Χ. Χ. ν. DISPLAY ART PLC, Αρ. Υπόθεσης: 76/2014, 18/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:46 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Π. Φιλίππου και Χ. Αυγουστή, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 76/2014 Μεταξύ: Χ. Χ. Αιτητής -και- DISPLAY ART PLC Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 18η Οκτωβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Λ. Χριστοδούλου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Αρ. Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση του Αιτητή, όπως αυτή προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι συνεπεία της καταπιεστικής και απαράδεκτης στάσης και συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «Η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία»), εξαναγκάστηκε να υποβάλει εγγράφως την παραίτηση του. Έτσι με την Αίτηση του εξαιτείται τις πιο κάτω θεραπείες: (Α) Αποζημιώσεις για εξαναγκασμό σε παραίτηση ανερχόμενες σε ημερομίσθια ύψους €11.803,25 ή στο ποσό που το Δικαστήριο θα θεωρήσει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι απασχολήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία για χρονικό διάστημα πέραν των επτά ετών (από 1.1.2006 μέχρι 20.11.2013) και ότι ο τελευταίος μισθός του ανερχόταν στα €761,50 την εβδομάδα, πλέον 13ο μισθό. (Β) Αποζημιώσεις αντί προειδοποίησης, ανερχόμενες σε οκτώ εβδομάδων ημερομίσθια ήτοι στο συνολικό ποσό των €6.092,
- (Γ) Οφειλόμενη αναλογία 13ου μισθού ύψους €2.792,
- (Δ) Πληρωτέα άδεια ανάπαυσης ύψους €3.329,
- (Ε) Απόδοση ποσού €3,007,14 (€165,43 Χ 4 μήνες & €167,13 Χ14 μήνες) που δικαιούται να λάβει ως οφειλόμενες πληρωτέες εισφορές εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας σε σχέση με τον ίδιον στο Ταμείο Προνοίας της Συνομοσπονδίας Εργαζομένων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) και ή έκδοση διατάγματος να καταβάλει η Εργοδότρια Εταιρεία ποσό €3.007,14 που αφορά τον ίδιον στο εν λόγω Ταμείο Προνοίας. (Ζ) Οποιανδήποτε άλλα ωφελήματα δικαιούται δυνάμει Συμφωνίας και ή Σύμβασης και ή Πρακτικής και ή των Νόμων. (Η) Νόμιμο τόκο. (Θ) Έξοδα και Φ.Π.Α. Με τους γενικούς λόγους εμφάνισης η Εργοδότρια Εταιρεία αρνείται τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι ουδεμία καταπιεστική στάση και συμπεριφορά υπήρξε από μέρους της προς τον Αιτητή. Επίσης ότι ο Αιτητής ταυτόχρονα με το τεχνικό προσωπικό αποδέχθηκε τη μη καταβολή 13ου μισθού για τα έτη 2013 και 2014 και ουδεμία διαμαρτυρία ή ένσταση έφερε μετά την ανακοίνωση της Εταιρείας στις 16.9.
- Περαιτέρω ότι η Εταιρεία μίλησε επανειλημμένως με τον Αιτητή για το θέμα της μείωσης του μισθού, ότι αυτός δεν διαφώνησε αλλά ζητούσε όπως η μείωση να μην ήταν μεγάλη για να μπορεί να αντεπεξέλθει στις προσωπικές του ανάγκες. Με αυτά τα δεδομένα η Εταιρεία προχώρησε στη μείωση των μισθών των διευθυντικών στελεχών περιλαμβανομένου του Αιτητή. Για την απόφαση ενημερώθηκε ο Αιτητής και ουδεμία ένσταση προέβαλε ή διαφώνησε με αυτή, αντίθετα προέβαινε σε ενέργειες για στήριξη των αποφάσεων της Εταιρείας. Για το Ταμείο Προνοίας ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής εγγράφως συναίνεσε στην αναστολή εισφορών στο Ταμείο Προνοίας και ότι ακολούθως το σύνολο του προσωπικού περιλαμβανομένου του Αιτητή συναίνεσαν και ή συμφώνησαν και ή αποφάσισαν την κατάργηση του Ταμείου Προνοίας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο Αιτητής προτού τερματίσει την απασχόληση του, επίμονα ζητούσε από την Εταιρεία να τον απολύσει για λόγους πλεονασμού και όταν η Εταιρεία του αρνήθηκε, γιατί τον είχε απόλυτη ανάγκη από τη θέση που κατείχε, ο Αιτητής ήγειρε θέμα εξαναγκασμού του παραίτηση. Επίσης ότι απεδείχθη εκ των υστέρων ότι ο Αιτητής δημιούργησε και ή εργοδοτήθηκε και ή συμμετείχε αμέσως μετά την αποχώρηση του σε άλλα ανταγωνιστική επιχείρηση, προβαίνοντας σε ενέργειες για να αποσπάσει εργασίες από την Εταιρεία και χρησιμοποιώντας στοιχεία και εμπιστευτική πληροφόρηση που είχε ως διευθυντής πωλήσεων της Εταιρείας. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο Αιτητής απέσυρε την αξίωση του ως το αιτητικό (Ε) ανωτέρω, επικαλούμενος αναρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου και επιφυλάσσοντας το δικαίωμα του για λήψη των ενδεδειγμένων νομικών διαδικασιών. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73, (ο «Νόμος»):
(1)Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ' εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως. Με το εν λόγω άρθρο, καθιερώνεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο δυνάμει του οποίου ο Αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση του, για λόγους που ανάγονται στη διαγωγή της Εργοδότρια Εταιρείας. Προς ανατροπή του εν λόγω μαχητού τεκμηρίου κατέθεσε ο Αιτητής και δύο πρώην εργοδοτούμενοι της Εργοδότριας Εταιρείας, ενώ για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσαν δυο μάρτυρες. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 30 συνολικά έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε, όπου κρίνεται σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι εκείνο που απαιτείται από το Δικαστήριο είναι ο ορθός προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, η σύνοψη του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, ο συσχετισμός της με τα ευρήματα και συμπεράσματα καθώς και η συνάρτηση της ετυμηγορίας με τα επίδικα θέματα και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. (Καννάουρου κ.ά. ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35, 39). Είναι αχρείαστη η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε πτυχή της. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεχτή αναφορά των μαρτύρων, ως και το περιεχόμενο της ενώπιον μας πραγματικής μαρτυρίας αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό έστω κι αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση. Προτού προχωρήσουμε στη σύνοψη του ουσιώδους μέρους της προσαχθείσας μαρτυρία, θα ήταν χρήσιμο να καταγραφούν τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι Δημόσια Εταιρεία η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την οργάνωση και κατασκευή εκθεσιακών χώρων, τη διοργάνωση εκδηλώσεων και με άλλες συναφείς εργασίες. Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ως διευθυντής πωλήσεων από την 1.1.2006 μέχρι τις 20.11.2013 που υπέβαλε την παραίτηση του για τους λόγους που αναφέρονται στη σχετική επιστολή ημερ. 18.11.2013 (Τεκ.3) το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε: «Αξιότιμοι Κύριοι, θέμα: Εξαναγκασμός μου σε παραίτηση από 18.11.
- Δυστυχώς, μετά από πολύχρονη συνεργασία μας - εργοδότηση μου στην εταιρεία σας, βρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση να υποβάλω σήμερα την άμεση παραίτηση μου. Ο εξαναγκασμός μου σε παραίτηση οφείλεται αποκλειστικά στην παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά σας, η οποία εκδηλώθηκε μέσω των πιο κάτω ενεργειών σας: α) Χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση μου και εν πάση περιπτώσει χωρίς την εκ προτέρων απαραίτητη γραπτή μου συγκατάθεση, έγινε μονομερώς αποκοπή στο μισθό μου ποσοστού 20% επί των απολαβών μου. Όπως γνωρίζετε, ο εν λόγω, μειωμένος, μισθός μου για τον Σεπτέμβριο 2013 μου πληρώθηκε στις 4.11.2013 και έκτοτε παρά τις προσπάθειες μου για συνεννόηση, δεν βρήκα οποιαδήποτε ανταπόκριση από τη διεύθυνση της εταιρείας. β) Συστηματικά και χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση μου και εν πάση περιπτώσει χωρίς την εκ προτέρων απαραίτητη γραπτή μου συγκατάθεση, ο μισθός τον οποίο δικαιούμαι, ήδη από τον Ιούνιο 2013, μου πληρώνεται με καθυστέρηση μερικών έως και αρκετών εβδομάδων. γ) Λόγω μείωσης προσωπικού και κακής οργάνωσης της τρέχουσας λειτουργίας της εταιρείας σας, εξαναγκάζομαι να εκτελώ και άλλα καθήκοντα, πέραν των καθηκόντων μου ως Διευθυντής Πωλήσεων. Καταλήγοντας, σημειώνω ότι επιφυλάσσω πλήρως τα δικαιώματα μου.» Στην εν λόγω επιστολή η Εργοδότρια Εταιρεία απάντησε με επιστολή της ημερ. 25.11.2013, η οποία ταχυδρομήθηκε στις 3.12.2013 (Τεκ.4) και της οποίας το περιεχόμενο επίσης παραθέτουμε: «Αναφέρομαι στο περιεχόμενο της επιστολής σου ημερομηνίας 18.11.2013 και τους λόγους της παραίτησης σου και σε πληροφορώ ότι ήμουν με την πεποίθηση ότι είχες συμφωνήσει στις κατ' ιδίαν συζητήσεις μας με την αναγκαιότητα της μείωσης των απολαβών μας λόγω της σημαντικής μείωσης του κύκλου εργασιών μας. Εφόσον όμως δεν αποδέχεσαι τη μείωση του μισθού σου σε πληροφορούμε ότι επαναφέρουμε τη μισθοδοσία σου ως είχε και θα σου καταβληθεί άμεσα η διαφορά για τον μήνα Σεπτέμβριο. Με βάση τα πιο πάνω αναμένουμε ότι θα επιστρέψεις άμεσα πίσω στην εταιρεία Με εκτίμηση Δια DISPLAY ART PLC Σ. Ν. Διευθύνων Σύμβουλος» Ακολούθησε επιστολή των δικηγόρων του Αιτητή προς την Εργοδότρια Εταιρεία ημερ. 6.12.2013 (Τεκ.5) με την οποία ζητούσαν την καταβολή προς των Αιτητή του συνολικού ποσού των €17.544,44 ήτοι €2.030,67 ως δεδουλευμένα ημερομίσθια για την περίοδο από 1.11.2013 μέχρι 20.11.2013, €3.329,77 ως πληρωτέα άδεια ανάπαυσης, €3.046 ως 13ο μισθό, €3.046 ως πληρωμή αντί προειδοποίησης και €6.092 ως αποζημιώσεις λόγω εξαναγκασμού σε παραίτηση. Σημειώνουν επίσης ότι εκκρεμεί και η πληρωμή του ταμείου προνοίας. Με απαντητική επιστολή ημερ. 12.12.2013 (Τεκ.6), των δικηγόρων της Εργοδότριας Εταιρείας προς τους δικηγόρους του Αιτητή, αρνούνται ότι οι πελάτες τους εξανάγκασαν τον Αιτητή σε παραίτηση. Επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 25.11.2013 (Τεκ.4) και ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής με την αποχώρηση του δεν έδωσε τη νενομισμένη προειδοποίηση. Επίσης ότι η επιστολή παραίτησης ακολούθησε την απαίτηση του να απολυθεί για λόγους πλεονασμού την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αποδέχθηκε, καθώς από τη θέση που κατείχε ο Αιτητής οι υπηρεσίες του καθίστατο αναγκαίες. Αποδέχονται τις δύο πρώτες απαιτήσεις του Αιτητή και διαφωνούν με τα οφειλόμενα ποσά, ισχυριζόμενοι ότι τα ορθά ποσά είναι €1.587,67 για μισθό Νοεμβρίου και €2.781,81 για άδειες, τα οποία θα καταβάλλονταν στον Αιτητή κατά τον Δεκέμβριο και Ιανουάριο. Για καταβολή 13ου μισθού δεν το αποδέχονται ισχυριζόμενοι ότι ο Αιτητής αποδέχθηκε ρητά την παράκληση της Εταιρείας αντί μείωσης μισθών να μη καταβάλει τον 13ο μισθό και ότι ο ίδιος φρόντισε να πείσει και άλλα μέλη του προσωπικού για αποδοχή της παράκλησης της Εταιρείας. Ακολούθησε νέα επιστολή των δικηγόρων του Αιτητή προς τους δικηγόρους της Εργοδότρια Εταιρείας ημερ. 27.12.2013 (Τεκ.7) με την οποία τους πληροφορεί για λήψη άμεσων δικαστικών μέτρων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των πελατών τους. Για ολοκλήρωση του παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου πλαισίου της υπόθεσης θα 'ταν χρήσιμο να καταγραφούν και οι ακαθάριστες μισθολογικές απολαβές του Αιτητή, οι οποίες με βάση τις καταστάσεις μισθοδοσίας (Τεκ.1), ανέρχονταν στα €3.046,00 μηνιαίως. Από την κατάσταση ασφαλιστέων αποδοχών του Αιτητή (Τεκ.2) φαίνεται ότι μέχρι και το έτος 2012 ο Αιτητής λάμβανε κατά τον μήνα Δεκέμβριο εκάστου έτους και 13ο μισθό. Το κατά πόσο εδικαιούτο στη λήψη 13ου μισθού και για το έτος 2013, είναι ένα από τα επίδικα θέματα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Περαιτέρω ο Αιτητής εδικαιούτο σε πληρωμή υπερωριών και αργιών και κατέθετε εισφορές στο Ταμείο Προνοίας της Συνομοσπονδίας Εργαζομένων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.). Ως ήδη έχουμε αναφέρει η αξίωση του Αιτητή για απλήρωτες εισφορές στο Ταμείο Προνοίας έχει αποσυρθεί και ως εκ τούτου δεν αποτελεί επίδικο θέμα. Επίσης στον Αιτητή έχει καταβληθεί το ποσό των €1.587,67 για μισθό Νοεμβρίου και €2.751,59 για άδειες. Το τελευταίο ποσό πληρώθηκε με επιταγές ημερ. 26.3.2014 και 28.4.
- Η κυρίως εξέταση του Αιτητή περιέχεται σε γραπτή δήλωση του (Τεκ.Α) και με αυτή, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει τις θέσεις που διατυπώνει στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Πέραν των όσων αναφέρονται στα παραδεκτά και μη επιδεχόμενα αμφισβήτησης γεγονότα, απορρίπτει ως αβάσιμες τις θέσεις της Εργοδότριας Εταιρείας, επαναλαμβάνοντας τα όσα παραθέτει με την επιστολή παραίτησης (Τεκ.3). Διευκρινίζει ότι για περίοδο 6 με 7 μήνες, η Εργοδότρια Εταιρεία καθυστερούσε για αρκετές βδομάδες να του καταβάλει τον μισθό με αποκορύφωμα τον μήνα Σεπτέμβρη που του κατεβλήθη τον Νοέμβριο
- Ότι λόγω ελλείψεως προσωπικού εξαναγκαζόταν να ασχολείται με χειρoνακτικές εργασίες ή στην οργάνωση του τεχνικού προσωπικού με αποκορύφωμα την περίοδο του Σεπτέμβρη 2013 όταν ο κ. Ν. απουσίαζε στο εξωτερικό για δουλειές της Εταιρείας και αφέθηκε μόνος του να εκτελεί σωρεία εργασιών εν τη απουσία όλων των άλλων διευθυντικών στελεχών. Κάτω απ' αυτά τα δεδομένα αναγκάστηκε να καλέσει άτομα που είχαν βγει πλεονάζοντες από την Εταιρεία μερικούς μήνες πριν, για να βοηθήσουν στη διεκπεραίωση των εργασιών. Για τις διάφορες επιστολές που αντηλλάγησαν με την αποχώρηση του, ισχυρίζεται ότι μετά την παράδοση της επιστολής παραίτησης (Τεκ.3) και της επιστολής των δικηγόρων του ημερ. 6.12.2013 (Τεκ.5), στις 13.12.2013 παρέλαβε την προχρονολογημένη επιστολή ημερ. 25.11.2013 (Τεκ.4) το περιεχόμενο της οποίας απορρίπτει ως αναληθές. Για τα δεδουλευμένα και τις άδειες θεωρεί ότι το οφειλόμενο ποσό είναι κατά €500 με €600 μεγαλύτερο του ποσού που η Εργοδότρια Εταιρεία αποδέχεται με την επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 16.12.2013 (Τεκ.6), όπου επίσης αναφέρονται και άλλοι απαράδεκτοι ισχυρισμοί. Οι λόγοι που ο Αιτητής επικαλείται για την παραίτηση του αποτέλεσαν αντικείμενο διεξοδικής αντεξέτασης. Επί του προκειμένου, ερωτηθείς γιατί δεν επέστρεψε στην εργασία του μετά που έλαβε την επιστολή ημερ. 25.11.2013 (Τεκ.4), ισχυρίστηκε ότι από τις 4.11.2013 που του πληρώθηκε ο μισθός για τον μήνα Σεπτέμβριο και μέχρι τις 18.11.2013 που παρέδωσε την επιστολή παραίτησης του (Τεκ.3), είχε συναντηθεί μερικές φορές με τον κ. Νικολάου, ο οποίος δεν εξέφρασε την επιθυμία να επαναφέρει τον μισθό ή και τα άλλα σημεία που αναφέρονται στην επιστολή του. Ενώ συμφώνησε ότι το μείζον θέμα της παραίτησης του ήταν η μείωση των μισθολογικών απολαβών του, ακολούθως αναφέρθηκε σε σημαντικές καθυστερήσεις στην καταβολή του μισθού του, παραδεχόμενος ότι ουδέποτε έθεσε γραπτώς το παράπονο του στους εργοδότες του παρά μόνο προφορικά, όπως επίσης ποτέ δεν κοινοποίησε στους εργοδότες του οποιοδήποτε σημείωμα που να αναφέρει τα παράπονα του σε σχέση με τα επιπλέον καθήκοντα που ισχυρίζεται ότι εξαναγκαζόταν να εκτελεί, σημειώνοντας ότι η σοβαρότητα του ζητήματος μπορούσε να κριθεί από τον ίδιο προσωπικά γιατί αυτή την περίοδο αναγκάζονταν να εργάζονται από τις 7:00 πμ μέχρι αργά το βράδυ. Εάν και κατά πόσο η δουλειά ήταν λιγότερη ή περισσότερη το 2013 σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σημειώνοντας ωστόσο ότι από το 2010 οι οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας έδειχναν μια πτωτική πορεία που δεν άλλαξε μέχρι σήμερα. Ενώ δεν αρνήθηκε ότι υπήρξαν δύο συνελεύσεις προσωπικού με θέμα τη μη πληρωμή 13ου μισθού και τη μείωση των μισθολογικών απολαβών, εν τούτοις ισχυρίστηκε ότι στο διοικητικό προσωπικό όπου ο ίδιος ανήκε ουδέποτε τέθηκε επίσημα θέμα μείωσης μισθών ή μη καταβολής 13ου μισθού. Αφού του υποδείχτηκε σχετική ανακοίνωση προς το τεχνικό προσωπικό ημερ. 16.9.2013 (Τεκ.17) στην οποία γίνεται αναφορά σε μη καταβολή 13ου μισθού για το 2013 και σε μείωση του συντελεστή πληρωμής της υπερωριακής εργασίας, σημείωσε ότι το εν λόγω έγγραφο δεν του δόθηκε ποτέ και ότι δεν αφορούσε τον ίδιο αλλά το τεχνικό προσωπικό στο οποίο δεν ανήκε, όπως επίσης δεν ανήκε σε συντεχνία για να διέπονται οι όροι απασχόλησης του από τη συλλογική σύμβαση. Σε υποβολή ότι πριν τη σύνταξη του Τεκ.3 έλαβε γνώση για τη μείωση της μισθοδοσίας του διευθυντικού προσωπικού κατά 20%, όπου και ο ίδιος ανήκε, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι έμαθε για τη μείωση των μισθολογικών απολαβών του με το άνοιγμα του φακέλου της μισθοδοσίας του και ότι πέραν των αναφορών ουδέποτε του ζητήθηκε με οποιονδήποτε έγγραφο ή του αναφέρθηκε ποσοστό μείωσης του μισθού του. Επίσης, αφού του υποβλήθηκε ότι λίγες μέρες πριν δώσει την επιστολή απόλυσης ζήτησε από τους διευθυντές της Εταιρείας να τον κηρύξουν πλεονάζοντα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η απειλή για μείωση του μισθού ή για πλεονάζον προσωπικό ήταν συνεχής και πιο έντονη τους τελευταίους μήνες, κάτι που επιτακτικά του αναφέρθηκε ξανά από τον κ. Σ. Ν. πριν φύγει για Γερμανία στις 15 ή 16 Σεπτεμβρίου
- Με τη επιστροφή του κ. Σ. Ν., και όταν ήδη παρέλαβε τον μισθό του Σεπτέμβρη μειωμένο κατά 20%, τότε τον ενημέρωσε ότι δεν γινόταν αποδεχτή η μείωση των μισθολογικών του απολαβών και ότι προτιμούσε να τον βγάλει πλεονάζοντα όπως τον απείλησε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις συζητήσεις που είχαν μετά την παράδοση της επιστολής παραίτησης (Τεκ.3), βλέποντας ο κ. Σ. Ν. ότι η παραίτηση του ήταν αμετάκλητη, του ανέφερε χαρακτηριστικά «να σε βγάλω πλεονάζον να πάρεις και κάτι». Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι μετά την παράδοση της επιστολής (Τεκ.3), συζήτησαν το θέμα με τον κ. Νικολάου μια - δύο φορές, τη δεύτερη φορά στην παρουσία του κ. Π. Ν. Και όταν ο ίδιος δεν αποδέχτηκε μείωση μισθού τότε ο κ. Σ. Ν. του ευχήθηκε να πάει στο καλό και ότι θα μπορούσε να συνεχιστεί η συνεργασία, βρίσκοντας πελάτες για λογαριασμό της Εταιρείας. Αφού υποβλήθηκε στον Αιτητή ότι ο λόγος που ήθελε να φύγει ήταν για πάει στην Matrix στην οποία είναι συνέταιρος και ξεκάθαρα ανταγωνίζεται τους πρώην Εργοδότες του, ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι τον Νοέμβριο που παραιτήθηκε πήγε σε οικογενειακή επιχείρηση που ανήκε στον πεθερό του, η οποία τα τελευταία τέσσερα χρόνια παρουσίαζε πολύ κακά αποτελέσματα και θέλησε να εργοδοτηθεί εκεί για να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Επίσης ότι τον Νοέμβριο 2013 δεν υπήρχε η εταιρεία Matrix. Ο κ. Π. Κ. εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ως Τεχνικός Διευθυντής από το 2001 μέχρι τον Ιανουάριο 2013 που απολύθηκε ως πλεονάζον προσωπικό. Με την γραπτή δήλωση του (Τεκ.Β), ισχυρίζεται ότι παρόλο που ήταν άψογος στην εργασία του ωστόσο η συμπεριφορά του κ. Σ. Ν. απέναντι του όπως και απέναντι σε άλλα μέλη του προσωπικού που δεν ήταν συγγενείς του δεν ήταν η αρμόζουσα. Τον τελευταίο χρόνο πριν την απόλυση του, τον πίεζε να δεχθεί μείωση μισθού και αποκοπή ωφελημάτων κάτι που ποτέ δεν αποδέχθηκε. Η μόνη συναίνεση από μέρους του ήταν η αναστολή της καταβολής των εισφορών του εργοδότη στο Ταμείο Προνοίας για την περίοδο από 1.3.2011 μέχρι 28.2.2012 και τούτο μετά από τις διαβεβαιώσεις του κ. Σ. Ν. ότι θα το επανέφερε την επόμενη χρονιά. Ωστόσο μετά τη λήξη της αναστολής η Εργοδότρια Εταιρεία τουναντίον συνέχισε να μην καταβάλλει εισφορές. Επίσης παρά την απόρριψη από μέρους του οποιασδήποτε απαίτησης για μείωση του μισθού και αποκοπής ωφελημάτων, εν τούτοις η Εργοδότρια Εταιρεία αυθαίρετα και χωρίς την συγκατάθεση του, το 2012 προχώρησε σε μονομερή αποκοπή του 14ου μισθού που λάμβανε, χωρίς να λάβει υπόψη τις διαμαρτυρίες του. Υποστήριξε ότι πριν ο Αιτητής εξαναγκαστεί σε παραίτηση, αναγκαζόταν πολύ συχνά λόγω του μεγάλου φόρτου εργασίας να εκτελεί καθήκοντα πέραν των αρμοδιοτήτων του, γεγονός που διαπίστωσε ο ίδιος προσωπικά όταν κλήθηκε φιλικά από τον Αιτητή να εργαστεί για 3-4 μέρες σε δουλειές που ανέλαβε η Εταιρεία στην Κρατική Έκθεση. Απ' ότι διαπίστωσε ο κ. Ν. απουσίαζε στο εξωτερικό και για τη διεκπεραίωση των τεχνικών εργασιών υπεύθυνος παρουσιαζόταν ο Αιτητής. Στην απουσία άλλου διευθυντικού στελέχους ο Αιτητής αναγκαζόταν να εκτελεί καθήκοντα που δεν έπρεπε να ασκεί, όπως ο συντονισμός τεχνικών θεμάτων, χειρονακτικές εργασίες όπως φορτοεκφόρτωση υλικών, οδήγημα φορτηγού αλλά και απασχόληση σε στήσιμο ξήλωμα περιπτέρων, κάτι που συνέβαινε συχνά τον τελευταίο καιρό, σύμφωνα με τα όσα του ανέφερε ο Αιτητής. Επίσης τις μέρες αυτές χρειάστηκε να δουλέψουν με εξαντλητικά ωράρια από τις 7:00 μέχρι τις 24:00 κάτω από πιεστικές και απάνθρωπες συνθήκες. Αντεξεταζόμενος επέμενε ότι πηγαίνοντας στην Κρατική Έκθεση είδε τον Αιτητή να εκτελεί καθήκοντα πέραν των καθηκόντων του. Ότι ο ίδιος εργάστηκε στην Έκθεση μετά από παράκληση του Αιτητή ο οποίος ήταν συνεπής στη δουλειά του και δεν ήθελε να εκτεθεί σε πελάτες. Ενώ του υπεβλήθη ότι για το Ελληνικό Περίπτερο στην Έκθεση ευθύνη είχε η κα Γ. Ν. που είναι μηχανικός, ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι ενόσω βρισκόταν εκεί την κα Ν. την είδε δύο λεπτά και ότι αν δεν βοηθούσε ο ίδιος η ολοκλήρωση του περιπτέρου θα ήταν αδύνατη υπό αυτές τις συνθήκες. Αφού του υποβλήθηκαν ονόματα ατόμων που εργάστηκαν τη συγκεκριμένη περίοδο στην Έκθεση, ο μάρτυρας επέμενε ότι κατά την εν λόγω περίοδο ο Αιτητής εργαζόταν κάτω από πιεστικές συνθήκες με εξαντλητικά ωράρια εργασίας χωρίς την παρουσία άλλου διευθυντικού στελέχους της Εταιρείας. Ο μάρτυρας δεν αρνήθηκε ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε στη συνέχεια από την εταιρεία Matrix που ίδρυσε ο ίδιος, όπου συνεχίζει μέχρι σήμερα να εργάζεται από τη θέση του Διευθυντή πωλήσεων και marketing. Ότι με την παραίτηση του ασχολήθηκε αρχικά σε εταιρεία του πεθερού του η οποία βρισκόταν σε άσχημη διοικητική και οικονομική κατάσταση και ότι μετά προσλήφθηκε από την Matrix. Σε υποβολή ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε στην Matrix ως Γ.Δ., ισχυρίστηκε ότι για σκοπούς marketing ο Αιτητής μπορεί να δηλώνεται και ως Γ.Δ. Μαρτυρία για τον Αιτητή έδωσε και η κα Ά. Χ. η οποία διατέλεσε ιδιαιτέρα γραμματέας του κ. Σ. Ν. από το 2004 μέχρι τον Ιούλιο 2014 που απολύθηκε ως πλεονάζουσα. Η μάρτυς με τη γραπτή δήλωση της (Τεκ.Γ), υποστήριξε κατ' αρχάς τα όσα ανέφερε και ο προηγούμενος μάρτυρας αναφορικά με την αναστολή των εισφορών του εργοδότη στο Ταμείο Προνοίας και την αποκοπή του 14ου μισθού. Υποστήριξε επίσης ότι το 2013 χωρίς τη συγκατάθεση της και χωρίς καμιά γραπτή συναίνεση από το διοικητικό προσωπικό, πλην μερικών ατόμων του τεχνικού προσωπικού στα οποία δόθηκε υπόσχεση να μην καταστούν πλεονάζοντες, κάτι που δεν τηρήθηκε στη συνέχεια, ο κ. Ν. προχώρησε σε αποκοπή του 13ου μισθού τον οποίο δικαιωματικά λάμβανε, χωρίς να λάβει υπόψη του τις κατ' επανάληψη προφορικές από μέρους της διαμαρτυρίες. Για τη μείωση του μισθού, ισχυρίστηκε ότι σε συζητήσεις που είχε ο κ. Σ. Ν. με τον Αιτητή στην παρουσία της, προς τα μέσα Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου 2013, άκουσε τον κ. Ν. να τον απειλεί ότι σε περίπτωση που δεν αποδεχόταν μείωση θα τον καθιστούσε πλεονάζοντα κάτι που ο Αιτητής δεν αποδέχθηκε. Περαιτέρω η μάρτυς αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργαζόταν ο Αιτητής κατά τον Σεπτέμβριο με Οκτώβριο 2013 επαναλαμβάνοντας εν ολίγοις τα όσα και ο προηγούμενος μάρτυρας υποστήριξε με τη μαρτυρία του. Αντεξεταζόμενη δεν αρνήθηκε ότι από τον Ιούλιο 2014 εργάζεται στην Εταιρεία Matrix σημειώνοντας ωστόσο ότι ο Αιτητής κατέχει τη θέση του Διευθυντή πωλήσεων και marketing και όχι του Γ.Δ. όπως της υπεβλήθη. Ενώ της υπεβλήθη ότι ο Αιτητής με τη μαρτυρία του ουδέποτε αναφέρθηκε σε συζητήσεις που είχε με τον κ. Σ. Ν. στην παρουσία της, η μάρτυς επέμενε στη θέση της λέγοντας ότι πλείστες φορές ο κ. Ν. την χρειαζόταν στο γραφείο του και δύο φορές στην παρουσία της είπε στον Αιτητή ότι θα τον καθιστούσε πλεονάζοντα και αν δουλεύει από μόνος του να φέρνει τις δουλειές να τις διεκπεραιώνουν. Για τον κ. Κ. ανέφερε ότι τον κάλεσε η Εταιρεία κατόπιν προτροπής του Αιτητή και ότι το τελευταίο διάστημα ο Αιτητής βρισκόταν στα εργοτάξια, ότι τον είδε να πηγαινοέρχεται στην Εταιρεία, να κουβαλά υλικά, να βρίσκει σχέδια και να προσπαθεί συνεχώς να επικοινωνήσει με το τεχνικό τμήμα για τη διεκπεραίωση των διαφόρων εργασιών, φθάνοντας σε μια εξαντλητική κατάσταση. Ο κ. Σ. Ν. είναι Πολιτικός Μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος και Πρόεδρος της Εργοδότριας Εταιρείας. Με τη γραπτή δήλωση του (Τεκ.Δ), ουσιαστικά, επαναλαμβάνει τις θέσεις που η Εργοδότρια Εταιρεία διατυπώνει στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Απορρίπτει τη θέση του Αιτητή περί απρεπούς συμπεριφοράς και ισχυρίζεται ότι λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών της Εταιρείας, προέβησαν σε πολλές συναντήσεις με το προσωπικό και τις συντεχνίες όπου συζητήθηκε η ανάγκη για απολύσεις λόγω πλεονασμού και μείωσης μισθών. Ότι το τεχνικό προσωπικό αποδέχθηκε τη μη πληρωμή υπερωριών και 13ου μισθού για τα έτη 2013 και 2014, όπως και ο Αιτητής αποδέχθηκε τη μη καταβολή 13ου μισθού και ότι ουδεμία διαμαρτυρία ή ένσταση έφερε μετά την ανακοίνωση της Εταιρείας ημερ. 16.9.2013 (Τεκ.17). Για τη μείωση του μισθού, ισχυρίστηκε ότι μίλησαν επανειλημμένως με τον Αιτητή και αυτός δεν διαφώνησε. Στη βάση αυτών των δεδομένων, τον Σεπτέμβριο 2013 προχώρησαν στη μείωση των μισθών του διευθυντικού προσωπικού όπου ανήκε και ο Αιτητής κατά 20%. Απόφαση για την οποία ενημερώθηκε ο Αιτητής χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε ένσταση ή διαφωνία. Αρνείται ότι υπήρχε συστηματική και μεγάλη καθυστέρηση στην καταβολή των μισθών και ισχυρίζεται ότι μέχρι τον Ιούνιο 2013 οι πληρωμές του Αιτητή γίνονταν κανονικά και ακολούθως με τη μείωση των εργασιών και την έλλειψη ρευστότητας λόγω της οικονομικής κρίσης, υπήρξαν κάποιες καθυστερήσεις, με τον Αιτητή να είναι ο μόνος από τους υπαλλήλους που παραιτήθηκε γι αυτό το λόγο. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο Αιτητής προτού δώσει την επιστολή παραίτησης (Τεκ.3) ζήτησε να τον καταστήσουν πλεονάζοντα και ότι μετά την απόρριψη του αιτήματος του, ήγειρε θέμα εξαναγκασμού. Αρνείται ότι η επιστολή ημερ. 25.11.2013 (Τεκ.4) ήταν μεταχρονολογημένη, σημειώνοντας ότι στάλθηκε ταχυδρομικώς στις 3.12.2013, μετά που έλαβαν συμβουλή επί του θέματος από την ΟΕΒ. Απορρίπτει επίσης τη θέση του Αιτητή ότι εξαναγκαζόταν να εκτελεί και άλλα καθήκοντα λόγω μείωσης του προσωπικού, σημειώνοντας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προχώρησε στην απόλυση τεχνικού προσωπικού μετά τις 15.11.2013 (Τεκ.19). Περαιτέρω για κάλυψη των αναγκών σε Διεύθυνση του Τεχνικού Τμήματος ζήτησαν από τον πρώην Τεχνικό Διευθυντή κ. Π. Κ. να εργαστεί και πράγματι εργάστηκε 70 ώρες και πληρώθηκε. Αρνείται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία οφείλει στον Αιτητή οποιοδήποτε άλλο ποσό πέραν των δεδουλευμένων και της αδείας τα οποία του έχουν πληρωθεί. Απορρίπτει επίσης τις θέσεις των δύο άλλων μαρτύρων ως αναληθείς και μη ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα ισχυριζόμενος ότι τα όσα κατέθεσαν είναι για να βοηθήσουν τον Αιτητή με τον οποίο εργάζονται σήμερα στην εταιρεία C.K. Matrix, που αποτελούν ανταγωνιστές της Εργοδότριας Εταιρείας. Επίσης ότι και οι δύο μάρτυρες προέβαλαν ισχυρισμούς τους οποίους ο Αιτητής ουδέποτε προέβαλε με τη μαρτυρία του. Για τον μισθό του Σεπτέμβρη ισχυρίζεται ότι με βάση την κατάσταση μισθοδοσίας που εκδόθηκε στις 30.9.2013, στον Αιτητή καταβλήθηκε έναντι το ποσό των €1000 και ότι η διαφορά της αποκοπής ανερχόταν στα €370 το οποίο του καταβλήθηκε μετά την παραίτηση του. Κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι σε σχέση με το τεχνικό προσωπικό υπήρξε συνάντηση στην παρουσία των συντεχνιών όπου επικράτησε η θέση να μη μειωθούν οι μισθοί αλλά να γίνουν αποκοπές και να μην δοθεί 13ος μισθός. Δεν αρνήθηκε ότι για τις συγκεκριμένες αποκοπές δεν λήφθηκε καμία υπογραφή από τους εργοδοτούμενους που να καθιστά φανερή την συγκατάθεση τους. Σε υποβολή ότι ο Αιτητής ουδέποτε αποδέχθηκε την μη καταβολή του 13ου μισθού και ότι το πληροφορήθηκε κατά τον μήνα Νοέμβριο με την πληρωμή του μισθού για τον μήνα Σεπτέμβριο, ο μάρτυρας διαφώνησε δηλώνοντας ότι κανένας από το προσωπικό δεν έλαβε όλον ή μέρος του 13ο μισθού για το
- Επικαλέστηκε ανακοίνωση ημερ. 16.9.2013 (Τεκ.17) που απευθυνόταν προς όλο το Τεχνικό Προσωπικό, σημειώνοντας ότι επρόκειτο για επιστολή - εγκύκλιο. Ερωτηθείς μάλιστα πως η επιστολή αυτή που απευθύνετε στο Τεχνικό Προσωπικό αφορά τον Αιτητή, αρκέστηκε να πει ότι ο Αιτητής πήγαινε αρκετές φορές στη κουζίνα του προσωπικού και μιλούσε με τους υπαλλήλους. Σε υποβολή ότι με τη μαρτυρία του παραδέχεται ότι ο Αιτητής εκτελούσε πέραν των καθηκόντων του και τεχνικά καθήκοντα, ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι αυτό είναι φυσιολογικό καθώς και ο ίδιος έβαφε, κουβαλούσε και τοποθετούσε έπιπλα όταν δεν προλάβαινε το προσωπικό. Το ίδιο και η νύφη του που μπορεί να κουβαλούσε και ένα ψυγείο από το ένα σημείο στο άλλο. Αναφερόμενος μάλιστα στα όσα προέβαλε ο Αιτητή για τις εργασίες στην Κρατική Έκθεση, ισχυρίστηκε ότι δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια καθώς ο τζίρος που έκανε η Εταιρεία στην Κρατική Έκθεση κατά το 2013 ήταν πολύ χαμηλότερος από τον τζίρο του προηγούμενου χρόνου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν μπορεί να προφασίζεται ότι εκτελούσε και τεχνικές εργασίες. Σε υποβολή επίσης ότι από τον Ιούνιο μέχρι τον Νοέμβριο 2013 συστηματικά καθυστερούσε η πληρωμή του μισθού, ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι ο Αιτητής μπορούσε να αποταθεί στο λογιστήριο και ανάλογα με τις εισπράξεις να πληρωθεί τον μισθό του. Τέλος, σε ερώτηση, γιατί δεν ζήτησαν τηλεφωνικώς από τον Αιτητή να επιστρέψει στην εργασία του και προτίμησαν να του αποστείλουν την επιστολή (Τεκ.4), ο μάρτυρας ισχυρίστηκε για πρώτη φορά ότι αυτό έπραξε το λογιστήριο. Η κα Θ. Π. είναι η υπεύθυνη του λογιστηρίου της Εργοδότριας Εταιρείας από το
- Με την γραπτή δήλωση της (Τεκ.Ε) ισχυρίζεται ότι από το 2013 μέχρι το 2017 η Εταιρεία δεν κατέβαλε 13ο μισθό στους υπαλλήλους της και τούτο μετά από συμφωνία που είχε με το προσωπικό της. Για την επίμαχη περίοδο εργασιών Σεπτεμβρίου 2013 που ισχυρίζεται ο Αιτητής ότι αναγκάστηκε να εκτελεί και καθήκοντα που δεν ήταν της αρμοδιότητας του, ισχυρίζεται ότι με βάση τις καταστάσεις τιμολογίων της Κρατικής Έκθεσης, το 2012 η Εταιρεία εκτέλεσε εργασίες ανερχόμενες στο ποσό των €71.438,00 ενώ για το 2013 στο ποσό των €41.205,
- Για να επιβεβαιώσει τη θέση της αναφέρθηκε σε καταστάσεις υπερωριών και πληρωμών που έγιναν στο τεχνικό προσωπικό (Τεκ.27 και 28). Τέλος επανέλαβε τα όσα ο προηγούμενος μάρτυρας ανέφερε σε σχέση με την απασχόληση του Π. Κ. στην Κρατική Έκθεση κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2013 και στην πληρωμή που του είχε καταβληθεί καθώς και στο κατ' ισχυρισμό αίτημα του Αιτητή να κηρυχθεί πλεονάζον προσωπικό. Αντεξεταζόμενη, αφού της υπεβλήθη ότι τα όσα γράφει σε σχέση με τα καθήκοντα που εκτελούσε ο Αιτητής είναι αυτά που της υπαγόρευσε ο αδελφός της ο κ. Σ. Ν., η μάρτυς δεν αρνήθηκε ότι μίλησε μαζί του για τα όσα ανέφερε. Σε νέα υποβολή ότι το ίδιο έπραξε και σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι μίλησαν πολλές φορές με τον Αιτητή και ότι ήθελε να βγει πλεονάζον, η μάρτυς δεν έδωσε καμία απάντηση. Ανάλυση - Συμπεράσματα (i) Οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή Όπως έχει επισημανθεί, η απόφαση του Αιτητή να τερματίσει την απασχόληση του, έχει στο επίκεντρο της, (α) την κατ' ισχυρισμό μονομερή απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας να προχωρήσει σε μείωση των μισθολογικών απολαβών του, (β) την κατ' ισχυρισμό συστηματική καθυστέρηση στην καταβολή των μηνιαίων απολαβών του και (γ) τον κατ' ισχυρισμό εξαναγκασμό του να εκτελεί καθήκοντα πέραν των δικών του καθηκόντων. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους του μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων. Η θέση του Αιτητή ότι στις 4.11.2013 η Εργοδότρια Εταιρεία του κατέβαλε τον μισθό του μηνός Σεπτεμβρίου μειωμένο κατά 20% δεν έχει αμφισβητηθεί. Υποστηρίζεται τόσο από τις δικογραφημένες θέσεις της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και από τη μαρτυρία του κ. Ν. ο οποίος κατά την κυρίως εξέταση του δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι οι αποκοπές που έγιναν από τον μισθό του Αιτητή για τον μήνα Σεπτέμβριο ανέρχονταν στα €
- Πέραν τούτου οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής συγκατατέθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε πριν είτε μετά την καταβολή του μισθού του για τον μήνα Σεπτέμβριο, στις εν λόγω αποκοπές. Συγκεκριμένα από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν διεφάνη - έστω και αμυδρά - πότε και κάτω από ποιες συνθήκες λήφθηκε η απόφαση για μείωση των μισθών του διευθυντικού προσωπικού της Εταιρείας, εάν και κατά πόσο η εν λόγω απόφαση λήφθηκε εν τη απουσία ή παρουσία του Αιτητή ή εάν αυτός έλαβε γνώση για την εν λόγω απόφαση πριν ή με την καταβολή του μισθού για τον μήνα Σεπτέμβριο. Ουσιαστικά, οι βασικές θέσεις του κ. Ν. τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά γενικό και αόριστο τρόπο χωρίς την παράθεση απτών στοιχείων που έτειναν να τις υποστηρίξουν, σε αντίθεση με τα όσα επικαλέστηκε για την αναστολή καταβολής εισφορών στο Ταμείο Προνοίας, όπου ζητήθηκε η συγκατάθεση του προσωπικού με την υπογραφή υπεύθυνων δηλώσεων τις οποίες ο μάρτυρας έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα όσα ο κ. Ν. επικαλέστηκε με τη μαρτυρία του, ότι μίλησαν επανειλημμένως με τον Αιτητή για τη μείωση του μισθού του και ότι αυτός δεν διαφώνησε, βρίσκονται σε πλήρη διάσταση με την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα την επιστολή ημερ. 12.12.2013 (Τεκ.6), όπου η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας μη αποδεχόμενη την απαίτηση του Αιτητή για καταβολή 13ου μισθού, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής αποδέχθηκε ρητά την παράκληση της Εταιρείας αντί μείωσης μισθών να μην καταβάλει τον 13ο μισθό και μάλιστα ότι ο ίδιος φρόντισε να πείσει και άλλα μέλη του προσωπικού να αποδεχθούν την εν λόγω παράκληση. Περαιτέρω μέσα από τη διεξοδική αντεξέταση που δέχθηκε ο κ. Ν. από τον συνήγορο του Αιτητή, σε σχέση με τον 13ο μισθό, ο μάρτυρας έθεσε ως υπόβαθρο για στήριξη του ισχυρισμού του, την ανακοίνωση της Διεύθυνσης προς όλο το Τεχνικό Προσωπικό ημερ. 16.9.2013 (Τεκ.17) στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι προς αποφυγή μείωσης μισθών η Εταιρεία αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη μέτρων που έγιναν προφορικά ομόφωνα αποδεκτά, όπως η μη καταβολή 13ου μισθού και η μείωση του συντελεστή υπολογισμού της υπερωριακής εργασίας. Και ενώ ο κ. Ν. θέτει ως υπόβαθρο στήριξης των ισχυρισμών του την εν λόγω επιστολή (Τεκ.17), εν τούτοις ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του, πώς η επιστολή αυτή που απευθύνεται στο Τεχνικό Προσωπικό αφορά τον Αιτητή, αρκέστηκε να πει ότι ο Αιτητής πήγαινε αρκετές φορές στην κουζίνα του προσωπικού και μιλούσε με τους υπαλλήλους, παραδεχόμενος με λίγα λόγια, ότι η εν λόγω επιστολή δεν απευθύνθηκε ποτέ στον Αιτητή ως μέλος του διευθυντικού προσωπικού, γιατί δεν τον αφορούσε και ότι η ενημέρωση που πιθανόν να είχε λάβει ήταν από υπαλλήλους του Τεχνικού Προσωπικού και όχι από την ίδια την Εταιρεία. Κατά δεύτερο λόγο ο εν λόγω υποθετικός ισχυρισμός του κ. Νικολάου ευρίσκεται σε πλήρη διάσταση και με την αρχική θέση της Εταιρείας, όπως αυτή προβάλλεται στην επιστολή (Τεκ.6), ότι σε σχέση με τη μη καταβολή 13ου μισθού, ο Αιτητής φρόντισε να πείσει και άλλα μέλη του προσωπικού να αποδεχθούν την παράκληση της Εταιρείας. Σε τελική ανάλυση είμεθα πεπεισμένοι ότι η εκδοχή του κ. Ν., σε σχέση με το θέμα αυτό, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς, δεν είναι δυνατό από την μια ο Αιτητής να φρόντισε να πείσει το προσωπικό να δεχθεί την παράκληση της Εταιρείας, ενώ από την άλλη να έλαβε γνώση του γεγονότος μέσα από συζητήσεις που είχε με μέλη του προσωπικού στο χώρο της κουζίνας. Η μαρτυρία του Αιτητή, αναφορικά με το επίδικο αυτό ζήτημα της μείωσης των μισθολογικών απολαβών του, μας φάνηκε πιο θετική, φυσιολογική και ειλικρινής και την αποδεχόμαστε, όπως επίσης και οι εξηγήσεις που έδωσε για το πώς και πότε περιήλθε σε γνώση του η εν λόγω απόφαση και ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασε. Συγκεκριμένα ενώ ισχυρίστηκε ότι έλαβε γνώση για τη μείωση των μισθολογικών απολαβών του με το άνοιγμα του φάκελου, περαιτέρω υπό το βάρος της αντεξέτασης, δεν παρέλειψε να αναφερθεί σε συναντήσεις που είχε με τον κ. Ν., κατά την περίοδο από τις 4.11.2013, που έλαβε τον μισθό για τον μήνα Σεπτέμβριο, μέχρι και τις 18.11.2013 που παρέδωσε την επιστολή παραίτησης (Τεκ.3). Αναφέρθηκε επίσης σε συζητήσεις που είχε μαζί του και μετά την παράδοση της εν λόγω επιστολής, παρουσία μάλιστα του κ. Π. Ν., όπου η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας, μέσω του κ. Ν., κατέστησε σαφή και ξεκάθαρη την θέση της να επιμείνει στην απόφαση της, γεγονός που δεν έχει αμφισβητηθεί με την προσκόμιση ανάλογης μαρτυρίας. Αποδεχόμενοι επομένως τη θέση του Αιτητή επί του εν λόγω ζητήματος της μείωσης των μισθολογικών απολαβών του, ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, πέραν των όσων έχουν παρατεθεί ως αναντίλεκτα και δεν θα τα επαναλάβουμε. Περαιτέρω, η θέση του Αιτητή ότι η Εργοδότρια Εταιρεία καθυστερούσε να του καταβάλει τις μηνιαίες μισθολογικές απολαβές του, επιβεβαιώνεται από την πραγματική μαρτυρία και δη τις καταστάσεις μηνιαίας μισθοδοσίας (Τεκ.13) από τις οποίες προκύπτει ότι ο μισθός για τον μήνα Ιούνιο 2013 κατεβλήθη στον Αιτητή στις 11.7.2013, για τον μήνα Ιούλιο στις 28.8.2013, για τον μήνα Αύγουστο στις 23.9.2013 και για τον μήνα Σεπτέμβριο στις 4.11.
- Επίσης από τα στοιχεία που έθεσε ο κ. Ν. (Τεκ.22) φαίνεται ότι ο μισθός για τον μήνα Οκτώβριο, κατεβλήθη στον Αιτητή με επιταγή ημερ. 31.10.2013 στις 26.11.2013 και για τον μήνα Νοέμβριο στις 19.12.
- Στον Αιτητή κατεβλήθη επίσης και το αποκοπέν ποσό των €370,59 από το μισθό του για τον μήνα Σεπτέμβριο με επιταγή ημερ. 26.11.
- Την ίδια ημερομηνία φέρει και η επιστολή (Τεκ.4), που η Εργοδότρια Εταιρεία συνέταξε και απέστειλε ταχυδρομικώς στον Αιτητή στις 3.12.2013, μετά από συμβουλή που έλαβε από την Ο.Ε.Β. Τη θέση του κ. Ν. ότι η καθυστέρηση στην καταβολή του μισθού οφείλετο σε μείωση των εργασιών της Εταιρείας και σε έλλειψη ρευστότητας λόγω της οικονομικής κρίσης που μάστιζε τότε την Κύπρο, δεν αμφισβητήθηκε από τον Αιτητή όπως επίσης δεν αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση του ότι ουδέποτε έθεσε γραπτώς το παράπονο του για την εν λόγω καθυστέρηση, ισχυριζόμενος ότι το έθεσε προφορικά όταν κατεβλήθη στο υπόλοιπο προσωπικό μέρος του μισθού κατά τα μέσα Αυγούστου, χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Δεν παρέλειψε ωστόσο να αναφέρει ότι το μείζον θέμα που τον οδήγησε στην απόφαση της παραίτησης δεν ήταν η καθυστέρηση στην καταβολή του μισθού αλλά η μείωση των μισθολογικών απολαβών του που αποτέλεσε και το απόγειο της απόφαση του. Από την ενώπιον μας μαρτυρία είναι επίσης φανερό ότι ο Αιτητής ουδέποτε στο παρελθόν διαμαρτυρήθηκε ότι εξαναγκαζόταν να εκτελεί καθήκοντα πέραν των δικών του καθηκόντων. Η ισχυριζόμενη αυτή συμπεριφορά της Εταιρείας που αποτέλεσε κατά τον Αιτητή ένα από τους λόγους εξαναγκασμού του σε παραίτηση, όπως ακροθιγώς έχουμε αναφέρει, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί από τη μαρτυρία του Αιτητή και των δύο μαρτύρων που κατέθεσαν για λογαριασμό του. Ενώ ο Αιτητής, πριν την αποστολή της επιστολής παραίτησης (Τεκ.3), δεν καταλόγισε στην Εταιρεία τίποτε το μεμπτό αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό διαγωγή της, ωστόσο τα όσα επικαλείται δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε πειστικά στοιχεία που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τη θέση του. Σε αντίθεση με τον Αιτητή και τους μάρτυρες του, τα στοιχεία που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι μάρτυρες για την Εργοδότρια Εταιρεία τείνουν να καταδείξουν ότι, κατά το έτος αποχώρησης του Αιτητή, οι εκτελεσθείσες εργασίες στην Κρατική Έκθεση ήταν πολύ λιγότερες από τις εργασίες του προηγούμενου έτους. Επίσης ότι δεν υπήρξε μείωση προσωπικού, αφού η Εταιρεία προχώρησε σε απολύσεις τεχνικού προσωπικού μετά τις 15.11.2013, και δη μετά τη διεκπεραίωση των εργασιών στην Κρατική Έκθεση, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τους καταλόγους με τα ονόματα των ατόμων που εργοδοτήθηκαν στο συγκεκριμένο έργο. Για τον σωστό προγραμματισμό του έργου η Εταιρεία δεν παρέλειψε να καλύψει τις ανάγκες σε προσωπικό συμπληρώνοντας προσωρινά τη θέση του Τεχνικού Τμήματος από τον πρώην Τεχνικό Διευθυντή τους κ. Π. Κ. ο οποίος εργάστηκε για 70 ώρες και έλαβε την ανάλογη πληρωμή. Επίσης οι εν λόγω εργασίες γίνονταν στη βάση συγκεκριμένου προγράμματος το οποίο για την επίμαχη περίοδο Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου ετοιμάστηκε από τον ίδιο τον Αιτητή. Ως εκ τούτου η θέση του Αιτητή επί του εν λόγω ισχυρισμού δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή και απορρίπτεται. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μας το ερώτημα που τίθεται είναι εάν και κατά πόσο η Εργοδότρια Εταιρεία με τη συμπεριφορά της εξανάγκασε τον Αιτητή σε παραίτηση. Πότε υπάρχει εξαναγκασμός σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη (Constructive Dismissal), έχει αποφασιστεί σε σειρά υποθέσεων. Καθοδηγητική είναι η απόφαση στην Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)1All E.R. 713, 769 την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1CLR 448 και Κ. Χριστοφίδης ν. Deloitte & Touché κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 1241. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση: "If the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer's conduct. He is constructively dismissed." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εάν ο εργοδότης είναι ένοχος διαγωγής, η οποία συνιστά σημαντική παράβαση που φθάνει στη ρίζα της σύμβασης εργασίας ή που δείχνει ότι ο εργοδότης δεν προτίθεται πλέον να δεσμεύεται από ένα ή περισσότερους ουσιώδους όρους αυτής τότε, ο εργοδοτούμενος δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του αποδεσμευμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν το κάνει αυτό τότε τερματίζει τη σύμβαση λόγω της διαγωγής του εργοδότη. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση.» Ενασχόληση επί του ιδίου θέματος γίνεται και στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) ΑΑΔ 98, 103 όπου μεταξύ άλλων αποφασίστηκε ότι, «Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεκτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση σελ.440 απαριθμούνται οι πιο κάτω παραβάσεις του εργοδότη που μπορούν, να δικαιολογήσουν εξαναγκασμό σε παραίτηση: "
(1)a failure to pay wages or unilateral decision to cut pay,
(2)demotion or other change in status,
(3)a change of job content not permitted or envisaged by the contract,
(4)undermining a senior employee's position,
(5)change of the place of work, or breach of a mobility clause, whether express or implied,
(6)unilateral change of hours,
(7)failure to ensure the employee's safety,
(8)breach of the term of trust and respect,
(9)failure to follow a contractually binding disciplinary procedure,
(10)imposition of a disciplinary measure in a disproportionate manner,
(11)failure to provide a reasonably suitable working environment,
(12)failure to deal with grievances properly and timeously" Μια από τις βασικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις του εργοδότη είναι η καταβολή του συμφωνηθέντος ή συμβατικού μισθού στον εργοδοτούμενο. Μονομερής (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτούμενου) και αυθαίρετη (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα του εργοδότη) τροποποίηση των όρων μισθοδοσίας η οποία έχει ως συνέπεια τη μείωση των απολαβών του εργοδοτούμενου συνιστά, στην περίπτωση που η μείωση είναι επαρκώς ουσιώδης ('of sufficient materiality'), παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εργασίας, η οποία παρέχει στον τελευταίο το δικαίωμα να τερματίσει νόμιμα την απασχόληση του, επικαλούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Το να θεωρηθεί μια παράβαση ως αρκούντως σοβαρή, σε βαθμό που δικαιολογεί εξαναγκασμό σε παραίτηση αποτελεί πραγματικό και νομικό ζήτημα (D. Anderman, the Law of unfair Dismissal, 3rd Edition p.81) Στην υπόθεση Cantor Fitzgerald International v. Callaghan
(1999)IRLR 234 το Αγγλικό Εφετείο τόνισε τα ακόλουθα: ″ . Where an employer unilaterally reduces an employee΄s pay or diminishes the value of his salary package the entire foundation of the contract of employment is undermined. Therefore an emphatic denial by the employer of his obligation to pay the agreed salary or wage or a determined resolution not to comply with his contractual obligations in relation to pay and remuneration will normally be regarded as repudiatory.″ Σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε διαπιστώσει ότι ο εργοδότης παρέβη ουσιώδεις όρους της σύμβασης εργασίας που παρείχαν στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να τερματίσει την απασχόληση του, λόγω της διαγωγής του εργοδότη, ακολούθως θα πρέπει να εξετάσει το λόγο, τον τρόπο και τον χρόνο που ο εργοδοτούμενος υπέβαλε την παραίτηση του. Ο εργοδοτούμενος θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποδείξει ότι παραιτήθηκε από την εργασία του λόγω της συγκεκριμένης παράβασης και όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο που δεν του παρείχε τέτοιο δικαίωμα. Η παράβαση αυτή μπορεί να μην αποτελεί τον μοναδικό λόγο, είναι όμως αρκετό να αποτελεί τον βασικό και ουσιαστικό λόγο της παραίτησης. Σύμφωνα με καλά καθιερωμένες αρχές που πηγάζουν από τη νομολογία αφ' ης στιγμής εκδηλωθεί η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη, που θα δικαιολογούσε την αποχώρηση του εργοδοτούμενου, ο δεύτερος θα πρέπει να εγκαταλείψει την απασχόληση του χωρίς καθυστέρηση ή μετά από εύλογο χρόνο. Όπως τονίστηκε στην προαναφερθείσα υπόθεση Western Excavating (ανωτέρω): "...The employee is entitled in those circumstances to leave at the instant without giving any notice at all, or alternatively, he may the conduct must in either case be sufficiently serious to entitle him to leave at once. Moreover, he must make up his mind soon after the conduct of which he complains: for, id he continues for any length of time without leaving, he will lose his right to treat himself as discharged. He will be regarder as having elected to affirm the contract". Σε ελεύθερη μετάφραση; «.Ο εργοδοτούμενος δικαιούται κάτω από τις περιστάσεις να αποχωρήσει αμέσως χωρίς να δώσει οποιανδήποτε προειδοποίηση ή διαζευκτικά μπορεί να δώσει προειδοποίηση και να λέγει ότι θα αποχωρήσει στο τέλος της προειδοποίησης. Αλλά είτε στη μια, είτε στην άλλη περίπτωση η διαγωγή πρέπει να είναι αρκετά σοβαρή για να δικαιούται να αποχωρήσει αμέσως, επί πλέον πρέπει να αποφασίσει αμέσως μετά τη διαγωγή για την οποία παραπονείται: διότι αν συνεχίσει για οποιαδήποτε χρονική περίοδο χωρίς να αποχωρήσει θα απολέσει όλα τα δικαιώματα του να θεωρήσει τον εαυτό του απολυόμενο. Θα θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει την σύμβαση». Από τη στιγμή που ο εργοδότης διαπράττει μία τέτοια παράβαση με την οποία αποκηρύσσει τη σύμβαση, ο εργοδοτούμενος έχει να επιλέξει μια από τις πιο κάτω πορείες: (α) Να επιβεβαιώσει τη σύμβαση απασχόλησης του και να επιμείνει στην περαιτέρω εκτέλεση της (β) να αποδεχθεί την αποκήρυξη της, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση η σύμβαση φθάνει σ' ένα τέλος. Μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί να παραμείνει ανοικτή μέχρι τέλους. Ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να ενεργήσει άμεσα γιατί εάν συνεχίσει να απασχολείται για κάποια χρονική περίοδο κινδυνεύει να χάσει όλα τα δικαιώματα του και να θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει τη σύμβαση (The Employment Contract, D. Brodie). Ενδεικτικά ως προς τη σοβαρότητα που αποδίδεται στην ανάγκη για αποχώρηση του εργοδοτούμενου από την απασχόληση του χωρίς καθυστέρηση, στην απόφαση W.E. Cox Joner (International) Ltd v. Crook [1981] I.C.R. 823, 831 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "... to stay at work for a period of one month to look around starting from the initial breach of contract, might well not have been fatal; but to work for a further month, six months already having elapsed, seems to be inconsistent with saying that he had not affirmed the contract ..." Ο καθορισμός του εύλογου χρόνου που απαιτείται για τον εργοδοτούμενο να προσδιορίσει τη θέση του και να αποφασίσει την αποχώρηση του, ισχυριζόμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση, θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες. Ειδικότερα, κατά την εξέταση του θέματος εάν ένας εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε ή όχι την τροποποιημένη σύμβασης εργασία του προτού παραιτηθεί, η περίοδος απασχόλησης του είναι πάντα σχετική για τον καθορισμό του εύλογου χρόνου που απαιτείται για να εξετάσει τη θέση του προτού λάβει την απόφαση να παραιτηθεί και να ισχυριστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση (The Governing Body of St Edmund Canterbury Catholic High School v. Ann Hines [2003] UKEAT 1138/02). Αποτελεί σφάλμα για το Δικαστήριο να εξισώσει την καθυστέρηση με την επιβεβαίωση εάν το όλο θέμα δεν εξεταστεί σε συνδυασμό με άλλα θέματα όπως η φύση της παράβασης από τον εργοδότη και η περίοδος απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο δεν είναι κατά πόσο ο εργοδοτούμενος καθυστέρησε πάρα πολύ να παραιτηθεί, αλλά κατά πόσο επιβεβαίωσε τη σύμβαση εργασίας (Miceli v. Signal House Ltd [1996] UKEAT 180/95). Από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος καθιστά σαφή τη διαφωνία του με την παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας του δεν θα θεωρείται ότι επιβεβαίωσε τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται και να πληρώνεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Το αν υπήρξε επιβεβαίωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό στηριζόμενο επί των γεγονότων (question of fact) της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Ms RV Simms v. Sainsbury Supermarkets Ltd [2005] All ER (D) 144), η περίπτωση που απασχόλησε το Εφετείο αφορούσε εργοδοτούμενη στην οποίας οι εργοδότες, κατά παράβαση της σύμβασης εργασίας, παρέλειψαν να κατά-βάλουν πλήρη μισθό από 30.8.2002 και προέβαιναν σε αποκοπές από τον μισθό της από τις 13.12.
- Η εργοδοτούμενη υπέβαλε την παραίτηση της με επιστολή ημερ. 21.3.2003 προβάλλοντας ως ένα από τους λόγους παραίτησης τη μονομερή και χωρίς τη συγκατάθεση της αποκοπή μισθού. Το Δικαστήριο στην απόφαση του τόνισε μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση που ένας εργοδοτούμενος, χωρίς να επιφυλάξει τη θέση του, συνεχίζει να εργάζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά που ο εργοδότης κατέστησε σαφή τη θέση του επί ενός θέματος διαφωνίας, τότε θεωρείται ότι ο εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε τη σύμβαση και δεν μπορεί να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση σε κατοπινό στάδιο. Αναφερόμενο το Εφετείο στην υπόθεση W.E. Cox Toner (ανωτέρω), τόνισε ότι από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος καθιστά σαφή τη διαφωνία του με ό,τι γίνεται, δεν θα θεωρηθεί ότι έχει επιβεβαιώσει τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Στην ίδια ωστόσο υπόθεση αποφασίστηκε ότι ο εργοδοτούμενος εμποδιζόταν να επικαλείται εξαναγκασμό σε παραίτηση, καθώς συνέχισε να εργάζεται για τέσσερεις εβδομάδες μετά που ο εργοδότης κατέστησε σαφή τη θέση του ότι δεν θα ικανοποιούσε τα παράπονα του με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει τη σύμβαση. Στην υπόθεση Daley v Strathclyde [1977] IRLR 414, ο εργοδότης άλλαξε μονομερώς τις ώρες απασχόλησης των εργοδοτουμένων. Εκείνοι αντέδρασαν κατερχόμενοι σε απεργία. Με την απεργία δεν κατάφεραν να πείσουν τον εργοδότη να αλλάξει την απόφαση του και επέστρεψαν στην εργασία τους, ακολουθώντας τις αναθεωρημένες ώρες απασχόλησης χωρίς όμως να αποδεχθούν ρητά τους αναθεωρημένους όρους. Παρόλα αυτά οι όροι αυτοί θεωρήθηκαν συμβατικά δεσμευτικοί. Η αλλαγή δεν ήταν μια βραχυπρόθεσμη ή προσωρινή αλλαγή αλλά μια τροποποίηση των συνήθων εργασιακών συνθηκών που πρέπει να θεωρείται ότι την αποδέχθηκαν. Στην υπόθεση Fereday v South Staffordshire NHS Primany Care Trust [2011] All ER (D) 05 (Sep), η μη παραίτηση εργοδοτούμενου εντός έξι βδομάδων κρίθηκε υπερβολικό χρονικό διάστημα. Εκτενή αναφορά επί του θέματος με παράθεση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών γίνεται στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ ν. Αντωνίου, Πολιτική Έφεση 101/2013, ημερ. 16.7.2019, από την οποία επίσης έχουμε αντλήσει καθοδήγηση. Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, το Δικαστήριο για να καταλήξει στο τελικό του συμπέρασμα θα πρέπει να εξακριβώσει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης, (α) εάν και κατά πόσο υπήρξε μονομερής και αυθαίρετη παράβαση των όρων απασχόλησης του Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία σε σχέση με τις μισθολογικές απολαβές του. Εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι θετική τότε θα πρέπει να διακριβωθεί (β) ο βαθμό σοβαρότητάς της παράβασης, εάν δηλαδή ήταν αρκούντως σοβαρή ώστε να δικαιολογεί εξαναγκασμό σε παραίτηση, (γ) εάν η συγκεκριμένη παράβαση αποτέλεσε τον βασικό λόγο παραίτησης του Αιτητή ή (δ), εάν αυτός επιβεβαίωσε (affirm) ή όχι την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας του. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μας, στην προκείμενη περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία, επικαλούμενη οικονομικές δυσκολίες που αφορούσαν την επιχείρηση της και συγκεκριμένα μείωση του κύκλου εργασιών της, αποφάσισε όπως προχωρήσει σε μείωση των μισθολογικών απολαβών του Αιτητή κατά 20%, από τον Σεπτέμβριο
- Επικαλούμενη επίσης μείωση των εργασιών και έλλειψη ρευστότητας λόγω της οικονομικής κρίσης, από τον Ιούνιο του 2013 και μέχρι τον Νοέμβριο του ιδίου έτους, που ο Αιτητής εγκατέλειψε την εργασία του, δεν του κατέβαλλε έγκαιρα και ή του κατέβαλλε με καθυστέρηση τους μηνιαίους μισθούς. Ο μισθός για τον μήνα Σεπτέμβριο 2013 κατεβλήθη στον Αιτητή στις 4.11.
- Παραλαμβάνοντας ο Αιτητής τον μισθό του Σεπτέμβρη και λαμβάνοντας για πρώτη φορά γνώση για τη μείωση των μισθολογικών απολαβών του κατά 20%, ενημέρωσε τον κ Σ. Ν. ότι η μείωση δεν γινόταν αποδεχτή. Επίσης μετά την παράδοση της επιστολής παραίτησης (Τεκ.3) συζήτησε το θέμα με τον κ. Σ. Ν. μία - δύο φορές, τη δεύτερη φορά στην παρουσία του κ. Π. Ν., χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή στην απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας. Επίσης με την αποχώρηση του Αιτητή δεν του κατεβλήθη η αναλογία του 13ου μισθού για το 2013, παρόλο που με βάση τα ευρήματα στα οποία έχουμε καταλήξει δεν υπήρξε καμία απόφαση για μη καταβολή 13ου μισθού στο διευθυντικό προσωπικό στο οποίο ανήκε ο Αιτητής, αλλά ούτε ζητήθηκε ποτέ από τον ίδιο να συγκατατεθεί σε μια τέτοια απόφαση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω διαπιστώνουμε ότι ο Αιτητής ουδέποτε συγκατατέθηκε ή συμφώνησε με την απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας να προχωρήσει σε μείωση των μισθολογικών απολαβών του. Κρίνουμε, επομένως ότι η Εργοδότριας Εταιρεία, μονομερώς και αυθαιρέτως προχώρησε σε τροποποίηση των όρων απασχόλησης του Αιτητή σε σχέση με τις μισθολογικές απολαβές του, τους οποίους σε καμία περίπτωση δεν νομιμοποιείτο να τροποποιήσει / διαφοροποιήσει ή διαμορφώσει με οποιονδήποτε τρόπο χωρίς τη σύμφωνο γνώμη του Αιτητή, εν όψει και της ανυπαρξίας οποιουδήποτε συμβατικού όρου που παρείχε στην Εργοδότρια Εταιρεία ένα τέτοιο δικαίωμα. Το ίδιο ισχύει και για τη μονομερή απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας να μην καταβάλει στον Αιτητή 13ο μισθό για το 2013, απόφαση για την οποία ποτέ δεν εζητήθη η συγκατάθεση του και ούτε περιήλθε εις γνώσιν του ενόσω βρισκόταν στην υπηρεσία, εν όψει και του γεγονότος ότι ο 13ος μισθός καταβαλλόταν στο τέλος εκάστου έτους και κατέστη απαιτητός με την αποχώρηση του. Καθοδηγούμενοι επίσης από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, όπου οι εργοδότες μείωσαν τους μισθούς των εργοδοτουμένων τους λόγω οικονομικών δυσχερειών (βλ. Cantor Fitzgerald Inter-national v. Callaghan και Rigby v. Ferodo
(1987)IRLR 51) και αντισταθμίζοντας τα συμφέροντα του εργοδότη να προβεί στις αλλαγές και του εργοδοτούμενου να μην τις αποδεχθεί, κρίνουμε ότι τα οικονομικά προβλήματα που επικαλείται η Εργοδότρια Εταιρεία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ή νομιμοποιήσουν μια τέτοια απόφαση. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το ύψος του ποσού που η Εργοδότρια Εταιρεία μονομερώς και αυθαιρέτως αποφάσισε να αποκόψει από τις μηνιαίες μισθολογικές απολαβές του Αιτητή, κρίνουμε ότι εξ αντικειμένου ήταν αρκούντως σημαντικό (of sufficient materiality) και ικανό να κλονίσει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου καθώς μια τέτοια αλλαγή συνιστά σοβαρή παράβαση και ή μεταβολή ουσιώδους όρου (fundamental repudiation) της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης, που δεν ξεφεύγει του πλαισίου των προνοιών του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Επίσης, από το περιεχόμενο της επιστολή ημερ. 18.11.2013 (Τεκ.3), η εν λόγω παράβαση προφανώς αποτέλεσε τον ουσιαστικό λόγο που οδήγησε τον Αιτητή στην απόφαση να τερματίσει την απασχόληση του και να επικαλείται εξαναγκασμό σε παραίτηση. Η θέση της Εργοδότρια Εταιρείας ότι ο Αιτητής υπέβαλε την παραίτηση του γιατί απέρριψαν το αίτημα του να τον καταστήσουν πλεονάζοντα, δεν ευσταθεί, κατά πρώτο λόγο, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός τίθεται σε χρόνο πριν γνωστοποιηθεί στον Αιτητή η απόφαση για μείωση των απολαβών του και κατά δεύτερο λόγο, γιατί η εν λόγω απόφαση ήταν ουσιώδης για να δικαιολογήσει από μόνη της εξαναγκασμό σε παραίτηση. Εν όψει της εν λόγω ουσιώδους παράβασης δεν βρίσκουμε να ευσταθεί ούτε και ο δεύτερος λόγος, που επικαλείται η Εργοδότρια Εταιρεία, περί αποχωρήσεως του Αιτητή για να απασχοληθεί ή να συμμετέχει στην ανταγωνιστική εταιρεία Matrix. Άλλωστε από την ενώπιον μας αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, φαίνεται ότι ο Αιτητής με την αποχώρηση του απασχολήθηκε σε επιχείρηση του πεθερού του και ακολούθως από τον Φεβρουάριο 2014 στη Matrix. Περαιτέρω η θέση του κ. Νικολάου ότι αποδέχθηκαν τη θέση του Αιτητή και κατόπιν συμβουλής που έλαβαν από την ΟΕΒ τον κάλεσαν να επιστρέψει στην εργασία του με την επιστολή ημερ. 25.11.2013 (Τεκ.4), κρίνουμε ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποδυναμώσουν τη θέση του Αιτητή. Άλλωστε με βάση τα ευρήματα στα οποία έχουμε καταλήξει, ο Αιτητής κατέστησε φανερή τη διαφωνία του στη μείωση των μισθολογικών απολαβών του, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή στην απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας. Σημειώνουμε ότι η εκ των υστέρων απόφαση της Εργοδότρια Εταιρείας να καλέσει τον Αιτητή να επιστρέψει στην εργασία του, αποδεχόμενη τη θέση του για μη μείωση των απολαβών του, δεν μπορεί από μόνη της να αναβιώσει τη μεταξύ τους σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου χωρίς τη συγκατάθεση και σύμφωνο γνώμη του Αιτητή (Βλ. Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α
(1994)1 Α.Α.Δ. 703, Tanner ν. Kean Ltd
(1978)IRLR 110). Ως επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης μας το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο ο Αιτητής επιβεβαίωσε την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας, με επακόλουθο να εμποδίζεται να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση. Με καθοδήγηση τις πιο πάνω αρχές, επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης επαναλαμβάνουμε ότι ο Αιτητής από την πρώτη στιγμή που ενημερώθηκε για την απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας να προχωρήσει σε μονομερή και ουσιαστική μείωση των απολαβών του, εξέφρασε τη διαφωνία του τόσο προφορικά όσο και γραπτώς με την επιστολή παραίτησης ημερ. 18.11.2013 (Τεκ.3). Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τις 4.11.2013 που έλαβε γνώση της μονομερούς απόφαση για μείωση των απολαβών του και μέχρι την παραίτηση του δεν υπερέβαινε τις 15 ημέρες. Υπό τις περιστάσεις ο Αιτητής είχε κάθε δικαίωμα να αποχωρήσει αμέσως από την εργασία του χωρίς να δώσει οποιαδήποτε προειδοποίηση. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν ήταν υπερβολικό αλλά αναγκαίο και εύλογο για τον Αιτητή να εξετάσει τη θέση του προτού λάβει την απόφαση του να παραιτηθεί και να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση. Θεωρούμε ότι ο Αιτητής σε καμία περίπτωση δεν επιβεβαίωση την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας που επέβαλε μονομερώς η Εργοδότρια Εταιρεία. Για όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι ο Αιτητής δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του λόγω της διαγωγής της Εργοδότριας Εταιρείας που ισοδυναμεί με εξαναγκασμό σε παραίτηση. (ii) Αυτοτελείς αξιώσεις Ως επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, η μονομερής και αυθαίρετη απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας να μειώσει τις μισθολογικές απολαβές του Αιτητή δεν κατέστη δεσμευτική για τον ίδιο, με αποτέλεσμα να δικαιούται στην καταβολή αναλογίας 13ου μισθού για το 2013 που ανέρχεται στο ποσό των €2.690,70. Για την πληρωτέα άδεια αναπαύσεως ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι μετά την καταβολή του συνολικού ποσού των €2.751,59 παραμένει υπόλοιπο €578,18 το οποίο δεν του κατεβλήθη. Τα στοιχεία ωστόσο που προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου η Εργοδότρια Εταιρεία σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό δεν έχουν αμφισβητηθεί για να δικαιολογείται η καταβολή οποιουδήποτε επιπλέον ποσού. Υπολογισμός Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Νόμου, όταν ο εργοδοτούμενος τερματίζει την απασχόληση του λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός αυτός θεωρείται ως τερματισμός από τον εργοδότη υπό την έννοια του άρθρου
- Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για 7 (επτά) σχεδόν συναπτά έτη και ότι για σκοπούς αποζημίωσης λάμβανε το ποσό των €761,50 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, τη διάρκεια της απασχόλησης του, τα ημερομίσθια του, την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του και την ηλικία του, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €11.803,25 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 15,5 βδομάδων. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9 (ζ) του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι ποσό €6.092 Περαιτέρω, με βάση την πιο πάνω κατάληξη μας δικαιούται σε αναλογία 13ου μισθού για το 2013 που αντιστοιχεί στο ποσό των €2.690,
- Συνακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης μας, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για το συνολικό ποσό των €20.585,25 με νόμιμο τόκο από 11.2.2014 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζεται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας το ποσό των €2.500- ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 11.2.2014 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. Οι υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή απορρίπτονται. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Π. Φιλίππου, Μέλος Χ. Αυγουστής, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο