Α. Ε. ν. ERMES DEPARTMENT STORES PLC, προηγούμενα ονομαζόμενη ERMES DEPARTMENT STORES PUBLIC LTD, Αρ. Υπόθεσης: 157/2013, 27/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:44 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Νεοφύτου και Π. Κούμα, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 157/2013 Μεταξύ: Α. Ε. Αιτητής -και- ERMES DEPARTMENT STORES PLC, προηγούμενα ονομαζόμενη ERMES DEPARTMENT STORES PUBLIC LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 27η Ιουνίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Μ. Παναγίδης Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Ηλιάδης ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του βασίστηκε σε αστήριχτη και ή κατασκευασμένη και ή κακόβουλη καταγγελία και ή δικαιολογία, χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί. Επίσης ότι δεν του καταβλήθηκε φιλοδώρημα (bonus) για το 2012 και μέρος του για το 2011 το οποίο δικαιούται. Στη βάση αυτή αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία») τις ακόλουθες θεραπείες: (α) Καταβολή για τα έτη 2011 και 2012 φιλοδωρήματος (bonus) ύψους €8.210 το οποίο υπολογίστηκε ως δύο μηνιαίοι μισθοί και αποτελεί μέρος του μισθού του και το οποίο παράνομα δεν του καταβλήθηκε. (β) Αποζημιώσεις ύψους 2 ετών ημερομισθίων για παράνομη και παράτυπη απόλυση και/ή απώλεια σταδιοδρομίας και/ή καριέρας όπως προβλέπεται εκ του νόμου. (γ) Αποζημιώσεις για ηθική βλάβη και ταλαιπωρία και αποζημιώσεις για οποιαδήποτε άλλη ζημιά και βλάβη στα έννομα συμφέροντα του, συνεπεία της παράνομης απόλυσης του. (δ) Επαυξημένες τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή άλλες αποζημιώσεις. (ε) οποιαδήποτε άλλη θεραπεία θεωρήσει ορθή και δίκαιη το Σεβαστό Δικαστήριο. (Στ) Νόμιμο Τόκο (Ζ) Δικηγορικά έξοδα, έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους Εμφάνισης αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν καθ' όλα νόμιμος και δικαιολογημένος καθότι ο Αιτητής προέβαινε σε παράνομες δραστηριότητες οι οποίες περιλάμβαναν λήψη παράνομων προμηθειών από προμηθευτές, υπερχρεώσεις από προμηθευτές εν γνώση και σε συνεργασία με τον ίδιο, συνομωσία του Αιτητή με προμηθευτές για κατακύρωση σ' αυτούς συμβολαίων και την επιβολή υπερχρεώσεων στην Εταιρεία και ή εξαπάτηση της, αποστολή εμπιστευτικών πληροφοριών της Εταιρείας προς τους προμηθευτές και συνεργάτες, αποθήκευση ανήθικου περιεχομένου στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που χρησιμοποιούσε στην εργασία του κατά παράβαση ρητών κανόνων εργοδότησης και πολιτικής της Εταιρείας και συναφείς άλλες ενέργειες. Αναφορικά με την καταβολή φιλοδωρήματος είναι η θέση της Εργοδότριας Εταιρείας ότι εναπόκειτο στην αποκλειστική διακριτική της ευχέρεια, ότι δεν αποτελούσε όρο απασχόλησης του Αιτητή και ότι ουδεμία υποχρέωση είχε για την καταβολή του. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν ενόρκως ο Διευθυντής Εσωτερικού Ελέγχου του Ομίλου Εταιρειών Σιακόλα κ. Ρ. Γ. Ο Αιτητής υποστήριξε τη θέση του με τη δική του ένορκη μαρτυρία. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο, για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι ιθύνουσα εταιρεία του «Συγκροτήματος Ermes» και ασχολείται με χονδρικό και λιανικό εμπόριο. Άρχισε να δραστηριοποιείται από τις 31.12.2003, με την ανάληψη των εμπορικών δραστηριοτήτων της F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Limited. Ο Αιτητής κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργοδοτείτο από την Εργοδότρια Εταιρεία στη θέση του Διευθυντή Μάρκετινγκ. Συγκεκριμένα, τον Μάιο 1995 εργοδοτήθηκε από την εταιρεία Interamerican Insurance Co Ltd και ακολούθως, στις 2.9.1997, αποδέχθηκε γραπτή πρόταση εργοδότησης του από την F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd, στη θέση Διευθυντή Μάρκετινγκ. Στη γραπτή αυτή πρόταση (Τεκ.21) γίνεται ρητή αναφορά, ότι «Ο διορισμός σας θα έχει ισχύ από 2 Σεπτεμβρίου
- Σε ότι αφορά τυχόν μελλοντικά ωφελήματα τα οποία επηρεάζονται από χρόνια υπηρεσίας η προϋπηρεσία σας στην Interamerican θα λαμβάνεται υπόψη». Με επιστολή ημερ. 26.4.2004 (Τεκ.22), η Εργοδότρια Εταιρεία ενημέρωσε τον Αιτητή ότι λόγω αναδιοργάνωσης του Συγκροτήματος Woolworth, θα μεταφερόταν στην υπηρεσία της με τους ίδιους όρους, υποχρεώσεις και ωφελήματα και ότι η υπηρεσία του θα θεωρείτο συνεχής. Οι ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στο ποσό των €4.105 μηνιαίως (Τεκ.23). Στις 17.9.2012, αφού ο Αιτητής προσήλθε κανονικά στην εργασία του, βρήκε την πόρτα του γραφείου του κλειδωμένη. Ακολούθως ο κ. Λ. Β., ο οποίος εργαζόταν στο Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου, στην παρουσία του κ. Ν. W., εγγονού του κ. Ν. Σ., ζήτησε από τον Αιτητή όπως τους ακολουθήσει. Υπακούοντας στις οδηγίες του, τους ακολούθησε στη μικρή αίθουσα συνεδριάσεων, όπου εκεί συνάντησε τον κ. Γ. Μι. - υπάλληλο της Εταιρείας, ο οποίος του ανέφερε ότι ήθελε να τον δει ο κ. Σ. Ζητώντας εξηγήσεις από τους εν λόγω υπαλλήλους, του απάντησαν ότι δεν γνώριζαν τον λόγο, απλά τον ήθελε ο κ. Σ. Με την πάροδο περίπου μιας ώρα, αφού προσήλθε στο χώρο ο κ. Ρ. Γ., Επικεφαλής του Εσωτερικού Ελέγχου, μετέβηκαν μαζί στη μεγάλη αίθουσα συνεδριάσεων, όπου εκεί αντίκρισε τους κ.κ. Ν. Σ. - Εκτελεστικό Πρόεδρο, Γ. Α. - Διευθύνων Σύμβουλο, Μ. Η. - Δικηγόρο, Γ. Μ. - Εσωτερικό Νομικό Σύμβουλο, Γ. Π. - Οικονομικό διευθυντή και Ν. Κ. - Γενικό Διευθυντή. Επίσης, εκτός από τον Ρ. Γ. στην αίθουσα εισήλθαν οι Γ. Μ. και Ν. W. Αφού κάθισε ο Αιτητής, τον λόγο πήρε ο κ. Α. ο οποίος του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατείχαν στοιχεία για παράνομες ενέργειες του εις βάρος της Εταιρείες, περιλαμβανομένης της είσπραξης παράνομων προμηθειών από προμηθευτές που ανέρχονταν στο ποσό του €1.000.000 με €1.500.000 και ότι το θέμα καταγγέλθηκε στην Αστυνομία. Ακολούθως ο κ. Α. του ζήτησε το τηλέφωνο, που του είχε ανατεθεί για σκοπούς υπηρεσίας και του παρέδωσε επιστολή ιδίας ημερομηνίας (Τεκ.5), με την οποία τίθετο σε αναγκαστική άδεια. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής παραθέτουμε αυτούσιο: «Με την παρούσα επιβεβαιώνουμε ότι από σήμερα τίθεστε σε αναγκαστική άδεια μέχρι νεοτέρας ειδοποιήσεως ώστε να μπορέσει να διεξαχθεί και να ολοκληρωθεί έρευνα από την εταιρία για την ενδεχόμενη διάπραξη πειθαρχικών ή και ποινικών αδικημάτων, όπως σας εξηγήθηκε και προφορικά σήμερα το πρωί. Θα γίνει κάθε λογική προσπάθεια για την συντομότερη δυνατή ολοκλήρωση της έρευνας. Κατά την διάρκεια της απουσίας σας θα σας καταβάλλεται κανονικά ο μισθός σας. Για τους σκοπούς της έρευνας είναι αναγκαίο να παραδώσετε προσωρινά στην εταιρία το αυτοκίνητο, το τηλέφωνο και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που σας έχουν παραχωρηθεί για χρήση στην εργασία σας. Για σκοπούς ασφάλειας θα πρέπει επίσης να παραδώσετε τα κλειδιά πρόσβασης σας στις εγκαταστάσεις της εταιρίας.» Αυθημερόν ο τότε συνήγορος του Αιτητή κοινοποίησε επιστολή προς τον δικηγόρο της Εταιρείας (Τεκ.26), με αναφορά στις πληροφορίες που έλαβε από τον πελάτη του για την προρρηθείσα συνάντηση και τις θέσεις του ότι αρνείτο κατηγορηματικά την εμπλοκή του σε οποιαδήποτε πειθαρχική ή αξιόποινη πράξη, ότι πάντοτε ενεργούσε σωστά και με τρόπο συμφέρον προς την Εταιρεία και ότι ουδόλως αντιλαμβάνονταν για ποια ποινικά αδικήματα καταγγέλθηκε στην Αστυνομία. Στις 28.9.2012 ο Γ. Π., Οικονομικός Διευθυντής, κάλεσε τον Αιτητή σε αυθημερόν συνάντηση στα γραφεία της Εταιρείας. Ο Αιτητής εξέφρασε αδυναμία να παρευρεθεί λόγω απουσίας του δικηγόρου του. Ακολούθησε επιστολή του δικηγόρου της Εταιρείας προς τον τότε δικηγόρο του Αιτητή ημερ. 2.10.2012 (Τεκ.9), με την οποία τον ενημέρωνε ότι η έρευνα της Εταιρείας είχε καταδείξει ότι ο Αιτητής είχε υποπέσει σε σοβαρά πειθαρχικά και ποινικά αδικήματα ως και σε σοβαρές παραβιάσεις των κανονισμών εργοδότησης του και του ζητούσε όπως τον ενημερώσει κατά πόσον μπορεί ή επιθυμεί ο Αιτητής να παραστεί σε συνάντηση την Πέμπτη 4.10.2012, για να τοποθετηθεί επί των ευρημάτων της έρευνας. Σε απαντητική επιστολή ημερ. 3.10.2012 (Τεκ.28), ο δικηγόρος του Αιτητή αφού παρέθεσε τη θέση του πελάτη του αναφορικά με την επικοινωνία που είχε με τον κ. Π. στις 28.9.2012, σημείωσε ότι ο Αιτητής αγνοούσε παντελώς για ποιες κατηγορίες ή παραβάσεις αναφέρονταν και ζητούσε όπως τα γεγονότα και αδικήματα για τα οποία κατηγορείτο, τεθούν γραπτώς ώστε να έχει την ευκαιρία να τοποθετηθεί επ' αυτών. Το ίδιο αίτημα προέβαλε και με νέα υπενθυμητική επιστολή που απέστειλε την επομένη (Τεκ.29). Στις 4.10.2012 σε συνάντηση που έγινε στα γραφεία των δικηγόρων της Εταιρείας, παρουσία του κ. Μ. Η. και του τότε δικηγόρου του Αιτητή κ. Σ., του Αιτητή και των εκπροσώπων της Εταιρείας κ.κ. Π. και Γ. παραδόθηκε στον Αιτητή επιστολή απόλυσης ημερ. 28.9.2012 (Τεκ.10), το περιεχόμενο της οποίας επίσης παραθέτουμε αυτούσιο: «28 Σεπτεμβρίου, 2012 Κύριον Α. Ε. Λευκωσία Κύριε Ε., Σε συνέχεια της επιστολής της εταιρείας ημερομηνίας 17.9.2012 με την οποίαν είχατε τεθεί σε αναγκαστική άδεια, επιβεβαιώνουμε εγγράφως όσα σας έχουν αναφερθεί σήμερα το πρωί, δηλαδή ότι η έρευνα της εταιρείας έχει καταδείξει ότι έχετε υποπέσει σε σοβαρότατα παραπτώματα και/ή ποινικά αδικήματα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων σας και την συνεργασία σας με προμηθευτές υπηρεσιών προς την εταιρεία τα οποία, μεταξύ άλλων, έχουν προκαλέσει τεράστια οικονομική ζημιά στην εταιρεία. Επίσης, έχετε υποπέσει σε πειθαρχικά παραπτώματα στον χώρο της εργασίας σας και παραβάσεις των κανονισμών λειτουργίας της εταιρείας που είναι μέρος των όρων απασχόλησης σας. Τα πιο πάνω σας εξηγήθηκαν στην σημερινή συνάντηση με σκοπό τον σχολιασμό τους από εσάς γι' αυτό και δεν επαναλαμβάνονται στην παρούσα. Δυστυχώς δεν έχετε παράσχει ικανοποιητικές και/ή οποιεσδήποτε εξηγήσεις. Η εταιρεία, αφού εξέτασε όλα τα στοιχεία που προέκυψαν από τις έρευνες της δεν έχει άλλη επιλογή από τον άμεσο τερματισμό των υπηρεσιών σας. Συνεπώς, με την παρούσα, η εργοδότηση σας τερματίζεται με άμεση ισχύ. Οποιαδήποτε εκ του νόμου ωφελήματα σας θα σας καταβληθούν. Η εταιρεία επιφυλάσσει πλήρως όλα της τα νόμιμα δικαιώματα για τις ζημιές και την απώλεια που οι πράξεις σας έχουν προκαλέσει σ' αυτήν και τις οποίες θα διεκδικήσει δικαστικά. Γ. Α. Εκτελεστικός Πρόεδρος» Καταθέτοντας ο κ. Γ. ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής ως υπεύθυνο του τμήματος marketing, είχε υπό τον έλεγχο του ετήσιο προϋπολογισμό που ανερχόταν στα €3.000.000 περίπου (Τεκ.1-2). Ότι στις 13.9.2012 του διαβιβάστηκε πληροφορία από τον κ. Ν. W., την οποία έλαβε από την κα Α. Τ., κόρη του κ. Σ. Τ., πραγματικού ιδιοκτήτη της Red Elephant Printing House Ltd (στο εξής «R.E.»), ότι ο κ. Ν.Π., μέτοχος και μοναδικός διευθυντής της εν λόγω εταιρείας, ήθελε να τους ενημερώσει για ονόματα και γεγονότα αναφορικά με 'μίζες' που λάμβανε στέλεχος της Εργοδότριας Εταιρείας από την R.E. με αντάλλαγμα την ανάθεση εργασιών. Σε συνάντηση που έγινε την επομένη, ο κ. Π. τον πληροφόρησε προφορικά για μίζες που λάμβανε για σειρά ετών ο Αιτητής από τον συνέταιρο του Σ. Τ. τις οποίες υπολόγισε στις €800.000 με €1.000.000 περίπου. Μετά από αίτημα του μάρτυρα στις 15.9.2012 συναντήθηκε ξανά με τον κ. Π. ο οποίος του παρέδωσε γραπτή δήλωση (Τεκ.3), εξηγώντας του προφορικά το περιεχόμενο της, καθώς και συγκεκριμένα στοιχεία, όπως (α) ηλεκτρονικό υπολογιστή της Red Elephant (tower) με όλο το ηλεκτρονικό και λογιστικό αρχείο της περιόδου 2003-2011, (β) τυπωμένα αρχεία με πρωτότυπες αναλυτικές καταστάσεις όλων των τραπεζικών λογαριασμών της R.E. με τη Λαϊκή Τράπεζα για την περίοδο 2003-2011, (γ) πρωτότυπες τραπεζικές αποδείξεις ανάληψης μετρητών από λογαριασμούς της R.E. για πληρωμή προφανώς παράνομων μιζών προς τον Αιτητή με χειρόγραφη ανάλυση των ποσών για σκοπούς λογιστικής καταχώρησης τους από τον λογιστή της R.E.. Από τις εξηγήσεις που του έδωσε, για τις μίζες αναγράφονταν ως κωδικός τα ονόματα '[ ]' ή '[ ]' ή '[ ]', (δ) διάφορα άλλα ονόματα και στοιχεία συνεταίρων της R.E. για σύγκριση των υπέρογκων, όπως διεφάνη, τιμών που χρεωνόταν η Εργοδότρια Εταιρεία σε σχέση με τις κανονικές τιμές αγοράς που έπρεπε να χρεώνεται. Στις 16.9.2012 διεξήχθη έρευνα στο γραφείο του Αιτητή από κλιμάκιο της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου (στο εξής «Δ.Ε.Ε.») μετά από οδηγίες του Προέδρου του Ομίλου, τον οποίο κράτησε ενήμερο, όπου λήφθηκαν διάφορα αντικείμενα και στοιχεία. Την επομένη το πρωί αφού προηγήθη συνάντηση παρουσία όλης της εκτελεστικής διεύθυνσης της Εταιρείας και των ιδιοκτητών, στις 9:30πμ κλήθηκε ο Αιτητής στην κυρίως αίθουσα συνεδριάσεων όπου για πρώτη φορά του εξηγήθηκε από τον Πρόεδρο του ομίλου ο λόγος της συνάντησης, δηλαδή ότι υπήρχαν σοβαρές καταγγελίες εις βάρος του για καταδολίευση και ενέργειες που ζημίωσαν την Εταιρεία και κατ' επέκταση τους μετόχους. Του ζητήθηκε όπως δώσει τις δικές του εξηγήσεις και τοποθετηθεί επί των καταγγελιών που υπήρχαν. Ο Αιτητής αντιδρώντας νευρικά αρνήθηκε τα πάντα λέγοντας ότι δεν είχε καμία ανάμειξη με τις καταγγελίες και ότι ο ίδιος ποτέ δεν είχε χρήματα, πόσο μάλλον τα ποσά για τα οποία έγινε αναφορά. Αφού του επεξηγήθηκε η σοβαρότητα της κατάστασης και του δόθηκε χρόνος 30 λεπτών να το σκεφθεί και να επανατοποθετηθεί, θέτοντας τρόπους αποζημίωσης της Εταιρείας σε περίπτωση που ευσταθούν οι καταγγελίες, ο Αιτητής επέμεινε στην αρχική του θέση λέγοντας ότι δεν τίθετο θέμα προς συζήτηση. Επίσης του ανακοινώθηκε η πρόθεση τους να προχωρήσουν σε έρευνα και καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι με την αποχώρηση του Αιτητή, μετέβη μαζί με τον Γ. Π. στο Γραφείο Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος (ΓΔΟΕ) όπου προέβησαν σε γραπτή καταγγελία της υπόθεσης, παραδίδοντας και όλα τα αντικείμενα και στοιχεία που προσκόμισε ο Ν. Π. ως και αυτά που λήφθηκαν από το γραφείο του Αιτητή. Ότι, μετά από αίτημα του ΓΔΟΕ, ετοίμασε και παρέδωσε σ' αυτούς συγκριτικό πίνακα με όλες τις ημερομηνίες και στοιχεία πληρωμών της Εταιρείας προς την R.E. για σκοπούς διακρίβωσης των ισχυρισμών του Ν. Π. (Τεκ.6). Επίσης στις 28.9.2012 ο κ. Γ. Π. κάλεσε τηλεφωνικώς τον Αιτητή σε συνάντηση στα γραφεία της Εταιρείας για να γίνει αναφορά επί των μέχρι τότε ευρημάτων και ότι ο Αιτητής αρνήθηκε λόγω απουσίας του δικηγόρου του. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι στην συνάντηση που έγινε στα γραφεία των Δικηγόρων της Εταιρείας στις 4.10.2012, παρουσία του Αιτητή και του τότε Δικηγόρου του, των Μ. Η., Μ. Π. και του ιδίου, αναφέρθηκαν στον Αιτητή τα ευρήματα και οι απορίες που υπήρχαν, ζητήθηκαν εξηγήσεις και επισημάνθηκε σ' αυτόν ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή αρνήθηκε να συνεργαστεί. Ο δικηγόρος του Αιτητή απάντησε ότι οι κατηγορίες ήταν γενικόλογες και θα έπρεπε να είχαν τεθεί γραπτώς στον Αιτητή. Ακολούθως, μαζί με τα προσωπικά αντικείμενα του, του δόθηκε η επιστολή απόλυσης ημερ. 28.9.2012 και επιταγές για τα δεδουλευμένα του μέχρι την 4.10.2012 πλην του ταμείου προνοίας. Επισήμανε ότι οι λόγοι που αποτυπώνονται στην εν λόγω επιστολή προέκυψαν μετά από έρευνα που προέβη ο ίδιος και το τμήμα του μετά την καταγγελία του Ν. Π. και ότι η έρευνα αυτή περιέλαβε τον λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εργασίας του Αιτητή, του οποίου τα δεδομένα βρίσκονται στους servers της Εταιρείας και ανήκουν σ' αυτή. Επισήμανε επίσης ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου φέρουν στην κορυφή της σελίδας το όνομα του χρήστη από τον υπολογιστή του οποίου έχουν εκτυπωθεί. Ότι από την έρευνα προέκυψαν και πρόσθετα στοιχεία πέραν της καταγγελίας Π. που αφορούσαν αλληλογραφία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ του Αιτητή και 'επιλεγμένων' συνεργατών όπως του Σ. Τ. και άλλων στους οποίους προωθούσε εμπιστευτικές εσωτερικές πληροφορίες και αλληλογραφία του Ομίλου και της Εταιρείας ή στελεχών της, ως επίσης και επανειλημμένη αποστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου άσεμνου και αισχρού υλικού, τόσο εντός όσο και εκτός της Εταιρείας. Προς επιβεβαίωση της θέσης του έθεσε ως τεκμήρια εκτός από τον κώδικα επιχειρηματικής συμπεριφοράς (Τεκ.11), δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων με επισυνημμένα αρχεία (φωτογραφίες) που ανευρέθηκαν στο ταχυδρομείο του Αιτητή (Τεκ.16) καθώς και USB με αρχείο βίντεο όπου φαίνεται, με βάση τους ισχυρισμούς του, να κατέγραψε ο Αιτητής στη διάρκεια συνάντησης με εξωτερική συνεργάτιδα της Εταιρείας και παρουσιάζει βιντεοσκόπηση του κάτω μέρους του σώματός της (Τεκ.17). Ότι από την έρευνα στο λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εργασίας του και των μηνυμάτων που υπήρχαν στους servers της Εταιρείας ανακαλύφθηκαν e-mails τα οποία σαφώς καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής απέστελλε εμπιστευτικές πληροφορίες της Εταιρείας ή ανταγωνιστών της R.E. και άλλων, προφανώς για να τους προσδώσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις δοσοληψίες τους με την Εταιρεία [Τεκ.18(α-ε)]. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι στο διάστημα που μεσολάβησε από την καταγγελία του Ν. Π. και μέχρι την απόλυση του Αιτητή προέβηκαν σε σύγκριση τιμολογίων υπεργολάβων προς R.E. με χρεώσεις της R.E. προς την Εταιρεία και διαπίστωσαν τεράστιες υπερχρεώσεις που έφθαναν και το 300%. Ενδεικτικά σημείωσε ότι υπήρχαν περιπτώσεις ύπαρξης δύο μεσαζόντων από τον πραγματικό εκτυπωτή μέχρι την παράδοση της τελικής εργασίας στην Εταιρεία. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην εταιρεία Lithocare, για την οποία ισχυρίστηκε ότι διαπιστώθηκε και επιβεβαιώθηκε στον ίδιο από το υπεύθυνο της, Σ. Μ., ότι της ανατίθεντο τέτοιες εκτυπωτικές εργασίες και ότι αυτή με τη σειρά της μη έχουσα εκτυπωτικά μηχανήματα τα ανάθετε σε τρίτους. Προς υποστήριξη της θέσεως του κατάθεσε κατάσταση που ο ίδιος ετοίμασε με τις τιμολογήσεις της εν λόγω εταιρείας στην R.E. (Τεκ.12). Επίσης, ότι στο ίδιο διάστημα έγινε έλεγχος δείγματος τιμολογίων που εγκρίνονταν από το τμήμα marketing καθώς και τιμολογίων που αφορούσαν άλλα τμήματα της Εταιρείας όπου διεφάνη ότι δια τα ίδια πράγματα χρεώνονταν ψηλότερες τιμές στο τμήμα του Αιτητή, ο οποίος ενέκρινε τα πάντα. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι πέραν της αρχικής έρευνας από τον Σεπτέμβριο και μέχρι τον Δεκέμβριο του '12 διενήργησαν διευρυμένο έλεγχο τιμολογίων, αρχίζοντας από τον Μάρτιο του 2005 που ξεκίνησε η συνεργασία με την R.E., όπου επιβεβαιώθηκαν οι ισχυρισμοί του Ν. Π. Για να προβεί σε σύγκριση μεταξύ προσφορών και χρεώσεων ζήτησε και έλαβε τιμές από εκτυπωτικά γραφεία. Επίσης έγινε διαχωρισμός τιμολογίων που αφορούσαν και εγκρίνονταν από το τμήμα του Αιτητή καθώς και τιμολογίων που αφορούσαν άλλα τμήματα της Εταιρείας για επιβεβαίωση των ισχυρισμών του Ν. Π., ότι για τα ίδια πράγματα χρεώνονταν ψηλότερες τιμές στο τμήμα του Αιτητή ο οποίος ενέκρινε τα πάντα και πλην ελαχίστων περιπτώσεων δεν ζητούσε προσφορές από άλλες εταιρείες ως όφειλε και ανέθετε τις εργασίες απευθείας στην R.E. σε αντίθεση με το τμήμα Operation που λάμβανε προσφορές και από άλλους εκτυπωτές πριν την κατακύρωση των εργασιών. Μέχρι τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσα τιμολόγια είχε ελέγξει καθώς το πιο σημαντικό για τους ίδιους ήταν να δουν ένα δείγμα αυτών των τιμολογίων. Παρουσιάζοντας σειρά τιμολογίων ισχυρίστηκε ότι ήταν μέρος των αρχικών τιμολογίων της R.E. προς την Εταιρεία που χρησιμοποίησαν τις πρώτες δυο τρεις μέρες κάνοντας συγκρίσεις τιμών για ίδια αντικείμενα ή υπηρεσίες μεταξύ δύο τμημάτων [Τεκ.13(1-9)]. Ισχυρίστηκε, ότι από την αναλυτική σύγκριση χρεώσεων τιμολογίων από το 2004 - 2012, με τιμές που λήφθηκαν από ανταγωνιστές σε σύνολο 33,000 τιμολογίων συνολικής αξίας €8.000.000, προέκυψαν υπερχρεώσεις πέραν των €4.000.000 προς την Εταιρεία, κάτι που προκύπτει από τον σχετικό πίνακα (Τεκ.14) που είναι το αποτέλεσμα της εργασίας που έγινε από τον Σεπτέμβριο μέχρι Δεκέμβριο
- Σημείωσε τέλος ότι η R.E. φαίνεται να σταμάτησε τη συνεργασία της με την Εταιρεία προς τα τέλη του 2011 και ότι όλες οι εκτυπωτικές εργασίες ανατίθεντο από το τμήμα marketing στην οντότητα με την επωνυμία 'Apikonisi' η οποία φαίνεται να ανήκε στην Εταιρεία Panoma Ltd της οποίας πραγματικός ιδιοκτήτης ήταν ο Σ. Τ., γεγονός που καθώς είπε, επιβεβαιώνεται από email του προς τον Αιτητή (Τεκ.19). Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι η μισθοδοσία, ακόμα και του ιδίου, χωρίζεται σε μηνιαίο μισθό και φιλοδώρημα που αποτελεί μέρος των μισθολογικών απολαβών τους. Για τα όσα λέχθηκαν στη συνάντηση ημερ. 17.9.2012 παραδέχθηκε ότι τηρήθηκαν επίσημα πρακτικά τα οποία ωστόσο δεν τεθήκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης ότι ο Αιτητής ουδέποτε κλήθηκε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία. Ενώ ισχυρίστηκε ότι πέρασαν τεράστιο αριθμό εγγράφων, τουλάχιστον 40.000 και ότι τα στοιχεία που βρήκαν ήταν αρκετά για να αποφασίσουν αν θα προχωρήσουν σε καταγγελία στην Αστυνομία, ερωτηθείς ποια είναι τα τιμολόγια που βρήκαν εκείνη την περίοδο των τριών ημερών που επιβεβαίωναν την καταγγελία Π., αναφέρθηκε σε δείγμα τιμολογίων που είδαν μέχρι τις 17.9.2012, μέρος του οποίου, χωρίς να είναι σίγουρος ήταν τα τιμολόγια [Τεκ.13(1-9)] και ότι η διερεύνηση συνεχίστηκε μέχρι την απόλυση του Αιτητή. Ότι η διερεύνηση που έκαναν στηρίχθηκε στα όσα τους ανέφερε ο κ. Π., περί διαφορετικής χρέωσης για το ίδιο πράγμα σε δύο διαφορετικά τμήματα της Εταιρείας και στα τιμολόγια τα οποία τους προσκόμισε. Ενώ ισχυρίστηκε ότι η αντιπαραβολή των τιμολογίων έγινε με τη βοήθεια των ανθρώπων που αναφέρονται στο κάθε τιμολόγιο, όταν του παρουσιάστηκε το Τεκ.13
(3)και ερωτήθηκε ποιου ήταν η υπογραφή που έφερε το εν λόγω έγγραφο, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, λέγοντας ότι δεν θυμάται. Για το περιεχόμενο του Τεκ.13
(3)ενώ του υποβλήθηκε ότι υπήρχε διαφορά στα υλικά και στην τιμή που περιγράφονται στα δύο τιμολόγια, ο μάρτυρας διαφώνησε, ισχυριζόμενος ότι δεν βασίστηκαν αποκλειστικά στις περίγραφες που έδινε η R.E., αλλά στις μαρτυρίες των ανθρώπων που τα παραλάμβαναν, που εργάζονταν εκεί, καθώς ο ίδιος από τη θέση του δεν μπορούσε να γνωρίζει. Ενώ ανέφερε ότι είχε ολόκληρη ομάδα που δούλευε πάνω σ' αυτά τα τιμολόγια, σε ερώτηση πότε έγινε αυτή η ομάδα ανέφερε ότι έγινε στις 17 του μήνα και ότι από τις 14.9.2012 είχε στα χέρια του τιμολόγια που του προσκόμισε ο κ. Π. τα οποία διερεύνησε μαζί με ένα ακόμη ειδικό λειτουργό του τμήματος. Σε υποβολή ότι σε σχέση με τα Τεκ.13(1-9) υπήρχε διαφοροποίηση στις τιμές γιατί υπήρχε διαφοροποίηση των υλικών, ο μάρτυρας διαφώνησε. Ακολούθως ανέφερε ότι από τα τιμολόγια δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ξεκάθαρα αν ήταν το ίδιο υλικό ή όχι και ότι αυτό έγινε μέσα από exercise κατά τη διάρκεια της διερεύνησης. Ότι το μέγεθος δεν αλλάζει την τιμή μονάδας και τούτο φαίνεται από τις προσφορές που είχαν από τη συγκεκριμένη εταιρεία. Για τη συνάντηση στις 4.10.2012, ισχυρίστηκε ότι η συζήτηση που έγινε ήταν επί των κυρίων ευρημάτων που προέκυψαν μέχρι εκείνη τη στιγμή, δηλαδή ότι αφορά της θέμα τα καταγγελίας του κ. Π. και ότι είχαν μαζί τους δείγματα με ερωτήσεις για να τους δοθούν εξηγήσεις επί των διαφόρων emails που στάλθηκαν από την ηλεκτρονική διεύθυνση του Αιτητή. Ότι δόθηκε επιγραμματικά περιγραφή του εύρους των ευρημάτων τους, χωρίς όμως να υπάρχει διάθεση να μπουν σε λεπτομέρειες καθώς η θέση του συνηγόρου του Αιτητή ήταν όπως όλα δοθούν γραπτώς, ώστε και η πλευρά τους να δώσει γραπτώς τις θέσεις της, κάτι που δεν ακολούθησαν κατόπιν συμβουλής του νομικού τους συμβούλου αλλά και με βάση την πρακτική της Εταιρείας. Ότι δεν παρουσίασαν τα ηλεκτρονικά μηνύματα που είχαν μαζί τους, ότι οι ίδιοι πήγαν με πρόθεση να συζητήσουν και να παρουσιάσουν λεπτομερώς τα ευρήματα τους και να λάβουν τη θέση του Αιτητή που ήταν υπό διερεύνηση. Γι' αυτό πήγαν με τέσσερα box files. Από πλευράς του Αιτητή δεν υπήρχε διάθεση ούτε πρόθεση να γίνει ανάλυση των ευρημάτων, καθώς η απαίτηση ήταν να τοποθετηθούν γραπτώς από προηγουμένως, που δεν είναι η πρακτική που ακολουθεί η Εταιρεία. Ομολόγησε ότι το τελικό πρόσταγμα για την απόλυση του Αιτητή το είχε ο διευθύνων σύμβουλος, ότι γνώριζαν από προηγουμένως ότι ο Αιτητής δεν θα τοποθετείτο επί των ευρημάτων αν αυτά δεν του δίνονταν γραπτώς και ελλείψει σημαντικής δικαιολογίας η απόφαση για απόλυση ήταν δεδομένη. Ομολόγησε επίσης ότι δεν είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν απευθείας με τον Αιτητή και ότι μιλούσε μόνο ο νομικός. Περαιτέρω, ενώ παραδέχθηκε ότι στη συνάντηση ημερ. 17.9.2012 δεν έγινε καμιά αναφορά στον Αιτητή σε σχέση με τις εμπιστευτικές πληροφορίες και το κατ' ισχυρισμό πορνογραφικό υλικό και ότι για το τελευταίο ο Αιτητής ήταν λήπτης και αποστολέας εντός και εκτός Εταιρείας όπως και άλλοι υπάλληλοι, οι Χ. και . ερωτηθείς αν αυτοί απολύθηκαν, αρκέστηκε να πει ότι σήμερα δεν είναι μαζί τους. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά την υποβολή που δέχθηκε ότι ήταν πρακτική της Εταιρείας να αποστέλλονται πληροφορίες σε τρίτους για να παίρνουν καλύτερες τιμές, σε νέα υποβολή ότι η Εταιρεία συνεχίζει τη συνεργασία της με τους παραλήπτες των εμπιστευτικών πληροφοριών αρκέστηκε να πει ότι δεν γνωρίζει σήμερα γιατί οι οδηγίες που είχαν τότε ήταν να μην συνεργάζονται. Διευκρίνισε ότι ο πίνακας (Τεκ.20) αφορά σύγκριση των χρεώσεων από την P.K. Novel Zone Ltd σε σχέση με τιμές που έλαβαν εκείνη την περίοδο, μετά από προκήρυξη προσφορών. Δε απέκλεισε το γεγονός οι τιμές να λήφθηκαν μετά που έφυγε ο Αιτητής. Ο Αιτητής, στη γραπτή δήλωση του, αφού αναφέρθηκε αρχικά στα επαγγελματικά του προσόντα, τη σταδιοδρομία, την περίοδο απασχόλησης του, τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του από τη θέση που κατείχε, ως και τη μισθοδοσία του, ισχυρίστηκε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εργοδότησης του εκτελούσε τα καθήκοντα του με εξαιρετικό ζήλο, επιτυχία και πλήρη σεβασμό στις υποχρεώσεις του, διατηρώντας άριστες σχέσεις με το υπόλοιπο προσωπικό. Αναφερόμενος στα γεγονότα που οδήγησαν στο τερματισμό της απασχόλησης του, ισχυρίστηκε ότι κατά τη συνάντηση που είχε στις 17.9.2012 με στελέχη της Εταιρεία με έκπληξη διαπίστωσε ότι απούσα ήταν η κα Ε. Σ., άμεση προϊσταμένη του. Πριν προλάβει να καθίσει, το λόγο πήρε ο κ. Α., ο οποίος με έντονο ύφος του ανέφερε ότι κατέχουν στοιχεία ότι καρπώθηκε από προμήθειες το ποσό των €1 εκ - €1,5 εκ, χωρίς άλλες εξηγήσεις και ότι για το λόγο αυτό είχε ήδη γίνει καταγγελία στην Αστυνομία. Αμέσως μετά του ζητήθηκε με επιθετικό τρόπο το τηλέφωνο του, το οποίο παρέδωσε χωρίς δεύτερη σκέψη. Στην προσπάθεια του να μιλήσει βρήκε 'ώτα μη ακουόντων', μιας και ο κ. Σ., χωρίς να του απευθύνει το λόγο ζήτησε από τον κ. Η. να τον διώξει γιατί δεν ήθελε, όπως ανέφερε, να ακούει βλακείες. Αφού του παραδόθηκε η επιστολή ημερ. 17.9.2012 (Τεκ.5), ακολούθως, χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να εξηγήσει οτιδήποτε, οι κ.κ. Γ. Μ. και Λ. Β., του Εσωτερικού Ελέγχου, τον συνόδευσαν μέχρι το γραφείο του όπου του ζήτησαν να μαζέψει όλα τα προσωπικά του αντικείμενα, κάτι που έπραξε στην παρουσία και υπό τον έλεγχο τους, γεγονότα που καθώς ισχυρίζεται επιβεβαιώνονται από την επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 17.9.2012 (Τεκ.26). Ήταν η θέση του ότι για πρώτη φορά έλαβε γνώση του περιεχομένου της δήθεν «μαρτυρίας» εναντίον του, επί της οποία βασίστηκε η καταγγελία στην Αστυνομία, όταν άρχισαν οι δικαστικές διαδικασίες και εκεί αντιλήφθηκε ότι βασίστηκε στις παντελώς ανυπόστατες δηλώσεις του Ν. Π., χωρίς περαιτέρω έρευνα και χωρίς να δοθεί στον ίδιο η ευκαιρία να τοποθετηθεί πριν τεθεί σε διαθεσιμότητα. Σαν τρανό δε παράδειγμα των τετελεσμένων αποφάσεων της Εργοδότριας Εταιρείας έθεσε την επιστολή απόλυσης ημερ. 28.9.2012 που του παραδόθηκε στις 4.10.2012, και που καταδεικνύει, κατά τον ίδιο, με εμφαντικό τρόπο το ειλημμένο της απόφασης. Για να επιβεβαιώσει τη θέση του, ότι η Εταιρεία είχε προ πολλού λάβει την απόφαση απόλυσης του, χωρίς να ακούσει τη δική του εκδοχή, έθεσε τις δύο επιστολές του δικηγόρου του προς τον δικηγόρο της Εταιρείας ημερ. 3.10 2012 και 4.10.2012 με τις οποίες ζητούσε όπως τα γεγονότα και αδικήματα με τα οποία κατηγορείτο τίθεντο συγκεκριμένα και γραπτώς ώστε να μπορέσει να τοποθετηθεί με τον ίδιο τρόπο αν το επιθυμούσε, καθώς μέχρι εκείνη τα στιγμή, αγνοούσε πλήρως σε πια γεγονότα και παραβιάσεις αναφέρονταν (Τεκ.28 και 29). Ο Αιτητής αναφέρθηκε εισέτι σε γεγονότα που δεν λήφθηκαν υπόψη από την Εργοδότρια Εταιρεία και συγκεκριμένα σε έρευνα που έγινε το 2009 από τη Δ.Ε.Ε. με αφορμή ένα μεγάλο όγκο τιμολογίων του Operations χωρίς δικαιολογητικά, όπου κατέδειξε την ορθότητα όλων των τιμολογίων που αφορούσαν το τμήμα του, τη σωστή τιμολόγηση και τη σωστή τήρηση κωδικοποίησης για έλεγχο. Πρόσθετα αναγνωρίστηκε ο προβληματικός τρόπος διαχείρισης και έλεγχου των τιμολογίων που αφορούσαν το Operations Department, καθώς το 90% των προβληματικών τιμολογίων αφορούσε δουλειά που έγινε από τη R.E. στο εν λόγω τμήμα. Επίσης σε σύγκριση προμηθευτών η R.E. κατέδειξε ότι σε συνολικό επίπεδο ήταν ο πιο φτηνός. Ισχυρίστηκε δε, ότι παρόλα αυτά η συνεργασία με την R.E. και αργότερα Apikonisi συνεχίστηκε απρόσκοπτα, όπως και η συνεργασία που είχε η κα Ε. Σ. απευθείας μαζί τους (Τμήμα Καλλυντικών). Θέτοντας ως αβάσιμα τα όσα αποδίδονται ως πληροφορίες από τον Ν. Π. και επί των οποίων η Εταιρεία στήριξε την απόφαση της, σημείωσε ότι ποτέ δεν του δόθηκε η ευκαιρία να απαντήσει σ' αυτούς τους αβάσιμους ισχυρισμούς. Για το ιστορικό της συνεργασίας με την R.E. ανέφερε ότι άρχισε το 2003, μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους με τον μέχρι τότε προμηθευτή τους Arnold Printings τέσσερεις μέρες πριν την έναρξη της μεγαλύτερης μέχρι εκείνη τη στιγμή προωθητικής ενέργειας τους, με την ονομασία 'Surprise Promotion'. Ευρισκόμενοι σε απόγνωση και δύσκολη θέση, δύο μέρες πριν την έναρξη ζήτησε από το διαφημιστικό γραφείο Partners, όπως εξεύρουν νέο προμηθευτή που θα μπορούσε στα στενά αυτά περιθώρια να υλοποιήσει την προωθητική τους ενέργεια. Εν τέλει τον ενημέρωσαν ότι βρέθηκε γραφείο, αναφέροντας του τον Σ. Τ.και την R.E. Μη έχοντας άλλη επιλογή, έδωσε το πράσινο φως και δικαιώθηκε πλήρως γι' αυτή του την επιλογή, πετυχαίνοντας ρεκόρ πωλήσεων και κέρδους. Για τις 'υπερχρεώσεις τιμολογίων' που εντόπισε ο κ. Γ., μελετώντας τιμολόγια για το τμήμα του και το τμήμα Operation, είναι η θέση του ότι διεφάνη ξεκάθαρα ότι προέβαινε σε συγκρίσεις ανόμοιων αντικειμένων και ότι αυτή η σύγκριση ήταν προδήλως κακόπιστη. Επισήμανε δε, ότι το σημαντικότερο είναι ότι σ' όλα τα τιμολόγια υπάρχει η υπογραφή της Ε. Π. - υφιστάμενης του, κάτι που δεν φάνηκε να προβλημάτισε την Εταιρεία. Η διαδικασία έγκρισης τιμολογίων, απαιτούσε έλεγχο από τον Marketing Officer βάσει τιμοκαταλόγου εκτέλεσης εργασίας και κωδικοποίησης και όχι από τον ίδιο. Ακολούθως πήγαιναν τα τιμολόγια κοντά του για υπογραφή. Ισχυρίστηκε ότι το τμήμα Marketing ήταν το μοναδικό τμήμα του Ομίλου που ακολουθούσε την κατά τα άλλα χρονοβόρα διαδικασία η οποία όμως εξασφάλιζε την όσο το δυνατό καλύτερη διαφάνεια στις συναλλαγές και στον οποιοδήποτε έλεγχο ήθελε δημιουργηθεί. Για τη 'διαρροή πληροφοριών' ισχυρίστηκε ότι πάγια τακτική της Εταιρείας ήταν η παροχή πληροφοριών σε συνεργάτες της, μέσα στα πλαίσια εξάσκησης πίεσης και ή παροχής πληροφοριών ένθεν και ένθεν για εξασφάλιση κέρδους. Θέτοντας κάποια παραδείγματα ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι στην περίπτωση Λ. /SPP Media, η διαρροή αποσκοπούσε στη λήψη πληροφοριών για ανταγωνιστή τους στον καλλυντικό τομέα, σημειώνοντας ότι σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον χρειάζεται να δώσεις για να πάρεις. Το να παρέχεις μια πληροφορία για να πάρεις κάτι σημαντικό, είναι μέσα στο παιχνίδι και δεν τίθεται θέμα διαρροής αλλά χρηστής διαχείρισης πληροφοριών. Σημείωσε επίσης ότι παρόλο που η Εταιρεία παρουσίασε ως τεκμήριο την υποτιθέμενη σχέση του με την Niche και SPP Media, συνεχίζει να συνεργάζεται και με τις δύο εταιρείες μέχρι σήμερα. Για την 'Κυκλοφορία άσεμνου υλικού' ισχυρίστηκε ότι δεν γινόταν μαζικά αλλά σε συγκεκριμένα άτομα, με τα οποία είχε φιλική σχέση και περιλάμβανε και άλλα άτομα πέραν αυτών που έχουν παρουσιάσει. Κανένας όμως απ' αυτούς δεν έχει απολυθεί. Επίσης ουδέποτε τέθηκε από την Εταιρεία προς τον ίδιο αυτό το ζήτημα κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του. Για τις 'προσφορές' είναι η θέση του ότι δεν υπήρχε καμία εγκύκλιος που υποχρέωνε τον οποιοδήποτε να βγαίνει σε προσφορές και ούτε καν παράμετροι όπως περίοδος συνεργασίας, αριθμός προμηθευτών, κριτήρια, άτομα για επιλογή προμηθευτή κλπ. Παρόλα αυτά ισχυρίστηκε ότι ως τμήμα Marketing τηρούσαν με δική του πρωτοβουλία, διαδικασία ελέγχου και πίεσης σε προμηθευτές τους, έτσι ώστε να παίρνουν τις όσο το δυνατό χαμηλότερες τιμές. Σημείωσε ότι διαχρονικά υπήρχαν δουλειές για τις οποίες δεν βγήκαν ποτέ προσφορά και ότι αυτή ήταν απόφαση της κα Ε. Σ. Ότι το οικονομικό κομμάτι ήταν μια από τις παραμέτρους αλλά όχι η καθοριστική. Το R.E. - Apikonisi, επέλεξαν ως προμηθευτή τους και η Sodoxo, διαχειρίστρια Εταιρεία της BFCR. Επίσης το 2011 η παραγωγή του Annual Report της Εταιρείας δόθηκε στους Partners κατ' εντολή του κ. Γ. Π. - Οικονομικού Διευθυντή, παρόλο που το διαφημιστικό γραφείο Success ήταν πιο φτηνό. Για τα τιμολόγια της Lithocare θεώρησε φυσιολογική τη οποιαδήποτε διαφορά σε τιμή καθότι η Lithocare προέβαινε σε απλή εκτύπωση. Για τις χρεώσεις της Novel Zone ισχυρίστηκε ότι οι ίδιες χρεώσεις γίνονταν και προς το Mall of Cyprus & Engomi για τα οποία δεν ήταν υπεύθυνος ο ίδιος και ότι η NovelZone επιλέγηκε μεταξύ δύο προμηθευτών. Σε υποβολή που δέχθηκε κατά την αντεξέταση του, ότι ο λόγος που αναγνωρίστηκε η υπηρεσία του ήταν διότι είχαν νομική υποχρέωση να το πράξουν αφού μεταφέρθηκε σε εταιρεία του ιδίου Ομίλου, ο Αιτητής επέμενε στην αρχική του θέση και σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του ο κ. Σ. για την εν λόγω μετακίνηση του. Σε υποβολή επίσης ότι φιλοδώρημα λάμβαναν όλοι στο συγκρότημα και όχι αποκλειστικά κάποιοι λόγω των καλών τους υπηρεσιών, ο Αιτητής αρκέστηκε να πει πως αν το λάμβαναν όλοι σημαίνει ότι έκαναν και εκείνοι καλά τη δουλειά τους. Για τη διαδικασία πρόσκλησης προσφορών, ενώ ανέφερε ότι δεν ήταν δουλειά του τμήματος του, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι κατά τακτά διαστήματα διασφάλιζαν το καλύτερο για την Εταιρεία, έβγαιναν σε προσφορές κάτι που φαίνεται, κατά τον ίδιο, από τα υπάρχοντα στοιχεία. Για τις διαρροές πληροφοριών σε συνεργάτες επέμενε στην αρχική του θέση ότι αποτελούσε τακτική της Εταιρείας, με σκοπό να γίνεται πιο σωστά η δουλειά τους και να εξασκούν πίεση. Αφού υποδείχθηκε στον Αιτητή email το οποίο κατέληξε στον κ. Wilson και του υπεβλήθη ότι το συνέταξε ο ίδιος και το απέστειλε στον κ. Σ. Τ. για να το αποστείλει με τη σειρά του σε διευθυντικό μέλος της Εταιρείας για θέμα δουλειάς, ο Αιτητής αρνήθηκε, λέγοντας ότι δεν αντάλλαξε πληροφορία με τον Σ. Τ. και ότι ούτε καν θυμάται το γεγονός. Για τον Όμιλο Λοττίδη και τη SPP Media ισχυρίστηκε ότι εκείνη την περίοδο η Εταιρεία μονοπωλούσε στο καλλυντικό τομέα και ότι ξαφνικά βρέθηκε ο Παπαέλληνας να δημιουργήσει τα Beauty Line. Ότι η SPP Media κρατούσε το account των Beauty Line σε πολλά σημεία και του ζητήθηκε από τη κα Ε. Σ. να μάθουν πληροφορίες όσον αφορά τις πωλήσεις. Επίσης αφού του υποδείχτηκε email με επισυνημμένα τα προοπτικά σχέδια του Mall of Cyprus ημερ.2.7.2007 και του υποβλήθηκε ότι τα απέστειλε στον Π. Κ. για να τον βοηθήσει να πάρει τη δουλειά, ο Αιτητής επικαλέστηκε το μακρύ χρονικό διάστημα που μεσολάβησε λέγοντας ότι δεν μπορεί να θυμηθεί τη ροή των emails που αντάλλαξαν για να απαντήσει. Σημείωσε ότι η επιλογή στο The Mall of Cyprus γινόταν αρχικά από επιτροπή και μετά από διευθυντική ομάδα που ανέλαβε ο κ. Μ. Χ. ως Γ.Δ. Αφού παραδέχθηκε ότι τη μουσική και το public address system το έκανε ο κ. Κ., ακολούθως αφού του υποδείχθηκε νέο email που του αποστάληκε από τον εν λόγω Γ.Δ. στις 23.8.2007 με αναφορά σε θέματα μετάδοσης μουσικής στο mall και ερωτήθηκε γιατί με τη σειρά του το απέστελλε στον κ. Κ., ο Αιτητής απάντησε ότι δεν θυμάται μετά από τόσα χρόνια χωρίς να δει τα emails που προηγήθηκαν. Για την αποστολή και λήψη άσεμνου υλικού ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε κάτι γραπτώς ή ενημέρωση που να το απαγορεύει και ότι υπήρχαν και άλλα άτομα στην Εταιρεία, όπως ο Χ. Χ. που έφυγε το 2016 και ο Γ. Τ. το 2014, οι οποίοι δεν απολύθηκαν και δεν τους έγινε ούτε καν επίπληξη. Αφού του υποδείχθηκε ότι υπάρχει βίντεο με το κάτω μέρος του σώματος συνεργάτιδας, το οποίο ο ίδιος κατέγραψε σε ώρα meeting, ο Αιτητής αρκέστηκε να πει ότι ούτε καν θυμάται εκείνο το βίντεο. Ισχυριζόμενος ότι η απόφαση απόλυσης του ήταν ειλημμένη, σε υποβολή ότι στη συνάντηση 4.10.2012 ο δικηγόρος του ξεκαθάρισε ότι δεν επρόκειτο να απαντήσει σε οτιδήποτε εκτός εάν δίνονταν γραπτώς, ο Αιτητής δεν διαφώνησε λέγοντας ότι ήταν το πιο σωστό. Αγορεύσεις Μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσέφεραν και οι δύο πλευρές, Αιτητής και Εργοδότρια Εταιρεία, κινήθηκε και η γραμμή των αγορεύσεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι δυο συνήγοροι. Είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Αιτητή ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, αγνοώντας την πολύχρονη και ευδόκιμη υπηρεσία του Αιτητή από τη θέση που κατείχε, προχώρησε σε τερματισμό της απασχόλησης του, χωρίς προηγουμένως να του γνωστοποιήσει τους λόγους επί των οποίων στήριξε την απόφαση της και να του δώσει το δικαίωμα ν' ακουστεί. Ότι επρόκειτο για ειλημμένη απόφαση, καθώς κατά τη συνάντηση που είχε ο Αιτητής με τα διευθυντικά στελέχη της Εταιρείας δεν τέθηκαν ενώπιον του συγκεκριμένα στοιχεία για να απαντήσει και ακολούθως ενώ τέθηκε σε αναγκαστική άδεια του ζητήθηκε να πάρει όλα τα προσωπικά αντικείμενα που είχε στο γραφείο του. Αναλύοντας τις διάφορες πτυχές της μαρτυρίας που έθεσε η πλευρά της Εργοδότρια Εταιρείας, εισηγήθηκε ότι οι ισχυρισμοί περί παραπτωμάτων του Αιτητή που αφορούν τη R.E. παρέμειναν μετέωροι και έωλοι καθώς δεν κατέθεσε στο Δικαστηρίου το πρόσωπο που υποτίθεται ότι κατήγγειλε τα γεγονότα και δεν δόθηκε η ευκαιρία αντεξέτασης του επί των όσων επικαλέστηκε ο μάρτυρας της Εργοδότριας Εταιρείας. Επίσης με τα τιμολόγια που η τελευταία προσκόμισε για να καταδείξει την υποτιθέμενη διαφοροποίηση των τιμών, είναι η εισήγηση του ότι δεν φάνηκε να συλλέχτηκαν πριν ή μετά την απόλυση του Αιτητή. Θέτει ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς περί κυκλοφορίας άσεμνου υλικού, καθώς η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αντιμετώπισε με τον ίδιο τρόπο άλλους υπαλλήλους της που υποτίθεται πως συμμετείχαν στην κατ' ισχυρισμό κυκλοφορία. Για δε τη διαρροή πληροφοριών τονίζει ότι παρά τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η Εργοδότρια Εταιρεία συνεχίζει κανονικά τη συνεργασία της τόσο με τη Niche όσο και με τη SPP Media. Ως προς τις μισθολογικές απολαβές του Αιτητή και την περίοδο απασχόλησης του, είναι η εισήγηση του ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία διεφάνη ότι στην πορεία η Εργοδότρια Εταιρεία εγκατέλειψε τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς της που δεν συνάδουν με τη θέση του Αιτητή. Στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εργοδότρια Εταιρεία, κάλεσε το Δικαστήριο όπως κρίνει τις ενέργειες και τη συμπεριφορά του Αιτητή υπό το πρίσμα της υψηλής ευθύνης που έφερε ως διευθυντής marketing. Είναι η εισήγηση του ότι ο Αιτητής με τις ενέργειες του προκάλεσε μεγάλη οικονομική ζημιά στην Εταιρεία με την επιλογή του να συνεργάζεται με τις εταιρείες που ήλεγχε ο Σ. Τ. και να μη ζητά προσφορές για τις εργασίες του τμήματος του, σε αντίθεση με την κοινή εμπορική πρακτική πρόσκλησης προσφορών. Ότι απέστελλε παράνομα εμπιστευτικές πληροφορίες και αλληλογραφία της Εταιρείας σε επιλεγμένους φίλους και 'συνεργάτες' του παραβιάζοντας το καθήκον εχεμύθειας και το κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και εργοδοτούμενο. Επίσης απέστελλε άσεμνο φωτογραφικό υλικό εντός και εκτός της Εταιρείας κατά παράβαση του Κώδικα Επιχειρηματικής συμπεριφοράς που αποτελεί μέρος του εγχειριδίου προσωπικού (staff manual) και ή βιντεοσκόπησε άσεμνα συνεργάτιδα της εταιρείας χωρίς τη συγκατάθεση της, συμπεριφορά ιδιαίτερα σοβαρή και ανεπίτρεπτη για ένα διευθυντικό στέλεχος. Ανάλυση (i) Η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή Η δικογραφημένη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο Αιτητής ξεκίνησε εργασία στη υπηρεσία της στις 26.4.2004, δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε μαρτυρία. Αντίθετα, οι υποβολές που δέχθηκε ο Αιτητής κατά την αντεξέταση του, τείνουν να καταδείξουν την υιοθέτηση της θέσης του περί του συνεχούς της απασχόλησης του, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 26.4.2004 (Τεκ.22), όπου η Εργοδότρια Εταιρεία λόγω αναδιοργάνωσης του συγκροτήματος Woolworth, μετέφερε τον Αιτητή στην υπηρεσία της με τους ίδιους όρους, υποχρεώσεις και ωφελήματα, αναγνωρίζοντας την υπηρεσία του στην F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd από 2.9.1997 ως συνεχή. Για όλα τα πιο πάνω αποτελεί εύρημα μας ότι η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή ήταν από 2.9.1997 μέχρι 4.10.2012. (ii) Οι μισθολογικές απολαβές του Αιτητή Σε τελικό στάδιο, η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αμφισβήτησε ούτε και τις μισθολογικές απολαβές του Αιτητή. Πέραν του ακαθάριστου μισθού του, που ανερχόταν στο ποσό των €4.105,00 μηνιαίως πλέον 13ο μισθό, ο κ. Γ. κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι στον Αιτητή, όπως και στο υπόλοιπο προσωπικό της Εταιρεία, καταβαλλόταν επί ετήσιας βάσης φιλοδώρημα που αναλογούσε με δύο μηνιαίους μισθούς και αποτελούσε μέρος των μισθολογικών απολαβών του. Εν ολίγοις το εν λόγω φιλοδώρημα εμπίπτει στην έννοια του όρου «ημερομίσθιο», όπως συναντάται στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου, καθώς δεν πρόκειται για «κατά χάριν (ex-gratia) πληρωμή», αλλά για πληρωμή που καταβαλλόταν στον Αιτητή επί τακτικής βάσεως. Η μη καταβολή στον Αιτητή του εν λόγω φιλοδωρήματος με βάση την αξίωση του, δεν αμφισβητήθηκε από Εργοδότρια Εταιρεία και ούτε τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου. Είναι επομένως κατάληξη μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία οφείλει στον Αιτητή φιλοδώρημα που αντιστοιχεί με δύο μηνών μισθούς ήτοι το ποσό των €8.210. (iii) Οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή Όπως έχει επισημανθεί, η απόφαση για απόλυση του Αιτητή έχει στο επίκεντρο της την κατ' ισχυρισμό καταγγελία που δέχθηκε η Εργοδότρια Εταιρεία από τον κ. Ν. Π., μέτοχο και διευθυντή της R.E. για πληρωμή μιζών από τον συνέταιρο του Σ. Τ. προς τον Αιτητή για σειρά ετών. Η εν λόγω καταγγελία αποτέλεσε το έναυσμα για την Εργοδότρια Εταιρεία να θέσει τον Αιτητή σε αναγκαστική άδεια, να διεξάγει έρευνα και εν τέλει να τερματίσει την απασχόληση του για τους λόγους που αναφέρονται στην ομώνυμη επιστολή. Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον κ. Γ. όσο και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Για την κατ' ισχυρισμό γραπτή καταγγελία του Ν. Π. (Τεκ.3) και τη φερόμενη εξουσιοδότηση που δόθηκε για τα περιουσιακά στοιχεία της R.E. (Τεκ.4), παρατηρούμε ότι καμία άμεση μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την Εργοδότρια Εταιρεία, που να υποστηρίζει το περιεχόμενο τους. Ενώ, ο κ. Γ., υποστήριξε ότι συντάκτης των εν λόγω εγγράφων ήταν ο κ. Π., ο οποίος μάλιστα τον εφοδίασε με όλα τα αρχεία της R.E. εν τούτοις καμιά δικαιολογία δεν δόθηκε για τη μη προσκόμιση της μαρτυρίας του εν λόγω προσώπου ενώπιον του Δικαστηρίου. Επακόλουθο είναι να στερούνται τα εν λόγω έγγραφα οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας. Περαιτέρω, ενώ ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε έλεγχο και σύγκριση τιμολογίων που αφορούσαν το τμήμα του Αιτητή, με τιμολόγια άλλων τμημάτων της Εταιρείας, με σκοπό τη διακρίβωση της καταγγελίας Ν. Π., ότι για τα ίδια πράγματα χρεώνονταν ψηλότερες τιμές στο τμήμα του Αιτητή ο οποίος ενέκρινε τα πάντα, εν τούτοις αντεξεταζόμενος επί των τιμολογίων που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου [Τεκ.13(1-9)] δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι η διερεύνηση στηρίχθηκε στα όσα τους είχε αναφέρει ο κ. Πετρίδης και στα τιμολόγια που τους είχε προσκομίσει. Επίσης ενώ ισχυρίστηκε ότι η σύγκριση των τιμολογίων έγινε με τη βοήθεια των ατόμων που φαίνονται στο κάθε τιμολόγιο, ερωτηθείς ποιου ήταν η υπογραφή που έφερε το Τεκ.13
(3)απάντησε ότι δεν θυμόταν. Περαιτέρω, ενώ διαφώνησε με την υποβολή που δέχθηκε, ότι υπήρχε διαφορά στην τιμή και στα υλικά που έφεραν τα δύο τιμολόγια Τεκ.13
(3), ισχυριζόμενος ότι κατά την έρευνα δεν βασίστηκαν αποκλειστικά στις περιγραφές που έδινε η R.E., αλλά στις μαρτυρίες των ατόμων που εργάζονταν εκεί, καθώς ο ίδιος από τη θέση του δεν μπορούσε να γνωρίζει, εν τούτοις καμία άλλη μαρτυρία δεν τέθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία που να επιβεβαιώνει τη θέση του. Ο μάρτυρας δεν παρέλειψε επίσης να αναφέρει ότι από τα τιμολόγια δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ξεκάθαρα εάν πρόκειται για το ίδιο υλικό και ότι αυτό διαπιστώθηκε από exercise κατά τη διάρκεια της διερεύνησης. Και ενώ ισχυρίστηκε ότι το μέγεθος δεν αλλάζει την τιμή μονάδας και ότι αυτό φαίνεται από τις προσφορές που είχαν από τη συγκεκριμένη εταιρεία, εν τούτοις κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει τη θέση του ή την ύπαρξη τέτοιων προσφορών. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για απόδοση οποιασδήποτε ευθύνης στον Αιτητή. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε σύγκριση τιμολογίων υπεργολάβων προς την R.E. με τις χρεώσεις της τελευταίας προς την Εταιρεία όπου διαπιστώθηκαν τεράστιες υπερχρεώσεις που έφθαναν και το 300%. Αναφέρθηκε σε πληροφορία που έλαβε από τον Σ. Μ./Lithocare, ο οποίος τον εφοδίασε και με σχετικά τιμολόγια που είχε στην κατοχή του. Και στην προκείμενη περίπτωση, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι καμία άμεση μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει τη θέση του μάρτυρα. Πρόκειται για τιμολόγια που εκδόθηκαν μεταξύ τρίτων εταιρειών και υπογράφηκαν από τρίτα πρόσωπα, το περιεχόμενο των οποίων οπωσδήποτε θα πρέπει να επιβεβαιωθεί για να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Επίσης ενώ ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε σύγκριση και αντιπαραβολή των εν λόγω τιμολογίων που εν τέλει ολοκληρώθηκε μετά την απόλυση του Αιτητή, με την ετοιμασία του σχετικού πίνακα (Τεκ.12), εν τούτοις από τη μαρτυρία του δεν διεφάνη εάν η Εταιρεία ήταν σε θέση να διαπιστώσει τις κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεις κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή και εάν αυτές λήφθηκαν υπόψη για την απόλυση του, γεγονός που δεν επιτρέπει ούτε στο Δικαστήριο να επεκταθεί επί τούτων για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης σε αποστολή εμπιστευτικών πληροφοριών και αλληλογραφίας από τον Αιτητή σε τρίτα πρόσωπα μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της εργασίας του, όπως και σε αποστολή με τον ίδιο τρόπο άσεμνου φωτογραφικού υλικού εντός και εκτός της Εταιρείας. Αναφορικά με την αποστολή εμπιστευτικών πληροφοριών κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αριθμός εγγράφων (Τεκ.18). Ενδεικτικά αναφέρουμε, μεταξύ άλλων: (α) Την επιστολή που ο κ. Π. Κ. /Novel Zone Ltd απέστειλε για διόρθωση στον Αιτητή τον Ιούνιο 2007 και η οποία τελικά κατέληξε στον κ. Χ., Γ.Δ. του Mall προτού η εν λόγω εταιρεία ξεκινήσει να συνεργάζεται μαζί τους. (β) Ηλεκτρονικό μήνυμα του Αιτητή προς τον κ. Κ. ημερ. 2.7.2007 στο οποίο επισυνάπτονται φωτογραφίες που είχαν σταλεί από τους αρχιτέκτονες του Mall of Cyprus, Cushman & Wakefield, προτού ληφθεί η απόφαση συνεργασίας της ιδιοκτήτριας εταιρείας με την εν λόγω εταιρεία. (γ) Εσωτερική διαφήμιση από αρχιτέκτονες για το Mall of Cyprus και άλλα Mall τα οποία επίσης προωθήθηκαν στον κ. Κ. (δ) Ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 21.3.2007 με φωτογραφίες καθώς και πληροφορίες στον Κ. Γ. για συστήματα ψηφιακών πινακίδων. (ε) Ηλεκτρονικό μήνυμα προς Σ. Τ. της R.E. ημερ. 5.11.2007 το οποίο λήφθηκε από το διαφημιστικό γραφείο της Εταιρείας, Partners/Y&R και που περιλάμβανε τιμές από εκτυπωτικές εταιρείες για εκτύπωση του Χριστουγεννιάτικου καταλόγου της Εταιρείας, για σκοπούς υποβολής της δικής του πρότασης. (στ) Ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 13.3.2007 με το οποίο απέστειλε στην εταιρεία Niche Advestising, ιδιοκτησία του Κ. Α., εμπιστευτική προσφορά της Phil. Andreou. (ζ) Δέσμη από ηλεκτρονικά μηνύματα προς SPP Media ημερ. 13.3.2008 στο οποίο επισυναπτόταν άκρως εμπιστευτική προσφορά που απεστάλη στην κ. Ε. Σ. και αφορούσε πρόταση από ραδιοφωνικό σταθμό για συγκεκριμένη προωθητική ενέργεια. Το εν λόγω μήνυμα απεστάλη στον Αιτητή από την κα Σ. κι αυτός με τη σειρά του το απέστειλε αυθημερόν στους Δ. και Χ. Λ., ιδιοκτήτες της εν λόγω εταιρείας, για να δουν και να πράξουν ανάλογα μέσω του ράδιο Dj, ιδιοκτησίας του Ομίλου SPP Media, προτρέποντας τους να επικοινωνήσουν μαζί του και να έρθουν με νέα ιδέες ή οτιδήποτε άλλο για να μπορέσουν να συνεργαστούν. (η) Ηλεκτρονικό μήνυμα προς κ. Δ. Λ. ημερ. 17.10.2008 που φέρει τη λέξη "Confidential" και αφορά άκρως εμπιστευτικές πληροφορίες που ανήκουν στην Ermes Department Stores και που έδειχναν τάσεις πωλήσεων ανά μήνα και ανά εβδομάδα για το 2008 σε σχέση με το 2007 για κάθε τμήμα πώλησης της Εταιρείας. Η αποστολή των εν λόγω μηνυμάτων δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Αιτητή. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι αποτελούσε πάγια τακτική της Εταιρείας η παροχή πληροφοριών σε συνεργάτες της, μέσα στα πλαίσια εξάσκησης πίεσης και ή παροχής πληροφοριών ένθεν και ένθεν για εξασφάλιση κέρδους. Αναφερόμενος μάλιστα στη περίπτωση Λ./SPP Media ισχυρίστηκε ότι η 'διαρροή' αποσκοπούσε στη λήψη σημαντικών πληροφοριών για ανταγωνιστή στον καλλυντικό τομέα κι ότι του ζητήθηκε από την κα Ε. Σ. να πάρουν πληροφορίες όσον αφορά τις πωλήσεις. Αντεξεταζόμενος επί των διαφόρων μηνυμάτων που απέστειλε στον κ. Κ. και αφού του υποβλήθηκε ότι ο σκοπός ήταν να τον βοηθήσει να πάρει τη δουλειά, o Αιτητής απάντησε ότι δεν θυμάται, επικαλούμενος το μακρύ χρονικό διάστημα που μεσολάβησε και τη μη πρόσβαση του στα στοιχεία για να μπορεί να ξέρει τι προηγήθηκε. Την ίδια απάντηση έδωσε και σε σχέση με μήνυμα προς τον κ. Σ. Τ. Αξιολογώντας το μέρος αυτό της μαρτυρίας δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα κατέθεσε ο κ. Γ. ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια. Το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων επιβεβαιώνει απόλυτα τη θέση του μάρτυρα ότι επρόκειτο για εμπιστευτικά στοιχεία από συνεργάτες της Εταιρείας που σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείτο η κοινοποίηση τους σε τρίτα πρόσωπα /ανταγωνιστές. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο μάρτυρας στην αντεξέταση του, ποια θα ήταν η αξιοπιστία της Εταιρείας εάν, ως δημόσια εταιρεία απέστελλε σε τρίτους τιμές που εξασφάλισε από συνεργάτη της και ο Αιτητής με ποια εξουσία τις απόστελλε αυτούσιες σε τρίτους; Αντίθετα με τον κ. Γ., οι τοποθετήσεις του Αιτητή δεν φαίνεται να είναι πειστικές. Τα όσα επικαλέστηκε με τη μαρτυρία του για να υποστηρίξει τη θέση του, δεν τέθηκαν στο μάρτυρα της άλλης πλευράς για να δώσει τις δίκες του εξηγήσεις ή να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να προσκομίσει πρόσθετη μαρτυρία, γεγονός που εξασθενεί σημαντικά τη βαρύτητα της μαρτυρίας του (βλ. Aquac v. Fredericou Schools Ltd,
(2002)1 Α.Α.Δ. 152). Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι κάτω από το βάρος της αντεξέτασης, οι απαντήσεις που έδωσε ο Αιτητής δεν ήταν φυσιολογικές αλλά επιλεκτικές. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας του, δεν είναι δυνατό για κάποια γεγονότα που επικαλέστηκε να θυμάται με πάσα λεπτομέρεια το τι έγινε και για άλλα όχι. Αδιαμφισβήτητη παρέμεινε επίσης η θέση του μάρτυρα και για την κυκλοφορία άσεμνου υλικού, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τη δέσμη εγγράφων και το USB που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια (Τεκ.16 και 17 αντίστοιχα). Η παραδοχή του Αιτητή και η προβαλλόμενη θέση του ότι η κυκλοφορία δεν γινόταν μαζικά αλλά μεταξύ συγκεκριμένων ατόμων που εργάζονταν στην υπηρεσία του Ομίλου Εταιρειών Σιακόλα, επίσης δεν αμφισβητήθηκε, όπως δεν αμφισβητήθηκε και η θέση του ότι τα εν λόγω άτομα αν και εργοδοτούμενοι του Ομίλου δεν απολύθηκαν. Ο ισχυρισμός του κ. Γ. ότι ανευρέθηκε στον υπολογιστή του Αιτητή αρχείο το οποίο φαίνεται να κατέγραψε ο ίδιος με κάμερα κατά τη διάρκεια συνάντησης του με εξωτερική συνεργάτιδα της Εταιρείας, όπου παρουσιάζει βιντεοσκόπηση εν αγνοία της, του κάτω μέρους του σώματος της, δεν έχει αμφισβητηθεί. Ερωτηθείς ο Αιτητής επί τούτου ανέφερε απλώς ότι δεν θυμάται εκείνο το βίντεο, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε άλλη εξήγηση. Από τις απαντήσεις που έδωσε ο κ. Γ. κατά την αντεξέταση του, προφανώς, στη συνάντηση ημερ. 17.9.2012 δεν υπήρξε καμία αναφορά για κυκλοφορία άσεμνου υλικό ή για εμπιστευτικές πληροφορίες που ανευρέθηκαν στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του Αιτητή. Για τη συνάντηση στις 4.10.2012, όπου δόθηκε στον Αιτητή η επιστολή απόλυσης, ο κ. Γ., κατά την κυρίως εξέταση του, ενώ ισχυρίστηκε ότι αναφέρθηκαν στον Αιτητή τα ευρήματα και οι απορίες που υπήρχαν, ότι του ζητήθηκαν εξηγήσεις και ότι ο δικηγόρος του απάντησε ότι οι κατηγορίες ήταν γενικόλογες και θα έπρεπε να είχαν τεθεί γραπτώς στον Αιτητή, εν τούτοις αυτό που προέκυψε κατά την αντεξέταση του είναι ότι δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε στοιχεία και ούτε έγινε περιγραφή των ευρημάτων τους και τούτο λόγω της επιμονής του δικηγόρου του Αιτητή ότι τα γεγονότα και τα αδικήματα, για τα οποία κατηγορείτο ο πελάτης του, θα έπρεπε να τεθούν γραπτώς, για να απαντήσει με ανάλογο τρόπο εάν το επιθυμούσε. Τη θέση αυτή ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση του, όπου σε ερώτηση ότι ο δικηγόρος του ξεκαθάρισε ότι δεν επρόκειτο να πει οτιδήποτε εκτός εάν ήταν γραπτώς, απάντησε ότι ήταν το πιο σωστό. Ενώ υπεβλήθη στο κ. Γ. κατά την αντεξέταση του, ότι πήγαν στη συνάντηση με μια ειλημμένη απόφαση με μια επιστολή προγενέστερης ημερομηνίας, εν τούτοις σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα ανέφερε ο εν λόγω μάρτυρας ότι στη συνάντηση πήγαν με πρόθεση να παρουσιάσουν τα ευρήματα τους και να λάβουν τη θέση του Αιτητή. Γι' αυτό πήγαν με τέσσερα box files. Εν τέλει δεν υπήρξε συζήτηση επί της ουσίας, καθώς η Εταιρεία δεν συμφώνησε με την απαίτηση του συνηγόρου του Αιτητή να τοποθετηθούν γραπτώς από προηγουμένως, επικαλούμενη εσωτερική πρακτική που ακολουθεί για τους υπαλλήλους της. Νομική Βάση Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετόν ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες (βλ. Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603 και Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Από τη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Στην Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302 επισημαίνεται το καθήκον του εργοδοτούμενου να υπακούει και να συμμορφώνεται με τις οδηγίες του εργοδότη του. Η προσφορά των υπηρεσιών του με τον τρόπο που απαιτεί ο εργοδότης αποτελεί το αντάλλαγμα για την πληρωμή του μισθού του. Εσκεμμένη ανυπακοή σε μια νόμιμη και λογική εντολή αποτελεί τέτοια περιφρόνηση η οποία δεικνύει πλήρη αδιαφορία για ένα ουσιώδη όρο της εργασιακής σχέσης - δηλαδή του όρου ότι ο εργοδοτούμενος οφείλει να υπακούει τις κατάλληλες εντολές του εργοδότη και αν δεν το κάνει αυτό η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου πλήττεται θεμελιωδώς. Στην Demstar Information Group Ltd v. Ανδρέα Αναστασιάδη
(2008)1Β ΑΑΔ 1146, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η επίμονη άρνηση του εργοδοτούμενου να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του εργοδότη του, συνιστά πλήγμα στην εμπιστοσύνη του εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο που θα δικαιολογούσε τον πρώτο να απολέσει την εμπιστοσύνη του για τον δεύτερο στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Η ανυπακοή του εργοδοτούμενου σε μια νόμιμη και λογική οδηγία, συνιστούσε, επίσης, περιφρόνηση και πλήρη αδιαφορία για τον τρόπο με τον οποίο ο εργοδότης ήθελε να εκτελείται η εργασία της εταιρείας, και έπληττε καίρια την εργασιακή τους σχέση. Στην KEM (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos
(1968)1 CLR 52 τονίστηκε ότι η σημασία της πειθαρχίας και σωστής συμπεριφοράς εκ μέρους των εργοδοτουμένων είναι οπωσδήποτε θεμελιώδης. Συναρτάται με την ίδια την επιτυχία ή αποτυχία της επιχείρησης. Το ερώτημα δε, μπορεί να τεθεί ως εξής: Αν γνώριζε ο εργοδότης ότι αυτή θα ήταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, θα συμφωνούσε να τον προσλάβει στην υπηρεσία του; Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing
(1981)1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.: «Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view». (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το σωστό επομένως κριτήριο, που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της απασχόλησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος συνετός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στη απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (Galatariotis Tele/cations Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550, L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, Πολ. Έφ. 59/2010 20.6.2014, ECLI:CY:AD:2014:A410, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφ. 103/2012 ημερ. 7.7.2017). Η νομολογία δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν αυτός καθεαυτό ικανός να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» ("a fair procedure") που κυρίως υποχρεώνει τον εργοδότη να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να συζητήσει με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Το δικαίωμα αυτό του εργοδοτούμενου διασφαλίζεται από το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85, το οποίο προνοεί ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Από το περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης καθίσταται φανερό ότι η παροχή του δικαιώματος ακρόασης αποτελεί τον κανόνα. Δεν είναι όμως απόλυτο. Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd
(1976)EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην απόφαση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσής του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)] Στην Louies v. Coventry Hood and Seating Co Ltd [1990] IRLR 324, [1990] ICR 54, ο εργοδότης απέλυσε τον εργοδοτούμενο για κλοπή, βασίζοντας σε μεγάλο βαθμό τον ισχυρισμό του, σε δύο γραπτές δηλώσεις οι οποίες ανέφεραν ότι ο εργοδοτούμενος εμπλεκόταν στην κλοπή. Το ΕΑΤ, αφού επανέλαβε το όσα ανέφερε ο δικαστής Harman στην υπόθεση Byrne σχολίασε ότι «το θέμα της φυσικής δικαιοσύνης προέχει των λέξεων που αναφέρονται», σημειώνοντας περαιτέρω ότι είναι πράγματι πολύ σπάνιο οι διαδικασίες να θεωρηθούν δίκαιες στις περιπτώσεις όπου ο εργοδότης βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε γραπτές δηλώσεις, χωρίς να δίδονται στον εργοδοτούμενο οι εν λόγω δηλώσεις ή να του αναγιγνώσκονται (παρά να του δοθούν), όπως αυτό κρίθηκε επαρκές στην Vauxhall Motors Ltd v Ghafoor [1993] ICR 376. Όπως ανέφερε το Tribunal, το κριτήριο που καθιερώθηκε στην Burchell έχει να κάνει με το αποτέλεσμα της αποτυχίας να ακολουθηθεί η ορθή διαδικασία στην πραγματική πεποίθηση του εργοδότη, αλλά πέραν τούτου, σημείωσε ότι οι διαδικαστικές εγγυήσεις είναι απαραίτητες ούτως ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου. Σημειώνουμε, ότι κατά την εξέταση του εύλογου (reasonableness) της απόλυσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει αποκλειστικά υπόψη τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον εργοδότη κατά τον χρόνο της απόλυσης και επί των οποίων στήριξε την απόφαση του. Όπως εντοπίζεται στην πρόσφατη απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018: «Με βάση τη νομολογία, λοιπόν, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή. Να αναφέρουμε εδώ, παρενθετικά, ότι για τον κανόνα αναφορικά με την αξιολόγηση του εύλογου της έρευνας του εργοδότη και της κατάληξης του περί ύπαρξης μεμπτής συμπεριφοράς, σχετική είναι η υπόθεση British Home Stores Ltd v Burchell [1978] IRLR 379, EAT. Η εστίαση της νομολογίας στην απόφαση απόλυσης που λαμβάνει ο εργοδότης κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπό το φως των περιστάσεων που έχει υπόψη του, σημαίνει ότι στοιχεία που έρχονται στο φως μετά την απόλυση δεν μπορούν να επηρεάσουν το ζήτημα της νομιμότητας της. Έτσι, λοιπόν, απόλυση η οποία είναι δίκαια και δικαιολογημένη και, επομένως, νόμιμη επειδή ο εργοδότης εύλογα πίστευε στη βάση των ενώπιον του στοιχείων κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, θα εξακολουθήσει να θεωρείται δίκαιη και δικαιολογημένη ακόμα και αν μετά την απόλυση έρθουν στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος δεν ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, (Βλ. Devis & Sons Ltd v Atkins [1977] AC 931 και Polkey v AE Dayton Services Ltd [1988] AC 344). Επιση-μαίνεται δε στην Beedell v West Ferry Printers Ltd [2001] EWCA Civ 400, στην οποία εφαρμόστηκαν η Swift και Iceland Frozen Foods Ltd v Jones
(1983)ICR 17, ότι δεν είναι για το Δικαστήριο Εργατικών διαφορών να επανακδικάσει τα πραγματικά ζητήματα τα οποία ήταν ενώπιον του εργοδότη κατά το χρόνο της απόλυσης (".it is not for the employment tribunal to retry the factual issues before the employer at the dismissal (including appeal) stage"). Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση ενός μάρτυρα με εκείνη του εργοδότη ("an ET. may not substitute its own evaluation of a witness for that of the employer at the time of its investigation and dismissal", Orr v Milton Keynes Council [2011] EWCA Civ 62). Δηλαδή, το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτουμένου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά το χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή.» Σχετική επίσης είναι η αναφορά στο σύγγραμμα Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198: (ελεύθερη μετάφραση): «.οτιδήποτε λαμβάνει χώρα μετά τη λήψη της απόφασης για απόλυση, έστω και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί στα πλαίσια της ορθότητας ή του λανθασμένου της απόλυσης, δεν γίνεται αποδεκτό ως μαρτυρία είτε προς υποστήριξη είτε προς αμφισβήτηση του εύλογου της απόφασης του εργοδότη να απολύσει τον εργοδοτούμενο. Για παράδειγμα, στις περιπτώσεις απρεπούς συμπεριφοράς όπου ο εργοδοτούμενος απολύεται ένεκα ισχυριζόμενου ποινικού παραπτώματος, το γεγονός ότι η αστυνομία έχει συλλάβει και κατηγορήσει τον εργοδοτούμενο πριν λάβει χώρα η απόλυση μπορεί να είναι σχετικό και σημαντικό, οποιαδήποτε όμως εξέλιξη μετά την απόλυση, είτε καταδίκη του εργοδοτούμενου είτε αθώωση του, είτε ακόμη και άρνηση της αστυνομίας να αναλάβει δράση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σχετικό γεγονός στον καθορισμό του κατά πόσο η απόφαση του εργοδότη να απολύσει τον εργοδοτούμενο ήταν εύλογη. Περαιτέρω, οποιαδήποτε πληροφορία περιέλθει εις γνώσιν του εργοδότη μετά την απόλυση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στα πλαίσια εξέτασης του εύλογου της απόλυσης, ακόμα κι αν η συγκεκριμένη πληροφορία συνιστά απόδειξη απρεπούς συμπεριφοράς από τον εργοδοτούμενο ή απόδειξη αδικίας έναντι του εργοδοτούμενου η οποία έλαβε χώρα πριν την απόλυση. Η αρχή που προκύπτει από την Atkins (ανωτέρω) είναι πως ό,τι πρέπει να λαμβάνετε υπόψη από το δικαστήριο είναι το εύλογο της συμπεριφοράς του εργοδότη μέχρι και το χρόνο της απόλυσης». Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προ-κείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η Εργοδότρια Εταιρεία στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή σοβαρού παραπτώματος και/ή αδικήματος, ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας του και/ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επίσης κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την Εταιρεία, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Τονίζουμε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Από τα γεγονότα στα οποία έχουμε καταλήξει, φαίνεται ότι ο Αιτητής, εκμεταλλευόμενος την υπεύθυνη θέση εργασίας που κατείχε και τα διευθυντικά καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί, εν αγνοία των Εργοδοτών του απέστελλε εμπιστευτικές πληροφορίες της Εταιρείας και αλληλογραφία από συνεργάτες ή εν δυνάμει συνεργάτες, σε άτομα τα οποία ο ίδιος επέλεγε ή με τα οποία συνδεόταν φιλικά, με σκοπό να προσδώσει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στις δοσοληψίες τους με την Εταιρεία, θέτοντας με τον τρόπο αυτό σε κίνδυνο τα συμφέροντα της Εταιρείας, την εμπιστοσύνη και την αξιοπιστία της, που ως δημόσια Εταιρεία οφείλει να διατηρεί και να καλλιεργεί στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δράσης με τρίτα πρόσωπα ή συνεργάτες. Η θέση του Αιτητή ότι αποτελούσε πάγια τακτική της Εταιρείας η παροχή πληροφοριών σε συνεργάτες της, μέσα στα πλαίσια εξάσκησης πίεσης και ή παροχής πληροφοριών ένθεν και ένθεν για εξασφάλιση κέρδους, όχι μόνο δεν ακούγεται λογική από το Δικαστήριο και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αλλά τείνει εισέτι να καταδείξει τη μη συνειδητοποίηση ή τον υποβιβασμό της σοβαρότητας των εν λόγω πράξεων από τον Αιτητή ή την έλλειψη εκτίμησης της σοβαρότητάς μιας κατάστασης που θα οδηγούσε σε αρνητικά αποτελέσματα για την Εταιρεία. Υπενθυμίζεται ότι η φύση των καθηκόντων του Αιτητή ως Διευθυντή Marketing της Εταιρείας ήταν τέτοια ώστε να αναφέρεται σε ένα τομέα εμπιστοσύνης όπου απαιτείται σωστή προσέγγιση και ιδιαίτερα καλή συνεργασία με συνεργάτες. Ο Αιτητής όφειλε να ενεργεί καλόπιστα, να μην επωφελείται από τη θέση εμπιστοσύνης που του ανάθεσε η Εταιρεία, να μη τοποθετεί τον εαυτό του σε θέση όπου το καθήκον του συγκρούεται με τα προσωπικά του συμφέροντα και να μην ενεργεί για το δικό του συμφέρον ή τον συμφέρον τρίτων. Περαιτέρω η αποστολή άσεμνου και αισχρού υλικού μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δεν αποτελεί απλώς αντιεπαγγελματική και ή ανάρμοστη συμπεριφορά από ένα διευθυντικό στέλεχος της Εταιρείας, αλλά συγχρόνως αντιβαίνει των ρητών εσωτερικών κανονισμών της Εταιρείας και συγκεκριμένα του άρθρου 18 του Κώδικα Επιχειρηματικής συμπεριφοράς που αποτελεί μέρος του εγχειριδίου προσωπικού (staff manual) της Εταιρείας (Τεκ.11), όπου ρητά αναφέρει ότι: i. Η αποστολή εντός αλλά και εκτός της Εταιρείας αισχρού, ανήθικου, αποτρόπαιου, πορνογραφικού, προκλητικού και προσβλητικού περιεχομένου μηνύματος απαγορεύεται αυστηρά. ............................................... Επιπλέον η Εταιρεία θεωρεί ότι τέτοιου είδους πράξεις αποτελούν λόγο τερματισμού εργοδότησης. Μπορεί η Εργοδότρια Εταιρεία να μην προχώρησε στην απόλυση και άλλων ατόμων με τα οποία ο Αιτητής αντάλλασε τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα, εν τούτοις η αποστολή των εν λόγω μηνυμάτων από ένα διευθυντικό στέλεχος που όφειλε να επιδεικνύει την πρέπουσα επαγγελματικής συμπεριφορά και να αποτελεί υπόδειγμα για το υπόλοιπο προσωπικό της Εταιρείας, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέα. Έτι σοβαρότερη η βιντεοσκόπηση που προέβη ο Αιτητής, του κάτω μέρους του σώματος εξωτερικής συνεργάτιδας, σε συνάντηση που είχε μαζί της και εν αγνοία της, η οποία επίσης αποτελεί ανάρμοστη και ανεπίτρεπτη συμπεριφορά που ήθελε εκθέσει την ίδια την Εταιρεία και το κάλο όνομα της προς τα έξω, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται και το αξιόποινο μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θέτοντας λοιπόν τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως των πιο πάνω αρχών, θα πρέπει να πούμε ότι η εν γένει συμπεριφορά του Αιτητή δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί απαράδεκτη. Μη εκτιμώντας τη σοβαρότητα της όλης κατάστασης και επιδεικνύοντας μια κακόπιστη συμπεριφορά, κατ' αντικειμενική εκτίμηση, ο Αιτητής κλόνισε την εμπιστοσύνη των Εργοδοτών στο πρόσωπο του σε τέτοιο βαθμό, που δεν αναμενόταν πλέον η συνέχιση της εργασιακής σχέσης μαζί του. Υπό το πρίσμα αυτών των δεδομένων η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε άλλη επιλογή από το να τερματίσει άμεσα την απασχόληση του. Τονίζουμε ότι το δικαίωμα για απόλυση του Αιτητή, η Εργοδότρια Εταιρεία άσκησε εντός ευλόγου χρόνου από τη μέρα που περιήλθαν σε γνώση της τα πιο γεγονότα, συμμορφούμενη με την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου. Η εισήγηση ωστόσο του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Αιτητή, όπως την εκθέτουμε ανωτέρω, είναι ότι η Εργοδότρια Εταιρεία στέρησε από τον Αιτητή το δικαίωμα ακρόασης. Είναι φανερό από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει, ότι ο Αιτητής στις 17.9.2012 κλήθηκε σε συνάντηση παρουσία του Προέδρου του Ομίλου κ. Ν. Σ. και άλλων εκτελεστικών συμβούλων όπου μετά από συζήτηση του δόθηκε επιστολή (Τεκ.5) με την οποία τίθετο σε αναγκαστική άδεια για σκοπούς έρευνας για ενδεχόμενη διάπραξη πειθαρχικών ή ποινικών αδικημάτων. Στις 28.9.2012 ο Αιτητής κλήθηκε από τον Οικονομικό Διευθυντή της Εταιρείας σε αυθημερόν συνάντηση στα γραφεία της Εταιρεία, όπου εξέφρασε αδυναμία να παρευρεθεί λόγω απουσίας του δικηγόρου του. Ακολούθησε επιστολή του δικηγόρου της Εταιρείας προς τον δικηγόρο του Αιτητή (Τεκ.9) με την οποία τον ενημέρωνε, σε γενικές γραμμές, για το αποτέλεσμα της έρευνας και του ζητούσε όπως τον ενημερώσει κατά πόσο ο Αιτητής μπορούσε να παραστεί εάν επιθυμούσε, σε συνάντηση στις 4.10.2012 για να τοποθετηθεί επί των ευρημάτων της έρευνας. Με δύο απαντητικές επιστολές που ακολούθησαν (Τεκ.28 και Τεκ.29) ο δικηγόρος του Αιτητής αναφέρθηκε σε παντελή άγνοια του πελάτη του για τις καταλογιζόμενες σ' αυτόν κατηγορίες και παραβάσεις και ζητούσε όπως τα γεγονότα και αδικήματα για τα οποία κατηγορείτο τίθεντο γραπτώς, ώστε να είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί επ' αυτών. Το αίτημα του Αιτητή, δεν έγινε αποδεκτό από την Εταιρεία. Στη συνάντηση που ακολούθησε, στις 4.10.2012, ο Αιτητής μέσω του δικηγόρου του κατέστησε ξεκάθαρη τη θέση του ότι δεν επρόκειτο να πει οτιδήποτε σε περίπτωση που δεν του δίδονταν γραπτώς, με επακόλουθο να του παραδοθεί η επιστολή απόλυσης ημερ. 28.9.2012 (Τεκ.10). Για όλα τα πιο πάνω δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Αιτητής στερήθηκε του δικαιώματος να ακουστεί. Η μόνη υποχρέωση που είχε η Εταιρεία έναντι του Αιτητή, όπως προκύπτει από την υπόθεση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), ήταν να διερευνήσει την καταγγελία μέσα σε εύλογο χρόνο ακολουθώντας μια λογική διαδικασία και, πριν καταλήξει σε απόφαση τερματισμού της απασχόλησης του, να του δώσει την ευκαιρία να προβάλει τη δική του θέση. Την υποχρέωση αυτή η Εταιρεία την εκπλήρωσε στο ακέραιο, με το να καλέσει τον Αιτητή σε συνάντηση για να ακούσει τη δική του εκδοχή επί των ευρημάτων της. Δεν αναμένετο ότι η Εταιρεία θα προχωρούσε σε διαδικασία ως εάν επρόκειτο περί πειθαρχικής διαδικασίας. Η διαδικασία που όφειλε να ακολουθήσει εναπόκειτο στη δική της κρίση και πρακτική. Το γεγονός ότι ο Αιτητής, ενώ παρευρέθη στη συνάντηση προτίμησε να μην δώσει καμία απάντηση, καθιστώντας ξεκάθαρη τη θέση του μέσω του συνηγόρου του, ότι δεν επρόκειτο να πει οτιδήποτε εκτός εάν τα γεγονότα και οι κατηγορίες του δίνονταν γραπτώς, δεν μπορεί να θέσει την Εταιρεία σε δυσμενέστερη θέση. Αντίθετα, σε μια τέτοια περίπτωση, η αποτυχία του εργοδοτούμενου να προβάλει την άποψη του ενδεχομένως να χρησιμοποιηθεί εναντίον του, καθώς ο εργοδότης θα στηριχθεί αποκλειστικά στα υπόλοιπα ενώπιον του στοιχεία που προέκυψαν μέσα από την έρευνα την οποία διεξήγε (Harris v. Courage (Eastern) Ltd [1981] IRLR 153). Επομένως το παράπονο του Αιτητή ότι δεν του δόθηκε το δικαίωμα ακρόασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Παραπονείται εισέτι ο Αιτητής ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του ήταν το αποτέλεσμα ειλημμένης απόφασης καθώς η επιστολή απόλυσης που του δόθηκε στις 4.10.2012 έφερε ημερομηνία 28.9.2012. Η επιστολή αυτή ωστόσο, έστω και προχρονολογημένη ετοιμάστηκε και δόθηκε στον Αιτητή αφού επιβεβαιώθηκε και στη συνάντηση η θέση του συνηγόρου του ότι δεν επρόκειτο να τοποθετηθεί ο πελάτης του εάν δεν του δίνονταν γραπτώς τα στοιχεία. Επομένως η μη τοποθέτηση του Αιτητή δεν επέφερε καμία αλλαγή επί των αρχικών ευρημάτων της Εταιρεία για να θεωρηθεί ότι η απόφαση ήταν ειλημμένη και ότι δεν λήφθηκε υπόψη τυχόν τοποθέτηση του Αιτητή. Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, με βάση τα ενώπιον της στοιχεία, ενέργησε υπό τις περιστάσεις ως λογικός εργοδότης και ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή, ικανοποιώντας έτσι τους όρους του άρθρου 5 (ε) και (στ) του Νόμου. Κατάληξη Ως επακόλουθο η αξίωση του Αιτητή για αποζημιώσεις λόγω παράνομου και παράτυπου τερματισμού της απασχόλησης του απορρίπτεται. Η αξίωση του για φιλοδώρημα που ισούται με μισθούς δύο μηνών επιτυγχάνει. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για το ποσό των €8.210 με νόμιμο τόκο από 28.2.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω η Εργοδότρια Εταιρεία διατάσσεται όπως καταβάλει στον Αιτητή το ποσό των €2.500 ως δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο από 28.2.2013 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Νεοφύτου, Μέλος Π. Κούμας, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο