← Κύπρος

Μ. Γ. ν. ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΑ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Υπόθεσης: 613/2015, 21/11/2019

Μ. Γ. ν. ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΑ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Υπόθεσης: 613/2015, 21/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:48 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Νεοφύτου και Σ. Κούλα, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 613/2015 Μεταξύ: Μ. Γ. Αιτήτρια -και- ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΑ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 21η Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα. Ρ. Ιάσωνος Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Στ. Παπαθεοδώρου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διατηρούσε φούρνο ασχολούμενη με την αρτοποιεία και ζαχαροπλαστική. Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας κατά το έτος

  1. Τα καθήκοντα της, όπως προκύπτουν από το επισυνημμένο ως Τεκ.1 στην ένορκη δήλωση του μάρτυρα για την Εργοδότρια Εταιρεία κ. Μ. Καλοπέσα, ήταν η καθαριότητα του καταστήματος, παραγωγή και συσκευασία προϊόντων, ταμείο, προώθηση πωλήσεων στο κατάστημα και οτιδήποτε άλλο της υποδείκνυε ο εργοδότης. Η απασχόληση της τερματίστηκε στις 31.7.2015 με σχετική επιστολή που είναι επισυνημμένη ως Τεκ.2 στην ένορκη δήλωση του προρρηθέντος μάρτυρα, το περιεχόμενο της οποία παραθέτουμε: «Με την παρούσα επιστολή η εταιρεία Αρτοποιεία Ζαχαροπλαστεία Χρυσοβαλάντου Λτδ σας πληροφορεί ότι από σήμερα τερματίζονται οι υπηρεσίες σας προς την εταιρεία. Όπως έχετε πληροφορηθεί και προφορικά ο λόγος τερματισμού της απασχόλησης σας είναι τέτοιος που να δικαιολογεί την απόλυση σας. Συγκεκριμένα:
  2. Επαναλαμβανόμενη παράβαση και παραγνώριση των κανονισμών εργασίας (αγνοήσατε επανειλημμένως τον κανονισμό να παραμένει άτομο κοντά στο ταμείο με αποτέλεσμα να μένει εκτεθειμένο και διαπιστώνατε ότι υπάλληλοι δεν έδιναν αποδείξεις και δεν το αναφέρατε στην διεύθυνση) Θα ήθελα επίσης να σας ζητήσω σε περίπτωση που έχετε κάποιο πρόβλημα ή διαφωνία με την εταιρεία να το συζητάτε εσείς προσωπικά με εκπρόσωπο της εταιρείας και όχι να αναμιγνύονται τρίτα άτομα (όπως έγινε την περασμένη βδομάδα με τον σύζυγος σας). Με βάση τα πιο πάνω η εταιρεία δεν υποχρεούται για άλλη προειδοποίηση και σας απαλλάσσει από τα καθήκοντα σας από σήμερα 31/07/
  3. Η άδεια η οποία δικαιούστε από την εταιρεία σας έχει καταβληθεί σήμερα. Επίσης η εταιρεία σας έχει εξοφλήσει όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις με σημερινή επιταγή που επισυνάπτεται. Σας ευχαριστούμε για την μέχρι τώρα συνεργασία. Ο βεβαιών Μ. Κ. Β. Διευθυντής.» Ο τελευταίος ακαθάριστος μισθός της Αιτήτριας ανέρχονταν στα €868,00 μηνιαίως, χωρίς την καταβολή 13ου μισθού. Είναι η θέση της Αιτήτριας, όπως αυτή προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισε την απασχόληση της, επικαλούμενη αόριστους και αβάσιμους ισχυρισμούς, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση ή πληρωμή αντί προειδοποίησης και χωρίς προηγουμένως να της δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί. Στη βάση αυτή διεκδικεί αποζημιώσεις για παράνομο και ή αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης της, πληρωμή αντί προειδοποιήσεως, οποιαδήποτε άλλη ή και περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιη υπό τις περιστάσεις, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Η Εργοδότρια Εταιρεία αρνείται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν παράνομος ή αδικαιολόγητος και επομένως, ότι νομιμοποιείται στις αιτούμενες αποζημιώσεις. Διατείνεται ότι η απόλυση της ήταν καθ' όλα νόμιμη και δικαιολογημένη καθώς κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της ενεργούσε κατά παράβαση των ρητών και ή εξυπακουόμενων καθηκόντων της. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμο και δικαιολογημένο τον τερματισμό της απασχόλησης και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσε για την Εργοδότρια Εταιρεία ο διευθυντής της κ Μ. Κ., ενώ η Αιτήτρια υποστήριξε τη θέση της με την προσωπική της μαρτυρία. Και των δύο η κυρίως εξέταση περιέχεται σε ένορκη δήλωση. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια δύο έγγραφα που είναι η επιστολή απόλυσης (Τεκ.2) και εξαμηνιαίο συμβόλαιο ημερ. 2.1.2015 με τους όρους εργοδότησης της Αιτήτριας (Τεκ.1), το οποίο με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, πλην των καθηκόντων και του μισθού της Αιτήτριας, δεν αναφέρεται στην πραγματική περίοδο απασχόλησης της. Ο κ. Μ. Κ., διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας, δηλώνει ως το πλέον αρμόδιο πρόσωπο να καταθέσει επί των γεγονότων της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της δημιουργούσε αρκετά προβλήματα καθώς,
(1)η ίδια δεχόταν παράπονα από πελάτες για άλλους υπαλλήλους και παρέλειπε να τα αναφέρει στη διεύθυνση ως είχε καθήκον να πράξει,
(2)καυγάδιζε αδικαιολόγητα και χωρίς αιτία με συναδέλφους της, φώναζε συνεχώς στο χώρο του καταστήματος και μιλούσε με έντονο ύφος στη διεύθυνση της Εταιρείας και σε συναδέλφους της,
(3)αγνοούσε τις προτροπές για σωστή εξυπηρέτηση πελατών και δεν εφάρμοζε τα όσα διδασκόταν στα σεμινάρια,
(4)ζητούσε βοήθεια από τις υπαλλήλους του ταμείου, χωρίς να είναι απαραίτητο, με αποτέλεσμα το ταμείο να μένει εκτεθειμένο και να μη γίνεται σωστή εξυπηρέτηση των πελατών. Επίσης ότι ένα χρόνο πριν τον τερματισμό της απασχόλησης της, εγκατέλειψε την εργασία της χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση. Τότε ο σύζυγος της πήρε τηλέφωνο τη διευθύντρια της Εταιρείας ζητώντας εξηγήσεις. Αφού απευθύνθηκαν από κοινού (σύζυγος και Αιτήτρια) στο Τμήμα Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και πληροφορήθηκαν ότι δεν θα τύχουν οποιασδήποτε αποζημίωσης, γιατί εγκατέλειψε απροειδοποίητα την εργασία της, η Αιτήτρια επέστρεψε μετανοιωμένη. Ισχυρίζεται ότι στις 22.7.2015 διαπίστωσαν ότι δύο από τις υπαλλήλους του Ταμείου δεν εξέδιδαν αποδείξεις και με τον τρόπο αυτό οικειοποιούνταν, κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, χρήματα από το Ταμείο. Παρόλο που και οι δύο βρέθηκαν ένοχες από το Δικαστήριο, εν τούτοις η Αιτήτρια αρνήθηκε αρχικά να δώσει κατάθεση, κάτι που έπραξε σε κατοπινό στάδιο, κατόπιν επανειλημμένων προτροπών και αφού έδωσε κατάθεση σχεδόν όλο το υπόλοιπο προσωπικό. Ακολούθως ο σύζυγος της, τηλεφώνησε στην Εταιρεία και ζητούσε εξηγήσεις γιατί να ζητηθεί από την Αιτήτρια να δώσει κατάθεση από τη στιγμή που δεν εμπλεκόταν στην υπόθεση. Όταν μάλιστα ζητήθηκαν από την Αιτήτρια εξηγήσεις, παραδέχτηκε ότι γνώριζε για τις ενέργειες των δύο υπαλλήλων να μην εκδίδουν ή να εφοδιάζουν τους πελάτες με απόδειξη και ότι ο λόγος που δεν το ανέφερε ήταν για να μην διαταραχτούν οι μεταξύ τους φιλικές σχέσεις. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το οπτικογραφημένο υλικό κατέδειξε ότι και η ίδια παρέλειπε να δίνει αποδείξεις σε πελάτες. Τέλος ανέφερε ότι μετά από συζήτηση προτάθηκε στην Αιτήτρια να μεταφερθεί σε άλλο τμήμα της Εταιρείας, κάτι που αρνήθηκε κατηγορηματικά. Αντεξεταζόμενος επέμενε στο περιστατικό της κλοπής, ισχυριζόμενος ότι η Αιτήτρια γνώριζε προ καιρού ότι οι δύο υπάλληλοι δεν εξέδιδαν ή δεν έδιναν αποδείξεις στους πελάτες. Επίσης ότι η Αιτήτρια αρνήθηκε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία όταν της ζητήθηκε. Και ενώ ανέφερε ότι σε καμιά περίπτωση δεν θεώρησε ότι η Αιτήτρια ήταν συνεργός, εν τούτοις ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια παρέβη ένα σημαντικό κανόνα που κλόνισε την εμπιστοσύνη τους. Η Αιτήτρια, με την ένορκη δήλωση της, αφού αναφέρθηκε στη συνεργασία που είχε με την οικογένεια Κ. και που χρονολογείτο πολύ πριν την εργοδότησης της, ισχυρίστηκε ότι σαν υπάλληλος της Εργοδότριας Εταιρείας είχε πολλά και διάφορα καθήκοντα, που περιλάμβαναν τον καθαρισμό της αυλής και του καταστήματος, την παραγωγή και συσκευασία προϊόντων, την προώθηση των πωλήσεων στο κατάστημα αλλά κυρίως την εκτέλεση καθηκόντων ψήστριας και μαγείρισσας αφού έφτιαχνε και έψηνε πίτσες και άλλα φαγητά. Λόγω των πιο πάνω καθηκόντων, η παρουσία της στο Ταμείο ήταν εκ των πραγμάτων περιορισμένη αφού πήγαινε μόνο όταν υπήρχε ανάγκη ή της ζητείτο από τις εκεί υπεύθυνες για να βοηθήσει στην τοποθέτηση των προϊόντων στις τσάντες. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τα όσα της κατά-λόγισε ο μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε δέχθηκε παράπονα από πελάτες για άλλους υπαλλήλους και ότι σε καμία περίπτωση δεν είχε αυξημένα προνόμια και/ή ευθύνες έναντι των άλλων υπαλλήλων και/ή την ευθύνη ή την αρμοδιότητα να ελέγχει τους συναδέλφους της με οποιοδήποτε τρόπο. Ότι ουδέποτε καυγάδισε με συναδέλφους και/ή τη διεύθυνση για οποιονδήποτε θέμα, ότι εξυπηρετούσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους πελάτες, λαμβάνοντας και τους ανάλογους επαίνους, χωρίς ποτέ να δεχθεί από τη διεύθυνση την παραμικρή παρατήρηση για τη συμπεριφορά της. Δεν αρνήθηκε ότι λόγω των πολλών και παράλληλων υποχρεώσεων που είχε στο κατάστημα, ενδεχομένως υπήρχαν φορές που ζητούσε βοήθεια από την κοπέλα του ταμείου και πάντοτε όταν δεν επρόκειτο να εξυπηρετήσει πελάτες. Το γεγονός ότι οι δύο αλλοδαπές κοπέλες που ήταν υπεύθυνες για το ταμείο έκλεβαν, ήταν δυσάρεστη έκπληξη για όλους, καθώς ούτε και η ίδια είδε ή άκουσε οτιδήποτε το οποίο θα την οδηγούσε σε τέτοιο συμπέρασμα. Το γεγονός ότι οι εν λόγω υπάλληλοι εξέδιδαν αποδείξεις τις οποίες δεν έδιναν στους πελάτες, δεν αρνήθηκε ότι περιήλθε σε γνώση της. Σε μια μάλιστα περίπτωση, όταν η ίδια τις ρώτησε γι' αυτή τους την παράλειψη, δέχθηκαν παρατήρηση από τη σύζυγο του κ. Μ. Κ. που ήταν παρούσα. Η ίδια σε καμιά περίπτωση δεν συνέδεσε την πιο πάνω πρακτική των ταμειακών υπαλλήλων με το αδίκημα της κλοπής. Απορρίπτει τη θέση της άλλης πλευράς ότι αρνήθηκε να δώσει κατάθεση στην αστυνομία, σημειώνοντας ότι πρόκειται για ψευδή και παραπλανητικό ισχυρισμό, όπως επίσης απορρίπτει ως ψευδή τον ισχυρισμό του κ. Κ. ότι της προτάθηκε να μεταφερθεί σε άλλο τμήμα και αρνήθηκε. Τέλος ισχυρίζεται ότι στο κατάστημα λειτουργεί υπερσύγχρονο σύστημα παρακολούθησης και αναμένετο ότι τέτοιες ενέργειες ή παραλείψεις να γίνονταν αντιληπτές από τη διεύθυνση και όχι να αποδίδονται ευθύνες σε άλλα ανυποψίαστα άτομα. Αντεξεταζόμενη, απέρριψε τη θέση της άλλης πλευράς ότι αρνήθηκε να δώσει κατάθεση στην αστυνομία. Το γεγονός ότι έκλεβαν οι δύο κοπέλες επανάλαβε ότι ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψη της. Όταν πήγαινε στο Ταμείο έβλεπε τις αποδείξεις που κρέμονταν από την ταμειακή μηχανή και το ανέφερε στην πωλήτρια, χωρίς να λάβει απάντηση. Σε υποβολή ότι ούτε και η ίδια έδιδε αποδείξεις σε πελάτες όταν ήταν στο Ταμείο, η Αιτήτρια αρνήθηκε λέγοντας ότι πάντα έβαζε την απόδειξη στην τσαντούλα. Ανάλυση - Συμπεράσματα Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον κ. Μ. Κ. όσο και την Αιτήτρια να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Μέσα από τη μαρτυρία του κ. Κ. προκύπτει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η αποκάλυψη της παράνομης οικειοποίησης χρημάτων από δύο υπαλλήλους του ταμείου αποτέλεσε το έναυσμα για την Εργοδότρια Εταιρεία να απολύσει την Αιτήτρια λίγες μέρες μετά, για τους λόγους που επικαλείται στη σχετική επιστολή (Τεκ.2). Εξετάζοντας το μέρος αυτό της μαρτυρίας, οφείλουμε να παρατηρήσουμε, ότι οι επικαλούμενοι λόγοι τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με γενικό και αόριστο τρόπο χωρίς την προσκόμιση οποιωνδήποτε απτών, συγκεκριμένων στοιχείων που έτειναν να επιβεβαιώσουν και επαληθεύσουν τη θέση και τους ισχυρισμούς της Εργοδότριας Εταιρείας. Συγκεκριμένα, ο κ. Καλοπέσας, κατά την κυρίως εξέταση και αντεξέταση του, δεν προέβη σε οποιαδήποτε λεπτομερή αναφορά ως προς το πότε η Αιτήτρια εκδήλωσε την κατ' ισχυρισμό αντικανονική συμπεριφορά, τι αφορούσε η κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά και υπό ποιές συνθήκες εκδηλώθηκε. Περαιτέρω έχοντας υπόψη τα καθήκοντα της Αιτήτριας, ως αυτά προκύπτουν από τη σύμβαση εργοδότησης (Τεκ.2), ο εν λόγω μάρτυρας δεν έδωσε οποιεσδήποτε εξηγήσεις εάν τα όσα καταλόγισαν στην Αιτήτρια αποτελούσαν μέρος των καθηκόντων της. Η θέση της Αιτήτριας ότι δεν είχε οποιαδήποτε αυξημένα προνόμια ή ευθύνες έναντι των άλλων υπαλλήλων και ή την ευθύνη ή την αρμοδιότητα να ελέγχει τους συναδέλφους της, δεν έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση με οποιονδήποτε τρόπο και ούτε τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν το αντίθετο. Αυτό που προκύπτει από το συμβόλαιο και επιβεβαιώνεται από την αδιαμφισβήτητη επί του σημείου τούτου μαρτυρία της Αιτήτριας, είναι ότι εκτελούσε συγκεκριμένα καθήκοντα που περιορίζονταν στην ετοιμασία, συσκευασία και ψήσιμο φαγητών, καθαριότητα των χώρων του καταστήματος και παροχή βοήθειας στο ταμείο, που εκ των πραγμάτων ήταν περιορισμένη αφού στο ταμείο πήγαινε μόνο όταν υπήρχε ανάγκη ή ζητείτο από τις εκεί υπεύθυνες να βοηθήσει στην τοποθέτηση προϊόντων στις τσάντες. Κρίνουμε επομένως, ότι η Αιτήτρια δεν είχε το καθήκον να εποπτεύει και να ελέγχει την κίνηση του ταμείου ή τους υπαλλήλους που είχαν υπό την ευθύνη τους τις ταμειακές μηχανές. Άλλωστε, όπως παραδέχθηκε και ο κ. Κ., η διεύθυνση της Εταιρείας προνόησε και τοποθέτησε ειδικές κάμερες, οι οποίες κατέγραφαν όλες τις κινήσεις στο χώρο του καταστήματος και ιδιαίτερα το χώρο του ταμείου. Συνεπώς, υπό αυτές τις συνθήκες, έχοντας η Εργοδότρια Εταιρεία τον επιχειρηματικό κίνδυνο, όφειλε να ελέγχει το οπτικογραφημένο υλικό και να διαπιστώνει έγκαιρα τις οποιεσδήποτε ατασθαλίες ήθελαν προκύψει αντί να επιρρίπτει ευθύνες σε ανυποψίαστα πρόσωπα, που καμία ευθύνη είχαν να προβούν σε μια τέτοια διαδικασία ελέγχου. Γενικόλογη ήταν επίσης η αναφορά του κ. Κ. και επί των υπολοίπων ισχυρισμών του, τους οποίους φαίνεται να επικαλέστηκε για πρώτη φορά με τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα ότι ο Αιτήτρια δεχόταν παράπονα από πελάτες για άλλους υπαλλήλους και παρέλειπε να τα αναφέρει στη διεύθυνση, καυγάδιζε αδικαιολόγητα και χωρίς αιτία με συναδέλφους της και μιλούσε με έντονο ύφος στη διεύθυνση της Εταιρείας, ζητούσε βοήθεια από κοπέλες του ταμείου χωρίς να είναι αναγκαίο με αποτέλεσμα το ταμείο να μένει εκτεθειμένο και να μη γίνεται σωστή εξυπηρέτηση πελατών, αγνοούσε τις προτροπές για σωστή εξυπηρέτηση πελατών και δεν εφάρμοζε τα όσα διδασκόταν στα σεμινάρια. Οι εν λόγω ισχυρισμοί όχι μόνο δεν αναφέρονται στην επιστολή (Τεκ.2) και συνεπώς δεν αποτέλεσαν λόγους για την απόλυση της Αιτήτριας, αλλά ούτε και φαίνεται να της γνωστοποιήθηκαν ποτέ με οποιοδήποτε τρόπο ή να δέχθηκε για αυτούς οποιαδήποτε γραπτή ή προφορική παρατήρηση. Περαιτέρω, το παράπονο του μάρτυρα ότι η Αιτήτρια αρνήθηκε αρχικά να καταθέσει στην Αστυνομία και ότι κατέθεσε σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν ήδη είχε καταθέσει όλο το προσωπικό, δεν πιστεύουμε να διαφοροποιεί την όλη κατάσταση σε συνάρτηση με τα όσα ο ίδιος παραδέχθηκε στην αντεξέταση του, ότι σε καμιά περίπτωση δεν θεώρησε ότι η Αιτήτρια ήταν συνεργός στην υπόθεση της οικειοποίησης. Τέλος, η θέση του μάρτυρα ότι μετά από συζήτηση προτάθηκε στην Αιτήτρια να μεταφερθεί σε άλλο τμήμα της Εταιρείας, επίσης δεν επιβεβαιώνεται από οποιαδήποτε στοιχεία. Άλλωστε ένας τέτοιος ισχυρισμός, τον οποίο η Αιτήτρια απορρίπτει κατηγορηματικά και ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στις έγγραφες προτάσεις και στην επιστολή (Τεκ.2), δεν συνάδει ούτε με τους λόγους που η Εργοδότρια Εταιρεία επικαλείται για την απόλυση της Αιτήτριας και οι οποίοι ουσιαστικά αυτοαναιρούνται με την εν λόγω τοποθέτηση του μάρτυρα. Σε αντίθεση με τον κ. Κ., η μαρτυρία της Αιτήτριας ήταν θετική, φυσική και πειστική. Τα όσα ανέφερε βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση με την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία και σε καμία περίπτωση δεν τέθηκαν υπό δοκιμασία. Για όλα τα πιο πάνω η μαρτυρία του κ. Κ. κρίνεται αναξιόπιστη ενώ η μαρτυρία της Αιτήτρια αξιόπιστη. Αποδεχόμαστε, επομένως, ότι η μαρτυρία της Αιτήτριας αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετόν ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες (βλ. Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603 και Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Από τη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Στην Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302 επισημαίνεται το καθήκον του εργοδοτούμενου να υπακούει και να συμμορφώνεται με τις οδηγίες του εργοδότη του. Η προσφορά των υπηρεσιών του με τον τρόπο που απαιτεί ο εργοδότης αποτελεί το αντάλλαγμα για την πληρωμή του μισθού του. Εσκεμμένη ανυπακοή σε μια νόμιμη και λογική εντολή αποτελεί τέτοια περιφρόνηση η οποία δεικνύει πλήρη αδιαφορία για ένα ουσιώδη όρο της εργασιακής σχέσης - δηλαδή του όρου ότι ο εργοδοτούμενος οφείλει να υπακούει τις κατάλληλες εντολές του εργοδότη και αν δεν το κάνει αυτό η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου πλήττεται θεμελιωδώς. Στην Demstar Information Group Ltd v. Ανδρέα Αναστασιάδη
(2008)1Β ΑΑΔ 1146, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η επίμονη άρνηση του εργοδοτούμενου να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του εργοδότη του, συνιστά πλήγμα στην εμπιστοσύνη του εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο που θα δικαιολογούσε τον πρώτο να απολέσει την εμπιστοσύνη του για τον δεύτερο στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Η ανυπακοή του εργοδοτούμενου σε μια νόμιμη και λογική οδηγία, συνιστούσε, επίσης, περιφρόνηση και πλήρη αδιαφορία για τον τρόπο με τον οποίο ο εργοδότης ήθελε να εκτελείται η εργασία της εταιρείας, και έπληττε καίρια την εργασιακή τους σχέση. Στην KEM (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos
(1968)1 CLR 52 τονίστηκε ότι η σημασία της πειθαρχίας και σωστής συμπεριφοράς εκ μέρους των εργοδοτουμένων είναι οπωσδήποτε θεμελιώδης. Συναρτάται με την ίδια την επιτυχία ή αποτυχία της επιχείρησης. Το ερώτημα δε, μπορεί να τεθεί ως εξής: Αν γνώριζε ο εργοδότης ότι αυτή θα ήταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, θα συμφωνούσε να τον προσλάβει στην υπηρεσία του; Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing
(1981)1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.: «Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view». (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το σωστό επομένως κριτήριο, που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της απασχόλησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στη απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (Galatariotis Tele/cations Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550, L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014, ECLI:CY:AD:2014:A410, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφ. 103/2012 ημερ. 7.7.2017). Η νομολογία δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν αυτός καθεαυτό ικανός να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» ("a fair procedure") που κυρίως υποχρεώνει τον εργοδότη να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να συζητήσει με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Το δικαίωμα αυτό του εργοδοτούμενου διασφαλίζεται από το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85, το οποίο προνοεί ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην απόφαση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσής του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)] Όπως εντοπίζεται στην πρόσφατη απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018: «Με βάση τη νομολογία, λοιπόν, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή.» Ο εργοδότης προτού καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει επίσης να λάβει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περί-πτωση (the surrounding circumstances), συμπεριλαμβανομένων κι αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου. Τέτοιες περιστάσεις είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, κ.λ.π. (βλ. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, «Το δίκαιο της Καταγγελίας» 2η έκδοση σ.185). Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η Εργοδότρια Εταιρεία στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι η Αιτήτρια υπήρξε ένοχη ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή σοβαρού παραπτώματος και/ή αδικήματος, ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση των κανόνων εργασίας της και/ή του καθήκοντος της σε σχέση με την απασχόληση της και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επίσης κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την Εταιρεία, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Τονίζουμε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φώς των πιο πάνω νομολογιακών αρχών κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, με βάση τις περιστάσεις που τα περιβάλλουν, δεν κατάφερε να αποδείξει οποιοδήποτε λόγο που θα δικαιολογούσε την απόλυση της Αιτήτριας. Δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που ήθελαν καταδείξει την οποιαδήποτε αντιεργασιακή συμπεριφορά από μέρους της Αιτήτριας, ή ότι αυτή παραβίασε με οποιοδήποτε τρόπο τα συμβατικά της καθήκοντα ή επέδειξε οποιαδήποτε ηθελημένη ή κακόβουλη συμπεριφορά, η οποία στην κρίση του μέσου λογικού εργοδότη, μπορούσε να διαταράξει το κλίμα εμπιστοσύνης στη μεταξύ τους σχέση. Αντί-θετα με τους λόγους που επικαλείται η Εργοδότρια Εταιρεία για την απόλυση της Αιτήτρια, αβίαστα προκύπτει το συμπέρασμα ότι προσέδωσε στην Αιτήτρια ευθύνες για καθήκοντα που ουδέποτε της ανατέθηκαν. Επίσης οι διάφοροι ισχυρισμοί για ανάρμοστη συμπεριφορά της Αιτήτριας στο χώρο εργασίας ή κατά την εκτέλεση της εργασίας της, όχι μόνο δεν έχουν αποδειχθεί αλλά αντίθετα φαίνεται να προβλήθηκαν για πρώτη φορά με την παρουσία του κ. Καλοπέσα ενώπιον του Δικαστηρίου και συνεπώς δεν αποτελούσαν στοιχεία τα οποία η Εργοδότρια Εταιρεία είχε ενώπιον της κατά τον χρόνο της απόλυσης και στα οποία θα έπρεπε να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις της Αιτήτριας. Υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για 14 συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €200,30 εβδομαδιαίως. Επίσης από τα όσα η ίδια έθεσε ενώπιον μας κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 54 ετών. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της, τη διάρκεια της απασχόλησης της, τα ημερομίσθια της, την ηλικία της και την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως της επιδικάσουμε, υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €7.010,50 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 35 βδομάδων. Με βάση το άρθρο 9 του Νόμου, η Αιτήτρια δικαιούται επίσης σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι ποσό €1.602,40. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτρια και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για το συνολικό ποσό των €8.612,40 με νόμιμο τόκο από 21.12.2015 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, με νόμιμο τόκο από 21.12.2015 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Νεοφύτου, Μέλος Σ. Κούλας, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.