Ε. Γ. ν. Β. Π. υπό την ιδιότητα του ως προσωρινός εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρείας AGROMARKETS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 434/2016, 20/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2019:43 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Β. Μιχαηλίδου και Ν. Σατσιά, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 434/2016 Μεταξύ: Ε. Γ. Αιτητής -και-
- AGROMARKETS LTD
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η αίτηση Και ως έχει τροποποιηθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 17.10.2017 Μεταξύ: Ε. Γ. Αιτητής -και-
- Β. Π. υπό την ιδιότητα του ως προσωρινός εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρείας AGROMARKETS LTD
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 20η Ιουνίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους Καθ' ων η αίτηση 1 - Αιτητές στην αίτηση: κα Γ. Ζαχαρίου Για τον Αιτητή - Καθ' ου η αίτηση στην αίτηση: κ. Γκούντρας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σε αίτηση για παραμερισμό απόφασης ημερ. 12.10.2018 Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση («η αίτηση παραμερισμού») οι Καθ' ων η αίτηση 1, Αιτητές στην παρούσα διαδικασία (στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση») επιδιώκουν τον παραμερισμό και ή την ακύρωση (set aside) της εκδοθείσας εναντίον τους απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («Αίτηση Εργατικής Διαφοράς») ημερομηνίας 23.2.
- Η αίτησις βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17.Θ.10, Δ.48.Θ.1-6, 9(h), Δ.26.Θ.14, Δ.33.Θ.5, Δ.57.Θ.2 και Δ.64.Θ.1, στο άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 30
(2)
(3)του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. Β. Π., ο οποίο δηλώνει ότι είναι ο προσωρινός εκκαθαριστής της Agromarkets Ltd (στο εξής «η Εταιρεία»), γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά και από πληροφορίες που έχει λάβει και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του, η Εταιρείας έχει 6 διευθυντές και λόγω διαφωνιών μεταξύ των 3 με τους άλλους 3 δεν υπήρχε δυνατότητα λήψης αποφάσεων, ούτε και για διορισμό δικηγόρων ούτε και υπήρχε ενημέρωση σε σχέση με διαδικασίες που ελάμβαναν οι 3 διευθυντές Π. Σ., Γ. Ν. ΚΑΙ Μ. Σ. στους άλλους διευθυντές. Στα πλαίσια αυτά, την υπόθεση χειρίζονταν, προφανώς με οδηγίες των 3 εκ των 6 διευθυντών, το δικηγορικό γραφείο ΚΑΛΛΗΣ & ΚΑΛΛΗΣ. Την 3.4.2017 εκδόθηκε διάταγμα στα πλαίσια της αίτησης 116/2015 στο Ε.Δ. Λάρνακας, με το οποίο ο ίδιος διοριζόταν προσωρινός εκκαθαριστής της Εταιρείας, με σκοπό να υπερασπιστεί τις διαδικασίες που ήταν σε γνώση της εταιρείας GDL TRADING LTD, εκ των μετόχων και πιστωτών της Εταιρείας στις οποίες δεν συγκαταλεγόταν η παρούσα αίτηση, καθώς δεν γνώριζαν την ύπαρξη της (Τεκ.Α). Περαιτέρω περί την 12.6.2018 εκδόθηκε και δεύτερο διάταγμα, με το οποίο του ανατέθηκαν ευρύτερες εξουσίες ήτοι να χειρίζεται κάθε υπόθεση ανεξάρτητα από το χρόνο καταχώρησης της ή εάν εγέρθηκε από την Εταιρεία ή είναι εναντίον της (Τεκ.Β). Πριν την έκδοση του Τεκ.Β, περί την 17.10.2017, αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση της Εταιρείας το δικηγορικό γραφείο ΚΑΛΛΗΣ & ΚΑΛΛΗΣ αλλά τότε ο ίδιος ως εκκαθαριστής δεν είχε τη δυνατότητα να εμφανιστεί λόγω του περιορισμένου του διατάγματος (Τεκ.Α), που ήταν το μόνο εκδομένο κατά το χρόνο εκείνο. Για την έκδοση της απόφασης και για το προς εκτέλεση της εκδοθέν ένταλμα κινητών έλαβε πρόσφατα ενημέρωση από δικαστικό επιδότη. Μετά από αυτή την ενημέρωση προχώρησε με έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου από τον οποίο διαφαίνεται ότι δεν παρουσιάστηκε επιδοτήριο ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί κατά πρώτον ότι μπορούσε να εκδοθεί η απόφαση ούτε και στάλθηκε ενημέρωση από το Πρωτοκολλητείο, παρά το ότι υπάρχει σχετική σημείωση προς το σκοπό αυτό. Κατά τη διενέργεια της έρευνας από τους δικηγόρους του ο ίδιος απουσίαζε με άδεια και η αίτηση υποβλήθηκε ευθύς μόλις επέστρεψε και αφού διευθετήθηκαν κάποια θέματα που είχαν προκύψει σε σχέση με την εκπροσώπηση της Εταιρείας και μπορούσε να ορκιστεί την παρούσα ένορκη δήλωση. Διαπιστώνει περαιτέρω ότι την 19.9.2017 καταχωρήθηκε αίτηση με την οποία ζητείτο τροποποίηση της αίτησης και άδεια συνέχισης της διαδικασίας παρά το ότι άδεια συνέχισης εκδίδεται στα πλαίσια της αίτησης διάλυσης και όχι στη διαδικασία της οποίας αιτείται η συνέχιση. Εξ όσων γνωρίζει και κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του η απόφαση πάσχει και θα πρέπει να παραμεριστεί και να δοθεί η ευκαιρία στην Εταιρεία να προβάλει την υπεράσπιση της, η οποία είναι ουσιαστική. Ισχυρίζεται ότι υπάρχει και καλή υπεράσπιση και ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε αμέσως μόλις διαπιστώθηκε η έκδοση της απόφασης και καμία ζημιά δεν προκαλείται στην άλλη πλευρά. Θεωρεί ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να παραμεριστεί η απόφαση που εκδόθηκε στην Αίτηση, αφού εκδόθηκε ex debito justitiae και είναι ορθό και δίκαιο να παραμεριστεί ώστε να τεθούν τα επίδικα θέματα σωστά και δίκαια, τα οποία θέματα αφορούν νομικά και πραγματικά ζητήματα και μόνο κατόπιν ακρόασης μπορούν να αποφασιστούν. Η αίτηση παραμερισμού αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 Θ.1-3, Δ.16, Δ.17 Θ.10, Δ.21 Θ.1-2, Δ.26 Θ. 2, 10 και 14, Δ.39, Δ.40 Θ.11, Δ.48 Θ.1-9, Δ.64 Θ.1, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60, στο φάκελο του Δικαστηρίου, στη σχετική Νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις Αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας ως επίσης στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη.
- Η έναρξη της διαδικασίας και όλα τα στάδια που ακολούθησαν συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης της αίτησης στους καθ' ων η αίτηση, έγιναν νομότυπα και σε πλήρη συμμόρφωση με τους κανόνες Πολιτικής Δικονομίας.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόβουλη και υπό καθεστώς παραπλάνησης του Δικαστηρίου αποσκοπεί στην ανατροπή της καθόλα νομότυπης και ορθής απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 23.02.
- Ο κ. Β. Π. δεν έχει locus standi στην παρούσα αίτηση, εφόσον ο διορισμός του ως προσωρινός εκκαθαριστής έχει ανασταλεί εν όψει της αναστολής της διαδικασίας της αίτησης υπ' αρ. 116/2015 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στα πλαίσια της οποίας είχε διοριστεί και συνεπώς η υπόσταση του έχει παύσει να ισχύει και/ή κάθε δικαίωμα και/ή εξουσία του δεν φέρει οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα.
- Η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 09.07.2018 διαμέσου της οποίας αναστέλλεται η αίτηση διάλυσης ή και εκκαθάρισης υπ' αρ. 116/2015 ως καταχρηστική είναι σαφής και ξεκάθαρη.
- Ο διορισμός του Β. Π. ως προσωρινού εκκαθαριστή είναι απόρροια ενδιάμεσης διαδικασίας στο πλαίσιο της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης υπ' αρ. 116/2015 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, συναφώς δεν αποτελεί αυτοτελή διαδικασία ο εν λόγω διορισμός του. Συμφώνως της ισχύουσας Νομολογίας ο προσωρινός εκκαθαριστής ονομάζεται έτσι διότι διορίζεται με καθορισμένο χρονοδιάγραμμα αποστολής, ήτοι το αργότερο μέχρι την έκδοση απόφασης στην αίτηση εκκαθάρισης. Αν απορριφθεί συνεπαγόμενα η αίτηση εκκαθάρισης, η αποστολή του τερματίζεται, αλλά ακόμη και αν επιτύχει, αναλαμβάνει ο Επίσημος Παραλήπτης της Δημοκρατίας. Εις περίπτωση δε αναστολής της αίτησης εκκαθάρισης, συμπαρασύρεται και εν πάση περιπτώσει αναστέλλεται και το όποιο ενδιάμεσο διάταγμα εκδοθέν στο πλαίσιο της, περιλαμβανομένου και του διατάγματος διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή.
- Πριν την έκδοση του διατάγματος αναστολής ημερ. 09.07.2018 από το Δικαστήριο Λάρνακος, έγιναν εκτενείς αγορεύσεις από τα εκεί εμπλεκόμενα μέρη περί του κατά πόσο, εις περίπτωση ευρήματος καταχρηστικότητας της αίτησης αρ. 116/2015, θα μπορούσε να εξαιρεθεί από την απόρριψη ή και αναστολή της το διάταγμα προσωρινού εκκαθαριστή. Αφ' ης στιγμής που ρητώς το Δικαστήριο στην απόφαση του ημερ. 09.07.18 δεν εξαιρεί το εν λόγω διάταγμα διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή από την αποφασιζόμενη αναστολή, προκύπτει ότι αυτό ανεστάλη ομού με την κυρίως αίτηση εκκαθάρισης υπ' αρ. 116/15 ή και συμπαρασύρθηκε.
- Οι Καθ' ων η αίτηση προσπαθούν παραπλανητικά και/ή ψευδώς, διαμέσου της μαρτυρίας του Β. Π., να υποστηρίξουν ότι ο διορισμός του συνεχίζει να υφίσταται και/ή να έχει δικαίωμα άσκησης καθηκόντων παρά την έκδοση του διατάγματος αναστολής ημερ. 09.07.2018, γεγονός το οποίο δεν ισχύει διότι είναι δεδομένο ότι με αναστολή της κυρίως διαδικασίας, συμπαρασύρονται και τα όποια ενδιάμεσα διαβήματα ελήφθησαν στο πλαίσιο αυτής.
- Οι Καθ' ων η αίτηση προσπαθούν παραπλανητικά και/ή ψευδώς, διαμέσου της μαρτυρίας του Β. Π., να υποστηρίξουν ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν για την διαδικασία της υπό τον ως άνω με αριθμό και τίτλο αίτησης εργατικών διαφόρων και αποσιωπούν δολίως το γεγονός ότι αυτή επεδόθη προσωπικά στις 04.12.2017 στον ίδιο τον ενόρκως δηλούντα.
- Η αίτηση των Καθ' ων η αίτηση καταχωρίστηκε δόλια και με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου ή και δια να πείσει το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα που στην ουσία θα είναι διάταγμα αναθεωρητικής δικαιοδοσίας έναντι του διατάγματος ημερ. 09.07.18 που εκδόθηκε από ισότιμο Δικαστήριο.
- Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραμένει σε ισχύ ο διορισμός του Β. Π., αφού η όλη βάση της διαδικασίας προσωρινού εκκαθαριστή είναι η κυρίως αίτηση εκκαθάρισης υπ' αρ. 116/2015 που υπεβλήθη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Το ενδιάμεσο διάταγμα προσωρινού εκκαθαριστή είναι μέρος αυτής της διαδικασίας. Δεν είναι άλλη χωριστή ή και αυτοτελής διαδικασία αλλά ενδιάμεση διαδικασία στο πλαίσιο της κυρίως αίτησης. Δεν μπορεί να ανασταλεί η κυρίως αίτηση αλλά να παραμείνει το ενδιάμεσο διάβημα σε ισχύ. Η ύπαρξη του διατάγματος προσωρινού εκκαθαριστή εξαρτάται απόλυτα από την ύπαρξη ή και ισχύ της κυρίως αίτησης. Δεν είναι δυνατό να έχει ανασταλεί η κυρίως αίτηση αλλά το ενδιάμεσο διάβημα προσωρινού εκκαθαριστή, απότοκο της, να παραμείνει σε ισχύ.
- Εύρημα περί παραμονής σε ισχύ του διατάγματος προσωρινού εκκαθαριστή είναι αντινομικό αλλά και αντίθετο με την πάγια και ισχύουσα Νομολογία.
- Η αίτηση των Καθ' ων η αίτηση συνιστά παρακοή του διατάγματος ημερ. 09.07.2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης υπ' αρ. 116/2015, εφόσον κακόβουλα ή και εσκεμμένα και/ή παραπλανητικά οι Καθ' ων η αίτηση αποσιωπούν αυτό το ουσιώδες γεγονός, ωσάν να μην υπήρξε ποτέ.
- Η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων με βάση τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, του άρθρου 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960 καθώς και της ισχύουσας Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δια τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη και εμφορείται από αλλότρια κίνητρα.
- Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν αποκρύψει ουσιώδη και/ή μείζονος και/ή βαρύνουσας σημασίας γεγονότα και/ή πληροφορίες από το Δικαστήριο, επί σκοπώ την παραπλάνηση του για να εξασφαλίσουν τα αιτούμενα διατάγματα, δολίως.
- Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν προβεί σε διαστρέβλωση των πραγματικών γεγονότων που διέπουν την παρούσα υπόθεση, με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και/ή την απόδοση εις το Δικαστήριο παραποιημένης εικόνας των πραγματικών γεγονότων και/ή δεδομένων, προς εξασφάλιση δολίως των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Οι Καθ' ων η αίτηση διαμέσου της μαρτυρίας τους έχουν προβεί σε παράθεση αναληθών και/ή αστήρικτων και/ή αβάσιμων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή γεγονότων προς το σκοπό παραπλάνησης του Δικαστηρίου, δια την εξασφάλιση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η μαρτυρία των Καθ' ων η αίτηση είναι γενικής φύσεως και αόριστη, με συνεπαγόμενο αποτέλεσμα να εκλείπει από την παρούσα υπό εκδίκαση αίτηση το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο προς στοιχειοθέτηση και κάλυψη των απαιτούμενων προϋποθέσεων για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Οι Καθ' ων η αίτηση εμποδίζονται (estopped by deed and/or by conduct) και δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ένεκα τόσο της ίδιας της συμπεριφοράς τους όσο και εξ εγγράφων για τα οποία έχουν άμεση γνώση, σχέση και συμμετοχή.
- Υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης (regularly obtained judgement).
- Οι Καθ' ων η αίτηση στερούνται εκ πρώτης όψεως καλής και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης και/ή δεν προκύπτει από την ένορκο δήλωση του ενόρκως δηλούντα καμία υπεράσπιση σχετικά με την απαίτηση του Αιτητή, ώστε το σεβαστό Δικαστήριο να δύναται να εξετάσει περαιτέρω την υπό εκδίκαση αίτηση.
- Τα γεγονότα στα οποία εδράζεται η αίτηση δεν στοιχειοθετούν και δεν επικαλούνται οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση διατάγματος που να παραμερίζει και/ή ακυρώνει την ήδη εκδοθείσα απόφαση υπέρ του Αιτητή.
- Η υπό κρίση αίτηση αποτελεί προσπάθεια των Καθ' ων η αίτηση να δικαιολογήσουν την έλλειψη ενδιαφέροντος ως προς τις υποχρεώσεις τους προς τον Αιτητή.
- Οι Καθ' ων η αίτηση δια της συμπεριφοράς τους επέδειξαν πλήρη περιφρόνηση προς το σεβαστό Δικαστήριο, τους Θεσμούς και τα δικαιώματα του Αιτητή και ως εκ τούτου η αίτηση τους συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και απόπειρα να πληγεί η απονομή της δικαιοσύνης και το τελεσίδικο της δικαστικής απόφασης ημερ. 23.02.
- Η οποιαδήποτε ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης ημερ. 23.02.2018 θα έχει ως αποτέλεσμα την καταστρατήγηση της ανάγκης για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και/ή τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων και θα αποστερήσει από τον καθ' ου η αίτηση την απόλαυση των καρπών της επιτυχίας του.
- Το επανάνοιγμα της υπόθεσης δεν θα εξυπηρετήσει τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης αλλά αντιθέτως θα οδηγήσει σε σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου και αχρείαστων εξόδων.
- Οι Καθ' ων η αίτηση απέτυχαν να αποκαλύψουν και/ή προσκομίσουν προς το Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την βασιμότητα των ισχυρισμών τους και/ή να προβάλλουν την απαιτούμενη μαρτυρία που να δεικνύει τους υπερασπιστικούς τους ισχυρισμούς στον βαθμό που η νομολογία απαιτεί σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις.
- Οι Καθ' ων η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αίτησης και/ή εκλείπει η απαιτούμενη μαρτυρία που θα έπρεπε να παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Οι Καθ' ων η αίτηση γενικά δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και προσπαθούν κατά σαφή παράβαση των κανόνων του δικαίου και της επιείκειας να προσπορισθούν αθέμιτο όφελος σε βάρος του καθ' ου η αίτηση.
- Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης (balance of justice) γέρνει υπέρ της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Αιτητή, ο οποίος ουσιαστικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία κατ' αναλογία εφαρμόζεται και σε διαδικασίες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με βάση τον Καν.17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999 («Ο Κανονισμός»), παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση και να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε στην απουσία του εναγομένου (Καθ' ων η αίτηση). Το διάταγμα ακύρωσης μπορεί να δοθεί υπό όρους τους οποίους το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον παραμερισμό απόφασης λόγω μη καταχωρήσεως εμφανίσεως έχουν εκτεθεί επανειλημμένως σε σειρά αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, με τις οποίες υιοθετείται η ίδια προσέγγιση με τα Αγγλικά Δικαστήρια, όπου ισχύουν παρόμοιοι θεσμοί. Στην απόφαση Ανδρέας Γιάγκου κ.α. ν. Λουκίας Φωτίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2009 ημερ. 24.1.2014, ECLI:CY:AD:2014:A56, το Δικαστήριο ανεφέρθη εκτενώς στα κριτήρια που η νομολογία έχει εδραιώσει για τον παραμερισμό απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην του εναγόμενου (Καθ' ου η αίτηση): «.Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated. Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1Α.Α.Δ. 204. επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «...απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω. .» Επί των εν λόγω κριτηρίων εκτενής αναφορά γίνεται και στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga swimming Pools ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 647, την οποία παραθέτουμε: Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) AΑΔ.678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου:- «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ.818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ.1060 Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. .......................... Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Tα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1938).» Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού δεν φαίνεται να αποκαλύπτονται οποιαδήποτε στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση των Καθ' ων η αίτηση. Η αναφορά και μόνο ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση χωρίς την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, δεν μπορεί να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που αποτελεί τον πρωταρχικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ανεξάρτητα από τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από την έκδοση της απόφασης. Ωστόσο από την αίτηση παραμερισμού και την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου για τους Καθ' ων η αίτηση, τίθενται ως λόγοι παραμερισμού της απόφασης η μη εξασφάλιση της αναγκαίας άδειας για συνέχιση της διαδικασίας με τον διορισμό του προσωρινού εκκαθαριστή και η μη δέουσα επίδοση της τροποποιημένης Αίτησης Εργατικής Διαφοράς. Ο Αιτητής από την άλλη με την ένσταση του και την αντίστοιχη επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του, εισηγείται ότι με την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 9.7.2018 του Ε.Δ. Λάρνακας στην Αιτ. αρ. 116/2015, με την οποία εξεδόθη διάταγμα αναστολής της διαδικασίας διάλυσης της Εταιρείας μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της αίτησης με αρ. 802/14 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η διαδικασία στα πλαίσια της οποίας είχε διοριστεί ο εκκαθαριστής ανεστάλη και συνεπώς δεν νομιμοποιείται να εμφανίζεται στην παρούσα διαδικασία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κυριακή Τσεσμένογλου ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam [1973] 3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District [1983] 1 W.L.R. 439, Phylactou a.o. ν. Michael
(1982)1C.L.R. 204, Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1(A) Α.Α.Δ. 333.» Αναφορικά με τη λήψη αδείας για συνέχιση της διαδικασίας μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης και τον διορισμό εκκαθαριστή δυνάμει του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στην απόφαση Μιχάλης Σάββα Νικολάου κ.α. ν. Χρ. Ιακωβίδη ως εκκαθαριστή της εταιρείας A&G Property Wise Development Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 872, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το Άρθρο 220 προβλέπει τα ακόλουθα: «
- When a winding-up order has been made or a provisional liquidator has been appointed, no action or proceeding shall be proceeded with or commenced against the company except by leave of the Court and subject to such terms as the Court may impose.» Και σε μετάφραση: «
- Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει.» Τα ζητήματα που τίθενται στην παρούσα απασχόλησαν και στη Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited ν. KΕΑΝ Λίμιτεδ
(1998)1ΑΑΔ 1806 στην οποία γίνεται εμπεριστατωμένη ανάλυση της εν λόγω διάταξης, καθώς και άλλων σχετικών διατάξεων. Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε τα ακόλουθα αποσπάσματα από την απόφαση: «Είναι σαφές πως σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, αυτόματα καμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας, εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει. Σχετικές και βοηθητικές στην ερμηνεία που επιδιώκεται, είναι οι πρόνοιες του Άρθρου 215 που αφορούν την εξουσία αναστολής ή περιορισμού διαδικασίας εναντίον εταιρείας στο στάδιο μετά την υποβολή αίτησης για την εκκαθάριση της, αλλά πριν από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Οι πρόνοιες αυτές είναι οι εξής: ... "
- Οποτεδήποτε μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση, και πριν από την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, η εταιρεία ή οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας δύναται- (α) όταν οποιαδήποτε αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Ανώτατο Δικαστήριο, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή ή διαδικασία για αναστολή διαδικασίας σε αυτή και (β) όταν οποιαδήποτε άλλη αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης της εταιρείας για παρεμπόδιση της λήψης περαιτέρω επιπρόσθετης διαδικασίας στην αγωγή ή διαδικασία, και το Δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία με τέτοιους όρους που ήθελε θεωρήσει σωστό." Σκοπός των προνοιών αυτών για αναστολή, είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων. (Βλ. Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd [1923] 1 K.B. 160, In re Dynamics Corpn. (Ch. D.), [1973] 1 W.L.R. 63). Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα του Δρ. Α. Ποιητή, Η Εκκαθάριση Εταιρειών, 2η έκδοση σελ. 82: «iii. Αν ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση εναντίον εταιρείας που τελεί υπό εκκαθάριση, χωρίς να έχει χορηγηθεί προηγουμένως άδεια του δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να την ακυρώσει. Εκείνος που θα προβεί στην αίτηση για ακύρωση είναι ο εκκαθαριστής, ή οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορεύς της εταιρείας, ή μέτοχος .». Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, προφανώς, μετά τον διορισμό του προσωρινού εκκαθαριστή που αποτέλεσε και τον λόγο τροποποίησης του τίτλου της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς και πριν την έκδοση της επίδικης απόφασης, ο Αιτητής δεν εξασφάλισε άδεια συνέχισης της διαδικασίας από το δικαστήριο το οποίο έχει δικαιοδοσία στην εκκαθάριση και έχει εκδώσει το διάταγμα εκκαθάρισης, που είναι στην προκείμενη περίπτωση το Ε.Δ. Λάρνακας. Η παρούσα υπόθεση δεν συμπεριελήφθη ούτε και στο διάταγμα διορισμού του κ. Β. Π. ως προσωρινού εκκαθαριστή της Εταιρείας ημερ. 3.4.2017, όπου οι εξουσίες του ως προσωρινός εκκαθαριστής περιορίζονταν στον χειρισμό συγκεκριμένων υποθέσεων που απαριθμούνται στο εν λόγω διάταγμα. Διεύρυνση των εξουσιών του να χειρίζεται οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία υπό ή εναντίον της Εταιρείας, ανεξάρτητα από το πότε αυτή έχει καταχωρηθεί και/ή εγερθεί, δόθηκε στις 12.6.2018, δηλαδή σε μεταγενέστερο στάδιο από την έκδοση της επίδικης απόφασης. Είναι επομένως φανερό ότι με βάση το διάταγμα ημερ. 3.4.2017 ο κ. Β. Π., δεν είχε καμία εξουσία να χειριστή την παρούσα υπόθεση κατά τον χρόνο που ο Αιτητής του επέδωσε την τροποποιημένη Αίτηση Εργατικής Διαφοράς και ούτε κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης. Τέτοια εξουσία ο εκκαθαριστής απέκτησε σε μεταγενέστερο στάδιο με το διάταγμα ημερ. 12.6.
- Τίθεται ωστόσο ζήτημα νομιμοποίησης του εκκαθαριστή να προχωρήσει στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, εν όψει της ενδιάμεσης απόφασης του Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 9.7.2018 με την οποία αναστέλλετο η διαδικασία διάλυσης. Η θέση της πλευράς των Καθ' ων η αίτηση είναι ότι με την εν λόγω απόφαση το μόνο που έγινε ήταν να ανασταλεί η εκδίκαση της αίτησης διάλυσης χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε επηρεασμό του εκδοθέντος διατάγματος. Ότι το διάταγμα για διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή δεν συνιστά προσωρινό διάταγμα αλλά διάταγμα που αφορά την όλη διαδικασία και τροχοδρομείται με προοπτική τη διάλυση της εταιρείας, η οποία δεν αναιρείται από το γεγονός της αναστολής της αίτησης διάλυσης, η οποία θα παύσει σε μια δεδομένη στιγμή ήτοι κατά την αποπεράτωση της αίτησης 802/
- Διαφορετικά, ενδεχομένως, να ήταν τα πράγματα εάν η αίτηση απορριπτόταν, κάτι που δεν ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Για να επιβεβαιώσει τη θέση της επικαλέστηκε την απόφαση στην Πολιτική Αίτηση αρ.64/2003, Αναφορικά με την αίτηση της Printek Dataforms Express Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1193, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο διορισμός προσωρινού εκκαθαριστή συνιστά όχι προσωρινό διάταγμα αλλά διάταγμα που αφορά την όλη διαδικασία της πορείας της αιτήσεως για διάλυση της εταιρείας και αυτό είναι καθαρό τόσο από το άρθρο 227 όσο και από το ρόλο και τις εξουσίες του προσωρινού εκκαθαριστή εφόσον τροχιοδρομείται ουσιαστικά μια πορεία, η οποία συνάδει με την προοπτική διάλυσης της εταιρείας. [...] Να παρατηρήσω περαιτέρω σε συνάρτηση και με τα πιο πάνω ότι, όπως επιχειρηματολογεί και ο ευπαίδευτος συνήγορος για την εταιρεία, για το λόγο ακριβώς ότι το διάταγμα διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή δεν είναι ενδιάμεσο διάταγμα εις τη συνήθη πορεία των πραγμάτων το οποίο να εκδίδεται δυνάμει άλλων εξουσιών του δικαστηρίου εδώ τίθεται θέμα επιστρεπτέου διατάγματος αυτού όπως ορίστηκε το παρόν διάταγμα, τοσούτο μάλλον αφού η διαδικασία εκδόσεως του όπως καθορίζεται στους σχετικούς κανονισμούς και στη νομολογία, και αναφέρομαι ιδιαίτερα στους αγγλικούς θεσμούς οι οποίοι έχουν εφαρμογή The Company (Winding Up) Rules 1949 και στην αγγλική νομολογία, είναι ότι το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται ώστε να καταστεί επιστρεπτέο παρά μόνο με εξ αρχής επιβεβαίωση στη δυνατότητα εκδόσεως του.». Από την άλλη η πλευράς του Αιτητή θεωρεί ότι ο διορισμός του κ. Π. ως προσωρινού εκκαθαριστή δεν μπορεί να παραμένει σε ισχύ καθώς είναι απόρροια ενδιάμεσης διαδικασίας στα πλαίσια της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης και δεν αποτελεί αυτοτελή διαδικασία. Για να πάρουμε τα γεγονότα από την αρχή, όπως αυτά προκύπτουν από την ενώπιον μας ένορκη μαρτυρία, στις 7.10.2015 η εταιρεία GDL Trading Ltd, μέτοχος και πιστωτής της Εταιρείας, καταχώρησε στο Ε.Δ. Λάρνακας την αίτηση με αριθμό 116/2015 για διάλυση της Εταιρείας, στην οποία οι τρεις εκ των μετόχων, οι Π. Σ., Γ. Ν. και Μ. Ν., καταχώρησαν στις 30.10.2015 αίτηση με την οποία επιζητούσαν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απορρίπτεται η αίτηση διάλυσης ή και να αναστέλλεται η διαδικασία μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης αρ.802/2014 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Ενώ εκκρεμούσαν τα πιο πάνω, στις 3.4.2017, στα πλαίσια της αίτησης 116/2015, εκδόθηκε διάταγμα διορισμού του κ. Β. Π., ως προσωρινού εκκαθαριστή της Εταιρείας, με σκοπό να υπερασπιστεί τις διαδικασίες που ήταν σε γνώση της εταιρείας GDL TRADING LTD. Ακολούθως, στα πλαίσια της ίδιας αίτησης, εκδόθηκε στις 9.7.2018 διάταγμα με το οποίο το Ε.Δ. Λάρνακας ανέστειλε τη διαδικασία ως καταχρηστική, μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της αίτησης με αριθμό 802/2014 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Όπως προκύπτει από τη νομολογία που επικαλέστηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις, το διάταγμα διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή δεν αποτελεί ενδιάμεσο διάταγμα, καθώς αναφέρεται στην ουσία της και όχι σε μια απλή ενδιάμεση ρύθμιση, η οποία μάλιστα, θα απαιτούσε όπως το διάταγμα είναι επιστρεπτέο. Η φύση ωστόσο ενός τέτοιου διατάγματος δεν θα μπορούσε να το περισώσει και να το διαχωρίσει από τη διαδικασία στα πλαίσια της οποίας έχει εκδοθεί από τη στιγμή που το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι καταχρηστική και την ανέστειλε. Επομένως με την αναστολή της διαδικασίας αναστάληκε και ο διορισμός του προσωρινού εκκαθαριστή κ. Β. Π., με αποτέλεσμα να μην του παρέχεται καμία εξουσία να εκπροσωπήσει την Εταιρεία με οποιοδήποτε τρόπο. Για όλα τα πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Β. Μιχαηλίδου, Μέλος Ν. Σατσιάς, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο