποσό των €2.222 ως πληρωμή αντί προειδοποίησης, πλέον το ποσό των €4.153 για εξόφληση όλων των οφειλόμενων απολαβών του περιλαμβανομένου 13ου μισθού και άλλων ωφελημάτων. Καταθέτοντας ο κ Μ. διευκρίνισε ότι στο εν λόγω ποσό περιλαμβάνονται και η πληρωμή των ετησίων αδειών του Αιτητή που ανέρχονταν στο ποσό των €2.360 ήτοι 32 ημέρες αδείας που εδικαιούτο να λαμβάνει επί του ποσού των €73,80 που ήταν το υπολογιζόμενο ακαθάριστο ημερομίσθιο κατά το 2012. Περιλαμβανόταν επίσης πληρωμή για ολόκληρο τον μήνα Απρίλιο 2013 αντί των 15 πρώτων ημερών που εργάστηκε ο Αιτητής, πλέον την αναλογία του 13ου μισθού. Καταθέτοντας ο Αιτητής παραδέχθηκε την καταβολή του 13ου μισθού, αρνούμενος ότι του πληρώθηκε η ετήσια άδεια. Εξετάζοντας τις θέσεις και των δύο πλευρών οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι το καταβαλλόμενο προς τον Αιτητή ποσό των €4.153 κάλυπτε πληρωμή για ετήσιες άδειες ποσού €2.360, όπως διευκρίνισε ο κ. Μ. κατά την αντεξέταση του, ολόκληρο τον μισθό Απριλίου 2013 ποσού €1.468,34, όπως αυτό προκύπτει από την κατάσταση μισθοδοσίας (Τεκ.7) και αναλογία 13ου μισθού ποσού €345 αντί €415,76 που εδικαιούτο ο Αιτητής. Λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη την παραδοχή του Αιτητή ότι του καταβλήθηκε ο 13ος μισθός και του γεγονότος ότι στον Αιτητή καταβλήθηκε ολόκληρος ο μισθός του μηνός Απριλίου αντί του ημίσεως του μισθού που εδικαιούτο να λάβει, δεν βρίσκουμε οι Καθ' ων η αίτηση να οφείλουν οποιοδήποτε άλλο ποσό στον Αιτητή σε σχέση με τις αυτοτελείς αξιώσεις του. Αναφορικά με την πληρωμή αντί προειδοποιήσεως στον Αιτητή καταβλήθηκε το ποσό των €2.222. Η πληρωμή ωστόσο που εδικαιούτο ο Αιτητής να λάβει με βάση τα χρόνια υπηρεσίας του αναλογούσε σε ημερομίσθια 8 αντί 7 εβδομάδων που υπολόγισαν οι Καθ' ων η αίτηση, γεγονός που δεν έχει αμφισβητηθεί. Επομένως με βάση τις εβδομαδιαίες απολαβές του, το ποσό που εδικαιούτο να λάβει υπολογίζεται στα (€363,41Χ8) =€2.907,28. Αφαιρουμένου του ποσού των €2.222 που του έχει καταβληθεί παραμένει ως οφειλόμενο το επιπλέον ποσό των €685,28. Κατάληξη Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Σημειώνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για έξι συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €361,41 εβδομαδιαίως. Επίσης από τα όσα ο ίδιος έθεσε ενώπιον μας είναι οικογενειάρχης, πατέρας δύο παιδιών εκ των οποίων η κόρη του η οποία σήμερα είναι 27 ετών έχει αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο και εργάζεται στην εταιρεία McDonald's, ενώ ο γιος του 20 ετών σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο Frederick. Η σύζυγος του δεν εργάζεται με αποτέλεσμα η οικογένεια του όταν απολύθηκε να βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση και σε πολύ δύσκολη θέση διαβίωσης αφού μέχρι να βρει δουλειά τον Ιούλιο 2014 ήταν άνεργος. Από τότε συνεχίζει να εργάζεται στην εταιρεία G.D.L. Trading Ltd. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του, την ηλικία του (δεν έγινε αναφορά), την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του, το γεγονός ότι παρέμεινε άνεργος για 17 μήνες από την απόλυση του, την οικογενειακή του κατάσταση και το πρόβλημα διαβίωσης που αντιμετώπιζε η οικογένεια του μέχρι να εξεύρει νέα εργασία, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €6.541,38 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 18 βδομάδων. Με βάση το άρθρο 9(ζ) του Νόμου, ο Αιτητή δικαιούται επίσης σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει στον Αιτητή καταβλήθηκε το ποσό των €2.222 και δικαιούται το επιπλέον ποσό των €685,28 το οποίο του επιδικάζουμε. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση γα το συνολικό ποσό των €7.226,66 με νόμιμο τόκο από 25.10.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο με νόμιμο τόκο από 25.10.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. Οι υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή απορρίπτονται. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Μ. Πέτσα, Μέλος Σ. Φιλίππου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.